M ZAVOS TRAVEL & AGENCIES LIMITED ν. HI - MED SOLUTIONS (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 999/2019, 19/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 999/2019 M ZAVOS TRAVEL & AGENCIES LIMITED Κατηγορούσα Αρχή και
- HI - MED SOLUTIONS (CYPRUS) LIMITED
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Κλαϊδη για TTC TEMPLE COURT CHAMBERS και κα Δ. Κυνηγοπούλου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Λ. Πιερή και κα Α. Κωνσταντίνου για ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΠΙΕΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Πρόκειται για τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 οι οποίες αφορούν ισάριθμες επιταγές για το συνολικό ποσό των €15.000 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 28/3/2012, 19/6/2012, 17/9/2012 και 21/11/2012 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες. Πρόκειται για τις κατηγορίες 4, 6 και
- Κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1)
(2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ειδικότερα, κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και εξουσιοδοτημένος να υπογράφει τις επιταγές εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή στη διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους της κατηγορούμενης
- Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε και την 2η κατηγορία που εμφαίνεται στο κατηγορητήριο πλην όμως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δηλώθηκε ότι δεν θα προσφερθεί μαρτυρία σε σχέση με αυτή και ως εκ τούτου ,ο Κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάγηκε σε σχέση με αυτήν. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία πέντε
(5)μάρτυρες. Πρόκειται για τον κ. Μιχάλη Ζαβό διευθυντή της Παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1), τον κ. Μάκη Αδάμου υπάλληλο της Gordian Holdings Ltd (ΜΚ2), τον κ. Μιχάλη Στυλιανού υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου (ΜΚ3), τον κ. Ανδρέα Ταλιαδώρο υπάλληλο της ΚΕΔΙΠΕΣ (ΜΚ4) και τον κ. Χριστάκη Φλωρή υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας (ΜΚ5). Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Πρόκειται για τον Αναπληρωτή Λοχία 3284 κ. Σταύρο Νικολάου (ΜΥ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνήγορους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Η Παραπονούμενη εταιρεία συστάθηκε στις 26/5/1998 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- (β) Κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο και μέχρι σήμερα διευθυντές της Παραπονούμενης εταιρείας είναι ο κ. Μιχάλης Ζαβός και η κα Έλενα Ζαβού και γραμματέας η κα Έλενα Ζαβού. (γ) Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο μέχρι και σήμερα είναι διευθυντής της κατηγορουμένης
- (δ) Κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο μέχρι και σήμερα το εγγεγραμμένο γραφείο της κατηγορουμένης 1 βρίσκεται στην οδό Θεσσαλονίκης 5, PLATY SHOPPING CENTER BLOCK B, FLAT B15, 2122, Αγλατζιά, Λευκωσία. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων, με ταξιδιωτικές υπηρεσίες και ειδικεύεται στην πώληση αεροπορικών και ατμοπλοϊκών εισιτηρίων, κρουαζιέρων, διαμονών σε ξενοδοχεία και πακέτων διακοπών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ασχολείται με την πώληση φαρμακευτικών αναλώσιμων και μηχανολογικού ιατρικού εξοπλισμού. Πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ήταν πελάτης της Παραπονούμενης κατά το έτος 2012 και προγενέστερα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο είχε άμεση και αποκλειστική επαφή κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και ήταν αυτός ο οποίος πάντοτε έκανε τις πληρωμές για την κατηγορούμενη εταιρεία και έδινε διάφορες επιταγές. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι αναφορικά με τις συναλλαγές της Παραπονούμενης με την κατηγορουμένη 1, η Παραπονούμενη εξέδιδε τιμολόγια για κάθε πώληση τα οποία παρουσίαζε στον κατηγορούμενο 2 για εξόφληση. Προς τούτο, η κατηγορούμενη 1 στα πλαίσια των συναλλαγών της με την Παραπονούμενη και προς εξόφληση μέρος των τιμολογίων της τελευταίας εξέδιδε πάντοτε μεταχρονολογημένες επιταγές. Πρόσθεσε ότι οι επιταγές στο σύνολό τους ήταν έναντι του οφειλόμενου ποσού και ο σκοπός που εκδόθηκαν ήταν η μερική εξόφληση των οφειλών της κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη. Ανέφερε επίσης ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1/3/2012 μέχρι 21/11/2012 ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε προς όφελος και υπέγραψε εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 και παρέδωσε στην Παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήρια 1-
- Πρόσθεσε ότι μετά την επιστροφή των επιταγών επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 και απαιτούσε όπως εξοφλήσει άμεσα τις επιταγές. Ανέφερε επίσης ότι μέχρι τα πιο πάνω γεγονότα η προηγούμενη συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους ήταν καλή και ενόψει του ύψους της οφειλής θεώρησε ότι ήταν φρόνιμο υπό τις περιστάσεις να δώσει πίστωση χρόνου στους κατηγορούμενους με την ελπίδα ότι θα εξοφλήσουν τις επιταγές καθώς και το χρέος τους προς την παραπονούμενη. Παρουσίασε ως τεκμήριο 5 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που αφορά την χρονική περίοδο από 1/1/2012 μέχρι 31/12/2015 εξηγώντας ότι σε αυτόν τον λογαριασμό έχουν καταγραφεί όλες οι συναλλαγές όπως επίσης οι πληρωμές που έγιναν από τους κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενους, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε του παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Σε σχετική υποβολή ότι οι οφειλές στις οποίες αναφέρθηκε όπως αυτές προκύπτουν από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αφορούν άλλες εταιρείες, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 διαχειριζόταν 2 εταιρείες. Όταν του αναφέρθηκαν τα ονόματα των 2 άλλων εταιρειών οι οποίες αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 5 και του επισημάνθηκε εκ νέου ότι πρόκειται για άλλες εταιρείες και όχι για την Κατηγορούμενη 1 ο ΜΚ1 απάντησε ότι είναι του ίδιου (αναφερόμενος στον κατηγορούμενο 2) και πως στεγάζονται στο ίδιο κτίριο με τον ίδιο διευθυντή. Ερωτηθείς εάν αναγνωρίζει ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε αφορά άλλον οργανισμό απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι είναι ο ίδιος διευθυντής και ίδιος ιδιοκτήτης. Διαφώνησε με την υποβολή ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή οφειλή από την κατηγορουμένη 1 σε σχέση με τις επίδικες επιταγές. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός είχε ανοίξει στην Marfin Laiki Bank και από την Marfin Laiki Bank οι λογαριασμοί μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου κατόπιν σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου για μεταφορά εργασιών και ακολούθως το 2019 οι λογαριασμοί μεταφέρθηκαν στην Gordian Holdings Limited. Εξήγησε ότι σε σχέση με τον λογαριασμό που διατηρούσε η κατηγορουμένη 1 στην Marfin Laiki Bank τα σχετικά αρχεία αποτελούν μέρος του αρχείου της Gordian Holdings Limited. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφο συμφωνίας ανοίγματος λογαριασμού και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν μπορεί να είναι διαφωτιστικός ως προς το ποιο ήταν το όριο του λογαριασμού ή το ποιοι είχαν δικαίωμα υπογραφής σε αυτό τον λογαριασμό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού για την περίοδο Ιανουαρίου 2012 μέχρι τέλος Ιουνίου 2012 που ήταν, όπως ανέφερε, η περίοδος που είχαν παρουσιαστεί οι επιταγές στην τράπεζα. Εξήγησε ότι από τις 4/1/2012 που ξεκινά η πρώτη πράξη μέχρι και το τέλος του 2012 το υπόλοιπο ήταν χρεωστικό. Όταν του υποδείχθηκαν οι επιταγές τεκμήρια 3 και 4 αναφερόμενος στις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτές τις επιταγές είπε πως σε αυτές γίνεται αναφορά σε ανεπαρκή υπόλοιπα. Ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου διατηρεί ένα μικρό ηλεκτρονικό αρχείο σε σχέση με την κατηγορουμένη
- Σε ότι αφορά τις επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 ανέφερε ότι από τις σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί πάνω στις εν λόγω επιταγές φαίνεται να είχαν παρουσιαστεί σε διαφορετικές ημερομηνίες για να τιμηθούν αλλά αυτές επιστράφηκαν πίσω με την δικαιολογία ότι δεν είχαν δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Πρόσθεσε ότι από την κίνηση του λογαριασμού την οποία έλεγξε φαίνεται να μην υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο διαθέσιμα υπόλοιπα. Ερωτηθείς να αναφέρει τα πρόσωπα που είχαν εξουσιοδοτηθεί να υπογράφουν τις επιταγές για την κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι από τα έγγραφα που κατάφερε να εντοπίσει την επιταγή τεκμήριο 3 φαίνεται να υπογράφει ένα πρόσωπο επ' ονόματι Μιχαήλ Παρασκευή Κωνσταντίνου και την επιταγή τεκμήριο 4 ένα πρόσωπο επ' ονόματι Πανίκος Κωνσταντίνου. Ερωτηθείς κατά πόσο ο κ. Πανίκος Κωνσταντίνου είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει τις επιταγές της για λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 απάντησε πως φαίνεται πως ναι και πως το ίδιο ισχύει και για την άλλη επιταγή, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ανέφερε ότι κατά το άνοιγμα του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 δόθηκαν δείγματα υπογραφών πλην όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει το συγκεκριμένο καρτελάκι, όπως ανέφερε, για να το συγκρίνει και παρουσίασε στο δικαστήριο δέσμη κάποιων άλλων εγγράφων που, όπως ανέφερε, υπέγραψαν οι πελάτες και την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 9 τα οποία, όπως εξήγησε, φέρουν κάποιες υπογραφές οι οποίες φαίνεται να είναι ίδιες. Περαιτέρω, έκανε αναφορά στη διαδικασία εξέτασης μιας επιταγής η οποία ίσχυε, όπως ανέφερε, και στη Λαϊκή Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εξήγησε ότι όταν μια επιταγή παρουσιαστεί στα ταμεία για πληρωμή γίνεται προκαταρκτικός έλεγχος της ορθότητας συμπλήρωσης της επιταγής και μετά γίνεται έλεγχος κατά πόσο υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο για πληρωμή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου στην υπηρεσία δικαστικών υποθέσεων και συμφώνησε ότι δεν έχει ακριβή γνώση ως προς το τι γινόταν στην Πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ως προς το ποιος ελέγχει τις υπογραφές επί των επιταγών στο ταμείο ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υποχρέωση του κάθε ταμία να ελέγξει, να κατεβάσει το δείγμα υπογραφής μπροστά του και αν η επιταγή ήταν η ίδια με το δείγμα το οποίο είχε στην κατοχή του να προχωρήσει και αν όχι να ενημερώσει τον άμεσα προϊστάμενό του και να προβούν σε περαιτέρω έλεγχο. Σε σχετική ερώτηση στο κατά πόσο συμφωνεί ότι αυτοί που έκαναν τους ελέγχους δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις και ότι προέβαιναν εξ όψεως μόνο τον έλεγχο ανέφερε ότι κανένας τραπεζικός υπάλληλος δεν πρόκειται να πει ότι είναι γραφολόγος Ο ΜΚ 4 ανέφερε ότι εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ και κατά τα έτη 2012 και 2016 εργαζόταν στη ΣΠΕ ΛΗΔΡΑΣ. Ερωτηθείς να αναφέρει ποια είναι η σχέση της ΚΕΔΙΠΕΣ με την πρώην Συνεργατική Κοντέας ανέφερε ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ είναι η εξέλιξη του εναπομείναντος συνεργατισμού και έχει αναλάβει όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του πρώην συνεργατισμού. Όταν του υποδείχθηκαν οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 ερωτηθείς εάν αναγνωρίζει αυτές τις επιταγές απάντησε καταφατικά και ερωτηθείς σε σχέση με την επιταγή τεκμήριο 1 ανέφερε ότι τη σφραγίδα την τοποθέτησε ο αρμόδιος υπάλληλος της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ. Με αναφορά στη σφραγίδα η οποία καταγράφει «ελλιπή στοιχεία μη συμπληρωμένη επιταγή» εξήγησε ότι δεν ήταν ορθά συμπληρωμένη και συγκεκριμένα στο ποσό αντί να γράφει ολογράφως 1000 γράφτηκε αριθμητικώς. Σε σχέση με την επιταγή τεκμήριο 2 ερωτηθείς για τη σημασία των σφραγίδων που έχουν τοποθετηθεί πάνω σε αυτή ανέφερε ότι στις 22/11 παρουσιάστηκε η επιταγή για πληρωμή και επιστράφηκε για τον λόγο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Όπως περαιτέρω ανέφερε, στις 27/11 δεν υπήρχαν και πάλι διαθέσιμα υπόλοιπα και η αιτιολογία ήταν αποταθείτε στον εκδότη. Ερωτηθείς εάν έλεγξε κατά πόσο οι σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί στην επιταγή τεκμήριο 2 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ανέφερε ότι η επιταγή τεκμήριο 1 δεν ήταν θέμα διαθεσιμότητας αλλά θέμα λανθασμένης συμπλήρωσης. Σε ότι αφορά την επιταγή τεκμήριο 2, ανέφερε ότι τα διαθέσιμα υπόλοιπα δεν επέτρεπαν την εξαργύρωση της επιταγής. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 10 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού για την περίοδο από 1/1/2012 μέχρι 31/12/
- Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο η επιταγή τεκμήριο 1 αν δεν είχε ελάττωμα με τον τρόπο που είχε συμπληρωθεί θα εξαργυρωνόταν, απάντησε καταφατικά σε ότι αφορά τη διαθεσιμότητα. Περαιτέρω, εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός έχει μεταφερθεί στην Ελληνική Τράπεζα και στην κατοχή της Ελληνικής Τράπεζας έχουν μεταφερθεί τα δείγματα που αφορούν τον λογαριασμό πλην όμως, όπως ανέφερε, είχε εντοπίσει δείγμα υπογραφών με την ταυτότητα του κατόχου του λογαριασμού, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι γραφολόγος και αναφέροντας ότι η υπογραφή συνάδει με τις υπογραφές που φέρουν οι επιταγές τεκμήρια 1 και
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα υπογραφής πάνω στις επιταγές τότε η επιστροφή της επιταγής θα έφερε άλλη δικαιολογία, ήτοι ότι διαφέρει η υπογραφή του εκδότη, οπότε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, για να μην γράφει διαφέρει η υπογραφή του εκδότη είναι η υπογραφή η οποία είχε δώσει τότε ο κάτοχος του λογαριασμού. Κατέθεσε ως τεκμήριο 11 αντίγραφο μέρους συμφωνίας χωρίς ημερομηνία στην οποία εντόπισε τα αναφερόμενα δείγματα υπογραφών. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν έχει οποιοδήποτε έγγραφο που να δείχνει ότι ειδοποιήθηκε η κατηγορουμένη 1 σε σχέση με την μη τίμηση των επιταγών απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν είναι ο ίδιος που εξέτασε τις υπογραφές αλλά θεωρεί ότι έχει γίνει σωστή διαδικασία ελέγχου. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει τις διαδικασίες που τηρούσαν στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ ανέφερε ότι γνωρίζει γενικά τις διαδικασίες που τηρούσαν οι συνεργατικές εταιρείες και σε υποβολή ότι κάθε εταιρεία πριν το 2013 τηρούσε τις δικές της διαδικασίες ανέφερε πως δεν γνωρίζει. Σε άλλο σημείο σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε σε σχέση με τις υπογραφές ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός επί του θέματος. Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και αναφερόμενος στην κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε λογαριασμό με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας όπου μετά εξελίχθηκε σε Παγκύπρια Συνεργατική και μετά αγοράστηκε από την Ελληνική Τράπεζα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι λογαριασμοί που διατηρούσε η κατηγορουμένη 1 με την πρώην Συνεργατική βρίσκονται τώρα στο χαρτοφυλάκιο της Ελληνικής Τράπεζας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού για την περίοδο από 1/9/2012 μέχρι 30/6/
- Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο εντοπίζει την επιταγή τεκμήριο 1 στην κατάσταση λογαριασμού ανέφερε ότι η επιταγή είναι καταχωρημένη στην κατάσταση λογαριασμού στις 18/9/2012 με ημερομηνία αξίας 17/9/
- Εξήγησε ότι στις 18/9/2012 υπάρχει η καταχώρηση με έξοδα επιστροφής. Ερωτηθείς σε σχέση με την επιταγή τεκμήριο 1 και ειδικότερα ως προς το ποιο είναι το ελάττωμα της επιταγής ανέφερε ότι όπως έχει δείξει ο επίσημος έλεγχος υπάρχει τεχνικό πρόβλημα αφού στη θέση που έπρεπε να γραφτεί το ποσό ολογράφως υπάρχει αριθμητικός και σε σχέση με την επιταγή τεκμήριο 2, κληθείς να εξηγήσει στο δικαστήριο τον λόγο για τον οποίο η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε, ανέφερε ότι δεν έχει πληρωθεί διότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα. Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος διαπίστωσε αν παρουσιάστηκε η επιταγή Τεκμήριο 2, με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12 ανέφερε ότι στη σελίδα 2 στις 22/11 φαίνεται η παρουσίαση της επιταγής με ημερομηνία αξίας 21/11/
- Κληθείς να αναφέρει ποιο ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει τις επιταγές σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι με βάση τα στοιχεία της κάρτας του πελάτη είναι ο κ. Πανίκος Κωνσταντίνου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 τη σχετική κάρτα πελάτη εξηγώντας ότι πρόκειται για τη συνήθη κάρτα πελάτη η οποία περιέχει τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη με δήλωση ότι τα στοιχεία που αναφέρονται είναι αληθινά ως επίσης και δείγμα υπογραφής και ερωτηθείς κατά πόσο το δείγμα υπογραφής συνάδει με τις επιταγές τεκμήριο 1 και 2 απάντησε καταφατικά. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς πως διαπίστωσε ότι είναι ίδιες οι υπογραφές ανέφερε ότι το διαπίστωσε από την εμπειρία του στην τράπεζα βλέποντας τις 2 υπογραφές. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι υπογραφές δεν είναι ίδιες ανέφερε ότι αν είχε να εξαργυρώσει τις επιταγές θα τις εξαργύρωνε. Ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον κ. Ζαβό (ΜΚ1) τον είδε για μια και μοναδική φορά στο νοσοκομείο πριν από πολλά χρόνια όταν αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα υγείας και του ζήτησε τη βοήθειά του. Όπως εξήγησε, επειδή η κατηγορούμενη 1 ασχολείται με την πώληση φαρμακευτικού και ιατρικού εξοπλισμού και ο ίδιος είχε και έχει πολλές επαφές και γνωριμίες με γιατρούς και ιατρικό προσωπικό γι' αυτόν τον λόγο του ζήτησε τη βοήθειά του. Ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά ουδέποτε είχε κατ' ιδίαν επαφές με τον ΜΚ1 και πώς τα ζητήματα της μεταξύ των 2 εταιρειών συνεργασίας τα χειριζόταν εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 η τότε υπάλληλος κα Άννα Ερωτοκρίτου η οποία απεβίωσε το
- Για την ύπαρξη των επίδικων επιταγών ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά όταν έλαβε γνώση της παρούσας ποινικής υπόθεσης και ουδέποτε οχλήθηκε ή έλαβε επιστολή ή οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση από την παραπονούμενη ή τους δικηγόρους της για αυτές τις επιταγές και δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Πρόσθεσε ότι η κατηγορούμενη 1, σε κάθε περίπτωση, κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε πρόβλημα ρευστότητας και όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 8, ο λογαριασμός δεν είχε όριο και πολλές άλλες επιταγές που κατατίθεντο στο λογαριασμό εξαργυρώνονταν χωρίς πρόβλημα. Σε ότι αφορά την επιταγή τεκμήριο 1 για την οποία η σφραγίδα της τράπεζας αναγράφει «ελλιπή στοιχεία - μη συμπληρωμένη επιταγή», ήταν η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι ο κ. Ζαβός ουδέποτε απευθύνθηκε στον ίδιο για να διορθωθεί ή εξοφληθεί η εν λόγω επιταγή επειδή πολύ απλά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατηγορούμενος 2, δεν υπήρχε χρέος και γνώριζε ότι δεν έλαβε τις επιταγές εν γνώσει του. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι είναι η θέση του ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν οφείλει κανένα ποσό στην παραπονούμενη και δεν υπάρχει κανένα χρέος για το οποίο κατ' ισχυρισμό δόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Αναφερόμενος στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 5 ανέφερε ότι αυτή η κατάσταση αφορά χρέος τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα των εταιρειών HI - MED SOLUTIONS ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ και HOSPITEC CO LTD. Αναφερόμενος σε αυτές τις εταιρείες είπε ότι πρόκειται για διαφορετικά νομικά πρόσωπα με ξεχωριστή νομική οντότητα. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφερόμενος στις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 4 ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε αυτές τις επιταγές και ουδέποτε τις έδωσε στην παραπονούμενη εταιρεία ή στον κ. Ζαβό. Ήταν η θέση του ότι η Αποβιώσασα κα Άννα Ερωτοκρίτου η οποία εργαζόταν τότε στην κατηγορουμένη 1 ήξερε πολύ καλά να κάνει την υπογραφή του λόγω της πολυετούς εργοδότησης της στην κατηγορουμένη 1 και πολύ πιθανόν αυτή να τις έδωσε στον κ. Ζαβό πίσω από την πλάτη του. Όπως περαιτέρω ανέφερε, η κα Ερωτοκρίτου δυστυχώς έκανε πολλές ατασθαλίες στην εταιρεία του και δυστυχώς δεν είναι σήμερα εν ζωή για να λάβει δείγματα της υπογραφής της ειδικός γραφολόγος προκειμένου να αποδειχθεί ο ισχυρισμός του ή να δώσει μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Σε ότι αφορά την υπογραφή στην επιταγή τεκμήριο 3 ανέφερε ότι εξόφθαλμα δεν είναι η υπογραφή της γυναίκας του Παρασκευής Κωνσταντίνου. Τέλος, ανέφερε ότι ουδεμία οφειλή υπάρχει προς την παραπονούμενη εταιρεία από την κατηγορουμένη 1 και ακόμα και να υπήρχε οφειλή αφορά σε άλλα νομικά πρόσωπα, ήτοι τις ανωτέρω αναφερόμενες εταιρίες. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν διεκδίκησε πότε οποιοδήποτε ποσό λόγω του ότι δεν υπήρχε τέτοια οφειλή και μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, προχώρησε μετά από 7 χρόνια σε ιδιωτική την υπόθεση και αφού πέθανε η κα Ερωτοκρίτου. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ουδέποτε ήξερε ότι υπήρχαν οι επίδικες επιταγές. Επανέλαβε τη θέση του ότι ουδεμία οφειλή υπάρχει προς την παραπονούμενη εταιρεία και σε σχετική υποβολή ότι εξακολουθούσε να έχει συνεργασία με την παραπονούμενη εταιρεία μέχρι τις 20/10/2015 με αναφορά στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 5, ανέφερε ότι αυτή η κατάσταση λογαριασμού αφορά 2 διαφορετικές εταιρείες, ήτοι τις ανωτέρω αναφερόμενες εταιρείες. Επανέλαβε τη θέση του ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν είχε καμία συνεργασία με τον κ. Ζαβό ούτε το 2012 ούτε το
- Όταν του υποδείχθηκε η επιταγή - τεκμήριο 6 ανέφερε πως δεν την υπέγραψε ο ίδιος και αυτό, όπως είπε, φαίνεται ξεκάθαρα χωρίς να χρειάζεται γραφολόγο και στη συνέχεια, με αναφορά στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης στην οποία ο ίδιος αναγνωρίζει την υπογραφή του στο τεκμήριο 6 ανέφερε ότι ο ίδιος μιλάει για την υπογραφή και όχι για την επιταγή και πως η επιταγή είναι ξεκάθαρο ότι δεν γράφτηκε από τον ίδιο αλλά η υπογραφή είναι δική του. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο ίδιος εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε τις επιταγές τεκμήριο 1, 2 και
- Στη συνέχεια τις ανεξετάσης του, όταν του υποδείχθηκε η επιταγή τεκμήριο 1 ανέφερε ότι σε αυτήν βλέπει 3 διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες ήτοι, το όνομα του δικαιούχου, τον αριθμό 1000 και το μόνο που αναγνωρίζει είναι η υπογραφή του. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ερωτηθείς εκ νέου εάν υπογραφή είναι δική του στην επιταγή τεκμήριο 1 απάντησε πως προφανώς η υπογραφή είναι κάποιου ο οποίος την πλαστογράφησε. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2013 η κατηγορούμενη 1 διαγράφηκε από το ΦΠΑ του κράτους και ουσιαστικά σταμάτησε οποιεσδήποτε εμπορικές δραστηριότητες μετά τον Μάρτιο του 2013 λόγω οικονομικών προβλημάτων που είχε. Σε σχετική υποβολή ότι για όλες τις πράξεις που αφορούσαν τις 2 άλλες εταιρείες στις οποίες γίνεται αναφορά στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 5, ήτοι την HI - MED SOLUTIONS ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ και HOSPITEC CO LTD διευθετούσε τις πληρωμές η κατηγορούμενη 1 απάντησε ότι δεν συμφωνεί σε αυτό και αρνήθηκε την υποβολή ότι η εταιρεία HOSPITEC CO LTD δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς την παραπονούμενη και ότι με εντολή δική του η κατηγορούμενη 1 θα ήταν υπεύθυνη να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό της εταιρείας HOSPITEC CO LTD λέγοντας ότι δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία και ότι η Κατηγορουμένη 1 ήταν συγκεκριμένη εταιρεία δούλευε με το δημόσιο και λάμβανε μέρος σε διαγωνισμούς για ιατρικά αναλώσιμα και μηχανήματα και ότι είχε δικό της το αντιμετώπιζε με δικές της επιταγές. Σε σχετική υποβολή ότι ζήτησε από την παραπονούμενη εταιρεία οι υποχρεώσεις της HI - MED SOLUTIONS ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ να καλύπτονται από την Κατηγορουμένη 1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Ο ΜΥ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι υπηρετεί στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών του αρχηγείου αστυνομίας με ειδικότητα δικαστικού γραφολόγου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Γ). Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 το βιογραφικό του σημείωμα και ανέφερε ότι έχει εξετάσει εκατοντάδες υποθέσεις και έχει δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετές φορές καθώς και ότι εκπαιδεύτηκε και μετεκπαιδεύτηκε τόσο στο γραφείο γραφολογίας στην Κύπρο όσο και σε αντίστοιχα γραφεία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην έκθεση του, συνοπτικά, αναφέρεται ότι στις 15/2/2023 στον χώρο του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προέβη σε γραφολογικές εξετάσεις επί των επιταγών τεκμήρια 1 μέχρι
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι έλαβε 12 δείγματα γραφής και υπογραφής του κ. Πανίκου Κωνσταντίνου και της κας Παρασκευής Κωνσταντίνου. Περαιτέρω, παρέλαβε από τον κ. Πανίκο Κωνσταντίνου διάφορα έγγραφα όπως διαβατήριο, εκλογικό βιβλιάριο, τρία τιμολόγια της εταιρείας HOSPITEC CO LTD, εκλογικό βιβλιάριο της Παρασκευής Μιχαήλ και έγγραφο με τίτλο συμφωνία διευθέτησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 15/2/
- Σε ότι αφορά την αιτούμενη εξέταση, του ζητήθηκε να προβεί σε σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής εκδότη στην επιταγή τεκμήριο 3 τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής της κας Παρασκευής Κωνσταντίνου όσο και με τις δύο υπογραφές δείγμα στη συμφωνία διευθέτησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 15/2/
- Του ζητήθηκε επίσης να προβεί σε σύγκριση των αμφισβητούμενων υπογραφών εκδότη στις επιταγές Τεκμήρια 1, 3 και 4 τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του κ. Πανίκου Κωνσταντίνου όσο και τις υπογραφές δείγμα επί των ανωτέρω αναφερόμενων εγγράφων που έλαβε στην κατοχή του. Σε ότι αφορά το αποτέλεσμα της εξέτασης του κατέληξε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή εκδότη στην επιταγή τεκμήριο 3 φαίνεται να είναι γραμμένη ολογράφως στο όνομα Ε. Μιχαήλ και εξετάζοντας την υπογραφή αυτή βρήκε ότι παρουσιάζει φυσιολογικό ρυθμό ροής του γραφικού μέσου, χωρίς οποιαδήποτε αδικαιολόγητα σταματήματα, τρέμουλο, διορθώσεις, ή άλλα στοιχεία που δυνατόν να υποδεικνύουν προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης μιας γνήσιας υπογραφής. Πρόσθεσε ότι συγκρίνοντας την εν λόγω αμφισβητούμενη υπογραφή τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής της Παρασκευής Κωνσταντίνου όσο και με τις υπογραφές δείγμα που περιέχονται στο εκλογικό βιβλιάριο και στη συμφωνία διευθέτησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 15/2/2019 βρήκε ότι παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ τους αλλά συνάμα και διαφορές και πως οι διαφορές είναι τέτοιες που κατά τη γνώμη του αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με το εν λόγω πρόσωπο. Σε ότι αφορά τις αμφισβητούμενες υπογραφές εκδότη στις επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 4 ανέφερε ότι αυτές είναι γραφικές παραστάσεις χωρίς ιδιαίτερη τεχνική και βαθμό δυσκολίας στον τρόπο σχηματισμού τους. Ως εκ τούτου, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε είναι επισφαλής. Παρά τα πιο πάνω δεδομένα, εξετάζοντας τις υπογραφές αυτές βρήκε ότι παρουσιάζουν φυσιολογικό ρυθμό ροής του γραφικού μέσου, χωρίς οποιαδήποτε αδικαιολόγητα σταματήματα, τρέμουλο, διορθώσεις, ή άλλα στοιχεία που δυνατόν να υποδεικνύουν προσπάθεια αντιγραφής ή απομίμησης μιας γνήσιας υπογραφής και συγκρίνοντας τις εν λόγω αμφισβητούμενες υπογραφές τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του κ. Πανίκου Κωνσταντίνου όσο και με τις υπογραφές δείγμα στα διάφορα έγγραφα που του παραδόθηκαν ως αυτά αναφέρονται πιο πάνω, βρήκε ότι παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους που του δημιουργούν την υποψία ότι δυνατόν οι 3 αμφισβητούμενες υπογραφές να έγιναν από αυτόν. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι σε ότι αφορά τις επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 4 εξετάζοντας αυτές τις υπογραφές βρήκε ότι δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη τεχνική ούτε βαθμό δυσκολίας στο να τις κάνει κάποιος και δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο κάποιος με αρκετή εξάσκηση να έχει κάνει αυτές τις υπογραφές. Επεσήμανε ότι δεν μπορούσε και δεν μπορεί να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα εάν οι υπογραφές αυτές έγιναν από τον κ. Πανίκο Κωνσταντίνου ή εάν κάποιος άλλος προσπάθησε να τις κάνει και ο λόγος είναι ότι δεν έχουν ιδιαίτερη τεχνική και βαθμό δυσκολίας στο να γίνουν. Σε σχέση με την αναφορά του σε υποψία ότι δυνατόν οι 3 αμφισβητούμενες υπογραφές στις επιταγές τεκμήρια 1, 2 και 4 να έγιναν από τον κατηγορούμενο 2 κατάθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 18 έγγραφο το οποίο περιέχει 7 διαφορετικά αποτελέσματα στα οποία μπορεί να καταλήξει κάποιος γραφολόγος μετά από κάποια γραφολογική εξέταση. Στο ρηθέν Τεκμήριο πέραν από το αποτέλεσμα παρατίθεται και η επεξήγηση για την οποία ο γραφολόγος κατατάσσει το αποτέλεσμα της εξέτασης του στην κάθε βαθμίδα. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 18 και όπως ο ίδιος εξήγησε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, η πρώτη βαθμίδα είναι το θετικό αποτέλεσμα όπου τα συμπεράσματα του γραφολόγου είναι στο βαθμό της πλήρους βεβαιότητας. Ακολούθως, υπάρχει η δεύτερη βαθμίδα που είναι αυτή της ισχυρής πεποίθησης (θετικού) όπου ο ειδικός έχει πεισθεί αλλά για λόγους τους οποίους αναφέρει στο Δικαστήριο έχει ταξινομήσει το αποτέλεσμα του στη δεύτερη βαθμίδα. Η τρίτη βαθμίδα είναι η υποψία (θετικού) όπου ο ειδικός μπορεί να πιθανολογήσει και μέχρι ένα σημείο μπορεί να το τεκμηριώσει για τους λόγους που οφείλει να αναφέρει ενώπιον του δικαστηρίου και ειδικότερα πρόκειται για την περίπτωση όπου μεταξύ αμφισβητούμενης γραφής/υπογραφής και δειγματικού υλικού, υπάρχει αριθμός ομοιοτήτων αλλά συνάμα και πολλές διαφορές με αποτέλεσμα ο ειδικός να πιθανολογήσει ότι η αμφισβητούμενη γραφή ή υπογραφή δυνατόν να ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ακολούθως, εξήγησε ότι η τέταρτη βαθμίδα είναι αυτή της καμίας εκφοράς γνώμης, η πέμπτη βαθμίδα είναι η υποψία (αρνητικού) κατά την οποία ο ειδικός δύναται να πιθανολογήσει ότι η αμφισβητούμενη γραφή ή υπογραφή δυνατό να μην ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η πέμπτη βαθμίδα είναι αυτή της ισχυρής πεποίθησης (αρνητικού) και η τελευταία βαθμίδα είναι το αρνητικό αποτέλεσμα. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[6] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[7] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[8], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[9] Σε ότι αφορά τον ΜΚ1, η μαρτυρία του ουσιαστικά επικεντρώθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και στο αντάλλαγμα αυτών. Ο ΜΚ1 επέλεξε, με άλλα λόγια, να στηριχθεί στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής σε σχέση με τις επίδικες επιταγές και για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια αυτός δεν έκανε θετική εντύπωση. Εξετάζοντας τις επί του προκειμένου αναφορές του συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτές δεν παρουσιάζουν την αναγκαία σαφήνεια, σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορούν να γίνουν δεκτές. Αναδύθηκαν κενά και ασάφειες χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση παρά το ότι κλήθηκε να πράξει τούτο. Ενώ ήταν η θέση του ότι η Παραπονούμενη και η Κατηγορούμενη 1 είχαν εμπορικές συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων η Παραπονούμενη εξέδιδε τιμολόγια στην Κατηγορούμενη 1 σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε στην Κατηγορούμενη 1 και πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν έναντι του οφειλόμενου ποσού, την ίδια στιγμή ο ίδιος κατέθεσε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 5 στην οποία, όπως ευθαρσώς δήλωσε, καταγράφονται όλες οι συναλλαγές ως επίσης και όλες οι πληρωμές που έγιναν από τους Κατηγορούμενους. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού καθίσταται σαφές ότι σε αυτήν αναγράφονται δύο άλλες εταιρείες και όχι η Κατηγορούμενη
- Ειδικότερα, καταγράφονται τα εξής ονόματα: «HI - MED SOLUTIONS Ε.Π.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡ HOSPITEC CO LTD». Περαιτέρω, στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο φύλλο της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού καταγράφονται τα ακόλουθα ονόματα: «HI - MED SOLUTIONS Ε.Π.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΙΑΤΡ HOSPITEC CO. LTD HI - MED SOLUTIONS Ε». Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 όταν του υποδείχθηκε το σημείο αυτό και του υποβλήθηκε ότι η αναλυτική κατάσταση που αυτός παρουσίασε αφορά δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα και όχι την κατηγορούμενη 1 δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό απλώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι και αυτές οι δύο άλλες εταιρείες είναι του ίδιου (αναφερόμενος στον Κατηγορούμενο 2). Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι οι κατ' ισχυρισμό οφειλές που κατά τον ίδιο συνδέονταν με τις επίδικες επιταγές αφορούν άλλες εταιρείες περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 2 διαχειριζόταν δύο εταιρείες. Ενώ λοιπόν θα αναμενόταν ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στην οποία σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΚ1 καταγράφονταν όλες οι συναλλαγές με την Κατηγορούμενη 1 και οι πληρωμές που έκανε θα έκανε αναφορά στην Κατηγορούμενη 1, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο ΜΚ1 προσκόμισε την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως επιβεβαιωτική του χρέους της κατηγορούμενης 1 προς εξόφληση του οποίου κατά τη θέση του εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, εντούτοις όχι μόνο δεν υπήρχε τέτοια αναφορά στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού αλλά ο ίδιος όταν κλήθηκε να εξηγήσει το γεγονός αυτό επέλεξε να μην δώσει οποιαδήποτε, πόσο μάλλον πειστική εξήγηση. Δεν είπε για παράδειγμα ότι υπήρξε κάποιο λάθος στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ή ότι εκ παραδρομής δεν γράφτηκε το όνομα της κατηγορούμενης 1 ή οτιδήποτε που να εξηγεί με τρόπο πειστικό τις αναφορές που γίνονται στην αναλυτική κατάσταση σε άλλα πρόσωπα ή για ποιο λόγο δεν αναγράφεται η Κατηγορούμενη 1 στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η γραμμή αντεξέτασης που στη συνέχεια ακολούθησαν οι συνήγοροι της Παραπονούμενης κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 επισφράγισε την αδυναμία της εκδοχής της Παραπονούμενης σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ειδικότερα το αντάλλαγμα των επιταγών. Για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 υποβλήθηκε η θέση ότι υπήρχε συμφωνία ότι η Κατηγορούμενη 1 θα αναλάμβανε να πληρώσει τις οφειλές των δύο άλλων εταιρειών που αναφέρονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 5 τη στιγμή που ο μάρτυρας γεγονότων εκ μέρους της Παραπονούμενης ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα αυτό το οποίο ισχυρίστηκε ήταν ότι η Παραπονούμενη εταιρεία παρείχε υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς αναφορά σε παροχή υπηρεσιών σε άλλα νομικά πρόσωπα τις οφειλές των οποίων είχε δήθεν αναλάβει η Κατηγορούμενη 1, θέση η οποία τέθηκε για πρώτη φορά από τους συνήγορους της Παραπονούμενης κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 και η οποία ουδόλως συνάδει με την εκδοχή που ο ΜΚ1 προσπάθησε να παρουσιάσει κατά τη μαρτυρία του. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ειδικότερα το αντάλλαγμα αυτών δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
- Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον ΜΚ2 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του όπως αυτό συνοψίσθηκε πιο πάνω διαπιστώνω ότι τα όσα ειλικρινώς και ευθαρσώς ανέφερε δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε ούτε μπόρεσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων στην παρούσα υπόθεση ζητημάτων. Σε ότι αφορά τον ΜΚ3 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ3 συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και συνεπώς, κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα ο οποίος προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα ο ίδιος γνήσια γνώριζε και πίστευε χωρίς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή παραποίησης δεδομένων. Έχοντας κρίνει ότι η ο ΜΚ3 ήταν αξιόπιστος, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε ότι αφορά το ζήτημα των υπογραφών στις επιταγές Τεκμήρια 3 και 4.[10] Όπως ευθαρσώς δήλωσε, ο ίδιος δεν κατάφερε να εντοπίσει τα δείγματα υπογραφών που δόθηκαν κατά το άνοιγμα του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 προκειμένου να προβεί ο ίδιος σε διαδικασία σύγκρισης. Προσκόμισε στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων που εντόπισε στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας Κύπρου η οποία περιείχε αντίγραφα συμφωνιών και δηλώσεων που είχαν κατά καιρούς υπογράψει οι πελάτες όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με το ζήτημα των υπογραφών από το οποίο αναδύεται και η αβεβαιότητα την οποία ο ίδιος εξέφρασε και από το οποίο καθίσταται σαφές ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στις επί του προκειμένου αναφορές του σε σχέση με την πατρότητα των υπογραφών στις επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 αφού στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να δώσει θετική και σαφή μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «Ε. Κατά το άνοιγμα του λογαριασμού της κατηγορούμενης εταιρείας δόθηκαν δείγματα υπογραφών; Α. Ναι, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσα να εντοπίσω το συγκεκριμένο καρτελάκι για να τα συγκρίνω. Έχω φέρει μαζί μου κάποια έγγραφα που υπέγραψαν οι πελάτες, αν ευκολύνει το Δικαστήριο μπορώ να σας τα δώσω φέρουν κάποιες υπογραφές αλλά και πάλι δεν είμαι σε θέση να σας πω ότι.φαίνεται να είναι οι ίδιες, από κει και πέρα.» Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ4 και ΜΚ5 οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 1 και
- Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από αυτούς τους μάρτυρες ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Υπήρξαν σταθεροί, σαφείς και πειστικοί στις αναφορές τους και απαντούσαν αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ειλικρινείς μάρτυρες οι οποίοι δεν προσπάθησαν συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ή να παραποιήσουν γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία τους ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτός περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του. Ενώ ισχυρίστηκε ότι την μοναδική επιταγή στην οποία αναγνωρίζει την υπογραφή του είναι η επιταγή Τεκμήριο 6 η οποία δεν αποτελεί μέρος του υπό κρίση κατηγορητηρίου στη συνέχεια όταν του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του η ρηθείσα επιταγή διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι δεν υπέγραψε αυτήν την επιταγή και πως αυτό το γεγονός φαίνεται ξεκάθαρα χωρίς να χρειάζεται γραφολόγο για να το πει. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στην προηγούμενη αντιφατική του τοποθέτηση, αντιλαμβανόμενος την αντίφαση στις τοποθετήσεις του, επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη θέση του λέγοντας ότι αναφέρεται στην επιταγή και όχι στην υπογραφή και πως η υπογραφή είναι δική του. Περαιτέρω, όταν του υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 1 σε αντίφαση με τις τοποθετήσεις του κατά την κυρίως εξέταση του δήλωσε ευθαρσώς ότι το μόνο που αναγνωρίζει στη ρηθείσα επιταγή είναι την υπογραφή του και στη συνέχεια, σε νέα σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, διαφοροποίησε τη θέση του και σε πλήρη αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του, ισχυρίστηκε ότι προφανώς η υπογραφή στο Τεκμήριο 1 είναι κάποιου ο οποίος την πλαστογράφησε. Περαιτέρω, δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι ανενεργή από τον Μάρτιο του 2013 αφού οι ρηθείσες αναφορές δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας στην οποία είχε μεταφερθεί ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 από το περιεχόμενο της οποίας υπάρχει κίνηση του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 και μετά το Μάρτη του 2013 με διάφορες χρεοπιστώσεις, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί αδρανοποίησης της Κατηγορούμενης
- Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
- Λαμβάνοντας υπόψη μου τα προσόντα του, την εκπαίδευση του, την πείρα και τις γνώσεις του, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του και ουδόλως αμφισβητήθηκαν, ως επίσης και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας[11] είναι η κατάληξή μου ότι ο ΜΥ2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στα θέματα που άπτονται και αφορούν την εξέταση της πατρότητας μίας υπογραφής. Επομένως, η μαρτυρία του και ειδικότερα οι αναφορές του σε σχέση με το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε θα αντικριστεί και θα αξιολογηθεί λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο ΜΥ2 μου έκαμε θετική εντύπωση. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του στην ολότητα της καταλήγω ότι ήταν σε θέση να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Σε ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 3 αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με την Παρασκευή Κωνσταντίνου. Καταρχάς να σημειώσω ότι το υπό αναφορά πρόσωπο πρόκειται για ένα από τα πρόσωπα που σύμφωνα με τον ΜΚ3 ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει εκ μέρους της Κατηγορούμενης
- Πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τον αριθμό δελτίου ταυτότητας τον οποίο αναφέρει ο ΜΥ2 στην έκθεση του (Έγγραφο Γ) ο οποίος είναι ο ίδιος με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας στη δέσμη εγγράφων που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΚ3 τα οποία είχαν κατά καιρούς υπογραφεί, σύμφωνα με τον ΜΚ3, και από την Παρασκευή Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 9). Η κατάληξη του αυτή ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από τους συνήγορους της Παραπονούμενης και παρέμεινε αναντίλεκτη. Έχοντας κατά νου τις ενέργειες τις οποίες ο μάρτυρας αυτός έλαβε προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό όπως αυτές περιγράφονται με λεπτομέρεια στην έκθεση του Έγγραφο Γ σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν εξέφρασε οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αβεβαιότητα σε σχέση με την κατάληξη του αυτή καθώς και το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία απολύτως αμφισβήτηση στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε, καταλήγω ότι οι επί του προκειμένου αναφορές του αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 1, 2 και 4, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η μαρτυρία του δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Του δημιουργήθηκε μεν η υποψία ότι δυνατόν οι υπογραφές να ανήκουν στον Κατηγορούμενο 2 πλην όμως όπως ο ίδιος ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε δεν ήταν σε θέση να εκφέρει απόλυτη και βέβαιη γνώμη σε σχέση με την πατρότητα των υπογραφών στα Τεκμήρια 1, 2 και 4 και ειδικότερα σε σχέση με το κατά πόσο αυτές οι υπογραφές ανήκουν πράγματι στον Κατηγορούμενο 2 και τούτο επειδή, όπως εξήγησε, πρόκειται για υπογραφές χωρίς ιδιαίτερη τεχνική και βαθμό δυσκολίας στον τρόπο σχηματισμού τους. Επεσήμανε με ρητό και ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο κάποιο άλλο πρόσωπο να έκανε αυτές τις υπογραφές με αρκετή εξάσκηση ενόψει του ότι δεν έχουν ιδιαίτερο βαθμό δυσκολίας στο να γίνουν ξεκαθαρίζοντας ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αν οι υπογραφές έγιναν από τον Κατηγορούμενο 2 ή εάν κάποιος άλλος προσπάθησε να τις κάνει. Υπό τις περιστάσεις που εξήγησα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ2 σε ότι αφορά το ζήτημα των υπογραφών στις επιταγές Τεκμήρια 1, 2 και
- Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[12] προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
- Οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 φέρουν την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει τις επιταγές εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 στην Σ.Π.Ε. Κοντέας.
- Η επιταγή Τεκμήριο 1 ήταν πληρωτέα στις 17/9/2012 και παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 18/9/2012 και επιστράφηκε αφού τοποθετήθηκε σφραγίδα με το εξής περιεχόμενο: «Ελλειπή στοιχεία /μη συμπληρωμένη επιταγή». Σε ότι αφορά τον λόγο επιστροφής της αυτός ήταν το γεγονός ότι τέθηκε αριθμητικώς και όχι ολογράφως το ποσό της επιταγής ενώ δεν υπήρχε οποιοδήποτε θέμα με τα διαθέσιμα υπόλοιπα.
- Η επιταγή Τεκμήριο 2 ήταν πληρωτέα στις 21/11/2012 και παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 22/11/2012 και επιστράφηκε αφού τοποθετήθηκε σφραγίδα με το εξής περιεχόμενο «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα please represent insufficient funds». Ακολούθως, στις 27/11/2012 τοποθετήθηκε σφραγίδα με το εξής περιεχόμενο «Αποταθείτε στον εκδότη ή να παρουσιαστεί ξανά: ανεπαρκή υπόλοιπα Refer to drawer or represent: insufficient funds».
- Οι επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 ήταν πληρωτέες στις 28/3/2012 και 19/6/2012 αντίστοιχα, παρουσιάστηκαν σε διάφορες ημερομηνίες στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν με την τοποθέτηση σφραγίδων με το ακόλουθο περιεχόμενο: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ REFER TO DRAWER - INSUFFICIENT FUNDS», « ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ PLEASE REPRESENT INSUFFICIENT FUNDS».
- Εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 στην Marfin Laiki Bank ήταν ο κατηγορούμενος 2 και η κα Μιχαήλ Παρασκευή Κωνσταντίνου. Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικήματων των κατηγοριών που προσάπτονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[13] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή των κατηγορουμένων, τότε αυτοί θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.[15] Σε ότι αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής με βάση το άρθρο το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής[16] ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154, και, με δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο.[17] Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της[18] χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία.[19] Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στους Κατηγορούμενους. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[20] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[21] Για τους λόγους που εξήγησα κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, δεν ήταν δυνατόν για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές αφού η μαρτυρία του διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας η οποία κατέστησε το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, κρίθηκε αναξιόπιστη. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής και εφαρμόζεται στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Νόμου. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το εν λόγω μαχητό τεκμήριο και τούτο διότι η πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας ως προς το ζήτημα της αντιπαροχής επέλεξε να μην βασιστεί σε αυτό, αλλά στη μαρτυρία που προσκόμισε η οποία όμως, κρίθηκε αναξιόπιστη. Στην ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΣΑΒΒΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, 18/12/2017 το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου: «Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» Δεν διαφωνούμε με τον κ. Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, στην ΔΡΟΥΓΚΑ ν. ΜΑΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.248/2018, 31/10/2019 το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, με αναφορά στις πρόνοιες των άρθρων 2, 3, 27 και 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως και σε νομολογία (Παναγιώτου ν. Φουρνίδης
(2012)2 Α.Α.Δ. 916 και Τριφταρίδης ν. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Εφ. 340/2015 ημερ. 18.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B407) ότι στη βάση της μαρτυρίας του εφεσείοντα, αυτός δεν «έδωσε σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2 αξία/αντάλλαγμα» και ενόψει τούτου προχώρησε σε αθώωση και απαλλαγή του εφεσίβλητου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Να επισημάνουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις από τις οποίες άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο και για τους σκοπούς της παρούσης παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την Τριφταρίδης (ανωτέρω) με το οποίο συμφωνούμε και το οποίο προδιαγράφει και την τύχη της υπό κρίση έφεσης. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ ν. ΑΡΜΙΝΙΩΤΗΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 16/2019, 24/3/2020 πρωτοδίκως, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και κατ' επέκταση η ύπαρξη ανταλλάγματος, ήταν αντικείμενο αντιπαράθεσης και προσκομίστηκε προς τούτο μαρτυρία, που δεν έγινε αποδεκτή, και ως εκ τούτου το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση και αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο. Η εν λόγω προσέγγιση εδραζόταν στο γεγονός ότι το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή επί του προκειμένου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση επεσήμανε τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο με σαφήνεια εφάρμοσε τη νομική αρχή που πηγάζει από τη νομολογία (Τριφταρίδης ν. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Εφ. 340/2015, ημερ. 18 Δεκεμβρίου 2017, ECLI:CY:AD:2017:B407, Κυριάκου ν. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Εφ. 188/2016, ημερ. 30 Οκτωβρίου 2018, ECLI:CY:AD:2018:B468 και Δρούγκα v. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Εφ. 248/2018, ημερ. 31 Οκτωβρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B454), που δεν είναι άλλη παρά ότι από τη στιγμή που ο παραπονούμενος είχε επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία ως προς το θέμα του ανταλλάγματος της επιταγής, η επίκληση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν έχει εφαρμογή.» Επανερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ενόψει των αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα και με δεδομένο ότι η μαρτυρία που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε, γεγονός που προδιαγράφει και την τύχη της παρούσας υπόθεσης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της. Συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης η οποία σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση υπόθεσης που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της και την αθώωση των κατηγορουμένων, για σκοπούς πληρότητας σημειώνω και τα ακόλουθα. Σε ότι αφορά τις επιταγές τεκμήρια 3 και 4 δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής και τούτο ενόψει του γεγονότος ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι αυτές είχαν υπογραφεί από τα εξουσιοδοτημένα προς τούτο πρόσωπα εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1. Στην Βούρας Γιάννης ν. Aνδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.)Γενικές Μεταφορές Λτδ και Άλλων
(2003)2 ΑΑΔ 135 επισημάνθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή.» Στην υπό εξέταση περίπτωση δόθηκε μαρτυρία γραφολόγου η οποία δεν αμφισβητήθηκε και έγινε αποδεκτή σύμφωνα με την οποία η υπογραφή στην επιταγή Τεκμήριο 3 δεν μπορεί να συνδεθεί με την Παρασκευή Κωνσταντίνου η οποία σύμφωνα με τον ΜΚ3 ήταν το ένα από τα δύο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν εκ μέρους της Κατηγορούμενης
- Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3 δεν έχω εν προκειμένω ικανοποιηθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έγινε έλεγχος σύγκρισης των υπογραφών στις επιταγές με το επιβεβαιωμένο δείγμα της υπογραφής τους το οποίο δεν εντοπίστηκε όπως ανέφερε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ3 το μόνο που ήταν σε θέση να αναφέρει ήταν το είδος της διαδικασίας ελέγχου μίας επιταγής που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Marfin Laiki Bank. Ο ίδιος όμως δεν έδωσε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ως προς το κατά πόσο τέτοιος έλεγχος έγινε εν προκειμένω ούτε εξέφρασε προσωπική γνώση για το τι έγινε σε σχέση με τις επίδικες επιταγές λέγοντας ευθαρσώς σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να έχει ακριβή γνώση σε σχέση με το τι ακριβώς γινόταν στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα ενόψει της εργοδότησης του κατά τον ουσιώδη χρόνο από την Τράπεζα Κύπρου. Ούτε ήταν σε θέση να μαρτυρήσει με θετικότητα, σαφήνεια και πειστικότητα ως προς το κατά πόσο οι επιταγές Τεκμήρια 3 και 4 έφεραν την υπογραφή των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Ούτε παρουσιάστηκε στη δίκη ως μάρτυρας οποιοδήποτε πρόσωπο προέβη στον όποιο έλεγχο, εάν πράγματι έγινε τέτοιος έλεγχος. Με άλλα λόγια ακόμα και εάν στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας θα μπορούσε το Δικαστήριο να αχθεί σε εύρημα ότι έγινε έλεγχος από κάποιο υπάλληλο της Marfin Laiki Bank, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την ποιότητα και αξιοπιστία του ελέγχου αυτού. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ίχνος θετικής μαρτυρίας ότι έγινε τέτοιος έλεγχος εν προκειμένω. Σε αυτό το σημείο παραπέμπω στη μνημειώδη υπόμνηση στην Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6, ότι: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 1η έκδ. 2014, 244, επισημαίνεται ότι το τεκμήριο της κανονικότητας δεν μπορεί να εφαρμοστεί για να αποδείξει συστατικό στοιχείο ποινικού αδικήματος. Γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Dillon v. R. [1982] 1 All E.R. 1017, η οποία μνημονεύεται και στην Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789, 792. Παραπέμπω επίσης και στην Χ''Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, 64, όπου αναφέρθηκε σε σχέση με την έκδοση επιταγής ότι: «ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής». Ο ΜΚ3 δεν ανέφερε ότι ήταν με οποιοδήποτε τρόπο εξοικειωμένος με την υπογραφή των προσώπων που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για την κατηγορούμενη
- Στην πραγματικότητα, κατέστη σαφές ότι ο ίδιος εντόπισε τα έγγραφα που κατέθεσε για τους σκοπούς της κλήτευσης του ως μάρτυρας στο Δικαστήριο χωρίς να τα είχε σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο ξαναδεί. Άλλωστε, ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως ανέφερε εργαζόταν στο τμήμα δικαστηριακών υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου. Η μοναδική αναφορά στην υπό εξέταση περίπτωση εκ μέρους του διευθυντή της παραπονούμενης ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τις υπογραφές του κατηγορούμενου 2 επί των επιταγών εξαιτίας προηγούμενης συνεργασίας που είχαν, δεν κρίνεται υπό τις πιο πάνω περιστάσεις επαρκής και αρκετή για την απόδειξη της πατρότητας της υπογραφής στην επιταγή τεκμήριο
- Η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της με την OMILOS LAIKOU DISTRIBUTORS LTD v. ΚΑΖΑΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 179/2021, 15/2/2022 στην οποία δεν αποδείχθηκε η έκδοση της επιταγής αφού σε σχέση με την πατρότητα της υπογραφής επί της επιταγής η υπάλληλος της τράπεζας περιορίστηκε στο να εκθέσει τη συνήθη διαδικασία που ακολουθείται στην τράπεζα όταν μία επιταγή παρουσιάζεται προς πληρωμή. Επιπρόσθετα, υπάρχει και έτερη βάση η οποία οδηγεί στην ίδια κατάληξη, ήτοι της απόρριψης της υπό κρίση υπόθεσης. Και αυτή δεν είναι άλλη από την καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του διασφαλίζοντας την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.[22] Στην απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222 επισημάνθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3 Ιουλίου 2020, επεσήμανε για άλλη μία φορά με αναφορά στην Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 τη θεμελιακή αρχή ότι το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση. Σε ότι αφορά το στάδιο διαπίστωσης της κατάχρησης, στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω) λέχθηκε με αναφορά και παραπομπή στις υποθέσεις Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, L.C.A. DOMIKI Ltd Ποινική Αίτηση Αρ.14/2018, ημερ.2.10.2018, Αγγελίδης, Ποινική Αίτηση Αρ.17/2018, ημερ.6.12.2018 και Amsteso Electric Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ.14/2019, ημερ.9.5.2019, ότι η κατάχρηση μπορεί να διαπιστωθεί κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, όταν θα έχει ήδη τεθεί ενώπιον του όλη η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή και η υπεράσπιση θα ήθελαν προσφέρει. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Τονίστηκε επίσης ότι τέτοια διαπίστωση μπορεί αναμφίβολα να γίνει και σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, με αίτημα της υπεράσπισης, αλλά και αυτεπάγγελτα και πως το Δικαστήριο, δεν εμποδίζεται από του να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Σε ότι αφορά ειδικότερα το ζήτημα της κατάχρησης στη βάση ισχυριζόμενης καθυστέρησης στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα ως προς τις παραμέτρους που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του προτού διαμορφώσει την κρίση του επί τέτοιου ζητήματος: «Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. . Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.» Στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω), επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να τερματίσει την ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι λόγω κατάχρησης η οποία συνίστατο στην καθυστέρηση καταχώρισης της εν λόγω ποινικής υπόθεσης η οποία διαγνώσθηκε με αναφορά στην αντικειμενική παρέλευση του χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος, ως αυτή αναδυόταν από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, και της καταχώρισης του κατηγορητηρίου (5 ½ χρόνια). Και αυτό γιατί δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς της κατηγορούσας αρχής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα συναφή με την καθυστέρηση τα οποία να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως αναδυόταν από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρισης του κατηγορητηρίου. Στην ΠΟΛΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ v. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΕΛΕΒΑΝΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 69/2021, 7/12/2022 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της ποινικής δίωξης και με αναφορά και παραπομπή στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω) ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το Κατηγορητήριο για την εν λόγω υπόθεση καταχωρήθηκε μόλις στις 9/2/2015, ήτοι 3 ½ χρόνια μετά που το αδίκημα είχε διαπραχθεί. Για την καθυστέρηση αυτή - μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος και της ημερομηνίας καταχώρησης του Κατηγορητηρίου - δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Στην υπόθεση L.C.A. DOMIKI Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ. 14/2018, ημερ. 2/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:D424, ECLI:CY:AD:2018:D424, όπου οι κατηγορίες αφορούσαν αδικήματα σε σχέση με την έκδοση επιταγών, έγινε αναφορά στη φύση της συνοπτικής διαδικασίας και το επιθυμητό της σύντομης δίωξης. Όπως, δε, τονίσθηκε στην πιο πάνω υπόθεση: «Στην περίπτωση της έκδοσης επιταγών αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια ή ο λογαριασμός ήταν κλειστός και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος». Στην υπό εξέταση περίπτωση η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, συνιστά επιπρόσθετο λόγο για να θεωρηθεί η προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση και στην υπόθεση Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020.» Επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση. Η πλευρά των Κατηγορουμένων ήγειρε ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης στο γραπτό κείμενο της τελικής της αγόρευσης. Οι συνήγοροι της Παραπονούμενης εταιρείας παρά το γεγονός ότι είχαν την ευκαιρία να δουν το γραπτό κείμενο της αγόρευσης των κατηγορουμένων και αγόρευσαν μάλιστα και προφορικά προκειμένου να απαντήσουν σε κάποια σημεία της αγόρευσης της πλευράς των Κατηγορουμένων δεν ανέφεραν οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Στην παρούσα υπόθεση ενώ η κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων έλαβε χώρα τον Μάρτιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2012, το κατηγορητήριο της υπό κρίση υπόθεσης καταχωρίστηκε στις 26/8/19 δηλαδή με καθυστέρηση 7 χρόνια και 5 μήνες (σε ότι αφορά την 1η κατηγορία) 7 χρόνια και 2 μήνες (σε ότι αφορά την 3η και 4η κατηγορία), 6 χρόνια και 11 μήνες (σε ότι αφορά την 5η και 6η κατηγορία), και 6 χρόνια και 9 μήνες (σε ότι αφορά την 7η και 8η κατηγορία). Η μοναδική αναφορά που εντοπίζεται στη μαρτυρία του ΜΚ1 που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει κάποια σχέση με το ζήτημα αυτό (εάν και δεν υπάρχει σαφής και ξεκάθαρη τοποθέτηση επί τούτου) είναι ότι ο ίδιος θεώρησε φρόνιμο να δώσει πίστωση χρόνου στους κατηγορούμενους με την ελπίδα να εξοφλήσουν τις επιταγές και το χρέος τους προς την Παραπονούμενη. Πρόκειται βεβαίως για μία γενικόλογη και αόριστη αναφορά που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής και πειστική επεξήγηση σε σχέση με την μεγάλη καθυστέρηση στην ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων. Η, αντικειμενικά μακρά, καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας παρέμεινε ουσιαστικά αδικαιολόγητη και καθιστά τη δίωξη ενοχλητική κατά τρόπο που δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να ανακόψει για αυτόν τον λόγο την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης όσον αφορά την ποινική της πτυχή. Λέγω ότι η καθυστέρηση παρέμεινε ουσιαστικά αδικαιολόγητη ενόψει του ότι δεν κρίνεται ικανοποιητικός ή πειστικός ο λόγος που δόθηκε, ότι δηλαδή δόθηκε πίστωση χρόνου για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η χωρίς οποιαδήποτε επαρκής επεξήγηση καθυστέρηση για 7 χρόνια και 5 μήνες (σε ότι αφορά την 1η κατηγορία), 7 χρόνια και 2 μήνες (σε ότι αφορά την 3η και 4η κατηγορία), 6 χρόνια και 11 μήνες (σε ότι αφορά την 5η και 6η κατηγορία), και 6 χρόνια και 9 μήνες (σε ότι αφορά την 7η και 8η κατηγορία) στην προώθηση της δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2 για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστά την προώθηση της παρούσας υπόθεσης κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της ποινικής δίωξης και απόρριψης της υπόθεσης. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της Παραπονούμενης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [5] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
- Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [6]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1982)1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 663, Pouris v. R
(1983)2 C.L.R. 170, Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967. [7] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [8] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [9] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47. [10] FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499 [11] Evangelou and another v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57 [12] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [14] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [15] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- [16] L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 30/01/2015 [17] L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω) και Μαυρουδή ν. Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποιν. Έφεση 156/18 ημ. 21/02/
- [18] άρθρο 3 Κεφ. 262 και Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96 [19]άρθρα 12 και 20
(1)Κεφ. 262, L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω), (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B707 και Ορφανίδου ν. Φυλακτού Πολ. Έφεση 99/2014 ημ. 16/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A514, ECLI:CY:AD:2021:A514. [20] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [21] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
- [22] Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217) Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Παπόρη ν. Maskin Fabriken «SIO» Α/S
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1037 Loukos Trading Co. Ltd κ.ά.ν. Ρεινμποου Πλητσιηγκ Και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1014 και Zuckerman On Civil Procedure - Principles and Practice, Sweet & Maxwell, σελ. 618 κ.επ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο