Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Πηλαβάκης, Αρ. Υπόθεσης:19883/2019, 9/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛEΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19883/2019 Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Ανδρέας Πηλαβάκης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος στην υπό κρίση υπόθεση, κατόπιν δικής του παραδοχής στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα, ο κατηγορούμενος την 30.9.2018 στη Λευκωσία μέσα στο κλειστό στάδιο «Τάσσος Παπαδόπουλος Ελευθερία» παράνομα επιτέθηκε και προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Πέτρο Χατζηκωστή από τη Δευτερά. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη του κατηγορούμενου παραδόθηκαν γραπτώς στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Έγγραφο Α'. Εκεί καταγράφονται συνοπτικά τα ακόλουθα. Την 30.9.18 διεξαγόταν το Παγκύπριο Πρωτάθλημα Taekwondo κορασίδων. Σε αυτό συμμετείχαν αθλήτριες με προπονητές από αντίστοιχες ομάδες, ήτοι αμφότερων του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα και ενώ η αθλήτρια του σωματείου του κατηγορούμενου προηγείτο στο σκορ, η αθλήτρια με προπονητή τον παραπονούμενο άρχισε να μειώνει τη διαφορά. Ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε ότι η διαιτησία ευνοούσε την αθλήτρια του παραπονούμενου, προβαίνοντας σε διάφορες χειρονομίες, ενώ συμπεριφερόταν κατά τρόπο ο οποίος ενδέχετο να αποσυντόνιζε τις αθλήτριες και να αποσπάται η προσοχή τους. Ο παραπονούμενος εξέφρασε παράπονο κατά της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, ζητώντας όπως επιβληθεί στον πρώτο η απαιτούμενη ποινή λόγω αντιαθλητικής συμπεριφοράς. Ο υπεύθυνος διαιτησίας αποφάνθηκε όπως ο αγώνας συνεχιστεί, προβαίνοντας σε υπόδειξη προς αμφότερους προπονητές όπως μην συνεχίσουν την μεταξύ τους αντιπαράθεση. Στο τέλος του δεύτερου γύρου της κανονικής διάρκειας, οι δύο αθλήτριες ισοβάθμισαν και ο αγώνας οδηγήθηκε στο «Χρυσό Πόντο». Νικήτρια του αγώνα αναδείχθηκε τελικώς η προερχόμενη από την ομάδα του παραπονούμενου διαγωνιζόμενη. Ακολούθως, ενώ ο παραπονούμενος αφαιρούσε το θώρακα και το κράνος από την αθλήτρια του, ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς την Επιτροπή για να εκφράσει τη διαμαρτυρία του σε σχέση με ζητήματα διαιτησίας. Ο παραπονούμενος επίσης κατευθύνθηκε προς την Επιτροπή. Όταν οι δύο προπονητές βρέθηκαν δίπλα-δίπλα, σχεδόν μπροστά από την Επιτροπή, ο κατηγορούμενος κουτούλησε τον παραπονούμενο στη μύτη, απωθώντας τον προς τα πίσω και ακολούθως, αφού ο παραπονούμενος τον προσέγγισε εκ νέου, ο κατηγορούμενος τον χτύπησε στο πρόσωπο πετυχαίνοντας 3 γροθιές, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να ζαλιστεί και να πέσει στο έδαφος, αιμορραγώντας. Πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στο χώρο απομάκρυναν αμφότερους εμπλεκόμενους. Στο μέρος μετέβηκαν μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Δομετίου όπου παράδωσαν σε έκαστο μέρος Ιατρικά Έντυπα Εξέτασης, ήτοι και στον κατηγορούμενο και στον παραπονούμενο. Στη συνέχεια, και εντός της ίδιας ημέρας, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχε ιατρικής περίθαλψης και λόγω των τραυμάτων του κρατήθηκε για παρακολούθησε στον Θάλαμο Χειρουργικής Α' μέχρι την επόμενη μέρα, όταν έλαβε εξιτήριο. Τα εμπλεκόμενα μέρη εξέφρασαν στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας παράπονο, ο ένας εναντίον του άλλου, υποβάλλοντας το σχετικά ιατρικά έντυπα που είχαν συμπληρώσει, αφού είχαν εξεταστεί από αρμόδιους κυβερνητικούς ιατρούς, για το συμβάν. Ο κατηγορούμενος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, κατηγορήθηκε απαντώντας, «Δεν επιτέθηκα εγώ στον Πέτρο Χατζηκωστή, αυτός επιτέθηκε σε εμένα, ενώ ήταν γυρισμένη η ο πλάτη μου ήρθε τρέχοντας πάνω μου και μου επιτέθηκε». Μετά από συνεδρίαση του Συμβουλίου της Ομοσπονδίας αποφασίστηκε όπως η εξέταση του πιο πάνω περιστατικού τύχει επίσης άμεσης εξέτασης από τη Δικαστική Επιτροπή. Το συμβάν καταγράφηκε από κάμερα που βρισκόταν εγκατεστημένη εντός του αγωνιστικού χώρου. Την εν λόγω καταγραφή, ως αυτή μεταφέρθηκε σε φορητή μονάδα αποθήκευσης «USB» παρέλαβε ο ΜΚ21 από τον ΜΚ5, τεχνικό υπολογιστών, το οποίο με τη σειρά του, παρέδωσε στην ΜΚ12 του Εργαστηρίου Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της ΥΠ.Ε.Γ.Ε. Σε αυτό, δόθηκε ο διακριτικός αριθμός Ε.P.
- Αντίγραφο της καταγραφής τοποθετήθηκε και εντός ψηφιακού δίσκου ο οποίος έλαβε το διακριτικό αριθμό E.P.3 ο οποίος εκ συμφώνου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Δ. Το περιεχόμενο αυτού, προβλήθηκε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου κατά την παρουσίαση των γεγονότων. Το περιεχόμενο των επίσης κατατεθειμένων ενώπιον του Δικαστηρίου Εγγράφων Β', Β1' και Γ' δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αυτά αποτελούν Ιατρικά Πιστοποιητικά και Καταθέσεις των επί καθήκοντι ιατρών που εξέτασαν τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος κατά την επίσκεψη του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας παραπονέθηκε για έντονη κεφαλαλγία, υπνηλία, αυχεναλγία, θάμβος όρασης και θωρακικό κλωβό, ενώ προ της επίσκεψης του δήλωσε ότι έκανε εμετό. Κατά την κλινική εξέταση παρατηρήθηκε άλγος κατά την οπίσθια κίνηση της κεφαλής και στον αξονικό φάνηκε στένωση των Α5-Α6 διαστημάτων. Παρουσίαζε επίσης ήπια ευαισθησία κατά την ψηλάφηση του θωρακικού κλωβού, ενώ παρουσίαζε παράλληλα θλαστικό οίδημα ρινός. Στον αξονικό των οστών του κρανίου παρατηρήθηκε κάταγμα ρινικού οστού. Παρότι ο παραπονούμενος δεν παρουσίασε άλλα παθολογικά ευρήματα, θεωρήθηκε σώφρον όπως παραμένει για εικοσιτετράωρη παρακολούθηση εντός του Νοσοκομείου. Το τραύμα ως καταγράφεται στα πιο πάνω έγγραφα αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, ενώ την επόμενη μέρα, ο παραπονούμενος έλαβε εξιτήριο με οδηγίες για ανάπαυση και λήψη παυσίπονων επί πόνου. Τα πιο πάνω γεγονότα φανερώνουν ότι το αδίκημα φέρει ως χρονολογία γένεσης το έτος
- Από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης έχουν παρέλθει πέντε
(5)χρόνια ενώ από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, σχεδόν έξι
(6). Η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση, με τον κατηγορούμενο να απαντά αρχικά μη παραδοχή στις κατηγορίες, την δε απάντηση του άλλαξε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου την 19.6.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης για σκοπούς επιβολής ποινής, εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την 13.9.
- Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος που αυτός αντιμετωπίζει και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος από τον κατηγορούμενο ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι η εν λόγω αξιόποινη πράξη, υπήρξε το μοναδικό μελανό σημείο στην ζωή του κατηγορούμενου, πράξη η οποία έλαβε χώρα κατόπιν πρόκλησης, εν βρασμό ψυχής και χωρίς καμία προμελέτη. Η εν λόγω πράξη έγινε αυθόρμητα, κατόπιν πρόκλησης που έλαβε από τον παραπονούμενο γεγονός που οδήγησε τον κατηγορούμενο στην στιγμιαία έλλειψη αυτοελέγχου. Προς επίρρωση των θέσεων του περί πρόκλησης, θέση την οποία η κατηγορούσα αρχή ουδόλως αμφισβήτησε, ο συνήγορος παρέπεμψε όχι μόνο στο περιεχόμενο του Εγγράφου Δ' (ψηφιακός δίσκος), το περιεχόμενο του οποίου μιλά από μόνο του δήλωσε, αλλά και στην Απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής[1] όπου γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι: «. ο Πέτρος Χατζηκωστής (παραπονούμενος) διέτρεξε το γήπεδο κατά παράβαση των κανόνων του Ταεκβοντό και έκαμε το λάθος να εισέλθει εντός του αποκλειστικού προσωπικού ζωτικού χώρου του Ανδρέα Πηλαβάκη σε τέτοιο βαθμό απερίσκεπτα..». Αντίστοιχα, παρέπεμψε το Δικαστήριο και στο περιεχόμενο του Εγγράφου Στ'[2] όπου καταγράφονται τα εξής: «Την ίδια απόσταση διένυσε ο Πέτρος Χατζηκωστής πίσω από τον Πηλαβάκη και τότε ο Πέτρος Χατζηκωστής του είπε: «νομίζεις φοούμε σε ρε μαλάκα;" Τότε ο Πέτρος Χατχηκωστής έβαλε το πρόσωπο του κοντά στο πρόσωπο το Πηλαβάκη και τότε ο Πηλαβάκης τον έσπρωξε με το κεφάλι του πίσω και ο Χατζηκωστής μετατοπίστηκε προς τα πίσω 2-3 βήματα λόγω τη δύναμης που άσκησε ο Πηλαβάκης για να τον απωθήσει. Τότε επέστρεψε ο Χατζηκωστής προς τον Πηλαβάκη με σκοπό να συγκρουστούν ξανά και τότε ο Πηλαβάκης έδωσε τρείς μπουνιές στο πρόσωπο του Χατζηκωστή. Στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος ο Χατζηκωστής και αμέσως εγώ έτρεξα να τους χωρίσω και έπιασα τον Πηλαβάκη από τη μέση και ο Χατζηκωστής έπιασε τον Πηλαβάκη από τα πόδια και σηκώστηκε πάνω και έγω έσπρωχνα τον Πηλαβακη να φύγει από το συμβάν. Μετά από αυτό μόλις σηκώστηκε ο Χατζηκωστής από το έδαφος τράβηξε τη φανέλα του Πηλαβάκη και του την έσκισε και άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια του στο στήθος και στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να τρέχουν αίματα από την αριστερή πλευρά της μύτης του Πηλαβάκη και να υπάρχουν γδαρσίματα στον λαιμό και στο στήθος του. Αίμα επίσης έτρεχε από την μύτη του Χατζηκωστή στην δεξιά πλευρά». Χωρίς να μειώνεται η σοβαρότητα του αδικήματος, σημείωσε ο συνήγορος υπεράσπισης, η έννοια της πρόκλησης δεν μπορεί παρά να πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του κατηγορούμενου (βλ.Dofty [1949] 1 All E.R.932). Ο κ. Τσολακίδης τόνισε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αμέσως μετά το συμβάν και αποδεχόμενος την ποινή που του επιβλήθηκε από τη διαιτησία, έλαβε το μικρόφωνο και απολογήθηκε δημοσίως ενώπιον όλων των παρευρισκόμενων, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται δια του περιεχομένου του Εγγράφου Στ'. Ενώπιον δε της Δικαστικής Επιτροπής ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε και απολογήθηκε για την αντιαθλητική του συμπεριφορά, αποδεχόμενος την χρηματική ποινή που του επιβλήθηκε την 6.12.18 και την αναστολή της άδειας προπονητή Ταεκβοντό, μέχρι την καταβολή της εν λόγω χρηματικής ποινής η οποία ήταν ύψους €150.
- Ο κατηγορούμενος συμφώνως της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο συνήγορος υπεράσπισης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Σήμερα είναι ηλικίας 63 ετών. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης ενώ οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 8 ετών. Μετά το χωρισμό των γονέων του, τη φύλαξη του ιδίου αλλά και των δύο μικρότερων αδελφών του ανέλαβε η μητέρα τους, ενώ τακτική επικοινωνία είχαν και με τον πατέρα τους. Η μητέρα του κατηγορούμενου, με την οποία σήμερα διαμένει, είναι πλέον ηλικίας 92 ετών και ζει στον προσφυγικό Συνοικισμό Ανθούπολης. Ο ίδιος αποτελεί τον μοναδικό και αποκλειστικό φροντιστή της. Με το πέρας της στρατιωτικής του θητείας, και αφού εργάστηκε στη Λεμεσό με τον πατέρα του για δύο χρόνια, επέστρεψε στη Λευκωσία όπου λειτούργησε την δική του σχολή Ταεκβοντό. Με το συγκεκριμένο άθλημα ο ίδιος ασχολείται από την ηλικία των 15 ετών. Σε ηλικία 24 ετών παντρεύτηκε την Γεωργία Χατζηκωνστατνή αποκτώντας 3 παιδία. Όλα τα μέλη της οικογένειας, δύο αγόρια και μια θυγατέρα εργάζονται στη σχολή του κατηγορούμενου από την οποίαν ο ίδιος, πρόσφατα αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης. Με τη σύζυγο του βρίσκεται σε διάσταση τα τελευταία 3 χρόνια. Πλέον, διαμένει με την ηλικιωμένη του μητέρα την οποία φροντίζει αποκλειστικά. Στην οικογενειακή εστία διαμένει η εν διαστάσει σύζυγος με τον μεγαλύτερο τους υιό, ενώ η θυγατέρα του τέλεσε γάμο προ ημερών, ήτοι την 30.9.23[3]. Κατά την συνέντευξη δήλωσε μεταξύ άλλων, ότι «ποτέ προηγουμένως δεν έχει απασχολήσει την Δικαιοσύνη, και ότι αισθάνεται άσχημα που βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου». Δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, δήλωσε, «αφιερώνοντας τη ζωή του στον αθλητισμό». Το 1993 έλαβε την 3η θέση σε παγκόσμιους αγώνες στην Αμερική. Από το 1996 και για περίοδο 20 ετών, κατείχε τη θέση του Ομοσπονδιακού Προπονητή Ταεκβοντό. Σε ότι αφορά τις οικονομικές του περιστάσεις, ο κατηγορούμενος αναμένει την λήψη μηνιαίας σύνταξης, ύψους €500 ενώ τα χρέη υπό μορφή δανείων που έχουν δημιουργηθεί με την εν διαστάσει σύζυγο του, φροντίζουν όπως αποπληρώνουν. Δεν υπάρχουν αποταμιεύσεις, ενώ ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης αυτοκινήτου μάρκας Mercendes, αξίας €2.000 περίπου. Ως σημειώνει η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στην έκθεση της, ο κατηγορούμενος ήταν ευγενικός κατά τη μεταξύ τους συνάντηση και πρόθυμος να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του έγιναν. Το εν λόγω συμβάν τόνισε ο συνήγορος υπεράσπισης αποτέλεσε ένα μοναδικό μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο κανένα στοιχείο προμελέτης δεν είχε και για το οποίο ο κατηγορούμενος έχει μεταμελήσει και αισθάνεται ντροπή. Έχει παράλληλα καταβάλει προσπάθειες συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο προβαίνοντας προς τούτο σε διαβήματα, μέσω του Προέδρου της Ομοσπονδίας. Ταυτόχρονα και νοουμένου ότι κριθεί δέον από τη Δικαιοσύνη, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να αποζημιώσει στο βαθμό και ύψος που θα αποφανθεί το Δικαστήριο τον παραπονούμενο, στα πλαίσια της αστικής αγωγής που εκκρεμεί. Οποιαδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας του κατηγορούμενου τόνισε ο συνήγορος, θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στην ευρύτερη οικογένεια του. Καταληκτικά, ο κ. Τσολακίδης κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του κατηγορούμενου κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής εισηγούμενος ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται όπως επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, τότε, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Υπενθυμίζεται ότι η μέγιστη εκ του Νόμου προβλεπόμενη ποινή είναι η επιβολή 7ετούς ποινής φυλάκισης ή η επιβολή χρηματικής ποινής ή και οι δύο αυτές ποινές, συνδυαστικά. Η συνήθης ποινή για το αδίκημα είναι η ποινή της φυλάκισης (βλ. Sentencing in Cyprus, G. M. Pikis, 2nd ed. σελ. 116-117). Είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που την περιβάλλουν, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση και των προσωπικών συνθηκών έκαστου παραβάτη. Η ποινή της φυλάκισης πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος, οι συνθήκες και ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, ποινή φυλάκισης επιβάλλεται, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση Bibi [1980] 1 W.L.R 1193: «Τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2004, σελίδα 1824, παράγραφο Ε.1.11, όπου γίνεται παραπομπή και σε μεταγενέστερη αγγλική νομολογία, πολύ πιο πρόσφατη, όπου το προαναφερόμενο σκεπτικό του Αρχιδικαστή Lane έχει υιοθετηθεί). Επομένως, το Δικαστήριο σε ότι αφορά την επιβολή ποινής, έχει υποχρέωση όπως προβεί στην κατάλληλη διεργασία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ούτως ώστε, η επιβαλλόμενη ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβάτη (βλ.Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Των ως άνω λεχθέντων όμως, είναι ορθό όπως γίνει μνεία στο ότι, η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, ειδικότερα, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, αφού η εξατομίκευση μεν έχει λόγο στον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη, δεν συναρτάται όμως αποκλειστικά με τις προσωπικές συνθήκες αυτού (βλ.Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα σε ότι αφορά το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης δυνάμει του άρθρου 231 του Κεφ. 154, την νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, και τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο φρονεί ότι τα ακόλουθα επενεργούν επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο: 1. Η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο παραπονούμενος υπέστη και τραυματισμούς από την επίθεση. Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης είναι ιδιαίτερα σοβαρό από την ίδια του τη φύση. Οποιοσδήποτε επιλέγει να επιτεθεί, πέρα του αισθήματος φόβου και ανασφάλειας που δημιουργεί, περιττό να επισημαίνω, στρέφεται και εναντίον της ίδιας της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς του. Είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο ότι καθείς έχει δικαίωμα στη σωματική του ακεραιότητα (βλ. Γ.Ε ν Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ 95). Η ποινή βεβαίως θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας (βλ. Urgur ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 189), των μέσων που χρησιμοποιούνται (βλ. Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 742), των σωματικών βλαβών που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Achraf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2021 ημερ. 15/4/2022, Σακαρίδης κ.α. ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 272 και Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 342). 2. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψιν ότι η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών που συμμετείχαν στους εν λόγω αγώνες, γεγονός το οποίο αποτελεί μεταξύ άλλων, απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327 και Ευθυμίου ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 581).
- Ως παράγοντας που επενεργεί ιδιαιτέρως επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο δεν μπορεί παρά να μνημονευθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όντας ο ίδιος επί σειρά ετών προπονητής ομάδας κορασίδων, επέδειξε ενώπιον των νεαρών αυτών παιδιών, μεταξύ βεβαίως και άλλων παρευρισκόμενων, τέτοια ανάρμοστη αθλητική αλλά και κοινωνική συμπεριφορά που αναμφίβολα, αντίκειται και αντιστρατεύεται κάθε αθλητικό ιδεώδες, το οποίο οι γονείς των παιδιών, αλλά προπάντων τα ίδια τα παιδιά, εμπιστεύτηκαν σε αυτόν όπως προάγει, αναγάγει και αναδείξει όχι μόνο μέσω των διδαχών του αλλά δια παραδείγματος. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο ίδιος με τη συμπεριφορά του, ανεξαρτήτως της όποιας ενδεχόμενης πρόκλησης είχε δεχθεί, αποδόμησε εντός δευτερολέπτων κάθε έννοια αθλητικού ιδεώδους, σεβασμού και ευγενούς άμιλλας, έννοιες που όφειλαν να τον συνοδεύουν όχι μόνο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του αλλά ιδιαίτερα κατά την διεξαγωγή αγώνων, ως προπονητής που ήταν.
- Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, το παρόν κρίνεται ως κατάλληλο σημείο για να τονιστεί ότι οι αθλητικοί χώροι δεν είναι μέρη που προσφέρονται για εκτόνωση συναισθημάτων ή επίδειξης σωματικής δύναμης. Οι αθλητικοί αγώνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν ευκαιρίες επίλυσης οποιουδήποτε είδους διαφοράς. Η εικόνα που παρατηρείται κατά τη διεξαγωγή ενός αγώνα είναι ο καθρέφτης του κοινωνικού επιπέδου που υπάρχει σε μια δημοκρατική χώρα. Πρόσωπα ανεξαρτήτως ιδιότητας, τα οποία σε αυτούς τους χώρους εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά δεν έχουν χώρο σε αυτούς και γι΄αυτό θα πρέπει να απομακρύνονται πάραυτα. Προχωρώ στην παράθεση των ελαφρυντικών στοιχείων που έχω λάβει υπόψιν μου σε σχέση με τον κατηγορούμενο.
- Η παραδοχή του κατηγορουμένου στην κατηγορία σε σχέση με την οποία του επιβάλλεται τώρα ποινή, σε συνδυασμό με την ειλικρινή απολογία του προς το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ 719 τονίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι: «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας
(2016)2Β Α.Α.Δ 1116. Οφείλει εδώ να υπενθυμισθεί η βασική αρχή ότι, η μέχρι πρότινος καταχωρημένη απάντηση μη παραδοχής του κατηγορούμενου σε ότι αφορά στη διάπραξη του αδικήματος σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας, καθότι, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, είναι απόλυτο δικαίωμα έκαστου κατηγορουμένου στα πλαίσια της έμπρακτης μεταγραφής του τεκμηρίου της αθωότητας, να μην παραδεχθεί την κατηγορία του (βλ. Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59). 2. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η εκ. σελ.59). Και τούτο, γιατί, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που αυτός επιδεικνύει προς τους νόμους της πολιτείας (βλ.Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορούμενου, ο οποίος διανύει το 63ο έτος της ηλικίας χωρίς να έχει προηγουμένως απασχολήσει το Δικαστικό σύστημα οφείλουν όπως μη διαλάθουν της προσοχής του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε οιανδήποτε περίπτωση ότι υπερφαλαγγίζει την σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος. 3. Την έλλειψη προσχεδιασμού και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα. Στις Pantazis v The Police
(1967)2 C.L.R. 277 και Σακαρίδης ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272, κρίθηκε ότι, παρά το λανθασμένο της διάπραξης του αδικήματος, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πρόκληση μπορεί υπό περιστάσεις να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας. 4. Δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι παρά το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε το 2018 και η καταχώρηση της υπόθεσης έλαβε χώρα το 2019, το Δικαστήριο καλείται όπως επιβάλει ποινή μετά την πάροδο 6 και πλέον χρόνων από την διάπραξη. Ως έχει πολύ εύστοχα αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ.355: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77).Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. .Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται, γιατί πέντε σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν θα εξυπηρετήσει κανένα χρήσιμο σκοπό». Φαίνεται επίσης ότι έχει, από την διάπραξη του αδικήματος υπάρξει αλλαγή σε σχέση με τις συνθήκες του κατηγορούμενου, στο μεσοδιάστημα, αφού ο κατηγορούμενος έχει παύσει την όποια ενασχόληση του με το συγκεκριμένο άθλημα και έχει πλέον αποχωρήσει από το προσκήνιο, αφήνοντας πλέον τα περί λειτουργίας του σωματείου, στα παιδιά του. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο ίδιος έχει πλέον, συνταξιοδοτηθεί. Τα πιο πάνω, δείχνουν ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η πιθανότητα επαναδιάπραξης του αδικήματος είναι απομακρυσμένη. Δεν μπορεί περαιτέρω να μην γίνει αναφορά στο γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος και εντεύθεν, έχει επέλθει διάσταση μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του, με τον κατηγορούμενο να καλείται όπως εγκαταλείψει την συζυγική εστία. Διαμένει πλέον με την μητέρα του την οποία φροντίζει αποκλειστικά. 6. Η μη επαναδιάπραξη άλλων αδικημάτων από το 2018 μέχρι σήμερα και η συνειδητή επιλογή του όπως άμεσα απολογηθεί δημόσια, δια της λήψης μικροφώνου, για την ανάρμοστη και απρεπή συμπεριφορά του ενώπιον του κοινού, εντός του σταδίου. Παράλληλα, υπέρ του προσμετρά και το γεγονός ότι ο ίδιος προσπάθησε να συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο, δια απολογίας, μέσω του Προέδρου της Δικαστικής Επιτροπής. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες προχωρώ στην επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες οφείλουν όπως λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν αυτοί δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν ενδεχομένως το ύψος, όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή φρονεί το Δικαστήριο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτή. Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Στον κατηγορούμενο επιβάλλω ποινή φυλάκισης 14 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Επισημαίνω εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν.186(Ι)/03 στον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά έκαστου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Σύμφωνα με την Νομολογία, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) το Δικαστήριο οφείλει κατά την εξέταση του ζητήματος όπως απαντήσει το ερώτημα του κατά πόσον η ενδεχομένως ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Μεταξύ των παραγόντων οφείλει όπως λάβει υπόψιν του την σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και την διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, αν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μεταμέλειας. Μνημονεύεται στο στάδιο αυτό, παρότι είναι γνωστό τοις πάσι εις τον νομικό κόσμο ότι, η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης, με μόνη διαφοροποίηση της το γεγονός ότι δεν τίθεται σε άμεση ισχύ ο εγκλεισμός ενός κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές. Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Ως ήδη έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος είναι άτομο με λευκό ποινικό μητρώο, ενώ δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας του. Η άμεση απολογία του προς το κοινό συμπεριλαμβανομένων και των κορασίδων που λάμβαναν μέρος στους αγώνες, ως επίσης και το γεγονός ότι παρότι έχουν περάσει 6 και πλέον χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, αποδεικνύοντας έτσι ότι όντως το εν λόγω συμβάν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, λαμβάνονται υπόψιν. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου για σκοπούς του σταδίου αυτού το ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σε απομακρυσμένο χρόνο, με ημερομηνία διάπραξης το έτος 2018 (βλ.Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Εφέσεις 230/2019 και 231/2019 ημ. 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B177) με τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου να μεταβάλλονται, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Ο αναμορφωτικός χαρακτήρας της ποινής πρέπει να επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση εξατομικευμένα, η δε ανάγκη για επιβολή ποινών που επιδεικνύουν τον σωφρονιστικό και αναμορφωτικό τους χαρακτήρα δεν αλλοιώνεται, σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο εξετάζει τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ του αιτήματος του Κατηγορουμένου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Θεωρώ, υπό τις περιστάσεις, ότι δεν εξουδετερώνεται η ανάγκη για αποτροπή διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Ως εκ των άνω και, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καταλήγω, ότι συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, ποινή η οποία αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Η έλλειψη προσχεδιασμού, η στιγμιαία απώλεια αυτοελέγχου και η μικρή διάρκεια του επεισοδίου έχουν επίσης ληφθεί υπόψιν, πέραν των άλλων ελαφρυντικών παραγόντων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575, 582 και Yeates και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320). (Εξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπογρ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Υπόθεση 1/2018 (Εθνική Ομοσπονδία Ταεκβοντό Κύπρου (ΕΟΤΚ) ημερ. 6.12.18, σελ 6. [2] Κατάθεση Πανίκου Λοίζου ημερ. 29.10.18 - Προπονητή Taekwondo και Υπεύθυνου Διαιτησίας την επίμαχη ημέρα. [3] Επισυναπτόμενο Προσκλητήριο Γάμου- Παράρτημα επί της Έκθεσης του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο