ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. RODAPHNOUSA LIMITED κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 4516/2019, 8/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4516/2019 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή και
- RODAPHNOUSA LIMITED
- Ρ.Μ.
- Ι.Φ.Μ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Θ. Κοντάκος για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Π. Θεοφάνους για Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία. Κατηγορούμενος 2: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών εντός της καθορισθείσας προθεσμίας μετά από παραλαβή ειδοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου 1 του άρθρου 15Β κατά παράβαση του άρθρου 15Δ και 20
(1)(η) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που προσάπτονται στους κατηγορουμένους, η Κατηγορουμένη 1 η οποία είναι ιδιοκτήτρια της οικοδομής επί της οδού [ ] αριθμός [ ] - [ ] στη Λευκωσία (εν τοις εφεξής η επίδικη οικοδομή) και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, διευθυντές της Κατηγορουμένης 1, παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών εντός της καθορισθείσας προθεσμίας ως προέβλεπε σχετική επιστολή ειδοποίησης που αποστάληκε στην Κατηγορουμένη 1 στις 12/12/2016 με αποτέλεσμα την κατάρρευση της επίδικης οικοδομής μέσα σε δημόσιο δρόμο και παρακείμενα τεμάχια. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο
(2)μάρτυρες. Πρόκειται για την κα Κούλλα Ιωάννου Ξενοφώντος (ΜΚ1) και την κα Μαρία Μιχαήλ (ΜΚ2). Μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, η κατηγορούμενη 3 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής ενώ σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία ο κατηγορούμενος
- Περαιτέρω, κλήθηκε από την Υπεράσπιση ακόμα ένας μάρτυρας, ο κ. Ι.Γ. (ΜΥ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από αμφότερους τους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο και πιο συγκεκριμένα από τις 12/12/2016 μέχρι τις 12/1/2017 ήταν διευθυντές της Κατηγορουμένης
- Για το πιο πάνω γεγονός προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. Η ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι είναι δημοτικός μηχανικός του Δήμου Λευκωσίας. Διορίστηκε για να διεξάγει έρευνα αναφορικά με τα αίτια κατάρρευσης της επίδικης οικοδομής και ετοίμασε σχετική έκθεση ημερομηνίας 18/03/2019 την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 1 είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικοδομής η οποία κηρύχθηκε ως επικίνδυνη αρκετές φορές στο παρελθόν από τον Δήμο Λευκωσίας. Στις 12/12/16 απεστάλη νέα επιστολή από τον Δήμο προς την Κατηγορουμένη 1 (Τεκμήριο 4) η οποία ανέφερε ότι η κατάσταση της επίδικης οικοδομής έχει επιδεινωθεί σε αρκετά σημεία περιμετρικά της παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί παλαιότερα. Δια της εν λόγω επιστολής δόθηκε περιθώριο ενός μηνός για εκτέλεση των εργασιών επιδιόρθωσης και συντήρησης της οικοδομής με σκοπό την άρση της επικινδυνότητας. Οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα πάντα με την ΜΚ1, παρέλειψαν και αμέλησαν να προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες ως προς την επιδιόρθωση της επίδικης οικοδομής με αποτέλεσμα να μην αρθεί η επικινδυνότητα της οικοδομής. Αυτή η παράλειψη των κατηγορουμένων, σύμφωνα με την ΜΚ1, είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση μεγάλου τμήματος της οικοδομής στις 26/2/
- Η κατάσταση κρίθηκε άκρως επικίνδυνη για την ασφάλεια των διερχομένων καθώς επίσης και των γειτονικών οικοδομών και ο Δήμος προχώρησε στην κατεδάφιση του εναπομείναντος τμήματος της επίδικης οικοδομής. Αντεξεταζόμενη, σε σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σε σχέση με την αρίθμηση επί της οδού Ιπποκράτους η ίδια ανέφερε ότι στην επιστολή καταγράφηκε ο ορθός αριθμός τεμαχίου της επίδικης οικοδομής και πως αυτό το οποίο η ίδια γνωρίζει και διαπίστωσε και από την επίσκεψή της επί τόπου όταν κατέρρευσε η επίδικη οικοδομή ήταν ότι επρόκειτο για μια ενιαία οικοδομή και πως είχαν καταρρεύσει τα 2/3 της οικοδομής. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι εργάζεται στον Δήμο Λευκωσίας ως τεχνικός μηχανικός από το 1991 στον κλάδο κατασκευών και στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου. Με αναφορά στην επιστολή τεκμήριο 4 ανέφερε ότι αυτή δόθηκε διπλοσυστημένη και ότι μαζί με την επιστολή υπάρχουν οι αποδείξεις παραλαβής της τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 6 έντυπο του Δήμου Λευκωσίας στο οποίο είχαν, όπως ανέφερε, περαστεί τα κτηματολογικά χαρακτηριστικά της επίδικης οικοδομής και στο οποίο υπάρχει και το τοπογραφικό του Κτηματολογίου. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως το οποίο περιλαμβάνει ευρετήριο για την αρχιτεκτονική κληρονομιά με το οποίο κηρύχθηκε διατηρητέα η επίδικη οικοδομή από το υπουργείο εσωτερικών το
- Με αναφορά στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε εξήγησε ότι παρά την διπλή αρίθμηση επί της οδού Ιπποκράτους, ήτοι 57-59, στο επίδικο τεμάχιο υπάρχει μια ενιαία οικοδομή και η διπλή αρίθμηση προέκυψε λόγω του ότι εντός της επίδικης οικοδομής υπήρχαν δωμάτια τα οποία μπορούσαν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα εφόσον είχαν ξεχωριστές εισόδους επί της οδού Ιπποκράτους και πως ένα εκ των δύο δωματίων φαίνεται να είχε σε κάποιο στάδιο ενοικιαστεί. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 1 απέκτησε την επίδικη οικοδομή κατά το έτος 2004 -
- Αναφέρθηκε στη διαρρύθμιση της επίδικης οικοδομής και ερωτηθείς να αναφέρει σε ποια κατάσταση βρισκόταν η επίδικη οικοδομή πριν την απόκτησή της από την Κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι το κτήριο ήταν σε άσχημη κατάσταση αλλά το επιδιόρθωνε κατά διαστήματα ο Δήμος και πως όταν το αγόρασε η Κατηγορουμένη 1 ήταν στατικά επιδιορθωμένο. Περαιτέρω, αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι το έτος 2010 ο Δήμος είχε κηρύξει την επίδικη οικοδομή επικίνδυνη και τότε είχαν διορίσει εργολάβο ο οποίος έκανε ξανά τις ίδιες εργασίες τις οποίες είχε κάνει και ο Δήμος το 2004, δηλαδή επιδιόρθωση της ανατολικής πλευράς της οικοδομής και του τοίχου της δυτικής πλευράς. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 11 αντίγραφα φωτογραφιών της επίδικης οικοδομής. Ακολούθως, με αναφορά στην πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο επίδικο υποστατικό το 2012 ανέφερε ότι μετά την πυρκαγιά είχε μιλήσει με μια δημοτική μηχανικό την οποία κατονόμασε και η οποία τους συμβούλευσε να αφαιρέσουν περιμετρικά κάποια κεραμίδια και να ρίξουν την οροφή και έτσι συμμορφώθηκαν πλήρως. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έκτοτε έκαναν αιτήσεις για να γίνει μια ολική ανακαίνιση του κτιρίου και μέσα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας το 2016 πήραν την επίδικη επιστολή τεκμήριο 4 και πως τότε πήρε τηλέφωνο την δημοτική μηχανικό κα Πετρίδου και τους είπε να βάλουν σουβά στον τοίχο και έστειλε τον εργολάβο και το έκανε. Πρόσθεσε ότι από το 2016 μέχρι και την ημέρα που κατέρρευσε η οικοδομή δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο παράπονο ούτε οποιαδήποτε ειδοποίηση από τον Δήμο. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι είχαν συμμορφωθεί και πως ουδέποτε από το 2016 μέχρι το 2019 τους έστειλαν οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση ή πήραν οποιοδήποτε τηλέφωνο ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αντεξεταζομένος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί ότι παρέλαβε την επίδικη επιστολή Τεκμήριο 4 και με αναφορά στο περιεχόμενο αυτής ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τυπικά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, πρέπει να βάλεις μηχανικό να υπογράψει αλλά δεν το έκαναν και πως τα έκαναν προφορικά επειδή είχαν άλλη σχέση. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι είχαν προβεί στα μέτρα στήριξης που του υπέδειξαν προφορικά στο Δήμο. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι μίλησαν τηλεφωνικά με τον Δήμο και του είπαν ότι θα πέσουν τα κεραμίδια περιμετρικά και τους έστειλαν και τα έριξαν και τους είπαν να κάνουν και το σουβά και πήγαν και τα έκαναν. Ο ΜΥ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της εργοληπτικής εταιρείας Depcon Construction Ltd. Το 2010 η εταιρεία τους προχώρησε σε σημαντικές εργασίες στήριξης της διατηρητέας οικοδομής στην οδό Ιπποκράτους 59 κατόπιν απαίτησης αλλά και επίβλεψης λειτουργών του Δήμου Λευκωσίας. Πρόσθεσε ότι μετά από πυρκαγιά στην εν λόγω οικοδομή και από καιρού εις καιρόν του εζητείτο και η εταιρεία του έστελνε συνέργεια στην εν λόγω οικοδομή για να αφαιρεθεί η στέγη, να αφαιρεθούν μπάζα και να γίνουν κάποιες εργασίες της ανατολικής πλινθόκτιστης πλευράς της οικοδομής της Ιπποκράτους 59 η οποία επιδεινώθηκε ξανά κυρίως λόγω υπόσκαψης από νερά. Ανεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε αρχικά ότι 2016 κλήθηκε από τον ιδιοκτήτη για να απομακρύνει υλικά και να καθαρίσει την οικοδομή ώστε να μην είναι επικίνδυνη και πως θυμάται ότι απομάκρυναν τη στέγη και πως σουβάτισαν ένα τοίχο και στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν οι εργασίες έγιναν το 2016 ή το 2012 λέγοντας ότι πήγε κατά καιρούς από την εποχή που κάηκε η στέγη αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε έγιναν οι εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Οι ΜK1 και ΜΚ2 έκαναν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψαν με σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν. Απαντούσαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία έκαστου μάρτυρα στην ολότητα της δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης η αξιοπιστία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν έχει κλονιστεί. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρες που προσπάθησαν συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή να παραποιήσουν γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία τους ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, ο εν λόγω μάρτυρας δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη αυθορμητισμού. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν. Οι αναφορές του περί συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης 1 και περί διεξαγωγής εργασιών σε σχέση με την επίδικη επιστολή Τεκμήριο 4 υπήρξαν γενικές, ασαφείς, αόριστες και μη πειστικές χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να εξειδικεύσει τις ρηθείσες αναφορές. Αρκέστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί προφορικών συνεννοήσεων του με υπάλληλο του Δήμου ο οποίος κατ' ισχυρισμό του υπέδειξε δύο συγκεκριμένες εργασίες στις οποίες έπρεπε να προβεί η κατηγορούμενη 1 στην επίδικη οικοδομή. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 από τη μια έλεγε ότι αντιλαμβανόταν ότι τυπικά έπρεπε να βάλει μηχανικό να υπογράψει και ότι δεν το έκαναν ενώ ταυτόχρονα ισχυριζόταν ότι τα έκαναν προφορικά επειδή είχαν άλλη σχέση. Αναφορές οι οποίες κάθε άλλο παρά σαφείς και πειστικές υπήρξαν. Στην πραγματικότητα, αναδύθηκε μέσω των τοποθετήσεων του αστάθεια σε σχέση με το πότε είχαν κατ' ισχυρισμό προβεί στις εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε, ήτοι την αφαίρεση περιμετρικά των κεραμιδιών και το σοβάτισμα ενός τοίχου. Ειδικότερα, αρχικά ανέφερε ότι αυτές οι κατ' ισχυρισμό προφορικές υποδείξεις έλαβαν χώρα μετά την πυρκαγιά που σημειώθηκε στην επίδικη οικοδομή το έτος 2012 και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, τοποθετούσε χρονικά τις ίδιες προφορικές υποδείξεις και ενέργειες μετά τη λήψη της επίδικης επιστολής Τεκμήριο 4, δηλαδή το έτος
- Αξιοσημείωτος ήταν και ο ισχυρισμός του ότι θα ερχόντουσαν μάρτυρες στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν τα όσα ανέφερε σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό λήψη ενεργειών προς συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο
- Στο Δικαστήριο προσήλθε μόνο ο ΜΥ2 ο οποίος δεν θυμόταν καν κατά πόσο προέβη σε οποιεσδήποτε εργασίες μετά τη λήψη της επίδικης επιστολής Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ενδεικτικό της αδυναμίας της εκδοχής που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ήταν και το γεγονός ότι τόσο οι ισχυρισμοί του περί προφορικών συνεννοήσεων του με υπάλληλο του Δήμου όσο επίσης και οι ισχυρισμοί σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό συμμόρφωση του με την επιστολή Τεκμήριο 4 τέθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 χωρίς να τεθούν οι θέσεις αυτές στους μάρτυρες κατηγορίας προκειμένου αυτοί να τοποθετηθούν. Η παράλειψη αυτή αποτελεί επιπρόσθετο λόγο απόρριψης των ανωτέρω αναφερόμενων ισχυρισμών του. Αποτελεί βασική αρχή του αντιπαραθετικού μας συστήματος ότι θα πρέπει να δίδεται η ευκαιρία σε έναν αντίδικο να σχολιάσει τις θέσεις που προτίθεται η άλλη πλευρά να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Το όλο θέμα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Γεωργίου Νεοπτόλεμος ν. Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1 ΑΑΔ 138: «Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: "Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party' s case." Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ' όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς.»[6] (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Pal Tekinder και Άλλη ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά και τα ακόλουθα: «Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει τους προαναφερόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς στους μάρτυρες κατηγορίας προκειμένου αυτοί να τοποθετηθούν. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Σε ότι αφορά τον ΜΥ2 ούτε αυτός ο μάρτυρας έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές και περιέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια και θετικότητα ως προς το πότε η εταιρεία του προέβη στις εργασίες στις οποίες ο ίδιος αναφέρθηκε στην επίδικη οικοδομή. Ενώ αρχικά προσδιόρισε χρονικά το έτος 2016 σε σχέση με τη διεξαγωγή των εργασιών στις οποίες αναφέρθηκε, εντούτοις, στη συνέχεια, αναιρώντας αυτήν του την τοποθέτηση δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν θυμόταν στην πραγματικότητα πότε έγιναν οι εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε και αν αυτές έλαβαν χώρα το έτος 2012 και όχι το 2016 ως αρχικά ανέφερε. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΥ2 στην ολότητα της καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, σαφήνεια, θετικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνεπώς απορρίπτεται στην ολότητα της. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[7] καταλήγω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
- Η Κατηγορουμένη 1 κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια της επίδικης οικοδομής επί της οδού [ ] αριθμός [ ] - [ ] στη Λευκωσία, την οποία απέκτησε περί το έτος 2004-
- Πρόκειται για μία ενιαία οικοδομή και η διπλή αρίθμηση προέκυψε λόγω του ότι εντός της επίδικης οικοδομής υπήρχαν δωμάτια τα οποία μπορούσαν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα εφόσον είχαν ξεχωριστές εισόδους επί της οδού Ιπποκράτους. Ένα εκ των δύο δωματίων φαίνεται να είχε σε κάποιο στάδιο ενοικιαστεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες της.
- Στις 12/12/16 απεστάλη επιστολή σε επιστολόχαρτο του Δήμου Λευκωσίας προς την Κατηγορουμένη 1 (Τεκμήριο 4) και παραλήφθηκε τόσο από την Κατηγορούμενη 1 όσο και από τον Κατηγορούμενο
- Η επιστολή ανέφερε ότι η κατάσταση της επίδικης οικοδομής έχει επιδεινωθεί σε αρκετά σημεία περιμετρικά της παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί παλαιότερα. Δια της εν λόγω επιστολής δόθηκε περιθώριο ενός μηνός για εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών επιδιόρθωσης και συντήρησης της οικοδομής με την επίβλεψη Πολιτικού Μηχανικού Εγγεγραμμένου στο ΕΤΕΚ ο οποίος θα έπρεπε να επιβεβαιώσει γραπτώς μετά το πέρας των εργασιών την άρση της επικινδυνότητας της επίδικης οικοδομής.
- Μετά τη λήψη της επιστολής Τεκμήριο 4 δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 με σκοπό την επιδιόρθωση της επίδικης οικοδομής.
- Μεγάλο τμήμα της επίδικης οικοδομής κατέρρευσε στις 26/2/
- Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[8] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[9] Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται σε έκαστο κατηγορούμενο βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.[12] Στην υπό εξέταση περίπτωση αποδίδεται στους Κατηγορούμενους το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης με το περιεχόμενο ειδοποίησης ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 15Β του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96) (εν τοις εφεξής ο Νόμος) κατά παράβαση του άρθρου 15Δ και 20
(1)(η) του Νόμου. Το άρθρο 15Δ του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «αδικήματα και ποινές»: «15Δ. Πρόσωπο το οποίο παραλαμβάνει την ειδοποίηση που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β, αλλά δεν προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, διαπράττει αδίκημα και υπόκειται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τον ένα
(1)χρόνο ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί, και (β) σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Το άρθρο 20
(1)(η) του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Ποινικά αδικήματα και ποινές»: «20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ . διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.» Το άρθρο 15Β του Νόμου διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Επικίνδυνες οικοδομές»: 15Β.-
(1)Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή είναι πεπεισμένη ότι οποιαδήποτε οικοδομή, κατοικημένη ή όχι, η οποία βρίσκεται στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, είναι σε τέτοια κατάσταση, ώστε να γίνεται επικίνδυνη για τα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτήν ή σε γειτονική οικοδομή ή για τους διερχομένους ή για τις γειτονικές οικοδομές και ότι είναι επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για άρση τέτοιου κινδύνου, η αρμόδια αυτή αρχή δύναται- . (γ) με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη, να πληροφορεί αυτόν για την απόφαση που λήφθηκε, καθώς και για τους λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την απόφαση αυτή και να καλεί αυτόν όπως, εντός προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν είναι μικρότερη των τριών
(3)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης να- (
- i)διορίσει μελετητή για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης ή/και μελέτης για την άρση της επικινδυνότητας και την επισκευή της οικοδομής και για την υποβολή αυτής άμεσα στην αρμόδια αρχή, ή/και (
- ii)επισκευάσει, απομακρύνει, προστατεύσει ή περιφράξει την οικοδομή και γενικά όπως λάβει όλα τα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση για την άρση κάθε κινδύνου που απορρέει από τέτοια οικοδομή: Νοείται ότι, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει επιπρόσθετα μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου αρμόδια αρχή: «σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται. Το άρθρο 3 του Νόμου στο οποίο παραπέμπουν οι ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου, διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
(2)Η αρμόδια αρχή εντός- (α) οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού: Νοείται ότι, αν δημοτικό συμβούλιο που ασκεί τις εξουσίες του εντός περιοχής Δήμου άλλου από τους Δήμους Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου, Λάρνακας, Πάφου και Κερύνειας κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σ' αυτό δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, λόγω αδυναμίας του να ιδρύσει ή να διατηρεί τις αναγκαίες τεχνικές υπηρεσίες, τότε δύναται να ζητήσει, με αίτησή του προς τον Υπουργό Εσωτερικών, τη δωρεάν παροχή των αναγκαίων τεχνικών υπηρεσιών για εκπλήρωση των καθηκόντων του από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Νόμο, μέχρι να ιδρύσει ή να διατηρεί τις αναγκαίες τεχνικές υπηρεσίες προς ικανοποίηση του Υπουργού Εσωτερικών. (β) Οποιασδήποτε περιοχής, η οποία δεν είναι περιοχή Δήμου, είναι ο Έπαρχος της Επαρχίας: Νοείται ότι αντί του Επάρχου το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει ως αρμόδια αρχή για τέτοια περιοχή συμβούλιο που αποτελείται από όχι περισσότερα από έξι πρόσωπα μαζί με τον Έπαρχο ως Πρόεδρο: Νοείται περαιτέρω ότι σε οποιαδήποτε περιοχή Κοινοτικού Συμβουλίου το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει ως αρμόδια αρχή για τη συγκεκριμένη περιοχή το Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο καθιδρύεται για την περιοχή αυτή δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμου.
(3)(α) Όταν η αρμόδια αρχή είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου, ο Δήμαρχος ή ο Αντιδήμαρχος του Δήμου αυτού ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο από τέτοιο Δήμο για αυτό έχει, και πάντοτε θεωρείται ότι είχε, εξουσία να εκδίδει οποιαδήποτε άδεια, γνωστοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη ή έγγραφο την οποία η αρμόδια αυτή αρχή έχει εξουσία να εκδίδει δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού .
(4)Όταν η αρμόδια αρχή είναι το Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου, το Συμβούλιο αυτό δύναται, από καιρό σε καιρό να εκχωρεί σε εκτελεστική επιτροπή που αποτελείται από όχι περισσότερα από τρία μέλη του Συμβουλίου αυτού όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες που χορηγούνται στο Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Από το λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι η ύπαρξη έγγραφης ειδοποίησης η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 Β
(1)(γ) (
- i)και (
- ii)του Νόμου από την αρμόδια αρχή ως αυτή καθορίζεται στον Νόμο, η λήψη της ειδοποίησης από το πρόσωπο στο οποίο αυτή απευθύνεται και η παράλειψη λήψης των ενεργειών για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών εντός της καθορισθείσας στην ειδοποίηση προθεσμίας. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή του αδικήματος που προσάπτεται σε έκαστο κατηγορούμενο καθίσταται κατά την κρίση μου σαφές ότι η επίδικη επιστολή Τεκμήριο 4 δεν συνιστά ειδοποίηση εκδοθείσα από την αρμόδια αρχή ως αυτή ορίζεται στον Νόμο. Το Τεκμήριο 4, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι μια επιστολή σε επιστολόχαρτο του Δήμου Λευκωσίας, η οποία υπογράφεται από ένα πρόσωπο επ' ονόματι Μαρία Γεροσίμου, Ανώτερη Τεχνική Επιθεωρήτρια για Δημοτικό Μηχανικό, ως αναφέρεται στο σημείο της υπογραφής της επιστολής. Το πρόσωπο που υπογράφει τη ρηθείσα επιστολή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο προκειμένου να εξηγήσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή η επιστολή συντάχθηκε και ειδικότερα κατά πόσο το πρόσωπο αυτό ήταν εξουσιοδοτημένο να εκδώσει την έγγραφη αυτή ειδοποίηση από την αρμόδια αρχή ως αυτή καθορίζεται στον Νόμο, ήτοι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λευκωσίας. Ούτε από το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής-ειδοποίησης προκύπτει ότι το πρόσωπο που την συνέταξε είχε πράγματι εξουσιοδοτηθεί από την αρμόδια αρχή να πράξει τούτο. Ούτε οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ανέφεραν οτιδήποτε στο Δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Το γεγονός ότι η επιστολή - Τεκμήριο 4 έχει συνταχθεί σε επιστολόχαρτο του Δήμου Λευκωσίας δεν εξυπακούει ούτε μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ύπαρξης εξουσιοδότησης έκδοσης της από το Δημοτικό Συμβούλιο που είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον Νόμο, ελλείψει θετικής μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η έκδοση της επίδικης επιστολής - ειδοποίησης (Τεκμήριο 4) έλαβε χώρα από την αρμόδια αρχή ή κατ' εξουσιοδότηση της αρμόδιας αρχής ως αυτή ορίζεται στον Νόμο, ήτοι του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας. Ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ' αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του.[13] Σε αυτό το σημείο παραπέμπω στη μνημειώδη υπόμνηση στην Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6, ότι: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης ειδοποίησης εκδοθείσας από την αρμόδια αρχή ως αυτή ορίζεται στον Νόμο. Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στους Κατηγορούμενους οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [5] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
- Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [6] Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης v. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291. [7] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [8] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [9] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [11] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [12] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [13] Ξενοφώντος Κύπρος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων
(2016)1 ΑΑΔ 2786 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο