ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 331/2021, 1/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 331/2021 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Α.Α. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 1η Νοεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Στ. Παπουή με την κα Κ. Καρούσιου και τον κ. Α. Σπύρου για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Β. Χατζηχάννας. Κατηγορούμενος, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Η απόφαση έχει ανωνυμοποιηθεί σύμφωνα με τις εγκυκλίους του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αρ. 142 και 143] Α. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
- Ο κατηγορούμενος αρχικώς αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες.
- Η Κατηγορούσα Αρχή, μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της ζήτησε την αναστολή της κατηγορίας 1 που αφορούσε το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Παρέμεινε ως εκ τούτου μόνο η κατηγορία 2 που αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014 («Ν91(Ι)/2014»).
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 13/1/2021 και 14/1/2021, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ανήλικη παραπονούμενη, ηλικίας 15 ετών, δια κολπικής διείσδυσης με το πέος του. Β. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις πιο πάνω πράξεις ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας
- Βασίζει την υπόθεση της κυρίως στη μαρτυρία της παραπονουμένης. Γ. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
- Ο κατηγορούμενος αν και δέχεται ότι συναντήθηκε το επίδικο βράδυ με την παραπονούμενη αρνείται ότι ήρθε σε συνουσία μαζί της. Προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις:
(1)ότι και οι δύο αυτοϊκανοποιήθηκαν ξεχωριστά παρουσία του άλλου διότι η παραπονούμενη είχε έμμηνο ρήση∙
(2)θεώρησε ότι η παραπονούμενη ήταν ενήλικη και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ήταν ανήλικη∙ και
(3)ότι η κατηγορία προέκυψε από αλλότρια κίνητρα, με σκοπό είτε τη λήψη χρημάτων ή την τέλεση γάμου μεταξύ του ιδίου και της παραπονουμένης. Δ. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
- Κρίνουμε ορθό, λόγω και των θέσεων που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση να θέσουμε από την αρχή το νομικό πλαίσιο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δυνάμει του Ν.91(Ι)/
- Το άρθρο 6
(3)έχει ως εξής: «6
(3)- Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη µε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι
(20)έτη». 8. Με βάση το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών και «ηλικία συναίνεσης» σημαίνει «την ηλικία κάτω της οποίας απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά
(17)ετών». Ως «σεξουαλική πράξη», με βάση το ίδιο άρθρο, καθορίζεται και «οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται ως εκ της φύσεως της σεξουαλική ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σ' αυτή .. ..» (βλ. άρθρο 2
(2)(α) και (β)) (βλ. ΝΑ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/2015, 13/2/2018).
- Το άρθρο 12 εξαιρεί συναινετικές πράξεις μεταξύ παιδιών ή παιδιών με ενήλικες όπου η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή στο πλαίσιο γάμου. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει συναίνεση αν το παιδί είναι κάτω των 13 ετών.
- Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 18, αποκλείονται οι ακόλουθες υπερασπίσεις: «18
(1)- Δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης.
(2)Η συναίνεση του παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης, είτε αυτή είναι πραγματική είτε δίνεται ως αποτέλεσμα χρήσης απειλής ή βίας ή άλλης μορφής εξαναγκασμού ή δόλου ή εξαπάτησης ή κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του παιδιού ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. (Έμφασις δική μας) 11. Αποτελεί επομένως περίπτωση που ο νομοθέτης, για την προστασία κατηγορίας προσώπων και δη παιδιών, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχει δοθεί πλήρης και ελεύθερη συναίνεση αρνείται για σκοπούς δημόσιας πολιτικής να αναγνωρίσει τη συναίνεση αυτή ως στοιχείο απαλλαγής ποινικής ευθύνης (βλ. σχετικά Χριστοφόρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, 23/3/2020 και ΓΕ v Ηροδότου
(2015)2Α ΑΑΔ 128, 137). Ε. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
- Προς απόδειξη της κατηγορίας η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, την Υπαστυνόμο 4774, Κ. Λίλλη (ΜΚ 1), την Α/Αστ. 4875, Χ. Ιωάννου (ΜΚ 2), τον Κλινικό Ψυχολόγο, κ. Κ. Δημητρίου (ΜΚ 3), την Α/Αστ. 4484, Μ. Κουντούρη (ΜΚ 4), την Αστ. 303, Σ. Πιτσιλλίδου (ΜΚ 5), την παραπονούμενη, (ΜΚ 6), τη μητέρα της παραπονουμένης (ΜΚ 7), τον πατέρα της παραπονουμένης (ΜΚ 8), την αδελφή της παραπονουμένης (ΜΚ 9), τον Αστ. 2298, Σ. Αδάμου (ΜΚ 10), τον [φίλο της αδελφής της παραπονουμένης] (ΜΚ 11), την κα Ζ. Ανδρονίκου, Κλινική Ψυχολόγο (ΜΚ 12), την κα B.H. (ΜΚ 13) και τον κ. R.H. (ΜΚ 14). ΣΤ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
- Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση την κατηγορία που αντιμετωπίζει, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του εξηγώντας του τα δικαιώματα του.
- Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (Έγγραφο ΙΓ, η γραπτή του δήλωση). Ζ. ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ
- Η ΜΚ 6 είναι η παραπονούμενη (Τεκμήρια 5 και 9, οι καταθέσεις της), η ΜΚ 7, η μητέρα της (Έγγραφα ΣΤ1 και ΣΤ2, οι καταθέσεις της), ο ΜΚ 8, ο πατέρας της (Έγγραφα Ζ1 και Ζ2, οι καταθέσεις του) και η ΜΚ 9, η μεγαλύτερη αδελφή της (Έγγραφο Η, η κατάθεση της). Ο ΜΚ 11 (Έγγραφο Ι, η κατάθεση του) διατηρεί δεσμό με την αδελφή της παραπονουμένης, ΜΚ
- Η ημερομηνία γέννησης της παραπονουμένης, ΧΧ/ΧΧ/2005, και η ηλικία της δεν αμφισβητούνται ούτε αποτέλεσαν επίδικο γεγονός οπότε και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο των επίδικων συμβάντων η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 15 ετών. Κατά τον χρόνο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν 17 ετών και 7 μηνών.
- Όλοι οι Αστυφύλακες που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση και κατέθεσαν ενώπιον μας υπηρετούν στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένοι στο Γραφείο Χειρισμού Θυμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων.
- Ο Αστ. 2298, Σ. Αδάμου (ΜΚ 10) (Έγγραφο Θ, η κατάθεση του), ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ανέλαβε τη διερεύνηση μετά τη διαβίβαση παραπόνου της μητέρας της παραπονουμένης, ΜΚ 7, την 22/1/2021, από το ΤΑΕ, για σεξουαλική κακοποίηση της. Ακολούθως διευθετήθηκε η λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονουμένης. Προχώρησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 27/1/2021 (Τεκμήριο 21, το ένταλμα σύλληψης και Τεκμήριο 22, η βεβαίωση παραλαβής δικαιωμάτων) και ακολούθως σε προφορική ανάκριση του (Τεκμήριο 23, ημερολόγιο ενεργείας 27/1/2021). Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 24) και ακολούθως την 30/1/2021 του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 27). Ο κατηγορούμενος την 30/1/2021 συγκατατέθηκε επίσης στη μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης (Τεκμήριο 25, η συγκατάθεση και Τεκμήριο 26 η βεβαίωση παραλαβής δικαιωμάτων). Συγκατάθεση έδωσε και στη λήψη μετρήσεων (Τεκμήριο 28).
- Ο Αστ. ΜΚ 10 κατέθεσε επίσης ημερολόγια ενεργείας αναφορικά με συνομιλίες που είχε με την Ιατροδικαστή Δρ. Α. Παπέττα την 26/1/2021 (Τεκμήριο 29), με κάποιον κ. Ν.Γ. την 28/1/2021 (Τεκμήριο 30), με κάποια κα Κ.Σ. (Τεκμήριο 32) και κάποιον κ. Σ.Π. την 29/1/2021 (Τεκμήριο 33). Αναφορά στο περιεχόμενο των συνομιλιών του θα γίνει στη συνέχεια. Στο σημείο αυτό απλώς επισημαίνουμε ότι οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν. Τέλος την 28/1/2021 διενήργησε εξετάσεις στην περιοχή του κυκλικού κόμβου του [Χωριού Α] και την 31/1/2021 στην περιοχή της κατοικίας της γιαγιάς της παραπονουμένης για εντοπισμό κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης χωρίς αποτέλεσμα (Τεκμήριο 31).
- Η Υπαστυνόμος 4774, Κ. Λίλλη (ΜΚ 1) (Έγγραφο Α, η κατάθεση της), χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης κατά τη λήψη της κατάθεσης που έδωσε η παραπονούμενη, την 25/1/2021 (Τεκμήρια 4.1, 4.2 και 4.3, οι ψηφιακοί δίσκοι). Η δήλωση της ανακρίτριας και η συγκατάθεση της μητέρας της παραπονουμένης, ΜΚ 7, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 1, αντίστοιχα. Η Υπαστ. ΜΚ 1 επίσης απομαγνητοφώνησε την οπτικογραφημένη κατάθεση ημερ. 25/1/2021 της παραπονουμένης (Τεκμήριο 5). Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα ότι η διακίνηση των ψηφιακών δίσκων έγινε νομότυπα και ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλοίωση ή μεταβολή σ' αυτούς, ότι η απομαγνητοφώνηση έγινε πιστά και η Υπαστ. ΜΚ 1 ότι έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και ότι ενήργησε εντός του πλαισίου αυτού. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονουμένης, η μητέρα της, ΜΚ 7, ήταν εκτός του χώρου ούτε παρακολουθούσε τη διαδικασία. Η κοινωνική λειτουργός, που ήταν παρούσα, δεν χρειάστηκε να επέμβει, γεγονός που βεβαιώνεται και από την ίδια την οπτικογραφημένη κατάθεση.
- Η Αστ. 303, Σ. Πιτσιλλίδου (ΜΚ 5) (Έγγραφο Ε, η κατάθεση της), την 25/1/2021 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονουμένης (Τεκμήριο 5, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο). Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και ότι έλαβε τις καταθέσεις εντός των πλαισίων αυτών. Παραδεκτό ήταν επίσης ότι έθεσε την υπογραφή της επί των ψηφιακών δίσκων (Τεκμήρια 4.1, 4.2 και 4.3). Δεν αμφισβητείται επίσης ότι έλαβε τις δηλώσεις συνοδού (Τεκμήριο 1) και ανακριτή (Τεκμήριο 2). Από λογαριασμό του κατηγορούμενου στο «Facebook», που είχε υποδειχθεί από τη μητέρα της παραπονουμένης, ΜΚ 7, εντόπισε όχημα με συγκεκριμένο αρ. εγγραφής, το οποίο όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια από το μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας είναι της ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 18, ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 25/1/2021). Η Αστ. ΜΚ 5 δεν αντεξετάστηκε.
- Η Α/Αστ. 4875, Χ. Ιωάννου (ΜΚ 2) (Έγγραφα Β1, Β2 και Β3, οι καταθέσεις της), χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης κατά τη λήψη της κατάθεσης που έδωσε η παραπονούμενη, την 30/1/2021 (Τεκμήρια 8.1, 8.2 και 8.3, οι ψηφιακοί δίσκοι). Η δήλωση της ανακρίτριας και η συγκατάθεση της μητέρας της παραπονουμένης, ΜΚ 7, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7, αντίστοιχα. Η Α/Αστ. ΜΚ 2 επίσης απομαγνητοφώνησε την οπτικογραφημένη κατάθεση ημερ. 25/1/2021 της παραπονουμένης (Τεκμήριο 9). Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα ότι η διακίνηση των ψηφιακών δίσκων έγινε νομότυπα και ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλοίωση ή μεταβολή σ' αυτούς, ότι η απομαγνητοφώνηση έγινε πιστά και η Α/Αστ. ΜΚ 2 ότι έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και ότι ενήργησε εντός του πλαισίου αυτού. Οι συγκαταθέσεις Τεκμήρια 6 και 7 είναι επίσης παραδεκτές.
- Η Α/Αστ. ΜΚ 2, στις 30/1/2021 έλαβε επίσης, καθ' υπόδειξη του Αστ. ΜΚ 10, φωτογραφίες του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 10, δέσμη 8 φωτογραφιών) και στις 6/4/2021 φωτογραφίες του κινητού τηλεφώνου του (Τεκμήριο 12, δέσμη 4 φωτογραφιών). Οι φωτογραφίες 6, 7, και 8 του Τεκμηρίου 10 απεικονίζουν τατουάζ με [ ] στον δεξιό βραχίονα του κατηγορουμένου. Η αναφορά για τατουάζ, σύμφωνα με την Α/Αστ. ΜΚ 2, έγινε από την παραπονούμενη, παρουσία του κ. Κ. Δημητρίου (ΜΚ 3) (Τεκμήριο 11, ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 30/1/2021). Η Α/Αστ. ΜΚ 2 αρνήθηκε υποβολή ότι έγινε επιλεκτική φωτογράφιση μόνο του ενός τατουάζ από τα τρία που έχει ο κατηγορούμενος. Η θέση της ήταν ότι φωτογράφησε αυτό που υπέδειξε ο Αστ. ΜΚ 10 με βάση τα λεχθέντα της παραπονουμένης. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η εμπλοκή του κατηγορουμένου άλλωστε στην υπόθεση δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι το τί συνέβη μεταξύ του και της παραπονουμένης.
- Αντίγραφα των δύο απομαγνητοφωνημένων καταθέσεων της παραπονουμένης παραδόθηκαν στην μητέρα της, ΜΚ 7, την 31/8/2022 από τον Αστ. ΜΚ 10 (Τεκμήριο 3, η απόδειξη παραλαβής).
- Ο κ. Κ. Δημητρίου (ΜΚ 3) (Έγγραφο Γ, η κατάθεση του), είναι ιδιώτης Κλινικός Ψυχολόγος από το 2017 (Τεκμήριο 13, το βιογραφικό του σημείωμα). Είναι παραδεκτό γεγονός ότι έχει διοριστεί ως Οικογενειακός Σύμβουλος στο «Σπίτι του Παιδιού» από το Υπουργικό Συμβούλιο (Τεκμήριο 14, η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ. 20/11/2020). Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στις 30/1/2021 κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας ως Οικογενειακός Σύμβουλος και ήταν παρών στη διαδικασία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονουμένης, ότι παρακολουθούσε τη διαδικασία από διπλανό δωμάτιο και ότι συνυπέγραψε επίσης την συγκατάθεση κηδεμόνα (Τεκμήριο 6). Επιπρόσθετα ήταν παρών στη διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου μέσω ειδικού μονοδρομικού υαλοπίνακα από την παραπονούμενη. Είναι παραδεκτό ότι η παραπονούμενη ρωτήθηκε από την Α/Αστ. 4484 Μ. Κουντούρη (ΜΚ 4) αν ο κατηγορούμενος είχε κάτι χαρακτηριστικό και η παραπονούμενη αναφέρθηκε στο τατουάζ με το [ ] στο χέρι του. Δεν θυμόταν να έγινε αναφορά σε άλλα τατουάζ ούτε γνώριζε ο ίδιος αν είχε 2 ή 3 τατουάζ το χέρι του. Η αναγνώριση έγινε στην παρουσία του πατέρα της παραπονουμένης και της Α/Αστ. 4484 Μ. Κουντούρη (ΜΚ 4). Στο πλαίσιο της συνεργασίας της οικογένειας της παραπονουμένης, η μητέρα της, ΜΚ 7, απευθύνθηκε στον ίδιο για συμβουλή ως προς τη διαχείριση του περιστατικού και της ίδιας.
- Η κατάθεση της Α/Αστ. 4484 Μ. Κουντούρη (ΜΚ 4) (Έγγραφο Δ), έγινε παραδεκτή ως προς την αλήθεια των δηλώσεων που αυτή περιέχει. Η Α/Αστ. ΜΚ 4 είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Επιβεβαίωσε τη διαδικασία αναγνώρισης που έγινε 30/1/2021 από την παραπονούμενη. Όταν πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος, ότι έτυχε αναγνώρισης ανέφερε «Έν έσιει πρόβλημα». Αφού του ζητήθηκε, ανέφερε και το όνομα του. Στη διαδικασία αναγνώρισης από την B.H. (ΜΚ 13), η ΜΚ 13 δεν τον αναγνώρισε. Η Α/Αστ. ΜΚ 4 ακολούθως έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη (Τεκμήριο 9, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο). Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και ότι έλαβε τις καταθέσεις εντός αυτού του πλαισίου. Η Α/Αστ. ΜΚ 4 συνυπέγραψε επίσης τους ψηφιακούς δίσκους, Τεκμήρια 8.1, 8.2 και 8.3 και υπέγραψε ως «συνεντευκτής» τη δήλωση ανακριτή, Τεκμήριο
- Η Α/Αστ. ΜΚ 4 επικοινώνησε με τους γονείς τριών ανήλικων φιλενάδων της παραπονουμένης, για να δώσουν καταθέσεις. Κανένας από τους γονείς τους δεν τους συγκατατέθηκε οπότε και δεν λήφθηκαν καταθέσεις (Τεκμήρια 15, 16 και 17 τα ημερολόγια ενεργείας ημερ. 28/1/2021, 29/1/2021 και 30/1/2021). Είναι παραδεκτό ότι στα εν λόγω ημερολόγια ενεργείας η Α/Αστ. ΜΚ 4 κατέγραψε αυτά που της αναφέρθηκαν από τα εν λόγω πρόσωπα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τους μίλησε τηλεφωνικά και ότι δεν επιβεβαίωσε τις ταυτότητες τους. Τα στοιχεία είχαν δοθεί από την παραπονούμενη.
- Η κα Ζ. Ανδρονίκου, (ΜΚ 12) (Τεκμήριο 35, η έκθεση που ετοίμασε), είναι Κλινική Ψυχολόγος (Τεκμήριο 34, το βιογραφικό της σημείωμα). Είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ψυχολόγων από το
- Εργάζεται στο «Σπίτι του Παιδιού». Δεν αμφισβητήθηκε ότι έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης τόσο στην κλινική ψυχολογία, όσο και σε θέματα που αφορούν την ψυχολογική αξιολόγηση παιδιών με υποψία σεξουαλικής κακοποίησης. Αφού λάβαμε υπόψη τα προσόντα - που δεν έχουν αμφισβητηθεί - και την πείρα της σε συνάρτηση με τη νομική πλευρά του θέματος (βλ. Evangelou a.o. v Ambizas a.o.
(1982)1 CLR 41, 57 - 58) κρίνουμε ότι αυτή είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας σε θέματα της ειδικότητας της και ότι κατέθεσε στο πλαίσιο της εμπειρογνωμοσύνης της. Στο περιεχόμενο της μαρτυρίας της θα αναφερθούμε στη συνέχεια. 29. Η κα B.H. (ΜΚ 13) (Έγγραφα ΙΑ
(1)και
(2), οι καταθέσεις της) και ο κ. R.H. (ΜΚ 14) (Έγγραφο ΙΒ, η κατάθεση του) είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού - ξενώνα στο [Χωριό Β].
- Όσον αφορά τις πιο πάνω ιδιότητες και ενέργειες των μαρτύρων δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση οπότε και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Η. ΕΠΙΔΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΟΥΝ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
- Αποτελεί κοινό τόπο ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν μαζί την νύχτα της 13/1/2021 προς 14/1/
- Δεν τίθεται επομένως οποιοδήποτε ζήτημα ορθής αναγνώρισης του κατηγορούμενου. Με αυτά τα δεδομένα δεν υφίσταται λόγος να γίνει άλλη αναφορά στη μαρτυρία των ΜΚ 3, Α/Αστ. ΜΚ 2 και Α/Αστ. ΜΚ 4, του πατέρα της παραπονουμένης, ΜΚ 8 και στη ΜΚ13, στην έκταση που μαρτυρία τους αφορούσε το ζήτημα αυτό, ως επίσης και στα Τεκμήρια 6 (γραπτή συγκατάθεση κηδεμόνα), 7 (δήλωση ανακριτή), 8.1 - 8.3 (ψηφιακοί δίσκοι) 9 (απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της παραπονούμενης), 10 (φωτογραφίες αναγνώρισης). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΜΚ 13, δεν είχε αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο.
- Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ΜΚ 6 είχαν διευθετήσει τηλεφωνικώς να συναντηθούν. Τη μετέφερε από τον κυκλικό κόμβο του [Χωριού Α] στο [Χωριό Β] με όχημα που οδηγούσε ο ίδιος.
- Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας [ ], χρώματος γκρίζου, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 13/1/21 - 14/1/21, πωλήθηκε σε αυτόν περίπου δεκαπέντε μέρες πριν την 30/1/2021 από τον Θ.Μ., ο οποίος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος. Μέχρι την 30/1/2021 η μεταβίβαση του οχήματος επ' ονόματος του κατηγορουμένου δεν είχε ολοκληρωθεί (βλ. Έγγραφο 1).
- Στο [Χωριό Β] μετέβησαν σε ξενώνα της ιδιοκτησίας των ΜΚ 13 και 14 που είχε κρατηθεί στο όνομα [του κατηγορούμενου]. Η κράτηση έγινε μέσω της ιστοσελίδας «booking.com» (βλ. Τεκμήριο 37, η εκτύπωση της κράτησης) την 13/1/2021 περί τις 12:30 και αφορούσε το βράδυ της ίδιας νύκτας. Προπληρώθηκε διαδικτυακά το ποσό των €
- Ο χρόνος προσέλευσης (check in) καθορίστηκε για τις 19:00 της ίδιας μέρας. Περί τις 17:30 ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε τηλεφωνικώς την κράτηση και έφτασε με την παραπονούμενη στον χώρο του ξενώνα περί ώρα 18:
- Δεν αμφισβητείται ότι η κράτηση έγινε από τον κατηγορούμενο και ότι ήταν αυτός που κατέβαλε το ποσό των €
- Η παραπονούμενη, το βράδυ εκείνο, είχε δηλωθεί ως ελλείπον πρόσωπο από τους γονείς της. Τους είχε αναφέρει ότι θα διανυκτέρευε σε μια φίλη της στο [Χωριό Α]. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η καταγγελία ότι ήταν ελλείπον πρόσωπο και ο εντοπισμός της ήταν μέρος της μαρτυρίας των ΜΚ 7 - 9 και 11 και θα αναφερθούμε σ' αυτά στη συνέχεια. Δεν αμφισβητήθηκε όμως το δεδομένο αυτό.
- Αποτέλεσε επίσης θέση της παραπονουμένης, που έγινε δεκτή από τον κατηγορούμενο, ότι ο κατηγορούμενος όταν επικοινώνησε μαζί της, της είχε πει ότι ονομάζεται «Σ» και ότι ήταν ηλικίας 17 ετών ενώ, τότε, ήταν ηλικίας 32 ετών. Ακολούθως όταν συναντήθηκαν και ενώ ήταν στον ξενώνα της είχε αναφέρει ότι ήταν ηλικίας 25 ετών.
- Για όλα τα πιο πάνω προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.
- Τέλος σημειώνουμε ότι και οι δύο ισχυρίζονται ότι κάποια σεξουαλική πράξη είχε συμβεί μεταξύ τους. Η διαφωνία αφορά τη φύση της, αν δηλαδή υπήρξε κολπική διείσδυση με το πέος του ως η θέση της παραπονουμένης ή αν και οι δύο αυτοϊκανοποιήθηκαν ξεχωριστά παρουσία του άλλου όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Θ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ (ΜΚ 6)
- Στην οπτικογραφημένη κατάθεση της (Τεκμήριο 5, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο), η παραπονούμενη, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την προσέγγισε τηλεφωνικώς 2 - 3 μέρες πριν το επίδικο συμβάν. Ανέφερε ότι μιλούσαν τηλεφωνικώς, περί τις 4 φορές την ημέρα και ότι αντάλλαζαν μηνύματα, το πρώτο, την 12/1/
- Της ανέφερε ότι ήταν ηλικίας 17 ετών, ότι λεγόταν «Σ» και ότι τον αριθμό του τηλεφώνου της τον απέκτησε ρωτώντας κάποιο «περιπτερά» στην [περιοχή της Λευκωσίας] «πας την κουβέντα αν έσιει καμιά μιτσιά να του κανονίσει» (σελ. 5, Τεκμήριο 5). Το εν λόγω πρόσωπο, όπως της ανέφερε ο κατηγορούμενος, έδωσε σ' αυτόν τον αριθμό τηλεφώνου της 2 μέρες μετά.
- Από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχαν προηγηθεί μεταξύ των δύο, δημιουργήθηκε έλξη προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ως το θέτει η παραπονούμενη επακριβώς στην οπτικογραφημένη κατάθεση (σελ. 5, Τεκμήριο 5): «.ελάλε μου πράματα εγελούσα με ξέρω γω τζιαι για αυτό εκαμε με πιο πολλά να πάω μαζί του ας πύμε τούτο το πράμα. Ετράβαμε ας πούμε». Τζιαι μετά είπε μου είμαι ο [Σ] εν μου είπε επίθετο, είπε μου είμαι 17 τζαι ύστερα εκανονίσαμε να βρεθούμε, τζίνο που σας είπα.»
- Διευθέτησαν να συναντηθούν στον κυκλικό κόμβο του [Χωριού Α], όπου την παρέλαβε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε περί ώρα 19:
- Γνώριζε από προηγουμένως ότι θα πήγαιναν σε διαμέρισμα που είχε κλείσει ο κατηγορούμενος για να μείνουν τη νύχτα. Του ανέφερε, από το τηλέφωνο, ότι είχε περίοδο για να το ξέρει «αν έσιει υπόψη του τάχα να» της «έκαμνε κάτι» (σελ. 4, Τεκμήριο 5). Ανέφερε στους δικούς της ότι θα έμενε στην «κολλητή της», τη Β.Β., για να μπορέσει να πάει στο «κοπελλούι» (σελ. 5, Τεκμήριο 5). Ο λόγος που δέχθηκε να μεταβεί στο [Χωριό Β] μαζί του, ανέφερε αντεξεταζόμενη, ήταν γιατί νόμιζε ότι αυτός ήταν 17 ετών και ότι τον έλεγαν «Σ».
- Προφορικά πρόσθεσε ότι όταν είχε μπει στο αυτοκίνητο ζήτησε από τον κατηγορούμενο να επιστρέψουν, αλλά αυτός δεν δέχθηκε. Το γεγονός αυτό το ανέφερε στη ψυχολόγο της. Στην Αστυνομία δεν σκέφτηκε να το πει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν «έφυγε» ή «φώναξε» όταν έφτασαν στο [Χωριό Β], αφού δεν είχε που να πάει. Το σπίτι της ήταν μακριά. Δέχθηκε επίσης ότι κάπνισε τσιγάρο, αρνήθηκε όμως ότι ήταν μαριχουάνα. Το δωμάτιο πλήρωσε ο κατηγορούμενος. Της ανέφερε ότι κατέβαλε €
- Δεν θυμόταν η ίδια να προσφέρθηκε να πληρώσει. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τηλεφωνικώς να προσφέρθηκε. Η ιδέα να κλείσουν δωμάτιο ήταν δική του και η ίδια το αποδέχθηκε.
- Ανέφερε τα ακόλουθα στη συνέχεια στην κατάθεση της ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα (σελ. 4, Τεκμήριο 5) (διατηρούνται η σύνταξη και ορθογραφία): «Μετά είπε μου ότι έκλεισε διαμέρισμα να πάμε στο [Χωριό Β] τζιαι επήαμε τζιαμέ. Ντάξει ήταν μια χαρά. Εκάτσαμε τζιαμέ εμιλήσαμε λίο, μετά επήα στο παράθυρο, εθωρούσα έξω τζιαι ήρτε τζιαι αγκάλιασε με που πίσω τζιαι λαλώ του τι κάμνεις τζιαι λαλεί μου αγκαλιάζω σε, εν θέλεις; Τζιαι λαλώ του όι άφησμε. Τζιαι εν με άφηνε. Μετά εππέσαμε πας το κρεβάτι τζιαι εμασιετού μου, ξέρω γω εχούφτωνεμε τούντο πράμα. Τζιαι έθελε να με φιλήσει αλλά εγώ εν ήθελα τζιαι εκούντησα τον τζιαι νεκατσιούσα βασικά εγώ. Μετά εκατάλαβα ότι κάτι πάει X επειδή έθελε πολλά, εφίλα με τζιαι είπα του ξανά ότι έχω περίοδο, είπα σου το που το τηλέφωνο λαλώ του. Μετά είπε μου εν 25 τζιαι τζιαμέ άρκεψε τζιαι εφοούμουν λιο τζιαι λαλώ του ας πούμε φοούμε γιατί μου είπες είσαι 17 τζιαι τωρά λαλείς μου είσαι
- Το όνομα του είπε μου ε [Σ] Μετά επήα κάτω στην τουαλέτα τζιαι έφκαλα την σερβιέτα, εσκουπίστηκα τζιαι μετά επήα πάνω, τέλος πάντων έφκαλε τα τζιαι έκαμε το με το ζόρι, με το έτσι θέλω ας πούμε. (...) Αυτά.»
- Ανέφερε στην Αστ. ΜΚ 5 ότι δεν ήθελε και ότι «ενεκατσιούσε» (σελ. 10, Τεκμήριο 5). Ανέφερε επίσης ότι (σελ. 10, Τεκμήριο 5) (διατηρούνται η σύνταξη και ορθογραφία): «Μ: Τζιαι ας πούμε σαν το έκαμνε τούντο πράμα έθελα να πιάω το μασιέρι να του το μπήξω, αλήθκεια. Α: Ναι. Τι έκαμες εσύ; Μ: Ε, τάχα ελαλούσα του, εκουντουσα τον τζαι λάλουσα του εν θέλω, αλλα εσυνέχιζε, τζαι σε μια φάση εν ηξέρω γιατί το έπαθα τουντον πράμα, έπαθα τζιήνο το σιοκ τζαι απλά έμεινα...»
- Ο λόγος που προηγουμένως είχε κατέβει και αφαιρέσει τη σερβιέτα ήταν επειδή αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος «ήταν να κάμει κάτι παραπάνω» (σελ. 10, Τεκμήριο 5). Αρνήθηκε εισήγηση ότι μπορούσε να διαφύγει ή να ζητήσει βοήθεια, αναφέροντας, «.δεν ήξερα που να πάω, ούτε τί να κάμω» (σελ. 104 των πρακτικών). Ο λόγος που άλλαξε τη σερβιέτα και σκουπίστηκε ήταν γιατί «. ο άνθρωπος τούτος ο συγκεκριμένος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ήταν να έκαμε τη δουλειά που ήθελε να κάμει» (σελ. 105 των πρακτικών).
- Ο κατηγορούμενος τη «χούφτωνε» και τη φιλούσε και της έλεγε διάφορα, όπως «θέλω να σε γαμήσω» (σελ. 11, Τεκμήριο 5). Της αφαίρεσε τα ρούχα της «σιγά σιγά έτσι με τρόπο» ώστε να μην της «φανεί» (σελ. 11, Τεκμήριο 5). Η ίδια του έλεγε να σταματήσει. Την έπιασε σοκ και δεν αντέδρασε. Ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στην κοιλιά της. Δεν είχε φορέσει προφυλακτικό. Το γεγονός αυτό την άγχωσε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προέβη σε νέα διείσδυση με το πέος του στον κόλπο της οπότε και η ΜΚ 6 αγχώθηκε και άλλο και άρχισε να τον κτυπά. Ακολούθως του ζήτησε χαρτί για να σκουπιστεί, της έφερε και αυτή σκουπίστηκε. Χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του βίαιη αφού τού έλεγε όχι και αυτός συνέχιζε. Δεν θυμόταν να της άφησε σημάδια.
- Ακολούθως η ΜΚ 6 άρχισε να απαντά μηνύματα. Την έψαχναν πολλοί. Είχε λάβει πέραν των 40 κλήσεων. Άρχισε να αγχώνεται επειδή λάμβανε στο κινητό της μηνύματα ότι θα πήγαιναν στην αστυνομία οι δικοί της οι οποίοι την έψαχναν. Είπε στον κατηγορούμενο να πάνε πίσω στο [Χωριό Α] στην περιοχή «Μ». Ακολούθως (σελ. 7, Τεκμήριο 10) (διατηρούνται η σύνταξη και ορθογραφία): «Μετά εκάτσαμε τζιαμέ εμιλήσαμε να δούμε ήντα που να κάμουμε τζιαι ήρτε η αδελφή μου με το κοπελλούι της τζιαι ήρτασην με το αυτοκίνητο τζιαι εκατάλαβα εγώ ότι ήταν κάποιοι δικοί μου τζιαι εγυρεύκα με τζιαι εβουρούσε ο [κατηγορούμενος], εν ηξέρω τάχα για να τους φύουμε. Τζιαι μετά επήαμε πάνω σε μια χωματόστρατα, αλλά είδαν μας τζιαι ήρταν που πίσω μας τζιαι εγώ εχώστηκα πίσω που την καρέκλα τάχα, για να μεν με δούσιν γιατί αγχώθηκα, εσκεύτουμουν ήντα που να γίνει τζιαι ξέρω γω, τάχα εσκεύτουμουν ότι είσαι μες το αυτοκίνητο του κοπελουθκιού τζιαι εν ήξερα ήντα που να τους πω ας πούμε, οπόταν εχώστηκα τζιαι η αδελφή μου έπιαε τα νούμερα του αυτοκινήτου τζιαι ο φίλος της αρφής μου ερώτησεν τον αν είδε καμιά μιτσιά ξέρω γω να κυκλοφορά τζιαι απλά είπε του όι τζιαι έφυασιν.»
- Ερωτηθείσα ως προς το τι σκεφτόταν τη δεδομένη στιγμή απάντησε (σελ. 12, Τεκμήριο 5) (διατηρούνται η σύνταξη και ορθογραφία): «Α: Άρα τούτον ήταν πριν τες τρεις το πρωί που πήες σπίτι; ΟΚ . Τζαι πως τζαι φύετε που τζιαμέ τζαι επήες σε κάτι [Μ] που μου είπες; Μ: Επειδή είπασιν ότι ήταν εννα φέρουν αστυνομία, Α: Α Μ: τζαι γω αθυμούμουν ότι με ένα άλλο περιστατικό, είσιεν χαθεί ένας φίλος μου. Α: Μμ Μ: Ε τάχα βρίσκουν σε που το τηλέφωνο, τζαι γω είπα του ότι βρίσκουν σε που το τηλέφωνο, οπόταν φύε με ας πούμεν που δαμε, τζαι επήα μεν [Μ]. Α: Μμ Μ: Ναι Α: ΟΚ. Εσύ [παραπονούμενη] μου είπες μου ότι εν ήθελες να γίνει τούντο πράμα. Μμ; Οκ. Μετά που σε πιάνναν τηλέφωνο, επιάνναν σε τηλέφωνο, εγυρέφκαν σε τζαι είπες του τούντο πράμα ότι μπορεί να με έβρουν, που ήξερες που τον φίλο σου τζαι επήετε εις τες [Μ], πως ένιωθες τζιήντην ώρα που ήσουν μαζί του; Μ: Ε, Εθελα να φύω ας πούμε... Α: Μμ Μ: Αλλά εσκέφτουμουν τζαι τζιήνο το πού να πάω τωρά ας πούμε.»
- Μετά θυμήθηκε ότι είχε μια κολλητή, τη Δ.Δ., στο [Χωριό Β] οπότε και ζήτησε να τη μεταφέρει εκεί. Δεν θυμόταν να ζήτησε του κατηγορούμενου να τη μεταφέρει στη γιαγιά της στο [Χωριό Γ] και ότι αρνιόταν μετά να εξέλθει του οχήματος. Στη Δ.Δ., ανέφερε, όλα όσα συνέβησαν.
- Η παραπονούμενη δεν μίλησε για το τι συνέβη στην οικογένεια της γιατί ντρεπόταν ούτε ήξερε πως θα αντιδράσουν. Η οικογένεια της το έμαθε αφού μίλησε σε μια γνωστή της (που δεν είναι φίλη της), την Ε.Ε. Η μητέρα της Ε.Ε. μίλησε με τη μητέρα της παραπονουμένης, ΜΚ
- Ως προς την ηλικία του κατηγορουμένου ανέφερε ότι αυτός δεν φαινόταν 17 ετών. Όταν της ανέφερε ότι ήταν 25 ετών της φάνηκε λογικό. Αυτό εννοούσε όταν στην κατάθεση της ανέφερε, «25 κάμνει μου» (σελ. 14, Τεκμήριο 5). Η ίδια του είχε πει την ηλικία της τηλεφωνικώς. Αρνήθηκε εισήγηση ότι αποκάλυψε την ηλικία της αφότου είχε λάβει επανειλημμένες κλήσεις από τους δικούς της. Δέχθηκε ότι του είπε ότι εργαζόταν σε νηπιαγωγείο, δεν του άφησε να νοηθεί ότι ήταν τουλάχιστον 18 ετών και ότι οδηγούσε. Σε νηπιαγωγείο δούλευε, ανέφερε, αφού βοηθούσε τη μητέρα της, όποτε δεν πήγαινε σχολείο. Αρνήθηκε ότι η αναφορά της προς τον κατηγορούμενο ήταν ψευδής. Μαζί του ο κατηγορούμενος είχε φέρει τσάντα (όπως τη σχολική) και είχε μέσα τρόφιμα. Της είχε πει ότι θα πήγαινε δουλειά την επομένη.
- Σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος ήταν φίλος στο «Facebook» κάποιου φίλου του πατέρα της, ΜΚ
- Την προηγούμενη που θα έδιδε κατάθεση στην αστυνομία η παραπονούμενη, κάποιος φίλος του κατηγορούμενου είπε σε φίλο του πατέρα της ότι ο κατηγορούμενος κατείχε βίντεο της παραπονουμένης και ότι αν πήγαιναν αστυνομία θα το δημοσίευε. Η ίδια δεν αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να τη βιντεογραφούσε.
- Αρνήθηκε ότι κατήγγειλε τον κατηγορούμενο λόγω πιέσεων που δέχθηκε από τους δικούς της. Δεν θυμόταν αν μετά που είχε φύγει του τηλεφωνούσε και του έλεγε «έλα πίσω».
- Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν είχαν σεξουαλική επαφή αλλά ότι και οι δύο αυτοϊκανοποιήθηκαν, έτυχε σαφούς άρνησης από την παραπονούμενη.
- Η σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο, δεν αποτελούσε την πρώτη της σεξουαλική επαφή. Αποτέλεσε επίσης μέρος της μαρτυρίας της ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στο σχολείο (κλάδος [ ]) και ότι είχε σημειώσει πολλές απουσίες. Σύμφωνα με την ίδια, είχε αντιμετωπίσει κάποια προβλήματα με κορίτσια στο σχολείο της.
- Τέλος, κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης έγινε κατάθεση εκτυπώσεων στιγμιότυπων από βίντεο (screenshots) από αναρτήσεις της παραπονουμένης στο «Tik Tok» (Τεκμήρια 19 και 20) την 31/1/
- Πρόκειται για αυτοφωτογραφίες (selfies) της παραπονουμένης.
- Όπως έχει αναφερθεί από την Α/Αστ. ΜΚ 4 (Τεκμήρια 15, 16 και 17) καμία από τις φίλες της παραπονουμένης, δηλαδή η Β.Β., η Δ.Δ. και η Ε.Ε. δεν προσήλθαν να δώσουν καταθέσεις αφού οι γονείς τους δεν έδωσαν συγκατάθεση.
- Η παραπονούμενη προφορικά ανέφερε ότι δεν θυμόταν, λόγω της παρέλευσης 2 ετών, να έχει οποιεσδήποτε κακώσεις. Ούτε εξετάστηκε από ιατρό. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 26/1/2021 (Τεκμήριο 29) που τήρησε ο Αστ. ΜΚ 10, η Δρ. Α. Παπέττα του ανέφερε ότι δεδομένης της ρήξης του παρθενικού υμένα (από προηγούμενη επαφή) και επειδή είχαν μεσολαβήσει κάποιες μέρες μέχρι την καταγγελία δεν θα εντοπίζονταν κακώσεις ή εκδορές. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ (ΜΚ 7)
- Η ΜΚ 7 κατήγγειλε στην Αστυνομία την 13/1/2021 ότι η παραπονούμενη ήταν ελλείπον πρόσωπο. Την 14/1/2021, περί ώρα 23:40 - 00:20, η ΜΚ 7 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (Έγγραφο ΣΤ2). Ανέφερε ότι η ίδια είχε μεταφέρει την παραπονούμενη στο σπίτι της φίλης της, Β.Β. Προφορικά διόρθωσε λέγοντας ότι ήταν ο σύζυγος της που τη μετέφερε περί 18:30 στο σπίτι της Β.Β. Η παραπονούμενη της είπε ότι θα πήγαινε περπάτημα, κάτι το οποίο έκανε επί καθημερινής βάσεως. Μετά από 1½ ώρα, περίπου, η ΜΚ 7 τηλεφώνησε στην παραπονούμενη χωρίς ανταπόκριση. Δοκίμασε αρκετές φορές πάλι χωρίς ανταπόκριση. Ακολούθως τηλεφώνησε της Β.Β. Η Β.Β. της είπε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν στην τουαλέτα. Η ΜΚ 7 της είπε ότι θα ανέμενε στη γραμμή για να της μιλήσει, όμως η κλήση τερματίστηκε. Η ΜΚ 7 ανησύχησε οπότε και μετέβη στο σπίτι της Β.Β. Η Β.Β. της είπε ότι η παραπονούμενη δεν ήταν εκεί και ότι πήγε περίπατο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν φυσιολογικό να της τηλεφωνήσει. Δεν ήταν γιατί δεν την εμπιστευόταν. Ζουν σε χωριό στα βουνά με γκρεμούς, ήταν φυσιολογικό να ανησυχήσουν, ανέφερε, αν δεν απαντούσε στις κλήσεις τους.
- Η ΜΚ 7 άρχισε να ψάχνει την παραπονούμενη στο χωριό για να τη βρει. Ταυτόχρονα της έστελνε μηνύματα λέγοντας της ότι ανησυχεί «με αυτά που κάνει», ότι ο πατέρας της θύμωσε και ότι πρέπει να επιστρέψει σπίτι. Μετά από λίγο η παραπονούμενη της έστειλε μήνυμα λέγοντας της ΜΚ 7, «άισμε ήσυχη, εννά πάω στην [Β.Β.], και αύριο στην γιαγιά». Η ΜΚ 7 συνέχισε να της στέλνει μηνύματα ρωτώντας την συνέχεια που είναι, ότι ανησυχεί και της έλεγε να πάει στη Β.Β. και να πάει η ίδια να την παραλάβει. Το τελευταίο μήνυμα στο οποίο της απάντησε η παραπονούμενη ήταν στις 22:
- Ήταν η πρώτη φορά που η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι χωρίς εξήγηση.
- Στην κατάθεση της ημερομηνίας 25/1/2021 (Έγγραφο ΣΤ1), η ΜΚ 7, ανέφερε ότι έστειλαν της παραπονουμένης μήνυμα ότι πήγαν στην αστυνομία. Η παραπονούμενη τελικά απάντησε σε κλήση του φίλου της ΜΚ 9, ΜΚ 11 και τους είπε ότι ήταν στη Δ.Δ. στο [Χωριό Β]. Η ΜΚ 7 διευκρίνισε ότι ήταν παρούσα όταν απαντήθηκε η κλήση. Μετέβησαν εκεί οι ΜΚ 9 και ΜΚ 11 και την έφεραν σπίτι. Στο σπίτι η παραπονούμενη μίλησε με ένα από τους δύο αστυνομικούς, ο οποίος τους ανέφερε ότι είναι καλύτερα να την αφήσουν να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί και να μην την πιέσουν. Προφορικά ανέφερε ότι η παραπονούμενη όταν ήρθε σπίτι «.το ύφος που κρατούσε ήταν, ήταν χαμένη, ήταν... είσιε το βλέμμα της έτσι λλίον πολλά άστοχο, δηλαδή δεν μας κοίταζε εμάς, κοιτούσε αλλού τζιαί μπήκε στο δωμάτιο της. Ήταν φοβισμένη» (σελ. 144 των πρακτικών). Δεν τους μίλησε εκείνο το βράδυ.
- Την επομένη η παραπονούμενη της είπε ότι απλώς «έκανε γυρούς» και ότι πήγε πεζή στη φίλη της στο [Χωριό Β]. Η ΜΚ 7 δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αλλά δεν ήθελε να την πιέσει. Η παραπονούμενη είχε δεχθεί εκφοβισμό στο σχολείο, είχε προβλήματα και ήταν «κλεισμένη στο σπίτι συνέχεια». Μετά από μία εβδομάδα μια φίλη της, η [Ζ.Ζ.], της ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε κλείσει διαμέρισμα στο [Χωριό Β] και είχε διαμείνει με «ένα νεαρό άντρα». Αυτά είχε πει σε μια φίλη της την Ε.Ε. που διαμένει δίπλα από τη γιαγιά της παραπονουμένης στο [Χωριό Γ]. Η ΜΚ 7 ανέφερε τα ακόλουθα στην κατάθεση της ημερ. 25/1/2021 (Έγγραφο ΣΤ1): «Εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω αυτό και της είπα ότι μπορεί απλά να τα είπε έτσι για να περηφανευτεί στην κοπέλα αυτή. Παρόλα αυτά μετά που πήγα σπίτι μίλησα με την [παραπονούμενη] για το τι συνέβηκε όταν έλειπε από το σπίτι. Η [παραπονούμενη] επέμενε στην ιστορία της και εγώ θύμωσα και της είπα ότι άλλα είπε στην [Ε.Ε.]. Παρόλα αυτά δεν μου είπε τίποτε. Όταν επέστρεψε το σπίτι η μεγαλύτερη μου κόρη της είπα τι έμαθα και τότε αυτή πήρε την [παραπονούμενη] για να πάνε βόλτα για να μιλήσουν. Μετά η [ΜΚ 9] χωρίς να μας πει πολλές λεπτομέρειες. Μας είπε ότι η [παραπονούμενη] είχε συναντηθεί με κάποιο [τον κατηγορούμενο] σύμφωνα με τα στοιχεία που άφησε στο διαμέρισμα που έκλεισε στο [Χωριό Β]».
- Σύμφωνα με το ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 29/1/2021 (Τεκμήριο 32), που κατέθεσε ο Αστ. ΜΚ 10, η Ζ.Ζ., γνώριζε μόνο όσα της ανέφερε η Δ.Δ. η μητέρα της Ε.Ε. Η Ε.Ε. φέρεται να είχε πει στη μητέρα της ότι η παραπονούμενη είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με κάποιον «Σ» που αν και είχε πει στην παραπονούμενη ότι ήταν νεαρός δεν ήταν «τόσο νεαρός». Η Ζ.Ζ. αν και επιβεβαίωσε τη συνομιλία που είχε με τη ΜΚ 7 δεν ήταν πρόθυμη να δώσει κατάθεση (βλ. ημερολόγιο ενεργείας, Τεκμήριο 32).
- Ακολούθως τον έψαξαν στο «Facebook» και εντόπισαν τα στοιχεία του. Ήταν γνωστός κάποιου φίλου τους με το όνομα Σ.Σ. Επίσης, από τον κουμπάρο τους, έμαθαν στοιχεία για την εργασία του. Ανέφερε επίσης τα ακόλουθα στην κατάθεση της ημερ. 25/1/2021 (Έγγραφο ΣΤ1): «Να σου πω ότι προχτές μου τηλεφώνησε ο κουμπάρος μου ο [Ν] και μου είπε ότι τον ενημέρωσε κάποιος γνωστός του ότι ο [κατηγορούμενος] απειλεί ότι εάν προχωρήσουμε σε καταγγελία θα δημοσιεύσει βίντεο με την [παραπονούμενη]. Η [παραπονούμενη] από ότι μου είπε το κινητό του εκείνη την νύχτα το είχε βάλει κάπου στο δωμάτιο με την κάμερα να κοιτάζει στο ταβάνι, δεν ξέρει εάν υπάρχουν βίντεο ή φωτογραφίες.»
- Προφορικά η ΜΚ 7 ανέφερε ότι εργάζεται ως σχολική βοηθός και ότι η παραπονούμενη τη βοηθά τα καλοκαίρια. Μετά το συμβάν η παραπονούμενη «. ήταν ένα μωρό γεμάτο νεύρα, άγχος, τύψεις.» (σελ. 145 των πρακτικών). Γνώριζε ότι η παραπονούμενη είχε παλαιότερα σεξουαλική επαφή. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ (ΜΚ 8)
- Ο πατέρας της παραπονουμένης, ΜΚ 8, επιβεβαίωσε στην κατάθεση του ημερ. 28/1/2021 (Έγγραφο Ζ1) ότι μετέφερε την παραπονούμενη στο σπίτι της Β.Β.ς, όπου και αυτή θα διανυκτέρευε. Προφορικά συμπλήρωσε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που θα διανυκτέρευε στη φίλη της.
- Όταν ανακάλυψαν με τη σύζυγο του ότι η παραπονούμενη δεν ήταν εκεί και αφού δεν ανταποκρίνονταν στις κλήσεις τους, κατήγγειλαν στην Αστυνομία ότι έλειπε αδικαιολόγητα από το σπίτι της. Η παραπονούμενη ανταποκρίθηκε τελικά «κατά τις δύο παρά τα ξημερώματα» σε κλήση του ΜΚ
- Ο ΜΚ 11 και η ΜΚ 9 μετέβησαν στο [Χωριό Β] όπου και την παρέλαβαν από το σπίτι της φίλης της, τη Δ.Δ. Η παραπονούμενη δεν τους είπε τίποτε για το τί συνέβη ή με ποιον ήταν το συγκεκριμένο βράδυ. Προφορικά συμπλήρωσε ότι το βράδυ εκείνο η παραπονούμενη φαινόταν ταραγμένη και συγχυσμένη. Παραπονέθηκε ότι «είσιε κάτι μαυράδες εδώ στα χέρια της», αλλά δεν θεωρήθηκε σκόπιμη οποιαδήποτε ιατρική εξέταση αφού ούτε η ίδια δεν ήξερε το λόγο ύπαρξης τους. Η ίδια η παραπονούμενη δεν ήθελε να πάει σε γιατρό ή γυναικολόγο.
- Μετά από 2 - 3 μέρες η ΜΚ 9 του είπε ότι η παραπονούμενη ήταν με ένα 33χρονο άντρα με τον οποίο είχε σεξουαλική επαφή. Διαπίστωσε στη συνέχεια ότι είχαν κοινό γνωστό. Μέσω του κουμπάρου του έμαθαν ότι το όχημα που οδηγούσε και τους αρ. εγγραφής του οποίου είχε πιάσει η ΜΚ 9 ήταν δικά του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ 8 ανέφερε τα ακόλουθα στην κατάθεση του: «Εγώ ενημέρωσα και τον [Γ] και τον [Ν] για το τι έγινε εκείνο το βράδυ με αυτό τον [κατηγορούμενο] και την κόρη μου. Ο [Γ] ο οποίος είχε επαφή με αυτό τον [κατηγορούμενο] και αρχικά μου είπε ότι ο [κατηγορούμενος] νόμιζε πως η κόρη μου είναι 21 χρονών αφού έτσι του είπε. Τότε του είπα ότι η κόρη μου είναι 15 και δεν φαίνεται ως
- Αυτός ο [Γ], δεν θυμάμαι αν μου το είπε ο ίδιος ή αν μου το μετάφερε ο κουμπάρος μου ο [Ν] μέσω του, τέλοσπάντων μου μετέφερε μήνυμα από τον [κατηγορούμενο] ότι σε περίπτωση που τον καταγγείλω στην Αστυνομία θα δημοσιεύσει στο facebook βίντεο που κατέχει με την κόρη μου. Μετά από κάποιες μέρες, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ο φίλος μου ο [Ν] μου είπε ότι ο [κατηγορούμενος] ανάφερε ότι πήγε πέντε φορές με την κόρη μου, ενώ όταν είπα στο [Γ] ότι καταγγείλαμε την υπόθεση του είπε ότι δεν πήγε τελικά μαζί της εκείνο το βράδυ επειδή ήταν αδιάθετη. Μετά από αυτό το περιστατικό βλέπω την κόρη μου την [παραπονούμενη] πολύ νευρική και συγχυσμένη. Είναι συνεχώς αναστατωμένη και σε ένταση.»
- Σε ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 28/1/2021 (Τεκμήριο 30) που κατέθεσε ο Αστ. ΜΚ 10, ο Ν του ανέφερε ότι όντως συνομίλησε με τους γονείς της παραπονούμενης και τους είχε αναφέρει την απειλή δημοσίευσης βίντεο που είχε γίνει μέσω τρίτου προσώπου από τον κατηγορούμενο, δεν ήταν όμως διατεθειμένος να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ (ΜΚ 9)
- Η ΜΚ 9 (Έγγραφο Η, κατάθεση της) ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ ήρθε σπίτι τους ο φίλος της, ΜΚ 11, λίγο πριν την 21:00, για να διανυκτερεύσει. Λίγο αργότερα η μητέρα τους, ΜΚ 7, της ανέφερε ότι η παραπονουμένη δεν ανταποκρινόταν σε τηλεφωνικές της κλήσεις ή μηνύματα, ενώ η φίλη της Β.Β., στην οποία θα διανυκτέρευε προέβαλλε δικαιολογίες. Αφού ανησύχησαν, η μητέρα τους μετέβη στην οικία της Β.Β. χωρίς να εντοπίσει την παραπονούμενη. Συνέχισαν να προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί της τηλεφωνικώς και με μηνύματα χωρίς ανταπόκριση. Η παραπονούμενη σε κάποια στιγμή της απάντησε «μονολεκτικά», οπότε και η ΜΚ 9 της έστειλε μήνυμα ότι θα απευθυνθούν στην Αστυνομία για εντοπισμό της.
- Ενώ οι γονείς τους πήγαν στην Αστυνομία, η ίδια με το φίλο της, ΜΚ 11, αποφάσισαν να ψάξουν να την βρουν. Η ώρα ήταν προχωρημένη, ήταν με την εντύπωση όμως ότι ήταν πριν τα μεσάνυχτα. Αφού έψαξαν στο [Χωριό Α] κατευθύνθηκαν στην περιοχή «Μ», περιοχή στην οποία άρεσε στην παραπονούμενη να συχνάζει. Εκεί είδαν ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου μόλις τους είδε «άρχισε να φεύγει», με ταχύτητα, σε ανηφορικό χωματόδρομο. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε η ΜΚ 9 (σελ. 2, Έγγραφο Η): «. τον ακολουθήσαμε και πήγε σε ένα παράπλευρο ανηφορικό χωματόδρομο. Πήγαμε δίπλα του και κατέβασα το παράθυρό μου. Ο [ΜΚ 11] τον ρώτησε αν είδε στην περιοχή κάποιαν μιτσιά. Αυτός είπε ότι δεν είδε κάτι. Στην ερώτησή του αν είναι σίγουρος ήταν καταφατικός. Δεν πρόσεξα κάποιον άλλο μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν βέβαια σκοτεινά».
- Όπως έχει αναφερθεί δεν αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εν λόγω οδηγός και ότι στο όχημα επέβαινε η παραπονούμενη. Η ΜΚ 9 αρνήθηκε εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα μετά από παρότρυνση της παραπονουμένης. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να κρύφτηκε η αδελφή της από φόβο για να μην έχει αντίκτυπο.
- Ακολούθως πήγαν στο σπίτι της Β.Β. κατόπιν οδηγιών της Αστυνομίας. Ο Αστυνομικός ζήτησε και μίλησε με τη Β.Β. Η Β.Β. τους ανέφερε ότι είχε αναπάντητη κλήση από την παραπονούμενη. Ακολούθως πήγαν στο σπίτι τους. Κάποια στιγμή (σελ. 2, Έγγραφο Η): «.η [παραπονούμενη] τηλεφώνησε στο [ΜΚ 11] και σε κάποια φάση τον ρώτησε αν είμαι μαζί του και της είπε ότι δεν ήταν γιατί φοβήθηκε ότι πιθανόν να το κλείσει. Ακολούθως η [παραπονούμενη] με πήρε τηλέφωνο στο κινητό μου και μου είπε ότι είναι στη φίλη της [Δ.Δ.] που είναι στο [Χωριό Β] και την ρώτησα αν θέλει να πάω να την πάρω στη γιαγιά πράγμα που δέχτηκε. Όταν πήγα εκεί την έπεισα και γυρίσαμε στο σπίτι».
- Σύμφωνα με τη ΜΚ 9, ο λόγος που η [παραπονούμενη] φοβόταν να επιστρέφει στο σπίτι ήταν επειδή είχε πολλές αναπάντητες κλήσεις και φοβόταν ότι θα της θύμωναν οι γονείς τους. Η παραπονούμενη εκείνη τη νύχτα «φαινόταν οκ, δεν έδειξε κάτι περίεργο και δεν» της «είπε που ήταν». Προφορικά συμπλήρωσε ότι «.εν είσιε δείξει κάποιο σημάδι για το συμβάν το οποίο είχε γίνει. Δηλαδή ήταν λλίον αμίλητη, λλίον φοβισμένη αλλά εν είσιε αναφέρει κάτι, εν είδα κάποιον θυμό για παράδειγμα. Απλά εν εμίλαν» (σελ. 183 των πρακτικών). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν σε «σοκ».
- Σε συζήτηση που είχαν η παραπονούμενη της είπε τα ακόλουθα (σελ. 2, Έγγραφο Η): «Όταν την ρώτησα αν βρέθηκε με κάποιο αγόρι μου είπε ότι βρέθηκε με ένα αγόρι από την [περιοχή της Λευκωσίας]. Την ρώτησα αν οδηγούσε εφόσον βρέθηκε από στο [Χωριό Α] στο [Χωριό Β] και μου είπε ότι οδηγούσε και μου είπε ότι είναι 17 χρονών. Την ρώτησα αν έκαναν κάτι μεταξύ τους και μου είπε ότι δεν έκαναν.»
- Στο σπίτι της μίλησε και Αστυνομικός. Τις επόμενες μέρες η παραπονούμενη αρνείτο να δώσει λεπτομέρειες στους γονείς της και ήταν αντιδραστική. Η μητέρα της την παρακάλεσε να της μιλήσει ιδιαιτέρως. Πήγαν μαζί βόλτα και η παραπονούμενη της είπε τα ακόλουθα (σελ. 2 - 3, Έγγραφο Η): «Πήγαμε μαζί βόλτα και τότε μου είπε ότι αρχικά της είπε στο τηλέφωνο ότι είναι 17 ενώ μετά όταν βρέθηκαν της είπε ότι είναι
- Μου είπε ότι της ανάφερε ότι ονομάζεται [Σ] και μου είπε ότι την πήρε με το αυτοκίνητο σε ένα σπιτούι στο [Χωριό Β] για μείνουν. Αρχικά μου είπε ότι απλά την άγγιξε και εκείνη τον έσπρωχνε πίσω. Και μου είπε ότι ήταν και με την περίοδό της. Μου είπε ότι ο ΜΚ 11 είδε το άτομο αυτό στο [Χωριό Α]. Ήταν το αυτοκίνητο που βρήκαμε στην περιοχή [Μ] στον χωματόδρομο και όταν την ρώτησα γιατί πήγαν εκεί μου είπε ότι σκέφτηκαν ότι θα εντοπιστούν από τα μηνύματα που ανταλάσαμε ενώ βρίσκονταν στο σπιτάκι στο [Χωριό Β] και φοβήθηκαν. Την ίδια μέρα αφού γυρίσαμε σπίτι και είχε και πάλι συνομιλία για το συμβάν με τους γονείς μου την ξαναπήρα και συνομιλήσαμε πιο private και μου αποκάλυψε ότι παρόλο που ήταν το βράδυ εκείνο με την περίοδό της ο [Σ] ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέλησή της. Μου είπε ότι την έσπρωχνε για να πετύχει τον σκοπό του».
- Προφορικά συμπλήρωσε ότι της είχε πει ότι ήταν απότομος και ότι είχε πεί στην παραπονούμενη «αν με μπλέξεις κόρη μιτσιά εν να σε σκοτώσω» (σελ. 184 των πρακτικών) ή κάτι ανάλογο.
- Η ΜΚ 9 επισκέφθηκε το υποστατικό στο [Χωριό Β] και έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάνει την κράτηση. Επισκέφθηκε και το περίπτερο στην [περιοχή της Λευκωσίας] και έμαθε ότι τα πρωινά εκεί εργαζόταν κάποιος άνδρας. Ο Αστ. ΜΚ 10 στο πλαίσιο διερεύνησης συνομίλησε με τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου ο οποίος αρνήθηκε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο ή ότι «έδωσε σε κάποιον τηλέφωνο που να ανήκει σε νεαρή κοπέλα» (Τεκμήριο 33, ημερ. ενεργείας 29/1/2021).
- Αρνήθηκε εισήγηση ότι πίεσαν οικογενειακώς την παραπονούμενη να προβεί σε καταγγελία. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ 11
- Ο ΜΚ 11 (Έγγραφο Ι, η κατάθεση του) ανέφερε τα ίδια με τη ΜΚ 9 όσον αφορά τις ενέργειες που έκαναν για εντοπισμό της παραπονουμένης και τη συνομιλία που είχαν με τον κατηγορούμενο στην τοποθεσία «Μ». Δεν γνώριζε αν η παραπονούμενη ήταν στο αυτοκίνητο και ότι κρυβόταν, ούτε είχε μιλήσει μαζί της γι' αυτό. Επιβεβαίωσε επίσης ότι η Β.Β. είχε αναπάντητη κλήση από την παρπονούμενη όταν μετέβησαν στο σπίτι της αργότερα το επίδικο βράδυ. Ακολούθως επέστρεψαν στο σπίτι της παραπονούμενης. Εκεί ήρθαν και δύο αστυνομικοί. Στη συνέχεια ο ΜΚ 11 έστειλε μήνυμα της παραπονουμένης. Του απάντησε ότι είναι καλά. Τη ρώτησε «με αστείο τρόπο» για να την καταφέρει να του πει που είναι και αν θέλει βοήθεια. Τη ρώτησε επίσης τι ώρα θα επέστρεφε σπίτι και του είπε ότι θα επέστρεφε την επομένη. Σε ερώτηση του αν αυτή φοβόταν τον πήρε τηλέφωνο. Του είπε ότι ήταν με μια φίλη της και τον ρώτησε αν ήταν με τη ΜΚ
- Της απάντησε αρνητικά γιατί πίστευε ότι θα του «το έκλεινε». Μετά τη συνομιλία τους η παραπονούμενη κάλεσε τη ΜΚ 9 και της είπε ότι ήταν στο σπίτι μιας φίλης της στο [Χωριό Β]. Μαζί με τη ΜΚ 9 πήγαν εκεί και την έφεραν πίσω σπίτι. Ως προς το τί παρατήρησε είπε τα ακόλουθα (σελ. 2, Έγγραφο Ι): «Όταν πήραμε την [παραπονούμενη], αυτή μου φάνηκε μια χαρά και από ότι θυμούμαι η [παραπονούμενη] μας είπε ότι συναντήθηκε με ένα αγόρι, από την [περιοχή της Λευκωσίας]. Μετά που πήγαμε σπίτι η [παραπονούμενη] μίλησε και με τους γονείς της, αλλά και με την Αστυνομία, αλλά δεν άκουσα τί είπαν. Πριν από δυο με τρείς μέρες η [ΜΚ 9] μου είπε ότι η [παραπονούμενη] της είπε ότι την ημέρα που έλειπε από το σπίτι, βρέθηκε μ' έναν άντρα πολλά πιο μεγάλο σε ηλικία από αυτήν και ότι είχαν σεξουαλική επαφή».
- Προφορικά συμπλήρωσε ότι (σελ. 233 των πρακτικών): «. δεν αντιλήφθηκα κάποια συναισθήματα, δηλαδή ήταν απλώς υπήρχε τζιαμέ, δεν αντιλήφθηκα ούτε χαρά, ούτε κάποια λύπη, ούτε... δεν μου έδωκε κάτι να καταλάβω, ήταν απλώς τζιαμέ φυσιολογική».
- Δεν γνώριζε τι είπε η παραπονούμενη στην Αστυνομία εκείνο το βράδυ, ούτε γνώριζε το λόγο που η αυτή δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις των γονιών της και της αδελφής της. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΥ (ΜΚ 12)
- H MK 12 (Τεκμήριο 35, η έκθεση της) ανέφερε ότι στα καθήκοντα της περιλαμβάνονται η ψυχολογική αξιολόγηση, συγγραφή εκθέσεων, η θεραπεία παιδιών, συμβουλευτική γονέων, η παρουσίαση σε ψυχοεκπαιδευτικά και βιωματικά εργαστήρια, η συμμετοχή της στη διϋπηρεσιακή πολυθεματική συνάντηση, καθώς και η παρουσία της σε συνέδρια που έχουν να κάμουν με την πρόληψη και ενημέρωση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Μέχρι σήμερα είχε συνεργασία (για σκοπούς αξιολόγησης με υποψία σεξουαλικής κακοποίησης) με 87 περιστατικά, εκ των οποίων, τα 55 αφορούσαν τη ψυχολογική αξιολόγηση παιδιών και 32 τη θεραπεία.
- Η ψυχολογική αξιολόγηση, ανέφερε, αντιστοιχεί σε μια συνολική εκτίμηση της λειτουργικότητας του παιδιού τόσο σε γνωστικό, όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Είναι μια επιστημονική διαδικασία διερεύνησης της ψυχικής κατάστασης του ατόμου, με στόχο τη διάγνωση της ψυχικής του οργάνωσης, συμπεριφορών και σχέσεων.
- Της ανατέθηκε η ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονουμένης, μετά από αίτημα της Αστυνομίας προς το «Σπίτι του Παιδιού». Έγιναν επτά συναντήσεις, πέντε με την παραπονούμενη και δύο με τους γονείς. Από τους γονείς, στην μια συνάντηση, έλαβε το ιστορικό της παραπονουμένης και στην άλλη, τους ανακοίνωσε τα αποτελέσματα. Με την παραπονούμενη πραγματοποιήθηκε σειρά ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση ήταν η ημιδομημένη κλινική συνέντευξη και η διερευνητική παρατήρηση. Λήφθηκαν υπόψη επίσης, πληροφορίες από την κα Π.Θ. από την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας («ΥΕΨ») η οποία συνεργάστηκε με την ανήλικη.
- Όπως ανέφερε, ψυχοδιαγνωστική συνέντευξη αφορά τη συζήτηση μεταξύ του αξιολογητή και του αξιολογούμενου με συγκεκριμένο στόχο. Μέσα από αυτή τη συνέντευξη συλλέγουν πληροφορίες και στοιχεία τα οποία είναι σημαντικά και απαραίτητα για τη διαμόρφωση της ψυχικής εικόνας του παιδιού, ούτως ώστε να έχουν μια ολοκληρωμένη εκτίμηση και διάγνωση του ατόμου. Η συνέντευξη μπορεί να είναι δομημένη, με έτοιμες ερωτήσεις, ή μη δομημένη, με ελεύθερη αφήγηση. Στην περίπτωση της παραπονουμένης χρησιμοποιήθηκε η ημιδομημένη συνέντευξη γιατί θα βοηθούσε στη συλλογή περισσοτέρων πληροφοριών και λεπτομερειών αφού αφήνεται το παιδί να αναπτύξει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Κατά τη διάρκεια της ψυχοδιαγνωστικής συνέντευξης λαμβάνονται υπόψη και η κλινική παρατήρηση και τα μη λεκτικά μηνύματα όπως είναι η μη λεκτική επαφή, οι εκφράσεις του προσώπου, η διακύμανση στο συναίσθημα και η στάση του σώματος του παιδιού. Ο σκοπός των ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων είναι να αξιολογηθεί η παρούσα ψυχική κατάσταση του παιδιού δηλαδή, τη συγκεκριμένη περίοδο της αξιολόγησης.
- Εξήγησε πως η λήψη του ιστορικού χρησιμοποιείται ως ένα επιπρόσθετο εργαλείο, το οποίο δίνει σημαντικές πληροφορίες όσον αφορά το περιβάλλον, στο οποίο έχει μεγαλώσει ένα παιδί, εμπειρίες που μπορεί να επηρέασαν τη ψυχική κατάσταση του, όπως και τυχόν ασθένειες, αναπτυξιακές καθυστερήσεις που μπορεί να παρουσίασε, τον χαρακτήρα του, τη συνήθη ψυχική του διάθεση, καθώς και τυχόν ανησυχίες, οι οποίες μπορεί να προκύπτουν από τους γονείς όσον αφορά τη συμπεριφορά του, περιβαλλοντικούς παράγοντες, δηλαδή παράγοντες που να υποδεικνύουν ευαλωτότητα στο παιδί ή προστατευτικούς μηχανισμούς.
- Η παραπονούμενη είναι το δεύτερο στη σειρά παιδί των γονιών της. Από τον γάμο τους απέκτησαν ακόμη ένα παιδί, την αδελφή της παραπονουμένης, ηλικίας 19 ετών. Ο ΜΚ 8 κατά τη σύνταξη της έκθεσης ήταν 50 ετών και η ΜΚ 7,
- Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας περιγράφηκαν ως στενές. Ήταν η θέση της ΜΚ 12 ήταν ότι «τα όρια στην οικογένεια φάνηκε να ήταν διάτρητα με την ανήλικη να εκτίθεται σε πληροφορίες που δεν άρμοζαν για τη χρονολογική της ηλικία». Επίσης, οι γονείς ανέφεραν πως το 2019 η μεγαλύτερη αδελφή της παραπονουμένης διαγνώστηκε με αυτοάνοσο νόσημα, με αποτέλεσμα για κάποιο χρονικό διάστημα να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες της παραπονουμένης. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν σαφή και ξεκάθαρα όρια στην οικογένεια, φάνηκε να δημιουργούσε το αίσθημα της ανασφάλειας στην παραπονουμένη. Η δυσκολία των γονέων ως προς την οριοθέτηση της, καθώς και στην παροχή συναισθηματικής εγγύτητας, φάνηκε να δημιούργησε και το αίσθημα της ευθύνης στην παραπονούμενη, καθώς και ψηλά επίπεδα άγχους.
- Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι η αδελφή της είχε διαγνωστεί με πρόβλημα υγείας αλλά και η δυσκολία της μητέρας, ΜΚ 7, να διαχειριστεί τα δικά της συναισθήματα, είχε ως αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί σε συναισθηματικές ανάγκες και στη φροντίδα της παραπονουμένης. Το πρόβλημα υγείας επηρέασε και άλλους τομείς της ανήλικης, όπως το να διακόψει τα ιδιαίτερα της μαθήματα λόγω οικονομικού κόστους. Φάνηκε η ανάγκη της ανήλικης για αποδοχή και για συναισθηματική εγγύτητα από την οικογένεια της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αισθάνεται περιθωριοποιημένη και να υπάρχει η ανάγκη κάλυψης των συναισθηματικών της αναγκών και της αποδοχής μέσα από άλλες σχέσεις. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να θεωρηθούν παράγοντες ευαλωτότητας. Επίσης, o σχολικός εκφοβισμός δημιούργησε αισθήματα άγχους και ενίσχυσε περισσότερο την ανάγκη για αποδοχή, ως επίσης και τα συναισθήματα απόρριψης. Δεν δόθηκαν ιδιαίτερες λεπτομέρειες αναφορικά σε τί συνίστατο ο σχολικός εκφοβισμός.
- Σύμφωνα με το αναπτυξιακό ιστορικό, η εγκυμοσύνη ήταν επιθυμητή και προγραμματισμένη. Η παραπονούμενη γεννήθηκε μετά από τελειόμηνη κύηση, με φυσιολογικό τοκετό και τα αναπτυξιακά ορόσημα κατακτήθηκαν στο πλαίσιο του φυσιολογικού. Η παραπονούμενη αρχικά ξεκίνησε τη φοίτηση της στο νηπιαγωγείο σε ηλικία 3 ετών και συνέχισε στο Δημοτικό χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε δυσκολία. Ακολούθως, η φοίτησή της συνεχίστηκε στο Γυμνάσιο, όπου η ανήλικη δέχτηκε σχολικό εκφοβισμό από άλλα κορίτσια. Ανέπτυξε συναισθηματικές δυσκολίες και προβλήματα προσαρμογής στο σχολικό πλαίσιο. Ως αποτέλεσμα έγινε παραπομπή από το σχολείο το 2019 στην ΥΕΨ και παρακολουθείτο από Εκπαιδευτικό Ψυχολόγο, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε συνεδρίες με Κλινική Ψυχολόγο από τη «Νέα Δομή». Επιπρόσθετα, η ανήλικη άλλαξε σχολικό πλαίσιο, λόγω των παραπάνω δυσκολιών, αφού επηρέαζε σημαντικά την επίδοση της. Κατά την αξιολόγηση η ανήλικη φοιτούσε στην [ ], χωρίς παρόλα αυτά να συμμετέχει στα μαθήματα.
- Η ΜΚ 12 προέβη σε αριθμό ευρημάτων με βάση τα όσα της λέχθηκαν και παρατήρησε. Κρίνουμε σκόπιμο να εκθέσουμε αυτολεξεί αυτά για να γίνουν κατανοητά (σελ. 4 και 5 του Τεκμηρίου 35): «Η ανήλικη προσερχόταν στις αξιολογικές συναντήσεις συνοδευόμενη κυρίως από την μητέρα της, όπου ήταν ντυμένη κατάλληλα για την εποχή. Διατηρούσε μέτρια βλεμματική επαφή και δυσκολευόταν να συνεργαστεί. Η έκφραση του συναισθήματος της ήταν σύντονη με το περιεχόμενο της συζήτησης. Ήταν προσανατολισμένη σε χρόνο, χώρο και εαυτό. Αδρά εκτιμώμενες οι γνωστικές της ικανότητες φάνηκε να ενέπιπταν στο φυσιολογικό επίπεδο. Υπήρχε συνοχή στον ειρμό της σκέψης της με φυσιολογική προσοχή, συγκέντρωση και αντίληψη. Παρουσίαζε καλό ρυθμό και ποιότητα ομιλίας και δεν παρατηρήθηκαν παραληρηματικές και άλλες παθολογικές ιδέες. Η ανήλικη στις αρχικές συναντήσεις παρουσίασε αρκετή δυσκολία στη συνεργασία της με το πλαίσιο, λόγω της έντονης ψυχολογικής ενόχλησης κατά την έκθεση της προς την διαδικασία και σε πληροφορίες που σχετίζονταν με το καταγγελθέν περιστατικό και προσπαθούσε να το αποφύγει. Επιπρόσθετα, παρατηρήθηκε ότι ήταν ντροπαλή, αγχώδης, αμήχανη όπως και αμυντική και επιφυλακτική ως προς τη διαδικασία. Η ανήλικη αναφέρθηκε στις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας της, περιγράφοντας τις ως καλές, παρόλα αυτά από τις αναφορές της φάνηκαν να ήταν αποστασιοποιημένες. Η ανήλικη φάνηκε να αισθανόταν περιθωριοποιημένη από την στάση των γονέων παρόλες τις προσπάθειες της να λάβει συναισθηματική φροντίδα και ποιοτικό χρόνο μαζί τους, καθώς και το γεγονός ότι οι γονείς χρειάστηκε να φροντίσουν την αδερφή της η οποία παρουσίασε θέμα υγείας, και πιθανόν να αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις συναισθηματικές της ανάγκες. Η δυσκολία διαχείρισης των συναισθημάτων της μητέρας όσο αφορά το καταγγελθέν περιστατικό φάνηκε να δημιουργούσε στην ανήλικη άγχος με αποτέλεσμα να απέφευγε τις αλληλεπιδράσεις με την οικογένεια της, επιλέγοντας να απομονώνεται γεγονός που της δημιουργούσε δυσκολίες στην ψυχο-συναισθηματική της κατάσταση, ενώ ο πατέρας περιεγράφηκε ως πιο ήρεμος σε σχέση με αυτό. Όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις, φάνηκε να συναναστρέφεται και να κάνει παρέα με αρκετά άτομα του αντίθετου φίλου, κάτι που την έκανε να νιώθει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και αποδοχή, όπως η ίδια ανέφερε. Περιέγραψε τον εαυτό της ως αρκετά κοινωνική και φάνηκε να διαμόρφωνε σχέσεις χωρίς να οριοθετείται έτσι ώστε να νιώθει αποδεκτή. Επιπρόσθετα, μέσα από τις περιγραφές της φάνηκε να είχαν επηρεαστεί οι φιλικές της σχέσεις μετά από την αποκάλυψη του περιστατικού, με αποτέλεσμα να αισθάνεται θυμό και απογοήτευση.»
- Η ΜΚ 12 εξήγησε ότι η αδυναμία της μητέρας να διαχειριστεί τα αισθήματα της μετά την αποκάλυψη του περιστατικού δημιουργούσε μεγαλύτερο άγχος στην παραπονούμενη ενισχύοντας από πλευράς της την ανάπτυξη προστατευτικού μηχανισμού όπως για παράδειγμα την αντίσταση της να συνεργαστεί στο πλαίσιο του «Σπιτιού του Παιδιού». Ως προς τη διαμόρφωση σχέσεων χωρίς οριοθέτηση εξήγησε (σελ. 251 - 252 των πρακτικών): «Αρχικά να πούμε ότι η εφηβεία χαρακτηρίζεται από συνεχείς σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Κατά την ύπαρξη αυτών των βιολογικών αλλαγών, η λήψη αποφάσεων επηρεάζεται, ότι γίνεται πιο επιρρεπής στο ρίσκο, στην απερισκεψία, είναι πιο παρορμητικά και έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν και ψυχολογικά θέματα. Άρα το γεγονός ότι υπήρχαν αυτά, την καθιστούσαν ευάλωτη, η ανάγκη για αποδοχή είναι σημαντική αξία για όλους, πόσο μάλλον για έναν έφηβο η ανάγκη του να ανήκει, άρα είναι αποδεκτός, τζιαί στην περίπτωση της [παραπονούμενης] η δομική λειτουργία της οικογένειας φάνηκε να συνέλαβε στην ανάγκη της ανήλικης για αποδοχή για να διαμορφώνει σχέσεις τις οποίες να αισθάνεται αποδοχή, που φάνηκε να έχει ως αποτέλεσμα και τη δυσκολία οριοθέτησης της, και να πούμε ότι κάτω από αυτό το πλαίσιο προκαλεί τις στενές σχέσεις οικειότητας, είτε να αποστασιοποιείται από τη δημιουργία και διαμόρφωση υγειών και στενών σχέσεων ή να δεσμεύεται και να διαμορφώνει σχέσεις με άτομα τα οποία είναι δυσλειτουργικά και αυτό να έχει επιπτώσεις στην ανήλικη».
- Η ΜΚ 12 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το τι παρατήρησε κατά τις περιγραφή του επίδικου περιστατικού (βλ. σελ. 5 του Τεκμηρίου 35): «Κατά τις αφηγήσεις της η ανήλικη, περιέγραψε πως αρχικά όταν συναντήθηκε με τον καταγγελλόμενο αισθάνθηκε "αηδία" και "φόβο". Κατά τις περιγραφές της ανήλικης φάνηκε η αμφιθυμία όσον αφορά την απόφαση της να μεταβεί στο αυτοκίνητο μαζί του. Επίσης, πριν προβούν στο χώρο τον οποίο πραγματοποιήθηκε το περιστατικό, η ανήλικη είχε μετανιώσει και ζητούσε επανειλημμένα από τον καταγγελλόμενο να την επιστρέφει πίσω, χωρίς όμως αυτός να ανταποκρίνεται θετικά. Αναφερόμενη στο καταγγελλόμενο περιστατικό περιέγραψε με εμφανή δυσφορία το "σοκ" που υπέστηκε κατά την παραβίαση των προσωπικών της ορίων. Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια του περιστατικού η ανήλικη αναφέρθηκε ότι έγινε δια της βίας και πως αρχικά έφερε αντίσταση και προσπάθησε να ξεφύγει χωρίς αποτέλεσμα καθώς η πόρτα ήταν κλειδωμένη, ενώ στην συνεχεία αισθάνθηκε δυσφορία, συναισθηματικό μούδιασμα, αβοήθησία, ανημπόρια και θυμό. Μετά το περιστατικό αισθάνθηκε ντροπή, ενοχή και θυμό προς τον εαυτό της όπως και προς τον καταγγελλόμενο. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε σε επανειλημμένες ενοχλητικές μνήμες, αισθήματα απομάκρυνσης από τον κοινωνικό της περίγυρο, μείωση της όρεξης για φαγητό και φροντίδας του εαυτού και δυσκολία στην επέλευση και διατήρηση ύπνου».
- Το αίσθημα της ντροπής που ένιωσε η παραπονούμενη πήγαζε από το γεγονός ότι το περιστατικό είχε διαδοθεί στο χωριό και τον οικογενειακό περίγυρο. Ένιωθε και θυμό προς τον εαυτό της νιώθοντας ότι είχε μερίδιο ευθύνης γιατί συναντήθηκε μαζί του. Περιέγραψε τη διαδικασία αποκάλυψης ως «μια δυναμική διαδικασία» μη προβλέψιμη η οποία δεν γίνεται κατ' ανάγκη σε μέλος της οικογένειας. Συνήθως η αποκάλυψη γίνεται σε άτομο που δεν θα κρίνει το γεγονός.
- Η ΜΚ 12 αναφέρθηκε και σε άλλους παράγοντες οι οποίοι φάνηκαν να κατέστησαν την παραπονούμενη ευάλωτη και να επιβάρυναν τη ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση, όπως ο χωρισμός από τον πρώην σύντροφο της, η πανδημία και ο περιορισμός στο σπίτι.
- Ως προς την κλινική εικόνα της παραπονουμένης ανέφερε ότι (σελ. 6 της έκθεσης): «To καταγγελθέν περιστατικό, σύμφωνα με τις αναφορές της ανήλικης, φάνηκε να την επηρέασε συναισθηματικά και παρουσίασε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, όπως αυτή ορίζεται από το διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM-V (309.81). Η συμπτωματολογία περιλάμβανε επανειλημμένες ενοχλητικές μνήμες του τραυματικού γεγονότος, έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση σε εσωτερικούς ή εξωτερικούς υπαινιγμούς που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του τραυματικού γεγονότος, αποφυγή ενοχλητικών σκέψεων, μνήμες που συνδέονται με το περιστατικό όπως και αποφυγή εξωτερικών υπενθυμίσεων και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό της και τους άλλους, διαστρεβλωμένες γνωστικές λειτουργίες για το αίτιο ή τις συνέπειες του τραυματικού γεγονότος, αισθήματα απομάκρυνσης από τους άλλους, επίμονα αρνητική συγκινησιακή κατάσταση, δυσκολία στην επέλευση και διατήρηση του ύπνου και δυσκολία συγκέντρωσης.»
- Με αναφορά σε αποσπάσματα του εγχειριδίου DSM - 5 (Τεκμήριο 36) υπέδειξε ποια κριτήρια συμπτωματολογίας πληρούσε η παραπονούμενη.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το μετατραυματικό στρες δεν μπορούσε να είχε προκληθεί από τον σχολικό εκφοβισμό, αφού η παραπονούμενη δεν είχε απειληθεί για τη ζωή της. Η παραπονούμενη δεν της είχε αναφέρει ότι είχε προηγουμένως άλλη σεξουαλική επαφή, όμως αυτό δεν ήταν σχετικό με το αν κακοποιήθηκε, ούτε υπήρχε σύνδεση με τα λεχθέντα της. Δεν γνώριζε επίσης ότι το επίδικο βράδυ η παραπονούμενη είχε πει ψέματα στους γονείς της ότι θα διανυκτέρευε σε μια φίλη της ούτε ότι δεν απαντούσε σε τηλεφωνήματα τους. Τόνισε ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται να μιλήσει για όλα τα περιστατικά, ούτε αναμένεται κάτι τέτοιο, για να δει τη ψυχική του κατάσταση. Δεν είναι αρμοδιότητα της να διερευνήσει τα γεγονότα. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε υπόψη της τι αναφέρθηκε στην κλινική ψυχολόγο της «Νέας Δομής» ή πότε είχαν γίνει οι συναντήσεις τους το
- Είχε λάβει όμως όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από την ΥΕΨ. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ 13
- Η ΜΚ 13 (Έγγραφο ΙΑ
(1), η κατάθεση της) ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν φαινόταν ανήλικη, φαινόταν σαν «μεγάλη γυναίκα». Ήταν χαλαρή, χαμογελαστή και φιλική. Δεν φαινόταν φοβισμένη αλλά ευδιάθετη. Αν και ήταν σκοτεινά όταν έφθασαν, επειδή η ΜΚ 13 τους έδειξε το δωμάτιο, είχε χρόνο να τους δει με φως. Δεν είχαν αποσκευές. Περπατούσαν μαζί όχι όμως όπως ένα ζευγάρι. Η παραπονούμενη περπατούσε πίσω από τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη φορούσε μακιγιάζ και ήταν ενδεδυμένη με σέξι σύνολο (sexy outfit). Αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει συγκεκριμένα τι φορούσε, είπε ότι τα ρούχα που φορούσε ήταν πολύ στενά. Το επόμενο πρωί καθάρισε το δωμάτιο το οποίο ήταν ασυγύριστο. Θ.
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ 14
- Ο ΜΚ 14 (Έγγραφο ΙΒ, η κατάθεση του) ανέφερε ότι περί ώρα 18:50 έλαβε τηλεφωνική κλήση από τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου με την παραπονούμενη. Και οι δύο φαίνονταν άνετοι. Η παραπονούμενη με τη στάση του σώματος της έδειχνε να βαριέται. Ο ΜΚ 14 δεν αντιλήφθηκε να είναι ανήλικη. Από τα ρούχα που φορούσε φαινόταν ενήλικη. Ούτε φαινόταν φοβισμένη. Κάλεσε τη σύζυγό του, ΜΚ 13, για να τους υποδεχθεί. Ο ίδιος από τότε και μετά δεν τους ξαναείδε. Δεν συνομίλησε με την παραπονούμενη. Αργότερα το βράδυ άκουσε ένα αυτοκίνητο να επιστρέφει στο χώρο στάθμευσης. Ήταν σίγουρος ότι ήταν εκείνο το αυτοκίνητο αφού δεν υπήρχαν άλλα στον χώρο. Άκουσε βήματα από τον χώρο στάθμευσης προς το δωμάτιο. Αργότερα, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει χρονικά, άκουσε ξανά βήματα στον χώρο στάθμευσης. Δεν άκουσε όμως το αυτοκίνητο να φεύγει. Θ.
- ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
- Ο κατηγορούμενος έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία, μία θεληματική (Τεκμήριο 24, ημερ. 27/1/2021) και μια ανακριτική (Τεκμήριο 27, ημερ. 30/1/2021). Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν ως Τεκμήρια από τον Αστ. ΜΚ
- Στη θεληματική του κατάθεση (Τεκμήριο 24), ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο που επικοινώνησε με την παραπονούμενη (Τεκμήριο 24, σελ. 1): «. μια μέρα εκάθουμουν με άλλα άτομα τζιαι εμιλούσαν για τούτην τζιαι επιάναν την τηλέφωνο τζιαι εν τους απάντα τζιαι είπα τους τζιαι εδώκαν μου το τηλέφωνο της που ένει ..... Έπια την τηλέφωνο που έναν αριθμό που τον επέταξα τζιαι εν τον θυμούμαι.»
- Ο λόγος που πέταξε την κάρτα ήταν γιατί είχε άλλη σχέση, δεν ήθελε να μάθει τον πραγματικό του αριθμό και να επικοινωνεί μαζί του (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 26). Είχε μόνο μια τηλεφωνική συσκευή (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 27).
- Ο κατηγορούμενος της είπε ότι τον έλεγαν «Σ» και ότι ήταν 20 ετών. Τούτο το έκανε διότι πίστευε ότι «εν θα γίνει κάτι σοβαρό» (Τεκμήριο 24, σελ. 2). Σε ερώτηση του Αστ. ΜΚ 10 γιατί της ανέφερε ότι ονομαζόταν «Σ» και ότι ήταν 17 ετών, απάντησε (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 19): «Η φίλοι μου είχαν πει να μην πω το πραγματικό μου όνομα, δεν ήθελα κάποια σοβαρή σχέση εκείνο το διάστημα μαζί της διότι είχα άλλη σχέση και δεν ήθελα να μαθευτεί».
- Συμφώνησαν να βρεθούν την επομένη. Ο κατηγορούμενος έκλεισε το δωμάτιο και ενημέρωσε τηλεφωνικώς την παραπονούμενη με την οποία συμφώνησε να βρεθούν περί τις 18:30 στον κυκλικό κόμβο του [Χωριού Α]. Από εκεί ο κατηγορούμενος θα τη μετέφερε στο [Χωριό Β]. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 24, σελ. 1): «Είπε μου ότι ήταν τζιαι αδιάθετη τζιαι ερώτησε με γιατί να βρεθούμε, είπε αν θέλω να κάμουμε σεξ τζιαι είπα της εν για να γνωριστούμε».
- Αφού πήγαν στον ξενώνα, ανέφερε (Τεκμήριο 24, σελ. 2): «Επήαμε στο δωμάτιο, εκάτσαμε καμιά ώρα τζιαι εμιλούσαμε. Ήμασταν πάνω στο δωμάτιο τζιαι τζίνη έβαλε το σιέρι της μέσα στα ρούχα της τζιαι άρκεψε να αυνανίζεται. Εγιώ έφκαλα έξω τον βίλλο μου τζιαι άρκεφκα να τον παίζω χωρίς να φκάλω τα ρούχα μου. Ετέλιωσα μες το χαρτομάντηλο, ετέλιωσε τζιαι τζίνη τζιαι μετά εμιλούσαμε».
- Αρνήθηκε ότι είχαν σεξουαλική επαφή (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 33).
- Σε ερώτηση του Αστ. ΜΚ 10, ανέφερε ότι είχε πει ακολούθως στην παραπονούμενη ότι ήταν 25 ετών. Ο λόγος πάλι ήταν για να μην μαθευτεί λόγω της σχέσης που είχε με άλλη (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 20).
- Ενώ μιλούσαν, πρόσεξε ότι η παραπονούμενη δεχόταν συνεχώς τηλεφωνικές κλήσεις. Του ανέφερε τότε ότι ήταν ηλικίας 14 - 15 ετών και ότι την έψαχναν οι γονείς της. Μόλις το έμαθε την πήρε πίσω στο [Χωριό Α], αλλά αυτή «εν καταλάβαινε». Όταν συνάντησαν στο δρόμο «έναν μιτσή» που ρωτούσε για αυτήν, η παραπονούμενη κρύφτηκε ώστε να μην φαίνεται (Τεκμήριο 24, σελ.2). Δεν αποκάλυψε την παρουσία της γιατί η ίδια κρύφτηκε (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 29). Την πήρε ξανά στο [Χωριό Α] όμως αυτή δεν κατέβαινε. Δεν κατέβαινε ούτε στη γιαγιά της στο [Χωριό Γ]. Τελικά την άφησε στο [Χωριό Β]. Αυτή τον κάλεσε τηλεφωνικώς να πάει πίσω αλλά δεν πήγε. Η θέση του ήταν ότι, ότι έγινε, έγινε με τη θέληση της (Τεκμήριο 24, σελ. 2).
- Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 27, Απάντηση 11) διευκρίνισε ότι μόλις έμαθε την ηλικία της κατέβαλε κάθε προσπάθεια να την παραδώσει στο σπίτι της ή σε άλλο συγγενικό της πρόσωπο αλλά αυτή αρνείτο. Την άφησε εν τέλει σε σπίτι το οποίο έκρινε ότι ήταν ασφαλές για την ίδια.
- Όσον αφορά την ηλικία της, στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 16) ανέφερε ότι απ' ότι του είχε αναφέρει ο φίλος του, η παραπονούμενη ήταν άνω των 18 ετών. Το αντιλήφθηκε και ο ίδιος από φωτογραφίες που είδε στο διαδίκτυο. Είχε το παρουσιαστικό ενήλικης. Η ίδια δεν του είχε πει ότι ήταν ανήλικη. Το επίδικο βράδυ (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 18) από το ντύσιμο της έμοιαζε με ενήλικη γυναίκα και η ίδια του πρότεινε να συναντηθούν βράδυ, οπότε θεώρησε ότι ήταν πάνω των 18 χρονών. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη κάπνισε «στριφτό» τσιγάρο και υποπτεύθηκε ότι ήταν κάνναβη από την παράξενη μυρωδιά (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 37). Έμαθε από συγχωριανούς, που δεν ήθελε να κατονομάσει, ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση (Τεκμήριο 27 - Απάντηση 38). Ι. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
- Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως του εξέταση υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΙΓ) χωρίς αναφορά στις πιο πάνω καταθέσεις του. Δέχθηκε όμως ότι προέβη στις πιο πάνω καταθέσεις κατά την αντεξέταση του και αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με αυτές.
- Στη δήλωση του τόνισε ότι δεν γνώριζε την ηλικία της παραπονουμένης γιατί ουδέποτε του την ανέφερε. Από το προφίλ της στο διαδίκτυο και από τις φωτογραφίες που ανέβασε στο διαδίκτυο φαινόταν ενήλικη. Επίσης, κάποιοι φίλοι του, τον ενημέρωσαν ότι «έβγαινε τακτικά με άλλους άντρες». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν που είχε συναντηθεί με τους φίλους του. Θυμόταν τα μικρά ονόματα δύο από αυτών. Δεν θυμόταν τα επίθετα τους. Τη γνώριζαν και μιλούσαν γι' αυτήν. Τους ζήτησε να του δώσουν τον αριθμό τηλεφώνου της. Του είχαν δείξει φωτογραφία της, ήταν όμορφη και του κίνησε το ενδιαφέρον. Ο ίδιος έψαχνε για σχέση. Αυτή που είχε δεν ήταν σοβαρή. Δεν θυμόταν πότε και από που αγόρασε την κάρτα τηλεφώνου, ούτε ήταν κάτι που έκανε συχνά. Ενώ είπε αρχικά ότι αγόρασε την κάρτα ειδικά για να επικοινωνήσει με την παραπονούμενη ακολούθως ανέφερε ότι την χρησιμοποίησε και για τις «δουλειές του». Ανέφερε ότι είχε δύο τηλεφωνικές συσκευές, όταν όμως του υποδείχθηκε η κατάθεση του, Τεκμήριο 27, αναίρεσε και είπε ότι ήταν μια. Δεν θυμόταν πόσες φορές μίλησαν. Οι επικοινωνίες τους διήρκησαν «μια - δυο» μέρες. Δεν είχαν επικοινωνία μέσω δικτύων κοινωνικής δικτύωσης. Του ανέφερε μόνο ότι είχε λογαριασμό στο «Facebook» οπότε και είδε φωτογραφίες της. Σύμφωνα με τον ίδιο μπορούσε και η ίδια να δει φωτογραφίες του στο «Facebook», και ότι προφανώς είχε δει. Όμως δεν μπορούσε να εξηγήσει πως θα γινόταν αυτό αφού το όνομα που της είχε δώσει ήταν ψευδές.
- Ο κατηγορούμενος πέταξε την κάρτα, λίγες μέρες μετά το συμβάν γιατί φοβήθηκε ότι θα τον «μπερτέψει». Φοβήθηκε όταν έμαθε την ηλικία της και ότι την αναζητούσαν οι γονείς της. Του ανέφερε την ηλικία της μόνο όταν τη ρώτησε για τα επίμονα τηλεφωνήματα που δεχόταν ενώ βρίσκονταν στον ξενώνα. Του είχε πει επίσης ότι ήταν νηπιαγωγός, ότι εργαζόταν σε νηπιαγωγείο και ότι οδηγούσε αυτοκίνητο. Του ανέφερε επίσης ότι είχε προηγουμένως και άλλες σεξουαλικές επαφές.
- Η παραπονούμενη πήγε στο [Χωριό Β] με τη θέληση της. Του είπε από που να την παραλάβει. Ήθελε μάλιστα να του επιστρέψει τα χρήματα που κατέβαλε για την ενοικίαση του δωματίου «ως δώρο». Η παραπονούμενη όταν μπήκε στο αυτοκίνητο ήταν χαρούμενη και ευδιάθετη. Τα ρούχα που φορούσε ήταν «σέξι-προκλητικά, ήταν βαμμένη έντονα και αρωματισμένη». Η ίδια του είχε προτείνει να κλείσει δωμάτιο.
- Κατά τη διαδρομή δεν συνομίλησαν ιδιαίτερα. Συνομίλησαν στο δωμάτιο. Του είπε για τη ζωή της και αυτός για τη δική του ζωή, χωρίς όμως να θυμάται λεπτομέρειες. Δεν θυμόταν πότε της είπε ότι ήταν 25 ετών. Ο λόγος που της είπε ψέματα ότι ονομαζόταν «Σ» και ότι ήταν 17 ετών ήταν γιατί δεν ήθελε να αποκαλύψει τα προσωπικά του στοιχεία. Δεν είχε συγκεκριμένο λόγο. Ήταν η θέση του ότι, «Έτυχε, αυτό μου ήρθε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό, και έτυχε, αυτό» (βλ. 344 των πρακτικών). Προέβαλε όμως τη θέση ότι μέχρι να την γνωρίσει δεν ήθελε να αποκαλύψει τα στοιχεία του. Δέχθηκε επίσης ότι στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 27, Απάντηση 19), ότι οι φίλοι του του είχαν πει να δώσει ψευδές όνομα και ότι είχε σοβαρή σχέση και δεν ήθελε να μαθευτεί. Ο τελευταίος λόγος ήταν και ο λόγος που δεν ήθελε να πει τα πραγματικά του στοιχεία. Θεωρούσε ότι ήταν ενήλικη γιατί του είπε ότι εργαζόταν σε νηπιαγωγείο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που της είπε ψέματα ήταν γιατί αν της έλεγε την αλήθεια ενδεχομένως να αντιδρούσε.
- Ως προς το τί έγινε στο δωμάτιο ανέφερε (Έγγραφο ΙΓ, σελ. 2): «Όταν φθάσαμε στο [Χωριό Β] στο δωμάτιο που κράτησα, μετά από λίγη ώρα, πήγε στο κρεβάτι. Μου είπε ότι είναι με την περίοδο της. Της είπα ότι δεν μπορώ να κάνω σεξ, αφού έχει περίοδο. Αυτή μου είπε ότι θα πάει στην τουαλέτα να καθαρισθεί και θα επιστρέφει. Πράγματι, όπως και η ίδια παραδέχθηκε, πήγε στην τουαλέτα, καθαρίστηκε, έβαλε καθαρή σερβιέτα (μότα) και επέστρεψε στο κρεβάτι, τονίζοντας μου ότι είναι καθαρή τώρα. Της επανέλαβα ότι δεν μπορώ να κάνω σεξ με γυναίκα που έχει περίοδο και δεν έκανα σεξ. Η παραπονούμενη είχε στην τσαντούλα της (μότες) σερβιέτες και τσιγάρα. Όταν κάποια στιγμή εγώ άναψα τσιγάρο, πήρε από την τσάντα και τύλιξε τσιγάρο και άρχισε να καπνίζει και αυτή. Το τσιγάρο που έδωσε άσχημη μυρωδιά και σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένο τσιγάρο.»
- Αρνήθηκε ότι έβγαλε τα ρούχα του. Φορούσε κοντομάνικη φανέλα γι' αυτό η παραπονούμενη είχε δει το τατουάζ στο μπράτσο του. Αρνήθηκε ότι είχε συνουσία μαζί της και ότι εκσπερμάτωσε στην κοιλιά της και ότι τα περί αυνανισμού αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις. Δέχθηκε πως όταν συνελήφθη είπε, «Βιασμός δεν υπάρχει, ούτε σεξουαλική κακοποίηση έγινε. Είπε μου ότι είναι ενήλικη», αρνήθηκε όμως ότι ο λόγος που το είπε ήταν γιατί θεωρούσε ότι η συνουσία ήταν με τη συναίνεση της.
- Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να κατέβει από το αυτοκίνητο γιατί φοβόταν τους γονείς της. Αυτός ήταν ο λόγος που κρυβόταν και στο όχημα όταν πάλι συνάντησαν στον δρόμο συγγενείς της. Όταν την άφησε στο [Χωριό Β], η παραπονούμενη τον έπαιρνε τηλέφωνο να επιστρέψει.
- Ήταν η θέση του ως προς τους λόγους καταγγελίας ότι (Έγγραφο ΙΓ, σελ. 3): «Στις 13.1.21 δηλαδή την ημέρα που έγινε ο υποτιθέμενος βιασμός, η μητέρα της έκανε καταγγελία στην Αστυνομία για εξαφάνιση της. Όμως την καταγγελία για την υποτιθέμενο βιασμό έκαναν πολλές ημέρες αργότερα στις 22.1.
- Ο λόγος και η σκοπιμότητα είναι φανερή. Απλούστατα έκαναν εκ των υστέρων δεύτερες και τρίτες σκέψεις, για να με αναγκάσουν να την παντρευτώ ή για να πάρουν χρήματα, διότι ερεύνησαν την οικονομική μου κατάσταση.»
- Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να καταθέσει ηχογραφήσεις τηλεφωνικών κλήσεων μεταξύ του ιδίου και της παραπονουμένης. Η κατάθεση τους δεν επιτράπηκε για τους λόγους που εξηγήσαμε σε ενδιάμεση απόφαση μας. Κατέθεσε όμως βίντεο της παραπονουμένης από το Tik Tok στο οποίο παρουσιάζεται η παραπονούμενη να χορεύει. Η ανάρτηση του, σύμφωνα με τον ίδιο, έγινε την 15/1/
- Το είχε δώσει ανέφερε στο δικηγόρο του, όταν είχε τεθεί υπό κράτηση. Αναφορικά με τις φωτογραφίες Τεκμήρια 19 και 20 ανέφερε ότι δεν θυμόταν πότε εντόπισε τις φωτογραφίες. Αποτελούσαν στιγμιότυπα οθόνης (screenshots), γιατί δεν γνώριζε πως να «κατεβάσει» τα βίντεο. Αρνήθηκε ότι απείλησε να δημοσιεύσει βίντεο με την παραπονούμενη. ΙΑ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
- Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (βλ. Mustafa v Κακουρή κ.α.
(2002)1Α ΑΑΔ 165, 172 και Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, 1061) αλλά και των αμοιβαίως αποδεκτών θέσεων.
- Αμοιβαίως αποδεκτά γεγονότα τα οποία επίσης είναι αξιόπιστα, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. A Guide for the Magistrate in the Commonwealth: Fundamental Principles and Recommended Practice, January 2017, στη σελ. 83[1] και T. Bingham (LJ), The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues, The Business of Judging, Selected Essays and Speeches (OUP 2000), σελ. 6[2]).
- Όταν ένα γεγονός καθίσταται παραδεκτό γεγονός, τότε το παραδεκτό αυτό γεγονός αποτελεί, όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα, (βλ. Γεωργίου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444, 452, Ανδρέα κ.α. v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501 και Sbaih v Αστυνομίας
(2015)2Β ΑΑΔ 542, 553). 126. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα την ευχέρεια, νοουμένου ότι η σχετική προσέγγιση του αιτιολογείται επαρκώς και ικανοποιητικά, να δεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει (βλ. Kades v Nicolaou a.o.
(1986)1 CLR 212, 216, Ομήρου v Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, 528, Magistrato Gardens Ltd v ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 220, 231, Μελικίδης v Παπαγεωργίου κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 832, 844 και Λαγοποδίδης v Αναστασιάδη κ.α., Πολιτική Έφεση 250/2011, 18/5/2017). 127. Αξίζει να τονιστεί ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον Ν.91(Ι)/2014 δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. άρθρο 21
(1)). Περαιτέρω, άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στον Ν.91(Ι)/2014 προς οποιοδήποτε αστυνομικό, λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, ψυχολόγο, ψυχίατρο ή γιατρό άλλης ειδικότητας που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα ή μέλος του στενού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί ικανή μαρτυρία (βλ. άρθρο 21
(2)). Μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία (βλ. άρθρο 21
(3)). 128. Προκύπτει επομένως ότι για το αδίκημα της κατηγορίας 2 δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ενώ παράπονο που γίνεται σε πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 21
(2)και εφόσον αυτό γίνει εντός εύλογου χρόνου από τη διάπραξη, αποτελεί μαρτυρία. Αποτελεί στην ουσία εξαίρεση στον κανόνα αποκλεισμού δηλώσεων αυτοενίσχυσης (ή αυτοεξυπηρετικών δηλώσεων - self-serving statements) (βλ. ΕΑ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 231/2018, 19/11/2019 αναφορικά με το ανάλογο άρθρο 17 του περί της Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/2000).
- Πρόσφατα όμως, όπως επισημάνθηκε στην ΣΣ κ.α. v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 97/2022, 98/2022, 114/2022 και 115/2022, 16/11/2022, «η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος».
- Το βάρος απόδειξης της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Το βάρος είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου (βλ. Woolmington v DPP [1935] AC 462 HL, R v Majid [2009] EWCA Crim 2563, ΓΕ v Ismail κ.α.,
(2016)2Β ΑΑΔ 891, 943 και The Crown Court Compendium Part I: Jury and Trial Management and Summing Up, Judicial College, August 2021, §§ 5 - 1, 5 - 2). 131. Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485). Ακόμη και η απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορουμένου δεν μεταβάλλει την ανάγκη απόδειξης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί σε περίπτωση απόρριψης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. ΓΕ v Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Η απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου είναι μοιραία για την Υπεράσπιση, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη (Τρύφωνος v Αστυνομία, Ποινική Έφεση 41/2019, 8/4/2020, με αναφορά στην Kafalos v The Queen 19 CLR 121). ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΞ ΑΚΟΗΣ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΓΙΑ ΑΠΕΙΛΕΣ
- Όσον αφορά τις αναφορές σε δηλώσεις του Νίκου Γεωργίου στο ημερολόγιο ενεργείας Τεκμήριο 30, και ειδικότερα για την απειλή δημοσίευσης βίντεο της παραπονουμένης από τον κατηγορούμενο, κρίνουμε, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτές καθ' ότι προήλθαν μέσω τρίτου προσώπου που δεν κατέθεσε στην αστυνομία ή ενώπιον μας. Πρόκειται για αναφορές, που όπως επιβεβαιώνει και ο ΜΚ 8, είναι τρίτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΚ7
- Η ΜΚ 7 αναφέρθηκε στα γεγονότα που την οδήγησαν στο να καταγγείλει ότι η παραπονούμενη ήταν ελλείπον πρόσωπο το επίδικο βράδυ αλλά και στο τι επακολούθησε. Η μαρτυρία της ως προς τις ενέργειες της εκείνο το βράδυ δεν αμφισβητήθηκε. Άλλωστε, όπως εξηγούμε μετά, συνάδει και με αυτά που ανέφεραν οι ΜΚ 8, ΜΚ 9 και ΜΚ
- Η ΜΚ 7 αναφέρθηκε επίσης στο πως συμπεριφέρθηκε η παραπονούμενη κατά την επιστροφή της στο σπίτι και το τι συνέβη τις επόμενες μέρες.
- Η ΜΚ 7 ενώπιον μας ήταν συναισθηματικά φορτισμένη, δεν υπέπεσε όμως σε αντιφάσεις ή υπερβολές. Μας έδωσε την εντύπωση και έχουμε ικανοποιηθεί ότι κατέθεσε στο δικαστήριο με ειλικρίνεια. Κρίνουμε τη μάρτυρα αξιόπιστη και δεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολό της με την εξαίρεση ότι δεν μπορεί να γίνει εύρημα απειλών του κατηγορουμένου για δημοσίευση βίντεο της θυγατέρας της για τους λόγους που αναφέραμε. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΚ8
- Η μαρτυρία του ΜΚ 8 δεν προσέφερε τίποτε περισσότερο από αυτή της συζύγου του, ΜΚ
- Αν και τον κρίνουμε αξιόπιστο και δεχόμαστε τα όσα ανέφερε για τα διαδραματισθέντα εκείνο το βράδυ στο βαθμό που συμπίπτουν με τη μαρτυρία της συζύγου του, θεωρούμε την αναφορά του για «μαυράδες στα χέρια» της παραπονουμένης ως υπερβολή η οποία δεν υποστηρίχθηκε ούτε από την ίδια την παραπονούμενη. Τα όσα ανέφερε για τις απειλές του κατηγορούμενου έχουμε ήδη πει ότι δεν αποτελούν μαρτυρία στην οποία μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΚ9 ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΚ11
- Η ΜΚ 9 μαζί με τον ΜΚ 11 είχαν ψάξει εκείνο το βράδυ την παραπονούμενη. Η συνάντησή τους με τον κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε το γεγονός ότι η παραπονούμενη επικοινώνησε με τον ΜΚ 11 ο οποίος μαζί με τη ΜΚ 9 πήγαν να την παραλάβουν.
- Η ΜΚ 9 κατέθεσε ενώπιον μας με ευθύτητα ήταν συνεπής στις θέσεις της και δεν υπερέβαλλε. Την κρίνουμε αξιόπιστη μάρτυρα και δεχόμαστε τη μαρτυρία της. Εκφράζουμε μόνο κάποια αμφιβολία για την αναφορά της παραπονουμένης σ' αυτή ότι ο κατηγορούμενος της είπε, «αν με μπλέξεις κόρη μιτσιά εν να σε σκοτώσω», αφού η ίδια δεν ήταν σίγουρη για το ακριβές λεκτικό, οπότε και δεν μπορούμε να προβούμε σε σαφές εύρημα για το συγκεκριμένο ζήτημα.
- Όσον αφορά τον ΜΚ11 κρίνουμε ότι και αυτός κατέθεσε αυτά που γνώριζε χωρίς υπερβολές. Ήταν επίσης αντικειμενικός στο πως αντιλήφθηκε την κατάσταση της παραπονουμένης εκείνο το βράδυ. Τον κρίνουμε αξιόπιστο και δεχόμαστε τη μαρτυρία του στο σύνολο της. δεχόμαστε τη μαρτυρία του στο σύνολό της. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΚ13 ΚΑΙ ΜΚ14
- Οι δυο αυτοί μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν. Κρίνουμε ότι δεν είχαν κανένα λόγο να πουν ψέματα στο Δικαστήριο και κατά την προφορική τους μαρτυρία παρέμειναν συνεπείς στις θέσεις τους. Κρίνουμε τους εν λόγω μάρτυρες αξιόπιστους και δεχόμαστε τη μαρτυρία τους στο σύνολό της, με την εξαίρεση ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε σαφές εύρημα ότι το αυτοκίνητο που άκουσε αργότερα το βράδυ ο ΜΚ 14 ήταν όντως του κατηγορούμενου. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΚ 12
- Προσεγγίσαμε τις θέσεις της με ιδιαίτερη προσοχή και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην Ομήρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2017, 2/5/2018 σε σχέση με μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Συνοψίζουμε τα κύρια σημεία που πρέπει να έχει υπόψη του το εκδικάζον Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω Απόφαση (με αναφορά στις Νικολάου v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, R v Turner [1975] QB 834, DPP v Kilbourne [1973] AC 723, R v H [2014] EWCA Crim 1555, R v Robinson [1994] 3 All ER 346, R v S (VJ) [2006] EWCA Crim 2389 και R v Marquard [1993] 4 SCR 223):
(1)Κατά το κοινό δίκαιο, η αποδεκτότητα (admissibility) της γνώμης εμπειρογνώμονα ως μαρτυρία σε ποινική δίκη συναρτάται, κατά πρώτο λόγο με τη σχετικότητα της προς το επίδικο θέμα. Σχετική δε είναι η μαρτυρία η οποία κρίνεται ως ευλόγως αποδεικτική ή ανταποδεικτική ενός ζητήματος το οποίο χρήζει απόδειξης (logically probative or disprobative of some matter that requires proof).
(2)Υπ' αυτή την έννοια, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου, είναι βεβαίως σχετική, εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του. Τούτο όμως δεν την καθιστά, άνευ ετέρου, και αποδεκτή (admissible).
(3)Απαιτείται, πέραν της σχετικότητας (που είναι εκ των ων ουκ άνευ), η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο της κοινής γνώσης και εμπειρίας του δικαστή.
(4)Δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς (oath helping evidence).
(5)Όταν όμως η μαρτυρία ψυχιάτρου ή ψυχολόγου προσφέρεται με σκοπό να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων, ιδιαίτερα μικρών παιδιών, τότε μπορεί να γίνει αποδεκτή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι επιτρέπεται να εκτραπεί σε σχολιασμό ή τοποθέτηση επί της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
- Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, έχουμε ικανοποιηθεί και δεχθεί τα προσόντα της ΜΚ
- Η μαρτυρία της έχει ιδιαίτερη σημασία αφού ήταν η ειδικός που αξιολόγησε το επίπεδο αντίληψης, την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της παραπονουμένης. Η ανάλυση και τα ευρήματα της προέκυψαν μετά από συναντήσεις της με την παραπονούμενη αλλά και τους γονείς της, ΜΚ 7 και ΜΚ
- Στο πλαίσιο αυτό αξιολόγησε την ανάπτυξη της παραπονουμένης, τις προσωπικές της συνθήκες και το οικογενειακό της περιβάλλον.
- Τα δεδομένα αυτά, παρά το γεγονός ότι λέχθηκαν από την παραπονούμενη και τους γονείς της, δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και ούτε προκύπτει λόγος μη αποδοχής τους. Οι Υπεράσπιση αμφισβήτησε τα δεδομένα που αφορούσαν το ψυχολογικό της ιστορικό, λόγω προβλημάτων που είχε στο σχολείο, και την πληρότητα των γεγονότων που αφορούσαν την επίδικη νύχτα και όχι το αναπτυξιακό της ιστορικό.
- Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι η ΜΚ 12 είχε την ευκαιρία κατά τις συναντήσεις της με την παραπονούμενη και τους γονείς της να προβεί η ίδια σε δικές της διαπιστώσεις ως προς τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους, χωρίς να στηριχθεί μόνο στα λεχθέντα τους ή τις υποκειμενικές τους αντιλήψεις. Η γνώμη της ΜΚ 12 επίσης περιορίστηκε στην εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με το επίπεδο αντίληψης, την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της παραπονουμένης, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ζητημάτων που εκφεύγουν της κοινής γνώσης. Δεν διαπιστώσαμε επίσης προσπάθεια να βοηθήσει την παραπονούμενη αξιολογώντας την εκδοχή της ως αληθινή. Η ΜΚ 12 περαιτέρω αναφέρθηκε σε επαφή που είχε με τη Εκπαιδευτική Ψυχολόγο. Υπήρξε επομένως άντληση πληροφοριών και από αυτή. Δεν διαπιστώνουμε επομένως βάση στο επιχείρημα της Υπεράσπισης ότι δεν το έπραξε. Αυτό που δεν τέθηκε ενώπιον μας ήταν το πλήρες ιστορικό της παρακολούθησης της από την Εκπαιδευτική Ψυχολόγο και την Κλινική Ψυχολόγο και το πώς αυτό συναρτάται με τα ευρήματα της ΜΚ
- Η ΜΚ 12 μας έκανε γενικά καλή εντύπωση, την κρίνουμε αξιόπιστη και από τη μαρτυρία της αποδεχόμαστε τα ακόλουθα:
(1)Οι νοητικές ικανότητες της παραπονουμένης, κυμαίνονται στα φυσιολογικά επίπεδα για την ηλικία της. Δεν παρατηρήθηκαν παραληρηματικές και άλλες παθολογικές ιδέες.
(2)Κατά τις συναντήσεις διατηρούσε μέτρια βλεμματική επαφή και δυσκολευόταν να συνεργαστεί. Στις αρχικές συναντήσεις παρουσίασε αρκετή δυσκολία στη συνεργασία της με το πλαίσιο, λόγω της έντονης ψυχολογικής ενόχλησης κατά την έκθεση της προς την διαδικασία και σε πληροφορίες που σχετίζονταν με το καταγγελθέν περιστατικό και προσπαθούσε να το αποφύγει. Επιπρόσθετα, παρατηρήθηκε ότι ήταν ντροπαλή, αγχώδης, αμήχανη όπως και αμυντική και επιφυλακτική ως προς τη διαδικασία.
(3)Η παραπονούμενη φάνηκε να αισθανόταν περιθωριοποιημένη από τη στάση των γονέων παρόλες τις προσπάθειες της να λάβει συναισθηματική φροντίδα και ποιοτικό χρόνο μαζί τους, καθώς και το γεγονός ότι οι γονείς χρειάστηκε να φροντίσουν την αδερφή της η οποία παρουσίασε θέμα υγείας, και πιθανόν να αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις συναισθηματικές της ανάγκες. Η δυσκολία διαχείρισης των συναισθημάτων της μητέρας όσο αφορά το καταγγελθέν περιστατικό φάνηκε να δημιουργούσε στην παραπονούμενη άγχος με αποτέλεσμα να αποφεύγει τις αλληλεπιδράσεις με την οικογένεια της, επιλέγοντας να απομονώνεται γεγονός που της δημιουργούσε δυσκολίες στην ψυχο-συναισθηματική της κατάσταση, ενώ ο πατέρας περιεγράφηκε ως πιο ήρεμος σε σχέση με αυτό. Η αδυναμία της μητέρας να διαχειριστεί τα αισθήματα της μετά την αποκάλυψη του περιστατικού δημιουργούσε μεγαλύτερο άγχος στην παραπονούμενη ενισχύοντας από πλευράς της την ανάπτυξη προστατευτικού μηχανισμού όπως για παράδειγμα την αντίσταση της να συνεργαστεί στο πλαίσιο του «Σπιτιού του Παιδιού».
(4)Όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις, φάνηκε να συναναστρέφεται και να κάνει παρέα με αρκετά άτομα του αντίθετου φίλου, κάτι που την έκανε να νιώθει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και αποδοχή. Φάνηκε να διαμόρφωνε σχέσεις χωρίς να οριοθετείται έτσι ώστε να νιώθει αποδεκτή.
(5)Οι έφηβοι κατά τη λήψη αποφάσεων είναι πιο επιρρεπείς στο ρίσκο, στην απερισκεψία και πιο παρορμητικοί. Οι έφηβοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν και ψυχολογικά θέματα. Η δομική λειτουργία της οικογένειας φάνηκε να συνέβαλε στην ανάγκη της παραπονουμένης για αποδοχή με αποτέλεσμα και τη δυσκολία οριοθέτησης της. Εν προκειμένω, η ανάγκη για αποδοχή σε συνάρτηση με περιορισμό λόγω της πανδημίας και τον χωρισμό της από τον σύντροφο της καθιστούσαν την παραπονούμενη πιο ευάλωτη.
(6)Επιπρόσθετα, μέσα από τις περιγραφές της φάνηκε να είχαν επηρεαστεί οι φιλικές της σχέσεις μετά από την αποκάλυψη του περιστατικού, με αποτέλεσμα να αισθάνεται θυμό και απογοήτευση. Το αίσθημα της ντροπής που ένιωσε η παραπονούμενη πήγαζε από το γεγονός ότι το περιστατικό είχε διαδοθεί στο χωριό και τον οικογενειακό περίγυρο. Ένιωθε και θυμό προς τον εαυτό της νιώθοντας ότι είχε μερίδιο ευθύνης γιατί συναντήθηκε μαζί του.
(7)Δεχόμαστε ότι η παραπονούμενη εμφάνισε μερική συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (309.81), σύμφωνα με τα Κριτήρια του Διαγνωστικού Εγχειριδίου DSM-V. Η συμπτωματολογία περιλάμβανε επανειλημμένες ενοχλητικές μνήμες του τραυματικού γεγονότος, έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση σε εσωτερικούς ή εξωτερικούς υπαινιγμούς που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του τραυματικού γεγονότος, αποφυγή ενοχλητικών σκέψεων, μνήμες που συνδέονται με το περιστατικό όπως και αποφυγή εξωτερικών υπενθυμίσεων και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό της και τους άλλους, διαστρεβλωμένες γνωστικές λειτουργίες για το αίτιο ή τις συνέπειες του τραυματικού γεγονότος, αισθήματα απομάκρυνσης από τους άλλους, επίμονα αρνητική συγκινησιακή κατάσταση, δυσκολία στην επέλευση και διατήρηση του ύπνου και δυσκολία συγκέντρωσης.
(8)Δεν μπορούμε όμως να δεχθούμε ότι η συμπτωματολογία που εμφάνισε οφειλόταν αποκλειστικά στο επίδικο περιστατικό. Η παραπονούμενη είχε βιώσει παλαιότερα σχολικό εκφοβισμό και είχε παρακολουθηθεί από Κλινική Ψυχολόγο και Εκπαιδευτική Ψυχολόγο. Δεν φοιτούσε κανονικά στο σχολείο. Οι πτυχές αυτές, ως επίσης, τα τυχόν προβλήματα, συμπεριφορά ή συμπτώματα που είχε παρουσιάσει προηγουμένως δεν τέθηκαν ενώπιον μας επαρκώς ώστε να μπορούμε να προβούμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Περαιτέρω με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μας παρατηρήθηκε συνεχιζόμενη αδυναμία διαχείρισης του συμβάντος στο σπίτι ενώ η παραπονούμενη είχε βιώσει, σύμφωνα με τα λεχθέντα της, κοινωνικό αποκλεισμό. Όπως αντιληφθήκαμε όλα τα δεδομένα αυτά επέδρασαν αρνητικά στον ψυχικό της κόσμο. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ
- Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ιδιαιτερότητα των παιδιών μαρτύρων και τη διάκριση τους από τους ενήλικες μάρτυρες. Τα παιδιά δεν είναι μινιατούρες ενήλικες (miniature adults) αλλά παιδιά και πρέπει να τυγχάνουν μεταχείρισης και να κρίνονται ως τέτοια και όχι για το ποιοι θα είναι στο μέλλον ως ενήλικες (βλ. ΚΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, 26/9/2019, όπου έγινε δεκτή η Αγγλική προσέγγιση στην R v B [2010] EWCA Crim 4). Η ηλικία του παιδιού είναι παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. ΓΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 148/2019, 25/2/2021), ως επίσης, το νοητικό επίπεδο, η ικανότητα αντίληψης και έκφρασης, ο χαρακτήρας και γενικά η συμπεριφορά του παιδιού. Στα ζητήματα αυτά η βοήθεια ειδικού μπορεί να είναι βοηθητική (βλ. ΗΕ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 50/2018, 8/4/2020).
- Εν προκειμένω, η παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 15 ετών και 17 ετών και 7 μηνών κατά την ακρόαση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ 12, την οποία έχουμε δεχθεί, οι νοητικές ικανότητες της παραπονουμένης, κυμαίνονται στα φυσιολογικά επίπεδα για την ηλικία της. Ενώπιον μας, ο λόγος της φάνηκε να έχει συνοχή και η ίδια να έχει πλήρη αντίληψη του χώρου, του τόπου και της σοβαρότητας της υπόθεσης. Ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να απαντήσει όλες τις ερωτήσεις που της είχαν τεθεί.
- Σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, δεν μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς, δεδομένου ότι τα θύματα βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών και μετατραυματικών εμπειριών, που αναμφίβολα επηρεάζουν τη δυνατότητά τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος (βλ. Μακρίδης v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 181/2019, 17/9/2020 με αναφορά στις Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766 και Σιακαλλής v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146). Είναι θέμα περιστάσεων που πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση και με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης (όπως αυτό διαπιστώνεται στις Αθηνάκης v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 218/2017, 28/7/2020, Θεοδοσίου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 279/2018, 28/7/2020 και ΧΧΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 253/17, 28/2/2019).
- Μας απασχόλησαν ιδιαίτερα η όλη συμπεριφορά της πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το περιστατικό. Αυτή θα πρέπει να συναρτηθεί και με τις αμοιβαίως αποδεκτές θέσεις που επισημάναμε στην Ενότητα Η, ανωτέρω. Η διήγηση του όλου περιστατικού από την παραπονούμενη συνάδει με τους λόγους που οι γονείς της την κατήγγειλαν ως ελλείπον πρόσωπο αλλά και τις θέσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος ως προς τον τρόπο γνωριμίας τους.
- Δεν μας διαφεύγει ότι η παραπονούμενη, κατά την προφορική της μαρτυρία (αλλά και στη ψυχολόγο - ΜΚ 12), ανέφερε ότι όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο ζητούσε από τον κατηγορούμενο να την πάρει πίσω και αυτός είχε αρνηθεί. Αυτή η διαφοροποίηση, στην όψη της συγκρούεται με τη μαρτυρία των ΜΚ 13 και 14, αλλά και στην απουσία προσπάθειας της να ζητήσει τη βοήθεια τους. Διαπιστώνουμε ότι υπήρχε αμφιθυμία εκ μέρους της, ουδόλως ασύνδετη με τους παράγοντες ευαλωτότητας που αναφέρθηκαν από τη ΜΚ 12 ότι ενυπήρχαν σε αυτή σχετικώς με την δυσκολία οριοθέτησης της. Υπενθυμίζουμε αυτό που η ΜΚ 12 ανέφερε σχετικώς με την δυσκολία οριοθέτησης της παραπονουμένης, οδηγούσε στο να συνάπτει στενές σχέσεις οικειότητας ή να δεσμεύεται και να διαμορφώνει σχέσεις με άτομα τα οποία είναι δυσλειτουργικά και ακόμα την αποστασιοποίηση από τη δημιουργία και διαμόρφωση υγειών και στενών σχέσεων.
- Η ψυχολογική αμφιθυμία, όπως ευστόχως περιγράφηκε από την ΜΚ 12, να θέλει και να μην θέλει δηλαδή, ήταν κατά τη δική μας κρίση διάχυτη σε όλη τη μαρτυρία της για το περιστατικό. Από τη μια δηλαδή είχε προειδοποιήσει τον κατηγορούμενο ότι είχε «περίοδο» για να μην έχουν επαφή και, από την άλλη, σκουπίστηκε ακριβώς γιατί θεώρησε ότι αυτό ήθελε ο κατηγορούμενος. Οι ενέργειες της, ιδωμένες στο σύνολο τους, δείχνουν μια απερίσκεπτη και παρορμητική συμπεριφορά δεκαπεντάχρονης έφηβης, η οποία έχει επιπλέον τα στοιχεία που η ΜΚ 12 εντόπισε. Το γεγονός ότι παρουσίασε σεξουαλική συμπεριφορά, που μπορεί να μην είναι κατανοητή ή κοινωνικά αποδεκτή, δεν θα πρέπει να αποπροσανατολίζει από το πραγματικό αντικείμενο της υπόθεσης, ότι επρόκειτο περί προσώπου που δεν μπορούσε νομικά να συγκατατεθεί σε σεξουαλική πράξη με ενήλικα. Είναι επίσης συμπεριφορά συμβατή με τα όσα ανέφερε η ΜΚ 12, περί απουσίας οριοθέτησης της με αποτέλεσμα να διαμόρφωνε σχέσεις ώστε να νιώθει αποδεκτή και επομένως καθίστατο πιο ευάλωτη.
- Περαιτέρω έχουμε ικανοποιηθεί ότι ο φόβος αντίδρασης των γονιών της, αλλά και του κοινωνικού της περίγυρου, δικαιολογεί την όλη συμπεριφορά της μετά τα συμβάντα αλλά και τη μη αποκάλυψη του αμέσως. Ο κοινωνικός αποκλεισμός που η ίδια βίωσε μετά το περιστατικό αλλά και η ανεπάρκεια διαχείρισης από τους γονείς, ως επιβεβαιώνονται από τη ΜΚ 12, ενισχύουν αυτή μας την πεποίθηση και δεν μας αφήνουν οποιαδήποτε αμφιβολία.
- Στην ΕΑ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η παραδοσιακή αντίληψη του κοινού δικαίου, η οποία φαίνεται να βρήκε έκφραση και σε κυπριακή νομολογία (Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 1), ήταν ότι το θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή εκμετάλλευσης αναμένεται να προβεί σε παράπονο με την πρώτη ευκαιρία (βλ. Rook and Ward on Sexual Offences, 5th ed., 30.102, "Late" Complaint και Australian Law Reform Commission, New South Wales Law Reform Commission and Victorian Law Reform Commission, Uniform Evidence Law, Report 102, NSWLRC Report 112, VLRC FR
(2005)[18.72]). Η αντίληψη όμως αυτή, θεωρείται πλέον ως απηρχαιωμένη. Έχει από πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146, Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 113, Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547 και Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/13, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R. v. MM [2007] EWCA Crim. 1558, Doody [2008] EWCA Crim. 2557, Miller [2010] EWCA Crim. 1578). Θα πρέπει να λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψιν τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε κατασκευασμένο παράπονο (R. v. GJB [2011] EWCA Crim 867). Είναι σημαντικό η καθοδήγηση να είναι προσαρμοσμένη στα γεγονότα της υπόθεσης και να περιορίζεται σε αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις της κοινής πείρας (ΜΜ v. R. [2011] EWCA Crim 1291).» 153. Στην Bejandi v Δημοκρατίας
(2014)2Β ΑΑΔ 935, 955, έγινε δεκτό ότι παιδί δυνατόν να καθυστερήσει να καταγγείλει συμβάντα λόγω φόβου προς τους γονείς του. Ακόμη έγινε δεκτό ότι μπορούσε να οφειλόταν σε ανησυχία μήπως οι γονείς στεναχωρηθούν, η απελπισία ή η ντροπή ή ακόμη και η διαχείριση σχολίων των συγγενών (βλ. ΓΠΒ v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30/7/2021).
- Με βάση τα ενώπιον μας γεγονότα, την ηλικία και ψυχολογική κατάσταση, όπως αυτή εξηγήθηκε από την ΜΚ 12, δεχόμαστε ότι οι λόγοι για τους οποίους η παραπονούμενη δεν αποκάλυψε αμέσως τις λεπτομέρειες του συμβάντος ήταν ένας συνδυασμός παραγόντων, δηλαδή ντροπής, φόβου προς τους γονείς και ως προς τις αντιδράσεις αυτών και του κοινωνικού της περίγυρου. Δεχόμαστε επίσης ότι η αμηχανία που είχε κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της ήταν απόρροια αυτών των συγκρουόμενων αισθημάτων που είχε.
- Εξετάσαμε επίσης τη λογικότητα της εκδοχής της. Αυτό το ζήτημα εμπίπτει στις βασικές αρχές αξιολόγησης οποιουδήποτε μάρτυρος, όπως αναφέρθηκε στη ΓΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 148/2019, 25/2/
- Η εκδοχή του παιδιού θα πρέπει να ανταποκρίνεται στη λογική και να δύναται να είναι αληθής υπό το φως όλων των δεδομένων (βλ. ΓΠΒ, ανωτέρω, όπου η μαρτυρία της παραπονουμένης κρίθηκε ότι ήταν γνήσια, αληθής και ότι ήταν σύμφωνη με τη δικαστικώς αναγνωρισθείσα εμπειρία και κοινή λογική). Οι αναφορές της για τον τρόπο που εξελίχθηκε η σεξουαλική συνεύρεση στον ξενώνα παρουσιάζουν λογική σειρά και παρατίθενται λεπτομέρειες τέτοιας υφής που δεν θα αναμένονταν να είναι προϊόν κατασκευασμένης μαρτυρίας, όπως, το γεγονός ότι έβγαλε τη σερβιέτα της και σκουπίστηκε, η μη χρήση προφυλακτικού, το πού εκσπερμάτωσε ο κατηγορούμενος και το ότι υπήρξε αμέσως μετά νέα διείσδυση. Αυτό που έχουμε αντιληφθεί και δεχόμαστε από τη μαρτυρία της είναι ότι υπήρχε από πλευράς της αβεβαιότητα για τις πράξεις της, δισταγμός και κάποια αντίσταση.
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στην παραπονούμενη μόνο ότι έλεγε ψέματα για τα συμβάντα. Στην αγόρευση του η θέση του ήταν ότι η μαρτυρία ήταν κατασκευασμένη και ότι έγινε με παρότρυνση των γονιών της ή με σκοπό το χρηματικό αντάλλαγμα ή το γάμο. Η ύπαρξη αλλότριων κινήτρων, είτε αυτά συνιστούν καθοδήγηση από κάποιο τρίτο πρόσωπο, είτε εκδικητικά, είτε λόγω της τάσης του παιδιού να φαντασιώνεται, είναι βασικό κριτήριο για την αξιοπιστία του (βλ. ΧΧΧ, ανωτέρω, ΚΧ, ανωτέρω και ΛΚ v Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547). Δεν διαπιστώσαμε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως οι προσπάθειες της ίδιας, των γονέων και της αδελφής της αφορούσαν τον εντοπισμό του κατηγορούμενου και δεν επεκτάθηκαν αλλού. Υπενθυμίζουμε ότι είναι δεκτό ότι ο κατηγορούμενος είχε δώσει ψευδή στοιχεία. Περαιτέρω η κατασκευή τέτοιας ιστορίας ουδόλως τη βόλευε. Θα μπορούσε να είχε αρνηθεί τη σεξουαλική συνεύρεση, όπως και έπραξε αρχικά, αφού το γεγονός αυτό για την ίδια είχε αρνητικές επιπτώσεις προσωπικές και κοινωνικές παρά θετικές. Το συμπέρασμα μας περί του πως εξελίχθηκαν τα πράγματα επιβεβαιώνεται και από τη συμπεριφορά της παραπονουμένης κατόπιν του επίδικου συμβάντος. Μετά τη σεξουαλική επαφή τους φαίνεται η ίδια να ενήργησε υπό το κράτος φόβου να μην αποκαλυφθούν τα ψέματα της στους γονείς της.
- Καταλήγοντας, σημειώνουμε πως το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κατήγγειλε αμέσως τον κατηγορούμενο δεν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε όπως η Υπεράσπιση μας κάλεσε, ως ένδειξη ψευδούς και κατασκευασμένου παραπόνου. Θεωρούμε το χρονικό διάστημα από την επίδικη ημερομηνία μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της, όχι υπερβολικό, λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι πήρε κάποιες μέρες για να εξακριβωθεί ποιος πραγματικά ήταν ο κατηγορούμενος και αφετέρου την ηλικία της σε συνδυασμό με την εκ των υστέρων αντίληψη της περί της λανθασμένης κρίσης της.
- Σημειώνουμε ότι ο συλλογισμός ότι «ανήθικες» γυναίκες (δηλαδή γυναίκες που είχαν προγενέστερες σεξουαλικές επαφές) ήταν πιο πιθανό να συναινέσουν στην επαφή και ότι σε κάθε περίπτωση, ήταν λιγότερο αξιόπιστες έχει χαρακτηριστεί ως «ο διπλός μύθος» (twin myth) (βλ. Η.Η. Peter Rook & R. W. Ward, Rook and Ward on Sexual Offences Law & Practice (6th edn Sweet & Maxwell, London 2021), σελ. 1291 και επέκεινα) και δεν μπορεί να βρει έρεισμα στα δεδομένα της εποχής μας και των σύγχρονων αντιλήψεων περί ισότητας των φύλων. Στην Αγγλία η αντεξέταση αναφορικά με προηγούμενες σεξουαλικές σχέσεις ουσιαστικά έχει απαγορευθεί (βλ. ss.41 - 43 of the Youth Justice and Criminal Evidence Act 1999). Στον Καναδά αποφασίστηκε ότι μαρτυρία προγενέστερης συναινετικής σεξουαλικής συμπεριφοράς από την καταγγέλλουσα μπορεί να γίνει αποδεκτή όχι όμως για τον μόνο λόγο εξαγωγής συμπεράσματος ότι αυτή συναίνεσε ή ότι δεν είναι αξιόπιστη μάρτυρας (βλ. R v Seaboyer
(1991)83 DLR (4th) 193; [1991] 2 SCR 577). Πρέπει να συνδέεται με κάποιο σχετικό με τα επίδικα θέματα όπως λ.χ. ότι άλλο πρόσωπο διέπραξε το αδίκημα. Τέλος την Χριστοφόρου, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι σε αδικήματα με βάση το άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014, όπου δεν είναι δυνατή η συναίνεση, η ύπαρξη προηγούμενων σεξουαλικών σχέσεων του θύματος δεν μπορεί να είναι σχετική.
- Έχοντας αυτοπροειδοποιηθεί κατάλληλα κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της παραπονουμένης για όλα τα επίδικα θέματα χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό ή δισταγμό και καμία αμφιβολία να δεχθούμε την μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και να την κρίνουμε αξιόπιστη και με ασφάλεια να βασιστούμε στη μαρτυρία της.
- Η μαρτυρία της γίνεται ως εκ τούτου αποδεκτή και θα αναφερθούμε στη συνέχεια στα ευρήματα μας με βάση αυτή. ΙΑ.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
- Ο κατηγορούμενος, μας έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να προβάλει στο δικαστήριο αυτό-εξυπηρετική εκδοχή με σκοπό την παρουσίαση άλλης εικόνας απ' ότι πραγματικά είχε συμβεί. Ήταν εμφανές στη μαρτυρία του ότι μετέβαλλε την εκδοχή του αναλόγως ώστε να βελτιώσει τη θέση του.
- Για παράδειγμα, ενώ είχε δεχθεί ότι ανέφερε στην παραπονούμενη ότι ήταν ηλικίας 17 ετών, στη συνέχεια επέμεινε ότι πίστευε ότι αυτή ήταν ενήλικη, δηλαδή άνω των 18 αφού, οδηγούσε και εργαζόταν σε νηπιαγωγείο. Δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει γιατί ανέφερε σε ενήλικη γυναίκα ότι ο ίδιος ήταν ηλικίας 17 ετών. Παρέμεινε σκόπιμα αναπάντητο το ερώτημα γιατί δεν ανέφερε την πραγματική του ηλικία.
- Περαιτέρω προέβαλε αντιφατικές δικαιολογίες για τους λόγους που έδωσε ψευδές όνομα και στοιχεία στην παραπονούμενη. Ενώ στις καταθέσεις του ανέφερε ότι είχε σοβαρό δεσμό με άλλη κοπέλα και ότι οι φίλοι του του είπαν να μην δώσει τα πραγματικά του στοιχεία, προφορικά ανέφερε ότι έψαχνε για σχέση και ότι αυτή που είχε δεν ήταν σοβαρή. Τελείως αντίθετη εκδοχή δηλαδή. Ανέφερε επίσης ότι ήθελε να γνωρίσει την παραπονούμενη καλύτερα πριν της δώσει τα πραγματικά του στοιχεία, αλλά δεν εξήγησε το γιατί, αφού τούτος δεν είναι ο φυσιολογικός και ειλικρινής τρόπος προσέγγισης ατόμου που γνωρίζει για πρώτη φορά κάποιον άλλο. Επίσης, ενώ δέχθηκε ότι της έδωσε ψευδές όνομα, ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη μπορούσε να τον εντοπίσει στο «Facebook» χωρίς όμως να εξηγήσει πως αυτό θα ήταν εφικτό.
- Τέλος, ενώ ισχυρίστηκε ότι αγόρασε τηλεφωνική κάρτα για τις επικοινωνίες του με την παραπονούμενη, ακολούθως ανέφερε ότι τη χρησιμοποιούσε και για τις δουλειές του, τη στιγμή που όπως ο ίδιος παραδέχθηκε φίλοι και γνωστοί του γνώριζαν τον κανονικό του αριθμό. Σημειώνουμε ότι αρχικώς είχε αναφέρει ότι είχε μια τηλεφωνική συσκευή ενώ προφορικά δυο. Όταν του υποδείχθηκε η αντίφαση είπε μία.
- Πέραν τούτων μας έκανε άσχημη εντύπωση η αναφορά του προς την παραπονούμενη ότι αυτή ενδεχομένως να κάπνισε μαριχουάνα και η έμφασις του στο ότι αυτή «πήγαινε» με άλλους άνδρες. Προσπάθησε στην ουσία να την παρουσιάσει ως ανήθικη, ενώ ήταν αυτός που της παρουσιάστηκε με ψευδές όνομα, ηλικία και αριθμό τηλεφώνου. Οι φωτογραφίες που παρουσίασε από το Tik Tok, (Τεκμήρια 19 και 20), οι οποίες δεν αποδείχθηκε πότε αναρτήθηκαν χρονικά, αυτό είχαν ως σκοπό.
- Σε αυτό το πλαίσιο που θέσαμε κρίνουμε και την εκδοχή που προέβαλε, ότι αυτοϊκανοποιήθηκαν χωριστά παρουσία του άλλου, ως ψευδή που σκοπό και μόνο είχε την απαλλαγή του.
- Κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αναξιόπιστος και απορρίπτουμε τη μαρτυρία του. ΙΒ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
- Πέραν των όσων έχουμε αναφέρει ως κοινά αποδεκτών θέσεων αλλά και των επί μέρους ευρημάτων που κάναμε πιο πάνω, προβαίνουμε στα ακόλουθα ευρήματα.
- Ο κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη τηλεφωνικώς 2 - 3 μέρες πριν το επίδικο συμβάν. Της ανέφερε ότι ήταν ηλικίας 17 ετών και ότι ονομαζόταν «Σ». Η ίδια του αποκάλυψε ότι ήταν 15 ετών. Τον αριθμό του τηλεφώνου της τον απέκτησε από τρίτο πρόσωπο.
- Αυτή ήταν η εικόνα προσώπου που σχηματίστηκε στο μυαλό της παραπονουμένης για το συνομιλητή της. Η περαιτέρω συνομιλία τους τις επόμενες μέρες δημιούργησε ευχάριστη αίσθηση στην παραπονούμενη αφού την έκανε να γελά, ως ανέφερε και συνακολούθως, δημιουργήθηκε έλξη της παραπονουμένης προς το πρόσωπο του «αγοριού» με το οποίο συνομιλούσε. Αγνοούσε η παραπονούμενη ότι πίσω από το τηλέφωνο βρισκόταν ο 32χρονος τότε κατηγορούμενος με διαφορετικό όνομα και ηλικία από αυτά που της παρέστησε.
- Αφού αντάλλαξαν μηνύματα και τηλεφωνικές κλήσεις, διευθέτησαν να συναντηθούν στον κυκλικό κόμβο του [Χωριού Α]. Εκεί ο κατηγορούμενος την παρέλαβε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε. Θα διανυκτέρευαν σε ξενώνα στο [Χωριό Β]. Την κράτηση την έκανε ο κατηγορούμενος. Η ιδέα να κλείσουν δωμάτιο ήταν δική του και η ίδια το αποδέχθηκε. Η παραπονούμενη του είχε πει τηλεφωνικώς, ότι είχε έμμηνο ρήση. Η παραπονούμενη είχε αναφέρει στους γονείς της ότι θα διανυκτέρευε σε μια φίλη της, τη Β.Β., με σκοπό να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο.
- Αυτό στο οποίο είχε συγκατατεθεί η παραπονούμενη ήταν να συναντηθεί με ένα αγόρι ηλικίας 17 ετών επ' ονόματι «Σ» στοιχεία που ψευδώς της παρέστησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε άλλο όνομα και ήταν ηλικίας 32 ετών. Τούτη την πληροφόρηση τη διατήρησε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια όλων των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων.
- Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο ζήτησε από τον κατηγορούμενο να επιστρέψουν, αλλά αυτός αρνήθηκε. Η παραπονούμενη αν και έδειξε κάποια αμφιθυμία, λογική για την ηλικία της, παρέμεινε μαζί του και μετέβη μαζί του στον ξενώνα. Όταν έφτασαν στον ξενώνα η παραπονούμενη δεν αντέδρασε, αντίθετα, παρουσία της ΜΚ 13, ακολούθησε τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο.
- Εκεί μίλησαν λίγο και ακολούθως, ο κατηγορούμενος άρχισε να την αγκαλιάζει. Η ίδια δεν επιθυμούσε, αυτός επέμεινε όμως, παρά τις αντιρρήσεις της. Ξάπλωσαν στο κρεβάτι όπου και συνέχισε να τη θωπεύει και να της λέει ότι θέλει να έρθουν σε συνουσία. Η ίδια συνέχισε να έχει αντιρρήσεις. Του επανέλαβε ότι είχε έμμηνο ρήση. Της ανέφερε ότι ήταν 25 ετών, οπότε και η ίδια του είπε ότι είχε αρχίσει να φοβάται. Παρά ταύτα, η ίδια πήγε στην τουαλέτα, αφαίρεσε τη σερβιέτα, καθαρίστηκε και επανήλθε.
- Ο κατηγορούμενος, αφού είχε αφαιρέσει τα ρούχα του αλλά και της παραπονούμενης, προέβη σε κολπική διείσδυση με το πέος του. Η παραπονούμενη δεν είχε αντιδράσει άλλο, ένιωσε ότι ήταν σε σοκ και στην ουσία ο κατηγορούμενος της επέβαλε τη θέληση του. Ο κατηγορούμενος δεν είχε φορέσει προφυλακτικό. Το γεγονός αυτό την άγχωσε. Εκσπερμάτωσε στην κοιλιά της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προέβη σε νέα διείσδυση με το πέος του στον κόλπο της οπότε και η παραπονούμενη αγχώθηκε περισσότερο και άρχισε να τον κτυπά. Ακολούθως του ζήτησε χαρτί για να σκουπιστεί, της έφερε και αυτή σκουπίστηκε.
- Στη συνέχεια η παραπονούμενη άρχισε να απαντά μηνύματα. Είχε λάβει πέραν των 40 κλήσεων. Άρχισε να αγχώνεται επειδή λάμβανε στο κινητό της μηνύματα ότι θα πήγαιναν στην αστυνομία οι δικοί της οι οποίοι την έψαχναν. Είπε στον κατηγορούμενο να πάνε πίσω στην περιοχή «Μ». Εκεί συναντήθηκαν με το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ 11 με επιβάτιδα τη ΜΚ
- Η παραπονούμενη κρύφτηκε. Τελικά επανήλθαν στο [Χωριό Β] οπότε και η παραπονούμενη περπάτησε σε μια φίλη της που διέμενε στο εν λόγω χωριό. Από εκεί την παρέλαβαν οι ΜΚ 9 και 11 και τη μετέφεραν σπίτι της.
- Η παραπονούμενη δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά για το συμβάν εκείνο το βράδυ, αλλά κάποιες μέρες μετά αφού συνομίλησε με την αδελφή της. Αρχικά είχε αρνηθεί ότι είχε ερωτική συνεύρεση. Η μητέρα της παραπονουμένης, ΜΚ 7, είχε μάθει ότι η παραπονούμενη είχε συνευρεθεί με άντρα μεγαλύτερης ηλικίας από μητέρα μιας φίλης της παραπονουμένης. Η παραπονούμενη πάλι αρνήθηκε, ακολούθως όμως ανέφερε στην αδελφή της ότι είχε όντως σεξουαλική επαφή εκείνο το βράδυ.
- Η παραπονούμενη εμφάνισε μερική συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (309.81), σύμφωνα με τα Κριτήρια του Διαγνωστικού Εγχειριδίου DSM-V, όπως αναφέραμε στην §143
(7), ανωτέρω, η οποία όμως δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο επίδικο συμβάν. Η παραπονούμενη όμως, συνεπεία του συμβάντος, είχε κοινωνικές επιπτώσεις και υπέστη κοινωνικό αποκλεισμό. 179. Βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε σεξουαλική πράξη με παιδί εν τη εννοία του άρθρου 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014 αφού αυτός ηλικίας 32 ετών, διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της παραπονουμένης, ηλικίας τότε 15 ετών. Η πράξη αυτή εκ της φύσεως της ήταν σεξουαλική. Η παραπονούμενη λόγω της ανηλικότητας της δεν μπορούσε να συναινέσει στην εν λόγω πράξη. Ως εκ τούτου έχουμε ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα που του καταλογίζεται. ΙΓ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
- (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 'As indicated in Fox v Percy there are other techniques for assessing the credibility and reliability of a witness other than that based on a personal assessment of demeanour:
- Assess the evidence of a witness by reference to undisputed or indisputable facts. The witness is likely to be considered to be unreliable if their evidence is, in any serious respect, inconsistent with those facts; ...' [2] 'The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred; ....' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο