LAVLINSKII KONSTANTIN ν. DOROSH NIKITA YURIEVICH κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 17670/2018, 12/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 17670/2018 LAVLINSKII KONSTANTIN Παραπονούμενος και
- DOROSH NIKITA YURIEVICH
- STADELLICA TRADING LTD Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2023 Για τον Παραπονούμενο: κ. Α. Αντωνέλλος και κ. Ν. Τσαρδελλής για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο 1: αυτοπροσώπως. Για την Κατηγορούμενη 2: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος 1: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το υπό κρίση κατηγορητήριο οι Kατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν 22 κατηγορίες. Ειδικότερα, κατηγορούνται για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 5, 6, 20, 29, 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 7, 12 και 17). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ρηθεισών κατηγοριών οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με άλλα πρόσωπα κατά ή περί την 15/02/2016 στη Ρωσία και στη Λεμεσό με σκοπό καταδολίευσης και δια ψευδών παραστάσεων απέσπασαν από τον Παραπονούμενο δύο ποσά ύψους 500.000 δολαρίων Αμερικής και 440.000 δολαρίων Αμερικής, με ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες στο ότι:
(1)τα πιο πάνω ποσά ως επίσης το κέρδος από την επένδυση ήταν εγγυημένο και θα επιστρέφονταν στον Παραπονούμενο σε πρώτη ζήτηση ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν αληθές και
(2)σε αντάλλαγμα της καταβολής των ρηθέντων ποσών οι κατηγορούμενοι θα του μεταβίβαζαν ομόλογο ισόποσης αξίας ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν αληθές ή και ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για απάτη κατά παράβαση των άρθρων 5, 6, 20 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 4, 9, 14, 19). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ρηθεισών κατηγοριών οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με άλλα πρόσωπα μεταξύ των ημερομηνιών 01/02/2013 και 15/02/2016 στη Ρωσία και Λεμεσό με τις πράξεις, παραλείψεις και παραστάσεις τους που συνιστούσαν δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα διέπραξαν απάτη σε βάρος του Παραπονούμενου από τον οποίο απέσπασαν τα ποσά των 500.000 δολαρίων Αμερικής και 440.000 δολαρίων Αμερικής. Το δόλιο τέχνασμα ή επινόημα συνιστάτο στο ότι έπεισαν τον Παραπονούμενο να τους παραχωρήσει το ποσό των 500.000 δολαρίων Αμερικής και το ποσό των 440.000 δολαρίων Αμερικής με τη διαβεβαίωση ότι τα εν λόγω ποσά ως επίσης και το κέρδος από την επένδυση ήταν εγγυημένο και θα επιστρέφονταν στον Παραπονούμενο σε πρώτη ζήτηση ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν αληθές και περαιτέρω, συνιστάτο στο ότι έπεισαν τον Παραπονούμενο να τους παραχωρήσει το ποσό των 500.000 δολαρίων Αμερικής με τη διαβεβαίωση ότι σε αντάλλαγμα της καταβολής του πιο πάνω ποσού οι Κατηγορούμενοι θα του μεταβίβαζαν ομόλογο αξίας 500.000 δολαρίων Αμερικής ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν αληθές ή ότι δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος και για συνομωσία προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 5, 6, 20, 297, 298, 302 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3, 5, 6, 8, 10, 11, 13, 15, 16, 18, 20). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ρηθεισών κατηγοριών, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μεταξύ των ημερομηνιών 01/02/2013 και 15/02/2016 στη Λεμεσό και στη Ρωσία συνωμότησαν μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της απάτης ως αυτά τους αποδίδονται με τις κατηγορίες 2, 4, 7, 9, 12, 14, 17, 19. Τέλος, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 5, 6, 20, 255, 257 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 21 και 22). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ρηθεισών κατηγοριών, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με άλλα πρόσωπα στις 12/02/2016 και 19/02/2016 στη Ρωσία και Λεμεσό έκλεψαν από τον Παραπονούμενο το χρηματικό ποσό των 500.000 και 440.000 δολαρίων Αμερικής αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον κύριο Ivan Sytnikov (MK1) και τον Παραπονούμενο (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και αφού εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος 1 επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Β).[2] Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι διαμένει μόνιμα στη Ρωσία όπου μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα παροχής συμβουλευτικών επενδυτικών υπηρεσιών. Λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης σε διάφορους ρωσικούς τραπεζικούς οργανισμούς γνώρισε μέσω κάποιου τρίτου προσώπου τον Κατηγορούμενο
- Η γνωριμία τους έλαβε χώρα κατά ή περί το 2011 όπου του είχε συστηθεί ως ένα πρόσωπο με εκτενή και πολυετή εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων και κατόπιν της γνωριμίας τους, ο Κατηγορούμενος 1 τον προσέγγισε και του πρότεινε να συνεργαστούν. Ειδικότερα, του πρότεινε να αναλάβει ο ΜΚ1 την εξεύρεση ενδιαφερόμενων επενδυτών και επενδυτικών κεφαλαίων τα οποία θα επενδύονταν μέσω κάποιου επενδυτικού οχήματος και με την αποδοχή της πρότασης του Κατηγορούμενου 1 από μέρους του ΜΚ1 ξεκίνησε η μεταξύ τους συνεργασία η οποία εν τέλει δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα αφού δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση επενδυτών οπότε το εν λόγω εγχείρημα, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, εγκαταλείφθηκε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι περί το 2013 ο Κατηγορούμενος 1 τον προσέγγισε εκ νέου και του πρότεινε να συνεργαστούν ξανά. Η νέα μεταξύ τους συνεργασία αφορούσε τη διαχείριση επενδυτικών κεφαλαίων και τις επενδύσεις αυτών στο χρηματιστήριο και σε άλλα χρηματοοικονομικά μέσα. Αποδέχθηκε την πρόταση του Κατηγορούμενου 1 και βάσει της μεταξύ τους συνεργασίας, καθώς και των όσων είχαν συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο 1 ο ρόλος του ΜΚ1 συνιστάτο στο να βρίσκει ενδιαφερόμενους επενδυτές και να τους φέρνει σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1 ενώ ο ρόλος του Κατηγορούμενου 1, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, ήταν να διαχειρίζεται τα κεφάλαια των επενδυτών και στη συνέχεια να τα επενδύει σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα με τη μέγιστη χρηματοοικονομική απόδοση με σκοπό να αποφέρει κέρδος στους επενδυτές. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι επενδυτές που θα μετείχαν στο επενδυτικό πρόγραμμα του Κατηγορούμενου 1 θα λάμβαναν τόκους από τις επενδύσεις σε ομόλογα που θα προέβαινε ο Κατηγορούμενος 1 στο όνομα και για λογαριασμό τους. Οι τόκοι θα ήταν ανάλογοι του τύπου ή του ύψους της επένδυσης ενώ κατά το τέλος κάθε επενδυτικού προγράμματος οι επενδυτές θα λάμβαναν πίσω το ποσό που είχαν αρχικώς επενδύσει με το ποσό που θα έπρεπε να επενδύσει κάποιος επενδυτής να απαιτείτο όπως κυμαίνεται μεταξύ 1-3 εκατομμύρια δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι για την υλοποίηση του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος που είχε εκπονηθεί από τον Κατηγορούμενο 1, συστάθηκε η Κατηγορούμενη 2 στην οποία ο ΜΚ1 μετείχε για ένα μικρό χρονικό διάστημα χωρίς ο ίδιος να είχε την οποιανδήποτε ανάμειξη στις εργασίες και λειτουργία της Κατηγορούμενης
- Πέραν της συστάσεως της Κατηγορούμενης 2 για σκοπούς διεκπεραίωσης και εφαρμογής του επενδυτικού πλάνου που είχε εκπονηθεί από τον Κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος προέβη στη δημιουργία μίας εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων με την ονομασία Boson asset management (BAM) & Boson fund και ενός αμοιβαίου κεφαλαίου αντιστάθμισης κινδύνου με την ονομασία hedge fund. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 ενημερωτικό δελτίο σε σχέση με τα πιο πάνω. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η από μέρους του εξεύρεση ενδιαφερόμενων επενδυτών βασιζόταν αποκλειστικά σε ενημερωτικά επενδυτικά δελτία τα οποία είχαν ετοιμαστεί και εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 2 και πίσω από την ετοιμασία αυτών ήταν ο Κατηγορούμενος 1 ο οποίος ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ήλεγχε τις πράξεις, τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της Κατηγορούμενης
- Όπως ανέφερε, τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία αποτελούσαν το βασικό εργαλείο στην προσέλκυση ενδιαφερόμενων επενδυτών καθ' ότι αυτά, εκ του περιεχομένου τους, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση των επενδυτών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 το ρηθέν διαφημιστικό ενημερωτικό δελτίο που εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι κατά την περίοδο που συνεργάστηκε με τον Κατηγορούμενο 1 έγινε τελικά κατορθωτό να ενδιαφερθούν και να επενδύσουν διάφοροι Ρώσοι επενδυτές μεταξύ των οποίων και ο Παραπονούμενος ο οποίος επένδυσε το συνολικό ποσό των 940.000 δολαρίων Αμερικής (€854.545). Όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο Παραπονούμενος, ως ενδιαφερόμενος επενδυτής λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το ενημερωτικό επενδυτικό δελτίο της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 4) ήρθε σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1 προκειμένου να επενδύσει τα χρήματά του και προς τον σκοπό αυτόν έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και του Παραπονούμενου περί τα τέλη Ιανουαρίου
- Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο Κατηγορούμενος 1 διαβεβαίωνε προφορικά τον Παραπονούμενο κατά τρόπο ανεπιφύλακτο ότι τα ποσά της επένδυσης του, ήτοι το ποσό των 940.000 δολαρίων Αμερικής, ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα, πως αυτά θα επιστρέφονταν στον Παραπονούμενο σε πρώτη ζήτηση και πως ότι το επενδυτικό πλάνο αποτελούσε μία ασφαλή επιλογή η οποία θα του απέφερε σίγουρα και εγγυημένα κέρδη, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι όλα αυτά ήταν ψέματα καθώς αυτός εκ των πραγμάτων αδυνατούσε με απόλυτη βεβαιότητα, σύμφωνα με τον ΜΚ1, να ανταποκριθεί στις υποσχόμενες υποχρεώσεις του προς τον Παραπονούμενο. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 1 προκειμένου να άρει κάθε αμφιβολία του Παραπονούμενου παράδωσε σε αυτόν το διαφημιστικό ενημερωτικό έντυπο της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στη βάση των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων του Κατηγορούμενου 1 αλλά και του περιεχομένου του διαφημιστικού ενημερωτικού δελτίου της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 4) ο Παραπονούμενος πείστηκε να επενδύσει με τον τρόπο που του υποσχέθηκε ο Κατηγορούμενος 1 και ως εκ τούτου, στις 11/02/2016 υπεγράφη συμφωνία με την οποία ο Παραπονούμενος καθιστούσε την Κατηγορούμενη 2 τον επενδυτικό του αντιπρόσωπο κατά τη χρήση του ποσού της επένδυσης ως επίσης και συμφωνία αγοραπωλησίας χρεογράφων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 και 6 τις σχετικές συμφωνίες, καθώς και σχετικές τραπεζικές αποδείξεις σε σχέση με τη μεταφορά του ποσού των 940.000 δολαρίων Αμερικής από τον Παραπονούμενο. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΚ1, εν αντιθέσει με τις ψευδείς παραστάσεις του Κατηγορούμενου 1 αυτός ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς τον Παραπονούμενο και ουδέποτε μεταβίβασε το υποσχεθέν ομόλογο αξίας €500.000 επ' ονόματι του Παραπονούμενου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ότι θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποσχόμενες υποχρεώσεις του και αυτό, κατά τον ΜΚ1, προκύπτει από το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε καταβάλει ούτε σε τρεις άλλους επενδυτές τα ποσά που δικαιούνταν επί τη βάση παρόμοιων συμφωνιών. Ειδικότερα, ανέφερε ότι σε μία περίπτωση κάποιος επενδυτής επένδυσε το συνολικό ποσό των 28.500.000 ρωσικά ρούβλια (εν τοις εφεξής ο Επενδυτής 1). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Επενδυτής 1 έχοντας πειστεί από τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου 1 ότι θα λάμβανε ανά έτος το 40% της επένδυσης του, έδωσε στον ΜΚ1 τον Μάρτιο του 2013 με σκοπό αυτό το ποσό να δοθεί μετέπειτα στον Κατηγορούμενο 1, το ποσό των €375.000 το οποίο εν τέλει δόθηκε στον Κατηγορούμενο 1 και κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Επενδυτής 1 έλαβε από τον Κατηγορούμενο 1 το ποσό των €75.000 το οποίο αντιστοιχούσε στην απόδοση που του είχε υποσχεθεί. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η καταβολή του ποσού των €75.000 σε συνάρτηση με τις παραστάσεις και τις διαβεβαιώσεις που υπήρχαν στα ενημερωτικά δελτία αναφορικά με το ασφαλές της απόδοσης εξώθησαν τον Επενδυτή 1 να προβεί σε περαιτέρω επένδυση ποσών ήτοι €272.727 τα οποία καταβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 στο πλαίσιο γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 03/09/2014 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος 1, αν και έλαβε τα πιο πάνω ποσά και όφειλε να καταβάλει τα συμφωνημένα ποσά που αντιστοιχούσαν στις υποσχόμενες αποδόσεις κάθε εξάμηνο εντούτοις, αυτός κατέβαλε στον Επενδυτή 1 μικρότερα ποσά με συνέπεια το συνολικό οφειλόμενο ποσό που θα έπρεπε να αποδοθεί στον Επενδυτή 1 να ανέρχεται σε ποσό ύψους €1.473.
- Προκύπτει, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, ότι κατά τον χρόνο που οι Κατηγορούμενοι λάμβαναν χρήματα από τον Παραπονούμενο με βάση τις προαναφερθείσες υποσχέσεις, οι Κατηγορούμενοι καθυστερούσαν τις πληρωμές στον Επενδυτή 1 και άρα γνώριζαν, σύμφωνα με τον ΜΚ1, ότι δεν θα ήταν σε θέση να καταβάλουν στον Παραπονούμενο τα ποσά που δικαιούτο. Σημείωσε επίσης ότι στον Επενδυτή 1 καταβλήθηκαν από τους Κατηγορούμενους κάποια ποσά όμως αυτό έγινε μεταγενέστερα της συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 1 και μεταγενέστερα της εξασφάλισης ποσών από τον Παραπονούμενο και ενδεχομένως αυτό που συνέβαινε ήταν ότι οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα χρήματα του Παραπονούμενου για να καταβάλουν κάποια ποσά στον Επενδυτή
- Στη συνέχεια, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και σε μία άλλη περίπτωση επενδυτή τον οποίο κατονόμασε (εν τοις εφεξής ο Επενδυτής 2) ο οποίος επένδυσε τον Ιανουάριο του 2014 ποσό ύψους 1.000.000 δολαρίων Αμερικής (€735.294) και στη συνέχεια τον Οκτώβριο του ίδιου έτους το ποσό των €366.
- Σημείωσε ότι η δεύτερη επένδυση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2014 έγινε υπό μορφή δανειακής σύμβασης, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 1 όφειλε να αποδίδει μηνιαίως στον Επενδυτή 2 ποσά που αντιστοιχούν στο 4% της επένδυσης και αν και αρχικά δεν καταβάλλονταν τα ποσά όπως θα έπρεπε εντούτοις, τον Απρίλιο του 2014 ο Κατηγορούμενος 1 κατέβαλε στον Επενδυτή 2 προς πλήρη διευθέτηση της επένδυσης του το ποσό των €700.
- Όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο Επενδυτής 2 βασιζόμενος στο περιεχόμενο των ενημερωτικών επενδυτικών δελτίων και πιστεύοντας ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι άτομο εμπιστοσύνης επειδή του κατέβαλε το ποσό των €700.000 αποφάσισε να επενδύσει εκ νέου τον Οκτώβριο του 2014 το ποσό των €366.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στο πλαίσιο αυτής της επένδυσης ο Κατηγορούμενος 1 όφειλε να αποδίδει μηνιαίως στον Επενδυτή 2 ποσά που αντιστοιχούν στο 4% της επένδυσης και να επιστρέψει σε αυτόν μέχρι και τις 04/08/2015 το ποσό της επένδυσης μαζί με τη συνολική συμφωνημένη απόδοση. Εντούτοις, οι όποιες πληρωμές ποσών έγιναν προς τον Επενδυτή 2, ήταν σύμφωνα με τον ΜΚ1, μεταγενέστερες της συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και του Παραπονούμενου και προκύπτει και πάλι, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, ότι κατά τον χρόνο που οι Κατηγορούμενοι λάμβαναν χρήματα από τον Παραπονούμενο αυτοί καθυστερούσαν ήδη τις πλερωμές στον Επενδυτή 2 και άρα γνώριζαν ότι δεν θα ήταν σε θέση να καταβάλουν στον Παραπονούμενο τα ποσά που δικαιούτο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε και σε έναν τρίτο επενδυτή τον οποίο κατονόμασε (εν τοις εφεξής ο Επενδυτής 3) ο οποίος επένδυσε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις το συνολικό ποσό των 345.000 δολαρίων Αμερικής (€220.551). Ειδικότερα, τον Ιούλιο του 2015 ο ΜΚ1 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 το πρώτο ποσό της επένδυσης το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €63.636 και προς τούτο υπογράφηκε μεταξύ της Κατηγορούμενης 2 και του Επενδυτή 3 συμφωνία, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 το δεύτερο ποσό της επένδυσης το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €116.000 και τον Μάρτιο του 2017 το τρίτο ποσό της επένδυσης που ανερχόταν περίπου στις €46.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι συμφωνίες προέβλεπαν ότι οι Κατηγορούμενοι θα κατέβαλλαν στον Επενδυτή 3 τα ποσά που δικαιούτο κάθε εξάμηνο και η μοναδική φορά που έλαβε κάποιο ποσό ο Επενδυτής 3 από τον Κατηγορούμενο 1 ήταν τον Αύγουστο του 2016 όταν του καταβλήθηκε το ποσό των 35.000 δολαρίων Αμερικής. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 και στην περίπτωση του Επενδυτή 3 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που οι Κατηγορούμενοι λάμβαναν χρήματα από τον Παραπονούμενο οι Κατηγορούμενοι καθυστερούσαν τις πληρωμές Επενδυτή 3 και άρα σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, γνώριζαν ότι δεν θα ήταν σε θέση να καταβάλουν στον Παραπονούμενο τα ποσά που δικαιούτο και ότι ενδεχομένως, σύμφωνα με τον ΜΚ1, χρησιμοποίησαν τα χρήματα του Παραπονούμενου για να καταβάλουν κάποια ποσά στον Επενδυτή
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αντιλαμβανόμενος την έντονη ανησυχία των επενδυτών επιδίωξε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο 1 και κατά τη μεταξύ τους επικοινωνία ο Κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι οι καθυστερήσεις και τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στην καταβολή κερδών οφείλονταν σε δήθεν εμπόδια που έθεταν οι εποπτικές - ρυθμιστικές αρχές. Ταυτόχρονα, τον διαβεβαίωνε ότι η επίλυση των εν λόγω προβλημάτων ήταν θέμα λίγων ημερών και πως ήταν θέμα χρόνου να γίνει η πληρωμή των κερδών στους επενδυτές. Τον Ιούλιο του 2017 ο Κατηγορούμενος 1 του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο του ανέφερε πως θα γινόταν ο διακανονισμός της καταβολής των κερδών στους επενδυτές μεταξύ των οποίων και τον Παραπονούμενο και κατέθεσε ως Τεκμήρια 11, 12 και 13 τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ίδιου και του Κατηγορούμενου
- Ακολούθως, επιδίωξε συνάντηση με τον Κατηγορούμενο 1 στο πλαίσιο της οποίας του επανέλαβε ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν σε προβλήματα που υπάρχουν με την τράπεζα αλλά και με τις ρυθμιστικές αρχές και τον διαβεβαίωσε ότι θα τακτοποιούσε τις υποχρεώσεις του τόσο έναντι του Παραπονούμενου όσο και έναντι των υπόλοιπων επενδυτών. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε σε δύο άλλες συναντήσεις που έγιναν με τον Κατηγορούμενο 1 τον Οκτώβριο του 2017 όπου ο Κατηγορούμενος 1 τον καθησύχαζε και τον διαβεβαίωνε ότι τα προβλήματα θα επιλύονταν και ότι το ποσό που οφειλόταν στους επενδυτές ανερχόταν στα 2.300.000 δολάρια Αμερικής και ότι επιβεβαίωσε την επιθυμία του να επιστρέψει το οφειλόμενο χρέος προς τον Παραπονούμενο ορίζοντας ως ημερομηνία εξόφλησης των οφειλών την 10η Δεκεμβρίου
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της συνάντησής τους στην αγγλική γλώσσα. Ακολούθησε και άλλη συνάντηση στις 15 Μαρτίου 2018 στο πλαίσιο της οποίας ο Κατηγορούμενος 1 τον διαβεβαίωσε ότι θα γίνει η πληρωμή των κερδών προς τους επενδυτές και πως ο Παραπονούμενος θα αποπληρωνόταν εντός δύο βδομάδων καταθέτοντας και πάλι τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της συνάντησής τους στην αγγλική γλώσσα ως Τεκμήριο
- Όπως περαιτέρω ανέφερε, ουδεμία πληρωμή κερδών έγινε και κανένα ποσό καταβλήθηκε στον Παραπονούμενο και τότε πληροφορήθηκε από φίλους του ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε αρχίσει να χτίζει δίκτυο επενδυτικών υπηρεσιών και σε άλλες χώρες του εξωτερικού και πως ξεκίνησε να ξοδεύει χρήματα κατά αλόγιστο τρόπο και να προβαίνει σε αγορές ειδών πολυτελείας με αποκορύφωμα την αγορά ενός γιοτ που βρίσκεται στη Μαρίνα της Λεμεσού. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον ΜΚ1, προσπαθούσε, όπως πληροφορήθηκε, να πωλήσει την Κατηγορούμενη 2 και να απεμπλακεί από αυτήν και κατέθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο δημοσίευσης σε ρωσική ιστοσελίδα με την οποία η Κατηγορούμενη 2 φαίνεται να πωλείται έναντι €2.
- Όταν με την πάροδο του χρόνου είχε βεβαιωθεί ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε καμία πρόθεση να τηρήσει τα όσα ψευδώς παρέστησε στους επενδυτές, ο ΜΚ1 ανάλαβε την πρωτοβουλία να τους προσεγγίσει και να τους ζητήσει να του εκχωρήσουν τα δικαιώματά τους έναντι του Κατηγορούμενου 1 και με τη σειρά του να τους επιστρέψει τα αποσπασθέντα ποσά. Προς τον σκοπό αυτόν υπογράφηκαν συμφωνίες εκχώρησης με τους επενδυτές ώστε να έχει το δικαίωμα διεκδίκησης των χρημάτων τους με αστικές αγωγές όπως και έπραξε και καταχώρησε την αγωγή υπ' αριθμό 1275/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε σχετικό διάταγμα δυνάμει του οποίου εξασφαλίστηκαν τραπεζικές καταστάσεις της Κατηγορούμενης 2 τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 19 και
- Αναφερόμενος στις ρηθείσες τραπεζικές καταστάσεις ανέφερε ότι από αυτές προκύπτει ότι αφού ο Παραπονούμενος προέβη στην κατάθεση του ποσού των 940.000 δολαρίων Αμερικής ο Κατηγορούμενος 1 μετέφερε χωρίς λόγο και αιτία υπέρογκα ποσά από τον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 2 στον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό παρά το γεγονός ότι η διαχείριση των χρημάτων του Παραπονούμενου είχε συμφωνηθεί ότι θα λάμβανε χώρα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 2 και όχι στους προσωπικούς λογαριασμούς του Κατηγορούμενου
- Ο ΜΚ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Γ(β)).[3] Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι τον Κατηγορούμενο 1 τον γνώρισε περί τις αρχές του 2016 μέσω του ΜΚ1 τον οποίο γνώρισε το 2010 ενόσω ήταν επικεφαλής πελατών της τράπεζας στην οποία διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2, περί τις αρχές Ιανουαρίου 2016 τον προσέγγισε ο ΜΚ1 και του ανέφερε ότι αποχώρησε από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν και ότι πλέον δραστηριοποιείτο στον τομέα διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων και τις επενδύσεις αυτών στο χρηματιστήριο και σε άλλα χρηματοοικονομικά μέσα και ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στην εύρεση και προσέλκυση πιθανών επενδυτών. Κατά τη συνάντησή τους του έδωσε το Τεκμήριο 4 (ενημερωτικό φυλλάδιο σε σχέση με το επενδυτικό σχέδιο) προκειμένου να το μελετήσει και παράλληλα του ανέφερε ότι επικεφαλής του εν λόγω επενδυτικού εγχειρήματος ήταν ο Κατηγορούμενος 1 στον όποιο τον παρέπεμψε για να του δώσει περαιτέρω πληροφορίες. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, κατόπιν προκαταρκτικής μελέτης του Τεκμηρίου 4 το οποίο επιβεβαίωνε εκ πρώτης την ύπαρξη του υπό συζήτηση επενδυτικού εγχειρήματος αποφάσισε να έρθει σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1 με τον οποίο ήρθε σε επαφή και συναντήθηκε περί τα τέλη Ιανουαρίου 2016 και ο οποίος του συστήθηκε ως επικεφαλής του εν λόγω επενδυτικού εγχειρήματος. Όπως ανέφερε ο ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 1 του περιέγραψε τον εαυτό του ως ένα πρόσωπο εξαιρετικά επιτυχημένο με εκτενή και πολυετή εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων και του ανέφερε ότι ο ρόλος του ήταν να διαχειρίζεται τα κεφάλαια των επενδυτών και στη συνέχεια να τα επενδύει σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα με τη μέγιστη χρηματοοικονομική απόδοση με σκοπό να αποφέρει κέρδος στους πιθανούς επενδυτές. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, κατά την εν λόγω συνάντησή τους ο Κατηγορούμενος 1 αντιλαμβανόμενος τους έντονους προβληματισμούς και αμφιβολίες που είχε ο ΜΚ2 σε σχέση με το εν λόγω επενδυτικό πλάνο και προκειμένου να τον πείσει, άρχισε να τον διαβεβαιώνει κατά τρόπο ρητό και ανεπιφύλακτο ότι τα ποσά της επένδυσής του θα ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα, πως αυτά θα επιστρέφονταν σε αυτόν σε πρώτη ζήτηση και πως ότι το επενδυτικό πλάνο αποτελούσε μία ασφαλή επιλογή η οποία θα του απέφερε σίγουρα και εγγυημένα κέρδη. Τον διαβεβαίωσε επίσης ότι υπήρχαν ήδη και άλλοι επενδυτές που λάμβαναν κανονικά τη συμφωνηθείσα απόδοση της επένδυσής τους και έτσι συζήτησαν προκειμένου να προβεί σε επένδυση ποσού ύψους 940.000 δολαρίων Αμερικής εκ των οποίων τα 500.000 δολάρια Αμερικής θα αφορούσαν ένα χρεωστικό ομόλογο αντίστοιχου ποσού το οποίο θα του μεταβίβαζε άμεσα ενώ το υπόλοιπο ποσό των 440.000 δολαρίων Αμερικής θα αποτελούσε κεφάλαιο το οποίο θα διαχειριζόταν για σκοπούς επενδύσεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τη συνάντησή τους ο Κατηγορούμενος 1 τον εφοδίασε με το διαφημιστικό ενημερωτικό δελτίο (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στην αρχή ήταν αρκετά διστακτικός καθώς δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις στον τομέα των επενδύσεων και δεν του απάντησε αμέσως αναφέροντας του ότι χρειαζόταν χρόνο να το σκεφτεί. Έτσι ο Κατηγορούμενος 1, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, αναγνωρίζοντας ότι ο ΜΚ2 είχε αρκετούς ενδοιασμούς, λίγες μέρες αργότερα προκειμένου να άρει οποιανδήποτε αμφιβολία που είχε και προκειμένου να πεισθεί για την πρόταση του ζήτησε όπως ξανασυναντηθούν για να του δώσει ορισμένα έγγραφα τα οποία θα του έδιναν πλήρη εικόνα και λεπτομέρειες για το υπό συζήτηση επενδυτικό πλάνο. Όπως εξήγησε ο ΜΚ2, κατά τη δεύτερη συνάντηση τους, ο Κατηγορούμενος 1 τον εφοδίασε με τα Τεκμήρια 5 και 6 το περιεχόμενο των οποίων, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, εναρμονιζόταν πλήρως με τα όσα του είχε προφορικώς αναφέρει στο πλαίσιο της πρώτης τους συνάντησης. Τα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με τον ΜΚ2, αναίρεσαν οποιαδήποτε αμφιβολία είχε σε σχέση με την επιτυχία του εν λόγω εγχειρήματος και οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 1 ότι τα ποσά της επένδυσης του ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα, πως αυτά θα επιστρέφονταν στον ΜΚ2 σε πρώτη συζήτηση και πως ότι το επενδυτικό πλάνο αποτελούσε μία ασφαλή επιλογή η οποία θα του απέφερε σίγουρα και εγγυημένα κέρδη επιβεβαιώνονταν και από το λεκτικό των προς υπογραφή συμφωνιών οι οποίες στην ουσία αποτελούσαν τις γραπτές εξασφαλίσεις που αναζητούσε. Όπως περαιτέρω ανέφερε, βασιζόμενος στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4, 5 και 6 αλλά και στη βάση των προφορικών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του Κατηγορούμενου 1 πείστηκε να επενδύσει με τον τρόπο που του υποσχέθηκε ο Κατηγορούμενος 1 και ως εκ τούτου στις 11/02/2016 υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 5 και 6 και ακολούθως κατέθεσε το συνολικό ποσό των 940.000 δολαρίων Αμερικής στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης
- Σύμφωνα με τον ΜΚ2, με το Τεκμήριο 5 η Κατηγορούμενη 2 μέσω του Κατηγορούμενου 1 αναλάβανε την υποχρέωση ως επενδυτικός αντιπρόσωπος του να διαχειρίζεται στο όνομα και λογαριασμό του το χαρτοφυλάκιο και να επενδύει τα χρήματα αυτά σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα με τη μέγιστη χρηματοοικονομική απόδοση με σκοπό να του αποφέρει σημαντικά κέρδη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΚ2, με το Τεκμήριο 6 η Κατηγορούμενη 2 μέσω του Κατηγορούμενου 1 αναλάβανε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει εντός 5 ημερών από την ημερομηνία καταβολής του ποσού των 500.000 δολαρίων Αμερικής ένα χρεωστικό ομόλογο αξίας 500.000 δολαρίων Αμερικής. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, αυτός ένιωθε σίγουρος με την απόφαση που είχε λάβει να εμπιστευθεί ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό γιατί πίστευε ότι είχε να κάνει με έναν έμπιστο, έμπειρο και πετυχημένο επαγγελματία και λόγω του ότι ο χρόνος κυλούσε χωρίς να έχει οποιοδήποτε νέο ή εξέλιξη από τον Κατηγορούμενο 1 αποφάσισε να έρθει σε επαφή μαζί του προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Τότε, επικοινώνησε με τον ΜΚ1 μεταφέροντας του τους προβληματισμούς του ο οποίος με τη σειρά του τον καθησύχασε και του ανέφερε ότι θα μιλούσε ο ίδιος με τον Κατηγορούμενο 1 προκειμένου να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, οι φόβοι του εντάθηκαν όταν υπέπεσε στην αντίληψή του ότι κατά τον χρόνο που του παρουσίασε τα πιο πάνω έγγραφα και του έκανε τις πιο πάνω παραστάσεις περί εγγυημένων κερδών γνώριζε εκ των πραγμάτων ότι θα αδυνατούσε με απόλυτη βεβαιότητα να ανταποκριθεί στις υποσχόμενες υποχρεώσεις του προς αυτόν διότι πριν την υπογραφή των μεταξύ τους συμφωνιών αυτοί ήδη χρωστούσαν υπέρογκα ποσά και σε άλλους τρεις επενδυτές και δεν τους πλήρωναν. Οι εν λόγω πληροφορίες επιβεβαίωσαν τους φόβους και τις ανησυχίες του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τον είχαν εξαπατήσει και ότι όλες οι υποχρεώσεις και παραστάσεις του Κατηγορούμενου 1 προς το πρόσωπο του ήταν ψευδείς και αναληθείς από την πρώτη στιγμή. Περαιτέρω, αναφερόμενος στις τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήρια 19 και 20) εισηγήθηκε ότι το περιεχόμενό τους επιβεβαίωσε ότι οι υποσχέσεις των Κατηγορούμενων ήταν ψευδείς καθ' ότι αμέσως μετά που έλαβαν τα χρήματα του τα μετάφεραν σε προσωπικό λογαριασμό του Κατηγορούμενου 1 για εξυπηρέτηση δικών του συμφερόντων και σκοπών αντί να προχωρήσουν στις επενδύσεις που του υποσχέθηκαν και τις οποίες του παρέστησαν ψευδώς ότι θα προέβαιναν. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν αντεξετάστηκαν από τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν συμφωνεί με τα όσα αναφέρθηκαν από έκαστο μάρτυρα κατηγορίας. Σε ότι αφορά την παράλειψη αντεξέτασης εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 το Ανώτατο Δικαστήριο πολύ πρόσφατα στην ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. VESTA HOLIDAYS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 291/2014, 11/7/2022 επεσήμανε χαρακτηριστικά ότι «Το κατά πόσο επιλέγεται, ή όχι, η αντεξέταση ενός μάρτυρα, μολονότι συνθέτει κατά κανόνα αποτιμήσιμη μεταβλητή, δεν οδηγεί πάντα σε δυσμενή συμπεράσματα εναντίον τού μέρους που δεν αντεξέτασε». Στην ίδια απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στα νομολογηθέντα στην Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21 αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21, είπαμε και τα εξής σχετικά με ό,τι ενεστώτως απασχολεί: «..................................Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα (και σε αντίθεση με τις προτάσεις της δικηγόρου του Εφεσείοντα), δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας (βλ. Ρεουλλά ν Ιωάννου, ΠΕ 358/13, ημ. 17.2.21, Σκορδής ν Λάντου και Άλλων, ΠΕ 429/12, ημ. 22.4.20, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλων
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296, Adidas v The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, 388-389).» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491 τονίστηκε επίσης ότι «δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση όταν το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση γι' αυτήν». Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[4] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[5] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[6] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Σε ότι αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297[7] και 298
(1)[8] του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 7, 12 και 17), από τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,
(2)η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
(3)η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και
(4)ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης, ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154 προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο.[9] Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση, αρκούν. Μια δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός, είτε γίνεται προφορικά, είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου το γεγονός ότι η δήλωση εύλογα και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο με τον οποίο έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής.[10] Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 318/2015, ημ. 7/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 παρατήρησε ότι: «μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση.[11] Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει την, με πρόθεση καταδολίευσης, απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[12] Όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση.[13] Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης.[14] Περαιτέρω, σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. «πρόθεση καταδολίευσης» σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης. Στη Welham αποσαφηνίσθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης, αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. Ο όρος πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) αναλύεται επίσης στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14, όπου επιδοκιμάσθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου με αναφορά, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και στη Welham (ανωτέρω). Σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης παραπέμπω επίσης και στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65. Στο σύγγραμμα Archbold 2015 criminal pleading, evidence and practice αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» στην παράγραφο 1762 σελ. 1979 με τίτλο «with intent to defraud or fraudulently» : « "To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL.» Είναι περαιτέρω αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία ότι η απόσπαση περιουσίας έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος, στηριζόμενος σε αυτήν, παρακινήθηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.[15] Με άλλα λόγια θα πρέπει η μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατημένου και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε, είτε πλήρως, είτε μερικώς, να αποξενωθεί την περιουσία του.[16] Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί.[17] Σε ότι αφορά το αδίκημα της απάτης (κατηγορίες 4, 9, 14, 19) για τη στοιχειοθέτηση του χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου:
(1)Η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν, και
(2)η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Ως προς τη νομική διάσταση της έννοιας «δόλιο τέχνασμα ή επινόημα» («fraudulent trick or device»), όπως ο όρος αυτός συναντάται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 300, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε συγγράμματα και αποφάσεις του κοινοδικαίου από όπου προήλθε το αδίκημα της απάτης, το οποίο αποτελεί το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 300 Κεφ. 154. Κατά το κοινοδίκαιο, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού (tangible) τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις, όσο ευφάνταστες ή εφευρετικές και να ήταν, δεν μπορούσαν από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα.[18] Ακόμα και η χρήση ταχυδακτυλουργικών τεχνασμάτων που οδηγεί σε εξαπάτηση δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει, με βάση το κοινοδίκαιο, το αδίκημα της απάτης[19] αφού, όπως νομολογήθηκε στην R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόιδο» κάποιον άλλον.[20] Αντιθέτως, κατά το κοινοδίκαιο, θα έπρεπε να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής επινόησης για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης.[21] Αναφορικά με το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης, έχει νομολογιακά ερμηνευθεί πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος, και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση.[22] Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να υποστεί βλάβη με οποιοδήποτε τρόπο από το δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης.[23] Σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής που προνοείται στο άρθρο 255[24] του Κεφ. 154 για τη στοιχειοθέτηση του χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και τα οποία έχουν επιβεβαιωθεί και νομολογιακά[25]:
(1)η λήψη της περιουσίας που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης
(3)και με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Οι συνήγοροι του Παραπονούμενου αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[26] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα των συνηγόρων του Παραπονούμενου υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[27] Σημειώνω ότι στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους οι συνήγοροι του Παραπονούμενου εισηγούνται ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα αδικήματα που προσάπτονται στους κατηγορούμενους με τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 10, 11, 13, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 και πως στοιχειοθέτουνται σύμφωνα με την εισήγηση τους μόνο τα αδικήματα που προσάπτονται στους κατηγορούμενους με τις κατηγορίες 7, 9, 12, 14, 21 και
- Πρόκειται για τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της απάτης και της κλοπής. Είναι σαφές εν προκειμένω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής παρέμεινε αναντίλεκτη υπό την έννοια ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν υπέβαλε τους μάρτυρες κατηγορίας στη βάσανο της αντεξέτασης. Έχοντας κατά νου το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές σε σχέση με το ζήτημα αυτό όπως έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και ειδικότερα ότι η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται, ούτε και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να κριθεί κατά πόσο αυτή μπορεί να στοιχειοθετήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και 2 στα αδικήματα που τους προσάπτονται με το υπό κρίση κατηγορητήριο. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων και το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[28] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[29] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[30] Αρχίζω σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 το οποίο όπως διαφάνηκε από τα λεγόμενα των ΜΚ1 και ΜΚ2 ήταν ένα πολύ ουσιαστικό έγγραφο. Υπενθυμίζω ότι το Τεκμήριο 4 είναι το ενημερωτικό - διαφημιστικό φυλλάδιο που ετοίμασε και εξέδωσε η Κατηγορούμενη 2 σε σχέση με το επενδυτικό σχέδιο που προσέφερε η Κατηγορούμενη
- Η σημαντικότητα του εν λόγω εγγράφου και του περιεχομένου του αναδύεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίες ανέφεραν σε σχέση με το Τεκμήριο 4:
(1)αυτό το ενημερωτικό - διαφημιστικό φυλλάδιο αποτέλεσε το βασικό εργαλείο στην προσέλκυση των ενδιαφερόμενων επενδυτών επειδή διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην απόφαση τους να λάβουν μέρος στο επενδυτικό πρόγραμμα της Κατηγορούμενης 2,
(2)ο Παραπονούμενος ως ενδιαφερόμενος επενδυτής λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το ενημερωτικό επενδυτικό δελτίο της Κατηγορούμενης 2 (Τεκμήριο 4) ήρθε σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1 και
(3)το εν λόγω έγγραφο δόθηκε στον ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο 1 και ο ΜΚ2 βασίστηκε σε αυτό, όπως ο ίδιος ανέφερε, για να προβεί στην επίδικη επένδυση. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου καταδεικνύει σαφείς και συγκεκριμένες αναφορές σε ότι αφορά την ύπαρξη κινδύνων και ρίσκου των ενδιαφερόμενων επενδυτών σε σχέση με το συγκεκριμένο επενδυτικό πλάνο στα οποία τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 δεν έκαναν καμία απολύτως αναφορά. Αντίθετα, αναφερόμενοι στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο είχε κατά τα λεγόμενα τους μεγάλη και καθοριστική σημασία στην απόφαση των επενδυτών να συμβληθούν με την κατηγορούμενη 2, προσπάθησαν να ισχυριστούν ότι αυτό το έγγραφο επιβεβαίωνε τις κατ' ισχυρισμό προφορικές διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου 1 περί εγγυημένων κερδών και εγγυημένου κεφαλαίου επένδυσης, με τον Παραπονούμενο μάλιστα να ισχυρίζεται ότι βασίστηκε στο εν λόγω έγγραφο προκειμένου να προχωρήσει στην επίδικη επένδυση. Στην πραγματικότητα, τα όσα προσπάθησαν τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 να ισχυριστούν ότι δήθεν το εν λόγω έγγραφο επιβεβαίωνε τις κατ' ισχυρισμό προφορικές διαβεβαιώσεις που έλαβαν δεν συνάδουν με, και καταρρίπτονται από το ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και φανερώνουν την αδυναμία της εκδοχής που προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο η οποία όχι μόνο δεν έπεισε αλλά προκάλεσε δυσμενή εντύπωση. Προχωρώ στη συνέχεια σε παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων από το εν λόγω έγγραφο. Στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 4 με τίτλο «Key Risks» απαριθμούνται τα ακόλουθα, τα οποία παρατίθενται αυτολεξεί: «Key Risks · The total insolvency of the issuer of the bond, as a result of bankruptcy · Global financial recession» Ακολούθως, στις σελίδες 6 και 7 του Τεκμηρίου 4 γίνονται οι ακόλουθες αξιοσημείωτες αναφορές τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «Risk Warning Investors should make sure that the Company is suitable for them based on their own state of affairs, as well as their financial situation, before deciding to invest. Potential investors should be aware of the following risk factors during the decision to invest in the Company. The risk factors listed in this memorandum on the placement of securities are not an exhaustive list of all the risks factors inherent in investing in the Company. Investors should not rely solely on such information for any investment and should note that it is also possible that there are various other risk factors not listed in the document, but that they should be considered before making a decision to invest in the Company. Credit Risk There is a risk that issuers and counterparties will not make payments on contracts, which will lead to losses for the Company. Failure to comply with the contract or an oversight which the issuer is likely to refuse to compensate may result in decrease in the value and liquidity of the Company's securities. In addition, failure to perform the contract may cause costs, direct or indirect, incurred by the Company in the process of collecting the principal or interest on its portfolio of deposits. Credit risk also exists because the counterparty may not be able to fulfill its obligations under the contract or decide not to comply with them. When the Company invests in contracts in foreign currency or another OTC derivative, it takes on credit risk with respect to the Party with which it enters into the transaction, and also carries the risk of settlement of the default. These risks may differ materially from the risks associated with transactions occurring on the exchange, which are usually supported by the guarantees of the clearing organisation, daily revaluation at market value and settlements, segregation, and minimum capital requirement applicable to intermediaries. Transactions concluded directly between two counterparties, as a rule, do not enjoy such protection. In addition to the extent that the company is dealing with a limited number of counterparties, it will be more susceptible to credit risks associated with these counterparties. Securities with a solid income The value of fixed income securities into which the Company can invest can change in response to fluctuations in interest rates. In addition, the value of some fixed - income securities may fluctuate in response to perceptions of creditworthiness, political stability, or the sustainability of economic policies. Estimates of other fixed - income documents, such as mortgage - backed securities, may fluctuate in response to changes in the economic environment, which may affect future cash flows. Portfolio investment can be unstable The value of securities, in which the Company will invest, may be unstable. There can be no guarantee that portfolio investment will ultimately be successful. In addition, the Company will be exposed to the risk that inflation, economic recession, changes in the general level of interest rates or other market conditions over which the Manager will not have any control, could adversely affect the Company's performance. Regulatory factor The Company can be influenced by means of a loan, as well as by attracting strategies based on regulation, if the Management Company deems it necessary or desirable. Such strategies may include a loan and the urgent sale of securities, as well as the acquisition and sale of certain types of derivative securities and documents, such as exchange, fixed - term contracts and the right to choose. Regulation creates the opportunity to obtain a larger aggregate income, but also exposes the Company to a greater risk of losses, which arises from unfavorable price changes.» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Καθίσταται λοιπόν σαφές από τις πιο πάνω αυτούσιες αναφορές του επίδικου ενημερωτικού - διαφημιστικού φυλλαδίου, το οποίο, επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίες
(1)αποτελούσε το βασικό εργαλείο για την προσέλκυση των ενδιαφερόμενων επενδυτών,
(2)διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην απόφαση των επενδυτών να συμβληθούν με την Κατηγορούμενη 2 και
(3)στο περιεχόμενο του ο Παραπονούμενος βασίστηκε προκειμένου να λάβει την απόφαση για συμμετοχή του στο επενδυτικό αυτό σχέδιο, ότι γίνεται εκτενής αναφορά σε διάφορους κινδύνους και ρίσκα τα οποία όπως καταγράφεται οφείλουν να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές με αποκορύφωμα την ρητή και ξεκάθαρη αναφορά ότι δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση ότι η επένδυση θα είναι επιτυχής (There can be no guarantee that portfolio investment will ultimately be successful) καθώς και την επίσης ρητή και ξεκάθαρη αναφορά και επισήμανση ότι το συγκεκριμένο ενημερωτικό - διαφημιστικό φυλλάδιο δεν περιέχει με εξαντλητικό τρόπο όλους τους κινδύνους και ρίσκα και ότι είναι πιθανόν να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου οι οποίοι δεν καταγράφονται στο ρηθέν έγγραφο και τους οποίους όμως, όπως ευθαρσώς καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές να λάβουν υπόψη τους πριν λάβουν την απόφαση να επενδύσουν. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η θέση των μαρτύρων κατηγορίας είναι ότι αυτό το έγγραφο (Τεκμήριο 4) παραδόθηκε στον Παραπονούμενο προκειμένου να άρει κάθε αμφιβολία του Παραπονούμενου. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αυτούσιες αναφορές που περιέχονται στο Τεκμήριο 4 είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι το εν λόγω έγγραφο μπορούσε μόνο να δημιουργήσει αμφιβολίες στους ενδιαφερόμενους επενδυτές και στον Παραπονούμενο καθιστώντας τους με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο την αβεβαιότητα του επίδικου επενδυτικού εγχειρήματος και προειδοποιώντας τους για τους πολλούς, αβέβαιους και όχι εξαντλητικούς κινδύνους και ρίσκα που αυτό εμπερίκλειε. Εν προκειμένω, δεν ήταν η θέση των μαρτύρων κατηγορίας ότι παρά τις περί του αντιθέτου αναφορές και σαφείς επισημάνσεις στην ύπαρξη κινδύνων και ρίσκων στο Τεκμήριο 4 ο Κατηγορούμενος 1 τους παρέστησε οποτεδήποτε ότι δεν ίσχυαν όλα αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Αντίθετα, η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι ο Παραπονούμενος όχι μόνο ήταν ενήμερος για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 αλλά ότι βασίστηκε σε αυτό προκειμένου να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη
- Προκύπτει βεβαίως το ακόλουθο εύλογο ερώτημα: Αφού ο Κατηγορούμενος 1 διαβεβαίωσε τον Παραπονούμενο προφορικά ότι τόσο το κεφάλαιο όσο και τα κέρδη από την επένδυση θα ήταν εγγυημένα και θα επιστρέφονταν σε πρώτη ζήτηση, όταν του δόθηκε το Τεκμήριο 4, προκειμένου κατά τη θέση των μαρτύρων κατηγορίας να άρει κάθε αμφιβολία του Παραπονούμενου, γιατί δεν διερωτήθηκε για ποιο λόγο αυτές οι κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις δεν περιέχονταν με τέτοιο ρητό και ξεκάθαρο τρόπο στο ρηθέν έγγραφο και γιατί δεν ζήτησε εξηγήσεις και διευκρινίσεις από τον Κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τις ανωτέρω αναφερόμενες σαφείς επισημάνσεις και προειδοποιήσεις που περιέχονταν στο Τεκμήριο 4 προς τους ενδιαφερόμενους επενδυτές ως προς τους κινδύνους και ρίσκα που το επενδυτικό αυτό σχέδιο εμπερίκλειε και ειδικότερα τη σαφή αναφορά ότι δεν μπορούσε να υπάρξει εγγύηση ότι η επένδυση θα ήταν επιτυχής; Με άλλα λόγια, ακόμα και να έλαβαν χώρα σε πρώτο στάδιο οποιεσδήποτε προφορικές παραστάσεις περί εγγυημένου κεφαλαίου και κερδών αυτές στη συνέχεια, και προτού συμβληθεί με την Κατηγορούμενη 2 ο Παραπονούμενος, διαψεύσθηκαν και δεν επιβεβαιώθηκαν με τον πλέον σαφές, ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 όσο και από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών τις οποίες ο Παραπονούμενος υπέγραψε και στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια με τα όσα περί του αντιθέτου επιδίωξαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο οι ΜΚ1 και ΜΚ2 να μην μπορούν, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω να γίνουν αποδεκτά. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση των όσων ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 5 και
- Το Τεκμήριο 5 είναι μία συμφωνία στην Αγγλική και Ρωσική γλώσσα με τίτλο «Investment Agreement No 1» ημερομηνίας 11/2/2016 μεταξύ της Κατηγορούμενης 2 και του Παραπονούμενου. Το Τεκμήριο 6 είναι μία συμφωνία στην Αγγλική και Ρωσική γλώσσα με τίτλο «AGREEMENT NO 1 ON PURCHASE AND SALE OF SECURITIES» ημερομηνίας 11/2/2016 μεταξύ της Κατηγορούμενης 2 και του Παραπονούμενου. Προτού προχωρήσω σε συγκεκριμένες αναφορές στο περιεχόμενο έκαστης συμφωνίας είναι πολύ σημαντικό να γίνει αναφορά στα όσα ο Παραπονούμενος ανέφερε σε σχέση με τις ρηθείσες συμφωνίες. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ2 ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο αυτών των συμφωνιών εναρμονιζόταν πλήρως με τα όσα του είχε προφορικώς αναφέρει ο Κατηγορούμενος 1 (δηλαδή περί εγγυημένων ποσών επένδυσης και κερδών) στο πλαίσιο της πρώτης τους συνάντησης. Τα εν λόγω έγγραφα, σύμφωνα με τον ΜΚ2, αναίρεσαν οποιαδήποτε αμφιβολία είχε σε σχέση με την επιτυχία του εν λόγω εγχειρήματος και οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 1, σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, ότι τα ποσά της επένδυσης του ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα, πως αυτά θα επιστρέφονταν στον Παραπονούμενο σε πρώτη ζήτηση και πως ότι το επενδυτικό πλάνο αποτελούσε μία ασφαλή επιλογή η οποία θα του απέφερε σίγουρα και εγγυημένα κέρδη επιβεβαιώνονταν από το λεκτικό των εν λόγω συμφωνιών οι οποίες αποτελούσαν τις γραπτές εξασφαλίσεις που ο Παραπονούμενος αναζητούσε. Προς τούτο, παραπέμπει στον όρο 5
(2)της συμφωνίας Τεκμήριο 5 και στον όρο 5.
- του Τεκμηρίου
- Για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, ούτε οι επί του προκειμένου αναφορές έπεισαν το Δικαστήριο. Ο όρος 5
(2)του Τεκμηρίου 5 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «In case of less on "first" capital, the start Amount of Client's Investments (Schedule 1) the Agent must rebuild "first" capital on its start position by managing an account without remuneration for this». Ο όρος 5.1. του Τεκμηρίου 6 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «To transfer the title of the Bonds, the Seller shall submit to the custody on the date agreed with the Buyer, being not later than 5 (five) calendar days from the date of conclusion thereof, a duly executed transfer order to transfer the Bonds from the Seller's personal account to the personal account of the Buyer in the Issuer's register of shareholders». Από μια απλή ανάγνωση των ανωτέρω αναφερόμενων όρων αλλά και του περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών Τεκμήριων 5 και 6 στην ολότητα τους καθίσταται σαφές ότι η αναφορά του Παραπονούμενου ότι δήθεν το λεκτικό αυτών των συμφωνιών εναρμονιζόταν με και επιβεβαίωνε τις κατ' ισχυρισμό αναφορές του Κατηγορούμενου 1 ότι τα ποσά της επένδυσης του ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα, ότι θα του επιστρέφονταν σε πρώτη ζήτηση και ότι θα του απέφερε εγγυημένα κέρδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον απλούστατο λόγο ότι το περιεχόμενο αυτών των συμφωνιών κάθε άλλο παρά επιβεβαίωνε ή εναρμονιζόταν με οποιαδήποτε τέτοια αναφορά. Ειδικότερα, σε ότι αφορά τον όρο 5
(2)του Τεκμηρίου 5 εκεί απλώς καταγράφεται η συμβατική υποχρέωση της κατηγορούμενης 2 η οποία ορίζεται ως ο αντιπρόσωπος (agent) στη ρηθείσα συμφωνία να «ξαναχτίσει» (rebuild) το αρχικό κεφάλαιο σε περίπτωση μείωσης του αρχικού κεφαλαίου χωρίς επιπρόσθετη αμοιβή. Δεν αναφέρει ο όρος αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος όρος της συμφωνίας ότι το κεφάλαιο ή οποιαδήποτε κέρδη ήταν σε κάθε περίπτωση εγγυημένα. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στον όρο 3 του Τεκμηρίου 5 με τίτλο «Powers and Obligations of the Agent» αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη 2 που ορίζεται στη ρηθείσα συμφωνία ως ο Agent θα προβαίνει σε όλες τις συναλλαγές που θεωρεί απαραίτητες προς τον σκοπό της επίτευξης των επενδυτικών στόχων σύμφωνα με τις οδηγίες (guidelines) τα οποία παρατίθενται, σύμφωνα με τον σχετικό όρο, στο Παράρτημα 2 (Schedule 2). Ανατρέχοντας στο Παράρτημα 2, τέτοιες οδηγίες (guidelines) δεν υπάρχουν. Περαιτέρω, στην ίδια συμφωνία - Τεκμήριο 5, στο περιεχόμενο της οποίας ο Παραπονούμενος βασίστηκε προκειμένου να συμβληθεί με τη Κατηγορούμενη 2 σύμφωνα με τα λεγόμενα του, εντοπίζονται και οι ακόλουθες αναφορές οι οποίες όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν ούτε εναρμονίζονται με κατ' ισχυρισμό αναφορές για εγγυημένα κεφάλαια και κέρδη και επιστροφή του κεφαλαίου σε πρώτη ζήτηση αλλά στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο. Στον όρο 4
(4)του Τεκμηρίου 5 με τίτλο «Account» γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «The Customer may at any time, upon thirty business days' written notice order containing the Customer's own details, withdraw any assets from the Portfolio, subject to the Agent complying with any commitments under transactions initiated by the Agent prior to its receipt of the notice of termination (the "Prior Commitments"), retaining sufficient assets to comply with the Prior Commitments and being reimbursed for all and any reasonable expenses and costs necessarily incurred in arranging, in connection with and/or as a result of the withdrawal.» Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι όχι μόνο δεν γίνεται λόγος για εγγυημένο κεφάλαιο, εγγυημένα κέρδη και επιστροφή του κεφαλαίου σε πρώτη ζήτηση αλλά ξεκάθαρα συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών πως σε περίπτωση αιτήματος απόσυρσης περιουσιακών στοιχείων από το Portfolio (το οποίο σύμφωνα με τον ορισμό του στην εν λόγω συμφωνία περιλαμβάνει το ποσό του κεφαλαίου αλλά και όλα τα έσοδα από τις επενδύσεις και όλα τα κέρδη) η Κατηγορούμενη 2 θα είχε το δικαίωμα να κρατήσει επαρκή περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να συμμορφωθεί με δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο συναλλαγών πριν το γραπτό αίτημα για απόσυρση περιουσιακών στοιχείων χωρίς μάλιστα να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς το ύψος των περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσε να κρατήσει (retain) η Κατηγορούμενη 2. Περαιτέρω, συναφής με την ύπαρξη κινδύνων και ρίσκων του επενδυτικού αυτού εγχειρήματος σε αντίθεση με τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας προσπάθησαν να ισχυριστούν είναι η πρόνοια 3
(2)(
- c)του Τεκμηρίου 5 που κάνει αναφορά σε εφαρμογή πολιτικής διαχείρισης ρίσκου. Ειδικότερα αναφέρεται ότι: «The Agent shall: (
- c)comply 10 (ten) percent risk management policy of Portfolio.» Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 6, συναφής επίσης με την ύπαρξη κινδύνων και ρίσκων του επενδυτικού αυτού εγχειρήματος σε αντίθεση με τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας προσπάθησαν να ισχυριστούν είναι η πρόνοια 1.4 του Τεκμηρίου 6 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα με τον τίτλο «Warranties and Representations»: «The Parties hereby represent and warrant that while concluding this Agreement they are fully aware of all the consequences of the transaction and accept all the inherent risks.» Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι στη συμφωνία αγοραπωλησίας ομολόγων περιέχεται όρος (6.1.) για την επιβολή ποινικής ρήτρας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Πωλητή με τη μεταβίβαση των ομολόγων σε ποσοστό 0,05% του τιμήματος πώλησης για κάθε μέρα καθυστέρησης. Προχωρώ στη συνέχεια να σχολιάσω τις αναφορές εκ μέρους των μαρτύρων κατηγορίες σε σχέση με τρεις
(3)άλλους επενδυτές στους οποίους ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε κατ' ισχυρισμό καταβάλει τα ποσά που δικαιούνταν κατά τον επίδικο χρόνο γεγονός που καταδεικνύει, κατά τη θέση που προβλήθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ότι θα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποσχόμενες υποχρεώσεις του προς τον Παραπονούμενο, αναφορές οι οποίες ουσιαστικά συναρτώνται με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης. Εξηγώ στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους οι επί του προκειμένου αναφορές δεν έπεισαν το Δικαστήριο με αναφορά στα κενά, ασάφειες και αδυναμίες των σχετικών αναφορών. Σε ότι αφορά τον Επενδυτή 1, o MK1 ανέφερε ότι αυτός επένδυσε το συνολικό ποσό των 28.500.000 ρωσικών ρουβλίων και σε ευρώ το συνολικό ποσό των €647.727,
- Γίνεται επίσης αναφορά σε μία πρώτη επένδυση ποσού ύψους €375.000 στο πλαίσιο της οποίας καταβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 ποσό ύψους €75.000 το οποίο αντιστοιχούσε στην απόδοση που του υποσχέθηκε. Ακολούθως, γίνεται αναφορά σε επένδυση δεύτερου ποσού ύψους €272.727 που δόθηκε στο πλαίσιο μιας γραπτής συμφωνίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε επίσης ότι κατηγορούμενος 1 όφειλε να καταβάλλει τις υποσχόμενες αποδόσεις ανά εξάμηνο αλλά εντούτοις κατέβαλλε στον Επενδυτή 1 μικρότερα ποσά. Στη βάση αυτών των δεδομένων, καταλήγει ο ΜΚ1 ότι κατά τον χρόνο που οι κατηγορούμενοι λάμβαναν χρήματα από τον παραπονούμενο καθυστερούσαν ήδη τις πληρωμές στον Επενδυτή 1 και άρα γνώριζαν ότι δεν θα ήταν σε θέση να καταβάλουν τα ποσά που ο Παραπονούμενος δικαιούτο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ρηθείσας γραπτής συμφωνίας - Τεκμήριο 8 καθίσταται σαφές ότι σε αυτήν γίνεται αναφορά στο Παράρτημα 1 (Schedule 1) της συμφωνίας σε άλλο ποσό ως το ποσό του αρχικού κεφαλαίου και όχι στο ποσό που ανέφερε ο ΜΚ
- Περαιτέρω, οι αναφορές σε υποσχόμενες αποδόσεις ανά εξάμηνο και σε καταβολή μικρότερων ποσών από τα συμφωνημένα δεν υποστηρίζονται ούτε προκύπτουν από τη ρηθείσα συμφωνία. Ειδικότερα, στη συμφωνία - Τεκμήριο 8 δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε στο ύψος της απόδοσης, ούτε σε απόδοση συγκεκριμένων ποσών, ούτε σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής οποιωνδήποτε ποσών. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί μη τήρησης του χρονοδιαγράμματος καταβολής συμφωνημένων ποσών ή περί καταβολής μικρότερων ποσών δεν προκύπτουν, ούτε επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ούτε υπήρξε ισχυρισμός ότι η σύμβαση ήταν εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική. Ακόμα όμως και να ετίθετο ζήτημα καθυστέρησης στις πληρωμές σε σχέση με τον Επενδυτή 1 δεν εξηγείται για ποιο λόγο εξ αυτού και μόνο του γεγονότος ο ΜΚ1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν σε θέση οι Κατηγορούμενοι να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά στον Παραπονούμενο τη στιγμή μάλιστα που εν τέλει καταβλήθηκαν ποσά στον Επενδυτή 1 το ύψος των οποίων δεν διευκρινίστηκε, με τον ΜΚ1 να προβαίνει απλώς σε εικασία ότι επειδή τα ποσά που εν τέλει καταβλήθηκαν στον Επενδυτή 1 καταβλήθηκαν μετά την καταβολή των ποσών από τον Παραπονούμενο, ενδεχομένως, όπως το έθεσε ο ΜΚ1, να χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του Παραπονούμενου για να καταβάλουν χρήματα στον Επενδυτή
- Γεννάται βεβαίως σε αυτό το σημείο και το ακόλουθο εύλογο ερώτημα: Αν η εξαρχής πρόθεση των Κατηγορουμένων ήταν να μην τηρήσουν τα συμφωνηθέντα όπως επιδιώκεται να τους αποδοθεί για ποιο λόγο προέβηκαν εν τέλει σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού στον Επενδυτή 1; Σε ότι αφορά τον Επενδυτή 2 γίνεται αναφορά σε επένδυση δύο ποσών ύψους €735.294 και €366.
- Σε ότι αφορά το πρώτο ποσό αναφέρθηκε ότι τον Απρίλιο του 2014 καταβλήθηκε στον Επενδυτή 2 προς πλήρη διευθέτηση το ποσό €700.
- Σε ότι αφορά το δεύτερο ποσό για το οποίο κατατέθηκε γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 9) γίνεται αναφορά σε υποχρέωση απόδοσης σε μηνιαία βάση ποσού που αντιστοιχούσε στο 4% της επένδυσης και σε υποχρέωση επιστροφής μέχρι τις 4/8/2015 του ποσού της επένδυσης μαζί με τη συνολική συμφωνημένη απόδοση με τις όποιες πληρωμές ποσών να έλαβαν χώρα μεταγενέστερα της συμφωνίας με τον Παραπονούμενο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, καθίσταται σαφές ότι όχι μόνο δεν συνάδουν οι αναφορές του ΜΚ1 με το περιεχόμενο της ρηθείσας συμφωνίας αλλά περαιτέρω προκύπτει ότι επρόκειτο για μία συμφωνία δανείου η οποία μάλιστα συνάφθηκε μεταξύ του ίδιου του ΜΚ1 και του Επενδυτή 2, για άλλο ποσό χωρίς να είναι συμβαλλόμενο πρόσωπο οποιοσδήποτε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από τον ΜΚ
- Με άλλα λόγια, ισχυρίζεται παράβαση των συμφωνηθέντων μεταξύ του Επενδυτή 2 και των Κατηγορουμένων τη στιγμή που η συμφωνία που κατατέθηκε προς στοιχειοθέτηση των αναφορών του έχει άλλη φύση (πρόκειται για δανειακή σύμβαση) και φέρει ως συμβαλλόμενο μέρος τον ίδιο. Τέλος, σε ότι αφορά τον Επενδυτή 3 προβλήθηκε ότι αυτός επένδυσε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις το συνολικό ποσό των 245.000 δολαρίων Αμερικής και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 η σχετική συμφωνία που υπογράφηκε με την Κατηγορούμενη
- Πέραν του ότι τα ποσά που αναφέρονται από τον ΜΚ1 δεν συνάδουν με τις αναφορές στο συνολικό ποσό που αναφέρεται στα Παραρτήματα της ρηθείσας συμφωνίας όπου καταγράφεται συνολικό ποσό ύψους 250.000 δολαρίων Αμερικής, οι αναφορές του ΜΚ1 ότι η συμφωνία προέβλεπε ότι οι κατηγορούμενοι θα κατέβαλαν στον Επενδυτή 3 τα ποσά που δικαιούτο κάθε εξάμηνο και ότι η μοναδική φορά που καταβλήθηκε κάποιο ποσό ήταν τον Αύγουστο του 2016 όπου καταβλήθηκε ποσό ύψους 35.000 δολαρίων Αμερικής δεν υποστηρίζονται ούτε επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της συμφωνίας που επικαλείται. Στην πραγματικότητα, στη ρηθείσα συμφωνία δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε οποιαδήποτε χρονοδιαγράμματα, ούτε σε συγκεκριμένα ποσά που κατ' ισχυρισμό δικαιούτο να λάβει ο Επενδυτής
- Ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η συμφωνία ήταν εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική. Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων και επισημάνσεων καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι οι αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας στους τρεις
(3)άλλους επενδυτές υπήρξαν ασαφείς, γενικές, αόριστες και συγκεχυμένες και σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ασφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί σε αυτές προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Στην πραγματικότητα, κατέστη σαφές ότι οι αναφορές σε άλλους 3 επενδυτές έγιναν απλώς σε μια αποτυχημένη προσπάθεια των μαρτύρων κατηγορίας να στοιχειοθετήσουν εξ αρχής πρόθεση μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποσχέσεων που δόθηκαν περί επένδυσης των ποσών που καταβλήθηκαν. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο τι ήταν αυτό που εν τέλει συμφωνήθηκε μεταξύ της Κατηγορούμενης 2 και του Παραπονούμενου σε σχέση με το ύψος της απόδοσης ή το χρονικό διάστημα καταβολής των όποιων κερδών. Η επενδυτική συμφωνία που κατατέθηκε (Τεκμήριο 5) κάνει απλώς αναφορά στον διορισμό της Κατηγορούμενης 2 ως επενδυτικού αντιπροσώπου προκειμένου να προβαίνει σε όλες τις συναλλαγές που θεωρεί απαραίτητες προς τον σκοπό της επίτευξης των επενδυτικών στόχων σύμφωνα με τις οδηγίες (guidelines) του Παραρτήματος 2 (Schedule 2), χωρίς να υπάρχουν όμως τέτοιες οδηγίες και χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ως προς το σε τι συνίσταντο οι επενδυτικοί αυτοί στόχοι. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι η αναφορά στα Παραρτήματα 1 και 2 της συμφωνίας Τεκμήριο 5 σε Target yield (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά: απόδοση στόχου) είναι κενή και δεν έχει συμπληρωθεί. Ακόμα και ο ίδιος ο Παραπονούμενος στη μαρτυρία του δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τι είναι αυτό που ακριβώς συμφωνήθηκε με την Κατηγορούμενη 2 λέγοντας απλώς στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Γ (β)) ότι η Κατηγορούμενη 2, μέσω του Κατηγορούμενου 1 είχε την υποχρέωση να επενδύει τα χρήματα σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα με τη μέγιστη χρηματοοικονομική απόδοση με σκοπό να του αποφέρει σημαντικά κέρδη, χωρίς να εξειδικεύει αυτούς τους ισχυρισμούς και χωρίς αυτοί να επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψαν επίσης αμφιβολίες και σε σχέση με τον ακριβή ρόλο του ΜΚ1 ο οποίος σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο απλώς μεσολαβούσε για να εντοπίσει επενδυτές χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη ανάμιξη ή ρόλο στα των επενδύσεων. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 15 που είναι τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά συνάντησης που έλαβε χώρα μεταξύ του ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου 1, ο ΜΚ1 όλως παραδόξως αναφέρεται στους επενδυτές ως πελάτες του ίδιου. Ειδικότερα, στη συνομιλία που φαίνεται να είχαν μεταξύ τους υποβάλλει την ακόλουθη ερώτηση στον Κατηγορούμενο 1: «My clients are asking the date of payment» με τον Κατηγορούμενο 1 να απαντά: «Tell them on December 10 and that's it». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις και επισημάνσεις κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναιρούν την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης εκ μέρους των κατηγορουμένων και ειδικότερα την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης της κατηγορούμενης 2 να μην εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Παραπονούμενου. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που να συναρτώνται προς την υποκειμενική πρόθεση καταδολίευσης που να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κενά, αδυναμίες και ασάφειες καθίσταται σαφές ότι στην προκείμενη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2, κατ' ισχυρισμό μη τήρησης των συμφωνηθέντων συμπέρασμα εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης της Παραπονούμενης εκ μέρους των Κατηγορουμένων. Περαιτέρω, ακόμα και να γινόταν αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος 1 προέβη εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2 στο πλαίσιο της πρώτης συνάντησης του με τον Παραπονούμενο σε ψευδείς παραστάσεις - για τις οποίες όπως ανέφερα πιο πάνω καταδείχθηκε μέσα από τη μαρτυρία ότι ακόμα και αν έγιναν κατά την πρώτη συνάντηση στη συνέχεια διαψεύσθηκαν προτού παραδώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ο Παραπονούμενος στην Κατηγορούμενη 2 και προτού λάβει την απόφαση να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη 2 - ακόμα και σε μία τέτοια περίπτωση, δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι οι ψευδείς παραστάσεις ήταν αυτές που ώθησαν (induced) τον Παραπονούμενο να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη 2 και να αποξενωθεί τα χρήματα του. Και τούτο προκύπτει από τα ακόλουθα: Από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό κατέστη σαφές ότι είναι ότι είναι ο Παραπονούμενος ο οποίος αναζήτησε συνάντηση με τον Κατηγορούμενο 1 και αποτάθηκε ουσιαστικά στον Κατηγορούμενο 1 για να συζητήσουν για το επενδυτικό σχέδιο αφού πρώτα του δόθηκε από τον ΜΚ1 το ενημερωτικό - διαφημιστικό έντυπο Τεκμήριο
- Και αυτό έχει τη σημασία του καθότι όταν αυτός συναντούσε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο 1 και του έκανε τις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις ο ίδιος είχε ήδη από προηγουμένως στην κατοχή του το Τεκμήριο 4 το οποίο περιείχε σαφείς και ξεκάθαρες αναφορές σε σχέση με τους υφιστάμενους κινδύνους και ρίσκα, ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω. Δεν ήταν η θέση του Παραπονούμενου ότι δεν μελέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 όταν ο ίδιος συναντούσε τον Κατηγορούμενο
- Αντίθετα, ήταν η θέση του ότι ήταν κατόπιν μελέτης του Τεκμηρίου 4 που αποφάσισε να έρθει σε επαφή με τον Κατηγορούμενο
- Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος όπως ο ίδιος ανέφερε, όταν κατ' ισχυρισμό ο Κατηγορούμενος 1 του έκαμε αυτές τις προφορικές διαβεβαιώσεις αυτός εξακολουθούσε να έχει αμφιβολίες εξου και ζήτησε χρόνο να το σκεφτεί με τον ίδιο να παρουσιάζεται να λαμβάνει την απόφαση του να προβεί στις επίδικες επενδύσεις όταν σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα του δόθηκαν οι επίδικες συμφωνίες Τεκμήριο 5 και 6 οι οποίες του αναίρεσαν οποιαδήποτε αμφιβολία είχε σε σχέση με την επιτυχία του εν λόγω εγχειρήματος και το λεκτικό των οποίων, κατά τη θέση του ΜΚ2, επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου 1 περί εγγυημένων ποσών επένδυσης και κερδών και οι οποίες αποτελούσαν τις γραπτές εξασφαλίσεις που αναζητούσε προκειμένου να προχωρήσει. Είναι λοιπόν σαφές ότι από τα ίδια τα λεγόμενα του Παραπονούμενου ότι δεν ήταν οι όποιες προφορικές παραστάσεις που κατ' ισχυρισμό του έκανε ο Κατηγορούμενος 1 κατά την πρώτη τους συνάντηση που τον ώθησαν να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη 2 αλλά το περιεχόμενο των εγγράφων που του δόθηκαν (ήτοι τα Τεκμήρια 4, 5 και 6) που αποτελούσαν σύμφωνα με τη δική του αντίληψη τις γραπτές εξασφαλίσεις που ο ίδιος αναζητούσε προκειμένου να προχωρήσει. Με άλλα λόγια, από τα λεγόμενα του προκύπτει ότι ο ίδιος αναζητούσε γραπτές εξασφαλίσεις αφού προφανώς δεν πείστηκε από τα όσα κατ' ισχυρισμό του λέχθηκαν στην πρώτη τους συνάντηση προκειμένου να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη
- Κατέστη επίσης σαφές ότι ο Παραπονούμενος μελετώντας τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 που, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, καμία αναφορά έκαναν σε δήθεν εγγυημένο κεφάλαιο και κέρδη παρά την πεπλανημένη αντίληψη του Παραπονούμενου, άσκησε και στηρίχθηκε στη δική του κρίση αποφασίζοντας να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη
- Δεν έχει επίσης καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι εφάρμοσαν οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Ο Παραπονούμενος είχε στη διάθεση τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 τα οποία ο ίδιος αξιολόγησε και ασκώντας τη δική του κρίση αποφάσισε ότι του παρείχαν τα εχέγγυα και εξασφαλίσεις που αναζητούσε προκειμένου να συμβληθεί με την Κατηγορούμενη
- Σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής καθίσταται έκδηλο από τις πρόνοιες του άρθρου 255
(1)του Ποινικού Κώδικα ότι, ανεξάρτητα του τρόπου που ο κατηγορούμενος απέκτησε μια περιουσία από τον ιδιοκτήτη της, σε κάθε περίπτωση, για να κριθεί ότι έκλεψε τούτη, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι την απέκτησε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της. Η πρόνοια στο άρθρο 255
(2)(α)(
- i)(iii) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 ότι «ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να: (
- i)αποκτά κατοχή με τέχνασμα και (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο», σχετίζεται κατά την γνώμη μου αποκλειστικά και μόνο με τον τρόπο απόκτησης της περιουσίας και δη την μέθοδο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να την αποκτήσει και δεν διαφοροποιεί το δεδομένο, ως τούτο εξάλλου προκύπτει αβίαστα από τις πρόνοιες του άρθρου 255
(1)του Κεφ. 154, ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου στο αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποδείξει, μεταξύ άλλων, και ότι η απόκτηση της περιουσίας από τον κατηγορούμενο έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Διαφορετική ερμηνεία και δη ερμηνεία με την οποία θα θεωρείτο ότι ο νομοθέτης με τη συμπερίληψη των φράσεων «τέχνασμα» ή «πλάνης» σκοπούσε με τις πρόνοιες του άρθρου 255
(2)(α)(i) και (iii) ειδικότερα, να ποινικοποιήσει την απόκτηση περιουσίας από τρίτο με την συναίνεση του ιδιοκτήτη της, η οποία όμως συναίνεση δόθηκε κατόπιν κάποιου τεχνάσματος ή πλάνης από τον κατηγορούμενο, δεν είναι ορθή κατά την γνώμη μου. Και τούτο, για δυο λόγους: Πρώτο γιατί, θα ήταν αναμενόμενο σε μια τέτοια περίπτωση, ο νομοθέτης να συμπεριελάμβανε ειδική πρόνοια στο άρθρο 255
(2)του Κεφ. 154, με την οποία να προνοεί ότι αν η απόκτηση της περιουσίας λαμβάνει χώρα δια τεχνάσματος ή πλάνης, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξη από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, του αδιαμφισβήτητου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κλοπής ως τούτο προκύπτει αβίαστα από τις πρόνοιες του άρθρου 255
(1)του Ποινικού Κώδικα και δη ότι η απόκτηση της περιουσίας γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη της και δεύτερο γιατί, θα αναδυόταν πλέον το ερώτημα, ως προς το τι εξυπηρετούν οι πρόνοιες των άρθρων 298 και 300 του Κεφ.154, με τις οποίες, ο νομοθέτης ποινικοποιεί ακριβώς την απόκτηση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και τέχνασμα, ανεξάρτητα της συναίνεσης ή μη του ιδιοκτήτη της. Από το 2006 δε, συνεπεία σχετικής τροποποίησης (τροποποιητικός νόμος 18
(1)/2006) τα αδικήματα που προνοούνται με τα άρθρα 298 και 300 του Νόμου, είναι σοβαρότερα του υπό εξέταση αδικήματος, μιας, και η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης 5 ετών, σε αντιδιαστολή με την προβλεπόμενη στο άρθρο 262 του Κεφ. 154, τριετή ποινή φυλάκισης, για το αδίκημα της κλοπής. Εν προκειμένω, η όλη εκδοχή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δεν ήταν ότι το ποσό των 940.000 δολαρίων Αμερικής δόθηκε χωρίς τη συναίνεση του Παραπονούμενου αλλά ότι οι επίδικες συμφωνίες στο πλαίσιο των οποίων καταβλήθηκε το ποσό των 940.000 δολαρίων Αμερικής συνήφθησαν στη βάση ψευδών διαβεβαιώσεων ότι το κεφάλαιο της επένδυσης ως επίσης και τα κέρδη ήταν εγγυημένα. Με άλλα λόγια, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο Παραπονούμενος έδωσε το πιο πάνω ποσό στην Κατηγορούμενη 2 εν γνώση του τι πραγματικά έπραττε και συναινετικά. Και τούτο ανεξάρτητα του λόγου που τον οδήγησε στο να παραδώσει αυτό το ποσό, ενέργεια για την οποία, μάλιστα, αισθανόταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, σιγουριά. Πέραν και ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης, στη βάση της αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν έχουν εν προκειμένω τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που να συναρτώνται προς την υποκειμενική πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως των χρημάτων που δόθηκαν στην Κατηγορούμενη 2. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Σε ότι αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 1 και εναντίον του Παραπονούμενου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι από την 24η/11/2022 και εντεύθεν όπου ο Κατηγορούμενος 1 εμφανιζόταν και χειριζόταν την υπόθεση αυτή αυτοπροσώπως, αυτός δικαιούται σε επιδίκαση μόνο τυχόν πραγματικών εξόδων.[31] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ως Έγγραφο Α κατατέθηκε η γραπτή δήλωση του ΜΚ1 στην Ρωσική γλώσσα. [3] Ως Έγγραφο Γ (α) κατατέθηκε η γραπτή δήλωση του ΜΚ2 στην Ρωσική γλώσσα. [4] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [5] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [6] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [7] 297 - Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. [8] 298
(1)- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. [9] Βλ. σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παραγρ. 5.6 σελ. 328. [10] Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119 [11] βλ. επίσης την Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). [12] (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289. [13] R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121 [14] βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524), Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ.
- [15] R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132 και Mitskevich v. F & T Investments Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 182/2018 ημ. 20/03/
- [16] βλ. επίσης Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v Σιεγγέρη κ.α., Ποινική Έφεση 121/2014, 16/12/2016 με αναφορά στην R v Sullivan, 30 Cr App R 132 και Police v Petrou
(1971)12 JSC 1524, 1526 - 1527) [17] βλ. Harris's Criminal Law (19th edn Sweet & Maxwell, London 1954), σελ. 348, με αναφορά στην R v Roebuck, D & B
- [18] βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed. Paras. 334 -
- [19] Βλ. Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed. σελ. 383,
- [20] Βλ. και το σύγγραμμα του W. Hawkins "A Treatise of the Pleas of the Crown" 8th ed. 1824, Vol. 1 Criminal Offences σελ. 318 - 319 όπου το αδίκημα της απάτης χαρακτηρίστηκε ότι συνίσταται σε: «[.] deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty». Αναφέρεται επίσης στο ίδιο σύγγραμμα ότι: «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false presence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie». [21] Στην αγγλική νομολογία το αδίκημα της απάτης συναντάται να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές προς το κοινό οι οποίες σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες (Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Βλ. επίσης το σύγγραμμα Harris's Criminal Law,
(1968)21η έκδοση, σελ. 496 όπου αναφέρεται ότι: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article». [22] Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Ανδρονίκου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [23] Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14. [24] 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. [25] Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382 Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, ΚΟΥΜΠΑΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/5/2020 R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466 [26] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [27] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [28] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [29] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [30] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [31] Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1996)1 ΑΑΑ 111, Βούρος κ.α. ν. Τεγγεράκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 485).ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥΣΑΤΣ), ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.152/13, 28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:C273 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο