ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ν. J & L PELEKANOS LTD, Αρ. Yπόθεσης: 2919/2019, 2/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2919/2019 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚατηγορούσαΑρχή και J & L PELEKANOS LTD Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 2 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Κωνσταντίνου για Ε. ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τρεις
(3)κατηγορίες που αφορούν ισχυριζόμενες παραβάσεις του περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν. 89(I)/1996), των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002, ΚΔΠ 173/2002 και του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/1989. Ειδικότερα, με την 1η κατηγορία η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι παρέλειψε να παρέχει και να διατηρεί μέθοδο εργασίας η οποία να είναι ασφαλής και χωρίς κινδύνους για την υγεία κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(2)(α), 13
(12)και 53
(1)του περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν. 89(I)/1996). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη εταιρεία στις 4/6/2019 ενώ ήταν εργοδότης και διέθετε υποστατικό κοπής και τοποθέτησης υαλοπινάκων, ανέθεσε στον εργοδοτούμενο της Γ.Π. τη μεταφορά τεμαχίων υαλοπινάκων από τον χώρο στοίβαξης τους σε ημιφορτηγό όχημα, παραλείποντας να του καθορίσει ασφαλή και χωρίς κινδύνους μέθοδο εργασίας, με αποτέλεσμα κατά την προσπάθεια του να συλλέξει τους υαλοπίνακες από τον σωρό που ήταν στοιβαγμένοι, να τραυματιστεί στο αριστερό πόδι από υαλοπίνακες που κατέρρευσαν. Με τη 2η κατηγορία η Κατηγορούμενη κατηγορείται για παράλειψη διάθεσης γραπτής εκτίμησης των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 3, 4
(1)και 4
(2)(α) των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002, ΚΔΠ 173/2002 και των άρθρων 2, 3, 13, 38, 53
(1)και 53
(4)του περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν. 89(I)/1996). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη εταιρεία από άγνωστη στην Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μέχρι και τις 4/6/2019 στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν εργοδότης, παρέλειψε να έχει στην κατοχή της γραπτή εκτίμηση των κινδύνων που δημιουργούνται κατά την κοπή και μεταφορά υαλοπινάκων με βάση την οποία να καθορίζονται τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα αντιμετώπισης των κινδύνων, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που εργοδοτούνταν από αυτήν να εκτίθενται σε κίνδυνο. Με την 3η κατηγορία η Κατηγορούμενη κατηγορείται για παράλειψη ασφάλισης ευθύνης για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμενο κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)και 21 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη εταιρεία από άγνωστη στην Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μέχρι και τις 4/6/2019 στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν εργοδότης και ασχολείτο με την κοπή και τοποθέτηση υαλοπινάκων, παρέλειψε να ασφαλίσει την ευθύνη της έναντι ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας σε κάθε αργοδοτούμενο της. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον κ. Νίκο Νικολάου λειτουργό επιθεώρησης εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΜΚ1) και τον κ. Γ.Π. (ΜΚ2). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας. Πρόκειται για τον κ. Λ.Π. διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Προτού προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να σημειώσω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
- Κατά τον επίδικο χρόνο η Κατηγορούμενη εταιρεία ήταν εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών,
- Κατά τον επίδικο χρόνο ότι ο κ. Γ.Π. ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης εταιρείας (εν τοις εφεξής ο ΓΠ) και,
- Στις 4/06/2019 επισυνέβη εργατικό ατύχημα στον ΓΠ. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε την έκθεση διερεύνησης ατυχήματος το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας από το 2001 στη θέση του επιθεωρητή εργασίας και ακολούθως στη θέση του λειτουργού επιθεώρησης εργασίας. Σε σχέση με τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την εκπαίδευση που έτυχε ο ίδιος με την πρόσληψή του ανέφερε ότι είναι απόφοιτος πολυτεχνικής Σχολής στον κλάδο της μηχανικής, ότι έχει εργαστεί μετά τις σπουδές του στον ιδιωτικό τομέα και από το 2001 στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Πρόσθεσε ότι τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας έχει εκπαιδευτεί σε θέματα που άπτονται των εργασιών και καθηκόντων που έχουν στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ίδιος διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και ετοίμασε την έκθεση διερεύνησης ατυχήματος, Έγγραφο Α. Σύμφωνα με το Έγγραφο Α το επίδικο ατύχημα συνέβη στον χώρο κοπής και επεξεργασίας υαλοπινάκων του εργοστασίου και συγκεκριμένα στον χώρο στοίβαξης των τελικών προϊόντων. Τα τεμάχια υαλοπινάκων βρίσκονταν στοιβαγμένα σε σωρό με την κάτω πλευρά τους τοποθετημένη πάνω σε τεμάχιο ξύλου, το οποίο εδράζεται στο δάπεδο του υποστατικού και την πάνω πλευρά του τοποθετημένη με ελαφριά κλίση στην εξωτερική πλευρά των «σταντ» πλησίον της κύριας εισόδου και εντός του διαδρόμου διακίνησης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στον συγκεκριμένο χώρο στοιβάζονταν διαφόρων διαστάσεων τεμάχια υαλοπινάκων τα οποία θα διαχωρίζονταν κατά τη φόρτωσή τους στο φορτηγό και θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση στα διάφορα εργοτάξια. Ο διαχωρισμός γινόταν από δύο άτομα, ο ένας συγκρατούσε και έγερνε προς το μέρος του το ή τα τεμάχια των υαλοπινάκων που δεν θα φορτώνονταν τη συγκεκριμένη μέρα έτσι ώστε να μπορεί ο άλλος να πάρει το τεμάχιο του υαλοπίνακα το οποίο θα μεταφερόταν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο. Σε ότι αφορά το επίδικο ατύχημα, ο ΜΚ1 αναφέρει στο Έγγραφο Α ότι στις 04/06/2019 γύρω στις 10:00 π.μ ο ΓΠ μαζί με τη συνάδελφό του κα Π. έπρεπε να διαχωρίσουν από το σωρό των τελικών προϊόντων δύο τεμάχια υαλοπινάκων οι οποίοι θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση σε εργοτάξιο στην Πάφο. Οι συγκεκριμένες πόρτες βρίσκονταν τοποθετημένες πίσω από άλλες πόρτες και έτσι με τη βοήθεια της κας Π. η οποία συγκρατούσε τις πόρτες που βρίσκονταν μπροστά από την πόρτα την οποία έπρεπε να πάρει από τον σωρό, προσπαθούσε να πάρει τα δύο τεμάχια. Ο ΓΠ έβγαλε την πρώτη πόρτα και προσπάθησε να βγάλει και τη δεύτερη πόρτα και στην προσπάθειά του αυτή είδε την κα Π. να δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις πόρτες προς το μέρος της. Τότε, της είπε να πάρει αυτός τη δέσμη με τα τεμάχια των υαλοπινάκων και να προσπαθήσει αυτή να βγάλει το δεύτερο τεμάχιο του υαλοπίνακα. Στην προσπάθειά του αυτή δεν πρόλαβε να πιάσει και με τα δύο του χέρια τους υαλοπίνακες με αποτέλεσμα αυτοί να πέσουν και να τον χτυπήσουν στο αριστερό πόδι από το γόνατο μέχρι τη φτέρνα. Από την πτώση των υαλοπινάκων, ο ΓΠ υπέστη κάταγμα κνήμης και κάταγμα φτέρνας. Στις διαπιστώσεις του ο ΜΚ1 στην Έκθεση Διερεύνησης Ατυχήματος (Έγγραφο Α) αναφέρει ότι ο ΓΠ κατά την πρόσληψή του δεν είχε ενημερωθεί για θέματα ασφάλειας και υγείας και για τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται κατά την εκτέλεση της εργασίας του και η ενημέρωση που είχε αφορούσε στις διαδικασίες τις οποίες θα ακολουθούσε για να γίνεται πιο αποτελεσματικά η εργασία. Περαιτέρω, καταγράφει στις διαπιστώσεις του ότι η τοποθέτηση των τελικών προϊόντων τα οποία θα φορτώνονταν στο ημιφορτηγό και θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο, γινόταν εντός του διαδρόμου διακίνησης και πλησίον της κύριας εισόδου χωρίς να λαμβάνονται τα κατάλληλα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα για αποφυγή της πτώσης τους και τραυματισμού των εργαζομένων. Σε ότι αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθείτο για τη διαλογή των υαλοπινάκων κατάγραψε στο Έγγραφο Α τα ακόλουθα: Η διαλογή/διαχωρισμός των υαλοπινάκων από το σωρό όπου ήταν στοιβαγμένα γινόταν από δύο άτομα όπου ο ένας συγκρατούσε/έγερνε προς το μέρος του το ή τα τεμάχια των υαλοπινάκων που δεν θα φορτώνονταν τη συγκεκριμένη μέρα έτσι ώστε να μπορεί ο άλλος να πάρει το τεμάχιο του υαλοπίνακα το οποίο θα μετέφεραν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο. Συνήθως η διαλογή γινόταν από δύο άντρες όμως τη συγκεκριμένη μέρα βοήθησε τον ΓΠ η κα Π. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 καταγράφει στις διαπιστώσεις του ότι ο ΓΠ κατά την ώρα του ατυχήματος δεν έφερε παπούτσια ασφαλείας και γάντια και η Κατηγορούμενη εταιρεία δεν παρείχε στους εργαζόμενους της τα κατάλληλα μέτρα ατομικής προστασίας, ότι επίσης δεν έχει εκπονήσει σύστημα διαχείρισης των κινδύνων και γραπτή εκτίμηση κινδύνων στην οποία να περιγράφονται τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα για τη συγκεκριμένη εργασία κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβη το ατύχημα και τέλος, ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία κατά τη μέρα του ατυχήματος δεν διέθετε πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης εργοδότη. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση ζήτησε από τον εργοδότη εκτίμηση κινδύνου πλην όμως δεν του παρουσιάστηκε οτιδήποτε. Ερωτηθείς να αναφέρει κατά πόσο η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν κατάλληλη και ποια μέθοδος κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ώστε οι εργοδοτούμενοι να μην αντιμετωπίζουν κινδύνους κατά την εκτέλεση αυτού του είδους εργασίας ανέφερε ότι τα γυαλιά είναι προφανές ότι είναι ένα επικίνδυνο αντικείμενο και δεν νοείται να τα σπρώχνουμε και να τα συγκρατούμε στο μέρος μας όπως συνέβαινε στην επίδικη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και θα έπρεπε, όπως εξήγησε, τα γυαλιά να είναι τοποθετημένα σε σταντ και όχι να είναι αφημένα και ακουμπημένα στον διάδρομο διακίνησης του προσωπικού. Με αναφορά στις φωτογραφίες οι οποίες επισυνάπτονται στο Έγγραφο Α και στις οποίες όπως εξήγησε απεικονίζεται η σωρός που ήταν στοιβαγμένα τα γυαλιά εντός του διαδρόμου διακίνησης ανέφερε ότι τα γυαλιά θα έπρεπε να ήταν σε «σταντ» και μετά ένα - ένα γυαλί να μεταφέρεται με βεντούζες ή τον γερανό παρέχοντας στους εργοδοτούμενους τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας τα οποία στην προκείμενη περίπτωση δεν είχαν. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του διευκρίνισε ότι είτε άντρας ήταν είτε γυναίκα ήταν το δεύτερο πρόσωπο που καλείτο να κάνει αυτήν την εργασία μαζί με τον ΓΠ η θέση του ως προς το λανθασμένο της μεθόδου που χρησιμοποιείτο δεν διαφοροποιείτο αφού κατά τον ίδιο δεν έπρεπε να διεξάγετο η συγκεκριμένη μέθοδος. Σύμφωνα με τον ΜΚ
- εάν η συγκεκριμένη εργασία διεξαγόταν με την κατάλληλη μέθοδο το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί. Αντεξεταζόμενος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε επέμενε στη θέση του ότι ζήτησε γραπτή εκτίμηση κινδύνων από την εργοδοτική πλευρά πλην όμως δεν του δόθηκε οτιδήποτε ούτε παρουσιάστηκε στο γραφείο επιθεώρησης εργασίας οποιοδήποτε έγγραφο. Διαφώνησε με τις υποβολές ότι το επίδικο ατύχημα δεν έγινε όπως περιγράφεται στο Έγγραφο Α επισημαίνοντας ότι τα όσα κατέγραψε στην Έκθεση του - Έγγραφο Α είναι τόσο από πληροφορίες που έλαβε όσο και από διαπιστώσεις του επί τόπου. Σε σχετική υποβολή ότι ο ΓΠ από την πρόσληψη του ενημερώθηκε πλήρως για τα θέματα ασφάλειας όσο και τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα της κατηγορούμενης εταιρείας ανέφερε ότι είναι γι' αυτόν τον λόγο που το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας ζητάει σύστημα διαχείρισης και γραπτή εκτίμηση κινδύνων στο οποίο σύστημα, όπως εξήγησε, γίνονται αναφορές στις εκπαιδεύσεις που γίνονται στους εργαζόμενους και υπογράφεται από έκαστο εργαζόμενο ότι εκπαιδεύτηκε στην εργασία που καλείται να εκτελέσει και ότι έχει παραλάβει όλα τα μέσα ατομικής προστασίας. Επανέλαβε ότι τίποτα σχετικό δεν προσκομίστηκε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας που να καταδεικνύει ότι υπήρχε τέτοια εκτίμηση κινδύνου και ότι εκπαιδεύτηκε ο ΓΠ. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του όταν του υποβλήθηκε ότι ο ΓΠ είναι ένας έμπειρος εργοδοτούμενος ανέφερε ότι αυτό δεν απαλλάσσει την ευθύνη του εργοδότη περί υποχρέωσης εκπαίδευσης του εργοδοτούμενου του καθώς και υποχρέωσης του να του παρέχει τον κατάλληλο εξοπλισμό και κατάλληλες μεθόδους εργασίας προς εκτέλεση της εργασίας του. Σε σχετική υποβολή ότι ο ΓΠ έφερε πάντοτε παπούτσια ασφαλείας απάντησε ότι εάν φορούσε παπούτσια ασφαλείας τότε δεν θα τραυματιζόταν στη φτέρνα όπως τραυματίστηκε εν προκειμένω. Σε σχετικές υποβολές ανέφερε ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη λόγω των λανθασμένων μεθόδων εργασίας που ακολουθούνταν για χρόνια στο υποστατικό. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του συμφώνησε ότι επιτόπου παρατήρησε ότι υπήρχαν ειδικά σταντ στα οποία τοποθετούνται γυαλιά πλην όμως όπως εξήγησε, το ατύχημα δεν συνέβη επειδή ήταν τοποθετημένα τα γυαλιά στα σταντ αλλά επειδή ήταν εκτός των σταντ αφημένα σε σωρούς χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε προστασία. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία χρησιμοποιεί αντί για γάντια ειδικά πλαστικά απάντησε ρωτώντας γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση της εργασίας και συνέβη το ατύχημα και περαιτέρω διερωτήθηκε γιατί όταν ζητήθηκαν δεν υποδείχθηκαν. Σε σχετική υποβολή ότι ο ΓΠ είχε παραβεί τις εντολές του προϊστάμενού του ανέφερε ότι ο εργοδότης όφειλε να τον επιτηρήσει και στην προκειμένη περίπτωση προφανώς δεν τον είχε επιτηρήσει και δεν ήταν εκεί για να δει αν έκανε σωστά την εργασία του. Σε σχετική υποβολή ότι όλα τα γυαλιά της κατηγορούμενης εταιρείας ήταν σε σταντ και τα μόνα ακουμπημένα που είδε ο ΜΚ1 ήταν αυτά που θα μεταφέρονταν εκτός του εργοστασίου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι τα γυαλιά βρίσκονταν εκτός του εργοστασίου ακουμπημένα και όχι σωστά τοποθετημένα αφού δεν θα έπρεπε να ήταν τοποθετημένα εκεί αφού, όπως εξήγησε, ήταν χώρος διακίνησης του προσωπικού και έπρεπε τα γυαλιά να ήταν στα σταντ τους και όταν χρειαζόταν, να μεταφέρονταν είτε με γερανογέφυρα είτε με βεντούζες. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Συνοπτικά στην κατάθεσή του ανέφερε ότι εργάζεται στην Κατηγορούμενη εταιρεία στη θέση του κόπτη και εφαρμοστή γυαλιών από τις αρχές του
- Όταν προσλήφθηκε στην εταιρεία ο κ. Λ.Π. τον ενημέρωσε για τις εργασίες της δουλειάς χωρίς να τον ενημερώσει για τα μέτρα ασφαλείας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν του παρείχε παπούτσια ασφαλείας. Σε ότι αφορά το επίδικο ατύχημα ανέφερε ότι στις 04/06/2019 έπρεπε να μεταφέρουν πόρτες γυάλινες για τοποθέτηση σε εργοτάξιο στην Πάφο. Οι πόρτες αυτές βρίσκονταν πίσω από άλλες πόρτες και με τη βοήθεια της κας Π. η οποία συγκρατούσε τις πόρτες που βρίσκονταν μπροστά από τις πόρτες που θα έπαιρνε αυτός για τοποθέτηση, ο ΜΚ2 έβγαζε μία μία από τον σωρό. Ειδικότερα, όπως ανέφερε, θα έβγαζαν δύο πόρτες. Τη μία πόρτα την έβγαλαν και στην προσπάθειά του να βγάλει και τη δεύτερη πόρτα η κα Π. δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις πόρτες και όταν την είδε να μην μπορεί να συγκρατεί τη δέσμη με τα γυαλιά της είπε να τα αφήσει να τα πάρει αυτός και να προσπαθήσει η κα Π. να βγάλει την πόρτα και στην προσπάθειά του να βγάλει τα γυαλιά, η κα Π. τα άφησε και δεν πρόλαβε να πάρει το βάρος των γυαλιών και με τα δύο του χέρια με αποτέλεσμα να πέσουν και να του χτυπήσουν στο αριστερό του πόδι από το γόνατο μέχρι τη φτέρνα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο και ακολούθως στο Απολλώνειο νοσοκομείο όπου υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο αριστερό πόδι αφού υπέστη κάταγμα κνήμης και κάταγμα πτέρνας. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι η κα Π. είναι συνέταιρος με τον κ. Λ.Π. και ερωτηθείς εάν έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης τόσο για τη δουλειά που έκανε όσο και για θέματα ασφάλειας και υγείας απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ο κ. Λ.Π. τους έδειξε δύο - τρία πράγματα στη μηχανή και σιγά σιγά έκαναν τα άλλα μόνοι τους. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι και τις άλλες φορές που μετάφεραν γυάλινες πόρτες, με τον ίδιο τρόπο τις μετάφεραν και ερωτηθείς ποιος τον βοηθούσε ανέφερε ότι είχε ακόμη δύο πακιστανούς οι οποίοι εκείνην τη μέρα έκαναν το λεγόμενο ραμαζάνι και έλειπαν και ήταν ο ίδιος μαζί με την κα Π.. Σε ότι αφορά τον διευθυντή της εταιρείας τον κ. Λ.Π. σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ήταν στο μαγαζί, τους είπε τι πρέπει να κάνουν και βγήκε έξω χωρίς να ξέρει πού πήγε. Ερωτηθείς εάν του εξήγησε οποιοσδήποτε σε σχέση με τον τρόπο που θα προστατευόταν από τυχόν ατύχημα απάντησε αρνητικά και πως μετάφεραν τα γυαλιά με γυμνά χέρια χωρίς να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα προστασίας. Όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την έκθεση διερεύνησης του ατυχήματος (Έγγραφο Α) αναγνώρισε ότι πάντα στην ίδια κατάσταση είχαν τις πόρτες και όπως εξήγησε κάποιος κρατούσε τις πόρτες γέρνοντας τες πάνω του και ο άλλος έβγαζε μία μία από τη δέσμη. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι στο σημείο υπήρχαν 7 με 8 πόρτες οι οποίες έπεσαν όλες πάνω στα πόδια του και με αποτέλεσμα να σπάσει γόνατο, κνήμη, αστράγαλο και φτέρνα. Ανέφερε ότι χειρουργήθηκε, έβαλε πλατίνες και χρειάστηκε περίπου ένα χρόνο για να αποθεραπευτεί και πήγαινε φυσιοθεραπείες και όπως περαιτέρω εξήγησε, μετά άρχισε να πατάει το πόδι του και πέρσι ξαναέκανε εγχείρηση για να βγάλει τις πλατίνες. Σήμερα, όπως ανέφερε, είναι καλά. Ερωτηθείς αν υπήρχαν οποιαδήποτε ειδικά λάστιχα για να παίρνουν τα γυαλιά ανέφερε ότι για τα πιο μεγάλα γυαλιά υπήρχαν οι βεντούζες αλλά τις πιο μικρές πόρτες πάντα τις έπαιρναν με το χέρι. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι προηγουμένως εργαζόταν σε αλουμίνια και σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κατά την πρόσληψή του μίλησε με τον κ. Λ.Π. του έδειξε τα μηχανήματα καθώς και πού τα κόβουν και πού γίνονταν τα ρονταρίσματα στη ρονταριστική μηχανή. Σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν τους είπε οτιδήποτε για κατάλληλο εξοπλισμό για σκοπούς ασφάλειας, ο ίδιος τον ρώτησε και του είπε ότι όταν θα έπιαναν δουλειά θα έβλεπε τι θα έκαναν και δεν έκανε τίποτα. Επέμεινε στη θέση του ότι δεν είχαν παπούτσια ασφαλείας και γάντια και τα μόνα που είχαν ήταν οι βεντούζες με τις οποίες έπαιρναν τα μεγάλα γυαλιά. Σε άλλο σημείο επανέλαβε τη θέση του ότι δεν φορούσε κανένας στη δουλειά παπούτσια ασφαλείας. Συμφώνησε ότι ο κ. Λ.Π. του είχε πει ότι πάντα θα έπρεπε να κάνουν αυτήν την εργασία δύο άτομα και ποτέ μόνος του και αρνήθηκε ότι τη μέρα που έγινε το επίδικο ατύχημα είχε ξεκινήσει να κάνει αυτήν την εργασία με τον κ. Λ.Π.. Σε σχετικές ερωτήσεις επανέλαβε τη θέση του ότι ο κ. Λ.Π. τους έδωσε οδηγίες για το τι θα έκαναν και στη συνέχεια βγήκε έξω στο μαγαζί και ότι ο ίδιος πήγε με την κα Π. για να εκτελέσει τις οδηγίες που δόθηκαν. Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας ο κ. Λ.Π. διευθυντής της Κατηγορούμενης εταιρείας (ΜΥ1). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι έχουν μαγαζί με γυαλιά και κατά την πρόσληψη του ΓΠ συζήτησαν τι επρόκειτο να κάνει στη δουλειά ο ΓΠ, δηλαδή να παίρνει και να φέρνει γυαλιά σε διάφορες οικοδομές σε διάφορες πόλεις. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αυτήν την εργασία πάντα την κάνουν δύο άτομα και πως ο ΓΠ δεν ήταν αρχάριος αφού ήταν αλουμινιτζιής. Ήταν η θέση του ότι δίνουν στους εργοδοτούμενους δύο πετσιά ειδικά και παπούτσια ασφαλείας. Ερωτηθείς με ποιον διεκπεραίωνε ο ΓΠ τις εργασίες του κατά τη μέρα του επίδικου ατυχήματος ανέφερε ότι εργαζόταν με τον ίδιο και σε σχέση με τα μέτρα ασφαλείας που είχε η Κατηγορούμενη εταιρεία ανέφερε ότι είχε ο καθένας τα πετσιά του, τα παπούτσια του και οδηγίες ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ μόνος του γυαλί. Ερωτηθείς για ποιον λόγο δεν είχε ασφάλεια εκείνην τη περίοδο αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό όπου είχε ο ίδιος τραυματισμό κατά την εργασία του όπου έκοψε το χέρι του και όταν υπέβαλε αίτημα για κάλυψη από την ασφαλιστική του δεν τον κάλυψε και τότε αποφάσισε να αλλάξει ασφαλιστική και μέχρι να βάλει νέα ασφαλιστική έγινε το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, τη μέρα του ατυχήματος ο ΓΠ είχε οδηγίες να βάλει μαζί με τον ίδιο τις πόρτες που έπρεπε να μπουν πάνω στο αυτοκίνητο και να πάει να τις παραδώσει στην Πάφο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι έπαιρναν τις πόρτες μαζί, χτύπησε το τηλέφωνό του και του είπε να περιμένει δύο λεπτά και τότε φώναξε της αδερφής του να τον βοηθήσει. Σε ότι αφορά τα καθήκοντα της κας Π. ανέφερε ότι τα καθήκοντά της είναι στο τηλέφωνο και για παραγγελίες. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς να αναφέρει τι είδους εκπαίδευση και με ποιον τρόπο εκπαίδευσε τον ΓΠ να διεξάγει την εργασία του με ασφάλεια ανέφερε ότι ο ΓΠ ήταν στα αλουμίνια και ήξερε τα πάντα και ήξερε τι σημαίνει γυαλί και πως έπρεπε να δουλέψει. Ερωτηθείς αν έκανε γραπτή εκτίμηση κινδύνων ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Στη συνέχεια ερωτηθείς αν έχει οποιοδήποτε έγγραφο που να δείχνει με ποιον τρόπο πρέπει να προστατεύονται όλοι τόσο ο ίδιος όσο και οι υπάλληλοι της κατηγορούμενης εταιρείας απάντησε αρνητικά. Ακολούθως σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ερωτηθείς αν φορούσε ο ΓΠ τα παπούτσια ασφαλείας του εκείνην τη μέρα ανέφερε ότι εκείνην τη μέρα δεν θυμόταν αν τα φορούσε και ότι δεν τον έλεγξε κατά πόσο φορούσε παπούτσια ασφαλείας και πως μπορεί εκείνη τη μέρα να φορούσε παπούτσια κανονικά. Σε σχετική υποβολή ότι δεν εκπαίδευσε κατάλληλα τον ΓΠ για να κάνει τη δουλειά του με ασφάλεια ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν και στη συνέχεια ότι τους εκπαίδευσε και τους είπε τι να κάνουν και πως δεν ήταν εκτός θέματος. Τέλος όταν ερωτήθηκε αν είχε σύστημα διαχείρισης των κινδύνων στην εργασία απάντησε διερωτώμενος τι εννοείται με τον όρο σύστημα διαχείρισης και ακολούθως ανέφερε ότι δεν καταλαβαίνει τι είναι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[6] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[7] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[8], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[9] Λαμβάνοντας υπόψη μου τα προσόντα του ΜΚ1, την εκπαίδευση του, την πείρα και τις γνώσεις του, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του και ουδόλως αμφισβητήθηκαν, ως επίσης και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας[10] είναι η κατάληξή μου ότι ο ΜΚ1 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στα θέματα που άπτονται και αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων σε χώρους εργασίας. Επομένως, η μαρτυρία του και ειδικότερα οι αναφορές του σε σχέση με την άποψη που εξέφρασε τόσο για την μέθοδο μεταφοράς των υαλοπινάκων στην επίδικη περίπτωση την οποία χαρακτήρισε μη ασφαλή και λανθασμένη όσο και σε σχέση με τους τρόπους τους οποίους ο ίδιος υπέδειξε και εισηγήθηκε ως ασφαλείς για την διεκπεραίωση αυτού του είδους εργασίας θα αντικριστεί και θα αξιολογηθεί λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο ΜK1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τη σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα επίδικα γεγονότα όπως αυτά προέκυψαν από τη διερεύνηση εκ μέρους του ίδιου των συνθηκών του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Ήταν το πρόσωπο που είχε προσωπική εμπλοκή στη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα στις εγκαταστάσεις της Κατηγορούμενης εταιρείας, συλλέγοντας μαρτυρικό υλικό περιλαμβανομένης και πραγματικής μαρτυρίας και είχε άμεση και προσωπική γνώση των πλείστων από τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε. Εκεί που δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα, δεν δίστασε να το αναφέρει αλλά και να αναφέρει την πηγή της γνώσης του. Έδινε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις του και παρέπεμπε σε συγκεκριμένα σημεία του μαρτυρικού υλικού που συνέλεξε, για να τεκμηριώσει τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του, χωρίς να προσπαθήσει να αποφύγει ή να αποκρύψει οποιαδήποτε πτυχή της μαρτυρίας που εξασφάλισε. Δεν επιχείρησε να εκφράσει οποιαδήποτε άποψη ή να λάβει θέση, αναφορικά με τα όσα δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας της προσωπικής του γνώσης, εμπλοκής και εμπειρογνωμοσύνης και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του επιχείρησε να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την εικόνα της μαρτυρίας που εξασφάλισε. Ο ΜΚ1 μετέφερε στο Δικαστήριο με κατατοπιστικό τρόπο τις διαπιστώσεις και παρατηρήσεις του από την επιθεώρηση του χώρου που διεξάγοντο οι εργασίες στο εργοστάσιο της κατηγορούμενης κατά τη διάρκεια των οποίων επισυνέβη το εργατικό ατύχημα στις 4/6/
- Ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από τον εργοδοτούμενο της κατηγορούμενης εταιρείας για την μεταφορά υαλοπινάκων, εκφράζοντας και εξηγώντας παράλληλα τη γνώμη του ως προς το λανθασμένο και μη ασφαλές της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε καθώς και τους τρόπους με τους οποίους η εργασία αυτή θα γινόταν με ασφάλεια προκειμένου να αποφευχθεί το επίδικο ατύχημα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, στην έκταση που αυτές αφορούν τα εξεταζόμενα στην παρούσα υπόθεση ζητήματα, χωρίς η μαρτυρία του αυτή να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Οι αναφορές του ήταν συγκροτημένες και είχαν λογική συνοχή εξηγώντας κατά τρόπο πειστικό και πηγαίο όλα όσα διαπίστωσε στο πλαίσιο διερεύνησης των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα στο εργοστάσιο της Κατηγορούμενης ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Η μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με την άποψη που εξέφρασε τόσο για την μέθοδο μεταφοράς των υαλοπινάκων την οποία χαρακτήρισε μη ασφαλή και λανθασμένη όσο και με τους τρόπους τους οποίους ο ίδιος υπέδειξε και εισηγήθηκε ως ασφαλείς για την διεκπεραίωση αυτού του είδους της εργασίας, στην πραγματικότητα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Σε αυτό το οποίο επικεντρώθηκε η πλευρά της Υπεράσπισης ήταν ότι ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης εταιρείας ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών που είχε λάβει, ήτοι ότι δεν περίμενε τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας προκειμένου να μεταφέρουν μαζί τους υαλοπίνακες. Η Υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε σε κανένα στάδιο ότι ο τρόπος μεταφοράς των υαλοπινάκων ήταν ορθός, ενδεδειγμένος και ασφαλής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Κατά την κρίση μου η μαρτυρία του ΜΚ1 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Σε ότι αφορά τον ΜΚ2 αυτός έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία στο σύνολο της δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ΜΚ2 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ2 στην ολότητα της και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1, η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική αφού αναδύθηκε μία έντονη προσπάθεια παρουσίασης μίας εικόνας σε σχέση με την παροχή εκ μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας ενός ασφαλούς συστήματος εργασίας που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού ο ίδιος, δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει τις επί του προκειμένου αναφορές του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι έφεραν παπούτσια ασφαλείας κατά την εργασία τους κατά την αντεξέταση του αναίρεσε αυτήν του την τοποθέτηση αφού δήλωσε ευθαρσώς ότι όχι μόνο δεν θυμόταν εάν ο ΓΠ έφερε παπούτσια ασφαλείας την ημέρα του ατυχήματος αλλά περαιτέρω ότι δεν έκανε οποιοδήποτε έλεγχο για να δει κατά πόσο φορούσε παπούτσια ασφαλείας παραδεχόμενος στο τέλος ότι μπορεί εκείνη τη μέρα να φορούσε κανονικά παπούτσια. Ασαφείς, γενικές και χωρίς δέουσα εξειδίκευση υπήρξαν και οι αναφορές του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό εκπαίδευση του ΓΠ αφού ουδόλως εξειδικεύθηκε ο κατ' ισχυρισμό σωστός και ασφαλής τρόπος που κατ' ισχυρισμό του υποδείχθηκε. Στην πραγματικότητα, όπως αναδύθηκε από τη μαρτυρία του ΜΥ1, η πλευρά της κατηγορούμενης εταιρείας θεωρούσε αχρείαστη την παροχή οποιασδήποτε εκπαίδευσης γεγονός που εξηγεί και την αδυναμία της πλευράς του ΜΥ1 να τοποθετηθεί με σαφήνεια στο κομμάτι της κατ' ισχυρισμό εκπαίδευσης που έλαβε ο ΓΠ για την οποία δεν έπεισε το Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός ότι σε σχετική υποβολή ότι δεν εκπαίδευσε κατάλληλα τον ΓΠ για να κάνει τη δουλειά του με ασφάλεια δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν χρειαζόταν βασιζόμενος προφανώς στην πεποίθηση του ότι ήξερε την δουλειά επειδή εργαζόταν προηγουμένως στον τομέα των αλουμινίων. Ενδεικτικές της πεποίθησης του αυτής ήταν οι αναφορές του ότι ο ΓΠ δεν ήταν αρχάριος, ότι ήξερε τα πάντα και ήξερε τι σημαίνει γυαλί και πως έπρεπε να δουλέψει. Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση έκαναν και οι αναφορές του στο σύστημα διαχείρισης κινδύνων από τις οποίες αναδύθηκε ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν γνώριζε καν τι σημαίνει σύστημα διαχείρισης κινδύνων. Όταν ερωτήθηκε αν είχε σύστημα διαχείρισης των κινδύνων στην εργασία διερωτήθηκε για την έννοια του συστήματος διαχείρισης κινδύνων και ακολούθως ανέφερε ευθαρσώς ότι δεν καταλαβαίνει τι είναι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[11] και για σκοπούς αποφυγής αχρείαστης επανάληψης η σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΚ1 και ΜΚ2 ως αυτή τέθηκε πιο πάνω συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[12] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[13] Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών που προσάπτονται στην κατηγορούμενη βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[14] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[15] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.[16] Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας απόφασης, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται η Κατηγορουμένη θεμελιώνονται στον περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμo τoυ 1996 (89(I)/1996) (εν τοις εφεξής ο Νόμος), στους Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμούς του 2002, ΚΔΠ 173/2002 και στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο του 1989, Ν.174/
- Ως διαλαμβάνει το Άρθρο 2Α του Νόμου, αντικειμενικός σκοπός αυτού είναι η εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της ασφάλειας και την υγείας των προσώπων στην εργασία καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες στην εργασία. Για το σκοπό αυτό, ο Νόμος παρέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, την προστασία της ασφάλειας και της υγείας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνων των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, την ενημέρωση, τη διαβούλευση, την ισόρροπη συμμετοχή σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, την κατάρτιση ή εκπαίδευση των εργοδοτουμένων και των εκπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών. Στο άρθρο 13
(1)του Νόμου προνοείται ότι κάθε εργοδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του Άρθρου 13, χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των υποχρεώσεων του εργοδότη που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)ανωτέρω, οι υποχρεώσεις κάθε εργοδότη επεκτείνονται ώστε να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: (α) την παρoχή και διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων και μεθόδωv εργασίας τα oπoία να είναι ασφαλή και χωρίς κιvδύvoυς για την υγεία, (β) τις διευθετήσεις πoυ διασφαλίζoυv την ασφάλεια και την απoυσία κιvδύvωv για την υγεία σε σχέση με την χρήση, χειρισμό, απoθήκευση και μεταφoρά αvτικειμέvων και ουσιών, (γ) την παροχή, τέτοιων πληρoφoριών, οδηγιών, εκπαίδευσης και επιτήρησης για τηv διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ, (δ) την παροχή και τη διατήρηση oπoιωνδήπoτε χώρων εργασίας πoυ είναι κάτω από τον έλεγχo τoυ, συμπεριλαμβαvoμέvωv και των μέσων πρoσπέλασης και εξόδoυ, σε κατάσταση πoυ να είvαι ασφαλείς και χωρίς κιvδύvoυς για την υγεία, (ε) την παρoχή και διατήρηση περιβάλλovτoς εργασίας για τους εργoδoτoυμέvoυς τoυ, τo oπoίo είναι ασφαλές, χωρίς κινδύνoυς για την υγεία και επαρκές όσoν αφορά τις διευκολύνσεις και διευθετήσεις για την ευημερία τoυς στην εργασία, (στ)(
- i)τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων του, περιλαμβανομένων ενεργειών για την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, την ενημέρωση, εκπαίδευση και κατάρτιση, καθώς και τη δημιουργία της απαραίτητης οργάνωσης και της διασφάλισης των αναγκαίων μέσων, (
- ii)την επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων του ή και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή από τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του, (iii) την προσαρμογή των μέτρων αυτών ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και την επιδίωξη της βελτίωσης των υφιστάμενων καταστάσεων. Περαιτέρω, με το υπό κρίση κατηγορητήριο αποδίδονται στην Κατηγορούμενη παραβάσεις των Κανονισμών 2, 3, 4
(1)
(2)(α) των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002, ΚΔΠ 173/2002 (εν τοις εφεξής οι Κανονισμοί). Ο Κανονισμός 4 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «4.—
(1)Ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης του— (α) Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του, μεταξύ άλλων, κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χρησιμοποιούμενων χημικών ουσιών ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση ή και καταλληλότητα των χώρων εργασίας, (β) Μετά την εκτίμηση αυτή, και όπου είναι αναγκαίο, οι δραστηριότητες πρόληψης και οι μέθοδοι εργασίας και παραγωγής που εφαρμόζονται από τον εργοδότη πρέπει— (i) Να εξασφαλίζουν βελτίωση του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων (ii) να ενσωματώνονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης και σε όλα τα επίπεδα ιεραρχίας.
(2)Ο εργοδότης οφείλει— (α) Να έχει στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση— (
- i)Των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των κινδύνων που αφορούν ομάδες εργοδοτουμένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους· και (
- ii)των κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία προσώπων που δεν εργοδοτούνται από αυτόν και οι οποίοι δημιουργούνται από ή σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγει τις δραστηριότητες του ή διευθύνει την επιχείρηση του.» Τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει ένα αυστηρό σύστημα για την προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας τόσον των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους όσον και τρίτων, δυνάμενων να επηρεασθούν από τις δραστηριότητες εργοδοτών, εργολάβων ή υπεργολάβων, αντανακλούν και οι προβλεπόμενες ποινές. Σύμφωνα με το Άρθρο 53
(1)του Νόμου, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση το Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές.. Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, επισημάνθηκε ότι: «Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου,
(1995)2 Α.Α.Δ. 290. Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, στη σελ. 580, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες. .σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της πραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών. Παράλειψη τήρησης της θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα». Στην Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. P Pastellis Engineering Works Ltd και Άλλου
(2001)2 ΑΑΔ 90 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Κάθε εργοδότης οφείλει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών Ασφαλείας. Αφού αυτός είναι και ο μόνος που έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας, αντίθετα με τους εργοδοτούμενους που δεν έχουν εκλογή όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας τους, η ανάγκη προστασίας της ζωής, σωματικής ακεραιότητας και υγείας των εργαζομένων είναι αυταπόδεικτη.» Τα αδικήματα που καθιερώνονται από το Νόμο και τους δυνάμει αυτού Κανονισμούς είναι αυστηρής ευθύνης. Από το λεκτικό των σχετικών νομοθετικών διατάξεων προκύπτει πως αυτά συντελούνται με την εκδήλωση της αξιόποινης συμπεριφοράς, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή της ένοχης διάνοιας (mens rea) του κατηγορουμένου. Η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν μέσα από τον Νόμο υπεράσπιση προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη. Αναφέρομαι ειδικότερα στις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 13
(1)του Νόμου καθώς και του άρθρου 54 τα οποία διαλαμβάνουν τα εξής: «13.-
(1)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ: Νοείται ότι, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια.» «54. Σε oπoιεσδήπoτε διαδικασίες για αδίκημα πoυ διαπράττεται κατά παράβαση oπoιωvδήπoτε διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo oπoίo συvίσταται σε παράλειψη πρoσώπoυ vα συμμoρφωθεί με υπoχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκovτoς, καθόσo η συμμόρφωση αυτή είvαι πρακτικώς εφικτή ή είvαι ευλόγως εφικτή, απoτελεί ευθύvη τoυ κατηγoρoύμεvoυ vα απoδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υπoχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκαv σ' αυτόv.» Τα όσα η επιφύλαξη του Άρθρου 13
(1)καθώς και το Άρθρο 54 προνοούν συνιστούν υπερασπίσεις. Εάν αποδειχθεί η παράβαση, ο κατηγορούμενος δύναται να ισχυριστεί, ανάλογα με την περίπτωση, ότι υπήρξαν ανωμαλίες ή απρόβλεπτες συνθήκες ή έκτακτα περιστατικά, τα οποία τον εμπόδισαν να συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις του ή ότι δεν ήταν πρακτικώς εφικτό και ούτε ευλόγως εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Εφόσον, λοιπόν, αποδείξει, επί τη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων, τότε αίρεται ο κατ' αρχήν αξιόποινος χαρακτήρας των πράξεων ή παραλείψεών του. Στην ΛΙΓΓΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30 Σεπτεμβρίου 2014 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υπεράσπιση που έχει στη διάθεση του ο εργοδότης: «Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου. Η συμπερίληψή της, όμως, στο Νόμο δεν αναιρεί κατά το ελάχιστο τον, κατά τα άλλα, αποκλειστικό χαρακτήρα της ευθύνης του εργοδότη για λήψη τέτοιων μέτρων, όπως αυτή προκύπτει, σαφώς, από τη διατύπωση του άρθρου 13
(5), (βλ. Reg. v. British Steel Plc. (C.A.)
(1995)1 W.L.R. 1356). Επομένως, με δεδομένο ότι η εν λόγω ευθύνη τίθεται αποκλειστικά στον εργοδότη, δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεσή της από αυτό σε άλλο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, σε έναν ανεξάρτητο εργολάβο, οπότε θα καθίστατο η απόδοσή της σε έναν εκ των δύο θέμα διαπίστωσης της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης. ΄Οπως εξηγείται στην υπόθεση R v Associated Octel Ltd, ανωτέρω, το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης είναι αδιάφορο προς τις αυστηρές πρόνοιες της ανάλογης του άρθρου 13
(5)αγγλικής πρόνοιας, ανωτέρω. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 13
(5). Η εκπλήρωση δε από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το πιο πάνω άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονταν από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από τον εργοδότη πρόσωπα.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Ο όρος «πρακτικώς εφικτό» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 ως ακολούθως: «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θ' αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τί είναι εύλογα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το φυσικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω από το φως των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του όρου πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική.... Είναι φανερό ότι η συνάρτηση αυτή περιορίζει το απόλυτο του καθήκοντος. Το τί είναι πρακτικώς εφικτό πρέπει να προσδιορίζεται όχι κατ' απομόνωση αλλά σε συσχετισμό και με την εργασία που γίνεται». Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το τι δύναται να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις «πρακτικώς εφικτό ή ευλόγως εφικτό» είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Θα μπορούσε όμως να λεχθεί ότι όσο πιο προβλέψιμος και λογικά αναμενόμενος είναι ο κίνδυνος, τόσο πιο αυξημένο είναι και το καθήκον του εργοδότη να μεριμνήσει για την ασφάλεια των επηρεαζόμενων προσώπων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 4
(1)και 21
(1)του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/1989 κάθε εργοδότης υποχρεούται να είναι ασφαλισμένος με οποιοδήποτε ασφαλιστή έναντι της ευθύνης του για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμενο του και Εργοδότης που παραλείπει να ασφαλιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ρηθέντος Νόμου, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δε θα υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δε θα υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο ποινές. Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και το νομικό πλαίσιο που διέπει τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη ως αυτό έχει παρατεθεί πιο πάνω. Αδιαμφισβήτητα, η διεξαγωγή των εργασιών μεταφοράς υαλοπινάκων εμπεριέχει από τη φύση της πολλούς κινδύνους οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν από τον ΜΚ1 και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Στην προκείμενη περίπτωση η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την εκτέλεση της εργασίας μεταφοράς των υαλοπινάκων όπως αυτή αποτυπώνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύει, ότι επρόκειτο για μία ανασφαλή και ιδιαίτερα επικίνδυνη μέθοδο εργασίας εκ μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας. Ο τρόπος μεταφοράς των υαλοπινάκων από τους εργοδοτούμενους της κατηγορούμενης εταιρείας δεν διασφάλιζε την ασφαλή μεταφορά τους και την αποφυγή πτώσης και καταπλάκωσης των εργοδοτουμένων κατά το στάδιο της μεταφοράς τους, όπως πράγματι έγινε. Η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τη διεκπεραίωση αυτής της επικίνδυνης εργασίας δεν μερίμνησε να δώσει τέτοιες οδηγίες, πληροφορίες και εκπαίδευση στον εργοδοτούμενο της προκειμένου να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους που ενείχε η διεκπεραίωση της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας. Δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει το είδος της κατ' ισχυρισμό εκπαίδευσης στη διαδικασία μεταφοράς των υαλοπινάκων, ή των δοκιμασιών και ελέγχων στις οποίες ο τραυματισθείς υποβλήθηκε πριν του επιτραπεί η διεξαγωγή αυτής της εργασίας ή οποιαδήποτε δήλωση ενημέρωσης από την οποία να προκύπτει ότι ο τραυματισθείς είχε δεόντως ενημερωθεί για την ασφαλή μεταφορά των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν την αντιμετώπιση του όλου ζητήματος από μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας με επιπολαιότητα σε ότι αφορά τους κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη εργασία και την ανάγκη λήψης μέτρων από μέρους της προκειμένου να αντισταθμίσει τους κινδύνους. Η πλευρά της κατηγορούμενης εταιρείας, είχε την πεπλανημένη αντίληψη ότι εάν η μεταφορά γινόταν από τον ΓΠ και τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας τότε η μεταφορά θα ήταν ασφαλής παραγνωρίζοντας ότι η μεθοδολογία ήταν άκρως ανασφαλής και επικίνδυνη και αυτό, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτή η μεταφορά θα γινόταν από τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας και τον ΓΠ. Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, το στοίβαγμα υαλοπινάκων εντός του διαδρόμου διακίνησης του προσωπικού με τέτοιο τρόπο ώστε κατά το στάδιο διαλογής με σκοπό την μεταφορά τους οι εργοδοτούμενοι να γέρνουν πάνω τους τους υαλοπίνακες προκειμένου να ξεχωρίσουν τους υαλοπίνακες που θα μεταφέρονταν δεν ήταν μία ασφαλής μέθοδος διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ικανά για να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν παρείχε ασφαλές σύστημα και μέθοδο εργασίας κατά τη διαδικασία μεταφοράς των υαλοπινάκων, δεν έλαβε επαρκή μέτρα και ενέργειες για την πρόληψη των κινδύνων που ενείχε η χρήση, χειρισμός και μεταφορά των υαλοπινάκων, ούτε μερίμνησε για την παροχή τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας του εργοδοτούμενου της κατά τη διαδικασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν επίσης ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ανέθεσε τη διεξαγωγή αυτού του είδους της εργασίας εκ μέρους του εργοδοτούμενου της, χωρίς ο εργοδοτούμενος της να λάβει επαρκή σχετική εκπαίδευση για τους κινδύνους που ενείχε αυτή η εργασία αφού φαίνεται να είχε επαναπαυτεί στην εμπειρία του εργοδοτούμενου της. Μια από τις θέσεις που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του επιθεωρητή ήταν ότι η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει τον ίδιο τον τραυματισθέντα αφού σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της υπεράσπισης αυτός ενήργησε αντίθετα από τις οδηγίες που έλαβε και συνέτεινε με τη συμπεριφορά του στο να επέλθει το επίδικο ατύχημα επειδή δεν περίμενε τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας να μεταφέρουν μαζί τους υαλοπίνακες. Επί αυτού σημειώνω, παρενθετικά, ότι η ευθύνη για τη διατήρηση συνεχούς ελέγχου και επιτήρησης της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας είναι απόλυτη, διαρκής και βαραίνει αποκλειστικά τον εργοδότη ως τον μόνο αρμόδιο να ελέγχει τις συνθήκες εργασίας. Εν προκειμένω, δεν καταδείχθηκε ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βάρυνε τον ΓΠ. Και τούτο διότι η διεκπεραίωση της εργασίας από τον ΓΠ και τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας ουδόλως θα διαφοροποιούσε τα πράγματα αφού η μέθοδος εξακολουθούσε να ήταν η ίδια. Με άλλα λόγια, ο ΓΠ θα εφάρμοζε την ίδια ακριβώς λανθασμένη και ανασφαλή μέθοδο με οποιοδήποτε πρόσωπο και εάν ήταν κατά τη διεκπεραίωση αυτής της εργασίας. Ακόμη όμως και αν είχε καταδειχθεί ότι δόθηκαν οδηγίες τις οποίες αυτός δεν ακολούθησε ως προς την μεταφορά των υαλοπινάκων αυτό και πάλι δεν θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει σε απαλλαγή της κατηγορουμένης από την ευθύνη της, ακριβώς επειδή η κατηγορούμενη οφείλει ούτως ή άλλως να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd (ανωτέρω): «Ακόμα και αν είχε αποδειχθεί ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.1 απειθαρχώντας στις οδηγίες των εργοδοτών του αποφάσισε να εργαστεί από τη συγκεκριμένη εξέδρα εκθέτοντας έτσι τον εαυτό του σε κίνδυνο, κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε υπεράσπιση. Έχει λεχθεί ότι ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι αφαιρούν μετά την τοποθέτησή τους τα προφυλακτικά μέτρα, η ευθύνη του εργοδότη δεν μειώνεται γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας.» Και στην υπόθεση Evpalia Trading Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 162, στις σελ. 166 - 167 λέχθηκε ότι: «.και αν ακόμη ο παθών ενήργησε κατά παράβαση της εκπαίδευσης και των οδηγιών που είχε, οι εφεσείοντες δεν απαλλάσσονταν της ποινικής ευθύνης - (βλ. Mass Pack Trading Ltd ν. Επ. Λειτ. Εργ. Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142). Η ευθύνη τους δε μειώνεται, γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας τους βαρύνει αποκλειστικά.» Είναι λοιπόν σαφές ότι η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του τραυματισθέντος, η οποία, όπως έχει νομολογηθεί, δυνατό να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης[17] για την παράλειψη της να φροντίσει όπως ο συγκεκριμένος εργοδοτούμενος διεξάγει την εργασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων υπό ασφαλείς συνθήκες. Σύμφωνα, άλλωστε, με το άρθρο 13
(12)του Νόμου «οι υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία δε θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη.» Σε ότι αφορά την 3η κατηγορία που αφορά την παράλειψη ασφάλισης ευθύνης για ατύχημα κατά παράβαση των προνοιών περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/1989, το γεγονός ότι δεν διέθετε ασφάλιση ευθύνης η Κατηγορούμενη, στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός, καθότι ο ίδιος ο ΜΥ1 ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ευθαρσώς ότι δεν είχε ασφάλιση ευθύνης η Κατηγορούμενη εξηγώντας παράλληλα τους λόγους αυτής της παράλειψης οι οποίοι βεβαίως ουδόλως διαφοροποιούν ή επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο το δεδομένο της παράλειψης ασφάλισης ευθύνης για ατύχημα εκ μέρους της Κατηγορούμενης εταιρείας. Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης εταιρείας στις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης ικανή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή κινδύνων κατά τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης εργασίας. Υπήρχαν συνεπώς πρακτικώς εφικτά μέτρα και προφυλάξεις που θα μπορούσε να είχε πάρει η κατηγορούμενη, προκειμένου να αποτρέψει τον προβλεπτό κίνδυνο πτώσης και καταπλάκωσης του εργοδοτούμενου της από τους υαλοπίνακες κατά τη διαδικασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορουμένη απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τη συνδρομή είτε της υπεράσπισης που δημιουργεί η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 13
(1)είτε της υπεράσπισης που δημιουργεί το Άρθρο 54 του Νόμου. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221). [5] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
- Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [6]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1982)1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 663, Pouris v. R
(1983)2 C.L.R. 170, Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967. [7] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [8] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [9] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47. [10] Evangelou and another v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57 [11] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [12] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [13] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [15] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [16] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [17] Σχετικές οι Mass Pack Trading Ltd n Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 290. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο