NIKOLAY SARANCHA ν. ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 1713/2018, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1713/2018 NIKOLAY SARANCHA Παραπονούμενος και ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ. Π. Μιχαήλ για ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις
(4)κατηγορίες. Κατηγορείται για απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Κεφ. 154 (2η κατηγορία), για απόπειρα απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(2)του Κεφ. 154 (3η κατηγορία), για απάτη κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 (4η κατηγορία) και για απόπειρα απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 366 και 367 του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορείτο επίσης και για το αδίκημα της κλοπής (1η κατηγορία). Στο πλαίσιο της απόφασης του Δικαστηρίου σε σχέση με την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 19/1/23, αυτός απαλλάγηκε και αθωώθηκε από αυτήν την κατηγορία για τους λόγους που εμφαίνονται στο κείμενο της ρηθείσας απόφασης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος κατά το 2016 με ψευδείς παραστάσεις ως περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία απέσπασε από τον Παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €70.000». Ενόψει του ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίες παραπέμπουν στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας παραθέτω αυτολεξεί τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος, δικηγόρος, κατά το 2016 έκλεψε από τον Παραπονούμενο, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των €70.000 το οποίο του είχε δοθεί κατόπιν διαβεβαίωσης του και την υπογραφή συμφωνίας στις 21/01/2016 ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας και την έκδοση διαβατηρίου και ή ταυτότητας για τον ίδιο και την οικογένειά του με βάση το εδάφιο 2 του Άρθρου 111 Α του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002-2015, κάτι το οποίο όμως δεν συνέβαινε τόσο κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας όσο και κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος στις 13/07/2016 και αρνήθηκε να επιστρέψει το εν λόγω ποσό όταν του ζητήθηκε με επιστολή του δικηγόρου του Παραπονούμενου ημερομηνίας 26/10/2017, υπενθύμιση στις 15/11/2017 και προσωπική επίδοση επιστολής στις 11/12/2017.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας: «ο Κατηγορούμενος κατά το 2016 αποπειράθηκε να διαπράξει το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις δηλαδή να αποσπάσει από τον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €50.000, αφού είχε ήδη εισπράξει το ποσό των €70.000, κατόπιν διαβεβαίωσης του και την υπογραφή συμφωνίας στις 21/1/2016 ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας και την έκδοση διαβατηρίου και/ή ταυτότητας για τον ίδιο και την οικογένειά του με βάση το εδάφιο 2 του άρθρου 111Α του περί αρχείου πληθυσμού νόμου 2002-2015 κάτι το οποίο όμως δεν συνέβαινε τόσο κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας όσο και κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος στις 13/7/2016». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα κατά το 2016 απέσπασε από τον Παραπονούμενο ως περιγράφεται στην 1η κατηγορία το συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ.» Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας: «Ο Κατηγορούμενος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα κατά το 2016 αποπειράθηκε να αποσπάσει από τον Παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €50.000, αφού προηγουμένως είχε εισπράξει το ποσό των €70.000, κατόπιν διαβεβαίωσης του και την υπογραφή συμφωνίας στις 21/1/2016 ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας και την έκδοση διαβατηρίου και/ή ταυτότητας για τον ίδιο και την οικογένειά του με βάση το εδάφιο 2 του άρθρου 111Α του περί αρχείου πληθυσμού νόμου 2002-2015 κάτι το οποίο όμως δεν συνέβαινε τόσο κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας όσο και κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος στις 13/7/2016». Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή του η πλευρά του Παραπονούμενου κάλεσε τρεις μάρτυρες κατά τη μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 19 Τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας ήταν η σύζυγος του Παραπονούμενου, κα Elena Sarancha (ΜΚ1), δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Παραπονούμενος (ΜΚ2) και τρίτος και τελευταίος μάρτυρας η κα Ζωή Τουλέκη (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Η ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι είναι η σύζυγός του παραπονούμενου. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ανέφερε ότι η ίδια γνώρισε τον κατηγορούμενο τον Γενάρη του 2016 στο γραφείο του. Πρόσθεσε ότι όταν αποφάσισαν ότι είναι έτοιμοι για απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας, μέσω σύστασης για τον κατηγορούμενο επισκέφθηκαν το γραφείο του για να συζητήσουν τα έγγραφα. Σύμφωνα με την ίδια, συνάντησε τον κατηγορούμενο 3-4 φορές στο γραφείο του και κατά τη διάρκεια των συναντήσεων η ίδια και ο σύζυγός της μιλούσαν ρωσικά και στο γραφείο του κατηγορούμενου υπήρχε μια κοπέλα η οποία μιλούσε πολύ καλά ρωσικά και η οποία εκτελούσε χρέη διερμηνέα. Πρόσθεσε ότι όταν πήγε για πρώτη φορά στο γραφείο του η ίδια είχε πολύ καλή εντύπωση γιατί σε όλο το γραφείο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είχε πολλές εικόνες του Χριστού. Σε ότι αφορά την καταβολή των ποσών προς τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι τον Γενάρη του 2016 μέτρησε και έδωσε στον κατηγορούμενο ποσό ύψους €20.000 και σε ότι αφορά το δεύτερο ποσό ύψους €50.000 το οποίο επίσης δόθηκε στον κατηγορούμενο στην παρουσία της δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία λέγοντας ότι ήταν περί τον Απρίλιο-Μάιο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της ερωτηθείσα τι ήταν αυτό που τους έκανε να κάνουν το βήμα και να προχωρήσουν τη συνεργασία με τον κατηγορούμενο είπε πως ήταν η πίστη ότι όλα θα πάνε καλά αλλά και το περιβάλλον και οι διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου ότι όλα θα πάνε καλά και ότι θα αποκτήσουν την ιθαγένεια. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ήταν πολύ όμορφο το περιβάλλον και η αίσθηση ήταν ότι όλα θα πάνε καλά. Ερωτηθείσα εάν τους έκανε οποιεσδήποτε ερωτήσεις που ενδιέφεραν τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν θυμάται όλες τις λεπτομέρειες, αλλά θυμάται ότι τους είπε ότι μπορεί πρώτα να εξασφαλίσει την απόκτηση της ιθαγένειας για την ίδια και τον σύζυγό της και ακολούθως για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Ερωτηθείσα εάν είχαν αναφέρει οτιδήποτε στον κατηγορούμενο για κινητή και ακίνητη περιουσία που είχαν στην Κύπρο ανέφερε ότι είχαν πολλές συναντήσεις με τον κατηγορούμενο και σε αυτές τις συναντήσεις του είπαν ότι έχουν 5 εγγόνια που έρχονται στην Κύπρο και ότι είχαν και παραθαλάσσια βίλα στην Κύπρο, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν πολύ όμορφη η επικοινωνία τους, έκαναν χαρούμενες συζητήσεις και όλα πήγαιναν πολύ καλά. Σε σχετική ερώτηση εάν ο κατηγορούμενος τους είχε εξηγήσει τις προϋποθέσεις που απαιτεί η νομοθεσία ή εάν τους είπε ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για να προχωρήσουν για την αίτηση ανέφερε ότι δεν θυμάται τις λεπτομέρειες, αλλά θυμάται ότι τους διαβεβαίωσε ο κατηγορούμενος με πολλή σιγουριά ότι θα τους εξασφάλιζε την ιθαγένεια. Αντεξεταζόμενη, ερωτηθείσα εάν είχαν αναφέρει στις συζητήσεις που είχαν με τον κατηγορούμενο ότι ήταν στην Κύπρο με τον σύζυγό της και παραπονούμενο από το 2004 απάντησε ότι δεν θυμάται. Ερωτηθείσα εάν την ενημέρωσε ο σύζυγός της για τις αιτήσεις που υπέβαλε ο κατηγορούμενος και το αποτέλεσμα των αιτήσεων ανέφερε ότι με αυτά ασχολήθηκε ο σύζυγός της και πως η ίδια ήταν παρούσα στην υπογραφή της συμφωνίας και στην παράδοση χρημάτων αλλά με όλα τα έγγραφα ασχολήθηκε ο σύζυγός της. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της συμφώνησε ότι πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν ότι πρώτα θα υποβληθούν οι αιτήσεις για την ίδια και τον σύζυγό της και ακολούθως για τα παιδιά τους. Ο Παραπονούμενος (ΜΚ2) κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι το 1994 αγόρασαν διαμέρισμα στην Κύπρο στο οποίο έμεναν κατά περιόδους και το 2005 υπέγραψε συμφωνία αγοράς μιας υπό ανέγερση έπαυλης η οποία του παραδόθηκε τον Μάιο του 2008 και από τότε μέχρι σήμερα διαμένουν μαζί με τη σύζυγό του (ΜΚ1) σε αυτήν την έπαυλη για περιόδους άνω των 6 μηνών το έτος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 21/01/16 συμφώνησε γραπτώς με τον κατηγορούμενο όπως υποβάλει σχετική αίτηση προς το Υπουργείο Εσωτερικών ή σε οποιαδήποτε άλλη Δημόσια Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτως ώστε να του εξασφαλίσει κυπριακή υπηκοότητα, έτσι ώστε να πολιτογραφηθεί ως Κύπριος πολίτης τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, όπως του είχε εξηγήσει ο κατηγορουμένους, η όλη διαδικασία θα στηρίζετο στο σχέδιο για την κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση επενδυτών στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία και ήταν βέβαιος ότι θα τους εξασφάλιζε κυπριακά διαβατήρια και ταυτότητες. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 τη σχετική συμφωνία. Πρόσθεσε ότι πέραν από τον ποσό των €20.000 που καταβλήθηκε με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ο κατηγορούμενος του ζήτησε και κατέβαλε επιπρόσθετα το ποσό των €50.000 στις 14/03/
- Όπως περαιτέρω ανέφερε, ο κατηγορούμενος, προτού τον πείσει να του καταβάλει το ποσό των €50.000, τον διαβεβαίωσε επανειλημμένως ότι το εν λόγω ποσό είναι αναγκαίο για την προώθηση και διεκπεραίωση των υπηρεσιών του και του δήλωσε ξεκάθαρα ότι όλα πηγαίνουν καλά και ότι σύντομα θα εκτελούσε αυτά που είχαν συμφωνήσει, προσθέτοντας ότι εάν τυχόν δεν εκτελέσει αυτά που συμφωνήθηκαν εντός 6 μηνών τότε το ποσό των €50.000 θα του επιστρέφετο μαζί με το ποσό των €20.
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν αποτέλεσμα των αναληθών, παραπλανητικών και έντονων διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου προς τον ίδιο ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του με βεβαιότητα πληρούσαν τις προϋποθέσεις για πολιτογράφηση επενδυτών στην Κύπρο και ότι με βεβαιότητα θα εκτελούσε αυτά που ανέλαβε να εκτελέσει με βάση την επίδικη συμφωνία. Ακολούθως, ανέφερε ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν προς την Υπηρεσία Μετανάστευσης μέσω του κατηγορούμενου στις 13/07/2016 και στις 18/07/2017 στάληκε από το γραφείο του κατηγορούμενου ηλεκτρονικό μήνυμα ίδιας ημερομηνίας προς τον κύριο Κώστα Γρηγοριάδη, λειτουργό του Υπουργείου Εσωτερικών, με το οποίο ο κατηγορούμενος ζητούσε να μάθει την πορεία εξέτασης των αιτήσεων και στο οποίο έλαβε απάντηση ότι οι αιτήσεις είχαν προωθηθεί στον Υπουργό για λήψη απόφασης (Τεκμήριο 4). Πρόσθεσε ότι, ενώ είχε αποσύρει την αίτησή του και αυτήν της συζύγου του περί τα τέλη 2016 αρχές 2017, εντούτοις, η απάντηση του κ. Γρηγοριάδη ήταν αυτή που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι βλέποντας ότι ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρίθηκε προς τα συμφωνηθέντα και αντιλαμβανόμενος ότι οι υποσχέσεις του δεν έφτασαν σε κάποιο αποτέλεσμα και αφού παρήλθε η προθεσμία των 6 μηνών, διερεύνησε ο ίδιος προσωπικά το θέμα αποτεινόμενος στις αρμόδιες υπηρεσίες και πληροφορήθηκε ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις από τον ίδιο και την οικογένειά του για την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας. Μετά από αυτήν την πληροφόρηση που έλαβε, περί τα τέλη του 2016 αρχές του 2017, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία απέσυρε τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί για τον ίδιο και τη σύζυγό του, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι, είχαν συναντηθεί 2-3 φορές με τον κατηγορούμενο πριν την υπογραφή της συμφωνίας και ο παραπονούμενος είχε στείλει στα ρωσικά στον κατηγορούμενο κάτι σαν προσχέδιο της συμφωνίας περί τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος του έδωσε κάποιες βεβαιώσεις για την πολιτογράφηση όταν κατέληξαν στη συμφωνία (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ότι θα το κάνει, ότι έχει λύσεις και μέσα για να το κάνει και του έλεγε για κάποιον βουλευτή το όνομα του οποίου δεν θυμόταν. Πρόσθεσε ότι πριν υπογράψουν τη συμφωνία είχαν συζητήσει με τη γυναίκα του στο σπίτι για τις διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου, αλλά είχαν επίσης σκεφτεί ότι είναι δικηγόρος, ότι ξέρει τους νόμους και τη νομοθεσία και ότι ξέρει τι λέει και πως δεν θέλει να αμαυρώσει τ' όνομα του. Πρόσθεσε ότι όταν πήγαιναν στο γραφείο του μερικές φορές περίμεναν μισή ώρα και παραπάνω αφού υπήρχαν 4-5 άτομα που περίμεναν στην ουρά και αυτό ήταν για τους ίδιους μια απόδειξη ότι έχει πελάτες και ότι δουλεύει το γραφείο του. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι το φθινόπωρο του 2016 ζήτησε κάποιες συμβουλές από κάποιους ανθρώπους οι οποίοι του εξήγησαν ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν πρόωρα γιατί δεν συμπλήρωσαν τον χρόνο που χρειάζεται για πολιτογράφηση και του εξήγησαν ότι πρέπει να ανακαλέσει την αίτησή του διότι διαφορετικά θα απορριφθεί και θα έπρεπε να τα κάνουν όλα από την αρχή. Σε σχετική ερώτηση ως προς το κατά πόσο ενημέρωσαν τον κατηγορούμενο για το γεγονός της απόσυρσης ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατό να βρουν τον κατηγορούμενο επειδή δεν απαντούσε το τηλέφωνο και δεν μπορούσαν να έχουν οποιανδήποτε επικοινωνία μαζί του. Συμφώνησε ότι παρά τη γραπτή συμφωνία η συνεννόηση μεταξύ τους ήταν ότι πρώτα θα υποβάλλονταν οι αιτήσεις για τον ίδιο και τη σύζυγό του και ακολούθως για τα παιδιά τους. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του αναγνώρισε ένορκη δήλωσή του που κατέθεσε στο πλαίσιο αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λέγοντας ότι σε αυτήν έγινε λάθος στη δακτυλογράφηση με την ημερομηνία σε σχέση με την αναφορά που γίνεται στη ρηθείσα ένορκη δήλωση ότι διαμένει στην Κύπρο από το
- Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του σε σχετική ερώτηση ως προς το για ποιο λόγο δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία, αφού ένιωθε ότι ήταν εξαπατημένος, ανέφερε ότι είχε την ελπίδα ότι κάτι θα γίνει από αυτό και όταν κατάλαβε ότι δεν θα παραλάβει τα διαβατήρια επειδή δεν συμπλήρωσε τον χρόνο που χρειάζεται και πως δεν μπορεί να υπολογιστεί ως επενδυτής, παρόλο που το ποσό που κατέβαλε ήταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, σημαντικό και κατάλληλο, αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρο. Αναγνώρισε ότι ήταν δυνατό να μην πήγαινε το πράγμα έτσι όπως προβλεπόταν και έτσι όπως νόμιζαν, αλλά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να του πει ότι υπάρχει πρόβλημα και να το συζητήσουν. Η τρίτη μάρτυρας για την πλευρά του Παραπονούμενου κα Ζωή Τουλέκκη (ΜΚ3) η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης από το
- Η ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 τη νέα αίτηση για απόκτηση Κυπριακής Υπηκοότητας ημερομηνίας 20/10/2017 σε σχέση με τον Παραπονούμενο την οποία εξέτασε η ίδια. Ανέφερε ότι η εισήγησή της σε σχέση με αυτήν την αίτηση ήταν θετική. Ερωτηθείσα τι είχε η νέα αίτηση ως δεδομένα που δεν είχε η προηγούμενη αίτηση του Παραπονούμενου και της συζύγου του, ανέφερε ότι προηγουμένως δεν πληρούσαν τα τυπικά προσόντα που ήταν τα χρόνια διαμονής στη Δημοκρατία. Όπως ανέφερε, στις προηγούμενες αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε σχέση με τον Παραπονούμενο και τη σύζυγό του τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 18 και 19 δεν πληρούνταν τα χρόνια διαμονής και υπήρχαν σημειώματα προς τον Υπουργό Εσωτερικών από την λειτουργό που της εξέτασε, την κα Στρατουρά, για απόρριψή τους τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 15 και
- Όπως εξήγησε, τα σημειώματα αυτά δεν προωθήθηκαν ούτε στον Υπουργό ούτε στον Διευθυντή τους επειδή ο Παραπονούμενος με τη σύζυγό του απέσυραν τις αιτήσεις προτού ολοκληρωθεί η εξέταση τους. Όπως περαιτέρω εξήγησε, σε περίπτωση μη απόσυρσης των αιτήσεων οι φάκελοι θα πήγαιναν στον Υπουργό και η απόφαση ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού παραπέμποντας στην αναφορά του σχετικού νόμου ότι ο Υπουργός δύναται να εγκρίνει τέτοιο αίτημα, ανεξάρτητα από τις όποιες εισηγήσεις των λειτουργών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι δύο αυτές αιτήσεις Τεκμήρια 18 και 19 (δηλαδή τις αρχικές αιτήσεις), υποβλήθηκαν σύμφωνα με τον Νόμο 141(I)/2002 δια της κανονικής οδού και μέσω της διαδικασίας για κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση. Πρόσθεσε ότι η μόνη διαφορά στις αποσυρθείσες αιτήσεις και στη νέα αίτηση ήταν η ημερομηνία υποβολής τους που άλλαξε τα δεδομένα. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Γ). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι περί τις αρχές του 2016 τον επισκέφθηκαν ο παραπονούμενος με τη σύζυγό του στο γραφείο του κατόπιν συστάσεων με την επιθυμία να εξασφαλίσουν κυπριακή υπηκοότητα. Μετά από αρκετές συζητήσεις και πληροφορίες που του έδωσαν οι ίδιοι, αλλά και έγγραφα που του παρέδωσαν, κατέληξαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ίδιος βασισμένος στις πληροφορίες που ο παραπονούμενος του έδωσε πείστηκε ότι είχαν συμπληρώσει τη χρονική περίοδο που απαιτείτο για να αποκτήσουν κυπριακή ιθαγένεια, αφού θέση του Παραπονούμενου ήταν ότι διέμεναν αρχικά από το 1994 για μικρά διαστήματα στην Κύπρο και ακολούθως, από το 2004 μέχρι το 2016 σε ακίνητο αξίας €2.400.000 το οποίο αγόρασαν το
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη του την ισχύουσα νομοθεσία ήταν σίγουρος ότι θα εξασφάλιζε τα διαβατήρια των πελατών του. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο κατηγορούμενος, στη βάση των πληροφοριών που του έδωσε ο παραπονούμενος και των εγγράφων που του παρουσίασε τον διαβεβαίωσε όντως τόσο πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας όσο και μετά ότι ήταν αρκετά για την εξασφάλιση των διαβατηρίων και πως αυτή ήταν η ισχυρή προσωπική του γνώμη, συμβουλή και διαβεβαίωση που του έδωσε. Κατόπιν μελέτης των εγγράφων, των στοιχείων, αλλά και των πληροφοριών που του έδωσε ο παραπονούμενος, επέλεξε πιστεύοντας πως ήταν προς το συμφέρον του παραπονούμενου και πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα εξασφάλιζε τα διαβατήριά τους, να υποβάλει τις αιτήσεις σύμφωνα με τον τύπο Μ
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, είχε πάντοτε κατά νου ότι σε αυτήν την περίπτωση και σε συνδυασμό με την αγορά του ακινήτου ο Υπουργός δύνατο να εγκρίνει τις αιτήσεις και όταν ακόμα δεν πληρείτο κάποια προϋπόθεση. Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος, ουδέποτε είχε οποιαδήποτε πρόθεση να εξαπατήσει τον κατηγορούμενο ή να του αποσπάσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό είτε με ψευδείς παραστάσεις είτε με απάτη. Σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενου, ενήργησε καλόπιστα και γιατί πραγματικά πίστευε ότι θα εκτελούσε τις υπηρεσίες που ανέλαβε με κάθε επιτυχία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι δυστυχώς ο παραπονούμενος χωρίς να τον ενημερώσει, με επιστολή του, η οποία δεν φέρει ημερομηνία (Τεκμήριο 5), ζήτησε την απόσυρση των αιτήσεων. Ο ίδιος, όπως ανέφερε, έδωσε οδηγίες στο προσωπικό του γραφείου του και απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στο αρμόδιο Υπουργείο ζητώντας εξηγήσεις για την πορεία των αιτήσεων και έλαβε απάντηση ότι οι αιτήσεις ήταν ενώπιον του Υπουργού για εξέταση και λήψη απόφασης (Τεκμήριο 4) το οποίο ηλεκτρονικό μήνυμα έδωσε οδηγίες και εδόθη στον παραπονούμενο προκειμένου να ενημερωθεί. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην αγωγή που καταχώρισε ο παραπονούμενος εναντίον του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 αντίγραφο ένορκης δήλωσης του Παραπονούμενου στη ρωσική και ελληνική γλώσσα που είχε καταχωριστεί προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον του στο πλαίσιο της ρηθείσας αγωγής. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 22 αντίγραφο γραπτής δήλωσης του παραπονούμενου στην ελληνική γλώσσα η οποία του παραδόθηκε από τον δικηγόρο του παραπονούμενου πριν δώσει μαρτυρία ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και επεσήμανε ότι στη ρηθείσα ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 22) ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι διαμένει στην Κύπρο από το 2004 σε ιδιόκτητη κατοικία και πως αυτά είναι που ανέφερε και του ίδιου του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο που τον διαβεβαίωνε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις για την απόκτηση κυπριακού διαβατηρίου. Κατά τον κατηγορούμενο, στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε ο παραπονούμενος στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης άλλαξε την ιστορία του σε σχέση με τη διαμονή του στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος και ο δικηγόρος του αντιλήφθηκαν ότι με το περιεχόμενο της πρώτης δήλωσης που δεν κατατέθηκε τελικά (Τεκμήριο 22), που ήταν η πραγματική αλήθεια και το τι του ανέφερε ο παραπονούμενος, σύμφωνα πάντα με τον Κατηγορούμενο, πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούντο για την εξασφάλιση των διαβατηρίων και προέβησαν στην αλλαγή της δήλωσης που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο ποσό που προβλέπεται στην επίδικη συμφωνία - Τεκμήριο 1 ύψους €50.000, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό αυτό και δεν προέβη σε οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά που να δικαιολογεί οτιδήποτε το μεμπτό εναντίον του. Περαιτέρω, επεσήμανε ότι είναι ξεκάθαρο ότι την τελική απόφαση για την κατάληξη της έκβασης των αιτήσεων την είχε ο Υπουργός, η οποία απόφαση ουδέποτε ελήφθη εξ' υπαιτιότητας του παραπονούμενου και πως ο Υπουργός ή το Υπουργικό Συμβούλιο σε περιπτώσεις που ακόμα δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις δύναται σε συνδυασμό με σχετική επένδυση του αιτούντος να εγκρίνει την αίτηση. Είναι με αυτά τα δεδομένα, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, που διαβεβαίωσε τον παραπονούμενο για την σίγουρη εξασφάλιση των διαβατηρίων αυτού και της συζύγου του και αργότερα των τέκνων του και κανένα τέχνασμα, καμία απάτη και καμία ψευδή παράσταση δεν χρησιμοποίησε ποτέ εις βάρος του παραπονούμενου ή της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τον ίδιο, ενήργησε καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο καλόπιστα, ειλικρινά και πάντα βασισμένος στις πληροφορίες και στοιχεία που του παρέθεσε ο παραπονούμενος. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς να αναφέρει για ποιο λόγο δεν ανέγραψε στην επίδικη συμφωνία ότι θα ακολουθούσε τη διαδρομή της χρονικής διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία αφού πείστηκε ότι είχαν συμπληρώσει τη χρονική περίοδο που απαιτείτο και αντί αυτού καταγράφηκε στη συμφωνία ότι η αίτηση θα γινόταν με βάση το άρθρο 111Α
(2)του Ν.141(I)/2002, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε υπόψη του και τον νόμο και το ποσό της επένδυσης και μάλιστα είχε ζητήσει από τον παραπονούμενο να του φέρει μια κατάσταση λογαριασμού για να καλύπτεται το ποσό των €2.500.000 που απαιτούντο, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, για το επενδυτικό σχέδιο και πως μετά από αρκετή μελέτη και προβληματισμό θεώρησε ότι ήταν πιο ασφαλές να προχωρήσει με τον τρόπο που προχώρησε. Ήταν η θέση του ότι, από τη στιγμή που του ανέφερε ο παραπονούμενος ότι ήταν στην Κύπρο από το 2004 ασφαλέστατα, όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο κατηγορούμενος, συμπλήρωναν τη χρονική διάρκεια των ετών που απαιτείτο και έτσι ένιωθε ότι προχωρούσε στα σίγουρα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι όταν προχώρησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ο παραπονούμενος ακόμα συνέχιζε να του φέρνει έγγραφα και δεν είχε αποφασίσει μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας ποια οδό θα ακολουθούσε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε υπόψη του ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις βάσει του χρονικού διαστήματος που απαιτούσε ο νόμος προκειμένου να πάρει τα διαβατήρια, δηλαδή ξεπερνούσαν κατά πολύ, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, το διάστημα των 7 χρόνων. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε περαιτέρω ότι είχε υπόψη του το ποσό της επένδυσης του Παραπονούμενου και του είχε ζητήσει να του φέρει και κατάσταση λογαριασμού για το ποσό των €100.000- €150.000 έτσι ώστε να καλύπτονται τα €2.500.000 που απαιτούντο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, για το επενδυτικό σχέδιο. Όπως περαιτέρω ανέφερε, στην πορεία επέλεξε να ακολουθήσει την οδό που εντέλει ακολούθησε για να είναι 100% σίγουρος ότι θα κάνει αυτό που του ζήτησε ο παραπονούμενος και αυτό που ανέλαβε τα κάνει. Σε σχετική ερώτηση γιατί δεν έγραψε στη συμφωνία ότι θα ακολουθούσε τη νομική διαδρομή που τελικά ακολούθησε ανέφερε ότι δεν είχε αποφασίσει μέχρι τη στιγμή της υπογραφής ποια οδό θα ακολουθούσε και πως εάν είχε αποφασίσει δεν θα είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να το γράψει. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος συνδύασε και τη διάρκεια των ετών που διέμενε ο παραπονούμενος με τη σύζυγό του στην Κύπρο, όπως του είχαν αναφέρει, αλλά και την επένδυση που είχαν κάνει και επέλεξε έτσι να προχωρήσει με την αίτηση Μ
- Επιπρόσθετα, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι σε ότι αφορά τον χρόνο παραμονής του παραπονούμενου στην Κύπρο, ο ίδιος δεν φέρει καμία ευθύνη, διότι αυτό που του είχαν αναφέρει του ίδιου ήταν ότι έμεναν στην Κύπρο από το 2004 σε έπαυλη που αγόρασαν. Επεσήμανε ότι ο ίδιος αυτά έχει υπόψη του και πως έκανε τη δουλειά που του ανέθεσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ήταν επίσης η θέση του ότι δικαιωματικά είχε πάρει το ποσό των €70.000 αφού ο ίδιος δεν ζήτησε από τον παραπονούμενο να παρέμβει με τις δικές του ενέργειες αποσύροντας τις αιτήσεις χωρίς ο κατηγορούμενος να γνωρίζει οτιδήποτε και δημιουργώντας έτσι αυτό το πρόβλημα. Όπως περαιτέρω ανέφερε στη συνέχεια της αντεξέτασής του, ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει για το αποτέλεσμα των αιτήσεων, νοουμένου ότι οι πληροφορίες που του είχαν δώσει ο παραπονούμενος και η σύζυγος του ήταν σωστές. Πρόσθεσε ότι ήταν αρκετό μόνο από τη χρονική διάρκεια να δοθούν τα διαβατήρια, γι' αυτό ήταν σίγουρος, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, βάζοντας και το γεγονός της επένδυσης για να ενισχύσει πιο πολύ τη θέση των πελατών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, για τον ίδιο με αυτά τα δεδομένα ήταν: «Πέραν του σίγουρου ότι θα εκδοθούν εν ενήργησα στα τυφλά ούτε του αέρα ούτε τίποτε, είχα υπόψη το κάθε τι που έκαμα».[2] Σε ότι αφορά το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού να εγκρίνει τις αιτήσεις, ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση με τα δεδομένα που του είχαν αναφέρει, ο Υπουργός δεν θα χρειαζόταν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και πως εάν για οποιοδήποτε λόγο χρειαζόταν, θα είχε επιληφθεί του ζητήματος και θα έκανε τις ενέργειες που έπρεπε να κάνει ώστε να πετύχει αυτό που ανέλαβε, κάτι που δεν του δόθηκε η δυνατότητα να κάνει από τη στιγμή που ο παραπονούμενος απέσυρε τις αιτήσεις του χωρίς να αφήσει να εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση είτε θετική είτε αρνητική από τον Υπουργό. Συνέχισε λέγοντας ότι ο παραπονούμενος και η σύζυγός του πληρούσαν και με το παραπάνω τα χρόνια διαμονής, ήταν άτομα με λευκό ποινικό μητρώο, είχαν επενδύσει και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος με αυτά τα δεδομένα ο Υπουργός να αρνηθεί. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του επέμεινε στη θέση του ότι, με τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του, όλες οι προϋποθέσεις πληρούντο, ότι ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι θα έπαιρνε τα διαβατήρια και πως δεν θα αρνείτο να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε εάν δεν συμπεριφερόταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο παραπονούμενος. Πρόσθεσε σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι θα εξασφάλιζε τα διαβατήρια και δεν αρνήθηκε ούτε μια στιγμή ούτε υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι δεν τον διαβεβαίωσε για αυτό το γεγονός, πλην όμως ο λόγος που έδωσε αυτές τις διαβεβαιώσεις, όπως ανέφερε, ήταν από τη μια η χρονική περίοδος που σύμφωνα με τα λεγόμενά τους έμεναν στην Κύπρο και από την άλλη, η επένδυση που είχαν κάνει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι παρόλο που οι αιτήσεις είχαν υποβληθεί στη βάση της Μ127 ήθελε παράλληλα να φέρει εις γνώση του Υπουργού και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος και η σύζυγός του είχαν επένδυση αξίας €2.500.000 και έτσι δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα εκδίδονταν τα διαβατήρια. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν συζήτησαν με τον παραπονούμενο και του έφερε αυτά που του έφερε και του ανέφερε αυτά που του ανέφερε, ναι τον διαβεβαίωνε και ήταν η προσωπική του ισχυρή άποψη ότι θα πάρει τα διαβατήρια και αυτήν τη διαβεβαίωση την έδωσε επανειλημμένα. Επανέλαβε ότι είχε υπόψη του τα δεδομένα που του είχαν δώσει, τις πληροφορίες και τα έγγραφα και με αυτά τα δεδομένα πίστευε 100% ότι αυτά τα διαβατήρια θα εξασφαλίζονταν. Όταν του υποβλήθηκε ότι εάν έκανε μια απλή μαθηματική πράξη θα κατέληγε ότι δεν πληρούνταν τα τυπικά προσόντα της χρονικής διάρκειας παραμονής στην Κύπρο, ανέφερε ότι ο ίδιος ό,τι έκανε το έκανε βασισμένος στα λεγόμενα και αναφορές του παραπονούμενου, ο οποίος επανειλημμένα, όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της αγωγής 1475/18 ανέφερε ότι διαμένει στην Κύπρο από το 2004 και πως η πιο απλή πρόσθεση που μπορούσε να κάνει και έκανε ήταν στη βάση της τοποθέτησης του παραπονούμενου ότι μένει στην Κύπρο από το 2004 μέχρι το 2016 που είναι συνολικά 12 χρόνια, διερωτώμενος ποια άλλη πρόσθεση έπρεπε να κάνει. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι οι αιτήσεις συμπληρώθηκαν από υπαλλήλους στο γραφείο του κατηγορούμενου και ο ίδιος δεν ήταν καν μαζί τους κατά την υποβολή ούτε είχε οτιδήποτε άλλο υπόψη για να σκεφτεί να κάνει είτε οποιαδήποτε έρευνα ή οτιδήποτε άλλο αφού είχε τη διαβεβαίωση του παραπονούμενου. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ουδέποτε ζήτησε και ουδέποτε επιχείρησε να πάρει το υπολειπόμενο ποσό των €50.000 με βάση την επίδικη συμφωνία και ήταν η θέση του ότι οι αιτήσεις είχαν υποβληθεί σωστά βάσει των δεδομένων και πληροφοριών που του έδωσε ο παραπονούμενος. Όταν του υποδείχθηκαν οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν από το γραφείο του (Τεκμήριο 18 και 19) ο ίδιος ανέφερε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε πρόσθεση ούτε συμπλήρωσε ο ίδιος αυτά τα έντυπα, αλλά είχε πάντοτε κατά νου την ενημέρωση του παραπονούμενου ότι έμενε στην Κύπρο από το 2004 και πως δεν ανέμενε να τον παραπλανούσε ο κατηγορούμενος αφού κάτι τέτοιο ήταν εκτός της δικής του φαντασίας. Ήταν επίσης η θέση του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι η συμφωνία δεν τηρήθηκε εξ υπαιτιότητας του παραπονούμενου, ο οποίος απέσυρε τις αιτήσεις χωρίς να τον ενημερώσει και ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να ενημερωθεί ακόμα για την εξέλιξη των αιτήσεων. Τέλος, ήταν η θέση του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι όταν κάποιος σου λέει ότι ζει στην Κύπρο για 12 χρόνια και έχει κάνει και επένδυση ύψους €2.500.000 τότε έχεις κάθε λόγο να πιστεύεις και να διαβεβαιώνεις ότι μπορεί να πάρει διαβατήριο. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων και το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[7] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[8] Η ΜΚ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που τους ώθησε να προχωρήσουν στη συνεργασία με τον Κατηγορούμενο και να συμβληθούν μαζί του, η ίδια, η οποία ήταν παρούσα τόσο κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας Τεκμήριο 1 όσο και κατά την καταβολή του ποσού των €50.000 που έγινε σε μεταγενέστερο της υπογραφής της συμφωνίας χρόνο, ευθαρσώς ανέφερε ότι ήταν οι διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου ότι όλα θα πάνε καλά. Η ίδια δεν ανέφερε, ειλικρινώς, ότι αυτό που τους ώθησε να συμβληθούν μαζί με τον Κατηγορούμενο ήταν η παράσταση οποιουδήποτε γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος. Ήταν επίσης ειλικρινής στην τοποθέτηση της ότι η ίδια δεν θυμόταν κατά πόσο τους είπε ο Κατηγορούμενος ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να προχωρήσουν στην αίτηση πολιτογράφησης και πως το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωνε με πολλή σιγουριά ότι θα τους εξασφάλιζε την ιθαγένεια. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Απαντούσε και αυτός αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι ο Παραπονούμενος ήταν αξιόπιστος, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο κάνω αναφορά πιο κάτω για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια.[9] Δεν έπεισαν οι αναφορές του στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) ότι η επίδικη συμφωνία ήταν το αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων του κατηγορούμενου ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για πολιτογράφηση επενδυτών. Η αναφορά αυτή συναρτάται με το τι ήταν αυτό που τους ώθησε ουσιαστικά να συμβληθούν με τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, όταν ρωτήθηκε δια ζώσης στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ο Παραπονούμενος ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος τους διαβεβαίωνε ότι θα εξασφαλίσει την υπηκοότητα, ότι έχει τις λύσεις και τα μέσα για να το κάνει με αναφορά και σε κάποιο βουλευτή με τον ίδιο τον Παραπονούμενο και τη σύζυγο του (ΜΚ1) να καταλήγουν να πάρουν την απόφαση να συμβληθούν μαζί με τον Κατηγορούμενο αφού προηγουμένως και πριν προχωρήσουν να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία συζήτησαν στο σπίτι μεταξύ τους για τις διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου ότι θα τους εξασφάλισε τα διαβατήρια και προτού αποφασίσουν να προχωρήσουν σκέφτηκαν και έλαβαν υπόψη τους ότι ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος, ότι ξέρει τους νόμους και τη νομοθεσία και ότι ξέρει τι λέει και πως δεν θέλει να αμαυρώσει το όνομα του καθώς επίσης και το γεγονός ότι όταν πήγαιναν στο γραφείο του μερικές φορές περίμεναν μισή ώρα και παραπάνω αφού υπήρχαν 4 με 5 άτομα κάθε φορά που περίμεναν στην ουρά και αυτό ήταν για τους ίδιους μια απόδειξη ότι έχει πελάτες και ότι δουλεύει το γραφείο του Κατηγορούμενου. Με άλλα λόγια, ο ίδιος ο Παραπονούμενος με τις ειλικρινείς και αυθόρμητες αναφορές του ως αυτές επισημάνθηκαν πιο πάνω κατέστησε σαφές ότι αυτό που τους ώθησε να συμβληθούν με τον κατηγορούμενο δεν ήταν η όποια παράσταση γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος αλλά η γενικότερη καλή εντύπωση που αποκόμισαν από τον Κατηγορούμενο και η πεποίθηση ότι επειδή ήταν δικηγόρος ήξερε τι έκανε για τους δικούς τους λόγους ως αυτοί αναφέρθηκαν πιο πάνω. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, την αποδέχομαι. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κατέστη σαφές ότι ο ίδιος δεν ένιωθε εξαπατημένος από τον Κατηγορούμενο αλλά το παράπονο του ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν τον προσέγγισε μετά που παρήλθε το χρονικό διάστημα των 6 μηνών που προβλεπόταν στην επίδικη συμφωνία για την απόκτηση των διαβατηρίων προκειμένου να του εξηγήσει την κατάσταση ώστε να βρεθεί μία λύση. Ήταν αξιοσημείωτες οι ακόλουθες αναφορές του τις οποίες παραθέτω αυτούσιες όταν αφενός του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να τον εξαπατήσει αφού ήταν προς το συμφέρον του Κατηγορούμενου να πάρει τα διαβατήρια προκειμένου να πάρει και το υπόλοιπο τίμημα που συμφωνήθηκε ύψους €50.000 και αφετέρου, όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία: «Α. Και εγώ δεν είχα αντίρρηση να του πλερώσω ακόμα €50.000, αλλά όταν πέρασαν όλες οι προθεσμίες πέρασε όλος ο χρόνος και εγώ δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί του και έλειπε κάπου σε συναντήσεις, δεν μπορούσα να τον βρω και γι' αυτό.[10] Α. . Εγώ έτσι νομίζω ότι.εντάξει, μπορεί να συμβαίνει οποιοδήποτε, μπορεί να μην πάει και έτσι όπως προβλεπόταν, έτσι όπως νόμιζαν αλλά νομίζω ότι ο ίδιος ο δικηγόρος θα έπρεπε να πει ότι «Ξέρεις Nikolay, έτσι και έτσι, υπάρχει πρόβλημα, να το συζητήσουμε». Στη Ρωσία εγώ ασχολήθηκα με μεγάλες επιχειρήσεις και ξέρω ότι σε οποιανδήποτε περίπτωση πρέπει να ψάξεις κάποιους συμβιβασμούς για να βρεις μια λύση».[11] Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ3 η οποία έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με σαφήνεια και συνεκτικότητα όσα η ίδια γνώριζε σε σχέση με τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν προς εξασφάλιση κυπριακής υπηκοότητας για τον Παραπονούμενο και τη σύζυγο του - ΜΚ
- Απάντησε χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι η ίδια ευθαρσώς δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι η εισήγηση του λειτουργού προς τον Υπουργό κατά το στάδιο εξέτασης των αρχικών αιτήσεων που υποβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο ήταν αρνητική ενόψει της μη πλήρωσης των τυπικών προϋποθέσεων που ήταν τα χρόνια διαμονής του Παραπονούμενου και της συζύγου του στην Κύπρο, εντούτοις, η τελική απόφαση για τη χορήγηση ή μη κυπριακής υπηκοότητας ήταν του Υπουργού ο οποίος είχε διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει τις αιτήσεις. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία της ΜΚ3 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και από αυτόν τον μάρτυρα ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Ο ίδιος απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Η βασική και σταθερή θέση του Κατηγορούμενου παρά την μακρά αντεξέταση που αυτός υπέστη ήταν ότι ο ίδιος βασιζόμενος στις πληροφορίες που του έδωσε ο Παραπονούμενος και ειδικότερα ότι αυτός και η σύζυγος του διέμεναν από το 2004 μέχρι το 2016 σε ακίνητο στην Κύπρο αξίας €2.400.000 το οποίο αγόρασαν το 2005, πείστηκε ότι ο Παραπονούμενος και η σύζυγος του είχαν συμπληρώσει τη χρονική περίοδο που απαιτείτο για να δικαιούνται να αποκτήσουν Κυπριακή Ιθαγένεια. Θα πρέπει να λεχθεί σε αυτό το σημείο ότι αυτή η αναφορά του Κατηγορούμενου, ήτοι ο Παραπονούμενος του είχε αναφέρει ότι έμεναν στην Κύπρο από το 2004 μέχρι το 2016 και ότι ήταν σε αυτήν την αναφορά που ο Κατηγορούμενος βασίστηκε για να καταλήξει στην ισχυρή προσωπική του γνώμη, συμβουλή και διαβεβαίωση προς τον Παραπονούμενο, όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, ότι ήταν αρκετή για την εξασφάλιση των διαβατηρίων, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε επί τούτου ούτε του υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε του είπε ότι διέμενε στην Κύπρο από το 2004 μέχρι το
- Ούτε ο Παραπονούμενος στη δική του μαρτυρία ανέφερε οτιδήποτε σε συνάρτηση με το ζήτημα αυτό και ειδικότερα ως προς το περιεχόμενο των πληροφοριών που έδωσε ή δεν έδωσε στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου διαμονής τους στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα, αυτή η αναφορά του Κατηγορούμενου φαίνεται να συνάδει και να επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 21 και 22 που κατέθεσε. Ειδικότερα, στο Τεκμήριο 21 που είναι η ένορκη δήλωση του Παραπονούμενου στο πλαίσιο της αγωγής που καταχώρισε εναντίον του Κατηγορούμενου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και την οποία αναγνώρισε ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του, καθίσταται σαφές ότι σε ανύποπτο χρόνο στο πλαίσιο της αγωγής που καταχώρισε ο Παραπονούμενος στις 24/6/2018 (Τεκμήριο 20) εναντίον του Κατηγορούμενου, αυτός δήλωνε και μάλιστα ενόρκως αυτά που ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι του δήλωνε και του ίδιου σε ότι αφορά τον χρόνο διαμονής του Παραπονούμενου και της συζύγου του στην Κύπρο, ήτοι ότι διαμένουν στην Κύπρο από το
- Περαιτέρω, στη γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου που προωθήθηκε στον Κατηγορούμενο από τον συνήγορο του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 22) η οποία προωθήθηκε ως η δήλωση που επρόκειτο να καταχωρείτο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του Παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση για σκοπούς προετοιμασίας του Κατηγορούμενου και πάλι εντοπίζεται η ίδια αναφορά περί διαμονής στην Κύπρο από το 2004 αναφορά η οποία φαίνεται να διορθώθηκε στη συνέχεια αφού στο Έγγραφο Β που εν τέλει κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του Παραπονούμενου έχει διαφοροποιηθεί η αναφορά στο θέμα της διαμονής. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου αφενός το γεγονός ότι του προωθήθηκε για καταχώριση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του Παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση το Τεκμήριο 22 και αφετέρου, ότι η γραπτή δήλωση που εν τέλει κατατέθηκε (Έγγραφο Β) τροποποιήθηκε σε σχέση με αυτό το σημείο έτσι ώστε να κάνει αναφορά σε κατά περιόδους διαμονή. Περαιτέρω, είναι επίσης αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι στην αρχική αίτηση που προωθήθηκε για την πολιτογράφηση του Παραπονούμενου εκ μέρους του Κατηγορούμενου εντοπίζεται επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών εκ μέρους του Παραπονούμενου (βρίσκεται στο 11ο φύλλο του Τεκμηρίου 18) στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: «In 1994, we came for the first time in Cyprus, where we stayed until today due to the great living conditions and my family and I consider this island to be our homeland», αναφορά η οποία δεν συνάδει με τα όσα στο Έγγραφο Β ανέφερε ο Παραπονούμενος και η οποία επίσης τείνει να επιβεβαιώσει τις αναφορές του Κατηγορούμενου περί άλλης πληροφόρησης που έδωσε στον ίδιο σε σχέση με το ζήτημα της διαμονής του στην Κύπρο ο Παραπονούμενος. Τέλος, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στην επιστολή του Παραπονούμενου για απόσυρση των αιτήσεων που είχε υποβάλει ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 18 και 19) η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 αναφέρει και πάλι ότι διαμένει στην Κύπρο από το
- Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του Κατηγορούμενου ήταν και το γεγονός ότι δεν αρνήθηκε σε κανένα στάδιο ότι διαβεβαίωνε τον Παραπονούμενο ότι θα του εξασφάλιζε τα διαβατήρια εμμένοντας και επαναλαμβάνοντας με σταθερότητα τη θέση του ότι ήταν σίγουρος για αυτό το γεγονός υπό το φως των δεδομένων που του είχε αναφέρει ο Παραπονούμενος. Μάλιστα, δεν αρνήθηκε ούτε το γεγονός ότι διαβεβαίωσε τον Παραπονούμενο ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για απόκτηση Κυπριακού διαβατηρίου και ότι θα τους εξασφάλιζε διαβατήρια επαναλαμβάνοντας με σταθερότητα ότι αυτή ήταν η προσωπική του άποψη και πεποίθηση. Σαφής, σταθερός και πειστικός ήταν και στις αναφορές του ότι ουδέποτε ο ίδιος επιδίωξε με οποιοδήποτε τρόπο να πάρει από τον Παραπονούμενο το υπόλοιπο ποσό των €50.000 που προνοούσε η επίδικη συμφωνία, θέση η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη καθότι ουδόλως αντεξετάστηκε επί τούτου ο Κατηγορούμενος. Ειλικρινής υπήρξε επίσης και στις αναφορές του ότι παρά το γεγονός ότι στην επίδικη συμφωνία Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά σε υποβολή των αιτήσεων δυνάμει του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), στην πραγματικότητα δεν είχε αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα υπέβαλλε το αίτημα για πολιτογράφηση του Παραπονούμενου και της συζύγου του, εξού και στην πορεία υπέβαλε το αίτημα με τον τρόπο που το υπέβαλε επειδή αυτός ο τρόπος ήταν κατά την άποψη του ο τρόπος που θα τον οδηγούσε σίγουρα στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του ήταν και οι αναφορές του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αναφορά στα έγγραφα που εμπεριέχονται στις αιτήσεις Τεκμήρια 18 και 19 με τίτλο «Κατάσταση Παραμονής Αλλοδαπού στην Κύπρο τους τελευταίους 12 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης Μ127» στα οποία καταγράφονται χειρόγραφα διάφορες ημερομηνίες άφιξης και αναχώρησης από την Κύπρο, ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε μαθηματική πράξη σε σχέση με τα χρόνια διαμονής του Παραπονούμενου και της συζύγου του στη Κύπρο πέραν του απλού υπολογισμού στη βάση της πληροφόρησης που του έδωσαν ότι από το 2004 που του ανέφεραν ότι διέμεναν στην Κύπρο μέχρι το 2016 συμπληρώνονταν 12 χρόνια. Περαιτέρω, ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με τη συμπλήρωση των αιτήσεων που υποβλήθηκαν (Τεκμήριο 18 και 19) οι οποίες συμπληρώθηκαν από το προσωπικό του γραφείου του, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: 1. Ο Παραπονούμενος και η σύζυγος του κατόπιν συστάσεων που έλαβαν από τρίτα πρόσωπα για τον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι δικηγόρος επισκέφθηκαν το γραφείο του και αφού έλαβαν χώρα διάφορες συναντήσεις, συνάφθηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 21/1/2016 στο πλαίσιο της οποίας ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να υποβάλει και εξασφαλίσει για τον Κατηγορούμενο καθώς και άλλα τέσσερα
(4)μέλη της οικογένειας του, μεταξύ των οποίων και η σύζυγος του (ΜΚ1), Κυπριακή Ιθαγένεια στη βάση του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002) (Τεκμήριο 1). Το προσχέδιο της επίδικης συμφωνίας είχε προωθηθεί στον Κατηγορούμενο από τον ίδιο τον Παραπονούμενο.
- Το τίμημα για την παροχή των υπηρεσιών του Κατηγορούμενου συμφωνήθηκε στο ποσό των €120.
- Κατά την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 1 και πιο συγκεκριμένα στις 21/1/2016, καταβλήθηκε στον Κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των €20.000 και στη συνέχεια μετά την υπογραφή της συμφωνίας και πιο συγκεκριμένα στις 14/3/2016, καταβλήθηκε στον Κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των €50.
- Στο πλαίσιο της συμφωνίας Τεκμήριο 1 ο Κατηγορούμενος έλαβε από τον Παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €70.
- Μετά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 1 υπήρξε συνεννόηση μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου ότι πρώτα θα υποβάλλονταν οι αιτήσεις για τον ίδιο και τη σύζυγο του και στη συνέχεια αφού εξασφαλιζόταν η Κυπριακή Ιθαγένεια σε σχέση με αυτούς θα υποβάλλονταν οι αιτήσεις για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του Παραπονούμενου.
- Ο Κατηγορούμενος προχώρησε στις 13/7/2016 στην υποβολή των αιτήσεων για τον Παραπονούμενο και τη σύζυγο του (Τεκμήριο 18 και 19 αντίστοιχα). Οι ρηθείσες αιτήσεις δεν υποβλήθηκαν στη βάση της διαδικασίας της κατ' εξαίρεση πολιτογράφησης, δηλαδή δεν υποβλήθηκαν στη βάση του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), αλλά υποβλήθηκαν δια της κανονικής οδού, δηλαδή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002).
- Κατόπιν εξέτασης των αιτήσεων Τεκμήριο 18 και 19 από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι ο Παραπονούμενος και η σύζυγος του δεν πληρούσαν τα τυπικά προσόντα όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1(β) του Τρίτου Πίνακα του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), ήτοι τα χρόνια διαμονής στην Κύπρο. Προς τούτο, ετοιμάστηκαν σημειώματα προς τον Υπουργό Εσωτερικών (Τεκμήριο 15 και 16) με τα οποία υπήρξε εισήγηση προς τον Υπουργό για απόρριψη των αιτήσεων λόγω μη πλήρωσης των τυπικών προσόντων.
- Εκκρεμούσης της διαδικασίας λήψης απόφασης από τον Υπουργό Εσωτερικών σε σχέση με τις αιτήσεις Τεκμήριο 18 και 19, ο Παραπονούμενος απέστειλε επιστολή (η οποία δεν φέρει ημερομηνία) προς τον Υπουργό Εσωτερικών ζητώντας την απόσυρση των αιτήσεων εκφράζοντας ταυτόχρονα την πρόθεση υποβολής νέων αιτήσεων όταν και εφόσον θα πληρούσαν τα κριτήρια (Τεκμήριο 5). Η επιστολή Τεκμήριο 5 καταχωρίστηκε στον φάκελο που τηρείτο στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στις 6/4/2017 σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας που τηρούσε ο υπεύθυνος λειτουργός (Τεκμήριο 17).
- Ενόψει της απόσυρσης των αιτήσεων εκ μέρους του Παραπονούμενου, ο Υπουργός Εσωτερικών δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση επί των αιτήσεων και δεν προέβη είτε σε απόρριψη είτε σε έγκριση των αιτήσεων, ενώ το κατά πόσο θα απέρριπτε ή θα ενέκρινε τις αιτήσεις ήταν ζήτημα που ήταν στη διακριτική του ευχέρεια.
- Στις 18/7/2017 προωθήθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικηγορικό γραφείο του Κατηγορούμενου με θέμα «Κυπριακή Υπηκοότητα» προς τον κ. Γρηγοριάδη δια του οποίου ζητείτο ενημέρωση για την πορεία της εξέτασης των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για τον Παραπονούμενο και τη σύζυγο του και την ίδια μέρα ο κ. Κ. Γρηγοριάδης από το Υπουργείο Εσωτερικών απάντησε σε αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντας το γραφείο του Κατηγορούμενου ότι η περίπτωση είναι ενώπιον του Υπουργού για εξέταση και λήψη απόφασης και πως μόλις είχαν την απόφαση του Υπουργού θα ενημερώνονταν σχετικά (Τεκμήριο 7).
- Στις 25/10/2017 υποβλήθηκε νέα αίτηση για πολιτογράφηση του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 13) η οποία εξετάστηκε από την ΜΚ3 η οποία εισηγήθηκε όπως το αίτημα του Παραπονούμενου για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης εγκριθεί (Τεκμήριο 14) και η εισήγηση της εγκρίθηκε. Η μόνη διαφορά που είχε η νέα αυτή αίτηση Τεκμήριο 13 συγκριτικά με την αρχική αίτηση που υποβλήθηκε - Τεκμήριο 18 ήταν η ημερομηνία υποβολής της γεγονός που άλλαζε τα δεδομένα από απόψεως πλήρωσης των τυπικών προσόντων, που ήταν τα χρόνια διαμονής στη Δημοκρατία.
- Ο Παραπονούμενος καταχώρισε στις 24/06/2018 εναντίον του Κατηγορούμενου την αγωγή υπ' αριθμό 1475/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης σύμβασης, αμέλειας και δόλιας και/ή απατηλής και/ή παραπλανητικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου στο πλαίσιο της οποίας αξιώνει την επιδίκαση ποσού ύψους €70.000 ως επίσης και γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις (Τεκμήριο 20). Ο κατηγορούμενος καταχώρισε στις 20/6/22 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 23), ο Παραπονούμενος καταχώρισε στις 23/6/22 Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 25) και ο Κατηγορούμενος στις 8/7/22 καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση.
- Στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 1475/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ο Παραπονούμενος προέβη σε ένορκη δήλωση στο πλαίσιο της οποίας δήλωσε ότι διαμένει στην Κύπρο μαζί με τη σύζυγο του (ΜΚ1) και τα παιδιά τους από το 2004 (Τεκμήριο 12 και 21). Περαιτέρω, στον Κατηγορούμενο είχε προωθηθεί με ηλεκτρονικό μήνυμα εκ μέρους του συνηγόρου του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 26) η γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου ως η δήλωση που επρόκειτο να καταχωρείτο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του Παραπονούμενου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 22) στην οποία γίνεται και πάλι η ίδια αναφορά περί διαμονής του Κατηγορούμενου με την οικογένεια του στην Κύπρο από το 2004 αναφορά η οποία διορθώθηκε στη συνέχεια αφού στο Έγγραφο Β που εν τέλει κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του Παραπονούμενου έχει διαφοροποιηθεί η αναφορά στο θέμα της διαμονής. Περαιτέρω, στην επιστολή του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 5) για απόσυρση των αιτήσεων που είχε υποβάλει ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 18 και 19) αναφέρει και πάλι ότι διαμένει στην Κύπρο από το
- Ο Παραπονούμενος είχε αγοράσει το 2005 μία έπαυλη στην Κύπρο αξίας περί τα €2.400.
- Ο Κατηγορούμενος έχοντας υπόψη του τις αναφορές του Παραπονούμενου ότι διαμένουν στην Κύπρο από το 2004 διαβεβαίωνε τον Παραπονούμενο ότι θα του εξασφάλιζε τα διαβατήρια και ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις για την απόκτηση Κυπριακού Διαβατηρίου. Ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα ή μαθηματική πράξη σε σχέση με τα χρόνια διαμονής του Παραπονούμενου και της συζύγου του σε συνάρτηση με τα διαβατήρια του Παραπονούμενου και της συζύγου του (ΜΚ1) ούτε έλαβε μέρος στη συμπλήρωση των αιτήσεων που υποβλήθηκαν από το γραφείο του.
- O Κατηγορούμενος είχε επίσης υπόψη του το ποσό της επένδυσης του Παραπονούμενου στην Κύπρο η οποία συνίστατο στην αγορά μίας έπαυλης στην Κύπρο αξίας περί τα €2.400.000 και είχε ζητήσει από τον Παραπονούμενο να του φέρει και κατάσταση λογαριασμού για το επιπρόσθετο ποσό των €100.000- €150.000 έτσι ώστε να καλύπτεται το ποσό των €2.500.000 που απαιτείτο, σύμφωνα με την αντίληψη του Κατηγορούμενου, για το επενδυτικό σχέδιο, έγγραφα τα οποία πράγματι του προσκόμισε ο Παραπονούμενος.
- Παρά το γεγονός ότι στην επίδικη συμφωνία Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά σε υποβολή των αιτήσεων από τον Κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002) (δηλαδή με βάση τη διαδικασία για την πολιτογράφηση επενδυτών), στην πραγματικότητα, ο Κατηγορούμενος μέχρι και την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν είχε αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα υπέβαλλε το αίτημα για πολιτογράφηση του Παραπονούμενου και της συζύγου του, εξού και στην πορεία υπέβαλε το αίτημα με τον τρόπο που το υπέβαλε, δηλαδή διά της κανονικής οδού, επειδή αυτός ο τρόπος ήταν κατά τον ίδιο ο τρόπος που θα τον οδηγούσε σίγουρα στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. 16. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο ποσό ύψους €50.000 που προνοείτο στην επίδικη συμφωνία Τεκμήριο 1 αυτό δεν καταβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ούτε ο Κατηγορούμενος επιδίωξε με οποιοδήποτε τρόπο να λάβει αυτό το ποσό. Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στο Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[12] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[13] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Σε ότι αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297[15] και 298
(1)[16] του Κεφ. 154, από τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,
(2)η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
(3)η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και
(4)ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης, ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154 προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο.[17] Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση, αρκούν. Μια δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός, είτε γίνεται προφορικά, είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου το γεγονός ότι η δήλωση εύλογα και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο με τον οποίο έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής.[18] Τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος έχουν αναλυθεί στην απόφαση Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v. Σιεγγέρη κ.ά., Ποινική Έφεση 121/2014, ημερομηνίας 16.12.2016, ως ακολούθως: «τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η απόκτηση αντικειμένου δυναμένου να κλαπεί, δια ψευδούς παραστάσεως, και με πρόθεση καταδολίευσης. Παρατήρησε ότι, για να αποδειχθεί το αδίκημα, θα πρέπει να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση, πείστηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.» Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 318/2015, ημ. 7/9/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 παρατήρησε ότι: «μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». Επιπλέον, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417, παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση.[19] Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει την, με πρόθεση καταδολίευσης, απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[20] Όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση.[21] Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης.[22] Περαιτέρω, σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. «πρόθεση καταδολίευσης» σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης. Στη Welham (ανωτέρω) αποσαφηνίσθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης, αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως. Ο όρος πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) αναλύεται επίσης στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14, όπου επιδοκιμάσθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου με αναφορά, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και στη Welham (ανωτέρω). Σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης παραπέμπω επίσης και στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65. Στο σύγγραμμα Archbold 2015 criminal pleading, evidence and practice αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» στην παράγραφο 1762 σελ. 1979 με τίτλο «with intent to defraud or fraudulently» : «"To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL.» Είναι περαιτέρω αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία ότι η απόσπαση περιουσίας έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος, στηριζόμενος σε αυτήν, παρακινήθηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.[23] Με άλλα λόγια θα πρέπει η μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατημένου και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε, είτε πλήρως, είτε μερικώς, να αποξενωθεί την περιουσία του.[24] Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί.[25] Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ. 65, κρίθηκε ότι παράσταση, η οποία συνίστατο στο γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν δύο διαμερίσματα σε ανεγειρόμενη πολυκατοικία τους, ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί, ενέπιπτε στην έννοια του όρου ψευδής παράσταση. Επίσης, στην υπόθεση Κυπριανού (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράσταση του εφεσείοντα προς τους ΜΚ 5 και 6, ότι η μεζονέτα αρ. 6 ήταν ελεύθερη προς πώληση, συνεπώς υποκείμενη προς αγορά και σύναψη αγοραπωλητηρίου, με σκοπό να τους πείσει να προβούν στην εν λόγω πράξη, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή του η παράσταση ήταν ψευδής, καθότι η συγκεκριμένη μεζονέτα ανήκε ήδη σε άλλο πρόσωπο, ενέπιπτε στην έννοια του όρου της ψευδούς παράστασης. Σε ότι αφορά το αδίκημα της απάτης για τη στοιχειοθέτηση του χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου:
(1)Η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν, και
(2)η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Ως προς τη νομική διάσταση της έννοιας «δόλιο τέχνασμα ή επινόημα» («fraudulent trick or device»), όπως ο όρος αυτός συναντάται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 300, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε συγγράμματα και αποφάσεις του κοινοδικαίου από όπου προήλθε το αδίκημα της απάτης, το οποίο αποτελεί το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 300 Κεφ. 154. Κατά το κοινοδίκαιο, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού (tangible) τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις, όσο ευφάνταστες ή εφευρετικές και να ήταν, δεν μπορούσαν από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα.[26] Ακόμα και η χρήση ταχυδακτυλουργικών τεχνασμάτων που οδηγεί σε εξαπάτηση δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει, με βάση το κοινοδίκαιο, το αδίκημα της απάτης[27] αφού, όπως νομολογήθηκε στην R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόιδο» κάποιον άλλον.[28] Αντιθέτως, κατά το κοινοδίκαιο, θα έπρεπε να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής επινόησης για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης.[29] Αναφορικά με το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης, έχει νομολογιακά ερμηνευθεί πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος, και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση.[30] Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να υποστεί βλάβη με οποιοδήποτε τρόπο από το δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης.[31] Σε ότι αφορά το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις το άρθρο 298
(2)του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Ο ορισμός της «απόπειρας» παρέχεται στο αρ. 366 Κεφ.154 σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.» Η έννοια της απόπειρας εμπεριέχει το στοιχείο της πρόθεσης για την ολοκλήρωση του εγκλήματος.[32] Αυτή η «αποτυχία συμπλήρωσης» του αδικήματος είναι και που συνιστά το συστατικό στοιχείο της «απόπειρας» και που «διαχωρίζει» την απόπειρα από το «συμπληρωμένο αδίκημα».[33] Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Τόσο ο συνήγορος του Παραπονούμενου όσο και ο Κατηγορούμενος αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[34] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[35] Θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το γεγονός ότι έγινε εκτενής αναφορά από αμφότερες τις πλευρές στο ζήτημα του χρόνου διαμονής του Παραπονούμενου και της συζύγου του στην Κύπρο σε συνάρτηση με τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1(β) του Τρίτου Πίνακα του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), εντούτοις, οι ψευδείς παραστάσεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο ως επίσης και το δόλιο τέχνασμα ή επινόημα σύμφωνα με το υπό κρίση κατηγορητήριο αφορούν και περιορίζονται στις κατ' ισχυρισμό διαβεβαιώσεις εκ μέρους του Κατηγορούμενου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), που αφορά την τιμητική πολιτογράφηση αλλοδαπού οι πρόνοιες του οποίου κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο διαλάμβαναν τα ακόλουθα: «Τιμητική πολιτογράφηση αλλοδαπού, για λόγους δημοσίου συμφέροντος
(2)Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί, υπό όρους ως ήθελε κατά περίπτωση καθορίσει, να επιτρέψει την πολιτογράφηση αλλοδαπών επιχειρηματιών και επενδυτών χωρίς να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στις παραγράφους
(1)(α),
(1)(β) και
(1)(δ) του Τρίτου Πίνακα.» Περαιτέρω, οι παράγραφοι
(1)(α),
(1)(β) και
(1)(δ) του Τρίτου Πίνακα στον οποίο γίνεται αναφορά στο εδάφιο 2 του άρθρου 111Α, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΗΣΗ 1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα: (α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και (β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών: Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενά τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους η διαμονή του να είναι συνεχής, (γ) είναι καλού χαρακτήρα, και (δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού— (i) να διαμένει στη Δημοκρατία, (ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία.» Περαιτέρω, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο, σε ότι αφορά τους όρους του Υπουργικού Συμβουλίου στους οποίους γίνεται αναφορά στο εδάφιο
(2)του άρθρου 111Α ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σε ισχύ η απόφαση με αριθμό 76.668 του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19/3/2014 η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας[36], στο πλαίσιο της οποίας είχαν εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο κριτήρια και όροι για κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση αλλοδαπών επενδυτών/επιχειρηματιών με βάση το εδάφιο
(2)του άρθρου 111Α. Στην εν λόγω απόφαση προνοείτο ότι μη Κύπρος Πολίτης ο οποίος πληρούσε ένα εκ των οικονομικών κριτηρίων ως αυτά καθορίζονταν στο μέρος Α της ρηθείσας απόφασης, δύνατο να αιτηθεί την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση. Σε ότι αφορά τα οικονομικά αυτά κριτήρια απαιτείτο η επένδυση σε διάφορους τομείς ύψους τουλάχιστον €5.000.000 (όπως για παράδειγμα σε κρατικά ομόλογα της Κυπριακής Δημοκρατίας - Κριτήριο Α.1, ή σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία κυπριακών επιχειρήσεων ή κυπριακών οργανισμών - Κριτήριο Α.2, ή σε ακίνητα, αναπτύξεις και έργα υποδομής - Κριτήριο Α.3, ή σε κυπριακές επιχειρήσεις και εταιρείες - Κριτήριο Α.4, ή σε καταθέσεις σε κυπριακές τράπεζες - Κριτήριο Α.5). Προβλεπόταν επίσης η δυνατότητα συνδυασμού των ανωτέρω αναφερόμενων κριτηρίων (Κριτήριο Α.6) όπως επίσης και διάφορες επιλογές για τα πρόσωπα που είχαν υποστεί απομείωση καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Κριτήριο Α.7) καθώς επίσης και πρόνοιες για συλλογικές Μεγάλες Επενδύσεις (Κριτήριο Α.8). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο ο Κατηγορούμενος είχε υπόψη του ότι ο Παραπονούμενος διέθετε μία επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο ύψους €2.400.000 και πως διέθετε επίσης καταθέσεις ύψους περί τα €100.000-€150.000 ποσό για το οποίο είχε ζητήσει μάλιστα και την προσκόμιση σχετικών καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες και του προσκόμισε ο Παραπονούμενος. Προκύπτει επίσης ότι ο Κατηγορούμενος είχε στο μυαλό του ότι το ύψος της επένδυσης που απαιτείτο για να αιτηθεί κάποιος την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση ανερχόταν στο ποσό των €2.500.000. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι ο Κατηγορούμενος κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας είχε διαβεβαιώσει τον Παραπονούμενο ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας. Έχοντας κατά νου τους όρους και προϋποθέσεις που είχε θέσει το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφαση του αρ. 76.668 ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και στους οποίους έγινε αναφορά πιο πάνω σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 111Α
(2)του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002), προκύπτει ότι ο Παραπονούμενος δεν πληρούσε οποιοδήποτε εκ των οικονομικών κριτηρίων αφού η επένδυση που απαιτείτο να είχε θα έπρεπε να είχε ύψος τουλάχιστον €5.000.000 ενώ η επένδυση του Παραπονούμενου στην Κύπρο τόσο σε ακίνητη ιδιοκτησία όσο και σε καταθέσεις ανερχόταν στο ποσό των €2.500.000 - €2.550.000. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο αυτές οι διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου προς τον Παραπονούμενο μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της ψευδούς παράστασης. Καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο εξέφρασε μία γνώμη και έδωσε μία νομική συμβουλή προς τον Παραπονούμενο, εσφαλμένη όπως προκύπτει υπό το φως των όρων και κριτηρίων που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ σε σχέση με το ζήτημα της πολιτογράφησης αλλοδαπών επενδυτών, η οποία υπό το φως των νομολογηθέντων στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Η γνώμη και συμβουλή του Κατηγορούμενου υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου προς τον Παραπονούμενο σε σχέση με το ζήτημα της πλήρωσης ή μη των προϋποθέσεων για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας δεν συνιστά παράσταση γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα και δεν εμπίπτει στην έννοια της ψευδούς παράστασης. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω και τα ακόλουθα: Ακόμα και σε περίπτωση που θα μπορούσε η διαβεβαίωση του Κατηγορούμενου να ενταχθεί στην έννοια της ψευδούς παράστασης, από τη μαρτυρία και τα ευρήματα δυνάμει αυτής καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Σε ότι αφορά το στοιχείο της γνώσης καθίσταται σαφές ότι ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι το ύψος του ποσού της επένδυσης το οποίο απαιτείτο για να αιτηθεί κάποιος απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση ήταν της τάξεως των €2.500.000 όσο ήταν δηλαδή και το ποσό που του είχε αναφέρει και ο Παραπονούμενος. Δεν καταδείχθηκε συνεπώς ότι γνώριζε ή ότι δεν πίστευε ότι η διαβεβαίωση την οποία έκανε δεν ήταν αληθινή. Η όποια λανθασμένη εκ μέρους του ίδιου αντίληψη του νομοθετικού πλαισίου το οποίο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ και των όρων που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ισχύ για την πολιτογράφηση επενδυτών, δεν παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου στο πλαίσιο των κατηγοριών που του έχουν προσαφθεί με το υπό κρίση κατηγορητήριο, αλλά ενδεχομένως, και χωρίς βεβαίως να αποφαίνομαι επί τούτου, να παρέχει στίγμα σε αστική ευθύνη του κατηγορούμενου για κατ' ισχυρισμό αμελή διαγωγή εκ μέρους του κατηγορούμενου κατά την άσκηση των καθηκόντων που ανέλαβε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πλευρά του Παραπονούμενου έχει ήδη καταχωρίσει αγωγή εναντίον του Κατηγορούμενου - Τεκμήριο 20 στο πλαίσιο της οποίας του καταλογίζει αμελή διαγωγή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ανέλαβε και η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Περαιτέρω, η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ευρήματα δυνάμει αυτής αναιρούν την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης εκ μέρους του κατηγορουμένου και ειδικότερα την ύπαρξη εξ αρχής πρόθεσης του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε στον Παραπονούμενο, ήτοι την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας για τον ίδιο, τη σύζυγο του και ακολούθως για τα παιδιά τους. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην υποβολή αιτήσεων προς το σκοπό απόκτησης κυπριακής υπηκοότητας για τον Παραπονούμενο και τη σύζυγο του τις οποίες αποφάσισε να υποβάλει δια της κανονικής οδού δηλαδή στη βάση του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002) και όχι στη βάση της κατ' εξαίρεση πολιτογράφησης με βάση το άρθρο 111Α
(2)όπως διαλάμβανε η επίδικη συμφωνία, επειδή με αυτόν τον τρόπο, κατά τη δική του πεποίθηση, προχωρούσε στα σίγουρα και αισθανόταν ότι με αυτόν τον τρόπο θα επιτύγχανε με σιγουριά τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας λαμβάνοντας υπόψη του τις αναφορές του Παραπονούμενου σε σχέση με τα χρόνια διαμονής τους στην Κύπρο από το 2004. Περαιτέρω, ο ίδιος μετά την υποβολή των αιτήσεων ενδιαφέρθηκε για την πορεία τους αποστέλλοντας μάλιστα σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Υπουργείο Εσωτερικών (Τεκμήριο 4) στο πλαίσιο του οποίου ενημερώθηκε ότι εκκρεμούσε ακόμα απόφαση από τον Υπουργό. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία της συμπλήρωσης των αιτήσεων οι οποίες συμπληρώθηκαν από προσωπικό του γραφείου του χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα ή μαθηματική πράξη στη βάση του περιεχομένου των διαβατηρίων του Παραπονούμενου και της συζύγου του, επειδή πίστευε ότι με τον τρόπο που αποφάσισε εν τέλει να προχωρήσει και σε συνάρτηση με τις αναφορές του Παραπονούμενου για τα χρόνια διαμονής τους στην Κύπρο από το 2004 μέχρι το 2016 καλύπτονταν τα χρόνια που απαιτούντο για την απόκτηση της υπηκοότητας στη βάση του τρόπου με τον οποίο εν τέλει προχώρησε και ήταν βέβαιο για τον ίδιο ότι θα πετύχαινε αυτό που ανέλαβε να εκτελέσει, ήτοι την απόκτηση διαβατηρίων. Σχετικό επίσης με τη μη στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης είναι και το γεγονός ο Κατηγορούμενος φαίνεται να είχε άλλη αντίληψη σε σχέση με το νομικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς το απαιτούμενο ελάχιστο ποσό της επένδυσης για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας. Με άλλα λόγια, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που να συναρτώνται προς την υποκειμενική πρόθεση καταδολίευσης που να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω διαπιστώσεις και επισημάνσεις, δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων εκ μέρους του Κατηγορούμενου, μη απόκτησης κυπριακής υπηκοότητας στο πλαίσιο των αιτήσεων - Τεκμήριο 18 και 19 τις οποίες εν τέλει ο ίδιος ο Παραπονούμενος απέσυρε χωρίς να τύχουν ουσιαστικά απόρριψης από τον Υπουργό, συμπέρασμα εξ αρχής πρόθεσης καταδολίευσης του Παραπονούμενου εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο του Παραπονούμενου όσο και της συζύγου του καταλήγω ότι δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η διαβεβαίωση εκ μέρους του Κατηγορούμενου - σε περίπτωση που αυτή μπορούσε να ενταχθεί στην έννοια της ψευδούς παράστασης - ήταν αυτή που ώθησε (induced) τον Παραπονούμενο να συμβληθεί με τον Κατηγορούμενο και να αποξενωθεί τα χρήματα του. Στην πραγματικότητα, διαφάνηκε ότι ο Παραπονούμενος άσκησε και στηρίχθηκε στη δική του κρίση αποφασίζοντας να συμβληθεί με τον Κατηγορούμενο. Δεν έχει επίσης καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Ο Κατηγορούμενος εξέφρασε μία γνώμη σε σχέση με την πλήρωση των προϋποθέσεων για την κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση αλλοδαπού και ο Παραπονούμενος ο οποίος μάλιστα ήταν αυτός που εφοδίασε τον Κατηγορούμενο με προσχέδιο της επίδικης συμφωνίας έχοντας στη διάθεση του την επίδικη συμφωνία και την πεποίθηση του ότι ο Κατηγορούμενος όντας δικηγόρος ήξερε τι έκανε, ασκώντας τη δική του κρίση αποφάσισε να συμβληθεί με τον Κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τα αδικήματα της απόπειρας που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις και επισημάνσεις καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη ρητής πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορούμενου να διαπράξει τα αδικήματα που του αποδίδονται, ούτε έχει καταδειχθεί η διενέργεια οποιασδήποτε έκδηλης πράξης προς αυτήν την κατεύθυνση και συνεπώς, δεν μπορούν, εκ των πραγμάτων, να στοιχειοθετηθούν. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στον Κατηγορούμενο ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε ότι αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ενόψει του ότι ο Κατηγορουμενος χειριζόταν την υπόθεση αυτή αυτοπροσώπως, αυτός δικαιούται σε επιδίκαση μόνο τυχόν πραγματικών εξόδων.[37] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
- [2] σελίδα 14 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 20/03/
- [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [7] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [8] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [9] FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499 [10] Σελίδα 33 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 10/11/
- [11] Σελίδα 34 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 10/11/
- [12] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [13] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [14] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [15] 297 - Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. [16] 298
(1)- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. [17] Βλ. σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παραγρ. 5.6 σελ. 328. [18] Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119 [19] βλ. επίσης την Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). [20] (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289. [21] R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121 [22] βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524), Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ.
- [23] R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132 και Mitskevich v. F & T Investments Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 182/2018 ημ. 20/03/
- [24] βλ. επίσης Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v Σιεγγέρη κ.α., Ποινική Έφεση 121/2014, 16/12/2016 με αναφορά στην R v Sullivan, 30 Cr App R 132 και Police v Petrou
(1971)12 JSC 1524, 1526 - 1527) [25] βλ. Harris's Criminal Law (19th edn Sweet & Maxwell, London 1954), σελ. 348, με αναφορά στην R v Roebuck, D & B
- [26] βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed. Paras. 334 -
- [27] Βλ. Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed. σελ. 383,
- [28] Βλ. και το σύγγραμμα του W. Hawkins "A Treatise of the Pleas of the Crown" 8th ed. 1824, Vol. 1 Criminal Offences σελ. 318 - 319 όπου το αδίκημα της απάτης χαρακτηρίστηκε ότι συνίσταται σε: «[.] deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty». Αναφέρεται επίσης στο ίδιο σύγγραμμα ότι: «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false presence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie». [29] Στην αγγλική νομολογία το αδίκημα της απάτης συναντάται να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές προς το κοινό οι οποίες σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες (Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Βλ. επίσης το σύγγραμμα Harris's Criminal Law,
(1968)21η έκδοση, σελ. 496 όπου αναφέρεται ότι: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article». [30] Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Ανδρονίκου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [31] Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14. [32] Mενελάου Πανίκος Iωάννου ν. Aστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407. [33] Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ.2),
(1994)2 Α.Α.Δ. 65).
(1994)2 Α.Α.Δ. 65). [34] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [35] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [36] ε.ε. 4399, ημερ. 30.5.2014, αρ. γνωστ.
- [37] Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1996)1 ΑΑΑ 111, Βούρος κ.α. ν. Τεγγεράκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 485).ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥΣΑΤΣ), ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.152/13, 28/7/2020. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο