ΔΗΜΟΣ ΤΣΕΡΙΟΥ ν. TSIOUTTAS SKIP LTD κ.α., Aρ. Yπόθεσης: 3357/2022, 3/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Yπόθεσης: 3357/2022 ΔΗΜΟΣ ΤΣΕΡΙΟΥ και
- TSIOUTTAS SKIP LTD
- Λ.Ε.
- Μ.Λ. Αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής ημερομηνίας 25/7/22 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή - Αιτήτρια: κα Ε. Νικολάου για ΖΕΝΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Κορομίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Δήμος Τσερίου στις 25/7/2022 καταχώρισε εναντίον των κατηγορουμένων την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση στο κατηγορητήριο της οποίας περιλαμβάνονται 12 κατηγορίες. Οι εν λόγω κατηγορίες βασίζονται στα άρθρα 2, 3, 10 και 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, στα άρθρα 83 και 103 του περί Δήμων Νόμου (Ν. 111/1985) και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι την 22/9/21 και μέχρι σήμερα έχει προβεί σε αυθαίρετη περίφραξη του επίδικου τεμαχίου, σε αυθαίρετη τοποθέτηση προκατασκευασμένων οικοδομών και σε αυθαίρετη δημιουργία και λειτουργία αποθηκευτικής ανάπτυξης οικοδομικών απορριμμάτων και άλλων υλικών εντός του επίδικου τεμαχίου χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ότι επέτρεψαν και ανέχτηκαν τις πιο πάνω ενέργειες από την κατηγορούμενη
- Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η υπό κρίση μονομερής αίτηση με την οποία επιδιώκεται η έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: «(Α) Προσωρινό διάταγμα διατάττον τους Κατηγορούμενους/Καθ' ων η αίτηση, τους αντιπροσώπους υπαλλήλους ή εργατες των να σταματήσουν και/ή αναστείλουν και/ή διακόψουν πάσαν περαιτέρω εργασία περίφραξης, τοποθέτησης προκατασκευασμένων οικοδομών και/ή δημιουργία και λειτουργία αποθηκευτικής ανάπτυξης οικοδομικών απορριμμάτων και άλλων υλικών επί του τεμαχίου [ ], φύλλο Σχ.: [ ], σύμπλεγμα [ ] στο Τσέρι εντός των ορίων του Δήμου Τσερίου, μέχρι εκδικάσεως και τελείας αποπερατώσεως της ποινικής υπόθεσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο η οποία κατεχωρήθη εναντίον των από τον Δήμο Τσερίου, και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Η αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 2, 3, 4, 10 και 20
(1)και (3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, του περί Δήμων Νόμων 1985-1997 (111/1985) άρθρο 83 και 103, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1 και 4, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στη νομολογία και στην πρακτική των Δικαστηρίων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Εύας Κωνσταντίνου, δημοτικής μηχανικού στην τεχνική υπηρεσία των Αιτητών (στο εξής η ΕΚ και η Ένορκη Δήλωση ΕΚ), στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς και διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης. Οι Κατηγορούμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 9/09/2022 (στο εξής η Ένσταση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Κατηγορούμενου 3 (στο εξής ο ΜΛ και η Ένορκη Δήλωση ΜΛ), στο περιεχόμενο της οποίας επίσης θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η νομική βάση της Ένστασης παρατίθεται αυτολεξεί: Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 6 και 8 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 15, 23 και 30, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 9, 19-34, 73-76, στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, στον Περί Δήμων Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 ΘΘ. 14-15, Δ.43Α, Δ.40 Θ. 8 Δ.48 ΘΘ. 1 -13, επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Προβάλλονται 8 λόγοι Ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. - Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. - Η αίτηση είναι καταχρηστική. - Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. - Η αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. - Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τη θέση των Αιτητών ως αυτή προβάλλεται μέσω της Ένορκης Δήλωσης ΕΚ το επίδικο τεμάχιο βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Τσερίου και ανήκει στην Καθ' ης η Αίτηση
- Οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές και υπάλληλοι της. Σύμφωνα με την ΕΚ, υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1 προέβηκαν εντός του επίδικου τεμαχίου στην αυθαίρετη περίφραξη που με πλέγματα (ττέλια), στην τοποθέτηση δύο μικρών προκατασκευασμένων οικοδομών και στη δημιουργία και λειτουργία αποθηκευτικής ανάπτυξης οικοδομικών απορριμμάτων και άλλων υλικών χωρίς να εξασφαλίσουν πρώτα από τον Δήμο Τσερίου οποιανδήποτε άδεια. Κατέθεσε προς τούτο φωτογραφία του επίδικου τεμαχίου (Τεκμήριο 2) στην οποία, όπως εξηγεί, φαίνονται τα όσα η ίδια περιγράφει. Σύμφωνα με την EK, η ίδια αντιλήφθηκε τα πιο πάνω στις 22/09/2021 μετά από επιτόπου επίσκεψή της και στις 23/09/2021 απέστειλε προς την Κατηγορούμενη 1 επιστολή με την οποία την καλούσε να σταματήσει τη λειτουργία της αυθαίρετης ανάπτυξης και να μετακινήσει άμεσα τις μη αδειούχες κατασκευές και απορριμματοδοχεία (skips) εντός 30 ημερών. Κατέθεσε τη ρηθείσα επιστολή ως Τεκμήριο
- Μετά την παραλαβή της επιστολής ο Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα πάντα με την ίδια, επικοινώνησε μαζί τους και δήλωσε την πρόθεσή τους για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Στις 17/01/2022 τους έστειλαν μέσω τηλεομοιότυπου απόδειξη είσπραξης για τη ΛΕΥ/Π4/2022 με ίδια ημερομηνία η οποία αποτελεί, σύμφωνα με την ΕΚ, προκαταρκτικό ερώτημα προς την Πολεοδομική Αρχή. Στις 29/04/2022 έλαβαν από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως αντίγραφο της απαντητικής επιστολής του προκαταρκτικού ερωτήματος των Κατηγορούμενων με ημερομηνία 13/04/2022 στην οποία προβάλλονται οι προκαταρκτικές απόψεις της Πολεοδομικής Αρχής. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 τη ρηθείσα επιστολή. Η ΕΚ συνοψίζοντας τις προκαταρκτικές απόψεις της Πολεοδομικής Αρχής λέγει ότι η Πολεοδομική Αρχή ανέφερε στην επιστολή της Τεκμήριο 5 ότι το επίδικο τεμάχιο εμπίπτει το μεγαλύτερο μέρος του στη γεωργική ζώνη Γα4 στην οποία επιτρέπεται η βιομηχανική αποθηκευτική ανάπτυξη υπό προϋποθέσεις και μέρος του στη ζώνη προστασίας Δα2 στην οποία η ανάπτυξη γενικά αποθαρρύνεται. Η Πολεοδομική Αρχή ανέφερε επίσης ότι μέρος του επίδικου τεμαχίου που εμπίπτει στη γεωργική ζώνη Γα4 εμπίπτει επίσης σε περιοχή εξειδικευμένων αναπτύξεων και το μέρος του τεμαχίου που εμπίπτει στη ζώνη προστασίας Δα2 εμπίπτει εντός περιοχής δικτύου natura 2000 « αλυκός ποταμός Αγ. Σωζόμενος». Ακολούθως η ΕΚ αναφέρει ότι όταν ανάπτυξη και/ή δραστηριότητα εμπίπτει σε ζώνη προστασίας Δα2 για εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας απαιτείται να παρατεθούν πρώτα οι απόψεις του Τμήματος Περιβάλλοντος οι οποίες λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τόσο από την Πολεοδομική Αρχή όσο και από τον Δήμο Τσερίου. Συνεχίζει ότι στη βάση των όσων ανέφερε πιο πάνω και την επιστολή Τεκμήριο 5 του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως πιστεύει ότι δύσκολα και μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις εφόσον το επιτρέψει το Τμήμα Περιβάλλοντος θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες η Κατηγορούμενη 1 για τη λειτουργία της αποθηκευτικής ανάπτυξης που μέχρι σήμερα διατηρεί στο επίδικο τεμάχιο παράνομα. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ως διευθυντές και υπάλληλοι της Κατηγορούμενης 1 επέτρεψαν και ανέχθηκαν την άνευ άδειας περίφραξη του τεμαχίου, τοποθέτηση προκατασκευασμένων οικοδομών και τη δημιουργία και λειτουργία αποθηκευτικής ανάπτυξης οικοδομικών απορριμμάτων και άλλων υλικών μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με την ΕΚ, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθ' ότι η συνέχιση εργασιών και/ή ενεργειών στο επίδικο τεμάχιο επιφέρει μεταξύ άλλων, σύμφωνα πάντα με την ΕΚ, αρνητικές επιπτώσεις και/ή δυνητική καταστροφή της περιοχής στην καθορισμένη ζώνη προστασίας που εμπίπτει εντός της περιοχής του δικτύου natura 2000 «Αλυκός ποταμός Αγ. Σωζόμενος». Στην αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος 3 στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία η οποία διατηρεί skips και ασχολείται με τη συλλογή και αποκομιδή οικοδομικών απορριμμάτων. Σύμφωνα με τον ΜΛ, μέχρι το 2018 τα skips της Κατηγορούμενης 1 μεταφέρονταν στον Κοτσιάτη όπου υπήρχε χώρος για μεταφόρτωση τους σε φορτηγά και εν συνεχεία τα φορτηγά εισέρχονταν στον χώρο απόρριψης και απέρριπταν τα απορρίμματα. Δυστυχώς όμως, σύμφωνα πάντα με τον ΜΛ, η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε το 2018 να κλείσει τον χώρο απόρριψης απορριμμάτων στον Κοτσιάτη και έτσι ξαφνικά η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα με τις εργασίες της. Συνεχίζει ο ΜΛ λέγοντας ότι αναγκαστικά η Κατηγορούμενη 1 αγόρασε το επίδικο τεμάχιο με σκοπό να γίνεται εντός αυτού η μεταφόρτωση των skips σε φορτηγά και η μεταφορά τους σε χώρο απόρριψης. Σύμφωνα με τον ΜΛ, σε καμία περίπτωση το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιείται ως χώρος αποθήκευσης απορριμμάτων, αντίθετα εκεί μεταφέρονται τα skips, μεταφορτώνονται ουσιαστικά άμεσα σε φορτηγά και εν συνεχεία τα φορτηγά μεταφέρουν τα απορρίμματα στον χώρο απόρριψης. Ο ΜΛ επισημαίνει ότι η εν λόγω μεταφόρτωση θα μπορούσε να γίνει σε οποιονδήποτε χώρο, όπως για παράδειγμα στο πλάι δημόσιου δρόμου όμως η Κατηγορούμενη 1 επέλεξε να υποστεί έξοδα αγοράς ακίνητου για να κάνει τις εργασίες της με τη λιγότερη δυνατή οχληρία. Περαιτέρω, ο ΜΛ αρνείται ότι έχει τοποθετηθεί περίφραξη με ττέλια στο επίδικο τεμάχιο και ισχυρίζεται ότι τοποθετήθηκαν κάποιοι στύλοι και δεν έγινε κάποια εργασία περίφραξης εν αναμονή, όπως ο ίδιος αναφέρει, των σχετικών αδειών. Περαιτέρω, ο ίδιος πιστεύει ότι είναι δικαίωμα της Κατηγορούμενης 1 να αποθηκεύει προσωρινά σε χωράφι ιδιοκτησίας της άδεια skips και κατά τον ίδιο καμία νομοθεσία παραβιάζεται. Σε ότι αφορά τα λυόμενα υποστατικά που τοποθετήθηκαν στο επίδικο τεμάχιο σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε αυτά δεν είναι οικοδομές ούτε χρειάζονται σχετικές άδειες. Προσθέτει ότι από την πρώτη στιγμή η Κατηγορούμενη 1 έχει κάνει όλες τις ενέργειες για να ληφθούν οι απαραίτητες άδειες για πλήρη χρησιμοποίηση του επίδικου ακινήτου και όλες οι Αρχές δίνουν θετικές απόψεις. Επισημαίνει ότι οι διαδικασίες είναι χρονοβόρες και συνέπεια τούτου ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι έχει ανατεθεί σε αρμόδιο μελετητή εγγεγραμμένο στο μητρώο μελών του ΕΤΕΚ ο οποίος είναι μελετητής του συγκεκριμένου έργου με εμπειρία σε αδειοδοτήσεις τέτοιων έργων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, τροχιοδρομώντας τη βέλτιστη λύση για έγκριση της πολεοδομικής άδειας. Επίσης βρίσκονται σε επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου ανατολικά του επίδικου τεμαχίου για παραχώρηση διάβασης για δρόμο πρόσβασης στο προς αδειοδότηση τεμάχιο. Ο ΜΛ αναφέρει ότι εξετάζεται και μετά από προκαταρτική εισήγηση του μελετητή του μηχανικού και άλλη διάβαση - δρόμος προς το επίδικο τεμάχιο από άλλην οδό ανεξάρτητη και ο μελετητής τους ετοιμάζεται να αποστείλει σχετική αίτηση στο Τμήμα Περιβάλλοντος για να προτείνουν τις δικές τους εισηγήσεις. Καταλήγει ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στην Κατηγορούμενη 1 η οποία θα είναι ανυπολόγιστη τόσο στη φήμη όσο και στην πελατεία της αλλά και στους Κατηγορούμενους 2 και 3 και τις οικογένειές του που το μοναδικό τους εισόδημα προέρχεται από τις εργασίες της Κατηγορούμενης
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στηρίζεται στο άρθρο 20 (3Α)[1] του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96) ως επίσης και στο άρθρο 103
(4)[2] του περί Δήμων Νόμου (Ν. 111/1985). Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο των εν λόγω άρθρων η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο καλείται να εξετάσει κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι κατά πόσο: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) κατά πόσο είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. «Σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv»[3] σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Αυτό έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από τον Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα.[4] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Αιτητή μέσα από τα δικόγραφά του (εν προκειμένω μέσα από το κατηγορητήριο) να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Στην υπό εξέταση περίπτωση, σημείο αναφοράς για το Δικαστήριο αποτελούν οι εκθέσεις αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών καθώς και οι λεπτομέρειες των αδικημάτων ως αυτές εμφαίνονται στο κατηγορητήριο. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Αιτητή. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Αιτητής συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται είτε για πολιτική αγωγή (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) είτε για ποινική υπόθεση (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) ανάλογα με την περίπτωση.[5] Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης.[6] Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[7] Σε αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. [8] Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[9] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32, υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον»[10] να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[11] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[12] Έχει νομολογηθεί ότι παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[13] Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[14] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[15] Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Έχοντας κατά νου την έκθεση αδικήματος έκαστης κατηγορίας και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το κατηγορητήριο της υπό κρίση υπόθεσης αποκαλύπτει αντικειμενικά τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, και ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ από τη μια οι Κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καμία παρανομία και ότι δεν χρειαζόταν καμία άδεια την ίδια στιγμή αναιρούν τα λεγόμενα τους αφού ευθαρσώς δηλώνουν στην Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει από την πρώτη στιγμή κάνει όλες τις ενέργειες για να ληφθούν οι απαραίτητες άδειες για πλήρη χρησιμοποίηση του επίδικου ακινήτου και ότι έχει προβεί σε διορισμό αρμόδιου μελετητή από το ΕΤΕΚ για να προβεί στα δέοντα για την εξασφάλιση της απαραίτητης πολεοδομικής άδειας αλλά και ότι δεν έγινε κάποια περίφραξη εν αναμονή των σχετικών αδειών. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι, το κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση των Αιτητών συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει με συνοπτικό τρόπο κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι οι Αιτητές παραθέτουν το αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με τα ποινικά αδικήματα που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους. Διίστανται βεβαίως οι εκδοχές σε αρκετά ζητήματα, όμως στο παρόν στάδιο, οι Αιτητές είχαν υποχρέωση παράθεσης επαρκούς μαρτυρίας που να καταδεικνύει προοπτική επιτυχίας. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Τα όσα αντιτείνουν οι Κατηγορούμενοι είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στο πλαίσιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί επί αντικρουόμενων εκδοχών και να προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων των Αιτητών έναντι των Καθ' ων η Αίτηση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί τα αιτούμενο διάταγμα. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση οι Αιτητές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η συνέχιση των εργασιών εντός του επίδικου τεμαχίου επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις και δυνητική καταστροφή της περιοχής στην καθορισμένη Ζώνη Προστασίας που εμπίπτει εντός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 - «Αλυκός ποταμός ο Αγ. Σωζόμενος». Στο Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση ΕΚ εκ μέρους των Αιτητών που είναι η επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς την Κατηγορούμενη 1 (με κοινοποίηση στον Παραπονούμενο Δήμο) σε σχέση με τις προκαταρκτικές απόψεις της Πολεοδομικής αρχής για την «προσωρινή αποθήκευση και μεταφορτώσεις αδρανών και ογκωδών υλικών» στο επίδικο τεμάχιο (όπως καταγράφεται στο θέμα της ρηθείσας επιστολής) καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι μέρος του επίδικου τεμαχίου εμπίπτει στη Ζώνη Προστασίας Δα2 με αντικείμενο προστασίας την κοίτη υδατορέματος στην οποία ζώνη αποθαρρύνεται η ανάπτυξη καθώς και ότι η καθορισμένη Ζώνη Προστασίας εμπίπτει εντός Περιοχής Δικτύου Natura 2000 - Αλυκός Ποταμός - Άγιος Σωζόμενος και για αυτόν τον λόγο συστήνεται πριν την ανάληψη οποιωνδήποτε ενεργειών, να γίνει εκ των προτέρων διαβούλευση με το Τμήμα Περιβάλλοντος. Δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης ότι έχουν υποβάλει τέτοιο αίτημα στην Πολεοδομία για προκαταρκτικές απόψεις για τη συγκεκριμένη ανάπτυξη ούτε αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση δηλώνουν ευθαρσώς ότι η κατηγορούμενη 1 έχει κάνει όλες τις ενέργειες προκειμένου να ληφθούν οι απαραίτητες άδειες για την πλήρη χρησιμοποίηση του επίδικου τεμαχίου με τους κατηγορούμενους να έχουν αναθέσει, σύμφωνα με τις δηλώσεις τους, σε αρμόδιο μελετητή με εμπειρία για αδειοδοτήσεις τέτοιων έργων τροχιοδρομώντας τη βέλτιστη λύση για έγκριση της πολεοδομικής άδειας. Μάλιστα, ο μελετητής τους, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ετοιμάζεται να αποστείλει σχετική αίτηση στο τμήμα περιβάλλοντος. Η ένταξη μιας περιοχής στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Natura 2000, δεν διαφοροποιεί το πολεοδομικό καθεστώς και ούτε συνιστά στέρηση της ιδιοκτησίας ή αδρανοποίηση της. Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι σε περίπτωση αίτησης για ανάπτυξη, όπως φαίνεται να έλαβε χώρα εν προκειμένω, θα πρέπει να γίνεται διαβούλευση με το Τμήμα Περιβάλλοντος, βάσει των προνοιών του άρθρου 16 του περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμου του 2003 (Ν. 153(I)/2003), ώστε να εκτιμώνται μετά από μελέτη οι επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο Natura 2000 (και προς τούτο αντλώ δικαστική γνώση) είναι ένα ευρύ ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων φυσικών περιοχών για είδη χλωρίδας, πανίδας, πτηνών και οικοτόπων που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και έχει ως στόχο του την προστασία και διαχείριση ευάλωτων ειδών και οικοτόπων σε όλη τη φυσική τους περιοχή εξάπλωσης ανά την Ευρώπη. Βασίζεται στην πλήρη και αποτελεσματική υλοποίηση και εφαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ[16] για τη Διατήρηση των Φυσικών Οικοτόπων και της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ[17] για την Προστασία των Άγριων Πτηνών και στην Κύπρο, τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμος του 2003 (153(I)/2003) για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Εν προκειμένω, τμήμα του επίδικου τεμαχίου εμπίπτει στη Ζώνη Προστασίας Δα2, με αντικείμενο προστασίας την κοίτη υδατορέματος η οποία καθίσταται σαφές ότι κρίθηκε αναγκαίο να διαφυλαχθεί για σκοπούς προστασίας του περιβάλλοντος και της φυσιογνωμίας της περιοχής η οποία, όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000. Σε ότι αφορά τον Άλυκο Ποταμό-Άγιο Σωζόμενο που αφορά την επίδικη περίπτωση, σημειώνω ότι με την Κ.Δ.Π. 294/2015 κηρύχθηκε ως Ειδική Ζώνη Διατήρησης (ΕΖΔ) και με την Κ.Δ.Π. 292/2015 θεσπίσθηκαν μέτρα προτεραιότητας για την Ειδική Ζώνη Διατήρησης «Άλυκος Ποταμός - Άγιος Σωζόμενος» ως αυτά απαριθμούνται στο άρθρο 5 (α) - (ι) της ρηθείσας Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης. Η προσπάθεια διατήρησης και σεβασμού του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί όχι μόνο νομική υποχρέωση αλλά και ηθικό χρέος. Όπως λέχθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην Ανθή Δημήτρη Δημητριάδη κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85:- «Η επιβολή ζωνών συνιστά μέσο για τη διαφύλαξη του χαρακτήρα της περιοχής και προδιαγραφή των όρων για τη μελλοντική της ανάπτυξη. Αποτελεί μέτρο για την εναρμόνιση της ανάπτυξης με το περιβάλλον, χάριν του κοινού συμφέροντος στη διαφύλαξη των αγαθών της φύσης και της ποιότητας ζωής που αρμόζει στον άνθρωπο.» Είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως φαίνεται να επισημαίνει σε σχέση με την επίδικη περίπτωση στο Τεκμήριο 5 ότι θα πρέπει να γίνει διαβούλευση με το Τμήμα Περιβάλλοντος το οποίο θα κληθεί να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της επίδικης ανάπτυξης στο περιβάλλον. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η επίδικη ανάπτυξη στο επίδικο τεμάχιο έχει αρχίσει χωρίς την εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών για τις οποίες άλλωστε οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι έχουν αρχίσει τη διαδικασία εξασφάλισης τους, διαδικασία η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, είναι χρονοβόρα και βρίσκεται σε εξέλιξη[18], χωρίς να παραγνωρίζω την αναφορά των Καθ' ων η Αίτηση ότι έχουν δοθεί θετικές απόψεις για την επίδικη ανάπτυξη, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανεχθεί μια τέτοια κατάσταση και να αφήσει να εξελιχθεί η ανέγερση της οικοδομής καθώς και τη συνέχιση λειτουργίας των εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση που θα έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων και απρόβλεπτων, ενδεχομένως, επιπτώσεων για το Περιβάλλον από τη στιγμή που το επίδικο τεμάχιο εμπίπτει σε καθορισμένη ζώνη προστασίας η οποία εμπίπτει εντός του Δικτύου Natura 2000, έστω και αν το Δικαστήριο θα έχει κατά την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και σε περίπτωση που κριθούν ένοχοι οι Καθ' ων η αίτηση την εκ του νόμου παρεχόμενη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης. Στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 σημειώθηκαν τα ακόλουθα κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης: «Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει. Αλλά και οι ακόλουθες επισημάνσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες συμφωνούμε απόλυτα, ήταν αρκετά σοβαρές για να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ του εφεσίβλητου: "Πρόσθετα μέσα στα κριτήρια κατά την άποψη του Δικαστηρίου που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εξέταση αυτής της πτυχής, είναι και το ζήτημα το οποίο δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από τους καθ' ων, ότι δεν λήφθηκε ακόμη άδεια οικοδομής ενώ η πολεοδομική άδεια που λήφθηκε βασίσθηκε πάνω σε ορισμένα γεγονότα τα οποία δεν ήταν πλήρη, με αποτέλεσμα η αρμόδια αρχή όπως υποδεικνύει το τεκμήριο «ΣΤ» της Αίτησης να ζητήσει τη λήψη μέτρων από το Δήμο Αραδίππου για την αναστολή όλων των εργασιών. Αυτό το γεγονός από μόνο του, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να θεωρείται εύκολη η αποκατάσταση της ζημιάς με την έννοια της επαναφοράς της στην προτέρα κατάσταση της πριν δηλαδή την επέμβαση εφόσον ενδεχόμενα θα υπάρχει εμπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες για την κατεδάφιση του περιπτέρου με περαιτέρω προσπάθεια των καθ' ων να εξασφαλίσουν είτε εκ των υστέρων καλυπτική άδεια είτε παράταση χρόνου για την κατεδάφιση. Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.» (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848 με αναφορά στην απόφαση Κυρισάββα (ανωτέρω), σημειώθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: «Προκύπτει ότι δεν ήταν αδήριτη ανάγκη η περαιτέρω εξήγηση της καταγραφείσας στην παρ. 29 της ένορκης δήλωσης της Κάνθερ, ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αρκούσε, υπό τις συνθήκες, η καταγραφείσα στην παρ. 30 σύνδεση των ενεργειών της εφεσίβλητης με το παράνομο της ενέργειας της, παρανομία που έχει τη δική της καταλυτική σημασία εφόσον ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Τα πιο πάνω κρίνονται ικανοποιητικά προς ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών. Η ιδιαιτερότητα και η φύση της παρούσας υπόθεσης δεν επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς των Αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να καταστήσει πιθανές αποφάσεις υπέρ των Αιτητών ως ατελέσφορες και άνευ αντικειμένου. Επισημαίνω ιδιαίτερα ότι το ζήτημα άπτεται της δημόσιας ασφάλειας και υγείας αλλά και της ανάγκης διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος, ένεκα του ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, υπάρχει μαρτυρία που καταδεικνύει την άσκηση δραστηριοτήτων εντός του επίδικου τεμαχίου χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση και έγκριση τους από τον Παραπονούμενο Δήμο αλλά και από το Τμήμα Περιβάλλοντος. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος την ίδια στιγμή η γενική αυτή τοποθέτηση τους αντικρούεται από τα ίδια τα λεγόμενα τους στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα τη θέση τους οι ίδιοι θα μπορούσαν να προβούν στις εργασίες που τώρα προβαίνουν εντός του επίδικου τεμαχίου (με δική τους παραδοχή) οπουδήποτε.[19] Γεννάται επομένως το ερώτημα με ποιο τρόπο αυτοί θα υποστούν ζημιά και δη ανεπανόρθωτη από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τη στιγμή που οι ίδιοι διατείνονται ότι θα μπορούσαν να προβούν στις εργασίες που προβαίνουν στο επίδικο τεμάχιο οπουδήποτε. Στην πραγματικότητα, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας κατάληξης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου του άρθρου 32 του Ν.14/60. Περαιτέρω, εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας ή ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα φράση «balance of justice»[20] δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων[21], κλίνει υπέρ των Αιτητών. Σταθμίζοντας τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές από τη μη χορήγηση προσωρινής θεραπείας και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ανωτέρω, κρίνω ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο τέλος της δίκης, ότι η παρούσα απόφαση είναι εσφαλμένη. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα όσα γενικά και αόριστα έχουν προβληθεί εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι ως εκ της χορήγησης προσωρινής θεραπείας στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη τέθηκαν εντελώς γενικά και αόριστα ενώ στην πραγματικότητα αντικρούονται, όπως έχω ήδη αναφέρει, από τα ίδια τα λεγόμενα τους στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα τη θέση τους οι ίδιοι θα μπορούσαν να προβούν στις εργασίες που τώρα προβαίνουν εντός του επίδικου τεμαχίου (με δική τους παραδοχή) οπουδήποτε.[22] Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. [2]
(4)Σε διαδικασία δυνάμει του άρθρου αυτού, το δικαστήριο δύναται, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου δήμου, να εκδίδει προσωρινό διάταγμα για την αναστολή της λειτουργίας η οποία γίνεται χωρίς άδεια: Νοείται ότι η έκδοση τοιούτου προσωρινού διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. [3] Άρθρο 32
(1)εδάφιο β΄ του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- [4] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017 και βλ. επίσης το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injuctions), Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ.
- [5] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [6] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [7] T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). [8] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [9] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014) [10] Άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. [11] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [12] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788,
- [13] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/
- [14] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [15] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [16] ΟΔΗΓΙΑ 92/43/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας [17] ΟΔΗΓΙΑ 2009/147/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 30ής Νοεμβρίου 2009 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών [18] Παράγραφος 2 (στ) της Ένορκης Δήλωση ΜΛ που συνοδεύει την ένσταση [19] Παράγραφος 2 (β) της Ένορκης Δήλωσης ΜΛ. [20] Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR
- [21] Εκδόσεις Αρκτίνος ανωτέρω και Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, ΠΕ Ε324/2016, ημερ. 14.11.
- [22] Παράγραφος 2 (β) της Ένορκης Δήλωσης ΜΛ που συνοδεύει την ένσταση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο