ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 331/2021, 24/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 331/2021 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Α.Α. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Στ. Παπουή με την κα Κ. Καρούσιου για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Β. Χατζηχάννας. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Η ποινή έχει ανωνυμοποιηθεί σύμφωνα με τις εγκυκλίους του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αρ. 142 και 143]
- Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014 («Ν91(Ι)/2014»).
- Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτίθενται στην καταδικαστική μας απόφαση ημερομηνίας 1/11/
- Δεν χρειάζεται να καταγραφούν στην ίδια έκταση. Για σκοπούς επιβολής ποινής αναφέρονται τα πιο κάτω.
- Κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το βράδυ της 13/1/2021 προς 14/1/2021, η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 15 ετών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 32 ετών.
- Ο κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη τηλεφωνικώς, 2 - 3 μέρες πριν το επίδικο συμβάν. Της ανέφερε ότι ήταν ηλικίας 17 ετών και ότι ονομαζόταν «Σ». Η ίδια του αποκάλυψε ότι ήταν 15 ετών. Τον αριθμό του τηλεφώνου της τον απέκτησε από τρίτο πρόσωπο.
- Αυτή ήταν η εικόνα προσώπου που σχηματίστηκε στο μυαλό της παραπονουμένης για το συνομιλητή της. Η περαιτέρω συνομιλία τους τις επόμενες μέρες δημιούργησε ευχάριστη αίσθηση στην παραπονούμενη αφού την έκανε να γελά, ως ανέφερε και συνακολούθως, δημιουργήθηκε έλξη της παραπονουμένης προς το πρόσωπο του «αγοριού» με το οποίο συνομιλούσε. Αγνοούσε η παραπονούμενη ότι πίσω από το τηλέφωνο βρισκόταν ο 32χρονος τότε κατηγορούμενος με διαφορετικό όνομα και ηλικία από αυτά που της παρέστησε.
- Αφού αντάλλαξαν μηνύματα και τηλεφωνικές κλήσεις, διευθέτησαν να συναντηθούν στον κυκλικό κόμβο του [Χωριού Α]. Εκεί ο κατηγορούμενος την παρέλαβε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε. Θα διανυκτέρευαν σε ξενώνα στο [Χωριό Β]. Την κράτηση την έκανε ο κατηγορούμενος ο οποίος προπλήρωσε διαδικτυακά το ποσό των €
- Ο χρόνος προσέλευσης (check in) καθορίστηκε για τις 19:00 της ίδιας μέρας. Περί τις 17:30 ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε τηλεφωνικώς την κράτηση και έφτασε με την παραπονούμενη στον χώρο του ξενώνα περί ώρα 18:
- Η ιδέα να κλείσουν δωμάτιο ήταν δική του και η ίδια το αποδέχθηκε. Η παραπονούμενη του είχε πει τηλεφωνικώς, ότι είχε έμμηνο ρήση. Η παραπονούμενη είχε αναφέρει στους γονείς της ότι θα διανυκτέρευε σε μια φίλη της, τη Β.Β., με σκοπό να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο.
- Αυτό στο οποίο είχε συγκατατεθεί η παραπονούμενη ήταν να συναντηθεί με ένα αγόρι ηλικίας 17 ετών επ' ονόματι «Σ» στοιχεία που ψευδώς της παρέστησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε άλλο όνομα και ήταν ηλικίας 32 ετών. Τούτη την πληροφόρηση τη διατήρησε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια όλων των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων.
- Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο ζήτησε από τον κατηγορούμενο να επιστρέψουν, αλλά αυτός αρνήθηκε. Η παραπονούμενη αν και έδειξε κάποια αμφιθυμία, λογική για την ηλικία της, παρέμεινε μαζί του και μετέβη μαζί του στον ξενώνα. Όταν έφτασαν στον ξενώνα η παραπονούμενη δεν αντέδρασε, αντίθετα, παρουσία της ΜΚ 13, ακολούθησε τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο.
- Εκεί μίλησαν λίγο και ακολούθως, ο κατηγορούμενος άρχισε να την αγκαλιάζει. Η ίδια δεν επιθυμούσε, αυτός επέμεινε όμως, παρά τις αντιρρήσεις της. Ξάπλωσαν στο κρεβάτι όπου και συνέχισε να τη θωπεύει και να της λέει ότι θέλει να έρθουν σε συνουσία. Η ίδια συνέχισε να έχει αντιρρήσεις. Του επανέλαβε ότι είχε έμμηνο ρήση. Της ανέφερε ότι ήταν 25 ετών, οπότε και η ίδια του είπε ότι είχε αρχίσει να φοβάται. Παρά ταύτα, η ίδια πήγε στην τουαλέτα, αφαίρεσε τη σερβιέτα, καθαρίστηκε και επανήλθε.
- Ο κατηγορούμενος, αφού είχε αφαιρέσει τα ρούχα του αλλά και της παραπονούμενης, προέβη σε κολπική διείσδυση με το πέος του. Η παραπονούμενη δεν είχε αντιδράσει άλλο, ένιωσε ότι ήταν σε σοκ και στην ουσία ο κατηγορούμενος της επέβαλε τη θέληση του. Ο κατηγορούμενος δεν είχε φορέσει προφυλακτικό. Το γεγονός αυτό την άγχωσε. Εκσπερμάτωσε στην κοιλιά της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προέβη σε νέα διείσδυση με το πέος του στον κόλπο της οπότε και η παραπονούμενη αγχώθηκε περισσότερο και άρχισε να τον κτυπά. Ακολούθως του ζήτησε χαρτί για να σκουπιστεί, της έφερε και αυτή σκουπίστηκε.
- Στη συνέχεια η παραπονούμενη άρχισε να απαντά μηνύματα. Είχε λάβει πέραν των 40 κλήσεων. Άρχισε να αγχώνεται επειδή λάμβανε στο κινητό της μηνύματα ότι θα πήγαιναν στην αστυνομία οι δικοί της οι οποίοι την έψαχναν. Η παραπονούμενη, το βράδυ εκείνο, είχε όντως δηλωθεί ως ελλείπον πρόσωπο από τους γονείς της. Είπε στον κατηγορούμενο να πάνε πίσω στην περιοχή «Μ». Εκεί συναντήθηκαν με το όχημα που οδηγούσε ο φίλος της αδελφής της με την αδελφή της συνεπιβάτιβα. Η παραπονούμενη κρύφτηκε. Τελικά επανήλθαν στο [Χωριό Β] οπότε και η παραπονούμενη περπάτησε σε μια φίλη της που διέμενε στο εν λόγω χωριό. Από εκεί την παρέλαβαν η αδελφή της με τον φίλο της και τη μετέφεραν σπίτι της.
- Η παραπονούμενη δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά για το συμβάν εκείνο το βράδυ, αλλά κάποιες μέρες μετά αφού συνομίλησε με την αδελφή της. Αρχικά είχε αρνηθεί ότι είχε ερωτική συνεύρεση. Η μητέρα της παραπονουμένης είχε μάθει ότι η παραπονούμενη είχε συνευρεθεί με άντρα μεγαλύτερης ηλικίας από μητέρα μιας φίλης της παραπονουμένης. Η παραπονούμενη πάλι αρνήθηκε, ακολούθως όμως ανέφερε στην αδελφή της ότι είχε όντως σεξουαλική επαφή εκείνο το βράδυ.
- Η παραπονούμενη εμφάνισε μερική συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (309.81), σύμφωνα με τα Κριτήρια του Διαγνωστικού Εγχειριδίου DSM-V, η οποία όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα μας, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο επίδικο συμβάν. Η παραπονούμενη όμως, συνεπεία του συμβάντος, είχε κοινωνικές επιπτώσεις και υπέστη κοινωνικό αποκλεισμό.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την έκδοση διατάγματος εποπτείας δυνάμει του άρθρου 14
(1)(γ) του Ν.91(Ι)/
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν έφερε ένσταση.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Υιοθέτησε επίσης την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Κατά την αγόρευση του παρουσίασε και ιατρικά πιστοποιητικά αναφορικά με την κατάσταση υγείας του κατηγορουμένου και των γονιών του.
- Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 35 ετών, άγαμος και άτεκνος. Έχει άλλες δυο αδελφές, έγγαμες, ηλικίας 39 και 42 ετών. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 67 ετών και η μητέρα του ηλικίας 68 ετών. Ο πατέρας του εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος μηχανοδηγός. Σταμάτησε να εργάζεται τα τελευταία 5 χρόνια λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και λαμβάνει σύνταξη. Η μητέρα του κατηγορούμενου είναι οικοκυρά.
- Ο ίδιος ο κατηγορούμενος εργάζεται ως μηχανοδηγός. Προτού τεθεί υπό κράτηση διέμενε με τους γονείς του και τη γιαγιά του ηλικίας 94 ετών. Το εισόδημα του ανέρχεται στα €700 με €800 περίπου μηνιαίως. Δεν έχει αποταμιεύσεις, ούτε ακίνητη περιουσία. Έχει όμως χρέη που ανέρχονται στα €50.000 περίπου και είναι μη εξυπηρετούμενα. Φοίτησε μέχρι τη Β' Τάξη Γυμνασίου και υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία.
- Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε, πάσχει από διαταραχές πανικού, ταχυκαρδία και κλειστοφοβία. Ο πατέρας του υποφέρει από διαβήτη τύπου 2 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Πρόσφατα υπέστη και εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μητέρα του έχει προβλήματα στα γόνατα, δυσκολεύεται με τη διακίνησή της και πρέπει να υποβληθεί σε εγχείρηση.
- Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έδωσε έμφαση στο λευκό ποινικό του μητρώο. Ανέφερε επίσης στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να ταλαιπωρηθεί για 2½ περίπου χρόνια. Ως προς τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ανέφερε ότι απουσιάζουν επιβαρυντικοί παράγοντες όπως η διάπραξη με ψυχρό τρόπο, ο εγωισμός και ο σκοπός αποκόμισης κέρδους. Δεν είχε επίσης οποιοδήποτε ελατήριο υπονόμευσης της πολιτείας και της δικαιοσύνης.
- Κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια και στο πλαίσιο εξ ατομίκευσης της ποινής να μην επιβάλει ποινή που να εμποδίζει την επανένταξή του κατηγορουμένου στο κοινωνικό σύνολο. Εξέφρασε επίσης, εμμένοντας όμως στη θέση του ότι είναι αθώος, την απολογία και μεταμέλεια του για την ταλαιπωρία που προκλήθηκε. Επικαλέστηκε επίσης άγνοια του Νόμου, χωρίς να εξειδικεύσει κατά τρόπο συγκεκριμένο όμως σε τι συνίστατο αυτή η άγνοια, οπότε δεν μπορούμε να λάβουμε υπόψη μας αυτή την εισήγηση.
- Το άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014 προβλέπει τα ακόλουθα: «6
(3)- Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη µε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι
(20)έτη». 23. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από τον Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν (βλ. Μαληκκίδης v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1186, 1197 - 1198). Το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται αποτελεί και τη βάση από την οποία το δικαστήριο ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250), Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580 και ΓΕ v Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, 643 - 644, με αναφορά στις Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 και Βραχίμης v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 527).
- Το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρό γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή.
- Το ύψος της ποινής είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ο νομοθέτης το αντιμετωπίζει και σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους (βλ. Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469, 491 - 492) ειδικότερα όταν αυτά στρέφονται εναντίον παιδιών, που κατά κανόνα τους δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα (βλ. ΓΕ v Γενέθλιου
(2016)2Α ΑΑΔ 207, 220). Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος (βλ. επίσης Δημοκρατία v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, 568 και Rana κ.ά. v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Το γεγονός ότι προκαλείται πλήγμα στην προσωπικότητα του θύματος, σε περιπτώσεις που το θύμα είναι παιδί, ενυπάρχουν εγγενώς στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Χριστοφόρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, 23/3/2017). Η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα γενικότερα τονίστηκε εκ νέου στη Δημοκρατία v Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, 20/7/2021 και στη ΔΑ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/2020, 6/10/
- Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι ο Ν.91(Ι)/2014 έχει σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι' αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές. Τα Δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατευθεί, δηλαδή, τα παιδιά.
- Όπως έχει λεχθεί στην Clarson v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 38/2022, 27/10/2022, οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων με θύματα παιδιά βρίσκονται σε έξαρση, και έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας σημασίας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους.
- Στην Αστυνομία v Πατουρή, Ποινική Έφεση 51/2020, 3/12/2020, τονίστηκε ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών προβλέπεται και στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ (στην οποία ο νόμος μας βασίζεται) αφού στη σκέψη 12 της Οδηγίας, αναφέρεται πως «... για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές».
- Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων (βλ. Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351). 30. Κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογη με αυτά είναι και η ποινή (βλ. Trussler v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 38, 60, με αναφορά στη Γιάγκου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67 ως επίσης και τη ΔΑ, ανωτέρω, και τη Hunganu, ανωτέρω).
- Στο άρθρο 19 του Ν. 91(Ι)/2014, αναφέρονται περιστάσεις οι οποίες επιδρούν επιβαρυντικά σε κατηγορούμενο σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 - 9 και
- Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης με σειρά αποφάσεων έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων πρέπει να προσεγγίζονται αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Συγκεκριμένα επιδρούν επιβαρυντικά τα ακόλουθα:
(1)Ο προσχεδιασμός στη γνωριμία, ο τρόπος προσέγγισης δηλαδή του θύματος λ.χ. μέσω διαδικτύου ή στον τρόπο επίτευξης της συνουσίας με αυτό (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, Γεωργίου v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 61/2020 και 64/2020, 14/7/2022).
(2)Η σημαντική διαφορά ηλικίας κατηγορούμενου και θύματος (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, ΓΕ v ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/2017, 14/6/2017, Λευκαρίτης v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1165, 1182 και ΚΑΜ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2021, 4/11/2022).
(3)Η επανάληψη (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω, σελ. 1182).
(4)Αν η διάπραξη του αδικήματος εξέθεσε, εξ υπαίτιας ή ανυπαίτιας σοβαρής μορφής αμέλειας, σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος (βλ. άρθρο 19 (α), Ν. 91(Ι)/2014)∙
(5)Αν το αδίκημα διαπράχθηκε σε βάρος παιδιού ευάλωτης θέσης, όπως για παράδειγμα παιδιού με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας (βλ. άρθρο 19 (β), Ν. 91(Ι)/2014) ή σε παιδί με χαμηλή νοητική κατάσταση σε σχέση με άτομα της ηλικίας του (βλ. ΧΧ, ανωτέρω, Γεωργίου, ανωτέρω) ή αν το θύμα ήταν οικονομικά ευάλωτο ή από δυσλειτουργική οικογένεια (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω, σελ. 1183).
(6)Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας (βλ. άρθρο 19 (γ), Ν. 91(Ι)/2014), όπως λ.χ. καθηγητής με μαθήτρια, ή κατάχρηση θέσης με συναισθηματική εξάρτηση του θύματος από τον κατηγορούμενο (βλ. ΧΧ, ανωτέρω).
(7)Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που ενέργησαν από κοινού (βλ. άρθρο 19 (δ), Ν. 91(Ι)/2014)∙
(8)Αν κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προκλήθηκε βλάβη στο θύμα (βλ. άρθρο 19 (ε), Ν. 91(Ι)/2014) και η έκταση της βίας (βλ. Γεωργίου, ανωτέρω)∙
(9)Αν το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του Ποινικού Κώδικα (βλ. άρθρο 19 (στ), Ν. 91(Ι)/2014)∙
(10)Αν ο δράστης έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για αδικήματα του ίδιου τύπου (βλ. άρθρο 19 (ζ), Ν. 91(Ι)/2014)∙
(11)Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (βλ. άρθρο 19 (η), Ν. 91(Ι)/2014)∙
(12)Οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του θύματος (βλ. Γεωργίου, ανωτέρω). 32. Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε, ενδεικτικά, σε κάποιες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις ποινές που επιβλήθηκαν. Όπως αναφέρθηκε στη Selmani v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 854, 862, η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Η μεγαλύτερη χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές (βλ. Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 AAΔ 123). Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10/3/2021, με μνεία στη Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1). 33. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, ο εφεσείων είχε παραδεχθεί την κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014 (1η κατηγορία) και την κατηγορία διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (2η κατηγορία).
- Ο εφεσείων, κατά τον επίδικο, χρόνο ήταν 24 ετών και το θύμα 13 ετών. Ο εφεσείων είχε αποστείλει μήνυμα (αίτημα φιλίας) σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης στο θύμα. Αυτή ανταποκρίθηκε, αποδεχόμενη το αίτημα φιλίας και τότε ξεκίνησε η μεταξύ τους επικοινωνία, μέσω της εφαρμογής (messenger), μια εβδομάδα περίπου, πριν από την επίδικη ημερομηνία. Κατά τη συνομιλία τους, μεταξύ άλλων, το θύμα ανέφερε στον εφεσείοντα την ηλικία της και ότι φοιτούσε στη ΧΧ τάξη του Γυμνασίου, ενώ ο εφεσείων της είπε ότι ήταν 22 ετών. Την επίδικη ημερομηνία το θύμα και ο εφεσείων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ τους. Ο εφεσείων κατά ή περί τις 10:30 παρέλαβε με το αυτοκίνητο του το θύμα, από σημείο πλησίον της οικίας της και τη μετέφερε στο σπίτι του. Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του και ήρθε σε συνουσία με το θύμα εισχώρησε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο της, ολοκληρώνοντας τη σεξουαλική πράξη.
- Το Κακουργιοδικείο, αφού έλαβε υπόψη τους μετριαστικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του, επέβαλε στον εφεσείοντα 2½ χρόνια φυλάκιση στην 1η κατηγορία και 1 χρόνο στη 2η κατηγορία. Εισήγηση για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
- Ως κύρια ελαφρυντικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή και μεταμέλεια του, όπως και το λευκό ποινικό του μητρώο. Λήφθηκαν επίσης υπόψη, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ο οποίος ήταν 25 ετών, ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, πατέρας 2 παιδιών, ηλικίας 5 και 3 ετών από διαφορετικές συντρόφους. Ο εφεσείων από νεαρή ηλικία παρακολουθείτο από ψυχίατρο και οικονομικά στηριζόταν πάντοτε από τους γονείς του. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος διατηρούσε δεσμό με συγκεκριμένη γυναίκα, ηλικίας 35 ετών, εξακολουθούσε να παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα, ειδικά κρίσεις πανικού και χρόνιο πρόβλημα αγοραφοβίας.
- Στη ΓΕ v ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/2017, 14/6/2017, ο Εφεσίβλητος, ηλικίας 39 ετών, ήταν καθηγητής της παραπονούμενης, η οποία ήταν ηλικίας 15 ετών και 5 μηνών όταν ήρθαν σε συνουσία αφού σύναψαν σχέσεις. Κατηγορήθηκε με βάση το άρθρο 6
(3)του Ν. 91(Ι)/
- Κατόπιν παραδοχής και λαμβάνοντας υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή 1 έτους, η οποία αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 2 έτη. Προσμέτρησαν επιβαρυντικά, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ήταν καθηγητής της παραπονούμενης και η διαφορά ηλικίας, 23 έτη. Η παραπονούμενη ήταν χαμηλού νοητικού και υπήρχε σχέση εξάρτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι αν εξέλειπαν τα στοιχεία της παραδοχής (ως ένδειξη μεταμέλειας) και του λευκού ποινικού μητρώου η ποινή «σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να είναι ουσιωδώς μεγαλύτερη».
- Στην ΚΑΜ, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 25 ετών, είχε δεσμό με το θύμα, ηλικίας 15 ετών. Το θύμα είχε αρνηθεί να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του. Ο κατηγορούμενος την απήγαγε, την εξανάγκασε σε πεολειχία και ακολούθως ήρθε σε πρωκτική συνουσία άνευ της θελήσεως της. Με την πάροδο 6 μηνών, ανάρτησε στο διαδίκτυο βίντεο με αυτή να προβαίνει σε πεολειχία σ' αυτόν προκαλώντας περαιτέρω εξευτελισμό στο θύμα, το οποίο είχε παρουσιάσει μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες. Η ποινή των 11 ετών (στο αδίκημα με βάση τα άρθρα 6
(1)
(3)αλλά και του 6
(4)(α) (γ) του Ν.91(Ι)/2014) επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το γεγονός μάλιστα ότι η ποινή για τη διάδοση του βίντεο συνέτρεχε αντί να διαδέχεται την επιβληθείσα ποινή των 11 ετών θεωρήθηκε επιεικής μεταχείριση.
- Η αναφορά στις πιο πάνω αποφάσεις σκοπεί στην κατηγοριοποίηση των ενώπιον μας περιστάσεων για σκοπούς επιβολής ποινής, με την ΚΑΜ, ανωτέρω, να αφορά πολύ πιο σοβαρή περίπτωση και την ΧΧ, ανωτέρω, μικρότερης σοβαρότητας.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι για το αντίστοιχο αδίκημα στην Αγγλία (με προβλεπόμενη ποινή μέχρι 14 χρόνια φυλάκιση - Sexual Offences Act 2003, s.9) για αδίκημα όπου υπάρχει κολπική ή πρωκτική διείσδυση οι κατευθυντήριες οδηγίες για επιβολή ποινής έχουν ως σημείο έναρξης τα 5 χρόνια (βλ. Sexual Offences Definitive Guideline - Sexual activity with a child/ Causing or inciting a child to engage in sexual activity) αφού κατατάσσεται ως Κατηγορίας 1Α (με minimum τα 4 και maximum τα 10). Όπως αναφέρθηκε και στην ΓΕ v ΝΝ, Ποινική Έφεση 69/2017, 5/12/2017, η αναφορά στις Αγγλικές κατευθυντήριες οδηγίες είναι βοηθητική.
- Εν προκειμένω, διαπιστώνουμε τις ακόλουθες επιβαρυντικές περιστάσεις στη διάπραξη του αδικήματος:
(1)Ο κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη με ψευδές όνομα και ψευδή ηλικία, δημιουργώντας επομένως διαφορετική εικόνα στην παραπονούμενη για το ποιος ήταν. Είχε μάλιστα εξασφαλίσει και αριθμό τηλεφώνου άλλο από αυτό που χρησιμοποιούσε κανονικά για τις επικοινωνίες του. Ο σκοπός του ήταν να την ξεγελάσει. Ουδέποτε της αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα και ηλικία. Τα ανακάλυψαν μετά από έρευνα.
(2)Υπήρξε προσχεδιασμός αφού έκανε κράτηση σε ξενώνα με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της.
(3)Η διαφορά της ηλικίας τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Είναι 17 έτη (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, όπου 11 θεωρήθηκαν μεγάλη διαφορά), υπερδιπλάσια δηλαδή της ηλικίας της παραπονουμένης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε αυτή τη διαφορά ηλικίας γεγονός που επιδρά επιβαρυντικά στην υπαιτιότητα του.
(4)Επέβαλε τη θέληση του στην παραπονουμένη, έστω και αν δεν ασκήθηκε ιδιαίτερη βία. Η παραπονούμενη ένιωσε ότι δεν είχε επιλογή έναντι της επίμονης συμπεριφοράς του. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι της παραπονουμένης δεν ήταν εγωιστική δεν γίνεται αποδεκτή.
(5)Υπήρξαν ψυχολογικά επακόλουθα στην παραπονουμένη, έστω και αν αυτά δεν ανάγονταν αποκλειστικά στο εν λόγω επεισόδιο. Η παραπονούμενη υπέστη κοινωνικό αποκλεισμό.
- Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι η παραπονούμενη αναγκάστηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με εμφανή τη ψυχική της αναστάτωση και φόρτιση. Σημειώνουμε ότι η γραμμή υπεράσπισης που είχε ακολουθηθεί αφορούσε και το σεξουαλικό παρελθόν της παραπονουμένης χωρίς να ανάγεται στα επίδικα θέματα, αφού λόγω της ηλικίας της δεν μπορούσε να δώσει συναίνεση και ενώ η θέση του κατηγορουμένου ήταν ότι δεν είχαν έρθει σε σεξουαλική επαφή. Ενώπιον μας κατέθεσαν επίσης οι γονείς της και η αδελφή της, επίσης με εμφανή ψυχική αναστάτωση και φόρτιση. Η μεταμέλεια που έχει αναφερθεί σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι μειωμένης σημασίας αφού δεν αποτελεί απολογία στο θύμα και στην οικογένεια της.
- Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που υπάρχει «συγκατάθεση» από το ανήλικο πρόσωπο να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη με άλλο πρόσωπο και δη ενήλικα, εξακολουθεί πλην των πολύ συγκεκριμένων εξαιρέσεων που ο Νόμος καταγράφει ρητά στο άρθρο 12, να διαπράττεται αδίκημα από τον ενήλικα. Ο Νομοθέτης φαίνεται να αναγνωρίζει ότι οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και ο Ν.91(Ι)/2014, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ακριβώς σκοπό έχει την προστασία τους ακόμα και όταν οι ίδιοι αδυνατούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους (βλ. ΣΛ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 155/2019, 25/2/2021).
- Τούτων λεχθέντων, δεν υφίστανται οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω στην § 28
(3)-
(7)και
(9)-
(11). 45. Ως ελαφρυντικά σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος λάβαμε υπόψη μας ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, εργαζόμενος, με τα οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν. Προβλήματα υγείας αντιμετωπίζουν και οι γονείς του. Μια πολυετής ποινή φυλάκισης, θα έχει επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στους οικείους του, ενώ η επανένταξη του στην κοινωνία θα είναι πιο δύσκολη (βλ. Ξυδάς v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 817, 826 - 827). 46. Λάβαμε επίσης υπόψη μας την παρέλευση χρόνου από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος μέχρι και την επιβολή ποινής. Στη ΓΕ v Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. επίσης ΓΕ v Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, και ΓΕ v Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361). Όπου υπάρχει καθυστέρηση δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής (βλ. Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276, 284 με αναφορά στις ΓΕ v Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617 και Βασιλείου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104).
- Είναι γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος πέρασαν 2 έτη και 10 μήνες. Η υπόθεση διερευνήθηκε και καταχωρίστηκε σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες στις 3/3/2022 και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση επανειλημμένως. Αναβαλλόταν κάθε φορά για λόγους που δεν αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Η δίκη τελικά άρχισε στις 6/7/
- Όπως έχει αναφερθεί επανειλημμένως στη νομολογία αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις ΓΕ v Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273).
- Εν προκειμένω δεν ευθύνεται, οπότε και η καθυστέρηση αφορά ένα αντικειμενικό δεδομένο που οφείλουμε να λάβουμε και λαμβάνουμε υπόψη μας (βλ. Memic, ανωτέρω, στις σελ. 283 - 284). Τούτου λεχθέντος δεν μας έχει τεθεί οτιδήποτε άλλο που να αφορά μεταβολή στις προσωπικές του συνθήκες στο μεσοδιάστημα συγκεκριμένα πέραν της αγωνίας του για την επικείμενη φυλάκιση του (βλ. Νταντινάκη v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 3/2019, 29/3/2021). Ούτε μεταβάλλεται το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από ποινή φυλάκισης.
- Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλους τους σχετικούς παράγοντες για μετριασμό της ποινής, επιβάλλεται στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 6 ετών.
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 47 του Ν. 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 3 ετών, μετά την αποφυλάκιση του.
- Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την 1/11/
- Οι οπτικογραφημένες καταθέσεις, Τεκμήρια 4.1, 4.2, 4.3 και 8.1, 8.2, 8.3 να επιστραφούν στην Αστυνομία. Το Τεκμήριο 38 να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο. Η διάθεση των Τεκμηρίων να γίνει, αφού παρέλθει η περίοδος καταχώρισης έφεσης.
- Τα έξοδα, ύψους €310, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο