← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΑΓΛΑΤΖΙΑΣ ν. ΒΑΦΕΙΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Κ. ΨΗΜΟΛΟΦΙΤΗ & Ν. ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 17849/19, 31/3/2023

ΔΗΜΟΣ ΑΓΛΑΤΖΙΑΣ ν. ΒΑΦΕΙΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Κ. ΨΗΜΟΛΟΦΙΤΗ & Ν. ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 17849/19, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 17849/19 ΔΗΜΟΣ ΑΓΛΑΤΖΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή Και

  1. ΒΑΦΕΙΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Κ. ΨΗΜΟΛΟΦΙΤΗ & Ν. ΑΡΓΥΡΟΥ
  2. Κ.Ψ.
  3. Ν.Α. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Κλαϊδη και κα Δ. Κυνηγόπουλου. Για την κατηγορούμενη 1: κ. Νικολάου για ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει δύο

(2)κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής τέλους επαγγελματικής άδειας κατά παράβαση των άρθρων 4
(3), 83, 87
(1)(ε) και 2, 103 Α, 104, 105, 106, 109, 126, 127, 129, 134, 135 και 140
(3)του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν. 111/1985) (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας τα τέλη αφορούν το έτος 2018 και ανέρχονται στο ποσό των €95.00 πλέον €9.50 προσεπιβάρυνση ύψους 10%, δηλαδή συνολικό ποσό ύψους €104.50. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής τέλους άδειας λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού, κατά παράβαση των άρθρων 4
(3), 83, 103 (Α), 126, 127, 129, 134 και 135 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας τα τέλη αφορούν το έτος 2018 και ανέρχονται στο ποσό των €50.00 πλέον €5.00 προσεπιβάρυνση ύψους 10%, δηλαδή συνολικό ποσό ύψους €55.
  1. Η Κατηγορούμενη 1 δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης ενώ σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι δεν θα προφέρει μαρτυρία και ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάγηκε και αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας, ο κ. Ανδρέας Χριστοδουλίδης (MK1). Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι εργάζεται στον Δήμο Αγλαντζιάς στο Τμήμα Φορολογιών. Εξήγησε ότι εντός των καθηκόντων του είναι η καταγραφή επαγγελματικών υποστατικών με σκοπό την έκδοση και επιβολή από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αγλαντζιάς των σχετικών φορολογιών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα εντός των ορίων του Δήμου καθώς και των επαγγελματικών αδειών και αδειών λειτουργίας των επιχειρήσεων ή υποστατικών εντός του Δήμου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 το έτος 2018 η Κατηγορούμενη 1 διατηρούσε επαγγελματικό υποστατικό εντός των ορίων του Δήμου Αγλαντζιάς και της επιβλήθηκαν τα επίδικα τέλη. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, κατά την επίδικη περίοδο η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και κατέθεσε προς τούτο σχετική έρευνα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 7). Για την πληρωμή των επίδικων τελών εκδόθηκε τιμολόγιο (Τεκμήριο 3) και ακολούθως αποστάληκε ταχυδρομικώς κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τα οφειλόμενα τέλη η οποία δεν επιστράφηκε. Η Κατηγορούμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε και στη συνέχεια αποστάληκε με ταχυδρομείο νέα κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) η οποία δεν επιστράφηκε και στην οποία συμπεριλήφθηκε και η επιπρόσθετη επιβάρυνση ύψους 10% που επιβλήθηκε επί των οφειλόμενων τελών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από την ημερομηνία αποστολής της δεύτερης ειδοποίησης δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση, ούτε καταχωρίστηκε προσφυγή για προσβολή ή ακύρωση των τελών που επιβλήθηκαν και έχει επίσης εκπνεύσει η προθεσμία καταχώρισης προσφυγής πριν την καταχώριση της υπό κρίση ποινικής υπόθεσης. Πρόσθεσε επίσης ότι τα επίδικα τέλη παραμένουν απλήρωτα μέχρι σήμερα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής ομόρρυθμου συνεταιρισμού σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 με ημερομηνία 1/2/2019 καθώς και πιστοποιητικό ημερομηνίας 29/1/2019 από τον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με τους συνεταίρους του εν λόγω συνεταιρισμού. Κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε επίσης ότι η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπισε στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει και στην παρούσα υπόθεση για προηγούμενο έτος, ήτοι το έτος 2017, και καταδικάστηκε. Κατέθεσε αντίγραφο τόσο της Πρωτόδικης Απόφασης όσο και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Έφεσης που καταχώρισε η Κατηγορούμενη 1 η οποία επικύρωσε την καταδίκη (Τεκμήρια 5 και 6). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 επανέλαβε τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και περαιτέρω, σε σχετικές υποβολές ανέφερε ότι δεν είχε ενημέρωση εάν ο συνεταιρισμός είχε διαλυθεί αλλά αυτό το οποίο γνώριζε ήταν ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη κατά την επίδικη περίοδο στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Ήταν η θέση του σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι η επιβολή των τελών κατά τον επίδικο χρόνο έλαβε χώρα ορθά αφού η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Μετά το τέλος της μαρτυρίας του ΜΚ 1 το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 την κάλεσε σε απολογία. Εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 έδωσε μαρτυρία ο κ. Ν.Α.. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτός διατηρεί βαφείο αυτοκινήτων και σε ότι αφορά τη σχέση του με την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν συνέταιρος με τον κ. Ψημολοφίτη και πως ο συνεταιρισμός διαλύθηκε μέσω Δικαστηρίου. Πρόσθεσε ότι ενημέρωσε το Δημαρχείο για το γεγονός αυτό προκειμένου να μεταφέρει τα τέλη πάνω του και σε ότι αφορά το ζήτημα αυτής της ενημέρωσης κατέθεσε δέσμη 3 επιστολών, ημερομηνίας 19/11/21, 12/7/22 και 29/9/22 (Τεκμήριο 8). Είχαν, όπως ανέφερε, και συνάντηση με τον Δήμο μετά την αποστολή των επιστολών Τεκμήριο 8 στο πλαίσιο της οποίας τους είπε ότι ο συνεταιρισμός είναι διαλυμένος και εις γνώση τους, σύμφωνα με τον ΜΥ1, συνέχισαν να του στέλνουν επιστολές για να πληρώσει τους φόρους. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι παρέλαβε τα τιμολόγια Τεκμήριο 3 και 4 και πως δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τα επίδικα τέλη. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[1] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[2] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[4] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[5] Ο ΜK1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα όσα γνώριζε σε σχέση με τα επίδικα τέλη χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1, ο εν λόγω μάρτυρας δημιούργησε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Συνακόλουθα, κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατατέθηκαν και τρία τεκμήρια προς αναγνώριση (Τεκμήριο Α, Β και Γ προς αναγνώριση) μεταξύ των οποίων και έγγραφο με τίτλο «συμφωνία για εξαγορά του ½ μεριδίου εις τον διαλυθέντα συνεταιρισμό Βαφείον Αυτοκινήτων Κ. Ψημολοφίτη & Ν. Αργυρού» τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν και τα οποία δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν από το Δικαστήριο αφού ενόψει της μη αναγνώρισης τους δεν αποτελούν μαρτυρία.[6] Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[7] καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά: Η Κατηγορούμενη 1 με αριθμό εγγραφής 9802 εγγράφηκε ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 21/5/1997 (Τεκμήριο 1). Κατά τον χρόνο επιβολής των επίδικων τελών, ήτοι το έτος 2018, η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και στις 13/8/2018 ο Δήμος Αγλαντζιάς απέστειλε με το ταχυδρομείο στην Κατηγορούμενη 1 ειδοποίηση επιβολής τελών με αριθμό τιμολογίου 271356 (Τεκμήριο 3). Η ειδοποίηση αφορούσε το ετήσιο δικαίωμα άσκησης επιχείρησης ποσού ύψους €95,00 και το δικαίωμα διατήρησης/χρήσης επαγγελματικού υποστατικού ποσού €50,00 για το έτος
  2. Σύμφωνα με την ειδοποίηση, τα ως άνω ποσά ήταν πληρωτέα μέχρι τις 31/10/
  3. Τα εν λόγω ποσά δεν πληρώθηκαν και ο Δήμος απέστειλε στην Κατηγορούμενη 1 νέο τιμολόγιο ημερομηνίας 17/01/2019 με το οποίο χρεώθηκε και προσεπιβάρυνση ποσοστού 10% επί των ως άνω ποσών (Τεκμήριο 4). Το νέο συνολικό ποσό των €159,50 ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15/3/
  4. Οι ειδοποιήσεις επιβολής των ως άνω τελών, τεκμήρια 3 και 4 περιήλθαν εις γνώση της Κατηγορούμενης 1 η οποία ή οι συνέταιροι της οποίας δεν άσκησαν προσφυγή εντός 75 ημερών από τις ημερομηνίες που οι ως άνω ειδοποιήσεις περιήλθαν εις γνώση τους. Τα ως άνω ποσά μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβληθεί. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[8] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[9] Το άρθρο 104 του περί Δήμων Νόμου τoυ 1985 (Ν. 111/1985) με τίτλο «Επιβολή δικαιωμάτων σε νομικά πρόσωπα για την άσκηση επιχειρήσεων κτλ.» προνοεί τα ακόλουθα: «Το συμβούλιο[10] επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα. Το άρθρο 109 του περί Δήμων Νόμου τoυ 1985 (Ν. 111/1985) με τίτλο «Μη καταβολή δικαιωμάτων» προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να παράσχει στο συμβούλιο τα επιβαλλόμενα δικαιώματα εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου, δυνάμει των άρθρων 104 και 106, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ.» Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 126 του ως άνω νόμου με τίτλο «Τo δικαστήριov δύvαται vα διατάξη τηv καταβoλήv δικαιωμάτωv ή τελώv μη καταβληθέvτωv» το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «126.-
(1)Εάv τo δικαστήριov, εvώπιov τoυ oπoίoυ πρoσάγεται oιovδήπoτε πρόσωπov δι' oιαvδήπoτε παράβασιv τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή διά αδίκημα κατά τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή διά παράβασιv oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv εκδoθέvτωv δυvάμει αυτoύ, εύρη τo τoιoύτo πρόσωπov έvoχov της τoιαύτης παραβάσεως ή αδικήματoς κατά παράβασιv τoυ Νόμoυ ή παραβάσεως oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv, τo τoιoύτo δικαστήριov δύvαται, επιπρoσθέτως πρoς τηv πoιvήv τηv oπoίαv ήθελε θεωρήσει αρμόζoυσαv vα επιβάλη επί τoυ τoιoύτoυ πρoσώπoυ και επιπρoσθέτως πρoς τα δικαστικά έξoδα, vα διατάξη τo τoιoύτo πρόσωπov vα πληρώση όλα τα δικαιώματα, διαπύλια, τέλη ή δασμoύς σχέσιv έχovτα πρoς τηv κατηγoρίαv και τα oπoία τo τoιoύτo πρόσωπov έδει vα καταβάλη αλλά παρέλειψεv ή ηρvήθη ή ημέλησε vα καταβάλη.
(2)Άπαvτα τα τoιαύτα δικαιώματα διαπύλια, τέλη και δασμoί τα oπoία διέταξε τo δικαστήριov vα καταβληθoύv δύvαvται vα αvακτώvται καθ' ov τρόπov χρηματικαί ή έτεραι πoιvαί αvακτώvται δυvάμει oιoυδήπoτε εκάστoτε εv ισχύι vόμoυ. Περαιτέρω, το άρθρο 134 του ως άνω νόμου με τίτλο «Γεvική πρoσεπιβάρυvσις» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «134. Εάv oιαδήπoτε τέλη, δικαιώματα, φόρoι ή επιβαρύvσεις πληρωτέαι δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ ή oιωvδήπoτε δημoτικώv καvovισμώv εκδoθέvτωv δυvάμει αυτoύ, δεv πληρωθoύv κατά τov χρόvov καθ' ov ταύτα είvαι δεόvτως oφειλόμεvα και πληρωτέα δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ και τωv τoιoύτωv καvovισμώv, o oφειλέτης τoύτωv ή oιoσδήπoτε τoύτωv θα πληρώvη, επιπλέov πρoς τo πoσόv τωv τoιoύτωv τελώv, δικαιωμάτωv ή επιβαρύvσεωv, πρoσεπιβάρυvσιv ίσηv πρoς 10% επί του οφειλόμενου ποσού.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου Άριστος ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 ΑΑΔ 128, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίησή της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος)». Στην υπόθεση Δήμος Αγίου Αθανασίου ν. James Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ωστόσο πρέπει να υποδείξουμε ότι η ανάγκη γνωστοποίησης της απόφασης για επιβολή τελών αποτελεί επιταγή της νομολογίας (βλ. Χριστοδούλου, πιο πάνω) και επιταγή των αρχών του διοικητικού δικαίου. Η επιβολή τελών αποτελεί, καθώς έχει νομολογηθεί, διοικητική πράξη, οι δε σχετικές αρχές του διοικητικού δικαίου απαιτούν γνωστοποίηση της στον ενδιαφερόμενο». Στην Κυριακίδης κ.α. v. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75 στην οποία ακολουθήθηκε η απόφαση στην υπόθεση Α. Π. (Μηλιώτης) Ακίνητα Λίμιτεδ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12v λέχθηκαν σχετικά και τα ακόλουθα: «Η αρχή, η οποία επαναβεβαιώθηκε στη Μηλιώτης, είναι ότι, στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.» Στην ΒΑΦΕΙΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Κ. ΨΗΜΟΛΟΦΙΤΗ & Ν. ΑΡΓΥΡΟΥ v. ΔΗΜΟΥ ΑΓΛΑΝΤΖΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 196/21, 16/2/23 η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους και τις ίδιες κατηγορίες για διαφορετικό έτος τελών και στο πλαίσιο της οποίας προβλήθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση η ίδια γραμμή υπεράσπισης όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, ήτοι ότι λανθασμένα επιβλήθηκαν τέλη στον διαλυθέντα συνεταιρισμό ο οποίος δεν διατηρούσε το επαγγελματικό υποστατικό σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκαν τα τέλη, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδικαστική απόφαση εναντίον της Κατηγορούμενης 1 επανέλαβε με παραπομπή στην ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΕΛΛΗΝΑ, Πολιτική Έφεση ΑΡ. 163/14, 17 Ιουνίου, 2021, στην Γεωργιάδης ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2005)1 ΑΑΔ 1491) και την Theosavva Co Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. Αρ. 177/12, 5.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A78 την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η επιβολή φόρων και τελών αποτελεί διοικητική πράξη η οποία αν δεν ανατραπεί καθίσταται αμάχητη και παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα ώστε να παρέχεται, άνευ ετέρου, το δικαίωμα έγερσης αγωγής προς είσπραξη ή δυνατότητα, όπως εν προκειμένω, άσκησης ποινικής δίωξης. Τα όσα η Κατηγορούμενη 1 μέσω του ΜΥ1 αλλά και κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 προσπάθησε να ισχυριστεί στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης συναρτώνται με την ορθότητα της επιβολής των επίδικων τελών ως διοικητικής πράξης και συνακόλουθα, οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης 1 δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο. Η εγκυρότητα της επιβολής των επίδικων τελών θα μπορούσε να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο ως αποκλειστικά αρμόδιο να εξετάσει τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 1. Εν προκειμένω, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η υποχρέωση της κατηγορούμενης 1 να καταβάλει τη φορολογία σε σχέση με τις ειδοποιήσεις επιβολής των επίδικων τελών επαγγελματικής άδειας και άδειας λειτουργίας για το έτος 2018 κατέστη ανέκκλητη και συνακόλουθα, η παράλειψή της να καταβάλει τη σχετική φορολογία αξιόποινη. Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Κατηγορούμενης 1, αυτοί εισηγούνται ότι αυτό το οποίο διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση που αντιμετώπισε η Κατηγορούμενη 1 σε σχέση με τα τέλη του έτους 2017 είναι ο νέος ισχυρισμός της Υπεράσπισης περί νόσφισης εξουσίας, που δεν είχε τεθεί στο πλαίσιο της προηγούμενης ποινικής υπόθεσης. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η επιβολή των επίδικων τελών έγινε κατά νόσφιση εξουσίας παραπέμποντας στο πιο κάτω απόσπασμα από την Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου,
(1994)2 Α.Α.Δ. 137: «Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για τους λόγους που προβλέπονται στο Άρθρο 146.1. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1, όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (Βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και Άλλων
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Μόνο στην περίπτωση νόσφησης εξουσίας μπορεί πράξη να αγνοηθεί διότι στην περίπτωση εκείνη το προϊόν της νόσφησης δεν περιέρχεται στη σφαίρα του δικαίου.» Σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τη διοικητική πράξη επιβολής των επίδικων τελών και να αθωώσει την Κατηγορούμενη 1. Η σχετική εισήγηση έχει και πάλι ως υπόβαθρο τη θέση ότι επιβλήθηκαν τέλη σε διαλυθέντα συνεταιρισμό καθώς επίσης και τη θέση ότι ο Δήμος είχε λάβει γνώση περί τούτου όταν επέβαλλε τα εν λόγω τέλη. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, η σχετική εισήγηση είναι απορριπτέα. Καταρχάς, από την ίδια τη μαρτυρία της Υπεράσπισης καθίσταται σαφές ότι τα περί διάλυσης του συνεταιρισμού τέθηκαν στον Δήμο μέσω των επιστολών Τεκμήριο 8 πολύ μεταγενέστερα της επιβολής των επίδικων τελών. Ακόμα και όταν ο ΜΥ1 ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε απλώς γενικά και αόριστα ότι ενημέρωσε τον Δήμο και ερωτηθείς να αναφέρει πως τον ενημέρωσε παρέπεμψε στις ρηθείσες, μεταγενέστερες της επιβολής των τελών, επιστολές (Τεκμήριο 8). Προς στοιχειοθέτηση της κατ' ισχυρισμό γνώσης του Δήμου παραπέμπουν στην αγόρευση τους σε μία γραπτή συγκατάθεση διάλυσης της μίσθωσης που επισυνάφθηκε στην πρώτη επιστολή του Τεκμηρίου 8 για την οποία λέγουν ότι επρόκειτο για μία συγκατάθεση διάλυσης της μίσθωσης του ακινήτου που μίσθωνε ο Δήμος στον συνεταιρισμό και πως ο Δήμος συγκατατέθηκε στη μίσθωση από μία άλλη εταιρεία. Το ίδιο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου καμία αναφορά δεν κάνει στην Κατηγορούμενη 1 παρά μόνο σε δύο φυσικά πρόσωπα, ούτε αναφέρεται σε μίσθωση σε άλλο πρόσωπο. Πέραν τούτου, όταν υποδείχθηκε το εν λόγω έγγραφο στον ΜΚ1 αυτός δεν το αναγνώρισε, ενώ ο ΜΥ1 που το κατέθεσε ουδόλως προέβη σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά επί τούτου. Στην πραγματικότητα, η Υπεράσπιση υπό τον μανδύα της νόσφισης εξουσίας προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς οι οποίοι συναρτώνται και πάλι με την ορθότητα, νομιμότητα και εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής των επίδικων τελών η οποία, ενόψει της μη προσβολής της, κατέστη ανέκκλητη. Καταληκτικά, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορούσε να στοιχειοθετήσει νόσφιση εξουσίας κατά την επιβολή των επίδικων τελών. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [2] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [3] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [4] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [5] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [6] Κυπριακή Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd και Άλλης,
(2007)1 Α.Α.Δ. 883, Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 C.L.R. 47 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82). [7] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [8] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [9] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [10] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Δήμων Νόμου τoυ 1985 (Ν. 111/1985), "συμβoύλιov" σημαίvει τo συμβoύλιoν oιoυδήπoτε δήμoυ, τo συσταθέν συμφώνως πρoς τας διατάξεις τoυ παρόντoς Νόμoυ και περιλαμβάvει επίσης δημoτικήv επιτρoπήv διoριζoμέvηv δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.