← Κύπρος

DINU RADU-VIOREL ν. GNOMON PHARMA LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019, 17/3/2023

DINU RADU-VIOREL ν. GNOMON PHARMA LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019, 17/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 1033/2019 Μεταξύ DINU RADU-VIOREL Παραπονούμενου και

  1. GNOMON PHARMA LTD
  2. ΣΤΕΛΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Στρούζας. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Σ. Μιχαήλ μαζί με κα Χριστοδούλου για Ε. ΜΙΧΑΗΛ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1 και 3 οι οποίες αφορούν δύο επιταγές για το ποσό των €50.000 και €73.500 αντίστοιχα και οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 14/11/2018 και 20/2/2019 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και
  2. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή ως αξιωματούχος και/ή ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή το πρόσωπο που είχε το δικαίωμα και/ή δυνατότητα υπογραφής και έκδοσης επιταγών εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την έκδοση των ρηθείσων επιταγών. Για την πλευρά του Παραπονούμενου έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τον ίδιο τον Παραπονούμενο (ΜΚ1) και τον κ. Κλεάνθη Σπαθιά (ΜΚ2). Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, ο κατηγορούμενος 2 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Πρόκειται για τον κ. Παναγιώτη Μιχαηλίδη (ΜΥ3). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνήγορους των διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Η κατηγορούμενη 1 έλαβε έμβασμα από τον Παραπονούμενο για το συνολικό ποσό των €95.
  3. (β) Οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4 και 5) οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες δόθησαν στον Παραπονούμενο στη βάση των συμφωνιών Τεκμήρια 1 και
  4. (γ) Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 4 και 5). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ο Παραπονούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι με την Κατηγορούμενη 1 είχε συνάψει δύο συμφωνίες επένδυσης τις οποίες αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και
  5. Όπως εξήγησε, ο ίδιος είχε ως εγγύηση σε αυτές τις δύο συμφωνίες δύο επιταγές, τη μία εκ των οποίων την είχε παραλάβει προσωπικά από τον Κατηγορούμενο 2 αξίας €73.500 (Τεκμήριο 4) και την άλλη επιταγή ύψους €50.000 την είχε λάβει μέσω του κ. Κλεάνθη Σπαθιά (Τεκμήριο 5). Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι όταν έφθασαν οι ημερομηνίες εκπλήρωσης των επίδικων συμφωνιών άρχισε να παίρνει τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 2 για να του πει ότι πρέπει να πληρώσει, μιλούσαν πολλές φορές μέσα στη βδομάδα ζητώντας του να πληρώσει και ο κατηγορούμενος 2 συνεχώς ανέβαλλε την πληρωμή λέγοντας του ότι επρόκειτο να πληρώσει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατέθεσε τις επιταγές Τεκμήρια 4 και 5 στην τράπεζα πλην όμως δεν πληρώθηκαν και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στη βάση των δύο συμφωνιών (Τεκμήρια 1 και 2) έδωσε πρώτα το ποσό των €50.000 και στη συνέχεια το ποσό των €45.000 στην Κατηγορούμενη 1 και όπως ανέφερε, οι Κατηγορούμενοι θα έπρεπε να του δώσουν κάτι επιπρόσθετο πάνω στο ποσό των συμφωνιών. Σε ότι αφορά τη δεύτερη συμφωνία ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 να γράψει στην επιταγή Τεκμήριο 4 το ποσό των €73.500 λέγοντας ότι ανέμενε ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα έγραφε το ποσό της συμφωνίας ως εγγύηση δηλαδή το ποσό των €45.000, όμως αφού, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος 2 έγραψε το ποσό των €73.500 στην επιταγή δεν του είπε τίποτα γιατί θεωρούσε ότι ήθελε να του δώσει εγγύηση και για το κέρδος που προβλεπόταν στις επίδικες συμφωνίες. Αρνήθηκε τις υποβολές περί του ότι ανάγκασε τον Κατηγορούμενο 2 να του πληρώσει το κέρδος λέγοντας ότι είχαν συμφωνήσει από την αρχή ότι θα του έδινε τις επίδικες επιταγές ως εγγύηση. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν δοθεί μετά την υπογραφή των δύο συμφωνιών με την επιταγή Τεκμήριο 4 για το ποσό των €73.500 να του είχε δοθεί ένα χρόνο μετά περίπου από την πρώτη επιταγή που έλαβε - Τεκμήριο 5 αλλά δεν θυμόταν ακριβώς την ημερομηνία. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ο κ. Σπαθιάς του είχε γνωρίσει τον Κατηγορούμενο 2 τον οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε και του είχε προτείνει αυτές τις επενδυτικές συμφωνίες εξηγώντας ότι το περιεχόμενο των συμφωνιών αυτών το είχαν ετοιμάσει ο κ. Σπαθιάς με τον Κατηγορούμενο 2 και η πρόταση για κέρδος ήταν δική τους εισήγηση χωρίς ο ίδιος να επηρεάσει σε κάτι. Όπως εξήγησε, ο ίδιος απλώς αποδέχθηκε επειδή του φάνηκε ενδιαφέρον. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι επιταγές Τεκμήρια 4 και 5 δόθησαν από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 λόγω πίεσης από τον Παραπονούμενο και μετά από εκβιασμό του Κατηγορούμενου 2 και εξήγησε ότι ο ίδιος απλώς ήθελε να τηρηθούν οι συμφωνίες και αφού είχαν περάσει οι προθεσμίες και είδε ότι δεν σκόπευε να κάνει την πληρωμή ο Κατηγορούμενος 2 πήγε με τις επιταγές στην τράπεζα προκειμένου να πάρει τα χρήματα οπόταν και τον ενημέρωσε η τράπεζα ότι δεν υπήρχαν λεφτά στον λογαριασμό. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι η σύναψη των συμφωνιών ήταν δική τους πρόταση (δηλαδή του Κατηγορούμενου 2 και του κ. Σπαθιά) και του φάνηκε καλή περίπτωση γι' αυτό δέχτηκε. Όπως εξήγησε, αυτοί, για να τον κάνουν να προβεί σε αυτήν την επένδυση είχαν προσφέρει αυτά τα ποσά, αυτό το μεγάλο κέρδος, προκειμένου να τον πείσουν να πληρώσει αυτό το ποσό και ο ίδιος επειδή γνώριζε τον κ. Σπαθιά (ΜΚ2) και είχε εμπιστοσύνη ότι όλα θα πάνε καλά συμφώνησε, υπέγραψε τις συμφωνίες και έδωσε τα χρήματα. Διερωτήθηκε σε άλλο σημείο σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε γιατί ο κατηγορούμενος 2 έδωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές εάν δεν ήθελε να το κάνει, ενώ σε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος του τις ζήτησε για εξασφάλιση ανέφερε ότι αυτό έγινε στη βάση των συμφωνιών. Ο δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Παραπονούμενου ήταν ο κ. Κλεάνθης Σπαθιάς (ΜΚ2). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι γνωρίζει τόσο την Κατηγορούμενη 1 όσο και τον Κατηγορούμενο 2 τον οποίο γνώρισε το 2016 από έναν κοινό φίλο. Όπως εξήγησε, ήθελε να βρει προμηθευτή φαρμακευτικών προϊόντων για το Ερμπίλ στο Κουρδιστάν και ο κοινός αυτός φίλος του σύστησε τον Κατηγορούμενο 2 με τον οποίο επικοινώνησε προκειμένου να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για εξαγωγή προϊόντων στο Κουρδιστάν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε έρθει στην Κύπρο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας από το Κουρδιστάν και είχαν συνάψει κάποιες συμφωνίες προκειμένου να αρχίσει η Κατηγορούμενη 1 την παράδοση φαρμακευτικών προϊόντων στο Κουρδιστάν. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ζητήσανε, όπως ανέφερε, μία μεγάλη παραγγελία από κεταμίνες τις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να πληρώσει. Τότε, του είπε ο Κατηγορούμενος 2 αν μπορέσουν να βρουν κάποιον να μπει στο «project» αυτό σαν επενδυτής. Ο ΜΚ2 τότε, προσέγγισε τον Παραπονούμενο και του εξήγησε ότι υπήρχε μία καλή περίπτωση ότι ο αγοραστής είναι πολύ θετικός και σωστός στο Κουρδιστάν και αν επιθυμούσε να έμπαινε μαζί τους στο «project» αυτό και συμφώνησε να βάλει κάποια λεφτά σε αυτήν την επιχείρηση. Πρόσθεσε ότι ο Παραπονούμενος έστειλε €95.000 και η Κατηγορούμενη 1 έβγαλε δύο επιταγές τη μία εκ των οποίων ύψους €50.000 την οποία πήρε ο ίδιος στη Λάρνακα και την έδωσε στον Παραπονούμενο. Δυστυχώς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, οι εξαγωγές δεν έγιναν, οι κεταμίνες ήταν στην Ελλάδα αλλά για να μπορέσουν να φύγουν έπρεπε να πλερωθούν, δεν πληρώθηκαν και ακυρώθηκε αυτή η δουλειά. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι σε σχέση με τις συμφωνίες που έγιναν με τον Παραπονούμενο ο ίδιος πήρε χρήματα ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 που ήταν αποτύπωμα συνομιλίας από οθόνη κινητού τηλεφώνου στην οποία γινόταν αναφορά σε χρήματα (Τεκμήριο 6) ανέφερε ότι τα χρήματα αυτά είναι από προηγούμενες παραγγελίες τις οποίες έστελνε ο Κατηγορούμενος 2 στο Κουρδιστάν. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι και στις δύο συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 2 μπήκε ο ίδιος εγγυητής γιατί όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2 είχε τις κεταμίνες έτοιμες στην Ελλάδα να τις στείλει και ο Παραπονούμενος ήταν έτοιμος να βάλει την επένδυση για να φύγει η παραγγελία να πάει στο Κουρδιστάν. Δυστυχώς, όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2 πήρε τα λεφτά και οι κεταμίνες δεν έφτασαν στο Κουρδιστάν. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι η συμφωνία που έγινε τότε ήταν να βάλει ως επένδυση αυτά τα χρήματα ο Παραπονούμενος για την υπόθεση των κεταμινών και θα έπαιρνε τα λεφτά του πίσω και θα προχωρούσε μετά σε δεύτερη παραγγελία εξηγώντας ότι θα έμεναν μέσα λεφτά για δεύτερη παραγγελία. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι ο ίδιος εισηγήθηκε να βάλουν άτομο να μπει ως επενδυτής γι' αυτό έγινε επενδυτική συμφωνία. Δεν είναι όπως ανέφερε «ούτε τόκος ούτε τίποτε. Είναι investment».[2] Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι όταν έχεις «solid παραγγελία»[3] και έχεις «solid εμπορεύματα» δεν έχεις ρίσκο να χάσεις τα λεφτά που επενδύεις εκτός εάν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, κλέψουν τα προϊόντα στη διαδρομή οπότε σε τέτοια περίπτωση έχεις ασφάλεια, όπως ανέφερε. Όταν του υποβλήθηκε ότι το αντίτιμο των συμφωνιών συνιστά το αδίκημα της τοκογλυφίας ανέφερε ότι δεν ήταν δανεικά τα χρήματα ήταν επένδυση και ότι δεν ζητήθηκαν δανεικά και να επιστρέψει πίσω τόκους. Επανέλαβε ότι η επένδυση θα συνεχιζόταν λέγοντας ότι όταν γινόταν η πρώτη παράδοση των κεταμινών θα γινόταν και δεύτερη. Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας ο κ. Παναγιώτης Μιχαηλίδης (ΜΥ1) εγγεγραμμένος λογιστής και ελεγκτής, μέλος του συνδέσμου εγκεκριμένων λογιστών Κύπρου. Ο ίδιος ανέφερε ότι ετοίμασε αναλύσεις σε σχέση με τις δύο συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 2 εξηγώντας ότι σε ότι αφορά την πρώτη συμφωνία και λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απόδοσης της συμφωνίας, αυτό, μεταφράζεται, όπως είπε, σε 48% ετησίως. Ερωτηθείς να εξηγήσει την αναφορά του σε αυτό το ποσοστό ανέφερε ότι είναι σαν δάνειο γιατί δεν έχει το ρίσκο μέσα και πως ο ίδιος θα το έβλεπε ως δάνειο προσθέτοντας ότι δεν έχει τον παράγοντα του ρίσκου, δηλαδή να χάσει τις €50.
  6. Πρόσθεσε ότι συμφωνίες δανείων βλέπουν καθημερινά και ερωτηθείς σε σχέση με το επιτόκιο αναφοράς ανέφερε ότι αυτό δίδεται κάθε τρίμηνο από την Κεντρική Τράπεζα και είναι το επιτόκιο όπου πάνω από αυτό το επιτόκιο θεωρείται ως τοκογλυφία με βάση τον ποινικό κώδικα, όπως ανέφερε. Ερωτηθείς να υποδείξει το επιτόκιο αναφοράς για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ανέφερε ότι κυμαινόταν από 9,23% μέχρι 9,92% και κατέθεσε σχετικό προς τούτο έγγραφο από την Κεντρική Τράπεζα ως Τεκμήριο
  7. Ερωτηθείς να εξηγήσει πως κατέληξε ότι στην πρώτη συμφωνία το επιτόκιο είναι 48% ανέφερε ότι ο ίδιος διαίρεσε το ποσό της απόδοσης ύψους €24.000 δια τις €50.000 και ακολούθως πολλαπλασίασε επί 100 και έβγαλε ως αποτέλεσμα το 48%. Σε ότι αφορά τη δεύτερη συμφωνία διαίρεσε το ποσό της απόδοσης δια τις €45.000 και ακολούθως πολλαπλασίασε επί 100 που του έδωσε το αποτέλεσμα 44,4%. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έγγραφο σχετικά με τους υπολογισμούς του ως Τεκμήριο
  8. Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 1 εάν εφαρμοζόταν το επιτόκιο αναφοράς η απόδοση θα ήταν €4.787,51 και σε σχέση με το Τεκμήριο 2 η απόδοση θα ήταν €4.308,
  9. Ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος ως ελεγκτής θα το έβαζε σαν δάνειο όχι σαν επένδυση γιατί δεν έχει αγοράσει μετοχές, δεν έχει μπει σαν συνέταιρος, δεν έχει ρίσκο να χάσει τα λεφτά του και άρα όπως ανέφερε, δεν ονομάζεται επενδυτής, είναι ένα δάνειο. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η αναφορά του ότι πρόκειται για δάνειο είναι η προσωπική του άποψη, άκουσε για περίπτωση επενδυτών που βάζουν χρήματα με κάποια απόδοση αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο υπάρχει και ρίσκο ότι θα χάσει τα λεφτά του ενώ συμφώνησε σε σχετική ερώτηση ότι δεν υπάρχει περιθώριο σε μία επένδυση ενώ περαιτέρω συμφώνησε ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν αναφέρουν επιτόκιο αλλά ποσοστό απόδοσης. Πρόσθεσε ότι σε μία επένδυση δεν υπάρχει περιθώριο αλλά η διαφοροποίηση, όπως ανέφερε, είναι ότι μπορεί να χαθεί και το αρχικό κεφάλαιο και αν το έβλεπε ως ελεγκτής και δεν θα έχανε το αρχικό κεφάλαιο θα το έβαζε σαν δανεισμό και όχι ως επένδυση λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν μπορεί να το κρίνει. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[4] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[5] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[7] Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του Παραπονούμενου δεν έχει κλονιστεί. Υπήρξε σταθερός, σαφής και πειστικός στις αναφορές του ότι η ιδέα της σύναψης αυτών των επίδικων επενδυτικών συμφωνιών προήλθε από την πλευρά των Κατηγορουμένων και του κ. Σπαθιά (ΜΚ2) με τον ίδιο να αποδέχεται τη σύναψη τους επειδή θεώρησε ότι επρόκειτο για μία καλή ευκαιρία επένδυσης. Ο Παραπονούμενος απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, στην έκταση που αυτές αφορούν τα εξεταζόμενα στην παρούσα υπόθεση ζητήματα, χωρίς η μαρτυρία του αυτή να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Οι αναφορές του ήταν συγκροτημένες και είχαν λογική συνοχή εξηγώντας κατά τρόπο πειστικό και πηγαίο όσα διαμείφθηκαν μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ήταν επίσης σταθερός και σαφής στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη σύνταξη των επίδικων συμφωνιών οι οποίες του προτάθηκαν από την πλευρά των κατηγορουμένων και του ΜΚ2 και τις οποίες, όπως ειλικρινώς ανέφερε, θεώρησε καλή ευκαιρία έχοντας εμπιστοσύνη στον κ. Σπαθιά τον οποίο γνώριζε και ο οποίος ήταν το πρόσωπο που μεσολάβησε στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα ειλικρινή μάρτυρα ο οποίος δεν προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τον ΜΚ2 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του παρουσίαζε σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή. Δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας στη μαρτυρία του και συνεπώς, κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα ο οποίος προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα ο ίδιος γνήσια γνώριζε και πίστευε χωρίς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή παραποίησης δεδομένων. Ήταν σταθερός στη θέση του ότι δεν επρόκειτο για δανειοδότηση αλλά για επένδυση εκ μέρους του παραπονούμενου ενόψει της ύπαρξης της επιχείρησης εξαγωγής κεταμινών στο Κουρδιστάν στην οποία με δική του πρωτοβουλία εισηγήθηκε στον Παραπονούμενο να λάβει μέρος εξού και έλαβε χώρα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών με τον ίδιο μάλιστα να υπογράφει ως εγγυητής. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Σε ότι αφορά τη βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί και το βαθμό που αυτή η μαρτυρία μπορεί να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο τη γραμμή της υπεράσπισης επανέρχομαι στη συνέχεια. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[8] προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
  10. Ο Παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη 1 συνήψαν στις 14/11/2017 την επενδυτική συμφωνία (investment agreement) - Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €50.
  11. Στο πλαίσιο της ρηθείσας συμφωνίας εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 στις 15/11/2017 η επιταγή τεκμήριο 5 για το ποσό των €50.000 με δικαιούχο τον Παραπονούμενο και ήταν πληρωτέα στις 14/11/
  12. Η ρηθείσα επιταγή φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου
  13. Σύμφωνα με την επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 1 σε περίπτωση που εντός 12 μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας η Κατηγορούμενη 1 πλήρωνε το ποσό των €50.000 που είχε λάβει από τον Παραπονούμενο, ο Παραπονούμενος θα επέστρεφε στην Κατηγορούμενη 1 την επιταγή Τεκμήριο
  14. Με την επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 1 είχε επίσης συμφωνηθεί ότι η απόδοση της επένδυσης στο πλαίσιο της ρηθείσας επενδυτικής συμφωνίας (return value) θα ήταν το ποσό των €74.000 (το οποίο χαρακτηρίζεται στη συμφωνία ως το ελάχιστο ποσό απόδοσης) με το ελάχιστο συμφωνηθέν κέρδος να ανέρχεται στο ποσό των €24.
  15. Η Κατηγορούμενη 1 κατά τη σύναψη της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 1 εκπροσωπήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και στο σημείο των υπογραφών καταγράφηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (σελ. 3 του Τεκμηρίου 1).
  16. Η επιταγή - Τεκμήριο 5 κατατέθηκε στις 20/2/2019 στην τράπεζα και επιστράφηκε απλήρωτη. Επί της επιταγής Τεκμήριο 5 τοποθετήθηκαν οι ακόλουθες δύο σφραγίδες ίδιας ημερομηνίας: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ».
  17. Ο Παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη 1 συνήψαν επίσης στις 24/11/2017 και δεύτερη επενδυτική συμφωνία (investment agreement) - Τεκμήριο 2 στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €45.
  18. Παρά το γεγονός ότι στη ρηθείσα συμφωνία προβλεπόταν όπως και στη συμφωνία Τεκμήριο 1 ότι η Κατηγορούμενη 1 θα εξέδιδε τον Νοέμβριο του 2017 επιταγή για το ποσό των €45.000 που κατέβαλε ο Παραπονούμενος η οποία θα ήταν πληρωτέα στις 24/2/2018 και την οποία θα επέστρεφε ο Παραπονούμενος εάν πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1 αυτό το ποσό στον Παραπονούμενο εντός 12 μηνών από τη σύναψη της συμφωνίας, εντούτοις, στο πλαίσιο της ρηθείσας συμφωνίας, η έκδοση της επιταγής έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα, η επιταγή - τεκμήριο 4 για ποσό ύψους €73.500 εκδόθηκε ένα έτος μετά την έκδοση της επιταγής Τεκμήριο 5 κατά τη συνάντηση του Παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο 2 σε κάποιο καφενείο στη Λάρνακα, οπόταν και ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε ενώπιον του Παραπονούμενου και του παρέδωσε την επιταγή Τεκμήριο 4 που ήταν πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 20/02/
  19. Η επιταγή - Τεκμήριο 4 φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 και είχε δοθεί ως εγγύηση για το ποσό των €45.000 που κατέβαλε ο Παραπονούμενος στην Κατηγορούμενη 1 στο πλαίσιο της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 2 με το επιπρόσθετο ποσό της επιταγής να είχε δοθεί ως εγγύηση για το κέρδος (μέρος αυτού) που είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο των επενδυτικών συμφωνιών Τεκμηρίων 1 και
  20. Με την επενδυτική συμφωνία - Τεκμήριο 2 είχε συμφωνηθεί ότι η απόδοση της επένδυσης στο πλαίσιο της ρηθείσας επενδυτικής συμφωνίας (return value) θα ήταν το ποσό των €65.000 (το οποίο χαρακτηρίζεται στη συμφωνία ως το ελάχιστο ποσό απόδοσης) με το ελάχιστο συμφωνηθέν κέρδος να ανέρχεται στο ποσό των €20.
  21. Η Κατηγορούμενη 1 κατά τη σύναψη της επενδυτικής συμφωνίας Τεκμήριο 2 εκπροσωπήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και στο σημείο των υπογραφών καταγράφηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (σελ. 3 του Τεκμηρίου 1).
  22. Η επιταγή - Τεκμήριο 4 κατατέθηκε στις 20/2/2019 στην τράπεζα και επιστράφηκε απλήρωτη. Επί της επιταγής Τεκμήριο 4 τοποθετήθηκαν οι ακόλουθες δύο σφραγίδες ίδιας ημερομηνίας: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ».
  23. Η κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον Παραπονούμενο στο πλαίσιο των συμφωνιών Τεκμήριο 1 και 2 και ο Παραπονούμενος βλέποντας ότι δεν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό στο πλαίσιο των συμφωνιών παρά τις οχλήσεις του Παραπονούμενου προς τον Κατηγορούμενο 2 προς τούτο, προέβη στην κατάθεση των επιταγών Τεκμήρια 4 και 5 οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες.
  24. Ο Παραπονούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη σύνταξη και περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών οι οποίες ετοιμάστηκαν από την πλευρά των Κατηγορουμένων και προωθήθηκαν σε αυτόν μέσω του ΜΚ
  25. Σε ότι αφορά τις συνθήκες γνωριμίας του Παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο 2, ο Παραπονούμενος γνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 μέσω του ΜΚ2 και ήταν αυτοί που πρότειναν στον Παραπονούμενο να λάβει μέρος στις επίδικες επενδυτικές συμφωνίες με την πρόταση για κέρδος να είναι εισήγηση του κατηγορούμενου 2 και του ΜΚ2 με τον Παραπονούμενο να αποδέχεται την πρόταση επειδή του φάνηκε ενδιαφέρουσα και επειδή είχε εμπιστοσύνη στον ΜΚ2 τον οποίο γνώριζε.
  26. Ο Κατηγορούμενος 2 γνωρίστηκε με τον ΜΚ2 το έτος 2016 μέσω ενός κοινού φίλου. Ο ΜΚ2 έψαχνε να βρει προμηθευτή φαρμακευτικών προϊόντων για το Ερμπίλ στο Κουρδιστάν και ο κοινός αυτός φίλος του σύστησε τον Κατηγορούμενο 2 με τον οποίο ο ΜΚ2 επικοινώνησε προκειμένου να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για εξαγωγή προϊόντων στο Κουρδιστάν. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε έρθει στην Κύπρο ο ιδιοκτήτης μίας εταιρείας από το Κουρδιστάν και είχαν συνάψει κάποιες συμφωνίες προκειμένου να αρχίσει η Κατηγορούμενη 1 την παράδοση φαρμακευτικών προϊόντων στο Κουρδιστάν. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα είχε ζητηθεί μία μεγάλη παραγγελία από κεταμίνες για σκοπούς εξαγωγής στο Κουρδιστάν. Τότε, ο Κατηγορούμενος 2 αποτάθηκε στον ΜΚ2 ρωτώντας τον αν μπορούν να βρουν κάποιον να μπει στο έργο αυτό («project») σαν επενδυτής. Τότε, ο ΜΚ2 προσέγγισε τον Παραπονούμενο και του εξήγησε ότι υπήρχε μία καλή περίπτωση, ότι ο αγοραστής είναι πολύ θετικός και σωστός στο Κουρδιστάν και αν επιθυμούσε να έμπαινε μαζί τους στο έργο αυτό και ο Παραπονούμενος συμφώνησε να βάλει τα χρήματα του σε αυτήν την επιχείρηση εμπορίας φαρμακευτικών προϊόντων. Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικήματων των κατηγοριών που προσάπτονται εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[9] Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[10] Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή των κατηγορουμένων, τότε αυτοί θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.[11] Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η έννοια της «έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων» εξηγήθηκε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, μεταξύ άλλων ότι, η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων εξυπακούει τη δυνατότητα ανάληψης ή μεταφοράς κεφαλαίων από το λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. Στη υπόθεση Ιωάννου v. Ναναίμο Λίμιτεδ και άλλος
(2005)2 Α.Α.Α.Δ. 555 που αφορούσε την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος σήμαινε ότι ο εκδότης της επιταγής δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να την τιμήσει. Επίσης, στην υπόθεση Πασχάλη κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 τονίστηκε πως η αναφορά του άρθρου 305Α σε διαθέσιμα κεφάλαια είναι αναφορά στο σύνολο των κεφαλαίων του εκδότη στον πιστωτικό οργανισμό, πλην όμως το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της και στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου εξαντλείται είτε με μαρτυρία αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων[12] είτε με τη βοήθεια της σχετικής σφραγίδας του εν λόγω οργανισμού που τοποθετείται επί της επιταγής η οποία σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της.[13] Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στην κατηγορούμενη 1. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς όφελος του Παραπονουμένου τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 4 και 5 οι οποίες ενώ παρουσιάσθηκαν για πληρωμή, δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και ότι μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Συνακόλουθα, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που αφορούν την κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Στρέφομαι τώρα στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η συνέργεια αποτελεί ιδιαίτερο αδίκημα, η διάπραξη του οποίου μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο δράστης του αδικήματος αυτού τυγχάνει μεταχείρισης ως ο αυτουργός του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου έχει εξυπηρετήσει με κάποιο από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Θεμέλιο στήριξης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 συνιστά η απόδειξη του χρόνου υπογραφής της κάθε επιταγής, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του εν λόγω αδικήματος.[14] Κατά τη νομολογία, η συνέργεια συντελείται κατά τον χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία.[15] Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[16] Είναι επίσης νομολογημένο ότι η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική υπό την έννοια ότι καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής.[17] Η νομική ευθύνη συνεργού εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." .. Επανερχόμαστε στην υπό εξέταση υπόθεση και παρατηρούμε ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Εφεσίβλητος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν "εκτελεστικός πρόεδρος/αξιωματούχος και δικαιούχος υπογραφέας" της συγκατηγορούμενης εταιρείας, ο οποίος υπέγραψε και "εξέδωσε" για σκοπούς ποινικής ευθύνης δυνάμει του Άρθρου 305Α(ι), τις δύο επιταγές, οι οποίες δεν τιμήθηκαν κατά την παρουσίαση τους, όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες και παρέμειναν απλήρωτες και κατά τις επόμενες δεκαπέντε μέρες μετά την παρουσίαση τους. Θεωρούμε, όπως αποφασίστηκε και στην Corina Snacks Ltd (άνω), ότι υπό τις περιστάσεις, "τεκμαίρεται πως γνώριζε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει όταν τις υπέγραψε και εξέδωσε, κατά πόσον, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ετιμούντο, κατά το χρόνο που θα καθίσταντο πληρωτέες."» Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).». (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΙΡΛΑΠΠΟΥ ν. ΑΝΤΡΕΑ ΠΕΤΡΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 32/2016, 24/4/2018 το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη κρίση σύμφωνα με την οποία αθωώθηκε ο διευθυντής της εταιρείας που υπέγραψε την επιταγή επεσήμανε τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εφεσίβλητος ήταν ο Διοικητικός Σύμβουλος - Διευθυντής της εκδότριας εταιρείας. Ήταν το άτομο που υπέγραψε και «εξέδωσε» για σκοπούς ποινικής ευθύνης, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1), την επιταγή, η οποία δεν τιμήθηκε κατά την παρουσίαση της, όταν κατέστη πληρωτέα και παρέμεινε απλήρωτη και κατά τις επόμενες δεκαπέντε ημέρες μετά την παρουσίασή της. Θεωρούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, τεκμαίρεται πως γνώριζε, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν την υπέγραψε και εξέδωσε, κατά πόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ετιμάτο, κατά τον χρόνο που θα καθίστατο πληρωτέα.» Πρόσφατα, στην ΚΑΣΑΠΗ v. ΜΕΝΕΞΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 137/2020, 20 Ιουλίου 2021, με αναφορά στις υποθέσεις Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15 και Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea): «Αυτό που προκύπτει από την Θεοχάρους, όπως εξηγείται στην Ιωαννίδης, είναι ότι εκείνος που υπογράφει επιταγή εκ μέρους εκδότριας εταιρείας, έχει υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι η επιταγή που υπογράφει θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πληρωμή. Και τις υποχρεώσεις αυτές έχει ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει ή δεν έχει ανάμιξη στις εργασίες της εταιρείας. Δηλαδή, οι υποχρεώσεις αυτές δεν γεννώνται συνεπεία γνώσης του για την κατάσταση της εταιρείας, αλλά τις επωμίζεται ως επακόλουθο του γεγονότος και μόνο ότι υπόγραψε την επιταγή. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο αυτός που υπογράφει επιταγή εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας να είναι διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της για να έχει τις πιο πάνω υποχρεώσεις. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική του ευθύνη.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της υπόθεσης σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο σημειώνεται κατ' αρχάς ότι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η υπόθεση εναντίον του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη στιγμή που το Δικαστήριο με τη μαρτυρία την οποία έκανε αποδεκτή και έκρινε αξιόπιστη κατέληξε σε σχετικά ευρήματα αναφορικά με το χρόνο έκδοσης της κάθε επίδικης επιταγής. Ειδικότερα, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το πότε εκδόθηκε η πρώτη επιταγή Τεκμήριο 5 προκύπτει με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο από το περιεχόμενο της ρηθείσας επενδυτικής συμφωνίας - Τεκμήριο 1 και ειδικότερα την 1η παράγραφο κάτω από τον τίτλο «Execution of the agreement» στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «On the 15/11/2017 GNOMON PHARMA will give to THE INVESTOR one postdated cheque for the amount of fifty Thousand Euro (€50.000.00). The cheques will be payable on the 14th of November 2018 i.e.» Το περιεχόμενο της ρηθείσας συμφωνίας δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπεράσπιση. Με άλλα λόγια, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση το γεγονός ότι πράγματι η επιταγή - Τεκμήριο 5 εκδόθηκε στις 15/11/2017 σύμφωνα με τις πρόνοιες της ρηθείσας συμφωνίας. Άλλωστε, κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου από τη συνήγορο των Κατηγορουμένων, αυτό το οποίο έθετε στον Παραπονούμενο η πλευρά της Υπεράσπισης ήταν ότι αυτή η επιταγή είχε δοθεί ένα χρόνο πριν από την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τη δεύτερη επιταγή - Τεκμήριο 4, αυτή, παρά το γεγονός ότι γινόταν παρόμοια αναφορά σε σχέση με την έκδοση της για το ποσό των €45.000 τον Νοέμβριο του 2017 εντούτοις, από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία κατέστη σαφές ότι αυτή είχε εκδοθεί σε μεταγενέστερο χρόνο σε συνάντηση που είχε ο Παραπονούμενος με τον Κατηγορούμενο 2 ένα χρόνο μετά την έκδοση της πρώτης επιταγής, ήτοι τον Νοέμβριο του 2018. Άλλωστε, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τόσο η επιταγή Τεκμήριο - 4 όσο και η επιταγή Τεκμήριο - 5 εκδόθηκαν στο πλαίσιο των δύο επενδυτικών συμφωνιών - Τεκμήρια 1 και 2. Η ενδεχόμενη όμως ευθύνη του 2ου κατηγορούμενου δεν περιορίζεται μόνο στη χρονική στιγμή της έκδοσης των επιταγών αλλά εξετάζεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων μέχρι τη στιγμή όπου οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες εφόσον αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε το ποσό κάθε επιταγής και το χρόνο κατά τον οποίο η κάθε μια ήταν πληρωτέα. Επομένως ο Κατηγορούμενος 2, είχε την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και είναι ποινικά υπόλογος στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154, σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 4. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τεκμαίρεται πως γνώριζε, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν υπέγραψε και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, κατά πόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ετιμούντο, κατά τον χρόνο που θα καθίσταντο πληρωτέες. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 2. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 με πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, ενήργησε, με αδιαφορία ή απερισκεψία ή εθελοτυφλία ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες οι επίδικες επιταγές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ετιμούντο και υπό αυτές τις περιστάσεις, παρείχε βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 305Α και επομένως είναι ένοχος για το αδίκημα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν πετύχει να αποδείξουν την υπεράσπιση που παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(6)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο». Αποτελεί σταθερή αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.[18] Σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης όπως αυτή τίθεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου για την πλευρά των Κατηγορουμένων, οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προς πληρωμή οφειλής που προκύπτει από συμφωνίες που είναι παράνομες καθότι, σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση, συνιστούν το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας παραπέμποντας στο άρθρο 314 Α του Ποινικού Κώδικα.[19] Είναι η θέση της συνηγόρου των Κατηγορουμένων ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι δάνειο παρά το γεγονός ότι ονομάζονται επενδυτικές. Παραπέμπει στη μαρτυρία του ΜΥ1 και την ανάλυση που αυτός έκανε ενώπιον του Δικαστηρίου για να εισηγηθεί ότι αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι το αντάλλαγμα των επίδικων συμφωνιών υπερβαίνει το επιτόκιο αναφοράς όπως το εξήγησε ο ΜΥ1. Αναφερόμενη στη μαρτυρία του ΜΥ1 και στην ανάλυση στην οποία προέβη σε συνάρτηση με το επιτόκιο αναφοράς κατά τον χρόνο των επίδικων συμφωνιών, καταλήγει ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο και των δύο συμφωνιών υπερβαίνει κατά πολύ το νόμιμο επιτρεπτό επιτόκιο αναφοράς της επίδικης περιόδου με αποτέλεσμα να καθιστά, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της, τις δύο συμφωνίες παράνομες και ως εκ τούτου να μολύνεται με παρανομία και το οποιοδήποτε αντάλλαγμα αυτών, ήτοι, σύμφωνα με την εισήγηση, τα ποσά των επίδικων επιταγών. Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο δεν θα συμφωνήσω με τη σχετική εισήγηση της. Ο ΜΥ1 εξέφρασε απλώς την προσωπική του άποψη από την ελεγκτική σκοπιά από την οποία αντίκρυσε και προσέγγισε τις επίδικες συμφωνίες λέγοντας ότι ο ίδιος θα τις έβλεπε ως δάνειο ξεκαθαρίζοντας παράλληλα κατά την αντεξέταση του ότι το ποσοστό απόδοσης μίας επενδυτικής συμφωνίας δεν έχει συγκεκριμένο ποσό ούτε περιθώριο και ότι ο ίδιος θα τις χαρακτήριζε ως δάνειο βασιζόμενος στο γεγονός ότι στις επίδικες συμφωνίες δεν υπήρχε το ρίσκο της απώλειας του αρχικού κεφαλαίου λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν μπορεί να το κρίνει. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Εάν το έβλεπα ως ελεγκτής και δεν θα έχανε το αρχικό κεφάλαιο θα το έβαζα σαν δανεισμό, όχι επένδυση»[20], και σε άλλο σημείο: «Λέω εγώ ως ανεξάρτητος ελεγκτής θα το βάλω επιτόκιο και δανεισμό αλλά δεν μπορώ να το κρίνω».[21] Το πως ο ίδιος θα ερμήνευε τις επίδικες συμφωνίες υπό την ιδιότητα του ως ελεγκτής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνεισφέρει στην ερμηνεία των ρηθέντων συμφωνιών από το Δικαστήριο η οποία, όπως έχει νομολογηθεί, είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Στην Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την ερμηνεία εγγράφων από το Δικαστήριο: «Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. (Βλ. Halfdan Grieg v. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545 (Kerr, J.)· Panayiotou v. Bland Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623.) Η μαρτυρία στην οποία αναφέρθηκε ο εφεσείων αφορά τις διαπραγματεύσεις αμέσως πριν την υπογραφή του εγγράφου της 3ης Μαρτίου, 1986. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεχτή. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. (Βλ. Mavrou v. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635.) Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. (Βλ. Panayiotou (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions." Στην υπόθεση Hilbers v. Parkinson [1883] 25 Ch. D. 200, ο Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- "I conceive that all deeds are to be construed not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties." (Βλ., επίσης, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428.) Πιο πρόσφατα, στην Τσιακλίδη ν. Φωτιάδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2012, 18/7/2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ορθά προσεγγίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως θέμα νομικό, το οποίο εναπόκειτο στο ίδιο να αποφασίσει, (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας κ.ά
(2012)1 ΑΑΔ 1633 και Λάμπρου ν Παράσχου κ.ά
(1993)1 ΑΑΔ 397). Όπως υπογραμμίζεται σε πρόσφατη απόφαση μας, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία επί του θέματος, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατό να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (xxx Παντελή-Βουζούνη κ.ά ν xxx Αποστόλου, ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολιτική Έφεση Αρ. 457/2012, ημερ.10.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:A138)». Περαιτέρω, στην Σιαπίτης ν. Κυμίσης, Πολιτική Έφεση Αρ. 281/2012, 16/10/2018 αναφέρθηκε ότι: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια στην υπόθεση Αντωνία Σόλωνος Ποιηταρίδη ν. Anopa Investments Ltd, Πολ. Εφ. 260/11, ημ. 25/5/18.» Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι δεν υπήρξε σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του Παραπονούμενου οποιαδήποτε θέση ή υποβολή από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών ήταν να λάβει χώρα δανειοδότηση της Κατηγορούμενης 1 από τον Παραπονούμενο ή ότι αυτό είχε συζητηθεί μεταξύ των μερών ή ότι παρά το ότι υπήρχε τέτοια συνεννόηση μεταξύ τους, ήτοι για χορήγηση δανείου προς την Κατηγορούμενη 1 με επιβολή τόκου, εντούτοις υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες που δεν έκαναν αναφορά σε δανειοδότηση αλλά σε επένδυση με συμφωνηθείσα απόδοση (return value) της επένδυσης. Άλλωστε, από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα δυνάμει αυτής προκύπτει ότι ο Παραπονούμενος δεν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στη σύνταξη των επίδικων συμφωνιών. Ο Παραπονούμενος ήταν το πρόσωπο που ουσιαστικά έλαβε ενημέρωση για την ύπαρξη αυτής της ευκαιρίας επένδυσης την οποία ο ίδιος, σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, θεώρησε καλή και συμφέρουσα ευκαιρία χωρίς να εμπλακεί με οποιοδήποτε τρόπο στη σύνταξη των επίδικων επενδυτικών συμφωνιών. Με άλλα λόγια, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο του παρουσιάστηκαν οι επίδικες συμφωνίες από την πλευρά των Κατηγορουμένων και του ΜΚ2, ήτοι ότι επρόκειτο να επενδύσει με την επένδυση του να του αποφέρει συγκεκριμένη απόδοση σε συγκεκριμένο χρόνο με τον ίδιο να αποδέχεται την πρόταση που του είχε τεθεί. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών αυτές χαρακτηρίζονται ως επενδυτικές συμφωνίες, με το προοίμιο (preamble) έκαστης συμφωνίας να αναφέρει ρητά ότι η Κατηγορούμενη 1 επιθυμούσε την αύξηση του κεφαλαίου κίνησης της (working capital), ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε επιθεωρηθεί από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και ότι είχε λάβει από αυτές άδεια χονδρικής πώλησης φαρμακευτικών προϊόντων και πιστοποιητικό καλής πρακτικής διανομής (good distribution practice), ότι ο σκοπός των επίδικων συμφωνιών ήταν η επένδυση στην εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων με τον επενδυτή να λαμβάνει ως αντάλλαγμα ένα ελάχιστο εγγυημένο κέρδος όπως αυτό καθοριζόταν στο Παράρτημα Ι έκαστης συμφωνίας. Ειδικότερα, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσιες κάποιες πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών): «WHEREAS GNOMON PHARMA wishes to increase its working capital with fifty Thousand Euro (€50.000.00).[22] WHEREAS THE INVESTOR wishes to transfer fifty Thousand Euro (€50.000.00) to GNOMON PHARMA for investment purposes. . SCOPE: Investment of fifty Thousand Euro (€50.000.00)[23] in pharmaceutical trading for a selected period of time. THE INVESTOR will have a minimum guaranteed profit as on "Annex I".[24] EXECUTION OF THE AGREEMENT: On the 15/11/2017 GNOMON PHARMA will give to THE INVESTOR one postdated cheque for the amount of fifty Thousand Euro (€50.000.00).[25] The cheques will be payable on the 14th of November 2018 i.e.[26] . GNOMON PHARMA during the period of 12 months can proceed transferring the fifty Thousand Euro (€50.000.00)[27] to the investor to the bank account specified in Annex V and the investor will return the cheque.» Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο του κειμένου των επίδικων συμφωνιών στην ολότητα του και εξετάζοντας αυτό συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, και έχοντας κατά νου τους συγκεκριμένους όρους που χρησιμοποιήθηκαν και έχοντας επίσης υπόψη μου το υπόβαθρο και τα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχαν συναφθεί οι επίδικες συμφωνίες όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η πραγματική πρόθεση των μερών όπως αυτή διακηρύττεται στις επίδικες συμφωνίες ήταν η σύναψη δύο επενδυτικών συμφωνιών με συγκεκριμένο ποσοστό απόδοσης (return value) ως αυτό καθορίζεται σε έκαστη συμφωνία και όχι η δανειοδότηση της Κατηγορούμενης 1 με επιβολή επιτοκίου όπως επιχείρησε να εισηγηθεί η Υπεράσπιση. Απορριπτέα είναι επίσης και η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ακόμα και εάν δεν είναι δάνειο οι επίδικες συμφωνίες τότε και πάλι συνιστούν το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας σύμφωνα με το άρθρο 314 Α του Ποινικού Κώδικα. Το αναφερόμενο άρθρο καλύπτει τις διάφορες περιπτώσεις λήψης οικονομικού οφέλους ή περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς κατά την παροχή, ή κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής ή κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η Υπεράσπιση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της, και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές οι επενδυτικές συμφωνίες είχαν συναφθεί, αυτή η εισήγηση των κατηγορουμένων έγινε σε μία ύστατη προσπάθεια να αποποιηθούν των ευθυνών που τους αναλογούν. Ως εκ των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. [2] σελίδα 9 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/10/
  2. [3]σελίδα 9 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 27/10/
  3. [4] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [5] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [6] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [7] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.
  1. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  2. [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019. [10] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [11] Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [12] βλέπε Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271. [13] Βλ. επίσης SPIRITO CONCRETE LTD κ.α. v. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 206/2020, 1/7/2021 [14]Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOULOY LTD v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Εκκαθαριστών της, κ.α. Ποιν. Έφεση 291/2015 ημ. 03/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B238, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021 και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021 [15] Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016 και DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018 [16] Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706. [17] Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, VRONTIS BUILDERS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17 Ιουνίου, 2016 [18] Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332. [19] 314Α.
(1)Πρόσωπο το οποίο κατά την παροχή οποιουδήποτε δανείου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, λαμβάνει, εισπράττει, χρεώνει, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον οικονομικό όφελος ή περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το μέσο όρο των ετήσιων επιτοκίων, συμπεριλαμβανομένων προμηθειών, επιβαρύνσεων ή οποιωνδήποτε εξόδων χρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα για καταναλωτικά δάνεια, αυξανόμενο κατά το ήμισυ, με ελάχιστη αύξηση πέντε ποσοστιαίες μονάδες και μέγιστη αύξηση μέχρι δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς υπολογίζεται ανά τριμηνία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία το δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. [20] Σελ. 9 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 25/11/
  1. [21] Σελ. 9 των αποστενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 25/11/
  2. [22] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται απλώς το ύψος του ποσού σε €45.
  3. [23] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται απλώς το ύψος του ποσού σε €45.
  4. [24] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 1 το κέρδος καθορίστηκε στο ποσό των €24.000 και στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 σε €20.000 και σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού σε €10.
  5. [25] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται απλώς το ύψος του ποσού σε €45.
  6. [26] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται απλώς η ημερομηνία σε 24/2/
  7. [27] Στην επενδυτική συμφωνία Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται απλώς το ύψος του ποσού σε €45.
  8. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.