← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 1780/20, 23/6/2023

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 1780/20, 23/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1780/20 ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ Κατηγορούσα Αρχή και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Κυριακίδης. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Παυλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 32 κατηγορίες οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 1, 2, 3

(1)(γ),
(2),
(4)(γ), 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 15/4/2013 στην Αγωγή υπ' αριθμό 3830/12 και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε εναντίον του στις 30/01/2015 διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €50,00 έκαστη από 1/3/2015 και ακολούθως κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, ο τελευταίος προέβη σε πράξη καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 1/8/2017 - 1/3/
  1. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα ακόλουθα έγγραφα:
  2. Στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 3830/2012 εκδόθηκε στις 15/4/2013 υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον του κατηγορούμενου δικαστική απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήριο 1).
  3. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε στις 30/1/2015 εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €50 έκαστη αρχής γενομένης την 1/3/2015 και ακολούθως κάθε 1η ημέρα έκαστου επόμενου μηνός μέχρι τελείας εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων (Τεκμήριο 2).
  4. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει τις δόσεις για τις οποίες κατηγορείται στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν και η μόνη που προσκομίστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο λόγος που δεν πλήρωσε τις επίδικες δόσεις ήταν επειδή άλλαξαν τα εισοδήματα του από το
  1. Ειδικότερα, ανέφερε ότι εκείνη την περίοδο είχε δύο εταιρείες οι οποίες ασχολούνταν με το εμπόριο και προϊόντα για κατοικίδια ζώα και πως το εισόδημα του ήταν πάνω από €40.000 ετησίως. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2016 εργάζεται σε κάποιες άλλες εταιρείες όχι σταθερά και πως το εισόδημα του είναι €17.000 ακάθαρτα ετησίως και πως δεν έχει δική του εταιρεία αλλά είναι υπάλληλος. Διευκρίνισε ότι ο μηνιαίος καθαρός μισθός του είναι περίπου €850 - €
  2. Πρόσθεσε ότι όταν έπαιρνε τις €40.000 που ανέφερε προηγουμένως ο μηνιαίος καθαρός μισθός του ήταν περίπου €2.700 - €3.
  3. Είπε πως ο λόγος που δεν πλήρωσε ήταν ότι δεν μπορούσε και πως προηγουμένως είχε πληρώσει χρήματα για το διάταγμα. Πρόσθεσε ότι είναι παντρεμένος και έχει δύο ανήλικα παιδιά και πως εισηγείται η αποπληρωμή του ποσού που οφείλει να γίνει με ένα μικρότερο ποσό μηνιαίως της τάξης των €20 - €
  4. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για διαφοροποίηση του εκδοθέντος διατάγματος επειδή ο ίδιος δεν ξέρει τη διαδικασία και αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έλαβε χώρα καμία μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωνε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του μάρτυρα, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν θετική. Οι αναφορές του περί μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων ήταν γενικές, ασαφείς, αόριστες και ουδόλως έπεισαν το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε σε γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς περί μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης χωρίς να παρουσιάσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τις απολαβές του είτε κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος είτε κατά τον χρόνο που ήταν καταβλητέες οι επίδικες δόσεις όπως για παράδειγμα τα φύλλα μισθοδοσίας του ή οποιαδήποτε έγγραφα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την εν λόγω περίοδο. Περαιτέρω, δεν εξήγησε για ποιο λόγο δεν προσκόμισε τέτοια έγγραφα, ούτε ισχυρίστηκε ότι δεν είχε τέτοια έγγραφα στην κατοχή του. Δεν νοείται να προβάλλεται γενικά και αόριστα η ύπαρξη μεταβολής στην οικονομική του κατάσταση χωρίς να παρουσιάζονται συγκεκριμένα και απτά στοιχεία που να στοιχειοθετούν τέτοια μεταβολή. Τα πιο πάνω εγγενή κενά και αδυναμίες στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου με τρόπο ώστε η μαρτυρία του να μην μπορεί υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως τέτοια, απορρίπτεται. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις του για την περίοδο από 1/8/2017 - 1/3/2020 και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή για τους επίδικους μήνες. Ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να οφείλει προς τον Παραπονούμενο τις μηνιαίες δόσεις από 1/8/2017 - 1/3/
  5. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρίσει οποιαδήποτε αίτηση στο δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (εν τοις εφεξής ο Νόμος) προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων.» Προκύπτει από το κείμενο του ως άνω άρθρου πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.
  2. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
  3. Εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.
  4. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Οι υπερασπίσεις για το ως άνω αδίκημα καθορίζονται ευθέως από τον Νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «3
(4)(γ) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ... (γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο ∆ικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις εξής υπερασπίσεις: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις, (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Τόσο τα συστατικά στοιχεία όσο και οι υπερασπίσεις του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, ECLI:CY:AD:2017:B427, Ποιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, ECLI:CY:AD:2016:B558, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:B126, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 Περαιτέρω, στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[6] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[7] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[8] Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος για τους λόγους που εξήγησα στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462 [7] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [8] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401, Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.