Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Petko Georgiev, Αρ. Υπόθεσης:785/21, 9/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:785/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Petko Georgiev Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Ο ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει μια, εναπομείνασα κατηγορία, αφού την δεύτερη στη σειρά κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι αυτή της κοινής επίθεσης, παραδέχθηκε. Η πρώτη κατηγορία αφορά σε απειλή που εκστόμισε ο κατηγορούμενος προκαλώντας τρόμο στην πρώην σύντροφο του, Milena Mileva δηλαδή, απειλώντας την με τη φράση «θα σου σπάσω το λαιμό», πράξη η οποία ποινικοποιείται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ο Αστυφύλακας 3903 και δεύτερη, η παραπονούμενη. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Η προφορική μαρτυρία βρίσκεται δεόντως καταγεγραμμένη στα πρακτικά, με το Δικαστήριο να προχωρεί στην παράθεση μιας σύνοψης της. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Ο Αστ. 3903, ΜΚ1, υπηρετεί στο Τ.Α.Ε, και συγκεκριμένα στο κλιμάκιο βίας στην οικογένεια. Ο ίδιος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Η κατάθεση του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εκεί καταγράφει ότι, την 26.8.20 με τη βοήθεια διερμηνέα στη Βουλγαρική γλώσσα έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη η οποία του κατήγγειλε ότι την 20.8.20 και ώρα 18:30, στο πάρκο Ακαδημίας στην Αγλαντζιά, δέχθηκε απειλή από τον κατηγορούμενο, πρώην συμβίο της. Την 2.12.20, επίσης με τη βοήθεια διερμηνέα στη Βουλγαρική γλώσσα, έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα (περιλαμβανομένης και της δεύτερης κατηγορίας). Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 16:25-16:40 προχώρησε και κατηγόρησε αυτόν, γραπτώς. Η κατάθεση του κατηγορούμενου στην μητρική του γλώσσα με επισυναπτόμενη σε αυτήν της μετάφρασης της στην Ελληνική, κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο
- Τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, ως αυτά υπέγραψε, κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Τεκμήριο
- Η γραπτή κατηγορία που του αποδόθηκε κατατέθηκε αντίστοιχα, ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας, η παραπονούμενη (ΜΚ2). Η παραπονούμενη, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ως αυτήν έδωσε στην Αστυνομία την 26.8.20, Τεκμήριο
- Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στην κατάθεσή της αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα. Κατάγεται από τη Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο το 2007 για να εξεύρει εργασία. Με τον κατηγορούμενο υπήρξαν σύντροφοι, αποκτώντας ένα παιδί την 20.4.
- Σταμάτησαν δε να είναι ζευγάρι τον Οκτώβριο του
- Την 20.8.20 και ώρα 18:30, η ίδια βρισκόταν με τον δίχρονο υιό της και τον πατέρα της στο πάρκο Ακαδημίας. Το παιδί εκείνη τη στιγμή έπαιζε στη παιδική χαρά του πάρκου με τον πατέρα της. Ο κατηγορούμενος βλέποντας αυτό το θέαμα θύμωσε, την πλησίασε και την ρωτούσε διάφορες ερωτήσεις στις οποίες η ίδια δεν αποκρίθηκε. Η ίδια σηκώστηκε και προχώρησε προς το παιδί, ενώ ο πατέρας της πήγε σε ένα παγκάκι πιο κάτω. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε στα Βουλγάρικα «θα σου σπάσω το λαιμό, εάν το Δικαστήριο δεν μου δώσει τα ίδια δικαιώματα για την φροντίδα του παιδιού». Μετά, ακολούθησε λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ κατηγορούμενου και πατέρα της παραπονούμενης, με τον κατηγορούμενο να κρατά αυτόν από το χέρι και να τον κλωτσά στα πόδια του. Η παραπονούμενη είπε στον κατηγορούμενο όπως, «προσπαθήσει να ασχοληθεί με το παιδί τους και όχι με τον πατέρα της», πράγμα το οποίο και έγινε αφού, ακόμη και μετά τον διαπληκτισμό - ως δήλωσε η παραπονούμενη- ο κατηγορούμενος συνέχισε να ψυχαγωγεί το παιδί στην παιδική χαρά και να παίζουν μαζί. Ακολούθως, και αφού ολοκλήρωσαν το παιχνίδι με το παιδί, ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το πάρκο. Στην κατάθεση της η παραπονούμενη δήλωσε ότι τα πιο πάνω έλαβαν χώρα παρουσία του παιδιού μεν, δεν επιθυμεί δε, όπως ληφθεί από αυτό οποιαδήποτε κατάθεση αφού όχι μόνο είναι σε νεαρή ηλικία αλλά δεν μπορεί ακόμη να μιλήσει. Κατά την κυρίως εξέταση της, και ερωτηθείσα ως προς το ποιο ήταν το πρώτο πρόσωπο που προσέγγισε ο κατηγορούμενος κατά την είσοδο του στο πάρκο, η παραπονούμενη αποκρίθηκε ότι αυτό, ήταν η ίδια. Αυτή καθόταν στο παγκάκι και ο κατηγορούμενος «ήρθε από πίσω της», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ξεκίνησε να την ρωτά διάφορες ερωτήσεις όμως, επειδή ήταν αγενής, αυτή σηκώθηκε και προχώρησε προς το παιδί και τον πατέρα της, οι οποίοι απασχολούνταν στην παιδική χαρά. Όταν της εκστόμισε την απειλή, η ίδια φοβήθηκε. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε με τον κ. Βραχίμη ότι, μεταξύ των ετών 2013-2018 υπήρξαν ζευγάρι με τον κατηγορούμενο και ότι τα τελευταία δύο χρόνια της σχέσης τους έκαναν προσπάθειες για την απόκτηση ενός παιδιού. Έξι μήνες μετά τη γέννηση του, χώρισαν. Ο χωρισμός επήλθε όταν η ίδια πήρε το παιδί και έφυγε από το σπίτι, αφού προηγουμένως είχε μεταβεί στην αστυνομία για κατάθεση παραπόνου εναντίον του κατηγορούμενου. Σε τι αφορούσε αυτό το παράπονο, δεν έκανε καμία αναφορά παρά το γεγονός ότι της δόθηκε η ευκαιρία από την υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι, ως της είχε αναφέρει η Αστυνομία, δεν υπήρχε τρόπος εξαναγκασμού του κατηγορούμενου για να αποχωρήσει από την κοινή τους στέγη, γεγονός που ώθησε την ίδια όπως πάρει το παιδί και φύγει. Κατά την ίδια, στον κατηγορούμενο «αρέσει πολύ ο έλεγχος κα θέλει όλα να γίνονται με τον δικό του τρόπο. Συνεχώς της έδιδε οδηγίες πώς να φροντίσει το παιδί, το οποίο δημιουργούσε μεγάλο άγχος μέσα στο σπίτι». Συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της στα ακόλουθα σημεία. Ακολούθως της εξόδου της από την κοινή τους οικία, ο κατηγορούμενος μη αποδεχόμενος όπως ακολουθήσει τις οδηγίες της εργοδότριας εταιρείας του και αποσπαστεί στα γραφεία της στο εξωτερικό, αναγκάστηκε να δώσει παραίτηση, αφού επιθυμία του, ήταν να παραμείνει κοντά στο παιδί του. Συμφώνησε περαιτέρω ότι, παρά τις προσπάθειες του, ο κατηγορούμενος αδυνατούσε όπως εξεύρει εργασία, γεγονός που τον ανάγκασε όπως επιστρέψει στη Βουλγαρία για εξεύρεση τέτοιας για ένα χρόνο. Ο χρόνος απουσίας του, συμφώνησε, ήταν μεταξύ του έτους 2019-Φεβρουάριο του 2020, όταν και επέστρεψε στην Κύπρο. Η ίδια είχε, στο μεσοδιάστημα αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού, και προς διασφάλιση τούτου αποτάθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αποτέλεσε θέση της κατά την αντεξέταση ότι, η ίδια ποτέ δεν αποτέλεσε πρόσκομμα στη μεταξύ κατηγορούμενου και ανήλικου σχέση, όμως επουδενί δεν άφηνε το παιδί όπως διανυκτερεύσει με τον πρώτο. Παρά την αρχική της άρνηση στη θέση του κ. Βραχίμη ότι η ίδια δεν επέτρεπε στον κατηγορούμενο να δει το παιδί, αυτή την τοποθέτηση της σύντομα αναίρεσε, παραδεχόμενη ότι ο κατηγορούμενος όντως είχε πολύ καιρό να δει το παιδί του, το οποίο όντως συνάντησε τυχαία στο πάρκο την 20.8.
- Η ίδια πήγαινε κάθε μέρα με το παιδί στο πάρκο, αφού ήταν δίπλα από το σπίτι τους, ενώ το σπίτι του κατηγορούμενου ήταν επίσης πολύ κοντά στο δικό της, και δη, στην ίδια γειτονιά. Διαφώνησε ότι, όταν το παιδί είδε τον κατηγορούμενο, ο πατέρας της τράβηξε το παιδί κατά τρόπο που να αποτρέψει αυτό από το να πλησιάσει τον πατέρα του, όπως επίσης αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο πατέρας της ξεκίνησε να προκαλεί και να δηλώνει στον κατηγορούμενο ότι «αυτός δεν έχει δικαιώματα επί του παιδιού» ή ότι «αυτός δεν είναι τίποτα στο παιδί», με το μόνο «που οφείλει είναι, να δίνει χρήματα για την κάλυψη των αναγκών του». Η θέση της ήταν ότι αυτή η συζήτηση δεν έλαβε ποτέ χώρα, και ότι ο πατέρας της απλά άφησε το παιδί στον κατηγορούμενο και πήγε στο παγκάκι να καθίσει. Ποτέ κατά την θέση της δεν έβρισε ο πατέρας της τον κατηγορούμενο. Συμφώνησε ότι πλέον, έχει εκδοθεί τελικό Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου οι δύο γονείς έχουν εξ' ημισείας την επιμέλεια και κηδεμονία του ανήλικου. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το Τεκμήριο 2, όπου δίδονται οι ακόλουθες θέσεις και ισχυρισμοί. Εκείνη την ημέρα είχε τελειώσει την εργασία του γύρω στις 17:00- 18:00 το απόγευμα. Εργαζόταν από το σπίτι γιατί ακόμη ίσχυαν τα Διατάγματα του Υπουργού Υγείας περί τηλεργασίας, λόγω της πανδημίας. Όταν τελείωσε αποφάσισε να πάει βόλτα προς το πάρκο και να δει το παιδί του, το οποίο δεν είδε από τον Μάρτη του 2020, όταν είχε τεθεί σε ισχύ το Διάταγμα του Υπουργού για κατ'οίκον περιορισμό λόγω της πανδημίας του Κορονοϊού. Στον παιδότοπο υπήρχε χαμηλός ξύλινος φράκτης για να μη βγαίνουν έξω τα παιδιά. Μόλις τον είδε ο γιος του πήγε προς το μέρος του και ήταν πολύ χαρούμενος. Τότε ο πατέρας της παραπονούμενης ο οποίος έπαιζε με το παιδί, ξεκίνησε να τραβάει αυτό προς την μέση του παιδότοπου, με τον κατηγορούμενο να του λέει όπως «μη τράβα το μωρό επειδή έτσι του δίνει την εντύπωση ότι κάνει λάθος που αναζητά τον πατέρα του». Ο πατέρας της παραπονούμενης πήρε το παιδί αγκαλιά λέγοντας του ότι ο ίδιος «είναι ο κανένας» για το παιδί, και αν ήθελε να το δει «όφειλε να λάβει άδεια από τη μητέρα του παιδιού». Η παραπονούμενη δεν ήταν κοντά όταν λέχθηκαν τα πιο πάνω, με τον παραπονούμενο να μην την πλησιάζει ποτέ. Ο πατέρας της παραπονούμενης συνέχισε, δηλώνοντας ότι, «το παιδί δεν τον έχει ανάγκη και ότι ο ίδιος το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να καλύπτει τα έξοδα του παιδιού αφού σύντομα θα ξεκινήσει το σχολείο». Ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι παραλογίζεται και ότι το ανήλικο έχει και πατέρα και μητέρα. Σε εκείνο το στάδιο ο πατέρας της παραπονούμενης του είπε «να πάει να γαμηθεί». Η παραπονούμενη στο μεταξύ, είχε προσεγγίσει τους δύο άνδρες, υποστηρίζοντας τα λεγόμενα του πατέρα της. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι ο λόγος που πήγε στο πάρκο ήταν για να δει το παιδί και να παίξει μαζί του, και όχι για να τσακωθεί είτε με την ίδια, είτε με τον πατέρα της. Όταν τελείωσε το παιχνίδι με το ανήλικο έφυγε από το πάρκο και πήγε στην Αστυνομία όπου ανέφερε στον Αστυνομικό τα όσα έγιναν με τον πατέρα της παραπονούμενης, ζητώντας από τον πρώτο όπως τηλεφωνήσει σε αυτόν και προβεί σε σχετική σύσταση, για εκτόνωση της κατάστασης. Επειδή δεν γνώριζε το τηλέφωνο του πατέρα της πρώην συντρόφου του, έδωσε τα στοιχεία επικοινωνίας της παραπονούμενης. Ερωτηθείς από την Αστυνομία απάντησε ότι με την παραπονούμενη υπήρξαν ζευγάρι από το 2012 μέχρι και το 2018, ενώ χώρισαν 7 μήνες μετά τη γέννηση του υιού τους. Η μεταξύ τους κατάσταση χειροτέρεψε όταν ήρθε η μητέρα της παραπονούμενης για να τους βοηθήσει με το παιδί. Η ίδια ήταν παρεμβατική, ενώ συνέχεια έλεγε στην παραπονούμενη ότι «δεν τον χρειάζονταν». Ανακρινόμενος, αρνήθηκε ότι απείλησε την παραπονούμενη ενώ στην ερώτηση κατά πόσον επιτέθηκε στον πατέρα της, κλωτσώντας τον στα πόδια, ο ίδιος δεν διαφώνησε ότι τον κλώτσησε, εξηγώντας ότι, τα γεγονότα που τον οδήγησαν σε τέλεση της εν λόγω πράξης ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά που του παρουσίαζε η Αστυνομία. Τέλος, ανέφερε ανακρινόμενος ότι, μετά το συμβάν αντιλήφθηκε ότι, ο λόγος που τον προκαλούσε ο πατέρας της παραπονούμενης ήταν για μπορεί η πλευρά της παραπονούμενης όπως χρησιμοποιήσει οτιδήποτε μεμπτό από μέρους του, εναντίον του, στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, αναπτύσσοντας ιδιαιτέρως τα μεταξύ του ζευγαριού προβλήματα, και πώς η σχέση τους οδηγήθηκε σε τέλμα. Εξήγησε εκτενώς, με παραπομπή σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους στις προσπάθειες που έκανε για να δει και να περάσει χρόνο με το παιδί του, και πως αυτές οι προσπάθειες έπεφταν συνεχώς, λόγω της άρνησης της παραπονούμενης, στο κενό. Μη αρνούμενος την επίθεση στον πατέρα της παραπονούμενης, μετέβηκε στην αστυνομία ζητώντας όπως παρέμβουν με σκοπό την αποκλιμάκωση της κατάστασης. Όταν μετέβηκε στο εξωτερικό για εξεύρεση εργασίας, τηλεφωνούσε καθημερινά στην παραπονούμενη, παρακαλώντας την όπως του αναφέρει νέα του παιδιού ή όπως συνδεθούν μέσω βιντεοκλήσης για να μπορέσει να το δει. Αποτέλεσμα των συνεχών προσπαθειών του δήλωσε, ήταν όπως η παραπονούμενη θέσει φραγή στον αριθμό του. Οι προσπάθειες του να δει το παιδί μέσω του αδελφού του, ο οποίος επίσης επικοινωνούσε με την παραπονούμενη, απέβησαν επίσης, άκαρπες. Πάμπολλες φορές δήλωσε, ανέφερε στην παραπονούμενη ότι μόλις εξεύρει εργασία θα επιστρέψει στην Κύπρο, γεγονός το οποίο η ίδια όχι μόνο δεν εκτίμησε, αλλά χρησιμοποίησε εναντίον του, δηλώνοντας ψευδώς στο Οικογενειακό Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος καμία πρόθεση δεν είχε όπως επιστρέψει. Αφού επέστρεψε Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2020, έχοντας πλέον εξεύρει εργασία, μετέβαινε καθημερινά, μέχρι και τον Μάρτιο του 2020, όταν τέθηκαν πλέον σε ισχύ τα περιοριστικά μέτρα/ Διατάγματα του Υπουργού Υγείας, έξω από την οικία της παραπονούμενης, «ικετεύοντας την» όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, για να δει, έστω και λίγο, το παιδί. Όταν τον Αύγουστο του 2020 είχαν αρθεί τα αυστηρά μέτρα περί κατ΄οίκον περιορισμό, αποφάσισε μετά που σχόλασε, όπως περπατήσει μέχρι το πάρκο. Κατά μήκος της παιδικής χαράς υπάρχει ένας χαμηλός φράκτης. Όταν τον είδε το παιδί του, από κάποια απόσταση, ξεκίνησε να πηγαίνει προς το μέρος του, μέχρι που το σταμάτησε ο πατέρας της παραπονούμενης. Η είσοδος του πάρκου είναι κάπως πιο μακριά, ενώ τα παγκάκια είναι στην αρχή της παιδικής χαράς. Ο ίδιος δεν είδε την παραπονούμενη όταν περπατούσε κατά μήκος του φράκτη. Εν πάση όμως περιπτώσει δήλωσε, καμία επαφή δεν ήθελε μαζί της, παρά μόνο με το παιδί. Επανέλαβε τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του ιδίου και του πατέρα της παραπονούμενης, παρακαλώντας τον τελευταία όπως μην επαναλαμβάνει τις συμπεριφορές της κόρης του. Η λογομαχία συνεχιζόταν και διακόπτετο εκ νέου, με τον κατηγορούμενο να ζητά όπως το παιδί διανυκτερεύσει κοντά του. Επειδή το παιδί ήθελε νερό, πήγαν κοντά στο παγκάκι. Ο πατέρας της παραπονούμενης στάθηκε κοντά του και του είπε «να πάει να γαμηθεί». Σε εκείνο το στάδιο ήταν που ο ίδιος έχασε την ψυχραιμία του, κλωτσώντας τον στα πόδια. Σε ερώτηση κατά πόσον απείλησε την κατηγορούμενη, δήλωσε εμφαντικά όχι. Η παραπονουμενη δήλωσε, καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου υπερασπιζόταν τον πατέρα της, δηλώνοντας και η ίδια ότι ο κατηγορούμενος κανένα δικαίωμα δεν είχε επί του παιδιού. Θέση της κατηγορούσας αρχής κατά την αντεξέταση ήταν ότι, ο ίδιος ήταν τόσο θυμωμένος που η παραπονούμενη ενδεχομένως να του αποστερούσε όπως δει το παιδί του, που οδηγήθηκε στην εκστόμιση της υπό του κατηγορητηρίου απειλής, με τον κατηγορούμενο να αποκρίνεται ότι δεν ήταν θυμωμένος, αλλά πραγματικά λυπημένος. Εξήγησε ότι, για να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει την παραπονούμενη συμβουλεύτηκε ψυχολόγο, ότι παρακαλούσε αυτήν να πάνε μαζί σε παιδοψυχολόγο για να μπορέσουν να βοηθήσουν το παιδί τους, ενώ παράλληλα, καταχώρησε, αμέσως μόλις επέστρεψε στη Κύπρο αίτηση, για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος για να μπορεί να έχει δια Διατάγματος Δικαστηρίου πλέον, επικοινωνία με το παιδί. Στη θέση της κας. Χαραλάμπους ότι ο ίδιος μετέβηκε στο πάρκο επί σκοπώ, και όχι τυχαία, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι, από τον Μάρτιο του 2020 ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε εκεί, αφού προηγουμένως ήταν σε ισχύ τα δυνάμει του Διατάγματος του Υπουργού Υγείας μέτρα, για αντιμετώπιση της πανδημίας. Σημειώνεται εδώ ότι η θέση του ότι τυχαία ήταν που μετέβηκε στο πάρκο, επιβεβαιώνεται μέσω της μαρτυρίας της παραπονούμενης η οποία ως ανέφερε, δεν είχε προηγουμένως είτε μιλήσει ή επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, και/ή εν πάση περιπτώσει δεν είχε κοινοποιήσει ποτέ σε αυτόν την πρόθεση της όπως πάρει το ανήλικο στο πάρκο. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο επανειλημμένως όπως περιγράψει την εξέλιξη του περιστατικού, με τις απαντήσεις του να παραμένουν σταθερές και αναλλοίωτες παρά τη σθεναρή αντεξέταση του επί τούτου. Οι θέσεις που προώθησε ουδόλως μεταβλήθηκαν. Αντίθετα, αυτές αντανακλώνται όχι μόνο μέσω των όσων ανέφερε στην αστυνομία ανακρινόμενος προ μίας τριετίας, αλλά, και όσα παράθεση κατά τη ζώσα μαρτυρία του. Βάρος Απόδειξης/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι γνωστό τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητάς του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (Woolmington v DPP 25 Cr. App.R.72, Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.459). Ο Δικαστικός Λόγος στην Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ.22 μας υπενθυμίζει ότι: «Ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας ενός κατηγορούμενου και της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι: (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσον είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον νου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων με τον Δικαστή να: «.καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του, αποστασιωποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διατρέχει ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του (βλ. P & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1945). Έχω ως γνώμονά μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές το Δικαστήριο, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). Η μαρτυρία του Αστυφύλακα ΜΚ1 ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήταν τυπικής φύσεως. Η εν λόγω μαρτυρία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ενώ το μόνο που προσέφερε ήταν να επιβεβαιώσει την λήψη αμφότερων καταθέσεων, ήτοι παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του στο σύνολο της, αν και δεν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του, δεν κατάφερε να διασαφηνίσει τα όσα αφορούν την πρώτη στη σειρά, κατηγορία. Οι αναφορές και συμπεριφορά της ΜΚ2 προβλημάτισαν το Δικαστήριο σε σχέση τόσο με το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αλλά και την εν γένει συμπεριφορά της επί του εδωλίου. Κρίνοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά την μαρτυρία της καταλήγω, ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Στην κατάθεση της, ήτοι κατά τον χρόνο που τα γεγονότα ήταν φρέσκα στη μνήμη της, έξι ημέρες μετά το περιστατικό, η παραπονούμενη διατείνετο ότι ο κατηγορούμενος την πλησίασε στο πάρκο εκστομίζοντας την υπό του κατηγορητηρίου, απειλή, αφού θύμωσε που είδε τον πατέρα της να παίζει με τον υιό τους. Πολλάκις επανέλαβε στην επ΄ακροατηρίω μαρτυρία της ότι ποτέ δεν αρνήθηκε στον κατηγορούμενο όπως επισκεφθεί και περνά χρόνο με το παιδί του. Παρά τις πιο πάνω τοποθετήσεις της όμως, ήταν φανερή η προσπάθεια της όπως μη επεκταθεί ή αποσαφηνίσει τα όσα ο κ. Βραχίμης την ρωτούσε αναφορικά με τη μεταξύ του κατηγορούμενου και ιδίας σχέση, όπως επίσης δεν απαντούσε σε σχέση με τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο κατηγορούμενος για να δει το παιδί του από την ημέρα που η ίδια απομακρύνθηκε από την μέχρι τότε, οικία τους. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να κριθεί ότι παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα σε ότι αφορά είτε το περιστατικό είτε τα γεγονότα που ενδεχομένως να οδήγησαν σε αυτό, και αυτό γιατί, η μάρτυρας υιοθέτησε μια άκαμπτη στάση κατά την αντεξέταση της, μη επιθυμώντας όπως επεκταθεί σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, αφήνοντας στο Δικαστήριο, ερωτηματικά ως προς την φιλαλήθεια της. Δεν μπορεί να διαλάθει δε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, την εκδοχή που παρέθεσε στην κατάθεση της, αναίρεσε ουσιαστικά κατά την κυρίως εξέταση της δηλώνοντας ότι, ο κατηγορούμενος την πλησίασε «από πίσω» ενώ ήταν καθισμένη στο παγκάκι, και απρόκλητα, χωρίς λόγο και αιτία, εκστόμισε την εν λόγω απειλή, ενώ τόσο στην κατάθεση της αλλά και κατά την αντεξέταση της, συμφώνησε ότι, είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στο πάρκο, μη αρνούμενη περαιτέρω τη θέση ότι, ο κατηγορούμενος «πέρασε το φράκτη, μπήκε μέσα στην παιδική χαρά, με σκοπό να αγκαλιάσει και να φιλήσει το παιδί τους». Δήλωσε μάλιστα φοβισμένη μετά την εκστόμιση της απειλής όμως, όχι μόνο δεν απάντησε τίποτα στον κατηγορούμενο, αλλά σε ένα κλίμα νηφαλιότητας και ηρεμίας επέλεξε όπως παραμείνει στο πάρκο με το παιδί της, το οποίο μάλιστα άφησε στα χέρια του κατηγορούμενου για κάποια ώρα, για να παίξουν. Δήλωσε ότι καμιά συζήτηση δεν προηγήθηκε μεταξύ του πατέρα της και του κατηγορούμενου, και ότι ο τελευταίος χωρίς λόγο και αιτία, κλώτσησε τον πρώτο στα πόδια, θέση η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να ευσταθεί στην κοινή λογική, αλλά, αντίθετα, αναιρείται από τις πράξεις και συμπεριφορές της παραπονούμενης και του πατέρα της, οι οποίοι παρέμειναν στο χώρο, αφήνοντας το ανήλικο στα χέρια του κατηγορούμενο, ο οποίος μόλις τους είχε επιτεθεί. Η μαρτυρία της παραπονούμενης αφήνει το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η ίδια είτε προσπαθούσε τεχνηέντως όπως αποκρύψει γεγονότα, ή όπως μη φανερώσει την πλήρη αλήθεια. Οι αναφορές της υπήρξαν σαφείς και τελούσαν υπό αοριστία. Η μαρτυρία της δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θετικές εντυπώσεις άφησε η μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία κρίνω πειστική και αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος απαντούσε άμεσα και χωρίς περιστροφές σε έκαστο συνήγορο, ενώ η ειλικρίνειά του όταν κατέθετε στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη. Υπήρξε πλήρως περιγραφικός στο Δικαστήριο σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, εξηγώντας με λεπτομέρεια γιατί επέλεξε να επισκεφθεί το πάρκο, πώς είχε επηρεάσει τη σχέση του με το παιδί του, αλλά και τον ίδιο, η πανδημία του Κορωνοϊού, την αντίδραση του στη πρόκληση που έλαβε από τον πατέρα της παραπονούμενης και το γεγονός ότι, μετά την τέλεση του συμβάντος ο ίδιος μετέβηκε στην Αστυνομία για να λάβει συμβουλή ως προς τον περαιτέρω χειρισμό του όλου ζητήματος, ζητώντας μάλιστα την παρέμβαση των Αστυνομικών αρχών για αποκλιμάκωση της κατάστασης, παραδεχόμενος ευθύς αμέσως τη διάπραξη της 2ης κατηγορίας, ήτοι, προ της ανάκρισης του ακόμη. Οι λεπτομέρειες σε ότι αφορά τις κινήσεις του στο πάρκο, από πού μπήκε, ποιόν πρωτοσυνάντησε, τα όσα λέχθηκαν κατά την αψιμαχία με τον πατέρα της παραπονούμενης, ο χρόνος που διέρρευσε από τη στιγμή που ξεκίνησε ο μεταξύ τους διάλογος μέχρι του σημείου που αυτός διακόπηκε και επανεκκίνησε, αποτελούν σημεία που δεικνύουν την φιλαλήθεια και ειλικρίνεια του κατηγορούμενου. Όχι μόνο δεν εντοπίζεται προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων από μέρους του κατηγορούμενου, αλλά αντίθετα, κάθε θέση που πρόβαλε, ανέπτυσσε σε τέτοια έκταση και με συγκεκριμένες αναφορές, οι οποίες προσθέτουν στο αληθές της μαρτυρίας του. Επιπλέον, παρά την αντεξέταση του σε σχέση με το κατά πόσον επισκέφθηκε το πάρκο τυχαία ή επί σκοπώ, ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις σε σχέση με τα όσα ανέφερε ανακρινόμενος στην Αστυνομία προ μιας τριετίας. Αντιθέτως, κάθε του απάντηση ενίσχυε και αντανακλούσε τις αρχικές του θέσεις όταν αυτός ανακρινόταν από τις Αστυνομικές Αρχές, ενώ με πλήρη ειλικρίνεια παραδέχθηκε τα όσα προηγήθηκαν της παραδοχής του σε ότι αφορά τη 2η κατηγορία και δη, ότι κλώτσησε τον πατέρα της παραπονούμενης στα πόδια. Τη μαρτυρία του αποδέχομαι στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 91(Α) του Κεφ. 154, απειλή (2η και 9η κατηγορία) διαπράττεται όταν: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που απείλησε και εξύβρισε την παραπονούμενη συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στην πρώτη κατηγορία. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι, εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με έστω, υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση του κατηγορούμενου είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή είναι αυτή που οφείλει, με την προσκόμιση αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας να αποδείξει την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ο Δικαστικός λόγος στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ.246, επισημαίνει ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Έχει γίνει μνεία ανωτέρω ως προς του λόγους που η μαρτυρία της παραπονούμενης, επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δυνάμει τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τους επίδικους χρόνους και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος κατά την 20.8.20 απείλησε την παραπονούμενη ή ότι αυτή ένιωσε φόβο. Η περιγραφή που έδωσε η παραπονούμενη σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορία δεν έπεισε, ενώ ως καταγράφηκε ανωτέρω, σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι έδωσε αντικρουόμενες εκδοχές ως προς το πώς έλαβε χώρα η απειλή. Πέραν της γενικής αναφοράς της παραπονούμενης στην ζώσα μαρτυρία της ότι «φοβήθηκε» καμία άλλη μνεία δεν έγινε προς τούτο. Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενης δεν έπεισε. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Με την απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης η απόδειξη της πρώτης κατηγορίας δεν έχει στοιχειοθετηθεί, αφού με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης τη συγκεκριμένη απειλητική φράση που καταγράφεται στα πρωτογενή γεγονότα της πρώτης κατηγορίας. Κρίνοντας την μαρτυρία της παραπονούμενης συνολικά, είναι αβέβαιο αν τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως η περιγραφή της, ενώ η απόρριψη της μαρτυρίας της κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. ΓΕ ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Δυνάμει όλων των πιο πάνω, και με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, καταλήγω ότι η διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο