← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΙSAAK TATARIDIS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3840/23, 15/9/2023

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΙSAAK TATARIDIS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3840/23, 15/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3840/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v.

  1. ΙSAAK TATARIDIS
  2. GEORGIOS PHILIPPIDIS Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: Η κα. Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν μετά από διάλειμμα) O Κατηγορούμενος 1 (που στο εξής θα καλείται και ο Κατηγορούμενος εκτός αν άλλως πως διατυπωθεί) βρέθηκε ένοχος μετά από ακρόαση[1] στο αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία και συγκεκριμένα ενός μεταλλικού κόφτη με μπλέ χειρολαβή καθώς και ενός μικρού μεταλλικού φαναριού. Στα πλαίσια επιβολής ποινής ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη και η ποινική υπόθεση Ε.Δ. Πάφου 3416/22 αφού σε αυτήν έχει παραδεχθεί την 5η Κατηγορία[2] που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας για το σύνολο των περιγραφόμενων στις λεπτομέρειες κατηγορίας αντικειμένων εξαιρουμένης όμως της δεντροκοπτικής μηχανής η οποία για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 04.09.2023 δεν μπορεί να αποτελεί μέρος των λεπτομερειών της 5ης Κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή συγκατατέθηκε στο να ληφθεί υπόψη η πιο πάνω υπόθεση. Υπενθυμίζεται πως ως έχει λεχθεί στην Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα

(2005)2 Α.Α.Δ. 598 όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194) Τα γεγονότα που αφορούν τόσο την υπό εξέταση υπόθεση όσο και την υπόθεση 3416/22 περιλαμβάνονται στις σχετικές αποφάσεις / ευρήματα του Δικαστηρίου σε έκαστη περίπτωση για την οποία αναφορά γίνεται ανωτέρω (στις υποσημειώσεις 1ης σελίδας) και δεν πρόκειται να τύχουν επανάληψης. Eπίσης κ. Μανώλη προχώρησε επιπρόσθετα και στην έκθεση γεγονότων που αφορούν και την υπόθεση 3416/22 Ε.Δ. Πάφου σε σχέση με την 5η Κατηγορία. Το σύνολο των γεγονότων λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής. Σημειώνεται επιπρόσθετα πως ο Κατηγορούμενος 1 είναι υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από τις 25.05.2023 ενώ υπόδικος κατέστηκε αμέσως μετά την παραδοχή του και στα πλαίσια της υπόθεσης 3416/22 από τις 13.06.
  1. Τέλος η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου ανέφερε πως αυτός βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και συγκεκριμένα στις Ποινικές Υποθέσεις 406/22 και 4564/22 Ε.Δ. Πάφου όπου του επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές σε καταδίκες με βάση τον Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο καθώς επίσης και στην υπόθεση 2221/22 Ε.Δ. Πάφου όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 1 μέχρι και 6 μηνών σε αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων και απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών. Τέλος αναφορά έκαμε και στην καταδίκη του Κατηγορούμενου στην Ποινική Υπόθεση 1391/23 Ε.Δ. Πάφου όπου του επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές σε αδικήματα μεταφοράς μαχαιριού εκτός της κατοικίας και κατοχής και χρήσης ναρκωτικής ουσίας τάξεως Β. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής η κα. Σιαηλή παρέδωσε στο Δικαστήριο Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και στο οποίο έκαμε αναφορά σε σχέση με τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Εξέφρασε την παραδοχή και απολογία του πελάτη της έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας σημειώνοντας πως καταδεικνύει μεταμέλεια παρά το ότι δεν είχε παραδεχθεί εξ αρχής τονίζοντας όμως πως αυτός έχει αθωωθεί από όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ενώ βρέθηκε ένοχος μόνο σε 2 από τα 6 αντικείμενα της 2ης Κατηγορίας. Αναφέρθηκε στο γεγονός πως τα διαρρηκτικά εργαλεία τα οποία κατείχε δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από τον Κατηγορούμενο για την διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος ή συνδεθεί με οποιαδήποτε άλλη παράνομη πράξη ενώ τόνισε πως η ώρα που αυτός εντοπίστηκε να τα κατέχει δηλαδή στις 1845 το απόγευμα είναι μόλις 15 λεπτά μετά τις 1830 όπου ο νομοθέτης κατηγοριοποιεί ποιο αυστηρά την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος αν είναι νύκτα παρά αυτό να έχει διαπραχθεί κατά την διάρκεια της ημέρας. Αναφέρθηκε επίσης στην ταλαιπωρία που ο πελάτης της έχει περάσει ειδικά σε σχέση με την υπόθεση 3416/22 Ε.Δ. Πάφου η ακροαματική διαδικασία της οποίας ήταν μακρά και εν τέλει αυτός έχει αθωωθεί από τις πολύ σοβαρές κατηγορίες που αντιμετώπισε. Τέλος χωρίς να παραγνωρίζει τις προηγούμενες 4 καταδίκες του κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι στις 2 από αυτές αφορά μόνο αδικήματα του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου όπου επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές όπως επίσης χρηματικές ποινές επιβλήθηκαν και στην υπόθεση 1391/23 Ε.Δ Πάφου για τα αδικήματα κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Εξέφρασε την άποψη ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπόψη του μόνο την καταδίκη στην υπόθεση 2221/22 Ε.Δ. Πάφου όπου σε αυτήν βρέθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για το ίδιο αδίκημα με το οποίο βρέθηκε ένοχος και σήμερα. Τέλος κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον Κατηγορούμενο με πάσα δυνατή επιείκεια και ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός τελεί υπό κράτηση ήτοι από τις 25.05.
  2. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Το άρθρο 296(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προβλέπει σε περίπτωση καταδίκης ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 χρόνια. Συνεπώς το Δικαστήριο καλείται στην υπό εξέταση υπόθεση να αποφασίσει ποια είναι η κατάλληλη (είδος και ύψος) υπό τις περιστάσεις ποινή για τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας και συγκεκριμένα ενός μεταλλικού κόφτη με μπλέ χειρολαβή καθώς και ενός μικρού μεταλλικού φαναριού και αφού βεβαίως ληφθεί υπόψη και η παραδοχή του στην 5η κατηγορία (αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας[3]) στα πλαίσια της υπόθεσης 3416/22. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας εμπίπτει στην κατηγορία των σοβαρών αδικημάτων του Ποινικού Κώδικα με τον νομοθέτη να δείχνει τη σοβαρότητα που του αποδίδει μέσω της θέσπισης της προβλεπόμενης ποινής στην κείμενη νομοθεσία. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική στάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και συνάμα να δημιουργηθεί ρήγμα στην πίστη που αυτός εναποθέτει στις αρμόδιες αρχές και εξουσίες της πολιτείας που είναι υπεύθυνες για την προστασία του ιδίου αλλά και της περιουσίας του. Τα αδικήματα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία, της παράνομης κατοχής περιουσίας και άλλων ομοειδών αδικημάτων θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Εξίσου όμως ανησυχητικό και συνάμα θλιβερό είναι το γεγονός ότι σημειώνεται αυξητική τάση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιων σοβαρών αδικημάτων και ειδικότερα στην Πάφο. Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Σε σχέση ειδικότερα με την κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του, ως επιβαρυντικούς παράγοντες, που προσμετρούν στην κατηγοριοποίηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ως σοβαρής, αν ο κατηγορούμενος διέπραξε, με το εν λόγω όργανο, διάρρηξη ή διαρρήξεις ή συνελήφθη ενώ επιχειρούσε διάρρηξη. Η ποινική ευθύνη κατηγορούμενου που εντοπίζεται να κατέχει όργανο με σκοπό να προβεί σε διάρρηξη, γενικά, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη διάρρηξη ή επιχειρούμενη διάρρηξη, θα πρέπει να κατηγοριοποιείται ως η πιο ήπια μορφή διάπραξης του αδικήματος. Όπου το αδίκημα επομένως, συνδυάζεται με την διάπραξη διάρρηξης ή κλοπής η ποινή φυλάκισης είναι η ενδεδειγμένη (βλ. ενδεικτικά, Bukowski (ανωτέρω) και Glodan Andrian Petrica ν. Αστυνομίας
(2013)2 A.A.Δ.278). Στην υπό εξέταση υπόθεση σημειώνεται ότι τα δύο αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του 1η κατηγορούμενου και συνιστούν την διάπραξη από μέρους του, του αδικήματος της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία δεν έχουν συνδεθεί με την διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος από μέρους του. Συνεπώς μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως και η νομολογία μας αναγνωρίζει για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω στις ήπιες μορφές διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος. Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και η ύπαρξη ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου ιδίως σε σχέσης και με καταδίκη για το ίδιο αδίκημα με το οποίο βρέθηκε ένοχος στην υπό εξέταση υπόθεση. Τα πιο πάνω σκιαγραφούν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την αυστηρή αντιμετώπιση που τέτοια αδίκημα θα πρέπει να τυγχάνουν, όμως δεν παραγνωρίζω πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του, τη βασική αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ενδεικτικά αναφέρω την Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ, 272. Η εξατομίκευση της ποινής όμως, σίγουρα δεν απαλείφει τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου. (Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κάττου και Άλλον ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498) Προχωρώ με τη διεργασία της επιμέτρησης της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου 1, λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
(1)τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις, όπως αυτές έχουν προβληθεί από τον δικηγόρο του και επιπρόσθετα περιγράφονται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
(2)τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος που όπως έχω αναφέρει ανωτέρω αυτό δεν συνδέεται με την διάπραξη οτιδήποτε άλλου από μέρους του Κατηγορούμενου.
(3)το γεγονός ότι αυτός κρατείτε από τις 25.05.2023 ως υπόδικος στα πλαίσια της υπό εξέτασης υπόθεσης.
(4)Την παραδοχή και απολογία του έστω και σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας το οποίο δείχνει μια μορφή μεταμέλειας. Έχω υπόψη μου, το καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Όπως επίσης έχω υπόψη μου, ότι το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο, συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. (Ιωάννου Σταύρος ν. Αστυνομίας.
(2011)2 Α.Α.Δ. 513). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτοί δεν είναι ικανοί έτσι ώστε να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας. Η φύση του αδικήματος το καθιστά ιδιαίτερα σοβαρό. Σε τέτοιες περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων όπου επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία για την αναστολή ποινών φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) θα προχωρήσω να εξετάσω παρά το ότι δεν έγινε τέτοια εισήγηση και το κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017, Ημερ. 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η σοβαρότητα του αδικήματα και των περιστάσεων διάπραξης του έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Θεωρώ πως στην υπό εξέταση υπόθεση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο
  1. Επίσης η ύπαρξη ποινικού μητρώου δεν δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του Κατηγορούμενου. Επαναλαμβάνω ότι έλαβα σοβαρά υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου 1 τα οποία μπορεί να μην επηρέασαν το είδος της ποινής αλλά επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος αυτής. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος του Κατηγορουμένου 1 για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχω επιβάλει. Η περίοδος έκτισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 τελεί σε προφυλάκιση (βλ. Άρθρο 117 Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155) ήτοι από τις 25.05.
  2. Στα πλαίσια επιβολής ποινής λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση 3416/22 Ε.Δ. Πάφου. Τα Τεκμήρια τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και της υπόθεσης 3416/22 Ε.Δ. Πάφου να κατασχεθούν και να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Τα έξοδα που αφορούν τόσο την παρούσα υπόθεση όσο και την υπόθεση 3416/22 Ε.Δ. Πάφου να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15 Σεπτεμβρίου 2023 [2] Στις υπόλοιπες κατηγορίες έχει αθωωθεί μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 04 Σεπτεμβρίου 2023 [3] Ο νομοθέτης προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 6 μήνες σε περίπτωση καταδίκης για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.