← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΘΕΟΔΟΤΟΥ κ.α. ν. ΞΕΝΟΦΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Yπόθεσης: 1667/2022, 10/3/2023

ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΘΕΟΔΟΤΟΥ κ.α. ν. ΞΕΝΟΦΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Yπόθεσης: 1667/2022, 10/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1667/2022

  1. ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΘΕΟΔΟΤΟΥ
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ Παραπονούμενοι και ΞΕΝΟΦΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2023 Για τους Παραπονούμενους: κα Μ. Μιλτιάδου για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ρ. Παπαδοπούλου για Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 10 κατηγορίες οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)(γ),
(2)και
(4)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60(Ι)/2008 και κατά παράβαση των Άρθρων 84
(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)&
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10/6/2015 στην αγωγή υπ' αριθμό 1519/2009 και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής στις 25/6/2018 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €100,00 έκαστη, ο τελευταίος προέβη σε πράξη καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 5/6/2021 - 5/3/2022. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο υπ' αριθμό 1 (ΜΚ1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Περαιτέρω, κάλεσε ακόμα δύο
(2)μάρτυρες. Πρόκειται για τη σύζυγο του κα Κλεονίκη Ιωάννου (ΜΥ2) και τον κ. Νίκο Σωκράτους (ΜΥ3), λειτουργό στις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα στην παρούσα διαδικασία θέματα και είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 10/6/2015 στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 1519/09 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου και της κόρης του αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως, στις 25/6/2018 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της ρηθείσας αγωγής διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου με το οποίο αυτός διατάχθηκε να καταβάλλει στους Παραπονούμενους ποσό ύψους €100 μηνιαίως από 5/8/2018 και ακολούθως κάθε 5η ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι τελείας εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Αντίγραφο του ρηθέντος διατάγματος κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο κατηγορούμενος κατέβαλε τις δόσεις για την περίοδο από 5/8/2018- 5/10/2019 και εξακολουθεί να οφείλει τις δόσεις του από 5/6/2021 - 5/3/2022 (10 δόσεις των €100 έκαστη). Πρόσθεσε ότι για τις δόσεις για την περίοδο από 5/11/2019 - 5/5/2021 έχει καταχωριστεί η Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 1779/2021 η οποία εκκρεμεί ενώ για τις δόσεις που αφορούν την περίοδο από 5/4/22 - 5/11/22 δεν έχει ακόμα καταχωριστεί ποινική υπόθεση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού στην οποία, όπως ανέφερε, εμφαίνονται οι σχετικές καταθέσεις των ποσών για την περίοδο από 5/8/2018 - 5/10/
  3. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρίσει αίτηση για τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος μηναίων δόσεων, ούτε προέβαλε στους Παραπονούμενους ότι αδυνατεί να καταβάλλει τη μηναία δόση του ενώ εξ όσων γνωρίζει, κατά τον χρόνο που ήταν καταβλητέες οι επίδικες δόσεις, εργαζόταν. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς να αναφέρει πως γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν ανέφερε ότι κάποιος του είχε πει ότι εργαζόταν και ερωτηθείς εάν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πολύ σοβαρό τραυματισμό μέσα στο 2020 και σταμάτησε έκτοτε να εργάζεται ανέφερε ότι δεν ήξερε κάτι τέτοιο. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά την περίοδο μεταξύ Ιουνίου 2021 και Μαρτίου 2022 δεν εργαζόταν ενώ ερωτηθείς να αναφέρει εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο που εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ανέφερε ότι δεν θυμόταν με ακρίβεια τις ημερομηνίες και πως αυτό είναι κάτι το οποίο θα απεδείκνυε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ερωτηθείς εάν σήμερα εργάζεται, ανέφερε ότι δεν εργάζεται και ότι μετά το ατύχημα δεν μπορεί να εργασθεί. Όπως ανέφερε, είχε πτώση από 4 μέτρα και οι γιατροί τον θεώρησαν πολυτραυματία. Ανέφερε ότι είναι 65 χρονών και πρόσθεσε ότι έχουν μείνει ορισμένα κατάλοιπα και δεν τον εργοδοτεί κανείς. Αυτή τη στιγμή, όπως ανέφερε μπορεί να πάει να μαζέψει ελιές επειδή έχει ελαιόδεντρα τις οποίες διευκρίνισε ότι δεν εμπορεύεται, απλώς το κάνει για μην είναι συνεχώς στο σπίτι και δεν έχει γενική απασχόληση από την οποία να αμείβεται. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν έχει οποιαδήποτε πιστοποιητικά ή έγγραφα σε σχέση με τα όσα ανέφερε απάντησε ότι τα είχε δώσει στον δικηγόρο του. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι και να θέλει να εργασθεί δεν μπορεί γιατί τα κατάλοιπα του ατυχήματος έχουν μείνει. Σε σχετική υποβολή ότι είναι ικανός να εργασθεί και αν δεν είχε αυτή την ικανότητα θα μπορούσε να αποταθεί στο Δικαστήριο προκειμένου να τροποποιήσει ή ακυρώσει το διάταγμα ανέφερε ότι σταμάτησε να πληρώνει επειδή δεν μπορούσε. Η ΜΥ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι είναι η σύζυγός του Κατηγορούμενου και έχει προσωπική και πλήρη γνώση των γεγονότων τα οποία αναφέρει. Στις 20/12/2019 είχε μεταβεί στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε όπου μετά από απεικονιστικό έλεγχο με ακτινογραφία και αξονική τομογραφία διαγνώστηκε με κάταγμα δωδέκατης πλευράς και πλάγιο τόξο 4ης δεξιά. Είχε εισαχθεί στη θωρακοχειρουργική Κλινική για παρακολούθηση όπου παρέμεινε μέχρι τις 23/12/
  4. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 σχετική ιατρική βεβαίωση. Σύμφωνα με τη ΜΥ2 μετά το εν λόγω ατύχημα είχε ζητήσει από τον σύζυγό της να τη βοηθά στο σπίτι αφού λόγω του ατυχήματος δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις καθημερινές υποχρεώσεις και εργασίες του σπιτιού. Επειδή, σύμφωνα πάντα με τη ΜΥ2, δεν ήταν δυνατό να συνεχίσει να εργάζεται και να τη φροντίζει ταυτόχρονα, τον Ιούλιο του 2020 έφυγε από την εταιρεία που εργαζόταν και ως εκ τούτου είχε αλλάξει η οικονομική τους κατάσταση σε σημείο που ζούσαν και ζουν, όπως ανέφερε, στα όρια της φτώχειας. Όταν είχε αναρρώσει και πλέον δεν ήταν αναγκαία η καθημερινή φροντίδα από τον σύζυγό της αυτός ξεκίνησε τις προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας και τον Μάρτιο του 2021 ξεκίνησε να εργάζεται ως πελεκάνος. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα από τη μέρα που ξεκίνησε να εργάζεται και πιο συγκεκριμένα στις 30/03/2021 έπεσε στο έδαφος από ύψος 3 με 4 μέτρων και τραυματίστηκε σοβαρά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο φακέλου του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Πρόσθεσε ότι νοσηλευόταν εντός του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας από τις 30/03/2021 μέχρι τις 08/04/
  5. Στις 27/04/2021 μετά από κλινική εξέταση δεξιού ώμου στο Απολλώνειο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ρήξη στροφικού πετάλου και στις 19/05/2021 υποβλήθηκε σε διαγνωστική αρθροσκόπηση, έγινε καθήλωση του στροφικού πετάλου με άγκυρες και fiber wires, ακρωμιοπλαστική και καθαρισμός ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης και τοποθετήθηκε υπακρωμιακό μπαλόνι ώμου. Προς τούτο, κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 ιατρικά πιστοποιητικά, εξιτήριο και ενημερωτικό σημείωμα ασθενούς του συζύγου της. Πρόσθεσε ότι η υγεία του συζύγου της αποκαταστάθηκε με την πάροδο ενός έτους αλλά μέχρι σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ενοχλήσεις οι οποίες τον εμποδίζουν να εργάζεται. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 ιατρική γνωμάτευση ορθοπεδικού χειρούργου τραυματολόγου. Σύμφωνα με τη ΜΥ2 από τα κατάλοιπα του ατυχήματος που έχει υποστεί ο σύζυγός της έχει παραμείνει εκτός εργασίας από τη μέρα του ατυχήματος και η μόνη εισοδηματική πηγή που έχουν είναι η σύνταξή του η οποία είναι αρκετά χαμηλή σε σημείο που οι συνθήκες δεν τους επιτρέπουν να καλύπτουν ούτε και τα βασικά τους έξοδα. Η ίδια έχει διαγνωσθεί πρόσφατα με καρκίνο και πρόκειται να ξεκινήσει θεραπείες και οι γιατροί της ανέφεραν ότι με το ξεκίνημα των θεραπειών θα πρέπει να παραμείνει περιορισμένη στο σπίτι και ως εκ τούτου θα είναι αναγκαία η στήριξη και η φροντίδα της από τον σύζυγό της σε όλες τις καθημερινές εργασίες του σπιτιού. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια είναι 59 ετών δεν παίρνει οποιοδήποτε επίδομα ή σύνταξη και ήταν πάντα οικοκυρά. Ερωτηθείσα που εργαζόταν ο σύζυγός της από το 2018 μέχρι και τον Ιούλιο του 2020 ανέφερε ότι αυτός εργαζόταν σε ένα χοιροστάσιο αλλά δεν ήξερε το όνομά του και πως πήγαινε ορισμένες ώρες στη δουλειά μέχρι που τον απέλυσαν γιατί τον ήθελε η ίδια να είναι συνέχεια μαζί της επειδή δεν μπορούσε να ήταν μόνη της. Ερωτηθείσα σε σχέση με τον μισθό που λάμβανε ο σύζυγός της ανέφερε ότι δεν ήξερε το μισθό του ενώ στη συνέχεια ερωτηθείσα εκ νέου ανέφερε ότι λάμβανε €800 αλλά δεν ήταν απολύτως σίγουρη. Ερωτηθείσα για τον μισθό που λάμβανε ως πελεκάνος ο σύζυγός της ανέφερε ότι δεν γνώριζε και αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο σύζυγός της λάμβανε φιλοδωρήματα και 13ο μισθό. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της σε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε σταμάτησε την εργασία του ο σύζυγός της ανέφερε ότι δούλεψε μία εβδομάδα στον κύριο Παναγιώτη Ιωάννου, ακολούθως έπαθε το ατύχημα και μόλις έπαθε το ατύχημα δεν μπορούσε να εργαστεί. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο σύζυγός της υπέστη ένα απλό κάταγμα ενώ επίσης αρνήθηκε την υποβολή με αναφορά στο Τεκμήριο 10 ότι η κατάσταση του συζύγου της κρίθηκε ως ικανοποιητική και συνεπώς μπορούσε να συνεχίσει την εργασία του. Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Υπεράσπισης ήταν ο κ. Νίκος Σωκράτους, λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΜΥ3). Κατέθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του Κατηγορούμενου για τα έτη 2018, 2019, 2020 και 2021 (Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15). Κατέθεσε επίσης βεβαιώσεις για λήψη παροχής θεσμοθετημένης σύνταξης για τα έτη 2020, 2021 και 2022 καθώς και βεβαίωση για λήψη παροχής για επίδομα σωματικής βλάβης για την περίοδο από 02/04/2021 μέχρι 02/05/2021, Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι οι αποδοχές του Κατηγορούμενου τον Ιούνιο του 2018 σύμφωνα με τα έγγραφα που παρουσίασε ανέρχονταν στο ποσό των €1.
  6. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι την περίοδο από 21/04/2020 μέχρι 31/12/2020 η σύνταξη του Κατηγορούμενου ανερχόταν στο ποσό €647,46 τον μήνα, από την 01/01/2021 μέχρι 31/12/2021 η σύνταξή του ανερχόταν στο ποσό των €640,15 τον μήνα, από την 01/01/2022 μέχρι 30/04/2022 ήταν €647,95 και από 01/05/2022 μέχρι 30/06/2022 ανερχόταν στο ποσό των €655,32 τον μήνα. Πρόσθεσε ότι τον Ιούνιο του 2021 δεν δηλώθηκε από κάποιον εργοδότη ούτε του καταβλήθηκαν εισφορές και άρα δεν φαίνεται να εργαζόταν κάπου και έπαιρνε σύνταξη €640,
  7. Πρόσθεσε ότι για όλο το 2021 ο Κατηγορούμενος λάμβανε σύνταξη ύψους €640,15 μηνιαίως και για τους μήνες από Ιανουάριο του 2022 μέχρι Μάρτιο του 2022 λάμβανε σύνταξη ύψους €647,95 μηνιαίως. Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι στα έγγραφα που κατέθεσε καταγράφονται οι μισθοί που έχουν δηλωθεί. Εάν οι μισθοί ήταν ψηλότεροι ή χαμηλότεροι και δεν δηλώθηκαν ως μισθοί αυτό, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είναι παράνομο, προσθέτοντας ότι αυτό συμβαίνει καμιά φορά. Σε σχετική υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν και δεν δηλώνονταν οι πραγματικές του αποδοχές ανέφερε ότι ο ασφαλισμένος ενημερώνεται για τις αποδοχές που του δηλώνει ο κάθε εργοδότης του και αν διαπιστώσει ότι δεν του καταβάλλονται εισφορές πάνω στις πραγματικές του αποδοχές, έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο εναντίον του εργοδότη για αντικανονική πληρωμή εισφορών και ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε τέτοιο παράπονο, επομένως δεν έχει ένδειξη ότι συμβαίνει αυτό, χωρίς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, να λέει ότι δεν μπορεί να συμβεί. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο αίτημα για παροχή επιδόματος σωματικής βλάβης για την περίοδο από 02/04/2021 μέχρι 31/05/2021 η οποία εγκρίθηκε και του καταβλήθηκε ως επίδομα το ποσό €2.063,29 και πως αυτό το επίδομα καταβάλλεται σε ασφαλισμένο ο οποίος είναι ανίκανος για εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος. Σε σχετική υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος εργάζεται και παίρνει και σύνταξη ταυτόχρονα ανέφερε ότι δεν είναι δηλωμένος από κάποιον εργοδότη ούτε παραπονέθηκε ότι απασχολείται κάπου και δεν του καταβάλλονται εισφορές. Σε σχετική υποβολή ότι από τις 05/06/2021 μέχρι 05/03/2022 ο Κατηγορούμενος εργαζόταν ανέφερε ότι εάν εργαζόταν αδήλωτα δηλαδή παράνομα, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να το γνωρίζει. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[1] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[2] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[4] Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[5] Ο ΜK1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν κατά τον χρόνο των επίδικων δόσεων ο ίδιος ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήξερε στην πραγματικότητα αν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να εργάζεται. Συνεπώς, οι αναφορές του ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και με εξαίρεση το σημείο στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, την αποδέχομαι. Από την όλη παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα έμεινα ικανοποιημένη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία του επιβεβαιώνονται και από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε για την πλευρά της Υπεράσπισης. Θα αρχίσω πρώτα με τον ΜΥ3 ο οποίος ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή ή συμφέρον στην παρούσα διαδικασία. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από αυτόν τον μάρτυρα ήταν θετική. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, θετικότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Ο ίδιος εξήγησε με πληρότητα και σταθερότητα τις αποδοχές του κατηγορούμενου κατά τα χρονικά διαστήματα που ερωτήθηκε όπως αυτές προκύπτουν από τα αρχεία των υπηρεσιών κοινωνικών ασφαλίσεων και όλες οι αναφορές του συνάδουν και υποστηρίζονται από τα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε. Η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ίδιος εξήγησε ότι κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις δεν εργαζόταν και παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι σταμάτησε να πληρώνει γιατί δεν μπορούσε να πληρώνει εξηγώντας ότι με €650 δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, επισημαίνοντας ότι προηγουμένως πλήρωνε, κάτι που άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα λεγόμενα του ΜΚ
  8. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου η θέση του ότι σταμάτησε να πληρώνει επειδή δεν μπορούσε ή ότι με τα €650 που έπαιρνε δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, σε αυτό το οποίο εστιάστηκε η αντεξέταση του κατηγορούμενου ήταν στο γεγονός ότι αυτός είναι ικανός για εργασία. Θετική ήταν και η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την ΜΥ
  9. Η ίδια ήταν σταθερή και σαφής ότι το μοναδικό τους έσοδο ήταν η σύνταξη του συζύγου της η οποία ενόψει του ύψους της τους αναγκάζει να ζουν στα όρια της φτώχειας χωρίς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, να μπορούν να καλύπτουν με αυτό το ποσό ούτε τα βασικά τους έξοδα. Οι αναφορές της στην αλλαγή της οικονομικής κατάστασης του συζύγου της υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται και από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ
  10. Οι ασαφείς αναφορές της στο ύψος του μισθού του συζύγου της όταν αυτός εργαζόταν για το οποίο η ίδια δεν ήταν σε θέση να δώσει σίγουρη απάντηση δεν δημιουργούν ρήγμα στην αξιοπιστία της αφού εν πάση περιπτώσει η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε στο Δικαστήριο τον ΜΥ3 εκ μέρους των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο οποίος διαφώτισε το Δικαστήριο σχετικά για το ύψος των αποδοχών του κατηγορούμενου τόσο κατά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου των επίδικων δόσεων. Ήταν επίσης σταθερή στη θέση της ότι ο σύζυγος της μετά το ατύχημα που είχε δεν κατάφερε να βρει νέα εργασία. Διέκρινα, ωστόσο μία προσπάθεια υπερβολής από την ίδια σε σχέση με το τι προκάλεσε το ατύχημα στον σύζυγο της και ειδικότερα σε σχέση με τις τοποθετήσεις της περί σοβαρών ενοχλήσεων (οι οποίες δεν εξειδικεύθηκαν) και οι οποίες τον καθιστούν ανίκανο για εργασία μετά το ατύχημα, τοποθετήσεις οι όποιες δεν υποστηρίζονταν από τα ίδια τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατέθεσε (Τεκμήριο 10) που κάνουν λόγο σε αποκατάσταση του ένα έτος μετά το ατύχημα, πλην όμως οι ρηθείσες αναφορές πέραν του ότι δεν ήταν τέτοιας φύσεως που να δημιουργούν ρήγμα στην αξιοπιστία της, στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Και τούτο διότι το Δικαστήριο δεν καλείται στην παρούσα διαδικασία να εξετάσει την ικανότητα ή μη του κατηγορούμενου για εργασία είτε κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Η υπεράσπιση που ο κατηγορούμενος έχει προβάλει είναι αυτή της μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις. Ούτε προβλήθηκε εκ μέρους του Κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε της επίδικες δόσεις λόγω φυσικής αδυναμίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου για να αποκτήσει σημασία η όποια φυσική κατάσταση του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση που προωθήθηκε ήταν αυτή της οικονομικής μεταβολής. Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΥ2 κρίνεται αξιόπιστη και με εξαίρεση τις πιο πάνω τοποθετήσεις της γίνεται αποδεκτή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10/6/2015 στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 1519/09 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου και της κόρης του (Τεκμήριο 1). Ακολούθως, στις 25/6/2018 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της ρηθείσας αγωγής διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου με το οποίο αυτός διατάχθηκε να καταβάλλει στους Παραπονούμενους ποσό ύψους €100 μηνιαίως από 5/8/2018 και ακολούθως κάθε 5η ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι τελείας εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων (Τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος κατέβαλε τις δόσεις για την περίοδο από 5/8/2018- 5/10/2019 και δεν κατέβαλε τις δόσεις για την περίοδο από 5/6/2021 - 5/3/2022 (10 δόσεις των €100 έκαστη) τις οποίες εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Για τις δόσεις για την περίοδο από 5/11/2019 - 5/5/2021 έχει καταχωριστεί η Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 1779/2021 η οποία εκκρεμεί. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρίσει αίτηση για τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος μηναίων δόσεων. Ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων εργαζόταν στην εταιρεία HTZ MINAS RECYCLING CORPORATION LIMITED και είχε δηλωμένες πραγματικές αποδοχές στις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων το ποσό των €1,048 (Τεκμήριο 12). Την περίοδο από 1/6/21 μέχρι 31/12/21 ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν και λάμβανε θεσμοθετημένη σύνταξη εκ ποσού €640,15 μηνιαίως και για την περίοδο από 1/1/22 μέχρι 30/4/22 επίσης δεν εργαζόταν και λάμβανε θεσμοθετημένη σύνταξη εκ ποσού €647,95 μηνιαίως (Τεκμήρια 16 και 18). Κατά την περίοδο από 5/6/2021 - 5/3/2022 ο κατηγορούμενος δεν ήταν δηλωμένος από κάποιον εργοδότη στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η μοναδική εισοδηματική πηγή του κατηγορούμενου και της συζύγου του κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις ήταν η σύνταξη του κατηγορούμενου, το ύψος της οποίας τους αναγκάζει να ζουν στα όρια της φτώχειας χωρίς να μπορούν να καλύπτουν με αυτό το ποσό ακόμα και τα βασικά τους έξοδα. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[7] Το άρθρο 3
(1)(γ) και
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος) προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων.» Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
  2. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
  3. Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
  4. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από τον Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις εξής υπερασπίσεις: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Τόσο τα συστατικά στοιχεία όσο και οι υπερασπίσεις του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, ECLI:CY:AD:2017:B427, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, ECLI:CY:AD:2016:B558, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:B126, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 Στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Στην Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ
(2005)2 ΑΑΔ 415 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 91 του Κεφ. 6: «Τα Άρθρα 91Α
(1)(α) και (β) και 91Α
(3)και τα Άρθρα 91Β
(1)και 91Β
(3)(α) και (β), αναγιγνωσκώμενα στο σύνολό τους και ιδιαίτερα ο συνδυασμός του Άρθρου 91Α
(3)με το Άρθρο 91Β
(3)(β) καταδεικνύουν ότι εφόσον αποδειχθούν πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αναφέρονται ανωτέρω, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρείται ότι προέβη σε πράξη καταδολίευσης εκτός εαν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του Άρθρου 91Β
(3)(β)[8]. Η φράση «δύναται να θεωρείται» στο Άρθρο 91Α
(3)υποδηλώνει απλώς ότι η κατάταξη της παράλειψης πληρωμής ως αξιόποινης τελεί υπό την αίρεση της μη συνδρομής της υπεράσπισης του Άρθρου 91Β
(3)(β).» Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[9] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και οι Παραπονούμενοι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές εν τη εννοία του του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν. 60(I)/2008). Στις 25/6/2018 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου με το οποίο αυτός διατάχθηκε να καταβάλλει στους Παραπονούμενους ποσό ύψους €100 μηνιαίως από 5/8/2018 και ακολούθως κάθε 5η ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι τελείας εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων (Τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις του για την περίοδο από 5/6/2021 - 5/3/2022 (10 δόσεις των €100 έκαστη), ήτοι το συνολικό ποσό των €1.000 τις οποίες εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι Παραπονούμενοι έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη των πιο πάνω αναφερόμενων συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον κατηγορούμενο και συνεπώς, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση του άρθρου 3
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν. 60(I)/2008). Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων εργαζόταν και λάμβανε εισόδημα το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €1,048 ενώ την περίοδο από 1/6/21 μέχρι 31/12/21 ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν και λάμβανε θεσμοθετημένη σύνταξη εκ ποσού €640,15 μηνιαίως και για την περίοδο από 1/1/22 μέχρι 30/4/22 επίσης δεν εργαζόταν και λάμβανε θεσμοθετημένη σύνταξη εκ ποσού €647,95 μηνιαίως. Καθίσταται σαφές ότι επρόκειτο για μία ουσιαστική μείωση των εσόδων του κατηγορούμενου της τάξεως του 40% περίπου και συνεπώς επρόκειτο για μία ουσιαστική μεταβολή στα έσοδα του κατηγορούμενου ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αυτή ήταν και η μοναδική εισοδηματική πηγή του κατηγορούμενου και της συζύγου του κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις με τους ίδιους να αδυνατούν υπό τις περιστάσεις να καλύπτουν ακόμα και τα βασικά τους έξοδα. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο από την αντεξέταση ότι με αυτό το ποσό ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του ζουν στα όρια της φτώχειας χωρίς να μπορούν να καλύπτουν με αυτό το ποσό ακόμα και τα βασικά τους έξοδα. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ο κατηγορούμενος απέδειξε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι κατά τον χρόνο που ήταν πληρωτέες οι επίδικες δόσεις είχε μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον των Παραπονουμένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [2] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [3] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [4] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [5] Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017 [6] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [7] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
  2. [8] (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. [9] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [10] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [11] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.