← Κύπρος

Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΤΔ ν. ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 918/2018, 10/2/2023

Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΤΔ ν. ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 918/2018, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 918/2018 Μεταξύ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΤΔ Παραπονούμενης και

  1. ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΛΤΔ
  2. ΝΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  3. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. M. Κιτρομιλίδης και κα Ρ. Μάρκου για Μ. ΚΙΤΡΟΜΛΙΔΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κα Σ. Χριστοδούλου. Κατηγορούμενος 3 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 10 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Πρόκειται για τις κατηγορίες 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82 και 86 οι οποίες αφορούν ισάριθμες επιταγές οι οποίες εξεδόθησαν για διάφορα ποσά και ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών. Ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 67, 69, 71, 73, 75, 77, 79, 81, 83 και
  2. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή ως αξιωματούχος και/ή ως εξουσιοδοτημένος υπογραφέας και/ή αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 υπέγραψε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 δέκα
(10)επιταγές οι οποίες εξεδόθησαν για διάφορα ποσά και ήταν πληρωτέες σε διάφορες ημερομηνίες σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι η υπόθεση δεν προωθήθηκε σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 η οποία απαλλάγηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 18/4/22 με την προσθήκη σε αυτό των κατηγοριών 64 μέχρι
  1. Στη συνέχεια, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα στις 10/6/22, η πλευρά της παραπονούμενης δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την προώθηση των κατηγοριών 1 - 63 και ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 απαλλάγηκαν και αθωωθήκαν από τις κατηγορίες αυτές. Ακολούθως, η πλευρά της παραπονουμένης μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την προώθηση των κατηγοριών 64, 65, 84, 85, 88 μέχρι 97 και με απόφαση του Δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι 1 και 3 απαλλάγηκαν και αθωωθήκαν από αυτές. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Πρόκειται για την κα Αναστασία Χρ. Χατζηττοφή διευθύντρια της Παραπονούμενης εταιρείας (ΜΚ1) και τον κ. Ανδρέα Ανδρέου υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ΜΚ2). Μετά την κλήση των κατηγορουμένων 1 και 3 σε απολογία, ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανόμωτη δήλωση. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Η ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι η Παραπονούμενη εταιρεία συστάθηκε την 01/07/1994 και ασχολείται με τη χονδρική πώληση φθαρτών. Ο Κατηγορούμενος 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα υπόθεση ήταν εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας και η Κατηγορούμενη 1 ήταν πελάτης της Παραπονούμενης εταιρείας από τη σύσταση της Κατηγορούμενης 1 στις 19/05/
  2. Σε σχέση με το είδος της συνεργασίας των δύο εταιρειών, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε φθαρτά επί πιστώσει από την Παραπονούμενη και προς τον σκοπό αυτό διατηρείτο χρεοπιστωτικός λογαριασμός. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που ουσιαστικά γινόταν, όπως ανέφερε, ήταν να πωλούνται και παραδίδονται φθαρτά επί πιστώσει από την Παραπονούμενη εταιρεία προς την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και στο τέλος κάθε μηνός για το υπόλοιπο του χρεοπιστωτικού λογαριασμού του μηνός η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδιδε μία ή δύο μεταχρονολογημένες επιταγές για εξόφληση του υπόλοιπου των μηνιαίων αγορών που διενεργήθηκαν τις οποίες υπέγραφε ο Κατηγορούμενος 3 και παρέδιδε στο λογιστήριο της Παραπονούμενης εταιρείας. Πρόσθεσε ότι το λογιστήριο της Παραπονούμενης εταιρείας απέστελλε κάθε τέλος του μηνός στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαινόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ίδια έκανε όλες τις καταθέσεις των επιταγών στην τράπεζα αφού αυτό ήταν μέρος των δικών της καθηκόντων και εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της Παραπονούμενης εταιρείας και της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας υπήρχε προφορική συνεννόηση μεταξύ του διευθυντή της Παραπονούμενης εταιρείας κ. Χριστοφόρου Χατζηττοφή, συζύγου της ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου 3 ότι θα υπήρχε εκ των προτέρων συνεννόηση μεταξύ τους αναφορικά με τον χρόνο κατάθεσης των μεταχρονολογημένων επιταγών στην τράπεζα για σκοπούς πληρωμής τους. Τις πλείστες φορές, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ1, η κατάθεση των μεταχρονολογημένων επιταγών που είχε στην κατοχή της η Παραπονούμενη εταιρεία δεν γινόταν την ημερομηνία που αναγράφετο σε αυτές και/ή που αυτές ήταν πληρωτέες αλλά σε ημερομηνίες που τους υποδείκνυε ο Κατηγορούμενος 3 και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις οι ημερομηνίες που φαίνονταν στις μεταχρονολογημένες επιταγές διαφοροποιούνταν και διαγράφετο η παλιά ημερομηνία και αναγράφετο κάποια άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία πάντοτε με την υπογραφή του Κατηγορούμενου
  3. Η ΜΚ1 κατέθεσε τις επίδικες επιταγές ως Τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και
  4. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και ο Κατηγορούμενος 3 ειδοποιήθηκαν από το λογιστήριο της Παραπονούμενης 1 εταιρείας ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν πλην όμως οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν εξόφλησαν τις επιταγές αυτές οι οποίες παρέμειναν απλήρωτες για 15 μέρες μετά την παρουσίασή τους. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι διευθυντής της Παραπονούμενης εταιρείας ήταν και ο σύζυγός της ο οποίος απεβίωσε. Ερωτηθείσα εάν η ίδια είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή και σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 τηλεφωνούσε στο σπίτι τους και η ίδια έπαιρνε τις παραγγελίες από τα supermarket και τα εστιατόρια. Ερωτηθείσα για τις αναφορές της στην κυρίως εξέτασή της για την έκδοση επιταγών από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ειδικότερα ερωτηθείσα εάν οι επιταγές εκδίδονταν μπροστά της ή κατά πόσο της παραλάμβανε από το λογιστήριο ανέφερε ότι μόνο δύο φορές ήταν η ίδια εκεί και είδε και ότι οι υπόλοιπες δίδονταν στο λογιστήριο. Όταν της υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 6 και ρωτήθηκε σε σχέση με την αλλαγή της ημερομηνίας που εμφαίνεται σε αυτή ανέφερε ότι η αλλαγή έγινε μετά από σχετική συνεννόηση του κατηγορούμενου 3 με το σύζυγο της. Αναγνώρισε την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 στην επιταγή Τεκμήριο 6, προσθέτοντας ότι γνωρίζει την υπογραφή του αφού η ίδια έκανε όλες τις καταθέσεις επιταγών. Όταν της υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 8 ανέφερε ότι η αλλαγή στις ημερομηνίες έγινε κατόπιν συνεννόησης του Κατηγορούμενου 3 με τον σύζυγό της και το λογιστήριο και ότι είναι τα γράμματα του Κατηγορούμενου 3 και η υπογραφή του. Ερωτηθείσα αν γνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου 3 απάντησε ότι έβλεπε τόσες καταθέσεις επιταγών. Όταν τις υποδείχθηκαν οι επιταγές Τεκμήρια 10 και 14 ερωτηθείσα εκ νέου για τις αλλαγές ημερομηνιών στις ρηθείσες επιταγές ανέφερε ότι βλέπει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 πάνω στις αλλαγές. Όταν της υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 8 και της επισημάνθηκε ότι στο όνομα του δικαιούχου υπάρχει η αναφορά Μ. Αλεξάνδρου, ανέφερε ότι πρόκειται για την εταιρεία τους και ότι απλώς δεν έβαλαν το «ΛΤΔ». Αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για την αντικατάσταση των ημερομηνιών από τον Κατηγορούμενο 3 λέγοντας ότι υπάρχουν οι υπογραφές του και οι αλλαγές. Ο ΜΚ2, κ. Ανδρέας Ανδρέου ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και τα έτη 2016-2017 εργαζόταν στο κατάστημα Δασουπόλεως στην Τράπεζα Κύπρου. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου κάποιους λογαριασμούς στο κατάστημα Δασουπόλεως. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 3 και τη σχέση του με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ανέφερε ότι ήταν ο διευθυντής και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της Κατηγορούμενης
  5. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 δείγμα υπογραφών το οποίο βρήκε από τα αρχεία της τράπεζας εξηγώντας ότι υπήρχαν δύο δείγματα υπογραφών. Ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με τον ΜΚ 2 ανοίχθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1999 και έκλεισε στις 27 Δεκεμβρίου
  6. Όταν του υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές ανέφερε ότι αφορούν τον λογαριασμό στον οποίο έκανε αναφορά με το συγκεκριμένο δείγμα υπογραφής και ανέφερε ότι βλέποντας τη σφραγίδα που τοποθετήθηκε σε αυτές, οι επιταγές δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός όταν παρουσιάστηκαν προσθέτοντας ότι αυτές παρουσιάστηκαν μετά το κλείσιμο του λογαριασμού. Ακολούθως, του υποδείχθηκαν οι επιταγές Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 στις οποίες υπάρχουν αλλαγές ημερομηνιών και ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο στις αλλαγές που έχουν γίνει υπάρχει υπογραφή του εξουσιοδοτημένου προσώπου να υπογράφει με βάση το Τεκμήριο 20 που κατέθεσε (δηλαδή του δείγματος υπογραφών) ανέφερε ότι απ' ότι φαίνεται είναι η υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 και ότι μπορεί κάποιος να κάνει αλλαγή πάνω στην επιταγή φτάνει να βάλει την πλήρη υπογραφή δίπλα από την αλλαγή. Αντεξεταζόμενος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ανέφερε ότι τα δείγματα των υπογραφών δεν λήφθηκαν στην παρουσία του αλλά τα πήρε από το σύστημα της τράπεζας. Ερωτηθείς αν ενημερώθηκε για το κλείσιμο του λογαριασμού η Κατηγορούμενη 1 ή ο Κατηγορούμενος 3 με οποιανδήποτε επιστολή της τράπεζας ανέφερε ότι για να κλείσει ο λογαριασμός σημαίνει ότι υπέγραψε κάποιος που δεσμεύει την εταιρεία με την υπογραφή του, οπόταν όπως ανέφερε, για να κλείσει ο λογαριασμός υπάρχει υπογραφή του Κατηγορούμενου
  7. Κλήθηκε να υποδείξει οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώνει τις αναφορές του πλην όμως δεν είχε μαζί του οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Σε περαιτέρω υποβολές ανέφερε ότι πιστεύει ότι είναι αδύνατο να κλείσει ένας λογαριασμός χωρίς να υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που υπογράφει και δεσμεύει την εταιρεία. Όταν του υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 6 και του ζητήθηκε να σχολιάσει το θέμα της αλλαγής των ημερομηνιών και ειδικότερα κατά πόσο η τράπεζα ζητά την αντικατάσταση των επιταγών όταν υπάρχει αυτό το θέμα ανέφερε ότι όταν είναι πλήρης η υπογραφή του πελάτη δίπλα από την αλλαγή η τράπεζα προχωρά να τιμήσει την επιταγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ανέφερε ότι η υπογραφή είναι πλήρης προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν εκεί να δει τον πελάτη να υπογράφει αλλά απ' ότι φαίνεται από το δείγμα, όπως ανέφερε, είναι πλήρης. Όταν του υποβλήθηκε ότι στις διορθωμένες επιταγές δεν έχει θέσει την υπογραφή του ο Κατηγορούμενος 3 στις διορθώσεις απάντησε ότι από τη στιγμή που μοιάζει με το δείγμα υπογραφών πιστεύει ότι είναι η υπογραφή του αλλά επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του συμφώνησε ότι η επιταγή Τεκμήριο 11 παρουσιάστηκε πριν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, ενώ σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 12 ερωτηθείς για το πού υπάρχει υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 για τη διόρθωση της ημερομηνίας υπέδειξε ότι υπάρχει η υπογραφή του πάνω από την ημερομηνία και σε σχετική υποβολή ότι ουδέποτε υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 3 απάντησε ότι απ' ότι φαίνεται είναι η υπογραφή του. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι μία επιταγή πάει στην Κεντρική Υπηρεσία όπου ελέγχουν τεχνικά την επιταγή και είναι αυτοί που αποφασίζουν κατά πόσο η επιταγή θα πληρωθεί ή θα σταλεί πίσω για οποιονδήποτε λόγο είτε για τεχνικό λόγο ή για μη επαρκή υπόλοιπα ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ο κατηγορούμενος 3 στην ανόμωτη δήλωση του ανέφερε ότι πράγματι αυτός ήταν που υπέγραψε τις επιταγές στην παρουσία του μακαρίτη όπως ανέφερε, κ. Χριστόφορου που ήταν διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Για την παράδοση των επιταγών μιλούσε πάντα με τον μακαρίτη τον Χριστόφορο και σε αυτόν έδινε τις επιταγές για τα φθαρτά. Ισχυρίστηκε ότι δεν συμφώνησε ποτέ οποιαδήποτε αλλαγή στις ημερομηνίες και ουδέποτε υπέγραψε τις αλλαγές στις ημερομηνίες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν υπέγραψε τις επιταγές η εταιρεία δεν είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ και ότι αυτός ουδέποτε ενημερώθηκε ή ειδοποιήθηκε από την τράπεζα. Πρόσθεσε ότι όταν υπέγραψε τις μεταχρονολογημένες επιταγές πίστευε ότι την ημέρα που αναφέρονταν για πληρωμή θα πληρώνονταν και ότι δεν γνώριζε ότι η εταιρεία θα έμπαινε στο ΚΑΠ και ότι οι παραπονούμενοι άλλαξαν τις ημερομηνίες. Δεν ήξερε, όπως ανέφερε ποιος τις υπέγραψε δεύτερη φορά. Σε ότι αφορά τον χρόνο υπογραφής των επιταγών ανέφερε ότι δεν τις υπέγραψε στις αναφερόμενες στις επιταγές ημερομηνίες αλλά πιο νωρίς μέχρι και ένα έτος προηγουμένως και δεν έκανε ο ίδιος καμία αλλαγή στις ημερομηνίες. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την ΜΚ1 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι η ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα που προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΚ2 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του παρουσίαζε σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή. Δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας στη μαρτυρία του και συνεπώς, κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα ο οποίος προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα ο ίδιος γνήσια γνώριζε και πίστευε χωρίς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή παραποίησης δεδομένων. Σε ότι αφορά τις αλλαγές των ημερομηνιών στις επιταγές Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στην Τράπεζα σε σχέση με τον τυπικό έλεγχο των επιταγών, εξηγώντας με σαφήνεια ότι κάθε επιταγή όταν παρουσιάζεται για πληρωμή εξετάζεται από την Κεντρική Υπηρεσία η οποία ελέγχει τεχνικά την επιταγή και την αντιπαραβάλλει με το δείγμα υπογραφής και είναι αυτή που αποφασίζει κατά πόσο η επιταγή θα πληρωθεί ή θα σταλεί πίσω για οποιονδήποτε λόγο είτε για τεχνικό λόγο ή για μη επαρκή υπόλοιπα ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Σε ότι αφορά τις διορθώσεις στις επίδικες επιταγές τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 ήταν σαφής και σταθερός στη θέση του ότι σε περίπτωση που υπάρχει διόρθωση ημερομηνίας σε μία επιταγή, όπως η υπό εξέταση περίπτωση, η τράπεζα δεν επιστρέφει την επιταγή αλλά προχωρεί στην πληρωμή της επιταγής νοουμένου ότι η σχετική διόρθωση φέρει την πλήρη υπογραφή του εξουσιοδοτημένου, με βάση το δείγμα, προσώπου και ότι στην παρούσα υπόθεση, οι σχετικές υπογραφές στο σημείο των διορθώσεων των ημερομηνιών ήταν του κατηγορούμενου 3, αφού συνήδαν με το δείγμα υπογραφής. Δεν παραγνωρίζω ότι σε ότι αφορά την επιταγή τεκμήριο 14 ο ίδιος φάνηκε μέσω των απαντήσεων του κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήταν βέβαιος αν η υπογραφή στο σημείο της διόρθωσης έμοιαζε με αυτήν του δείγματος πλην όμως δεν θεωρώ ότι η συγκεκριμένη αναφορά προκαλεί ρήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα. Αντίθετα, θα έλεγα ότι ήταν δείγμα της ειλικρίνειας του παρά της προσπάθειας του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του περί ύπαρξης υπογραφής του κατηγορούμενου 3 προκειμένου να κλείσει ο επίδικος λογαριασμός, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού στερείται της απαραίτητης σαφήνειας, ακρίβειας και θετικότητας προκειμένου να γίνει αποδεκτό. Οι αναφορές του ότι για να κλείσει ο λογαριασμός σημαίνει ότι υπέγραψε ο κατηγορούμενος 3 χαρακτηρίζονται από γενικότητα και ασάφεια και δεν υποστηρίχθηκαν ούτε από οποιοδήποτε έγγραφο παρά το ότι κλήθηκε να παρουσιάσει τέτοιο αλλά ούτε και επεξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο πως αυτός ήταν σε θέση να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Προχωρώ στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
  8. Είναι νομολογημένο ότι η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πως ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη.[6] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, μια ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία.[7] Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, αναπόφευκτα εξετάζει την ανώμοτη δήλωση έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση.[8] Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15 επανέλαβε τη θεμελιώδη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία μιας ανόμωτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική, εφόσον με αυτή δεν αποδεικνύονται γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται. Εξετάζοντας, λοιπόν, την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου 3, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην έκταση που συγκρούεται ή δεν συνάδει με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Σημειώνεται ότι ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε και αναγνώρισε ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Σημειώνω ότι παρά την αμφισβήτηση του κατηγορούμενου 3 σε σχέση με τις αλλαγές των ημερομηνιών ο ίδιος δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε είτε μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής είτε στην ίδια την ανώμοτη δήλωση του ότι η υπογραφή που εμφαίνεται στην αλλαγή των ημερομηνιών ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[9] προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
  9. Η Παραπονούμενη εταιρεία συστάθηκε την 01/07/1994 και ασχολείται με τη χονδρική πώληση φθαρτών.
  10. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν πελάτης της Παραπονούμενης από τη σύσταση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας το έτος 1997 και αγόραζε φθαρτά από την Παραπονούμενη.
  11. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
  12. Σε ότι αφορά το είδος της συνεργασίας μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1, η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε φθαρτά επί πιστώσει από την Παραπονούμενη και προς τον σκοπό αυτό διατηρείτο χρεοπιστωτικός λογαριασμός. Στο τέλος κάθε μηνός για το υπόλοιπο του χρεοπιστωτικού λογαριασμού του μηνός η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία εξέδιδε μία ή δύο μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες υπέγραφε ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος και τις παρέδιδε στο λογιστήριο της Παραπονούμενης εταιρείας.
  13. Στο πλαίσιο της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των δύο εταιρειών η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε σε άγνωστο χρόνο διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 και παρέδωσε επίσης σε άγνωστο χρόνο στην παραπονούμενη δέκα
(10)μεταχρονολογημένες επιταγές ως ακολούθως: 5.
  1. την επιταγή τεκμήριο 4 για ποσό ύψους €4,580.61 και πληρωτέα στις 31/12/2016, 5.
  2. την επιταγή Τεκμήριο 5 για ποσό ύψους €3,827.66 και πληρωτέα στις 31/1/2017, 5.
  3. την επιταγή Τεκμήριο 7 για ποσό ύψους €3,542.37 και πληρωτέα στις 28/2/
  4. 5.
  5. την επιταγή Τεκμήριο 9 για ποσό ύψους €3,607.90 και πληρωτέα στις 31/3/
  6. 5.
  7. την επιταγή Τεκμήριο 6 για ποσό ύψους €4.202,88 που ήταν αρχικά πληρωτέα 31/10/
  8. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 31/1/2017 αντί στις 31/10/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής. 5.
  9. την επιταγή Τεκμήριο 8 για ποσό ύψους €4.730,24 που ήταν αρχικά πληρωτέα 30/11/
  10. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 28/2/2017 αντί στις 30/11/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής. 5.
  11. την επιταγή Τεκμήριο 10 για ποσό ύψους €3.881,46 που ήταν αρχικά πληρωτέα 28/2/
  12. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 28/4/2017 αντί στις 28/02/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής. 5.
  13. την επιταγή Τεκμήριο 11 για ποσό ύψους €2.648,44 που ήταν αρχικά πληρωτέα 30/4/
  14. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 30/4/2017 αντί στις 30/04/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής. 5.
  15. την επιταγή Τεκμήριο 12 για ποσό ύψους €5.392,21 που ήταν αρχικά πληρωτέα 30/4/
  16. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 30/4/2017 αντί στις 30/04/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής. 5.
  17. την επιταγή Τεκμήριο 14 για ποσό ύψους €4.421,22 που ήταν αρχικά πληρωτέα 30/9/
  18. Σε άγνωστο χρόνο, έλαβε χώρα διόρθωση της ημερομηνίας πληρωμής της με τρόπο ώστε αυτή να είναι πληρωτέα στις 31/4/2017 αντί στις 30/9/2016, διά της υπογραφής του Κατηγορούμενου 3 επί της επιταγής.
  19. Οι επιταγές Τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8 και 9 παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 2/5/2017 και δεν τιμήθηκαν. Επιστράφηκαν απλήρωτες με τη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΠ». Η ρηθείσα σφραγίδα φέρει ημερομηνία 3/5/2017 και την ίδια μέρα τοποθετήθηκε η ακόλουθη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Κ.Α.Π. ACCOUNT FROZEN CIR».
  20. Οι επιταγές Τεκμήρια 10, 12 και 14 παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 28/6/2017 και δεν τιμήθηκαν. Επιστράφηκαν απλήρωτες με τη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ACCOUNT CLOSED». Η ρηθείσα σφραγίδα φέρει ημερομηνία 29/6/2017 και την ίδια μέρα τοποθετήθηκε η ακόλουθη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Κ.Α.Π. ACCOUNT FROZEN CIR».
  21. Η επιταγή Τεκμήριο 11 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 27/4/2017 και δεν τιμήθηκε. Επιστράφηκε απλήρωτη με τη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΠ». Η ρηθείσα σφραγίδα φέρει ημερομηνία 28/4/2017 και την ίδια μέρα τοποθετήθηκε η ακόλουθη σφραγίδα: «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Κ.Α.Π. ACCOUNT FROZEN CIR».
  22. Η ΜΚ1 ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβαινε στις καταθέσεις των επιταγών που ανά διαστήματα λάμβανε η Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη
  23. Ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου έκλεισε στις 27/12/2016 .
  24. Ο κατηγορούμενος 3 σύμφωνα με τα αρχεία της Τράπεζας Κύπρου ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της Κατηγορούμενης
  25. Ο Κατηγορούμενος 3 ειδοποιήθηκε τόσο από το λογιστήριο της Παραπονούμενης εταιρείας όσο και από την ΜΚ1 ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν πλην όμως οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόλο που ενημερώθηκαν δεν εξόφλησαν τις επιταγές αυτές οι οποίες παρέμειναν απλήρωτες για 15 μέρες μετά την παρουσίασή τους και εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες. Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικήματων των κατηγοριών που προσάπτονται εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.[12] Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη
  2. Προέχει κατά λογική προτεραιότητα η εξέταση του ζητήματος που εγείρεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνήγορων των κατηγορουμένων 1 και 3 ως προς την έλλειψη νομιμοποίησης της παραπονούμενης να εγείρει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση και τούτο διότι, σύμφωνα με την εισήγηση, το όνομα του δικαιούχου στις εκδοθείσες επιταγές διαφέρει από το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Πράγματι, οι επιταγές Τεκμήρια 4, 5, 6, 9, 10, 12 και 14 φέρουν ως δικαιούχο το νομικό πρόσωπο με το όνομα «Μ. ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΥ ΛΤΔ», οι επιταγές τεκμήρια 7 και 11 το νομικό πρόσωπο με το όνομα «Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ» και η επιταγή Τεκμήριο 8 το πρόσωπο με το όνομα: «Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ». Οι ερμηνευτικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 διαλαμβάνουν στο άρθρο 4, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρουν, τα ακόλουθα: «"Επιταγή" σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Ενόψει του ότι η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής θα πρέπει να γίνει συσχετισμός με τα σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262.[13] Το άρθρο 3 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι: «
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.» Περαιτέρω, το άρθρο 73 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει ότι : «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Τέλος, το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262 διαλαμβάνει ότι: «Ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα.» Το ζήτημα επομένως που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)του Κεφ. 262 είναι η εύλογη βεβαιότητα που θα πρέπει να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: «Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature».[14] Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων. Η υπό εξέταση περίπτωση αφορά σε απλή ανακριβή περιγραφή του ονόματος της Παραπονούμενης εταιρείας αφού με βάση το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου στη βάση αυτής, αποδεικνύεται η εμπορική συνεργασία της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1 στο πλαίσιο της οποίας η Κατηγορούμενη 1 εξέδιδε επιταγές για την αποπληρωμή λογαριασμού που διατηρούσε με την Παραπονούμενη σχετικά με την προμήθεια φθαρτών. Υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας αλλά και των ευρημάτων του Δικαστηρίου δικαιούχος των επίδικων επιταγών δεν μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο εκτός από την Παραπονούμενη.[15] Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση που τίθεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 3 ότι οι επίδικες επιταγές στις οποίες επήλθε αλλαγή ημερομηνίας δεν αποτελούν επιταγές εν τη εννοία του Νόμου με παραπομπή στον περί Συναλλαγματικών Νόμο (Κεφ. 262). Το άρθρο 64 του Κεφ. 262 υπό τον τίτλο αλλοίωση συναλλαγματικής διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 64.-
(1)Όταν συναλλαγματική ή αποδοχή αλλοιωθεί ουσιωδώς χωρίς τη συγκατάθεση όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική, η συναλλαγματική ακυρώνεται, όχι όμως εναντίον του μέρους το οποίο το ίδιο προέβη, εξουσιοδότησε ή συναίνεσε στην μετατροπή και εναντίον μεταγενέστερων οπισθογράφων: Νοείται ότι: Όταν συναλλαγματική έχει αλλοιωθεί ουσιωδώς, αλλά η αλλοίωση δεν είναι εμφανής και η συναλλαγματική βρίσκεται στα χέρια του κατά προσήκοντα τρόπο κατόχου, ο κάτοχος αυτός δύναται να χρησιμοποιήσει ο ίδιος τη συναλλαγματική ωσάν να μην είχε αλλοιωθεί και δύναται να επιβάλει πληρωμή αυτής σύμφωνα με το αρχικό της περιεχόμενο.
(2)Ειδικότερα οι πιο κάτω αλλοιώσεις είναι ουσιώδεις δηλαδή, οποιαδήποτε αλλοίωση της ημερομηνίας, του πληρωτέου ποσού, του χρόνου πληρωμής, του τόπου πληρωμής, και, όταν η συναλλαγματική έχει γίνει γενικά αποδεκτή, η προσθήκη τόπου πληρωμής χωρίς τη συγκατάθεση του αποδέκτη.» Στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(2006), σελ. 39-46 γίνονται οι ακόλουθες και σχετικές επί του προκειμένου αναφορές: 129. Αλλοίωση χρονολογίας. Κάθε ουσιώδης αλλοίωση στο κείμενο της επιταγής, επηρεάζει το κύρος αυτής.[16] Παρόλο που η έλλειψη ημερομηνίας δεν επηρεάζει το τυπικό κύρος της επιταγής, εντούτοις η αλλοίωση της ημερομηνίας θεωρείται ουσιώδης[17], γι αυτό πρέπει όπως κάθε αλλοίωση, να επικυρώνεται από τον εκδότη. Η επικύρωση γίνεται διά της πλήρους υπογραφής του εκδότη επί του σημείου της αλλοίωσης και όχι δια της μονογραφής, και ο λόγος είναι, πρώτον, γιατί η τράπεζα γνωρίζει το υπόδειγμα της υπογραφής του εκδότη και όχι της μονογραφής του, και, δεύτερον, γιατί η μονογραφή μπορεί πιο εύκολα να πλαστογραφηθεί παρά η πλήρης υπογραφή. Εάν δεν είναι επικυρωμένη από τον εκδότη η παραποιημένη ημερομηνία, η τράπεζα πρέπει να ζητήσει την επιβεβαίωση του εκδότη προτού πληρώσει. Ο εκδότης πρέπει να συμπληρώνει την ημερομηνία με τρόπο που να αποφεύγεται η παραποίησή της, αλλιώς δυνατόν να παρεμποδιστεί να επικαλεσθεί ότι η αλλοίωση έγινε χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση». Η υπεράσπιση μέσω της αντεξέτασης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις υπογραφές επί των αλλαγών στις ημερομηνίες των επιταγών Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 αμφισβητώντας ουσιαστικά μέσω των υποβολών της την πατρότητα της υπογραφής του κατηγορούμενου 3 στις ρηθείσες αλλαγές. Η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή εκείνο που τον είδε να υπογράφει, είτε με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα - γραφολόγου ή με μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος. Στην υπόθεση VBH (CYPRUS) LTD ν. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρών και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Αναστασίου v. Τιμοθέου, Ποινική Έφεση αρ. 5/2014, ημερ. 24/3/2017: «ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί, επίσης, να αποδειχθεί και με μαρτυρία προσώπου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εφόσον όμως τεκμηριωθεί ότι γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή τελεί υπό αμφισβήτηση. Η γνώση του γραφικού χαρακτήρα μπορεί να προκύψει από το αν είχε την ευκαιρία να δει τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων ή από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα...Υπό τις συνθήκες αυτές, επιτρέπεται σε πρόσωπο που γνωρίζει τον τρόπο γραφής άλλου να εκφράσει γνώμη κατά πόσο συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο». (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι σαφές ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής επί των διορθώσεων στις ημερομηνίες των επιταγών Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14, ούτε υπήρχε μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Υπάρχει, ωστόσο, μαρτυρία από μέρους της ΜΚ1, η οποία είναι διευθύντρια της Παραπονούμενης εταιρείας και η οποία γνώριζε την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 μέσω των καταθέσεων όλων των επιταγών που λάμβανε η Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 1 κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, για την κατάθεση των οποίων ήταν η ίδια υπεύθυνη σύμφωνα με τα καθήκοντα της, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η ΜΚ1, σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων όλες τις επιταγές που έφεραν την υπογραφή του κατηγορούμενου 3 και υπό τις συνθήκες αυτές, είναι επιτρεπτό κατά τα νομολογηθέντα στην Αναστασίου (ανωτέρω) να εκφράσει γνώμη κατά πόσο οι ρηθείσες διορθώσεις έφεραν την υπογραφή του κατηγορούμενου 3, όπως και έπραξε. Όπως δε επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, Ed. 2018, 14-86: "Acquaintance with handwriting from the habit of regular correspondence is sufficient. Harrington v Fry
(1824)Ry.& M.90." Δεν είναι, ωστόσο, μόνο αυτή η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και στην οποία, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε, το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να βασισθεί αλλά υπάρχει επίσης και η έμμεση μαρτυρία αναγνώρισης της υπογραφής του κατηγορούμενου 3 στις ρηθείσες διορθώσεις και από τον ΜΚ2, υπάλληλο της Tράπεζας στην οποία η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε τον επίδικο λογαριασμό ο οποίος όχι μόνο αναγνώρισε την υπογραφή στις επίδικες διορθώσεις ως συνάδουσες με το δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου 3 αλλά περαιτέρω εξήγησε και τη διαδικασία που ακολουθείται σε σχέση με τον τεχνικό έλεγχο κάθε επιταγής που παρουσιάζεται στην Τράπεζα στην κανονική πορεία των εργασιών της Τράπεζας, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί. Άλλωστε, οι ενδείξεις, με βάση τις οποίες οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες («ο λογαριασμός έκλεισε και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ »), ως προς την αλήθεια των οποίων το άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το λόγο που μια επιταγή δεν πληρώθηκε, υποδηλώνουν κατά λογική προέκταση υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε συνάρτηση και με την διαδικασία που κανονικά ακολουθείται από την τράπεζα την οποία εξήγησε ο ΜΚ2 κατά τη μαρτυρία του είναι ότι το πρόβλημα για την Τράπεζα δεν ήταν η μη αναγνώριση της υπογραφής του εκδότη στο μέρος που υπήρχαν οι αλλαγές στις ημερομηνίες ή διαπίστωση πλαστής υπογραφής, αλλά το κλείσιμο και η παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι ενώ αυτή ήταν η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, σε κανένα στάδιο δεν ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι οι υπογραφές επί των διορθώσεων των ημερομηνιών στις επιταγές Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 είχαν πλαστογραφηθεί. Είναι αξιοσημείωτο και έχει τη σημασία του και το ακόλουθο γεγονός: Ενώ η θέση της Υπεράσπισης μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας ήταν ότι δεν είχε θέσει ο κατηγορούμενος 3 την υπογραφή του στις αλλαγές των ημερομηνιών των επιταγών Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 σε ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 11 όπου και πάλι υπήρχε αλλαγή ημερομηνίας η πλευρά της Υπεράσπισης κατ' επίκληση της διορθωμένης ημερομηνίας ισχυρίστηκε ότι η κατάθεση της ρηθείσας επιταγής ήταν πρόωρη. Τέτοια γραμμή υπεράσπισης δεν συνάδει βεβαίως με την αμφισβήτηση της πατρότητας της υπογραφής του κατηγορούμενου 3 επί των αλλαγών. Με άλλα λόγια, η υπεράσπιση σε αυτήν και μόνο την περίπτωση επικαλέστηκε προς όφελος της τη διόρθωση της ημερομηνίας για να προβάλει τη θέση ότι είχε κατατεθεί πρόωρα, τη στιγμή που η γενική θέση που υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ήταν ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν έθεσε την υπογραφή του στις επίδικες αλλαγές των ημερομηνιών. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχω ικανοποιηθεί ότι οι σχετικές αλλαγές ημερομηνιών στις επιταγές Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 έχουν επικυρωθεί διά της υπογραφής του κατηγορούμενου 3 που ήταν και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Δεν έχει συνεπώς επηρεαστεί υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης το κύρος των επίδικων επιταγών Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14 και συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της με την περίπτωση στην Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη, Ποιν. Έφ. Αρ.212/2015, ημερ.29.5.2018, αλλά και στην SPIRITO CONCRETE LTD κ.α. v. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 206/2020, 1/7/2021 όπου, παρά την απουσία τόσο αυτόπτη μάρτυρα της υπογραφής των επίδικων επιταγών όσο και μαρτυρίας γραφολόγου, το Εφετείο κατέληξε ότι η μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί ήταν αρκετή για να αποδειχτεί, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι ο εφεσίβλητος είχε υπογράψει τις επίδικες επιταγές. Στην Corina Snacks Limited (ανωτέρω) είχε δοθεί μαρτυρία από δύο πρόσωπα που είχαν προβεί σε συγκρίσεις των επίδικων υπογραφών. Επρόκειτο για τον εμπορικό διευθυντή της εφεσείουσας, παραπονούμενης εταιρείας, ο οποίος ήταν εξοικειωμένος με την υπογραφή του εφεσίβλητου από προηγούμενη αλληλογραφία, που όμως δεν ήταν παρών όταν υπογράφτηκαν και περαιτέρω, υπάλληλος της τράπεζας επί της οποίας είχαν εκδοθεί, είχε συγκρίνει την υπογραφή στις επίδικες επιταγές με δείγμα που υπήρχε στην τράπεζα το οποίο όμως δεν είχε ληφθεί στην παρουσία του. Στην SPIRITO CONCRETE LTD (ανωτέρω) υπήρχε μαρτυρία από μέρους υπαλλήλου της Παραπονούμενης εταιρείας ο οποίος γνώριζε την υπογραφή του Εφεσείοντα 2 από προηγούμενες συναλλαγές και έμμεση μαρτυρία αναγνώρισης της υπογραφής του Εφεσείοντα 2 από υπάλληλο της Tράπεζας στην οποία η Εφεσείουσα εταιρεία διατηρούσε τον επίδικο λογαριασμό, ο οποίος αναγνώρισε την υπογραφή στις επίδικες επιταγές ως συνάδουσες με το δείγμα υπογραφής του Εφεσείοντα 2. Σε ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 14 η οποία φέρει ημερομηνία 31/4/17, και συνεπώς ημερομηνία που δεν φέρει ο συγκεκριμένος ημερολογιακός μήνας αυτό και πάλι δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της επιταγής. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(2006), σελ. 317: «Επίσης εάν αναγράφεται στην επιταγή ημερομηνία που δε φέρει ο συγκεκριμένος ημερολογιακός μήνας, για παράδειγμα, 31 Νοεμβρίου, η επιταγή μπορεί να πληρωθεί είτε στις 30, που είναι η τελευταία ημέρα του μηνός εκείνου, είτε την 1η του Δεκέμβρη ή οποιαδήποτε άλλη εργάσιμη ημέρα του Δεκέμβρη». Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που αφορούν την κατηγορουμένη 1 εταιρεία, πλην της κατηγορίας υπ' αριθμό 80 σε σχέση με την οποία δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχεία της παρουσίασης της κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατέστη σαφές ότι αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή πριν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα και πιο συγκεκριμένα στις 27/4/2017. Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία 80 γεγονός που οδηγεί στην αθώωση και του κατηγορούμενου 3 στην κατηγορία 81 για την οποία κατηγορείται για συνέργεια. Στρέφομαι τώρα στον κατηγορούμενο 3 ο οποίος κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η συνέργεια αποτελεί ιδιαίτερο αδίκημα, η διάπραξη του οποίου μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο δράστης του αδικήματος αυτού τυγχάνει μεταχείρισης ως ο αυτουργός του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου έχει εξυπηρετήσει με κάποιο από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Θεμέλιο στήριξης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 συνιστά η απόδειξη του χρόνου υπογραφής της κάθε επιταγής, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του εν λόγω αδικήματος.[18] Κατά τη νομολογία, η συνέργεια συντελείται κατά τον χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής.[19] Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά και παραπομπή στην Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 επανέλαβε πρόσφατα στην Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021 τα ακόλουθα: «Κρίσιμος είναι ο χρόνος υπογραφής της κάθε επιταγής (Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609) κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχτεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία.»[20] Στην υπόθεση ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑ ν. ΘΩΜΑ Δ. ΚΩΣΤΑΠΠΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, 11/9/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση αθώωσης του προσώπου που κατηγορείτο ως συνεργός επί τη βάσει του ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η απόφαση στην Militos (ανωτέρω) είναι απόλυτα σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ήταν δεσμευτική επί του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επομένως, ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, την εφάρμοσε επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και κατέληξε στο συμπέρασμα πως, εφόσον δεν αποδείχτηκε ο χρόνος υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφασίσει και το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών, αποδείχθηκε η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων (mens rea). Είναι γεγονός ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε αναγκαία απόδειξη πρόθεσης διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων, εκ μέρους του Κατηγορούμενου, ενώ, σύμφωνα με την πολύ πρόσφατη απόφαση του παρόντος Εφετείου, στην Ποινική Έφεση 161/2014, Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης v. Gastop Boutique Ltd κ.α., ημερ. 30.6.2017, για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α, είναι αρκετή και η αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness), κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής, αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα τιμηθεί όταν θα παρουσιαστεί προς πληρωμή. Για σκοπούς, όμως, της παρούσας υπόθεσης, θεωρούμε ορθή την πρωτόδικη κατάληξη ότι, δεδομένου πως ο χρόνος υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών δεν αποδείχθηκε, δεν ήταν δυνατό να αποδειχθεί και η αναγκαία υποκειμενική υπόσταση (mens rea) των αδικημάτων, η οποία ανάγεται στο χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επιταγών, σύμφωνα με την Militos (ανωτέρω).» Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[21] Η νομική ευθύνη συνεργού εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." .. Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).». Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα αρχή έγινε αποδεκτή εντούτοις, είναι σαφές ότι δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία, είτε για τον χρόνο υπογραφής και έκδοσης των επίδικων επιταγών, είτε για τον χρόνο παράδοσης αυτών στην Παραπονούμενη, είτε για τον χρόνο που έλαβε χώρα η διόρθωση στις ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν πληρωτέες οι επιταγές Τεκμήρια 6, 8, 10, 11, 12 και 14. Τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το είδος της συνεργασίας των δύο εταιρειών δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε - πόσο μάλλον ασφαλές - εύρημα σε σχέση με τα πιο πάνω. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση αυτής, όλες οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Παρέμεινε όμως άγνωστος στο Δικαστήριο ο πιο πάνω χρόνος αφού δεν παρουσιάστηκε ίχνος θετικής μαρτυρίας προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι βεβαίως νομολογημένο ότι η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική υπό την έννοια ότι καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής.[22] Ενόψει της καλά εμπεδωμένης νομολογιακής αρχής ότι η συνέργεια συντελείται κατά τον χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχτεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο έχοντας ως αφετηρία τον κρίσιμο αυτόν χρόνο προχωρεί και αξιολογεί γεγονότα και δείγματα συμπεριφοράς ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως το πρόσωπο στο οποίο καταλογίζεται συνέργεια γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Εν προκειμένω, έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κενά, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς του κατηγορούμενου 3, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία κατά τον χρόνο έκδοσης και υπογραφής των επιταγών. Δεν μπορεί να κριθεί με βεβαιότητα κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 3 ενήργησε, με αδιαφορία ή απερισκεψία ή εθελοτυφλία ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες οι επίδικες επιταγές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ετιμούντο. Επισημαίνω ότι όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για τον ακριβή χρόνο είτε έκδοσης και υπογραφής, είτε παράδοσης, είτε αλλαγής των ημερομηνιών εκεί όπου υπήρξε διόρθωση, υπό την έννοια κατάδειξης συγκεκριμένης και ακριβούς ημερομηνίας αλλά ούτε προσδιορίστηκε έστω με γενικό τρόπο οποιαδήποτε χρονική περίοδος κατά την οποία έλαβαν χώρα οποιαδήποτε από τα πιο πάνω γεγονότα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 3, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την αναγκαία υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων και συνακόλουθα, οι κατηγορίες 67, 69, 71, 73, 75, 77, 79, 83 και 87 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 είναι έκθετες σε απόρριψη. Όπως επισημάνθηκε στην Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Ως εκ των ανωτέρω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 82 και 86. Ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος του κατηγορουμένου 3 και εναντίον της Παραπονούμενης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [5] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
  1. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  2. [6] Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018 Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 , 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). [7] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). [8] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [9] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [11] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [12] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [13] L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015 [14] Βλ. επίσης Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421. [15] SPIRITO CONCRETE LTD κ.α. v. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 206/2020, 1/7/2021, Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.ά. Ποινική Έφεση αρ. 184/2014, ημερομηνίας 10.2.2016) [16] Ο συγγραφέας παραπέμπει στο άρθρο 64
(2)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου. [17] Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση σελ. 232 [18]Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOULOY LTD v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Εκκαθαριστών της, κ.α. Ποιν. Έφεση 291/2015 ημ. 03/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B238, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021 και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021 [19] Μilitos Trading Ltd (ανωτέρω - υποσημείωση υπ' αριθμό 19), Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016. [20] Βλ. επίσης Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016 και DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018 [21] Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706. [22] Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.