← Κύπρος

ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1129/2018, 31/3/2023

ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1129/2018, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1129/2018 ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Κατηγορούσα Αρχή και

  1. Μ.Μ. ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Πολυκάρπου. Για τους Κατηγορούμενους: κα Κ. Κουππαρή. Κατηγορούμενος 2 παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Πρόκειται για μία επιταγή για το ποσό των €4.000 η οποία ήταν πληρωτέα στις 10/9/17 και η οποία όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση της επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. (2η κατηγορία). Ειδικότερα, κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτης ή αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή στην έκδοση της ρηθείσας επιταγής. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε ένα
(1)μάρτυρα τον κ. Γιάγκο Διάκου κατά την μαρτυρία του οποίου κατατέθηκαν 2 Τεκμήρια (ΜΚ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Θα αναφερθώ απλώς περιγραφικά και συνοπτικά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του, τονίζοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει στον αναγκαίο και επιτρεπόμενο βαθμό, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.[1] Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος του πελατολογίου της Παραπονούμενης εταιρείας και τα καθήκοντά του είναι η παρακολούθηση των υπολοίπων καθώς και η τήρηση των συμφωνιών μεταξύ της Παραπονούμενης και των πελατών της. Πρόσθεσε ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν ήταν πελάτης της Παραπονούμενης ούτε ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά τον Κατηγορούμενο
  1. Κατέθεσε ως Tεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή και σε ότι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή περιήλθε στην κατοχή της Παραπονούμενης εταιρείας ανέφερε ότι στην επίσκεψη κάποιου υπαλλήλου της Παραπονούμενης εταιρείας στην εταιρεία La Maison Vrachimis παρέλαβε ο εν λόγω υπάλληλος την επιταγή Τεκμήριο 1 έναντι του υπόλοιπου της εταιρείας La Maison Vrachimis. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της εταιρείας La Maison Vrachimis με την Παραπονούμενη και εξήγησε ότι αφού παραλήφθηκε η επιταγή Τεκμήριο 1 έγινε πίστωση στον λογαριασμό της εταιρείας La Maison Vrachimis ύψους €4000 που αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής. Ερωτηθείς να αναφέρει ποιος έδωσε την επίδικη επιταγή στον υπάλληλο της Παραπονούμενης ανέφερε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και πρόσθεσε ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα και δεν πληρώθηκε λόγω ανεπαρκούς υπόλοιπου. Επικοινώνησαν με την εταιρεία La Maison Vrachimis από την οποία παρέλαβαν την επίδικη επιταγή πλην όμως δεν τους έδωσαν τις απαντήσεις που ήθελαν γι' αυτό προχώρησαν στην καταχώριση της υπόθεσης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε επικοινωνία με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Αντεξεταζόμενος, όταν του υποδείχθηκε ο κατηγορούμενος 2 στο εδώλιο του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι είναι η πρώτη φορά που τον έβλεπε και περαιτέρω είπε πως η Παραπονούμενη εταιρεία δεν είχε οποιεσδήποτε συναλλαγές με την Κατηγορούμενη
  2. Πρόσθεσε ότι δεν ρωτήθηκε ο κ. Βραχίμης για ποιον λόγο τους έδωσε επιταγή με εκδότη άλλο πρόσωπο γιατί, όπως εξήγησε ο ΜΚ1, αυτό είναι κάτι το οποίο συνηθίζεται σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, δηλαδή να παίρνουν επιταγή έναντι υπόλοιπου με εκδότη της επιταγής άλλη εταιρεία. Σε σχετική υποβολή ότι ο κ. Βραχίμης έκλεψε το μπλοκ επιταγών και δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή προς αυτόν για €4000 από την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν έκλεψε το μπλοκ επιταγών ούτε είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε να γνωρίζει η Παραπονούμενη εταιρεία. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η συνήγορος των Κατηγορουμένων, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας έχουν παρουσιαστεί ικανοποιητικά στοιχεία για να κληθούν οι Κατηγορούμενοι σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες του υπό εξέταση ζητήματος έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191), In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250, Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B227, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σ' αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.[4] Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής.[5] Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.» Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη 1 από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, εξ όψεως πάντοτε θεωρούμενη και χωρίς την με οποιοδήποτε τρόπο υποκειμενική και εις βάθος αξιολόγηση της ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ή τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1, στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 καλείται σε απολογία στην κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Στρέφομαι τώρα στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση της επίδικης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η συνέργεια αποτελεί ιδιαίτερο αδίκημα, η διάπραξη του οποίου μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο δράστης του αδικήματος αυτού τυγχάνει μεταχείρισης ως ο αυτουργός του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου έχει εξυπηρετήσει με κάποιο από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Θεμέλιο στήριξης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 συνιστά η απόδειξη του χρόνου υπογραφής της κάθε επιταγής, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του εν λόγω αδικήματος.[6] Κατά τη νομολογία, η συνέργεια συντελείται κατά τον χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία.[7] Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[8] Είναι επίσης νομολογημένο ότι η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική υπό την έννοια ότι καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής.[9] Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του προσώπου που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα.[10] Με άλλα λόγια, εκείνος που υπογράφει επιταγή εκ μέρους εκδότριας εταιρείας, έχει υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι η επιταγή που υπογράφει θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πληρωμή, με τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, να στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική του ευθύνη.[11] Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 δεν έχει προσφερθεί ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την κατηγορία που του αποδίδεται. Δεν έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός πράγματι συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι ήταν ο Κατηγορούμενος 2 που υπέγραψε την επίδικη επιταγή και συνακόλουθα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ως προς το με ποιο τρόπο αυτός συνέδραμε στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής ότι προέκυψε από την αντεξέταση του ΜΚ1 η συνδρομή του Κατηγορούμενου 2 και ειδικότερα ότι προέκυψε από την αντεξέταση ότι η επίδικη επιταγή έχει υπογραφεί από τον Κατηγορούμενο 2 δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εισήγηση αυτή φαίνεται να στηρίζεται στο περιεχόμενο της ακόλουθης ερώτησης και απάντησης κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 (παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα των αποστενοτυπημένων πρακτικών της διαδικασίας): «Ε. Όταν σας ανέφερε ο δικηγόρος σας γιατί του αναφέρθηκε του δικηγόρου σας ότι υπάρχει αυτός ο ισχυρισμός από τον διευθυντή του στεγνοκαθαριστηρίου / σιδερωτήριου Ταμασός που σας είπα πριν ότι κλάπηκε αυτό το block με την επιταγή και ουδέποτε... ναι μεν ήταν υπογραφή του αλλά ουδέποτε είχε εκδώσει, ήταν συμπληρωμένο προς τον κύριο Μπέα ή υπήρχε πρόθεση αυτή η επιταγή, η επιταγή η συγκεκριμένη να δοθεί στον κύριο Μπέα για οποιοδήποτε ποσό. Σας το ανέφερε αυτό ο δικηγόρος σας, αυτό που σας ανέφερα τώρα; Α. Η απόφαση της διεύθυνσης είναι να εισπραχθεί το οφειλόμενο πόσο πριν την εταιρεία Μιτσίδης Δημόσια εταιρεία Ltd, γι' αυτό ανάθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο, στον κύριο Πολυκάρπου Ανδρέα και δρομολογείται η δικαστηριακή εξιχνίαση της υπόθεσης». Στο πιο πάνω απόσπασμα γίνεται αναφορά σε κάποιον διευθυντή του ΣΤΕΓΝΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΙΔΕΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΜΑΣΟΣ ο οποίος σε κανένα στάδιο δεν συσχετίστηκε με τον Κατηγορούμενο 2, ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής του εν λόγω Στεγνοκαθαριστηρίου. Γίνεται απλώς αναφορά σε κάποιον διευθυντή και στην υπογραφή αυτού του διευθυντή, τα στοιχεία του οποίου παρέμειναν άγνωστα στο Δικαστήριο και τα οποία ουδόλως συσχετίστηκαν με τον Κατηγορούμενο
  1. Με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά στην αντεξέταση του ΜΚ1 ότι η επίδικη επιταγή φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου
  2. Αντικειμενικά προσεγγίζοντας, λοιπόν, την από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία, χωρίς τούτη να αξιολογείται σε αυτό το στάδιο με ζητούμενο το αν είναι αξιόπιστη ή όχι, αυτή δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, έστω και αν αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή ως αξιόπιστη στο τελικό στάδιο της δίκης. Προβαίνοντας λοιπόν σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και χωρίς να υπεισέρχομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έργο που επιτελείται μόνο στο τέλος της δίκης, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει αρκετά ισχυρή στην ουσία της μαρτυρία που να καθιστά δυνατή την καταδίκη του κατηγορούμενου 2 μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι τέτοια ώστε εάν ο κατηγορούμενος 2 κληθεί σε απολογία, θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή. Εν προκειμένω, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη του κατηγορούμενου
  3. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η προσαχθείσα μαρτυρία δεν συσχετίζει τον Κατηγορούμενο 2, για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με το αδίκημα που του προσάπτεται. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο μαρτυρικό υλικό ώστε, υπό το φως της προαναφερόμενης νομολογίας, να δικαιολογείται υπό τις δοσμένες περιστάσεις η κλήση του Κατηγορούμενου 2 σε απολογία. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 2 και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποιν. Έφεση 121/2014 ημ. 16/12/2016. [2] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, Shaaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam [1969] 3 All E.R. 1626, [5] Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145 και Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015. [6]Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOULOY LTD v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Εκκαθαριστών της, κ.α. Ποιν. Έφεση 291/2015 ημ. 03/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B238, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021 και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021 [7] Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016 και DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018 [8] Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706. [9] Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016 [10] Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018, Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17, ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017, ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΙΡΛΑΠΠΟΥ ν. ΑΝΤΡΕΑ ΠΕΤΡΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 32/2016, 24/4/2018. [11] ΚΑΣΑΠΗ v. ΜΕΝΕΞΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2020, 20 Ιουλίου 2021. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.