← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ν. Φ.Κ., Αρ. Yπόθεσης: 1891/21, 7/7/2023

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ν. Φ.Κ., Αρ. Yπόθεσης: 1891/21, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1891/21 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Παραπονούμενος και Φ.Κ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2023 Για τον Παραπονούμενο: κα Α. Κοζάκου για ΘΕΟΔΩΡΟΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Κέστωρος για ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενη: Παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη κατηγορείται για παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 84 (Ι), 90 (Ι), 91Α

(3), 91Β (Ι) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 (43/1974) και του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, αυτή ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ' αριθμό 5845/13 και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε εναντίον της στις 12/10/2015 διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις ύψους €130,00 έκαστη από 1/11/2015 και ακολούθως κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, η τελευταία προέβη σε πράξη καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 1/12/2019 - 1/8/2021, ήτοι 21 δόσεις προς €130 έκαστη, συνολικού ύψους €2.
  2. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Παραπονούμενο (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία της ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία της ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 18/12/2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της κατηγορούμενης για το ποσό των €4.900 πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 13/9/13 μέχρι εξόφλησης πλέον €32 έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Κατέθεσε αντίγραφο της απόφασης ως Τεκμήριο
  1. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 12/10/2015 στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η κατηγορούμενη διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις ύψους €130 έκαστη από την 01/11/2015 και ακολούθως κάθε πρώτη μέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι εξοφλήσεως και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 12/10/
  2. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης δεν έχει μεταβληθεί και η κατηγορούμενη δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας μηνιαίων δόσεων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις των μηνών Δεκεμβρίου 2019 μέχρι και Αυγούστου 2021, δηλαδή 21 δόσεις επί €130 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €2.
  3. Τέλος ζήτησε την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή. Η Κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι 43 ετών και είναι χωρισμένη με 2 παιδιά. Πρόσθεσε ότι κατά τον Δεκέμβριο του 2019 ήταν άνεργη και λήπτρια του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ύψους €
  4. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 2019 μέχρι και σήμερα διαμένει με τα 2 παιδιά της τα οποία δεν εργάζονται. Το ένα εκ των 2 παιδιών της έχει θέματα υγείας και συγκεκριμένα αυτισμό, διαταραχές, κρίσεις πανικού, κάνει κακό στον εαυτό του και είναι η ίδια που τον φροντίζει. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 πόρισμα αξιολόγησης αναπηρίας σε σχέση με τον γιο της. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 4 βεβαίωση λήψης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος από την 1/8/
  5. Πρόσθεσε ότι στο σπίτι μαζί τους μένει και η αρραβωνιαστικιά του ενός εκ των υιών της η οποία δεν εργάζεται και πως η ίδια πληρώνει το ρεύμα και το νερό και σε ότι αφορά τη διατροφή προσφέρει ότι μπορεί. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 την αίτηση που καταχώρισε για παροχή για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος καθώς και την έκθεση πορίσματος αξιολόγησης αναπηρίας σε σχέση με την ίδια και ανέφερε ότι ο λόγος που είναι άνεργη είναι η η ψυχική της αναπηρία και ειδικότερα ότι έχει κρίσεις φοβίας ότι είναι με το ζόρι που βγαίνει από το σπίτι και ότι είναι με δυσκολία πού μπορεί να οδηγήσει, εξηγώντας ότι το πρόβλημα της άρχισε από το 2015 και υπήρχε από το 2006 που έχασε τη μητέρα της. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[6] Ο ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα επίδικα γεγονότα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ειδικότερα, από την όλη παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα έμεινα ικανοποιημένη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία του επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Κατηγορούμενη δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και δεν παρουσιάζει την αναγκαία πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Οι αναφορές της σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση υπήρξαν γενικές, αόριστες και ασαφείς. Η ουσιαστικότερη αδυναμία της εκδοχής του Κατηγορούμενης ήταν η μη παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της διά μηνιαίων δόσεων που αποτελεί την αφετηρία της οποιασδήποτε διεργασίας για τη διαπίστωση οποιασδήποτε μεταβολής της κατάστασης της. Στην πραγματικότητα, η ίδια δεν ισχυρίστηκε καν ότι έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε μεταβολή στην οικονομική της κατάσταση από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική της κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, ήτοι 12/10/
  6. Τα πιο πάνω εγγενή κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της με τρόπο ώστε η μαρτυρία της να μην μπορεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως τέτοια, απορρίπτεται. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 18/12/2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της κατηγορούμενης για το ποσό των €4.900 πλέον τόκο 5.5% ετησίως από 13/9/13 μέχρι εξόφλησης πλέον €32 έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ - Τεκμήριο
  7. Στις 12/10/2015 στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η κατηγορούμενη διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις ύψους €130 έκαστη από την 01/11/2015 και ακολούθως κάθε πρώτη μέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι εξοφλήσεως και κατέθεσε στο Δικαστήριο - Τεκμήριο
  8. Η κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις των μηνών Δεκεμβρίου 2019 μέχρι και Αυγούστου 2021, δηλαδή 21 δόσεις επί €130 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €2.730 και εξακολουθεί να οφείλει αυτό το ποσό. Η κατηγορούμενη δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας μηνιαίων δόσεων. Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος) προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων.» Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
  2. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
  3. Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
  4. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από τον Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις εξής υπερασπίσεις: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Τόσο τα συστατικά στοιχεία όσο και οι υπερασπίσεις του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 Περαιτέρω, στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[7] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[8] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[9] Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Η Κατηγορούμενη δεν παρουσίασε ίχνος μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της διά μηνιαίων δόσεων που αποτελεί την αφετηρία της οποιασδήποτε διεργασίας για τη διαπίστωση της μεταβολής της οικονομικής της κατάστασης. Στην πραγματικότητα, δεν ισχυρίστηκε καν μεταβολή και δεν παρουσίασε ως όφειλε μαρτυρία για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος έτσι ώστε να είναι δυνατή η οποιαδήποτε διεργασία για διαπίστωση οποιασδήποτε μεταβολής της οικονομικής της κατάστασης. Η οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο που ήταν καταβλητέες οι επίδικες δόσεις στην απουσία μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοια διαπίστωση. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ' αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του.[10] Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [7] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462 [8] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [9] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401, Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246. [10] Ξενοφώντος Κύπρος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων
(2016)1 ΑΑΔ 2786. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.