← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ ν. Δ.Τ. κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 17481/2018, 20/10/2023

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ ν. Δ.Τ. κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 17481/2018, 20/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 17481/2018 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και

  1. Δ.Τ.
  2. Π.Τ.
  3. Σ.Τ.
  4. Θ.Τ.
  5. Α.Τ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Παπακώστα για Μελίνα Καραολιά. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Χατζησέργης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5: παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5 αντιμετωπίζουν τρεις

(3)κατηγορίες έκαστος οι οποίες αφορούν παραβάσεις του Περί Δασών Νόμου του 2012 (Ν. 25(I)/2012) (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Με την πρώτη κατηγορία, κατηγορούνται για παράνομη κατοχή ή/και χρήση γης και κτιρίων εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά παράβαση των άρθρων 10, 15, 22, 37 (δ) και 50 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2016 ή/και προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο προς την Κατηγορούσα Αρχή μέχρι και σήμερα παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν ή/και χρησιμοποιούν γη ή/και δασικά κτήρια που βρίσκονται εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, «Δάσος των Λεπρών» στη Λευκωσία, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ/55W2, Τεμάχιο [ ]. Με τη δεύτερη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παράνομη ανέγερση μέσα σε Κρατικό Δάσος χωρίς την εξασφάλιση άδειας εκδοθείσας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά παράβαση των άρθρων 10, 15, 22, 37 (β), 42
(2)(β) και 50 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών ανήγειραν οικοδομή και διάφορες μόνιμες ή/και προσωρινές κατασκευές, ήτοι κλουβιά, φούρνο, γκαράζ, οικία και περίφραξη. Με την τρίτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παράνομη φύτευση ή/και καλλιέργεια μέσα σε Κρατικό Δάσος χωρίς την εξασφάλιση άδειας εκδοθείσας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά παράβαση των άρθρων 10, 15, 22, 37 (α), 42
(2)(α) και 50 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών φύτευσαν ή/και καλλιέργησαν και φυτεύουν ή/και καλλιεργούν καρποφόρα ή/και άλλα δέντρα ή/και άλλα φυτά. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη 4 έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα στις 14/1/2019 και συνακόλουθα, η κατηγορούμενη 4 απαλλάγηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες κατά τη μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 15 Τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. Ανδρέας Κυριάκου, Ανώτερος Δασικός Λειτουργός (ΜΚ1), δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Γλαύκος Κυριάκου, Ανώτερος Δασικός Λειτουργός (ΜΚ2), τρίτος μάρτυρας ήταν ο κ. Αγγελής Αγγελή, Δασικός Λειτουργός (ΜΚ3) και τέταρτη μάρτυρας ήταν η κα Χριστιάνα Χαπέρη, Διοικητική Λειτουργός Α' στο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι 1 και 5 επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Οι Κατηγορούμενες 2 και 3 τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι είναι Ανώτερος Δασικός Λειτουργός στον Τομέα Γαιών και Χωρομετρίας. Ανέφερε ότι ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι η οριοθέτηση νέων δασών, ο έλεγχος της οροθετικής γραμμής των κρατικών δασών και η αποτύπωση επεμβάσεων εντός της κρατικής δασικής γης. Αναφέρθηκε στη γνωστοποίηση ημερομηνίας 30/12/1940 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης δυνάμει της οποίας το δάσος Ασύλου Λεπρών κηρύχθηκε ως Δευτερεύον Κρατικό Δάσος «Ασύλου Λεπρών» εξηγώντας ότι μέχρι και το 1967 βρισκόταν κάτω από τη διαχείριση του Έπαρχου Λευκωσίας. Κατέθεσε αντίγραφο της γνωστοποίησης ως Τεκμήριο
  1. Περαιτέρω, ανέφερε ότι με τη ψήφιση του περί Δασών Νόμου του 1967 το δάσος αυτό περιήλθε κάτω υπό τη διαχείριση του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων. Πρόσθεσε ότι το Τμήμα Δασών με πρόταση του με αριθμό 1190/83 η οποία υιοθετήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφασή του με αριθμό 23.852 ημερομηνίας 17/11/1983 ακύρωσε την ανωτέρω αναφερόμενη γνωστοποίηση και κήρυξε μέρος του εν λόγω δάσους σε «Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας». Όπως εξήγησε, αρχικά, το Υπουργικό Συμβούλιο με την Κ.Δ.Π. 319/83 κήρυξε μέρος του εν λόγω δάσους σε «Κύριο Κρατικό Δάσος Παιδαγωγικής Ακαδημίας» και μετέπειτα, με την Κ.Δ.Π. 358/83 κήρυξε μέρος του εν λόγω δάσους σε «Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας». Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 23.852 ημερομηνίας 17/11/1983 η οποία συνοδεύεται από την πρόταση του Υπουργείου Υγείας προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της Κ.Δ.Π. 319/83 και ως τεκμήριο 4 αντίγραφο της Κ.Δ.Π. 358/
  2. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο του σχεδίου XXI/55W2 στο οποίο, όπως ανέφερε, διακρίνεται η γη που κηρύχθηκε σε «Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας» με την απόφαση αρ.
  3. Ο ΜΚ1 πρόσθεσε ότι με την ακύρωση της ανωτέρω αναφερόμενης γνωστοποίησης η συγκεκριμένη εξαιρεθείσα περιοχή παρέμεινε κρατική γη αλλά χωρίς το καθεστώς του κρατικού δάσους, ενώ φυσιογνωμικά αποτελεί τμήμα του Εθνικού Δασικού Πάρκου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο με νέα απόφασή του με αριθμό 77.640 ημερομηνίας 30/9/2014 ενέκρινε την κήρυξη του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων σε Κρατικό Δάσος και την ένταξή του κάτω από ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 77.640 ημερομηνίας 30/9/2014 η οποία συνοδεύεται από την πρόταση του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος προς το υπουργικό συμβούλιο και ως τεκμήριο 7 τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12/12/
  4. Πρόσθεσε ότι η κήρυξη του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων σε Κρατικό Δάσος και η ένταξή του κάτω από την ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας πραγματοποιήθηκε με την έκδοση της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης υπ' αριθμό 169/2016 ημερομηνίας 27/5/2016 αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 8 και στην οποία επισυνάπτεται ως παράστημα 2 Σχέδιο στο οποίο φαίνεται η κρατική γη έκτασης 76.000 m2 που κηρύχθηκε σε Κρατικό Δάσος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι περί τον Μάιο του 2016 μετά την δημοσίευση της Κ.Δ.Π. 169/2016 μετέβη μαζί με τον συνάδελφό του κ. Γλαυκο Κυριάκου για να του υποδείξει επί τόπου και σε τοπογραφικό σχέδιο τα σύνορα της νεοκηρυχθείσας κρατικής γης. Ακολούθως, ο συνάδελφος του κ. Γλαύκος Κυριάκου χαρτογράφησε τις παράνομες επεμβάσεις. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί ξανά την εν λόγω κρατική γη περί το έτος 2015 όταν του είχαν δοθεί οδηγίες από το τμήμα του να προβεί σε έρευνα για να διαπιστώσει τα σύνορα της νεοκηρυχθείσας δασικής γης. Με την έρευνα που διεξήγαγε το 2015 διαπίστωσε ότι υπήρχαν οικοδομές εντός του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων οι οποίες χρησιμοποιούνταν και κατέχονταν από τους Κατηγορούμενους. Με την επίσκεψή του το 2016 διαπίστωσε ότι οι Κατηγορούμενοι παράνομα και χωρίς άδεια του διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν και χρησιμοποιούν δασική γη εντός του κρατικού δάσους. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 9 σχέδιο στο οποίο όπως εξήγησε έκαναν ως χωρομέτρες αποτύπωση του χώρου με βάση τα σύνορα του κρατικού δάσους και εντόπισαν κάποια κτίρια μέσα τα οποία έβαλαν στο σχέδιο και άλλος συνάδελφος τους ανέλαβε να καταγράψει τι είχαν μέσα τα κτίρια και ποιος τα χρησιμοποιεί. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ως προς το εάν γνωρίζει κατά πόσο οι κατηγορούμενοι διαμένουν στα κτίρια που κατηγορούνται με το υπό κρίση κατηγορητήριο απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι η γνώση του προέρχεται από πληροφορίες που είχε από τον συνάδελφο που έκανε την έρευνα σχετικά με τον χώρο εκεί και ότι ο ίδιος δεν τους είδε να διαμένουν σε αυτόν τον χώρο. Σε ότι αφορά την ανέγερση των επίδικων κτιρίων ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος ανήγειρε αυτά τα κτίρια και συμφώνησε ότι είναι πιθανόν να χτίστηκαν επί Αγγλοκρατίας. Σε σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σε σχέση με την διαχείριση του χώρου κατά την περίοδο του 1960 και σε σχετική υποβολή ότι τη διαχείριση δεν την είχε ο Έπαρχος Λευκωσίας αλλά το Υπουργείο Παιδείας και συγκεκριμένα η Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου ανέφερε ότι είχε παραχωρηθεί στον Έπαρχο για διαχείριση η συγκεκριμένη γη και την χρησιμοποιούσε η Παιδαγωγική Ακαδημία. Ήταν η θέση του ότι ίσως τη διαχείριση του χώρου να την είχε η Παιδαγωγική Ακαδημία και κατ' επέκταση το Υπουργείο αλλά η νομική υπόσταση του χώρου, όπως ανέφερε, είχε δοθεί στον Έπαρχο. Ανέφερε επίσης ότι μετά το 1967 επειδή ακόμα λειτουργούσε η Παιδαγωγική Ακαδημία τα κτίρια που ενέπιπταν σε εκείνον τον χώρο τα διαχειρίζονταν η Παιδαγωγική Ακαδημία. Συμφώνησε ότι η συγκεκριμένη περιοχή με τα επίδικα κτίρια ήταν κρατική γη και όχι δάσος μέχρι το 2016 και πως το Τμήμα Δασών και κατ' επέκταση το Υπουργείο Γεωργίας είχε καταστεί επίσημα διαχειριστής του χώρου αυτού με την κανονιστική διοικητική πράξη υπ' αριθμό 169/2016 ημερομηνίας 27/5/
  5. Με αναφορά στο τεκμήριο 8 που είναι το σχέδιο που επισυνάπτεται στην κανονιστική διοικητική πράξη 169/2016 συμφώνησε ότι ο χώρος που υποδεικνύεται με κίτρινο χρώμα είναι ο χώρος που ήταν κρατική γη στην οποία δεν είχε εξουσία το Τμήμα Δασών. Συμφώνησε με αναφορά στο Τεκμήριο 8 ότι τα επίδικα κτίρια είναι εντός των 76.000 τετραγωνικών μέτρων που πήγαν μεταγενέστερα στο Τμήμα Δασών. Σε σχετική υποβολή ότι σε αυτά τα κτίρια διέμεναν αρχικά κατόπιν αδείας ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 από το έτος 1960 και εντεύθεν και ακολούθως και πάλι κατόπιν αδείας ή και ανοχής από τους τότε διαχειριστές του χώρου εγκαταστάθηκαν αρχικά ο κατηγορούμενος 1 καθώς και η οικογένεια του, ανέφερε ότι οι ίδιοι θεωρούν ότι δεν είχαν άδεια αφού ζήτησαν την ισχυριζόμενη άδεια αλλά δεν τους προσκομίστηκε οποιαδήποτε άδεια και έψαξαν και στο Υπουργείο Παιδείας και στον Έπαρχο και δεν βρήκαν οτιδήποτε. Σε σχετικές ερωτήσεις ως προς το για ποιο λόγο καμιά αρχή δεν είχε κάμει οποιαδήποτε διαδικασία τόσα χρόνια προκειμένου να φύγουν οι κατηγορούμενοι από το χώρο αυτό αφού κατά τη θέση του ΜΚ1 μένουν παράνομα εκεί ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει για ποιο λόγο, λέγοντας πως είχαν σχέση με την Παιδαγωγική Ακαδημία και πως μπορεί να ήταν άτομα γνωστά και αφού ήταν στο χώρο τους άφησαν να μείνουν εκεί. Ο ΜΚ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι είναι Ανώτερος Δασικός Λειτουργός και πως είναι λειτουργός Διαχείρισης Γαιών και Προγραμματισμών Λευκωσίας, Λάρνακας και Αμμοχώστου. Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι η διαφύλαξη των συνόρων των κρατικών δασών. Ανέφερε ότι οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης αφορούν το Κρατικό Δάσος το οποίο κηρύχθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αριθμό 77.640 ημερομηνίας 30/09/2014 έκτασης 76.000 τετραγωνικών μέτρων. Πρόσθεσε ότι ενόψει της ένταξης του Κρατικού Δάσους κάτω από ενιαία διαχείριση με το Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας ο τότε περιφερειακός δασικός λειτουργός Λευκωσίας του έδωσε οδηγίες να προβεί σε εργασίες οικολογικής αναβάθμισης του φυσικού οικοσυστήματος της νεοκηρυχθείσας περιοχής έτσι ώστε να συνάδει με το φυσικό στοιχείο του δασικού οικοσυστήματος του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Αναφέρθηκε σε επιτόπου συνάντηση με τον συνάδελφό του Αντρέα Κυριάκου ο οποίος του υπέδειξε επιτόπου και σε τοπογραφικό σχέδιο τα σύνορα της νεοκηρυχθείσας δασικής γης και τα υποστατικά που παρανόμως χρησιμοποιούνται και κατέχονται από τους Κατηγορούμενους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι επισκέφθηκε τους κατηγορούμενους οι οποίοι του υπέδειξαν τους χώρους των υποστατικών. Με αναφορά στο σχέδιο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 9 εξήγησε ότι αυτός πρόσθεσε τις λεπτομέρειες που εμφαίνονται στο υπόμνημα του σχεδίου. Διευκρίνισε ότι στα υποστατικά που σημειώνονται ως «Β» και «Γ» στο σχέδιο Τεκμήριο 9 διαμένουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 και στο υποστατικό που σημειώνεται με το γράμμα «Δ» στο σχέδιο Τεκμήριο 9 διαμένει ο Κατηγορούμενος
  6. Το υποστατικό «Ε» που σημειώνεται στο τεκμήριο 9 χρησιμοποιείται ως κλειστός χώρος στάθμευσης από τους κατηγορούμενους 1 2 και 3 και στο κέντρο των υποστατικών υπάρχει εσωτερική αυλή η οποία φαίνεται ως σημείο «Ζ» στο Τεκμήριο 9 και χρησιμοποιείται από όλους τους κατηγορούμενους. Πίσω από τα σπίτια, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, οι κατηγορούμενοι διατηρούν και καλλιεργούν μικρό περιβόλι, το οποίο σημειώνεται με το γράμμα «Η» στο τεκμήριο 9 το οποίο είχε φυτευτεί από τον αποβιώσαντα Α.Τ. και έχει, μεταξύ άλλων, εσπεριδοειδή, ελιές και συκιές. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον ίδιο και στις οποίες απεικονίζονται σύμφωνα με τον ΜΚ2 οι οικοδομές και προσωρινές κατασκευές που κατ' ισχυρισμό ανήγειραν οι Κατηγορούμενοι καθώς και το περιβόλι που καλλιεργούν οι Κατηγορούμενοι. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την επίσκεψή του ανέφερε στον Κατηγορούμενο 1 το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής και την παράνομη κατοχή και χρήση εκ μέρους του ίδιου και της οικογένειάς του της δασικής γης. Αναφέρθηκε επίσης στους ισχυρισμούς που του ειπώθηκαν εκ μέρους του Κατηγορούμενου 1 ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του διαμένουν στα υποστατικά νόμιμα και ότι τα υποστατικά παραχωρήθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, στον πατέρα του Κατηγορούμενου 1 ο οποίος εργαζόταν ως μάγειρας και νυχτοφύλακας στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Ενόψει αυτής της δήλωσης απευθύνθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και με απαντητική επιστολή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού διασαφηνίστηκε ότι αυτό δεν είχε παραχωρήσει οποιαδήποτε άδεια στους Κατηγορούμενους. Κατέθεσε αντίγραφα των σχετικών επιστολών ως Τεκμήριο 11 και
  7. Ο ΜΚ2 περαιτέρω ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι παράνομα και χωρίς την άδεια του διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν και χρησιμοποιούν γη και κτήρια που βρίσκονται εντός του Κρατικού Δάσους το οποίο είναι σε ενιαία διαχείριση με το Εθνικό Δασικό Πάρκο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και παράνομα και χωρίς άδεια του διευθυντή του Τμήματος Δασών ανήγειραν διάφορες μόνιμες και/ή προσωρινές κατασκευές εντός του Κρατικού Δάσους, ήτοι κλουβιά, φούρνο, γκαράζ, οικία και περίφραξη καθώς επίσης παράνομα και χωρίς την άδεια του διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν και/ή καλλιεργούν και/ή φυτεύουν καρποφόρα δέντρα και/ή άλλα φυτά εντός του κρατικού δάσους. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν εάν γνωρίζει ποιος και πότε ανήγειρε τα επίδικα κτίρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, διευκρινίζοντας ότι ξέρουν ότι στην περιοχή μένουν δύο οικογένειες και πως τους είπε ο κατηγορούμενος 1 ποιος κατέχει τι αλλά δεν ξέρουν ποιος τα έχει χτίσει προσθέτοντας σε άλλο σημείο στη συνέχεια της αντεξέτασης του ότι δεν έχουν αποδείξεις ποιος έχτισε τι. Ερωτηθείς σε σχέση με το γκαράζ επανέλαβε τη θέση του ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος το έκτισε ούτε πότε χτίστηκε. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ερωτηθείς σε σχέση με τα δέντρα που υπάρχουν στο περιβόλι ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος τα φύτεψε και ποτέ και πως από τη στιγμή που ο χώρος είναι περιφραγμένος και τον διαχειρίζονται οι χρήστες θεωρούν, όπως ανέφερε, ότι έχουν φυτευτεί από εκείνους. Ερωτηθείς σε σχέση με την περίφραξη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος την έκανε ούτε πότε έγινε. Περαιτέρω, ερωτηθείς σε σχέση με την επιστολή που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 12 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει σε ποια κατοικία αναφέρεται η επιστολή και πως υποθέτει ότι πρόκειται για την οικία που σημειώνεται με το γράμμα «Δ» επί του τεκμηρίου
  8. Ο ΜΚ3 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι είναι Δασικός Λειτουργός στον τομέα Γαιών και Χωρομετρίας και κατέθεσε στο Δικαστήριο την πρωτότυπη απαντητική επιστολή ημερομηνίας 17/01/2017 εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού αντίγραφο της οποίας είχε ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο και στην οποία γίνεται αναφορά ότι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού δεν έχει παραχωρήσει οποιαδήποτε άδεια για διαμονή στα υποστατικά εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας (Τεκμήριο 13). Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν έχει γνώση του περιεχομένου της επιστολής που κατέθεσε για να μπορεί να δώσει λεπτομέρειες και ότι απλώς διάβασε το περιεχόμενο της επιστολής την οποία απλώς παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι είναι Διοικητική Λειτουργός Α΄ στο Υπουργείο Παιδείας Αθλητισμού και Νεολαίας και αναγνώρισε ότι συνέταξε την επιστολή ημερομηνίας 17/01/2017 (Τεκμήριο 12 και 13). Εξήγησε κατά τη μαρτυρία της ότι το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής αποτελεί προϊόν προφορικών οδηγιών που έλαβε από την προϊστάμενή της κα Τασούλα Χατζηπροδρόμου χωρίς η ίδια να είχε προβεί σε οποιανδήποτε έρευνα σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι η υπόθεση αυτή δεν ήταν μέσα στα καθήκοντά της, οι οδηγίες που της είχαν δοθεί ήταν προφορικές από την προϊσταμένη της και ενδεχόμενες η προϊσταμένη της να είχε κάμει κάποια έρευνα πλην όμως η ίδια δεν είχε κάμει οποιαδήποτε έρευνα ούτε αν διαμένουν οι κατηγορούμενοι στο χώρο ούτε από ποτέ ούτε αν υπήρχε έγκριση όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Σε περαιτέρω ερωτήσεις για την επιστολή που επισυνάπτεται στην επιστολή που συνέταξε η ίδια ημερομηνίας 19/12/2007 ανέφερε ότι και σε αυτήν την περίπτωση δεν είχε καθόλου υπόψη της οτιδήποτε είχε γραφτεί σε αυτήν την επιστολή και ότι η ίδια απλώς εκτέλεσε οδηγίες επισυνάπτοντας την στην επιστολή της. Ο Κατηγορούμενος 1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Δ). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το 1995 ο πατέρας του Α.Τ. εργαζόταν στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου ως μάγειρας και μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1960 το Κολλέγιο μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η διεύθυνση του παραδόθηκε στους Έλληνες όπου λειτουργούσε πλέον ως Παιδαγωγική Ακαδημία. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 14 βεβαίωση από το Υπουργείο Παιδείας Και Πολιτισμού σε σχέση με την εργοδότηση του πατέρα του από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (Παιδαγωγική Ακαδημία) την περίοδο από 25/9/1955 μέχρι 25/10/
  9. Πρόσθεσε ότι περί το έτος 1960 ο τότε διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου κ. Φρίξος Βράχας μαζί με τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Κωνσταντίνο Σπυριδάκη παραχώρησαν τα υποστατικά στα οποία ζουν μέχρι και σήμερα στον πατέρα του Α.Τ. δίδοντας του την άδεια τους για να ζει σε αυτά τα υποστατικά με την οικογένειά του. Η διεύθυνσή τους πλέον ήταν η Παιδαγωγική Ακαδημία και κατέθεσε ως τεκμήριο 16 διάφορα επίσημα έγγραφα στα οποία καταγράφεται η ρηθείσα διεύθυνση. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 1 αυτή η άδεια και συγκατάθεση τους για διαμονή τους στο χώρο αυτό ουδέποτε ανακλήθηκε από οποιονδήποτε μέχρι σήμερα και η διαμονή τους στον χώρο αυτό ήταν πάντοτε και είναι νόμιμη μέχρι σήμερα Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι μετά την εγκατάστασή τους σε αυτά τα υποστατικά ο πατέρας του είχε αγοράσει λίγες κότες, κουνέλια γίδες και αγελάδες για να τους μεγαλώσει και λόγω αυτού είχε φτιάξει κάποια κλουβιά. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι οι ίδιοι έκτισαν οικοδομή και διάφορες μόνιμες και προσωρινές κατασκευές ήτοι κλουβιά, φούρνο, γκαράζ, οικία και περίφραξη. Σε ότι αφορά τα κλουβιά ανέφερε ότι αυτά δεν υπάρχουν σήμερα αφού τα είχε κατεδαφίσει ο πατέρας του και στον χώρο υπάρχουν μόνο ορισμένα άδεια κλουβιά για κότες και κουνέλια εξηγώντας ότι κανένας από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή τους προέτρεψε να κατεδαφίσουν τα συγκεκριμένα κλουβιά τα οποία δεν χρησιμοποιούν πλέον. Αναφερόμενος στο περιβόλι ανέφερε ότι αυτό είχε μέσα διάφορα εσπεριδοειδή δέντρα όπως λεμονιές, μανταρινιές, πορτοκαλιές αλλά και ελαιόδεντρα από τα οποία μερικά διατηρούνται μέχρι σήμερα και είχαν φυτευτεί από τον μακαρίτη πατέρα του. Σε ότι αφορά το πότισμα των δέντρων που βρίσκονται στο περιβόλι ανέφερε ότι αυτά ποτίζονται από το λεγόμενο «λαγούμι του Τ.» όπως κατά τη θέση, ονόμασε το τότε Δασονομείο τον χώρο από όπου ποτίζονταν τα δέντρα του περιβολιού. Εξήγησε ότι λόγω της μακρόχρονης διαμονής του πατέρα του στον χώρο αυτό έδωσαν στο λαγούμι το όνομα του και πως το Δασονομείο είχε αναλάβει και την περίφραξη του λαγουμιού για σκοπούς ασφαλείας. Ακολούθως, ανέφερε ότι μαζί με τους γονείς του και τα υπόλοιπα 7 αδέρφια του διέμεναν στον χώρο αυτό και στη συνέχεια τα αδέρφια του μεγαλώνοντας πήραν τον δρόμο τους και ο ίδιος αφού παντρεύτηκε με την κατηγορουμένη 2 απέκτησαν 2 παιδιά μεταξύ των οποίων και η κατηγορουμένη 3 μεγαλώνοντας την οικογένειά του στο υποστατικό για το οποίο κατηγορούνται. Ήταν η θέση του ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Δασών ουδέποτε τους ανακάλεσε την οποιαδήποτε άδεια να διαμένουν στον χώρο αυτό. Ήταν η περαιτέρω θέση του ότι ουδέποτε ανήγειραν γκαράζ και ότι αυτό ήταν χτισμένο από πριν και ήταν ιδιοκτησίας της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Σε σχέση με το υποστατικό όπου διέμενε η αποβιώσασα γυναίκα του αδελφού του, πρώην κατηγορούμενη 4 και τα δυο τους παιδιά μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος 5 ανέφερε ότι ούτε αυτό χτίστηκε από τον αδελφό του αλλά ήταν χτισμένο όπως και το δικό τους υποστατικό και το ανακαίνισε ο αδερφός του με γυψοσανίδες αφού πρώτα είχε πάρει άδεια από τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Πεύκιο Γεωργιάδη. Ήταν η θέση του ότι το Υπουργείο Παιδείας και κατ' επέκταση η Κυπριακή Δημοκρατία γνώριζε και γνωρίζει ότι διαμένουν στον χώρο αυτό εδώ και τόσα χρόνια με άδεια, συγκατάθεση και ανοχή των αρχών αυτών και αν επιθυμούσε ποτέ να ανακαλέσει αυτή την άδεια θα έπρεπε πρώτα να μεριμνήσει ή και να τους βοηθήσει ως πρόσφυγες που είναι να μεταστεγαστούν σε άλλο υποστατικό που θα τους παραχωρούσε η Κυπριακή Δημοκρατία. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό άδεια που δόθηκε ανέφερε ότι από ότι θυμάται ο ίδιος και από ότι του έλεγε και ο πατέρας του επρόκειτο για γραπτή άδεια και ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν έχει την κατ' ισχυρισμό γραπτή άδεια στην κατοχή του ανέφερε ότι έψαξε όταν πέθανε ο πατέρας του αλλά δεν την βρήκε. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του όταν του υποβλήθηκε ότι από 2007 τους είχε αποσταλεί επιστολή για να κατεδαφίσουν τα υποστατικά ανέφερε ότι θυμόταν μια επιστολή που είχε σταλεί στον πατέρα του και στην οποία αναφερόταν ότι είχε περιπέσει στην αντίληψή τους ότι είχαν αναγείρει παράνομη κατοικία και πως πήγε ο πατέρας του και τα κανόνισε διερωτώμενος γιατί δεν πήραν δικαστικά μέτρα εναντίον τους από το
  10. Στη συνέχεια ερωτηθείς κατά πόσο είχε φτιάξει ο ίδιος τα κλουβιά που παρέμειναν στον χώρο απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ζώα να μεγαλώσουν οι ίδιοι όπως για παράδειγμα κότες ή οτιδήποτε άλλο και πως ήταν του πατέρα του και έμειναν εκεί όταν πέθανε ενώ σε ότι αφορά τα κλουβιά που ήταν μέσα οι γίδες και οι αγελάδες τα κατεδάφισε ο πατέρας του αφού δεν υπήρχαν πλέον αυτά τα ζώα. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 12 και ειδικότερα η επιστολή που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 12 ημερομηνίας 19/12/2007 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 12 ανέφερε ότι είχε ξαναδεί αυτή την επιστολή και είναι αυτή που πήγε ο πατέρας του και τακτοποίησε το θέμα διερωτώμενος και πάλι για ποιο λόγο δεν έλαβαν δικαστικά μέτρα από το
  11. Στη συνέχεια ερωτηθείς σε σχέση με το κατά πόσο καλλιεργεί τα δέντρα που βρίσκονται στο περιβόλι απάντησε καταφατικά. Ο Κατηγορούμενος 5 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Ε΄). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο πατέρας του Α.Τ. μετά από συνάντηση που είχε με τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Πεύκιο Γεωργιάδη γύρω στο έτος 2005-2006 ο οποίος είχε πάει για επιθεώρηση της αποθήκης που είχαν τα βιβλία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Υπουργείου Παιδείας είπε στον πατέρα του καθώς και στον ίδιο ο οποίος ήταν παρών στη συζήτηση και επίβλεψη του υποστατικού για το οποίο κατηγορούνται ότι έχει την άδεια του να το επιδιορθώσει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είχαν προβεί σε κάποιες επιδιορθώσεις του υποστατικού στα παράθυρα και στην οροφή και σε καμία περίπτωση δεν ανήγειραν υποστατικά ή νέα υποστατικά στον χώρο και απλώς επιδιόρθωσαν την κατοικία που διέμεναν διότι λόγω του χρόνου που παρήλθε είχαν δημιουργηθεί κάποια προβλήματα τόσο στην οροφή όσο και στα παράθυρα. Πρόσθεσε ότι σε καμία περίπτωση δεν ανήγειραν οποιαδήποτε οικοδομή ή οποιαδήποτε προσωρινή κατασκευή ή κλουβιά ή φούρνο ή γκαράζ ή περίφραξη για τα οποία κατηγορούνται. Σε ότι αφορά το περιβόλι για το οποίο κατηγορούνται ανέφερε ότι υπήρχε από τον καιρό τον παππού του Α.Τ.. Σε ότι αφορά τα κλουβιά ανέφερε ότι τα έφτιαξε ο παππούς του Α.Τ. και ο ίδιος σε καμία περίπτωση φύτευσε ή καλλιέργησε καρποφόρα ή άλλα δέντρα στο χώρο στον οποίο διαμένουν. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι σε καμία απολύτως περίπτωση κατέχουν ή χρησιμοποιούν παράνομα γη και δασικά κτίρια που βρίσκονται εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Αντεξεταζόμενος σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με το υποστατικό που σημειώνεται με το γράμμα «Δ» επί του Τεκμηρίου 9 και ειδικότερα σε σχετική υποβολή ότι είχε ανεγερθεί από τον ίδιο και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι το κτίριο αυτό προϋπήρχε. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την καλλιέργεια του περιβολιού και ειδικότερα όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος ποτίζει και καλλιεργεί το περιβόλι απάντησε καταφατικά διερωτώμενος κατά πόσο θα έπρεπε να αφήσει το περιβόλι να ξεράνει. Όταν του υποβλήθηκε ότι διαμένει παράνομα στον χώρο ανέφερε ότι έχει 38 χρόνια που μένει εκεί και διερωτήθηκε γιατί δεν ήρθε κάποιο άτομο να του πει ότι δεν έχει άδεια και ότι πρέπει να φύγει ενώ σε ερώτηση κατά πόσο έχει άδεια ανέφερε ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του θείου και του παππού του έχουν άδεια. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[6] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[7] Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή. Εξήγησε με σαφήνεια όλα τα διαβήματα που έλαβαν χώρα σε σχέση με την κήρυξη του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας όσο και με την έκταση των 76.000 τετραγωνικών μέτρων που είχε αρχικά εξαιρεθεί και κηρύχθηκε μεταγενέστερα ως Κρατικό Δάσος. Με ειλικρίνεια ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση ως προς το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι ανήγειραν τα επίδικα υποστατικά και πως αυτό ήταν κάτι που απλώς του ανέφερε ο ΜΚ2 προσθέτοντας μάλιστα ότι γνώριζε ότι κάποια κτίρια είχαν χτιστεί από την Παιδαγωγική Ακαδημία πριν το
  12. Με ειλικρίνεια και ευθύτητα αναφέρθηκε επίσης και στο γεγονός ότι γνώριζε τη θέση και ισχυρισμούς των κατηγορουμένων ότι διέμεναν στα επίδικα υποστατικά κατόπιν γραπτής άδειας πλην όμως εξήγησε ότι όχι μόνο δεν προσκομίστηκε τέτοια άδεια όταν ζητήθηκε από την πλευρά των κατηγορουμένων αλλά και οι ίδιοι έψαξαν τόσο στο Υπουργείο Παιδείας όσο και στον Έπαρχο και δεν βρήκαν οποιαδήποτε άδεια. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και συνακόλουθα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
  13. Ο ΜΚ2 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με αμεσότητα, ευθύτητα, σαφήνεια και θετικότητα τις δικές του ενέργειες σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση εξηγώντας με τη δέουσα λεπτομέρεια το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 το οποίο αποτυπώνει τα επίδικα υποστατικά καθώς και τα πρόσωπα που κατέχουν έκαστο υποστατικό όπως αυτά αριθμήθηκαν από τον ίδιο επί του Τεκμηρίου
  14. Επεξήγησε επίσης με τη δέουσα λεπτομέρεια και σαφήνεια το περιεχόμενο του υπομνήματος στο ρηθέν Τεκμήριο το οποίο επίσης ετοιμάστηκε από τον ίδιο. Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι η ο ΜΚ2 ήταν αξιόπιστος, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε ότι αφορά το ζήτημα της ανέγερσης των επίδικων υποστατικών και άλλων κατασκευών από τους κατηγορούμενους όσο και το ζήτημα της καλλιέργειας του περιβολιού από τους κατηγορούμενους.[8] Κατέστη σαφές από τη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι παρά την αρχική γενική τοποθέτηση του στην κυρίως εξέταση του περί ανέγερσης των επίδικων υποστατικών και κατασκευών από τους κατηγορούμενους στην πραγματικότητα, και αυτό ήταν ενδεικτικό της ειλικρίνειας του μάρτυρα, αυτός δεν γνώριζε ούτε ποιος προέβη στην ανέγερση τους, ούτε πότε τα ανήγειρε. Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν επαναλάμβανε αυθόρμητα, με σταθερότητα και σαφήνεια ότι δεν γνώριζε ποιος και πότε έχτισε τις οικοδομές που κατέχονται από τους κατηγορούμενους, καθώς και τις λοιπές κατασκευές όπως για παράδειγμα το γκαράζ και την περίφραξη. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ξεκάθαρα δήλωσε σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε με αναφορά στα υποστατικά που σημειώνονται με το γράμμα Β και Γ επί του Τεκμηρίου 9, τα οποία κατέχονται από τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 ότι τα ρηθέντα υποστατικά δεν κτίστηκαν από τους κατηγορούμενους και σε άλλο σημείο με αναφορά στο υποστατικό που κατέχεται από τον Κατηγορούμενο 5 ότι και πάλι δεν γνωρίζει ούτε ποιος το έκτισε ούτε πότε κτίστηκε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι τα επίδικα υποστατικά όπως τα αποτύπωσε επί του Τεκμηρίου 9 κατέχονται από τους Κατηγορούμενους μη διστάζοντας να αναφέρει με ευθύτητα ότι δεν έχουν αποδείξεις ποιος τα έχτισε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, αυτό το μέρος της μαρτυρίας σε σχέση με το ζήτημα της ανέγερσης των επίδικων κατασκευών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη γενική αναφορά του στην κυρίως εξέταση του η οποία μάλιστα τέθηκε και σε διαζευκτική βάση, ήτοι ότι οι κατηγορούμενοι καλλιεργούν και/ή φυτεύουν καρποφόρα δέντρα εντός του κρατικού δάσους. Στην αντεξέταση του ευθαρσώς και ειλικρινώς δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ούτε ποιος φύτεψε τα δέντρα ούτε πότε έχουν φυτευτεί και ότι απλώς επειδή είναι περιφραγμένος ο χώρος και τον διαχειρίζονται οι χρήστες όπως ανέφερε (εννοώντας τους κατηγορούμενους) θεωρούν ότι φυτεύτηκαν από αυτούς. Στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση και τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ζήτημα αυτό δεν ήταν παρά μόνο εικασίες. Υπό αυτές τις περιστάσεις ούτε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τους ΜΚ3 και ΜΚ4 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν επίσης θετική. Ο ΜΚ3 ανέφερε ευθαρσώς ότι απλώς είχε στην κατοχή του την επιστολή Τεκμήριο 13 που κατέθεσε χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε επί του περιεχόμενου της. Η ΜΚ4 αναγνώρισε ότι ήταν αυτή που συνέταξε την επιστολή Τεκμήριο 13 πλην όμως ειλικρινώς και ευθαρσώς δήλωσε ότι ουσιαστικά απλά δακτυλογράφησε τη συγκεκριμένη επιστολή κατόπιν προφορικών οδηγιών της προϊσταμένης της την οποία και κατονόμασε. Ήταν σαφής και σταθερή στη θέση της ότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση των όσων καταγράφονται στη ρηθείσα επιστολή ούτε είχε προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα σε σχέση με τα όσα καταγράφονται στην επιστολή. Καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστους μάρτυρες η μαρτυρία των οποίων ήταν τυπική και δεν προσέφερε οτιδήποτε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Σε ότι αφορά την επιστολή Τεκμήριο 13[9] αν και προσήλθε στο Δικαστήριο το πρόσωπο που την συνέταξε, ήτοι η ΜΚ4 στην πραγματικότητα η ΜΚ4 ήταν απλώς το πρόσωπο που δακτυλογράφησε την επιστολή χωρίς να έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση του περιεχομένου της αφού το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής ήταν οι προφορικές αναφορές της προϊσταμένης της ΜΚ4 την οποία και κατονόμασε και η οποία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Το περιεχόμενο λοιπόν του Τεκμηρίου 13 συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[10] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[11] Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία του ανωτέρω αναφερόμενου προσώπου που φαίνεται ουσιαστικά να υπαγόρευσε στην ΜΚ4 το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσει τις αναφορές που γίνονται στο εν λόγω έγγραφο και να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα κατέγραψε παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες, αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συγκεκριμένων αναφορών, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές του στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του ρηθέντος προσώπου από το Δικαστήριο προκειμένου αυτός να αντεξεταστεί, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, που έχει παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που συνέταξε το εν λόγω έγγραφο. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση μου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω έγγραφο αφού υπό τις περιστάσεις που αυτό έχει παρουσιασθεί κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου
  15. O Κατηγορούμενος 1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Υπήρξε σαφής και σταθερός στη θέση του ότι δεν έχουν προβεί σε ανέγερση των υποστατικών και κατασκευών για τα οποία κατηγορούνται ότι ανήγειραν με το υπό κρίση κατηγορητήριο. Η αντεξέταση του ουσιαστικά περιορίστηκε στην ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό άδεια διαμονής του στα επίδικα υποστατικά καθώς επίσης και στην ανέγερση των κτιρίων, κλουβιών και καλλιέργεια των δέντρων που υπάρχουν στο περιβόλι που υπάρχει στον χώρο στον οποίο διαμένουν. Με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό δήλωσε ευθαρσώς ότι καλλιεργεί τα δέντρα που βρίσκονται στο περιβόλι αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε δεν θα μπορούσε να τα αφήσει να «πεθάνουν». Καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι η ο Κατηγορούμενος 1 ήταν αξιόπιστος, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε ότι αφορά το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό ύπαρξης άδειας διαμονής στα επίδικα υποστατικά.[12] Αρχικά ήταν η θέση του ότι ο τότε διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου κ. Φρίξος Βράχας μαζί με τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Κωνσταντίνο Σπυριδάκη παραχώρησαν τα υποστατικά στα οποία ζουν μέχρι και σήμερα στον πατέρα του Α.Τ. δίδοντας του την άδεια τους για να ζει σε αυτά τα υποστατικά με την οικογένειά του. Στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο μάλιστα για γραπτή άδεια την οποία υπέγραψε ο τότε διευθυντής. Πρόκειται για γενικόλογες και ασαφείς αναφορές οι οποίες παρέμειναν μετέωρες και δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Αφενός ο Κατηγορούμενος 1 δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο που να υποστηρίζει τη θέση του ισχυριζόμενος ότι έψαξε αλλά δεν το βρήκε. Αφετέρου, δεν εξηγήθηκε με τη δέουσα σαφήνεια, θετικότητα και πειστικότητα η αναφορά περί χορήγησης άδειας στον πατέρα του το 1960 από τα πρόσωπα που κατονόμασε ούτε οι περιστάσεις υπό τις οποίες κατ' ισχυρισμό δόθηκε, ούτε η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε γεγονός που δημιουργεί έντονες αμφιβολίες και ερωτηματικά στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1 με δεδομένο μάλιστα ότι ο ίδιος κατά το έτος 1960 που κατ' ισχυρισμό δόθηκε η άδεια στον πατέρα του ήταν μόλις 6 ετών. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι ενώ αναφερόταν σε κατ' ισχυρισμό άδεια που δόθηκε στο πρόσωπο του πατέρα του και όχι στον ίδιο προσωπικά στη συνέχεια έσπευσε να γενικεύσει την αναφορά σε λήψη άδειας ώστε να καλύπτει και το πρόσωπο του ίδιου και της οικογένειας του. Περαιτέρω, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του και όταν του έγινε αναφορά σε επιστολή του Υπουργείου Παιδείας προς τον πατέρα του στην οποία γινόταν αναφορά σε παράνομη ανέγερση κατοικίας και καλείτο ο πατέρας του να προβεί σε κατεδάφιση (που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13) ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε ότι γνώριζε για τη συγκεκριμένη επιστολή ισχυριζόμενος ότι πήγε ο πατέρας του και «τα κανόνισε» χωρίς να εξειδικεύσει με οποιοδήποτε τρόπο τη ρηθείσα αναφορά. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις και διαπιστώσεις, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 με εξαίρεση το μέρος στο οποίο έχω αναφερθεί πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος 5 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ίδιος παρέμεινε σταθερός και σαφής στις θέσεις του ότι δεν προέβη σε ανέγερση των υποστατικών και κατασκευών για τα οποία κατηγορείται. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης ο ίδιος παρέμεινε σαφής και σταθερός σε αυτήν του την τοποθέτηση. Ειλικρινής υπήρξε επίσης και σε σχέση με το ζήτημα της καλλιέργειας του περιβολιού που βρίσκεται στον χώρο δηλώνοντας ευθαρσώς σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ποτίζει και καλλιεργεί το περιβόλι λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν θα το αφήσει να ξεράνει. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Έχοντας κρίνει ότι η ο Κατηγορούμενος 5 ήταν αξιόπιστος, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν αποδέχομαι τα ακόλουθα σημεία της μαρτυρίας του:
(1)τη γενική του τοποθέτηση κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ίδιος δεν καλλιέργησε δέντρα στον χώρο που διαμένει αφού ο ίδιος ευθαρσώς και ειλικρινώς κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι ποτίζει και καλλιεργεί τα δέντρα,
(2)τη θέση του ότι είχαν άδεια από τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Πεύκιο Γεωργιάδη να προβούν σε κάποιες επιδιορθώσεις του υποστατικού στο οποίο διαμένει αφού πρόκειται για μία γενικόλογη και ασαφή αναφορά η οποία παρέμεινε μετέωρη και δεν έπεισε το Δικαστήριο. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο που να υποστηρίζει τη θέση του ούτε εξηγήθηκε με τη δέουσα σαφήνεια, θετικότητα και πειστικότητα η ρηθείσα αναφορά και ειδικότερα οι περιστάσεις υπό τις οποίες κατ' ισχυρισμό δόθηκε η ρηθείσα άδεια, ούτε η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε γεγονός που δημιουργεί έντονες αμφιβολίες και ερωτηματικά στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο Κατηγορούμενος 5 και
(3)τη γενική και αόριστη τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση του ότι είχαν άδεια να διαμένουν στα υποστατικά αφού η θέση του αυτή όπως ευθαρσώς δήλωσε, στηρίζεται απλώς στα λεγόμενα του θείου του και του παππού του χωρίς ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις και διαπιστώσεις, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 5 με εξαίρεση το μέρος στο οποίο έχω αναφερθεί πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[13] προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
  1. Με τη γνωστοποίηση ημερομηνίας 30/12/1940 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης το δάσος Ασύλου Λεπρών κηρύχθηκε ως Δευτερεύον Κρατικό Δάσος «Ασύλου Λεπρών» (Τεκμήριο 1).
  2. Με τη ψήφιση του περί Δασών Νόμου του 1967 το δάσος αυτό περιήλθε κάτω υπό τη διαχείριση του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων.
  3. Το Τμήμα Δασών με πρόταση του με αριθμό 1190/83 η οποία υιοθετήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφασή του με αριθμό 23.852 ημερομηνίας 17/11/1983 (Τεκμήριο 2) ακύρωσε την ανωτέρω αναφερόμενη γνωστοποίηση και κήρυξε με την Κ.Δ.Π. 319/83 μέρος του εν λόγω δάσους σε «Κύριο Κρατικό Δάσος» (Τεκμήριο 3) και μετέπειτα με την Κ.Δ.Π. 358/83 (Τεκμήριο 4) κήρυξε το «Κύριο Κρατικό Δάσος» που περιγράφεται στην Κ.Δ.Π. 319/83 σε «Εθνικό Δασικό Πάρκο».
  4. Με την ακύρωση της ανωτέρω αναφερόμενης γνωστοποίησης Τεκμήριο 1 μέρος του Δάσους Ασύλου Λεπρών έκτασης 76.000 m2 εξαιρέθηκε από την κήρυξη που έλαβε χώρα με τις Κ.Δ.Π. 319/83 και Κ.Δ.Π. 358/83 και η συγκεκριμένη εξαιρεθείσα περιοχή παρέμεινε κρατική γη αλλά χωρίς το καθεστώς του κρατικού δάσους, ενώ φυσιογνωμικά αποτελεί τμήμα του Εθνικού Δασικού Πάρκου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας.
  5. Το Υπουργικό Συμβούλιο με νέα απόφασή του με αριθμό 77.640 ημερομηνίας 30/9/2014 (Τεκμήριο 6) ενέκρινε την κήρυξη του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων σε Κρατικό Δάσος και την ένταξή του κάτω από ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Η ρηθείσα απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12/12/2014 (Τεκμήριο 7).
  6. Η κήρυξη του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων σε Κρατικό Δάσος και η ένταξή του κάτω από την ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας πραγματοποιήθηκε με την έκδοση της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης υπ' αριθμό 169/2016 ημερομηνίας 27/5/2016 (Τεκμήριο 8). Μέχρι το χρονικό αυτό σημείο η ρηθείσα έκταση ήταν κρατική γη χωρίς το καθεστώς του κρατικού δάσους.
  7. Εντός του εμβαδού των 76.000 τετραγωνικών μέτρων το οποίο κηρύχθηκε σε Κρατικό Δάσος με την Κ.Δ.Π. 169/2016 υπάρχουν υποστατικά τα οποία κατέχονται από τους Κατηγορούμενους χωρίς να έχουν λάβει οποιαδήποτε άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών.
  8. Ειδικότερα, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 προέβησαν στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 9 όπου αποτυπώθηκε ο χώρος με βάση τα σύνορα του Κρατικού Δάσους και καταγράφηκαν οι επεμβάσεις σε αυτό. Στα υποστατικά που σημειώνονται ως «Β» και «Γ» στο σχέδιο Τεκμήριο 9 διαμένουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 και στο υποστατικό που σημειώνεται με το γράμμα «Δ» στο Τεκμήριο 9 διαμένει ο Κατηγορούμενος
  9. Το υποστατικό «Ε» που σημειώνεται στο τεκμήριο 9 χρησιμοποιείται ως κλειστός χώρος στάθμευσης από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 και στο κέντρο των υποστατικών υπάρχει εσωτερική αυλή η οποία σημειώνεται με το γράμμα «Ζ» στο Τεκμήριο 9 και χρησιμοποιείται από όλους τους κατηγορούμενους.
  10. Πίσω από τα ανωτέρω αναφερόμενα υποστατικά, υπάρχει μικρό περιβόλι που σημειώνεται με το γράμμα «Η» στο τεκμήριο 9 και έχει μεταξύ άλλων εσπεριδοειδή, ελιές και συκιές και το οποίο καλλιεργείται από τους Κατηγορούμενους 1 και
  11. Το Τμήμα Δασών αποτάθηκε στο Υπουργείο Παιδείας για να διαπιστώσει κατά πόσο δόθηκε οποιαδήποτε άδεια στους κατηγορούμενους να διαμένουν στα ανωτέρω αναφερόμενα υποστατικά ως ήταν η θέση που είχαν προβάλει στους ΜΚ1 και ΜΚ2 οι κατηγορούμενοι, πλην όμως δεν εντοπίστηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άδειας. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[14] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[15] Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[16] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[17] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[18] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Σε ότι αφορά την αξιόποινη συμπεριφορά που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους με το υπό κρίση κατηγορητήριο σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Δασών Νόμου του 2012 (Ν. 25(I)/2012) (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Ειδικότερα, το άρθρο 22 του Νόμου με τίτλο «Εξουσία του Διευθυντή να εκδίδει άδειες που αφορούν τα κρατικά δάση» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «22.-
(1)Ο Διευθυντής δύναται να εκδίδει άδειες που αφορούν κρατικά δάση για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο απαιτείται άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.
(2)Κανένα δικαίωμα δεν ασκείται ή αποκτάται μέσα ή πάνω σε οποιοδήποτε κρατικό δάσος, εκτός των περιπτώσεων όπου έχει εκδοθεί άδεια από τον Διευθυντή δυνάμει του παρόντος άρθρου και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ο Διευθυντής κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.» Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Νόμου με τίτλο «Άλλα αδικήματα σε κρατικά δάση» διαλαμβάνει, στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «37. Οποιοδήποτε πρόσωπο, που δεν είναι εξουσιοδοτημένο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και που ενεργεί χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή και το οποίο σε κρατικό δάσος - (α) εκχερσώνει, σκάβει, καλλιεργεί, φυτεύει, σπέρνει, επιχωματώνει, ή ανασκάπτει γη ή εναποθέτει ή απορρίπτει οποιοδήποτε υλικό για οποιοδήποτε σκοπό∙ ή (β) ανεγείρει οποιαδήποτε οικοδομή, περίφραξη, στάνη, κλίβανο, πινακίδα, διαφήμιση ή αφίσα ή οποιαδήποτε άλλη μόνιμη ή προσωρινή κατασκευή∙ ή . (δ) κατέχει ή χρησιμοποιεί, για οποιοδήποτε σκοπό, γη ή δασικό κτίριο που βρίσκεται σε κρατικό δάσος∙ . είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο
(2)αυτές ποινές.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κωδικοποιείται στο εδάφιο (α) του άρθρου 37 του Νόμου είναι: (α) η εκχέρσωση, σκάψιμο, καλλιέργεια, φύτευση, σπορά, επιχωμάτωση ή σκάψιμο γης ή εναπόθεση ή απόρριψη οποιουδήποτε υλικού για οποιοδήποτε σκοπό (β) εντός κρατικού δάσους και (γ) χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή. Σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κωδικοποιείται στο εδάφιο (β) του άρθρου 37 του Νόμου αυτά είναι: (α) η ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής, περίφραξης, στάνης, κλίβανου, πινακίδας, διαφήμισης ή αφίσας ή οποιασδήποτε άλλη μόνιμης ή προσωρινής κατασκευής (β) εντός κρατικού δάσους και (γ) χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή. Τέλος, σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κωδικοποιείται στο εδάφιο (δ) του άρθρου 37 του Νόμου αυτά είναι: (α) η κατοχή ή χρήση για οποιοδήποτε σκοπό γης ή δασικού κτιρίου (β) εντός κρατικού δάσους και (γ) χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου «κρατικό δάσος» σημαίνει οποιοδήποτε δάσος ή δασώδη έκταση ή οποιαδήποτε άλλη γη που έχει κηρυχθεί ως κρατικό δάσος, δυνάμει του άρθρου 10[19] και «Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν. Έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή του αδικήματος της 2ης κατηγορίας που προσάπτεται στους κατηγορούμενους σε συνάρτηση με την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία και ευρήματα στη βάση αυτής κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την ενοχή των κατηγορουμένων στην 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι έχουν προβεί στην ανέγερση των κατασκευών για τις οποίες κατηγορούνται. Συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στη 2η κατηγορία. Σε ότι αφορά την 3η κατηγορία έχει καταδειχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 5 καλλιεργούν δέντρα εντός του ανωτέρου αναφερόμενου κρατικού δάσους χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτόν. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και 5 στην 3η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 5 κρίνονται ένοχοι στην 3η κατηγορία. Σε ότι αφορά τις Κατηγορούμενες 2 και 3 δεν παρουσιάστηκε αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενες 2 και 3 φυτεύουν ή καλλιεργούν τα δέντρα που βρίσκονται στο περιβόλι. Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την ενοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 στην 3η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορούμενες 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται στην 3η κατηγορία. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την 1η κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παράνομη κατοχή ή/και χρήση γης και κτιρίων εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατά παράβαση των άρθρων 10, 15, 22, 37 (δ) και 50 του Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας: «Οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2016 ή/και προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο προς την Κατηγορούσα Αρχή μέχρι και σήμερα παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν ή/και χρησιμοποιούν γη ή/και δασικά κτήρια που βρίσκονται εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, «Δάσος των Λεπρών» στη Λευκωσία, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ/55W2, Τεμάχιο 6152.» Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής έχει καταδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι κατέχουν γη ως αυτή αποτυπώνεται στο σχέδιο Τεκμήριο 9 με τα γράμματα Β, Γ, Δ, Ε, Ζ και Η εντός του κρατικού δάσους το οποίο κηρύχθηκε ως τέτοιο με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη υπ' αριθμό 169/2016 ημερομηνίας 27/5/2016 (Τεκμήριο 8) χωρίς εξουσιοδότηση δυνάμει των διατάξεων του Περί Δασών Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτόν. Περαιτέρω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής καθίσταται σαφές ότι οι Κατηγορούμενοι δεν κατέχουν γη εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου «Παιδαγωγική Ακαδημία» το οποίο κηρύχθηκε ως τέτοιο με την Κ.Δ.Π. 358/83 (Τεκμήριο 4) και το οποίο είχε προηγουμένως κηρυχθεί με την Κ.Δ.Π. 319/83 «Κύριο Κρατικό Δάσος» (Τεκμήριο 3) όπως τους αποδίδεται στην 1η κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι κατέχουν γη εντός της έκτασης των 76.000 τετραγωνικών μέτρων που είχε αρχικά εξαιρεθεί από την ανωτέρω αναφερόμενη κήρυξη και κηρύχθηκε μεταγενέστερα ως Κρατικό Δάσος με την Κ.Δ.Π. 169/2016 η οποία επίσης το ενέταξε κάτω από ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Απλώς, όπως εξήγησε ο ΜΚ1, το Κρατικό Δάσος που κηρύχθηκε μεταγενέστερα με την Κ.Δ.Π. 169/2016 και εντός του οποίου σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατέχεται γη από τους Κατηγορούμενους, φυσιογνωμικά, αποτελεί μέρος του Εθνικού Δασικού Πάρκου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και ιδιαίτερα βοηθητικό ως προς τούτο είναι το σχέδιο Παράρτημα ΙΙ που επισυνάπτεται στην Κ.Δ.Π. 169/2016 (Τεκμήριο 8) και στο οποίο αποτυπώνεται επακριβώς τόσο το Εθνικό Δασικό Πάρκο όσο και η κρατική γη έκτασης 76.000 τετραγωνικών μέτρων που κηρύχθηκε σε Κρατικό Δάσος και εντός της οποίας κατέχουν γη οι Κατηγορούμενοι. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να καταδικασθούν στην 1η κατηγορία που τους αποδίδεται εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτοί κατέχουν γη εντός του Εθνικού Δασικού Πάρκου «Παιδαγωγικής Ακαδημίας» και συνακόλουθα αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1η κατηγορία. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις και ευρήματα προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται όπως ασκηθεί εν προκειμένω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κατηγορητηρίου και προσθήκη κατηγορίας για το ποινικό αδίκημα που έχει καταδειχθεί σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, ήτοι της κατοχής γης εντός Κρατικού Δάσους χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι με τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία δεν μπορεί να καταδικασθεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, τότε μπορεί να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο κατηγορίας ή κατηγοριών για το ποινικό αυτό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα και να αποφασίσει πάνω σε αυτά ως εάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες να αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω Άρθρο και όπως διατυπώθηκε από τη νομολογία[20] για την εφαρμογή του Άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον Κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του Κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του έχει επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Δηλαδή η ποινή που προβλέπεται για την κατηγορία που προστίθεται δεν υπερβαίνει εκείνη που προβλέπεται για τα αδικήματα του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Η τροποποίηση κατηγορητηρίου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Βασικό κριτήριο στη μετατροπή ενός κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63, η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, συγκρινόμενη με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που προστίθεται από το Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 με τρόπο ώστε η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση περίπτωση να είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η πλευρά των Κατηγορουμένων δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση της αφού η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους τους ήταν ότι αυτοί διαμένουν στα επίδικα υποστατικά νόμιμα (ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτά βρίσκονται στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας ή στο Κρατικό Δάσος) κατόπιν άδειας που παραχωρήθηκε στον πατέρα του Κατηγορούμενου 1 από τα πρόσωπα που κατονόμασε κατά τη μαρτυρία του. Καταληκτικά, διατάσσεσαι η τροποποίηση του Κατηγορητηρίου με την προσθήκη της ακόλουθης νέας κατηγορίας: «Έκθεση Αδικήματος Παράνομη κατοχή ή/και χρήση γης εντός Κρατικού Δάσους χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Δασών, κατά παράβαση των άρθρων 10, 22 και 37 (δ) του Περί Δασών Νόμου του 2012 (Ν. 25(I)/2012). Λεπτομέρειες Αδικήματος «Οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Μάιο του 2016 ή/και προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο προς την Κατηγορούσα Αρχή μέχρι και σήμερα παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών κατέχουν ή/και χρησιμοποιούν γη που βρίσκεται εντός του Κρατικού Δάσους στη Λευκωσία, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ/55W2, Τεμάχιο 6152 και το οποίο εντάχθηκε κάτω από ενιαία διαχείριση με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας.» Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και επισημάνσεων και με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων στην κατηγορία που έχει προστεθεί από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στη ρηθείσα κατηγορία. Στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του ο συνήγορος των Κατηγορουμένων εγείρει επίσης ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας καθώς και καθυστέρησης. Σύμφωνα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Κατηγορουμένων απώτερος σκοπός της παρούσας υπόθεσης είναι η έξωση και/ή εκδίωξη όλων των κατηγορουμένων από τον χώρο που διαμένουν και όχι η τιμωρία τους. Ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία[21], η κατάχρηση είναι ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων, ως αυτά έχουν συμφωνηθεί ή γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο[22] και ο διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας[23] αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς συνεπεία αυτής. Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[24] Εν προκειμένω, η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αφού τίποτα δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου από άποψη γεγονότων που να συνηγορεί στο ότι η δίωξη στην παρούσα υπόθεση προωθείται για αλλότριους σκοπούς. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, η ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων, ως ανωτέρω, πρόδηλα προκύπτει από τις πρόνοιες του Νόμου και, συναφώς, η άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καταχρηστικά. Η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος από το Δικαστήριο για κατεδάφιση οποιουδήποτε κατασκευάσματος που σχετίζεται με το αδίκημα στο οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι το οποίο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42
(2)(α) και (β) του Νόμου δύναται να εκδοθεί από το Δικαστήριο επιπρόσθετα οποιασδήποτε ποινής ήθελε επιβληθεί για τα αδικήματα που καθορίζονται στο άρθρο 42
(1)του Νόμου είναι ζήτημα που άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και θα αποφασισθεί στο κατάλληλο στάδιο. Αξιοσημείωτες ήταν άλλωστε και οι τοποθετήσεις των μαρτύρων κατηγορίας σε σχετικές ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ότι αυτό το ζήτημα θα το αποφασίσει το Δικαστήριο και πως σκοπός του Τμήματος Δασών είναι η εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας και η ενιαία διαχείριση του Κρατικού Δάσους με το παρακείμενο Εθνικό Δασικό Πάρκο Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την έτερη εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Κατηγορουμένων για καθυστέρηση. Σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση υπήρξε καθυστέρηση στη δίωξη των κατηγορουμένων τη στιγμή που, όπως τίθεται στην εισήγηση, η Κατηγορούσα Αρχή και εν γένει η Πολιτεία γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι διαμένουν στον χώρο αυτό από αμνημονεύτων χρόνων και καμία αρχή, συνεχίζει η εισήγηση, δεν επιχείρησε την οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον των Κατηγορουμένων. Περιέχεται επίσης στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Κατηγορουμένων και μία γενική αναφορά σε καθυστέρηση της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση. Φαίνεται ότι το παράπονο εστιάζεται στον χρόνο της δίωξης των Κατηγορουμένων από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας.[25] Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Όπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν.[26] Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος[27] όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορούμενου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης.[28] Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Εν προκειμένω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων θέτει ως βάση της εισήγησης το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι διέμεναν νόμιμα στα επίδικα υποστατικά πολύ πριν αντιμετωπίσουν την υπό κρίση υπόθεση. Παραγνωρίζει όμως ο συνήγορος των Κατηγορουμένων ότι αφενός, οι θέσεις περί νόμιμης κατοχής των επίδικων υποστατικών εκ μέρους των κατηγορουμένων δεν έγιναν αποδεκτές και αφετέρου, το γεγονός ότι είναι με την έκδοση της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης υπ' αριθμό 169/2016 ημερομηνίας 27/5/2016 (Τεκμήριο 8) που έλαβε ο χώρος στον οποίο βρίσκονται τα επίδικα υποστατικά το καθεστώς του Κρατικού Δάσους και ήταν από αυτό το σημείο που πλέον το Τμήμα Δασών είχε εξουσία σε σχέση με τον χώρο αυτό. Όπως επίσης προέκυψε από τη μαρτυρία, ακολούθως λήφθηκαν διάφορα μέτρα από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 προκειμένου να χαρτογραφηθούν οι επίδικες επεμβάσεις στο πλαίσιο των οποίων έλαβε χώρα η σύνταξη σχετικών σχεδίων (Τεκμήριο 9), η επί τόπου επίσκεψη στον χώρο, η λήψη φωτογραφιών, η επικοινωνία με τους κατηγορούμενους στο πλαίσιο της οποίας προβλήθηκαν διάφοροι ισχυρισμοί τους οποίους το Τμήμα Δασών έσπευσε να διερευνήσει. Το υπό κρίση κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 27/8/2018. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις αφενός, δεν έχει καταδειχθεί ότι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου δεν ήταν εύλογος και αφετέρου, δεν επιμαρτυρείται από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία ζήτημα αδράνειας ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης και ούτε παρουσιάστηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου σε επίπεδο μαρτυρίας που να καταδεικνύει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων ως εκ της προβαλλόμενης καθυστέρησης, συνεπεία της οποίας να δικαιολογείται η διακοπή της παρούσας διαδικασίας. Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία να προκύπτει πως πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να μπορούσε να οδηγήσει στην απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Περαιτέρω, παρόλο που η πλευρά της Υπεράσπισης έθεσε ακροθιγώς ζήτημα σε σχέση με τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, θεωρώ ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης δεν είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεσολάβησαν αρκετές αναβολές της ακρόασης λόγω των έκτακτων μέτρων που λαμβάνονταν στη Δημοκρατία ενόψει της πανδημίας του Κορωνοϊού, Covid - 19 οι οποίες, εκ των πραγμάτων, παρέτειναν τον χρόνο έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν θεωρώ όμως ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την δίωξη στην παρούσα υπόθεση μέχρι την ολοκληρωτική εκδίκαση της είναι τέτοιο που υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι δεν τεκμηριώθηκε από τους κατηγορούμενους ότι η θέση τους πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης θέτει ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη με αναφορά στο χρόνο που παρήλθε μέχρι την δίωξη και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499. [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [6] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη
(2016)1 ΑΑΔ 378 [7] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [8] FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 499 [9] Το Τεκμήριο 12 είναι η ίδια επιστολή σε αντίγραφο. [10] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.
  1. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [11] Άρθρο 27, Κεφ.
  2. [12] Βλ. FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ (ανωτέρω) και Κυριάκου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) - υποσημείωση (footnote) υπ' αριθμό
  3. [13] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [14] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [15] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
  2. [16] Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. [17] Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). [18] Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [19] 10.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να κηρύξει ως κρατικό δάσος, οποιοδήποτε δάσος ή δασώδη έκταση ή οποιαδήποτε άλλη γη στη Δημοκρατία: Νοείται ότι, για να κηρυχθεί οποιαδήποτε ιδιωτική περιουσία ως κρατικό δάσος, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13.
(2)Οποιαδήποτε κήρυξη δυνάμει του εδαφίου
(1)- (α) αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στις συνθήκες διαβίωσης των επηρεαζόμενων προσώπων, ή (β) επηρεάζει σημαντικά τη βιοποικιλότητα και/ή το φυσικό περιβάλλον γενικά, ή (γ) καλύπτει περιοχές μεγαλύτερες από εκατόν
(100)εκτάρια, πραγματοποιείται ή αναθεωρείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21. [20] Panayides and others v. The Police
(1985)2 C.L.R. 147, 162-163, Leonidou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, 103, Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 467 και Issa and Another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39, 46-47, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α. v. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 19/2020, 34/2020, 37/2020, 39/2020, 41/2020 και 44/2020, 20/7/
  1. [21] Βλ. Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφεση 348/2018 ημ. 31/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B
  2. [22] Evand Promotions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση του ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.» [23] Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116 [24] Sidorov v. Khovrin κ.α., Ποιν. Έφεση 26/2019 ημ. 09/03/2020). [25] Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1. [26] Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, ECLI:CY:AD:2020:B102 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020), [27] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) [28]Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, ECLI:CY:AD:2016:B267, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.