ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 17883/2020, 9/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 17883/2020 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Κατηγορούσα Αρχή και ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αριστοδήμου και κα Α. Κωνσταντίνου για ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΠΙΕΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 125 κατηγορίες οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(γ), 3
(2),
(4)(γ), 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 και των άρθρων 84, 87, 90, 90Α, 91Β, 91Ε και 91 Στ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23/11/2009 στην Γενική Αίτηση 985/2009 και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω γενικής αίτησης εκδόθηκε εναντίον του στις 24/06/2010 διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €50,00 έκαστη, ο τελευταίος προέβη σε πράξη καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 1/7/2010 - 1/11/
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Σε ότι αφορά την Παραπονούμενη εξήγησε ότι έλαβαν χώρα συγχωνεύσεις και μετονομασίες που οδήγησαν στο σημερινό όνομα της παραπονούμενης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη σχετικών ειδοποιήσεων μετονομασίας. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 24/06/2009 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου διαιτητική απόφαση για το ποσό των €15.792,02 με τόκο προς 9% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές τον χρόνο και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους από 24/06/2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €150 έξοδα. Κατέθεσε αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24/06/2009 ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 23/11/2009 στο πλαίσιο της γενικής αίτησης υπ' αριθμό 985/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής της ανωτέρω αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης εναντίον του Κατηγορούμενου και κατέθεσε ως τεκμήριο πιστό αντίγραφο του διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 23/11/
- Ακολούθως, ανέφερε ότι στις 24/06/2010 στο πλαίσιο της γενικής αίτησης υπ' αριθμό 985/2009 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πλερώνει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €50 έκαστη από την 01/07/2010 μέχρι εξοφλήσεως και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 24/06/
- Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στις 13/12/2009 στο πλαίσιο της γενικής αίτησης 985/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης και εκτέλεσης της ανωτέρω αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 13/12/
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, εξ' όσον ο ίδιος γνωρίζει η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν έχει μεταβληθεί και ο κατηγορούμενος δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας 24/06/
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις των μηνών Ιουλίου 2010 μέχρι και Ιουνίου 2020, δηλαδή 125 δόσεις επί €50 έκαστη, ήτοι το συνολικό ποσό των €6.
- Τέλος ζήτησε την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή. Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι χρωστάει ενοίκια, ο γιος του έχει προβλήματα υγείας, ότι απέλυσαν τη γυναίκα του από τη δουλειά, ότι ο γιος του έχει τέσσερα μωρά και έχει δόση του σπιτιού €650 και προσπαθούν όσο μπορούν να φυλάξουν για να τον βοηθήσουν, λέγοντας ότι δεν θα αφήσει τα εγγόνια του έτσι. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 μία βεβαίωση οφειλής ημερομηνίας 01/12/2022 στην οποία κάποιον τρίτο πρόσωπο δηλώνει ότι αυτό το τρίτο πρόσωπο συμφώνησε με τον κατηγορούμενο τον διακανονισμό εξόφλησης οφειλόμενων ενοικίων εκ μέρους του κατηγορούμενου συνολικού ποσού €28.
- Περαιτέρω, στο έγγραφο αυτό καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος ανάλαβε την αποπληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων καταβάλλοντας μηνιαία δόση €300 και πως επιπλέον αυτής της δόσης καταβάλλει και το ποσό των €500 για το ενοίκιο κάθε μήνα. Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε συμφώνησε ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό αναφέρεται στο κατηγορητήριο λέγοντας ότι δεν μπορούσε να το πληρώσει. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[6] Ο ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα επίδικα γεγονότα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ειδικότερα, από την όλη παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα έμεινα ικανοποιημένη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία του επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και δεν παρουσιάζει την αναγκαία πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Οι αναφορές του σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση υπήρξαν γενικές, αόριστες και ασαφείς. Η ουσιαστικότερη αδυναμία της εκδοχής του Κατηγορούμενου ήταν η μη παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας για την οικονομική του κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους του διά μηνιαίων δόσεων που αποτελεί την αφετηρία της οποιασδήποτε διεργασίας για τη διαπίστωση οποιασδήποτε μεταβολής της κατάστασης του. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε καν ότι έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε μεταβολή στην οικονομική του κατάσταση από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, ήτοι 24/6/10 αλλά και κατά τον χρόνο που οι δόσεις για τις οποίες κατηγορείται ήταν καταβλητέες. Τα πιο πάνω εγγενή κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου με τρόπο ώστε η μαρτυρία του να μην μπορεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως τέτοια, απορρίπτεται. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24/6/2009 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον της Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2). Ακολούθως, στις 23/11/2009 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 985/2009 εναντίον του κατηγορούμενου με το οποίο επιτράπηκε η καταχώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 3). Στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης Γενικής Αίτησης εκδόθηκε στις 24/6/2010 διάταγμα εναντίον του κατηγορούμενου με το οποίο αυτός διατάχθηκε να καταβάλλει στην Παραπονούμενη ποσό ύψους €50 μηνιαίως από 1/7/2010 και ακολούθως την πρώτη ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξόφλησης (Τεκμήριο 4). Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις του από 1/7/2010 μέχρι 1/6/2020 συνολικού ύψους €6.250 και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή για τους επίδικους μήνες. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να οφείλει προς την Παραπονούμενη τις μηνιαίες δόσεις από 1/7/2010 μέχρι 1/6/
- Τέλος, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρίσει οποιαδήποτε αίτηση στο δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος) προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων.» Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
- Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
- Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
- Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από τον Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις εξής υπερασπίσεις: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Τόσο τα συστατικά στοιχεία όσο και οι υπερασπίσεις του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, ECLI:CY:AD:2017:B427, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, ECLI:CY:AD:2016:B558, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:B126, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 Περαιτέρω, στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[7] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[8] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η Παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου. Στις 24/6/2010 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του κατηγορούμενου με το οποίο αυτός διατάχθηκε να καταβάλλει στην Παραπονούμενη ποσό ύψους €50 μηνιαίως από 1/7/2010 και ακολούθως την πρώτη ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξόφλησης. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις του από 1/7/2010 μέχρι 1/6/20 συνολικού ύψους €6.250 και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή για τους επίδικους μήνες. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να οφείλει προς την Παραπονούμενη τις μηνιαίες δόσεις από 1/7/2010 μέχρι 1/6/2020. Ο κατηγορούμενος για τους λόγους που εξήγησα στο στάδιο την αξιολόγησης της μαρτυρίας του τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [7] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [8] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο