ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. COFFEEDOSE LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2764/19, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2764/19 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και 1. COFFEEDOSE LTD 2. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Κληρίδης για ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εφτά
(7)κατηγορίες έκαστος οι οποίες εδράζονται στις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 και στον Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000, Ν. 100(I)/2000. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 στο πλαίσιο των οποίων κατηγορείται για μη πληρωμή μηνιαίου μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35 (I)/2007). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1, αυτή δεν κατέβαλε στην εργοδοτούμενή της τον μισθό της για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι Σεπτέμβριο του
- Ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 10 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 ώστε να μην καταβάλει στην εργοδοτούμενή της τον μισθό της για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι και Σεπτέμβριο του
- Περαιτέρω, και οι δύο Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 11 και 12 στο πλαίσιο των οποίων κατηγορούνται για παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου που απαιτείται να παρουσιάσουν κατά παράβαση των άρθρων 12, 17 και 20
(4)(γ) του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35(I)/2007) και των άρθρων 2 και 10 (Στ) του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμου του 2000 (Ν. 100(I)/2000). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των ρηθείσων κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι από τις 10/12/2018 μέχρι 28/01/2019 δεν παρουσίασαν στο Επαρχιακό Γραφείο εργασιακών σχέσεων Λευκωσίας αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών της υπαλλήλου τους όπως τους είχαν ζητηθεί, καθώς επίσης αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης της υπαλλήλου τους όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο επιθεωρητή. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Πρόκειται για την κα Ολίβια Τόνια Αντωνίου επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων (ΜΚ1) και την κα Αλεξάνδρα Τσιούπα (ΜΚ2). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Προτού προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να σημειώσω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από αμφότερους τους συνήγορους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
- Η Κατηγορούμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη στο αρχείο του Έφορου Εταιρειών.
- Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης
- Την περίοδο από τον Μάιο του 2018 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018 η κα Αλεξάνδρα Τσιούπα ήταν εργοδοτούμενη στην Κατηγορούμενη
- Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται από το 2013 στη θέση της επιθεωρήτριας εργασιακών σχέσεων στο τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σύμφωνα με την ΜΚ1, τα κύρια καθήκοντα της συνίστανται σε επιθεωρήσεις, καταγραφή και επίλυση παραπόνων από το κοινό και παροχή πληροφοριών σε ότι αφορά την εργατική νομοθεσία σε εργοδότες αλλά και σε εργοδοτούμενους. Πρόσθεσε ότι είναι η λειτουργός στην οποία ανατέθηκε η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Α). Στις 06/11/2018 το γραφείο τους έλαβε ηλεκτρονικά παράπονο από την κα Τσιούπα εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και
- Η κα Τσιούπα εργάσθηκε στην Κατηγορούμενη 1 από τις 14/05/2018 μέχρι τις 30/09/2018 και εκτελούσε καθήκοντα barista. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, στο παράπονό της η κα Τσιούπα δήλωσε ότι ο εργοδότης της της όφειλε δεδουλευμένα για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε συνολικού ύψους €3.
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της η ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 10/12/2018 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία τους στην παρουσία του Κατηγορούμενου 2 και του δικηγόρου του καθώς και της εργοδοτούμενης μέσω ανοικτής ακρόασης. Στη ρηθείσα συνάντηση αναφέρθηκαν οι θέσεις και των δύο πλευρών σε μία προσπάθεια να βρεθεί συναινετική λύση και στο τέλος της συνάντησης έγινε εισήγηση προς την εργοδοτική πλευρά όπως έρθει με πρόταση προς την Παραπονούμενη προς επίλυση της διαφοράς. Στις 18/12/2018 σε τηλεφωνική επικοινωνία της ΜΚ1 με τον δικηγόρο του εργοδότη της ανέφερε ότι ο διευθυντής και Κατηγορούμενος 2 εμμένει στις θέσεις του και ότι δεν υπάρχει κάποια απόδειξη για τις πληρωμές του μισθού της εργοδοτούμενης πέραν των καταστάσεων αποδοχών (payslips) που είχαν προσκομιστεί στις 14/12/2018 και οι οποίες δεν είναι υπογεγραμμένες από την εργοδοτούμενη. Όπως περαιτέρω αναφέρει η ΜΚ1, στις 21/01/2019 αποστάληκε επιστολή προς την εργοδοτική πλευρά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με διορία μίας εβδομάδας για καταβολή του ποσού που εκκρεμούσε προς την εργοδοτούμενη και προσκόμιση σχετικών αποδείξεων. Ταυτόχρονα, γνωστοποιήθηκε στον διευθυντή ότι σε περίπτωση μη καταβολής των δεδουλευμένων και μη προσκόμισης των στοιχείων που είχαν ζητηθεί, υπάρχει το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης. Μέχρι και τις 28/01/2019 δεν καταβλήθηκαν τα ποσά που εκκρεμούσαν και δεν προσκομίστηκαν στο τμήμα τους τα έγγραφα που είχαν ζητηθεί και ως εκ τούτου, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αποφάσισε να προχωρήσει στην καταχώριση ποινικής δίωξης. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της ανέφερε ότι αυτό το οποίο είχε αντιληφθεί κατά τη συνάντηση που έγινε μεταξύ των δύο πλευρών είναι ότι δεν υπήρχε σύγκλιση απόψεων, η μεν εργοδοτούμενη επέμενε στη θέση της ότι δεν της είχε καταβληθεί μισθός και ο δε εργοδότης και ο δικηγόρος του είχαν αναφέρει ότι είχαν καταβληθεί κάποια ποσά αλλά δεν είχαν σχετικές αποδείξεις για να παρουσιάσουν. Κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφο του παραπόνου που είχε υποβληθεί από την εργοδοτούμενη (Τεκμήριο 1), επιστολή προς την εργοδοτική πλευρά με την οποία το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων την καλούσε να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά στην Παραπονούμενη (Τεκμήριο 3) καθώς και δέσμη φύλλων μισθοδοσίας για τους μήνες Μάιο του 2018 μέχρι Σεπτέμβριο του 2018 (Τεκμήριο 4). Ερωτηθείσα να σχολιάσει τη διαφορά μεταξύ του μισθού που καταγράφεται στα φύλλα μισθοδοσίας ύψους €500 και του ποσού που καταγράφεται στο κατηγορητήριο ανέφερε ότι το ποσό των €800 είχε αναφερθεί τόσο στο παράπονο που έκανε η εργοδοτούμενη όσο και στη συνάντηση που είχαν στα γραφεία τους, με την εργοδοτούμενη να ισχυρίζεται ότι ο μισθός της ήταν στα €800 και ο εργοδότης στα €500 παραθέτοντας τα φύλλα μισθοδοσίας που παρουσίασε. Πρόσθεσε ότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε συμβόλαιο απασχόλησης και μετά από έλεγχο που προέβη στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ποσό που ήταν δηλωμένη η εργοδοτούμενη για τον μήνα Μάιο του 2018 μέχρι Σεπτέμβριο του 2018 ανέρχεται στα €
- Ανέφερε ότι το ποσό αυτό δηλώνεται από τον εργοδότη και με βάση την πείρα της πολλές φορές, ο εργοδοτούμενος δεν γνωρίζει τι έχει δηλωθεί στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ανέφερε επίσης ότι το μόνο που έχει προσκομιστεί από την πλευρά των Κατηγορουμένων είναι τα φύλλα μισθοδοσίας Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη, κληθείσα να σχολιάσει το ποσό ύψους €6.000 που αναφέρεται στο παράπονο που υπέβαλε ηλεκτρονικά η Παραπονούμενη όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι το ποσό αυτό συμπεριλάμβανε και υπερωρίες πλην όμως για να μπορέσουν να εξετάσουν υπερωρίες θα έπρεπε να είχαν στοιχεία ότι όντως υπάρχουν υπερωρίες και ενόψει του ότι η εργοδοτούμενη δεν είχε τα στοιχεία αυτά της αναφέρθηκε ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν για το κομμάτι των υπερωριών. Σε σχετική υποβολή ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή από τους Κατηγορούμενους προς την Παραπονούμενη η ΜΚ1 ανέφερε ότι από τη στιγμή που δεν είχε αποδείξεις ότι καταβλήθηκαν τα ποσά ή μέρος των ποσών έπρεπε να προχωρήσει στη διερεύνηση του παραπόνου αφού δεν είχε λάβει κάτι που να τεκμηριώνει ότι λήφθηκε αυτό το ποσό. Σε σχετική υποβολή ότι η καταγγελία έγινε από την εργοδοτούμενη εκδικητικά επειδή είχε διαφορές σε προσωπικό επίπεδο με τον Κατηγορούμενο 2, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο και σε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε η Παραπονούμενη ζήτησε είτε από την εταιρεία είτε από τον Κατηγορούμενο 2 οποιοδήποτε ποσό ανέφερε ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει οτιδήποτε επί τούτου. Περαιτέρω, σε σχετική υποβολή ότι δεν είχε συμφωνηθεί ποτέ οποιοσδήποτε σταθερός μισθός για κανένα άτομο που εργαζόταν στην εταιρεία ανέφερε ότι αυτό που η ίδια γνωρίζει είναι ότι με βάση τη νομοθεσία θα πρέπει να υπάρχουν συμβόλαια, γραπτοί όροι εργοδότησης στα οποία να αναφέρονται οι μισθοί και οι άλλοι όροι εργοδότησης. Η ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι αυτήν τη στιγμή μένει στη Θεσσαλονίκη και είχε επισκεφθεί παλαιότερα την Κύπρο για δουλειά. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι είχαν συνεργαστεί παλαιότερα όταν ήρθε στην Κύπρο και ήταν ζευγάρι για κάποια χρόνια. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε ανοίξει καφετέρια και δούλευαν μαζί. Ερωτηθείσα σε σχέση με το παράπονό της στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ανέφερε ότι ο εργοδότης της για όσο καιρό εργαζόταν στην καφετέρια δεν της κατέβαλε τον μισθό της και αναγνώρισε το παράπονο που υπέβαλε - Τεκμήριο
- Πρόσθεσε ότι δεν είχε υπογράψει κάποιο συμβόλαιο και πως είχαν συμφωνήσει ότι ο μισθός της θα ήταν στα €800 και πως η ίδια εργάστηκε από τα μέσα Μαΐου 2018 μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου 2018 χωρίς να έχει πληρωθεί οτιδήποτε. Ερωτηθείσα πώς διαβιούσε χωρίς να πληρώνεται, ανέφερε ότι είχε τους γονείς της που τη στήριζαν και επειδή πριν ξεκινήσει την εργασία της στην καφετέρια δούλευε σε ένα ζαχαροπλαστείο στη Λευκωσία για ένα χρονικό διάστημα είχε χρήματα στην άκρη. Ερωτηθείσα γιατί συνέχισε να δουλεύει εκεί αφού δεν πληρωνόταν ανέφερε ότι έβλεπε ότι δεν είχε πολλά έσοδα το μαγαζί και προσπάθησε να στηρίξει τον Κατηγορούμενο 2 όσο μπορούσε αλλά αργότερα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αντιλήφθηκε πως δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Όταν της υποδείχθηκαν τα φύλλα μισθοδοσίας Τεκμήριο 4 ανέφερε πως δεν τα έχει ξαναδεί και δεν συμφωνεί ότι ο μισθός της ήταν €
- Η ίδια κατέθεσε αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με την επίδικη περίοδο (Τεκμήριο 5). Τέλος, ανέφερε ότι μετά την υποβολή του παραπόνου της δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον εργοδότη της. Αντεξεταζόμενη, ερωτηθείσα σε σχέση με το ποσό των €6.000 που καταγράφεται στο παράπονό της Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι δεν τα είχε ίσως υπολογίσει σωστά και πως ο μισθός της ήταν €800 μηνιαίως με το ποσό των €6.000 που κατέγραψε στο παράπονό της να είναι προφανώς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, λάθος υπολογισμός της. Συμφώνησε ότι κατά τη διάρκεια που ήταν στην Κύπρο ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 και συζούσαν ενώ αρνήθηκε ότι η διευθέτηση που είχαν ήταν ότι αφού συζούσαν και ήταν σε σχέση και καθημερινά ήταν στην καφετέρια, για ό,τι χρειάζονταν θα έπαιρναν λεφτά από το ταμείο για την εξυπηρέτησή τους. Πρόσθεσε ότι η σχέση της με τον Κατηγορούμενο 2 μέσα στο μαγαζί ήταν καθαρά σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου και πως ουδέποτε πήρε χρήματα από το ταμείο παρά μόνο κάποια tips. Σε σχετική υποβολή ότι πριν φύγει από την Κύπρο πήρε από το ταμείο €3.000 και για τούτο έγινε καταγγελία στην Αστυνομία για κλοπή, ανέφερε ότι αυτή είναι μία ψευδής μαρτυρία ενώ σε σχετική υποβολή ότι η καταγγελία έγινε για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο 2 και αφού έφυγε από την Κύπρο μετά που χώρισαν ανέφερε ότι η σχέση της με τον Κατηγορούμενο 2 δεν είχε να κάνει με τη σχέση εργοδότησης που υπήρχε. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 για 8 χρόνια και είχαν συμφωνήσει ότι θα άνοιγε το κατάστημα στην Κύπρο με την ίδια να είχε ξεκινήσει δουλειά στην Κύπρο από προηγουμένως για να έχει δικά της έσοδα και αργότερα, όταν άνοιξε το κατάστημα άφησε τη δουλειά της και ξεκίνησε δουλειά στο κατάστημα του Κατηγορούμενου
- Στην Κύπρο είχε έρθει από τον Δεκέμβριο του 2017 και από τον Ιανουάριο του 2018 εργαζόταν σε ζαχαροπλαστείο οπόταν και ξεκίνησαν οι αποδοχές της παραπέμποντας προς τούτο στο Τεκμήριο
- Σε σχετική υποβολή ότι το ποσό που διεκδικεί δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και πως το ίδιο το Τεκμήριο 5 το υποδεικνύει ανέφερε ότι από την αρχή είχε μιλήσει για €800 μισθό. Ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο από το 2017 και από τις 16/05/2018 μέχρι και το 2020 ήταν και ο ίδιος υπάλληλος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως διευθυντής της εταιρείας. Με την Παραπονούμενη ΜΚ2 ήταν σε σχέση για περισσότερο από 10 χρόνια και το 2018 ήρθε στην Κύπρο, συγκατοίκησαν και εργάζονταν και οι δύο στην Κατηγορούμενη 1 σχεδόν καθημερινά. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2 δεν είχε κανένας συμβόλαιο με την εταιρεία αφού ήταν κοινή εξήγηση μεταξύ τους ότι και οι δύο θα βοηθούσαν στην καφετέρια και ό,τι έβγαζε το ταμείο θα το χρησιμοποιούσαν για τα καθημερινά τους έξοδα και πως δεν υπήρχε συμφωνημένος προκαθορισμένος μισθός για τον ίδιο και τη ΜΚ
- Σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο 2, τα όσα δήλωναν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ήταν τα βασικά για να δηλωθεί ως ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα για τον καθένα από αυτούς αφού εργάζονταν στην εταιρεία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του Κατηγορούμενου 2 αυτός ανέφερε ότι η ΜΚ2 ήταν υπεύθυνη για το ταμείο και ήταν αυτή που έπαιρνε τα λεφτά καθημερινά και τα πήγαινε στο σπίτι για να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Ενώ είχαν την πιο πάνω διευθέτηση με τη ΜΚ2 ο ίδιος μετέβη στο εξωτερικό για ένα γάμο που είχε και επέστρεψε τον Οκτώβριο του 2018 όπου βρήκε το σπίτι που συγκατοικούσαν διαλυμένο, το αυτοκίνητό του κατεστραμμένο και τα λεφτά που υπήρχαν στο ταμείο της καφετέριας ύψους €3.000 να απουσιάζουν από αυτό. Ο ίδιος αποδίδει την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά της ΜΚ2 σε ψευδείς πληροφορίες που έλαβε από τρίτο πρόσωπο σε σχέση με κατ' ισχυρισμό ερωτικές περιπτύξεις του ίδιου με το τρίτο αυτό πρόσωπο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του Κατηγορούμενου 2 στο εξωτερικό. Αναφερόμενος στην επιστολή που έλαβε από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων - Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, του ζητά πράγματα τα οποία δεν προνοεί ο ίδιος ο νόμος και πως ο ίδιος έκανε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον της ΜΚ2 χωρίς όμως να γνωρίζει τι έγινε με την καταγγελία και ούτε έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση ως προς την πορεία της υπόθεσης. Πρόσθεσε ότι όλη την περίοδο που ήταν μαζί με τη ΜΚ2 όλα τα έξοδα πληρώνονταν από το ταμείο της καφετέριας και πως σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να μπορεί να αποφασίζει ποιος θα πληρωθεί και τι να πληρωθεί από την εταιρεία αφού η ΜΚ2 κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ενημερώθηκε προηγουμένως ότι η ΜΚ2 είχε τέτοιο παράπονο και η πρώτη φορά που άκουσε κάτι τέτοιο ήταν όταν καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος δήλωσε την ΜΚ2 ως υπάλληλο στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όπως δήλωσε και το δικό του πρόσωπο αλλά και τον ντελιβερά του όπως ανέφερε, από την πρώτη μέρα λειτουργίας του μαγαζιού το οποίο άνοιξε στις 16 Μαΐου του
- Ανέφερε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του είπαν ότι έπρεπε να ασφαλίσει τον υπάλληλό του και δήλωσε τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα χωρίς οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις να του ζητήσουν να παρουσιάσει οποιοδήποτε συμφωνητικό έγγραφο. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν είχαν προκαθορισμένο μισθό αφού ότι έβγαζαν ημερησίως το χρησιμοποιούσαν για να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους και ότι περίσσευε το κράταγαν και αυτή ήταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η συμφωνία τους. Σε ότι αφορά το ποσό που δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, κληθείς να αναφέρει ποιος αποφάσισε το ύψος αυτού του ποσού ανέφερε ότι ήταν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις που του είπαν πως πάνε τα πράγματα. Όταν ρωτήθηκε εάν του είπαν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις ποιον μισθό να δηλώσει απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι απλώς έβαλε τον κατώτατο μισθό μέχρι να δουν πώς θα πήγαινε η κατάσταση με το μαγαζί. Σε περαιτέρω ερώτηση που του υποβλήθηκε συμφώνησε ότι ήταν αυτός που αποφάσισε το ποσό που δήλωσε τη ΜΚ2 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ερωτηθείς σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό καταγγελία που υπέβαλε και ειδικότερα κληθείς να αναφέρει κατά πόσο ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει τι γίνεται με την έρευνα της υπόθεσης, ανέφερε ότι είχε βάλει τον δικηγόρο του και το έψαξαν και στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε εκ νέου κατά πόσο από τότε που έκαμε την κατ' ισχυρισμό καταγγελία ζήτησε να μάθει οτιδήποτε για την έρευνα της Αστυνομίας ανέφερε ότι δεν έκανε κάτι, δεν μπορούσε να παίρνει τηλέφωνο και του είπαν ότι θα το διευθετούσαν και πως ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Ερωτηθείς να αναφέρει κατά πόσο έχει οποιεσδήποτε αποδείξεις ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στη ΜΚ2 ανέφερε ότι έχει αποδείξεις ότι διέμεναν στο ίδιο σπίτι και πως στην ουσία έπαιρναν χρήματα από το ταμείο και έπαιρνε ο καθένας όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «αυτό που του αρμόζει».[2] Ερωτηθείς κατά πόσο συμφωνεί ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε μισθό στη ΜΚ2 ανέφερε ότι έπαιρνε από μόνη της από το ταμείο όσα ήθελε, πότε €50, άλλοτε €100 και άλλοτε €200 ενώ κληθείς να αναφέρει κατά πόσο έχει κατεγεγραμμένα και κατά πόσο υπάρχουν αποδείξεις σε σχέση με τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό έπαιρνε από το ταμείο ανέφερε ότι ήταν οι λογαριασμοί που πληρωνόντουσαν. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, σε σχετική υποβολή ότι δεν έχει οποιεσδήποτε αποδείξεις να παρουσιάσει για την καταβολή των μισθών της ΜΚ2 απάντησε ότι συμφωνεί σε αυτό. Τέλος, σε σχετική υποβολή ότι το ποσό που διεκδικεί η ΜΚ2 δεν της καταβλήθηκε και συνεχίζει να οφείλεται ανέφερε ότι δεν μπορεί να το διαθέσει το ποσό που ζητά η ΜΚ2 και πως δεν θα το κάνει για την ακρίβεια, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να καταβάλει κανένα ποσό στη ΜΚ2 με ότι αυτό συνεπάγεται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Η ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Μετέφερε στο Δικαστήριο με κατατοπιστικό τρόπο τις διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της από τη διερεύνηση την οποία πραγματοποίησε και ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με το παράπονο της ΜΚ
- Έδωσε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις της είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε. Εκεί όπου δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Ούτε όμως επιχείρησε να εκφράσει άποψη ή να λάβει θέση αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής της γνώσης και εμπλοκής όπως ήταν για παράδειγμα οι κατ' ισχυρισμό προσωπικές διαφορές μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και της ΜΚ2 και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της επιχείρησε να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την εικόνα της μαρτυρίας που εξασφάλισε. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η ΜΚ2 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ2 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΚ2 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και η μαρτυρία της δεν έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης της. Οι αναφορές της ότι είχε έρθει από προηγουμένως στην Κύπρο και είχε εξεύρει εργασία πριν εργοδοτηθεί στην καφετέρια που άνοιξε ο Κατηγορούμενος 2 επιβεβαιώνονται και από την αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ήταν επίσης σταθερή και σαφής στις τοποθετήσεις της ότι η όποια προσωπική της σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εργασία της μέσα στην καφετέρια στην οποία, όπως η ίδια ανέφερε, η σχέση της με τον Κατηγορούμενο 2 ήταν σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διευθέτηση με τον Κατηγορούμενο 2 ως προς το ότι θα λάμβαναν χρήματα από το ταμείο της καφετέριας για να εξυπηρετούνται. Σαφής και σταθερή ήταν και στην τοποθέτηση της ότι παρέμεινε στην καφετέρια και συνέχισε να εργάζεται εκεί παρά το ότι δεν της πληρωνόταν ο μισθός της επειδή έβλεπε ότι δεν είχε πολλά έσοδα η καφετέρια με την ίδια να προσπαθεί όσο μπορεί να στηρίξει αυτό το νέο εγχείρημα του Κατηγορούμενου 2 και με την ίδια να αντιλαμβάνεται στην πορεία ότι δεν μπορούσε να συνεχισθεί αυτή η κατάσταση. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ2 και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστη μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι η ΜΚ2 ήταν αξιόπιστη, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με το ύψος του συμφωνηθέντος μισθού της στο πλαίσιο της εργοδότησης της από την Κατηγορούμενη 1.[7] Η ίδια ισχυρίσθηκε ότι ο μισθός που είχε συμφωνηθεί ανερχόταν στα €800 πλην όμως αυτή η αναφορά της δεν υποστηριζόταν από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της και τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η ίδια είχε στην κατοχή της και κατέθεσε ως Τεκμήριο αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου για το έτος 2018 (Τεκμήριο 5) στην οποία καταγράφεται ότι οι πραγματικές αποδοχές της για τους μήνες που εργάσθηκε στην Κατηγορούμενη 1 ανέρχονταν στο ποσό των €
- Προκύπτει ότι η ίδια είχε γνώση του ποσού που δηλωνόταν στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον εργοδότη της, Κατηγορούμενη 1, πλην όμως ουδέποτε φαίνεται ότι είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι δεν δηλώνονταν από τον εργοδότη της οι πραγματικές της αποδοχές, ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία της. Δεν είναι εδώ η περίπτωση την οποία περιέγραψε η ΜΚ1 στη μαρτυρία της η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ότι στις πλείστες περιπτώσεις οι εργοδοτούμενοι δεν γνωρίζουν ποιο ποσό δηλώνεται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από τον Εργοδότη τους. Στην προκείμενη περίπτωση, φαίνεται πως η ΜΚ2 γνώριζε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Επαναλαμβάνω ότι ήταν η ίδια που είχε στην κατοχή της και κατέθεσε το έγγραφο αυτό χωρίς να ισχυριστεί στη μαρτυρία της ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δεν δηλώνονταν οι πραγματικές της αποδοχές. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι οι πραγματικές της αποδοχές ήταν άλλες από αυτές που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ2, με εξαίρεση το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με το ύψος του μισθού της, γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική αφού αναδύθηκε μία προσπάθεια παρουσίασης μίας εικόνας που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα με τον ίδιο να αδυνατεί να στοιχειοθετήσει τις αναφορές του οι οποίες ήταν ασαφείς και συγκεχυμένες. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του. Αρνητική εντύπωση προκάλεσαν οι αναφορές τους στις περιστάσεις υπό τις οποίες δηλώθηκε η ΜΚ2 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αναδύθηκε έλλειψη αυθορμητισμού στις επί του προκειμένου αναφορές του. Αρχικά προσπάθησε να ισχυρισθεί ότι ήταν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις που του είχαν υποδείξει τι έπρεπε να δηλώσει ενώ στη συνέχεια, σε αντίφαση με αυτή του τη θέση παραδέχθηκε ότι ήταν ο ίδιος που δήλωσε την ΜΚ2 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ήταν ο ίδιος που αποφάσισε το ποσό που δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Δεν εξήγησε για ποιο λόγο, αφού δεν υπήρχε κατά τη θέση συμφωνημένος προκαθορισμένος μισθός, εντούτοις αποφάσισε να δηλώσει ως πραγματικές αποδοχές το ποσό των €500 ούτε έπεισαν οι γενικές, ασαφείς και χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση αναφορές ότι τα όσα δήλωναν ήταν τα «βασικά» από τη στιγμή που παραδέχθηκε ότι δεν του είχε υποδείξει κανένας αυτό το ποσό, το οποίο ο ίδιος αποφάσισε. Οι εξηγήσεις που έδωσε κάθε άλλο παρά πειστικές ήταν. Περαιτέρω και αφού κατά τη θέση του δεν υπήρχε συμφωνημένος προκαθορισμένος μισθός δεν έδωσε καμία εξήγηση σε σχέση με το περιεχόμενο των φύλλων μισθοδοσίας για την επίδικη περίοδο τα οποία από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ1 φαίνεται να είχε προωθήσει ο ίδιος στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας στο πλαίσιο διερεύνησης του παραπόνου της ΜΚ2 και στα οποία καταγράφεται επίσης ότι ο μισθός ανέρχεται στα €500 και πως ο τρόπος πληρωμής του μισθού ήταν μέσω επιταγής. Περαιτέρω, αστάθεια και ασάφεια παρατηρήθηκε και στις τοποθετήσεις του σε σχέση με το τι ήταν αυτό που κατ' ισχυρισμό συμφωνήθηκε με την ΜΚ
- Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι είχαν εξηγηθεί με την ΜΚ2 ότι θα βοηθούσαν στην καφετέρια και ότι ό,τι έβγαζε το ταμείο θα το χρησιμοποιούσαν για τα καθημερινά τους έξοδα και ειδικότερα για την πληρωμή των λογαριασμών, σε άλλο σημείο σε προφανή διάσταση με αυτή του την τοποθέτηση, αναφέρθηκε και στην ύπαρξη περισσεύματος μετά την πληρωμή των λογαριασμών, ήτοι ότι αφού πλήρωναν τους λογαριασμούς τους, ό,τι περίσσευε το κράταγαν και πως αυτή ήταν η συμφωνία τους (χωρίς να διευκρινίσει τι ήταν αυτό που περίσσευε) και σε άλλο σημείο ότι η ΜΚ2 εν τέλει έπαιρνε από μόνη της από το ταμείο της καφετέριας όσα ήθελε, πότε €50, άλλοτε €100 και άλλοτε €200 και σε άλλο σημείο ότι έπαιρνε ο καθένας αυτό που του αρμόζει το οποίο και πάλι δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει. Περαιτέρω, ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση έκαμαν και οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2 ως προς το κατά πόσο ήταν καταγεγραμμένα τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό έλαβε η ΜΚ2 και κατά πόσο υπήρχαν αποδείξεις σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό κατ' ισχυρισμό έλαβε η ΜΚ2 από τις οποίες αναδύθηκε και η έκδηλη αδυναμία του να δώσει σαφείς και πειστικές απαντήσεις. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της διαδικασίας: «E. Τα όσα έπαιρνε τα έχετε καταγεγραμμένα και υπάρχουνε οποιεσδήποτε αποδείξεις; A. Καταγεγραμμένα τα λεφτά που έπαιρνε εννοείτε; E. Ναι. A. Ναι, ήταν οι λογαριασμοί που πληρωνόντουσαν. E. Αφού πληρωνόντουσαν λογαριασμοί πώς τα έπαιρνε; A. Άμα τα έπαιρνε η ίδια και πλέρωνε λογαριασμούς και έπαιρνε και τον μισθό της; E. Ποιος ήταν; A. Καθορισμένος δεν υπήρχε, μπορεί 0 μια μέρα να έπαιρνε, μπορεί €50, ήταν αναλόγως τη μέρα που είχαμε δουλειά, αλλά καθημερινά έβαζε το χέρι της στο ταμείο και δεν είναι μόνο τα δικά μου τα λόγια είναι και από τα λόγια της ίδιας, το έχει δηλώσει και η ίδια η Αλεξάνδρα Τσιούπα την προηγούμενη Τρίτη ότι είχε τα κλειδιά από το ταμείο και γνώριζε. E. Μα αυτό σημαίνει ότι έπαιρνε κιόλας; A. Δεν σημαίνει; Δεν ξέρω. E. Αν αυτό αντιλαμβάνεστε εσείς λοιπόν, για να ολοκληρώνουμε, εγώ σας υποβάλλω ότι για την περίοδο που γράφτηκε στην εταιρεία σας δεν την πληρώσετε. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; A. Διαφωνώ. E. Σας υποβάλλω επίσης ότι δεν έχετε οποιεσδήποτε αποδείξεις να παρουσιάσετε για την καταβολή των μισθών της. Συμφωνείτε; A. Μάλιστα, σε αυτό ναι.» Καθίσταται σαφές ότι αρχικά προσπάθησε να ισχυρισθεί ότι οι αποδείξεις ουσιαστικά για τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό λάμβανε η ΜΚ2 ήταν οι λογαριασμοί (δηλαδή για το ρεύμα, νερό ενόψει της συγκατοίκησης τους λόγω της προσωπικής σχέσης που διατηρούσαν ο Κατηγορούμενος 2 με την ΜΚ2) τους οποίους εν πάση περιπτώσει δεν παρουσίασε, ακολούθως έκανε αναφορά και σε άλλα ποσά που κατ' ισχυρισμό λάμβανε η ΜΚ2 πέραν των λογαριασμών και στο τέλος σε προφανή διάσταση με την προηγούμενη τοποθέτηση του παραδέχθηκε ευθαρσώς ότι δεν έχει οποιαδήποτε απόδειξη για την καταβολή των μισθών της ΜΚ
- Σε ότι αφορά τις αναφορές του περί καταγγελίας της ΜΚ2 στην Αστυνομία για κατ' ισχυρισμό κλοπή του ποσού που υπήρχε στο ταμείο πριν εγκαταλείψει την καφετέρια, αυτές δεν έπεισαν αφού ο ίδιος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε βεβαίωση υποβολής παραπόνου στην Αστυνομία, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί δεν παρουσιάσθηκε τέτοιο έγγραφο ενώ περαιτέρω, προσπάθησε αρχικά να ισχυρισθεί ότι ενδιαφέρθηκε για την τύχη του παραπόνου του για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι στην πραγματικότητα δεν έκανε οτιδήποτε. Αρνητική εντύπωση έκαναν και οι ακόλουθες αναφορές του: Ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι δεν είχε κάποια σχέση με το ταμείο της καφετέριας και ότι ήταν η ΜΚ2 που είχε τα κλειδιά με τον ίδιο μάλιστα να μην είναι σε θέση να μπορεί, όπως ισχυρίστηκε, να αποφασίζει ποιος θα πληρωθεί και τι θα πληρωθεί από την εταιρεία εντούτοις, στη συνέχεια ήταν σε θέση να έχει γνώση ως προς το ακριβές ποσό που είχε μέσα το ταμείο της καφετέριας όταν μάλιστα ο ίδιος απουσίαζε με τον ίδιο να αποφεύγει αρχικά να εξηγήσει πως είχε αυτή τη γνώση και στη συνέχεια μετά από περαιτέρω αντεξέταση να ισχυρίζεται ότι του το είχε πει η ΜΚ
- Τέλος, ενδεικτικός των ιδιαίτερα αρνητικών συναισθημάτων του Κατηγορούμενου 2 προς την ΜΚ2 ως εκ της άδοξης κατάληξης που φαίνεται να είχε η προσωπική τους σχέση η οποία φαίνεται να επηρέασε την ικανότητα του να τοποθετηθεί με ειλικρίνεια στα όσα κλήθηκε να αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήταν και ο κατηγορηματικός τρόπος με τον οποίο απάντησε στην υποβολή ότι το ποσό που διεκδικεί η ΜΚ2 εξακολουθεί να οφείλεται. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας: «E. Και σας υποβάλλω ότι το ποσό που διεκδικεί και δεν της το έχετε καταβάλει και συνεχίζετε να της το οφείλετε. A. Δεν μπορώ να το διαθέσω αυτό εδώ πέρα που ζητά και δεν θα το κάνω για την ακρίβεια, με όλη μου την καρδιά σας το λέω αυτό το πράμα, δεν υπάρχει περίπτωση να καταθέσω κανένα ποσό στην κυρία Αλεξάνδρα Τσιούπα με ό,τι συνεπάγεται αυτό.» Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[8] παραθέτω πιο κάτω τα επιπρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
- Η ΜΚ2 ήταν εργοδοτούμενη στην Κατηγορούμενη 1 και εργάσθηκε στην Κατηγορούμενη 1 από τις 14/05/2018 μέχρι τις 30/09/2018 στη θέση barista και δεν υπήρχε γραπτή σύμβαση εργασίας.
- Στις 06/11/2018 υποβλήθηκε ηλεκτρονικά στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας παράπονο από την ΜΚ2 εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 (Τεκμήριο 1).
- Το παράπονο της ΜΚ2 αφορά στην μη καταβολή των δεδουλευμένων της από τον εργοδότη της για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε συνολικού ύψους €3.
- Το ύψος του μισθού της ΜΚ2 ανερχόταν στα €500 μηνιαίως και αυτός ο μισθός είχε δηλωθεί από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 5).
- Η ΜΚ2 να γνώριζε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο το ποσό που δηλωνόταν στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον εργοδότη της, Κατηγορούμενη 1, και δεν είχε υποβάλει οποτεδήποτε οποιοδήποτε παράπονο στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι δεν δηλώνονταν από τον εργοδότη της οι πραγματικές της αποδοχές.
- Το παράπονο που αρχικά υπέβαλε η ΜΚ2 αφορούσε μεγαλύτερο ποσό το οποίο συμπεριλάμβανε κατ' ισχυρισμό υπερωρίες πλην όμως της αναφέρθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι για να μπορέσουν να εξετάσουν υπερωρίες θα έπρεπε να είχαν στοιχεία ότι όντως υπάρχουν υπερωρίες και ενόψει του ότι η ΜΚ2 δεν είχε τα στοιχεία αυτά, της αναφέρθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν για το κομμάτι των υπερωριών.
- Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις την ΜΚ2 ως εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης 1 και ήταν το πρόσωπο που αποφάσισε το ύψος του ποσού δηλώθηκε η ΜΚ2 καθώς επίσης και το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα φύλλα μισθοδοσίας τα οποία παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας όταν του ζητήθηκαν.
- Στις 21/01/2019 αποστάληκε επιστολή προς την εργοδοτική πλευρά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για καταβολή του ποσού που εκκρεμούσε προς την εργοδοτούμενη και προσκόμιση σχετικών αποδείξεων και δόθηκε διορία μίας εβδομάδας. Ταυτόχρονα, γνωστοποιήθηκε στον διευθυντή ότι σε περίπτωση μη καταβολής των δεδουλευμένων και μη προσκόμισης των στοιχείων που είχαν ζητηθεί υπάρχει το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 3).
- Το συνολικό ποσό των δεδουλευμένων μισθών για την περίοδο που εργάσθηκε η ΜΚ2 στην Κατηγορούμενη 1 από τις 14/05/2018 μέχρι τις 30/09/2018 ανέρχεται στο ποσό των €2.250, ήτοι το ποσό των €250 για τον μήνα Μάιο του 2018 και το ποσό των €500 για έκαστο εκ των ακόλουθων μηνών: Ιούνιος 2018, Ιούλιος 2018, Αύγουστος 2018 και Σεπτέμβριος
- Δεν καταβλήθηκε από την Κατηγορούμενη 1 οποιοδήποτε ποσό και δεν παρουσιάσθηκαν οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής των μισθών όπως είχαν ζητηθεί παρά μόνο 5 φύλλα μισθοδοσίας για την περίοδο της απασχόλησης της ΜΚ2 (Τεκμήριο 4). Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[10] Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων των κατηγοριών που προσάπτονται στους κατηγορούμενους βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[11] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[12] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.[13] Σκοπός της θέσπισής του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 (ο Νόμος), είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.[14] Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου: «"μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» Περαιτέρω, το άρθρο 12 του Νόμου με τίτλο «Υποχρέωση τήρησης στοιχείων, αρχείων και απόδειξης» διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. .
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Επιπρόσθετα, το άρθρο 17 του Νόμου με τίτλο «Καθήκον για παροχή πληροφοριών στον Επιθεωρητή» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «17.-
(1)Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2)Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον Επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού.» Τέλος, το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές. .
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. .
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Προτού προχωρήσω σε υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά και σε κάποιες πρόνοιες του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 (Ν. 100(I)/2000) αφού με την 12η κατηγορία καταλογίζεται παράλειψη των κατηγορουμένων να παρουσιάσουν αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης της ΜΚ2 όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο επιθεωρητή. Το άρθρο 10 Δ του ρηθέντος Νόμου με τίτλο «Καθήκον για παροχή πληροφοριών στον επιθεωρητή» αναφέρει ότι: «10Δ.-
(1)Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2)Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού.» Περαιτέρω, το άρθρο 10 Στ του ρηθέντος Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές λόγω παρεμπόδισης του επιθεωρητή κατά την άσκηση των καθηκόντων του» διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, ότι: «10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙ . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.» Όπως έχει νομολογηθεί, οι πρόνοιες του άρθρου 20 εδάφιο
(4)του Ν. 35(Ι)/2007, 10ΣΤ του Ν. 100(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.12(Ι)/2007, οι οποίες καλύπτουν το αδίκημα της 11ης και 12ης κατηγορίας συνιστούν μέρος εργασιακής νομοθεσίας και στοχεύουν στην πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου με τις ευρύτατες εξουσίες που παρέχονται από τις πρόνοιες των υπό αναφορά νομοθετημάτων στους Επιθεωρητές προς έλεγχο και επιθεώρηση, να έχουν ως σκοπό τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακριβώς λόγω των ιδιαιτέρως ευαίσθητων κοινωνικών προεκτάσεων που ενέχει η σύμβαση εργοδότησης. Γι΄ αυτό το λόγο η ευθύνη παρουσίασης των προβλεπόμενων αρχείων και άλλων στοιχείων και, κατά προέκταση, οι κυρώσεις, δεν περιορίζονται στο πρόσωπο του όποιου εργοδότη, αλλά εκτείνονται και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλισθεί κατά αποτελεσματικό τρόπο η τήρηση των διατάξεων της νομοθεσίας.[15] Έχοντας υπόψη μου τη νομική πτυχή, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα στη βάση της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη. Η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος που είχε προς απόδειξη της ύπαρξης σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου σε σχέση με τις περιόδους που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι όπως και το γεγονός ότι για το εν λόγω διάστημα η ΜΚ2 δικαιούτο σε καταβολή μισθών από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία οι οποίοι δεν καταβλήθηκαν στην ΜΚ2. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν επίσης ότι το ύψος των οφειλόμενων μισθών ανέρχεται στο ποσό των €2.250. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν, κατ' ακολουθία του άρθρου 12
(3)του Νόμου, η Κατηγορούμενη 1 έφερε πλέον το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων της καταβολής του μισθού στην ΜΚ2. Όπως έχει νομολογηθεί, η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών των εργοδοτουμένων.[16] Η Κατηγορούμενη 1 απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε. Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης εταιρείας στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9 που αυτή αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 ικανή να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της σε σχέση με την καταβολή των οφειλόμενων μισθών. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται ως συνεργός, δυνάμει του άρθρου 20, από τα ευρήματα του προκύπτει ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, ήταν το πρόσωπο που είχε ενεργό ανάμιξη στην εγγραφή της ΜΚ2 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενης της Κατηγορούμενης 1, το πρόσωπο που αποφάσισε τις πραγματικές αποδοχές που δηλώθηκαν στις εν λόγω υπηρεσίες, το πρόσωπο που είχε στη κατοχή του τα φύλλα μισθοδοσίας και συνακόλουθα, γνώριζε όλα τα δεδομένα που κάλυπταν τη σχέση εργασίας και τα δικαιώματα που απέρρεαν εκ της σχέσεως αυτής προς όφελος της ΜΚ2. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 6, 8 και 10 που αντιμετωπίζει.[17] Περαιτέρω, υπό το φως των νομολογηθέντων στην ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Πoινική ΄Εφεση αρ. 253/2014, ημερομηνίας 15/10/2015 και κατ' εφαρμογή του αρθρ.85
(4)του Κεφ. 155 κρίνω ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μπορούν να καταδικασθούν για έλασσον από το κατηγορητήριο ποσό, χωρίς να γίνει τροποποίηση του κατηγορητηρίου και χωρίς να επανακατηγορηθούν και επαναπαντήσουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Σε ότι αφορά την 11η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και στο πλαίσιο της οποίας αποδίδεται σε αυτούς ότι δεν παρουσίασαν αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμών των μισθών της ΜΚ2 κατά παράβαση των άρθρων 12, 17 και 20
(4)(γ) του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 σημειώνω τα ακόλουθα: Από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημα της αρμόδιας επιθεωρήτριας όπως αυτό κοινοποιήθηκε με την επιστολή Τεκμήριο 3 και παρουσίασαν αντίγραφα καταστάσεων μισθοδοσίας της ΜΚ
- Πρόκειται για το Τεκμήριο
- Συνεπώς, η 11η κατηγορία στο βαθμό που αφορά παράλειψη παρουσίασης καταστάσεων μισθοδοσίας δεν έχει αποδειχθεί. Σημειώνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι το Τεκμήριο 4 που προωθήθηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ήταν κάτι διαφορετικό από τα αναφερόμενα «αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας» που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 11ης κατηγορίας. Σε ότι αφορά τώρα τις αποδείξεις πληρωμών, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πράγματι ζητήθηκε από την πλευρά των Κατηγορουμένων μέσω της επιστολής Τεκμήριο 3 εκ μέρους του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων η παρουσίαση τέτοιων αποδείξεων πληρωμής και δεν παρουσιάσθηκαν. Η πλευρά των Κατηγορουμένων εισηγείται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της ότι ενόψει του ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμών για να παρουσιασθούν οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν και αθωωθούν από αυτήν την κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, δεν θα συμφωνήσω με τη σχετική εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Το άρθρο 17 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007 δημιουργεί την υποχρέωση στον εργοδότη ή αντιπρόσωπό του και σε κάθε εργοδοτούμενο στον εργοδότη να παρουσιάσει, όταν κληθεί προς τούτο από τον αρμόδιο Επιθεωρητή, εν τη ασκήσει των εξουσιών του, τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και τα οποία εξειδικεύονται στο άρθρο 17 ως «κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα» με την παράλειψη του προσώπου που καλείται να παρουσιάσει τα ρηθέντα έγγραφα να τον καθιστά ποινικά υπόλογο στη βάση του άρθρου 20 εδάφιο
(4)υποπαράγραφος (γ) του Ν. 35(Ι)/
- Είναι λοιπόν σαφές ότι από τη συνδυαστική εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων νομοθετικών προνοιών, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να ποινικοποιήσει την άρνηση παρουσίασης των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των προσώπων που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα και δεν παρουσιάζουν τα ρηθέντα έγγραφα παρά την κλήση του προς τούτο από τον αρμόδιο επιθεωρητή. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2, αυτός ισχυρίστηκε αρχικά ότι υπήρχαν αποδείξεις που ουσιαστικά ήταν οι λογαριασμοί που πληρωνόντουσαν στο πλαίσιο της συγκατοίκησης τους με την ΜΚ2 για να προβάλει ακολούθως σε αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του ότι εν τέλει δεν είχε τέτοιες αποδείξεις. Δεν νοείται η πλευρά των Κατηγορουμένων να ενεργεί κατά το δοκούν και ενώ αρχικά προσπάθησε να προβάλει την ύπαρξη αποδείξεων την οποία τελικά αναίρεσε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου 2 να προβάλλει ότι δεν υπήρχαν ευθύς εξαρχής και για αυτόν τον λόγο θα πρέπει να αθωωθεί. Αυτό το οποίο αρχικά προσπάθησε να προβάλει ο Κατηγορούμενος 2 στη μαρτυρία του ήταν ότι υπήρχαν οι λογαριασμοί ως απόδειξη των χρημάτων που έπαιρνε η ΜΚ2 από το ταμείο και συνακόλουθα, δεν νοείται αποκλίνοντας τώρα από αυτή την αρχική τους προσπάθεια μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 να εισηγούνται ότι θα πρέπει να αθωωθούν. Ήταν οι ίδιοι που προσπάθησαν να ισχυρισθούν ότι είχαν τους λογαριασμούς ως αποδείξεις των χρημάτων που έπαιρνε από το ταμείο η ΜΚ2 χωρίς να παρουσιάσουν όμως οποιοδήποτε έγγραφο προς τούτο όταν κλήθηκαν να το πράξουν. Υπό τις περιστάσεις που εξήγησα πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της 11ης κατηγορίας στο βαθμό που αφορά την παράλειψη παρουσίασης αποδείξεων πληρωμής του μισθού της ΜΚ2 και συνακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στη ρηθείσα κατηγορία. Σε ότι αφορά τη 12η κατηγορία η οποία εδράζεται στις πρόνοιες του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμου του 2000 (Ν. 100(I)/2000) σημειώνονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων είχε προωθήσει την επιστολή Τεκμήριο 3 στους Κατηγορούμενους στο πλαίσιο της οποίας ζήτησε εντός μίας βδομάδας από την ημερομηνία παραλαβής της ρηθείσας επιστολής όπως καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά στην ΜΚ2 και «όπως μας αποστείλετε σχετικές αποδείξεις/στοιχεία». Η ΜΚ1 κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της δεν ισχυρίστηκε ότι ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους οτιδήποτε άλλο πέραν των αποδείξεων καταβολής των οφειλόμενων ποσών και ειδικότερα αντίγραφο γραπτής ενημέρωσης της ΜΚ
- Ούτε αναφέρθηκε ότι ζητήθηκε το εν λόγω έγγραφο κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών πριν την καταχώριση της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν αναφέρθηκε επίσης ότι η αναφορά σε «στοιχεία» στην επιστολή Τεκμήριο 3 αφορούσε το αντίγραφο γραπτής ενημέρωσης και ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο εξετάζοντας την ολότητα του περιεχομένου της ρηθείσας επιστολής. Αυτό το οποίο ζητήθηκε και δεν προσκομίστηκε ήταν αποδείξεις και στοιχεία σε σχέση με το ζήτημα της καταβολής των οφειλόμενων ποσών. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είχε ζητηθεί εκ μέρους της αρμόδιας Επιθεωρήτριας (ΜΚ1) αντίγραφο της γραπτής ενημέρωσης της ΜΚ2 και συνεπώς, δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι υπήρξε παράλειψη παρουσίασης του ρηθέντος εγγράφου. Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων στη 12η κατηγορία από την οποία οι κατηγορούμενοι απαλλάσσονται και αθωώνονται. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10 και
- Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από τη 12η κατηγορία. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
- [2] σελίδα 9 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 06/12/
- [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221). [6] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
- Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [7] FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499 [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [9] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [10] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [12] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [13] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- [14] ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, 4/6/2018, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ v. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, 12/4/2021 [15] ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/2016 και 216/2016, 18/4/
- [16] ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, 4/6/2018 [17] ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, 12/4/2021 Αστυνομία ν. Toorac Fashion
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ajini κ.a. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Επίσημος Παραλήπτης v. Kalavas & Assoc. Ltd. κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd. κ.ά. (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Ιωάννου ν. Νανάιμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555), cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο