ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ν. ΛΙΖΑ ΠΕΤΣΑ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 4510/19, 10/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 4510/19 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ Παραπονούμενος και
- ΛΙΖΑ ΠΕΤΣΑ
- ΑΝΘΗ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED
- JOHN PATRICK HOURICAN
- NICK SMITH
- ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΛΟΧΩΡΙΤΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ. Θ. Ανδρέου και κα Θ. Ανδρέου για ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Π. Πολυβίου, κ. Γ. Μίτλεττον και κα Ι. Γεωργιάδου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Χ. Παπαχριστοδούλου και κα Ξ. Καντούνα για ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Θ. Κορφιώτης και κα Ι. Ορφανίδου για ΚΟΥΣΙΟΣ, ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ, ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με το υπό κρίση κατηγορητήριο το οποίο καταχωρίστηκε στις 16/11/2019, οι Κατηγορούμενες 1 και 2 αντιμετωπίζουν μία
(1)κατηγορία έκαστη για το αδίκημα της ψευδορκίας κατά παράβαση του Άρθρου 110
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η και 4η κατηγορία αντίστοιχα). Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, αυτή κατηγορείται ότι: «στις 12/7/2018 και στις 12/11/2018 εν γνώσει της και εκ προθέσεως, προέβη σε ψευδείς Ένορκες Δηλώσεις ως μάρτυρας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε ουσιώδες ζήτημα διατάγματος το οποίον εκκρεμούσε και ήταν υπό εκδίκαση στην αίτηση για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων στην αγωγή 1492/2018 ημερομηνίας 06/06/2018 και μεταξύ άλλων εν γνώση της κατέθεσε ψευδώς ότι, οι 1,300 μετοχών Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου ήταν μηδενικής αξίας και ότι τα δάνεια του παραπονούμενου στην κατηγορούμενη 3 ήταν μη εξασφαλισμένα και μη εξυπηρετούμενα». Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, αυτή κατηγορείται ότι: «στις 14/5/2018 εν γνώσει της και εκ προθέσεως, προέβη σε ψευδή Ένορκη Δήλωση ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως στη Λευκωσία σε ουσιώδες ζήτημα και διαδικασία που αφορούσε τις 1,300 μετοχές Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και ερήμην του τελευταίου, το οποίον εκκρεμούσε και ήταν υπό εκδίκαση στην αίτηση υπ' αρ. Ε64/2014 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως και μεταξύ άλλων εν γνώση της κατάθεσε ψευδώς ότι, οι 1,300 μετοχές Β' Τάξης της εταιρείας NICOSIA MALL HOLDINGS (NMH) LIMITED (HE374135) ιδιοκτησίας του παραπονούμενου ήταν μηδενικής αξίας και ότι τα δάνεια του παραπονούμενου ήταν μη εξασφαλισμένα και μη εξυπηρετούμενα». Η κατηγορούμενη 3 αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες για το αδίκημα της συμβουλής σε ψευδορκία και το αδίκημα της πρόκλησης σε ψευδορκία, κατά παράβαση των Άρθρων 110
(1)
(2)και 22 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Πρόκειται για τις κατηγορίες 2, 3, 5 και
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 5, η Κατηγορούμενη 3 κατηγορείται ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η και 4η κατηγορία συμβούλευσε τις κατηγορούμενες 1 και 2 στη διάπραξη του αδικήματος της ψευδορκίας και για την τέλεση του αδικήματος της ψευδορκίας με τον τρόπο που περιγράφεται στην 1η και 4η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 6, η Κατηγορούμενη 3 κατηγορείται ότι υποκίνησε και προκάλεσε τις Κατηγορούμενες 1 και 2 να προβούν σε ψευδείς ένορκες δηλώσεις ως μαρτυρία στο πλαίσιο των διαδικασιών που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 4ης κατηγορίας. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 αντιμετώπιζαν τις ίδιες κατηγορίες με την Κατηγορούμενη
- Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 4 η υπόθεση απορρίφθηκε στις 13/12/21 λόγω μη επίδοσης και αυτός απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Σε ότι αφορά τους Κατηγορούμενους 5 και 6, στις 15/9/2022 απαλλάχθηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν αφού καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου επιστολή ημερομηνίας 18/8/2022 με την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης (nolle prosequi) εναντίον τους. Το σχετικό έντυπο αναστολής ποινικής δίωξης ημερομηνίας 18/8/2022 λήφθηκε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 23/8/2022 και καταχωρίστηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Στην εν λόγω απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα γίνεται αναφορά και στον Κατηγορούμενο 4 πλην όμως όπως αναφέρθηκε η υπόθεση εναντίον του είχε ήδη απορριφθεί σε προγενέστερο στάδιο. Το αδίκημα της ψευδορκίας, επισύρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά
(7)έτη. Συνακόλουθα, πρόκειται για αδίκημα το οποίο μπορεί να δικαστεί συνοπτικά μόνο με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24
(2)[1] του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Εν προκειμένω, δόθηκε η απαιτούμενη συγκατάθεση. Ειδικότερα, στον φάκελο της δικογραφίας καταχωρίστηκε επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 14/11/2019 η οποία απευθύνεται στον συνήγορο του Παραπονούμενου και αναφέρεται σε αίτημα για παραχώρηση από τον Γενικό Εισαγγελέα άδειας για καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και για εκδίκαση των κατηγοριών εναντίον των κατηγορουμένων στην υπό κρίση υπόθεση συνοπτικώς. Στη ρηθείσα επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφέρεται πως το αίτημα του συνήγορου του Παραπονούμενου εγκρίνεται και πως δίδεται άδεια για καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε οκτώ
(8)μάρτυρες κατά τη μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 32 Τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας ήταν η κα Άντρη Σιακαλλή, λειτουργός στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (ΜΚ1), δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Στέλιος Κωνσταντίνου, λειτουργός στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ΜΚ2), τρίτος μάρτυρας ήταν ο Παραπονούμενος (ΜΚ3), τέταρτος μάρτυρας ήταν ο κ. Νεοκλής Θεοδοτίδης, Γενικός Διευθυντής του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ (ΜΚ4), πέμπτος μάρτυρας ήταν ο κ. Χαράλαμπος Πετρίδης, εκτιμητής ακινήτων (ΜΚ5), έκτος μάρτυρας ήταν ο κ. Κυριάκος (Κίκης) Αθηνοδώρου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΚ6), έβδομος μάρτυρας ήταν ο κ. Πέτρος Ζωγράφος, επιμετρητής ποσοτήτων (ΜΚ7) και όγδοος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. Γεώργιος Ποΐζης, χρηματοοικονομικός σύμβουλος (ΜΚ8). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενες 1 και 2 επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Η Κατηγορούμενη 3 δήλωσε μέσω των συνηγόρων της πως δεν προτίθεται να παρουσιάσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία και πως βασίζεται στην προσκομισθείσα εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 μαρτυρία. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[2] Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 περιορίστηκαν στην κατάθεση διάφορων εγγράφων που καταχωρίστηκαν στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 1492/2018 του Επαρχιακού Δικαστήριο Λευκωσίας και της Αίτησης υπ' αριθμό Ε64/2014 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο Παραπονούμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ήταν η θέση του ότι οι ψευδορκίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο προέκυψαν από τις ένορκες δηλώσεις στις οποίες είχαν προβεί οι κατηγορούμενες 1 και 2 και οι οποίες κατατέθηκαν πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ως τεκμήρια 1, 6 και
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι καταχώρισε την αίτηση Τεκμήριο 5 ζητώντας την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2[3] όπως αποξενώσουν, διαθέσουν ή επιβαρύνουν τις 1300 μετοχές αντιστοιχούσες στο 13% του εκδοθέντος κεφαλαίου της εναγομένης 2 τις οποίες κατείχε και τις οποίες παράνομα, αυθαίρετα και ανεπίτρεπτα ως ισχυρίζεται στην αγωγή του με αριθμό 1492/2018 απέκτησαν οι εναγόμενοι 1 και
- Ήταν η θέση του ότι στην ένορκη δήλωση της κατηγορουμένης 1 - Τεκμήριο 6 που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της αίτησης του - Τεκμήριο 5, η Κατηγορούμενη 1 προβαίνει σε σωρεία ψευδών και αναληθών ισχυρισμών σε σχέση με την πραγματική αξία των 1.300 μετόχων που κατείχε στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited καθώς και στο ότι είχε δήθεν μη εξυπηρετούμενα και μη εξασφαλισμένα δάνεια. Πρόσθεσε ότι με άδεια του δικαστηρίου προέβη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση - Τεκμήριο 7 στην οποία απαντά σε όλους τους ανυπόστατους ισχυρισμούς που προέβαλε η Κατηγορουμένη 1 με την ένορκη δήλωση της Τεκμήριο 6 και την οποία, ως ανέφερε υιοθετεί και επαναλαμβάνει συμπεριλαμβανομένων και των τεκμηρίων που κατέθεσε με αυτή προς απόδειξη των αδικημάτων της ψευδορκίας. Ήταν η θέση του ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση τεκμήριο 5 και στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση τεκμήριο 7 καταρρίπτουν το σύνολο των ανυπόστατων και ψευδών ισχυρισμών της Κατηγορουμένης
- Στη συνέχεια ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 1 προέβη σε απαντητική ένορκη δήλωση σε σχέση με τα όσα ο ίδιος ανέφερε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τεκμήριο 7 (Τεκμήριο 8) στην οποία προβαίνει σε περαιτέρω ψευδείς ισχυρισμούς σε σχέση με την πραγματική αξία των μετοχών του στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις παραγράφους 18.1 και
- 6 του τεκμηρίου
- Περαιτέρω, αναφερόμενος στην ένορκη δήλωση της Κατηγορούμενης 2 - Τεκμήριο 1, είπε πως σε αυτήν την διαδικασία ο ίδιος ήταν τριτοδιάδικος και πως δεν του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει στους ψευδείς ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης
- Ήταν η θέση του ότι η αίτηση της Κατηγορουμένης 3 που καταχωρήθηκε στις 14/5/2018 δεν του επιδόθηκε ποτέ και εκδόθηκε διάταγμα ερήμην του. Ήταν η θέση του ότι η Κατηγορούμενη 2 στο Τεκμήριο 1 προβαίνει σε σωρεία ψευδών και αναληθών ισχυρισμών αναφερόμενος ειδικότερα στις παραγράφους 31, 55, 56, 66.1 και 67.2 του Τεκμηρίου
- Στη συνέχεια, αναφερόμενος στα Τεκμήρια 3 και 4 εξήγησε πως αυτά δείχνουν ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησαν παράλληλα στις 20/11/2017 δύο ξεχωριστές αιτήσεις με τα ίδια ακριβώς αιτητικά με σκοπό να ακυρωθεί το διάταγμα παγοποίησης των μετοχών του στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited το οποίο είχε εξασφαλιστεί με μονομερή αίτηση από τους φερόμενους αιτητές. Σημείωσε ότι παρόλο που στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης Τεκμήριο 3 γενικά και αόριστα υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κατηγορουμένης 2 - Τεκμήριο 4 στην ουσία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Παραπονούμενος, φαίνεται ότι διαφωνεί με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Ειδικότερα, όπως εξήγησε, σε ότι αφορά τα χρέη του στην Τράπεζα Κύπρου στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι η αξία της περιουσίας του υπερβαίνει τα €5.600.000 ενώ οι συνολικές του υποχρεώσεις προς την Τράπεζα Κύπρου είναι πολύ λιγότερες και αρά διαφώνησε με τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης 1 ότι δήθεν όφειλε πέραν των 7 εκατομμυρίων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Κατηγορουμένης 2 στο τεκμήριο 4 και ειδικότερα στην παράγραφο 39 ότι η Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited είχε μηδενική αξία ανέφερε ότι δεν μπορεί να δεσμεύεται με τη γενική του τοποθέτηση καθότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει το ακριβές ποσό που πλήρωσε η Τράπεζα Κύπρου στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ σε αντίθεση με την Κατηγορούμενη 2 η οποία ανέφερε ρητά ότι ήταν πέραν των 40 εκατομμυρίων ευρώ. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Κατηγορούμενη 2 με υπόβαθρο τη θέση ότι δήθεν υπήρχε οφειλή πέραν των 40 εκατομμυρίων ευρώ στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ το οποίο ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου, βασίζει τη θέση της ότι δήθεν η καθαρή αξία της Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited και κατ' επέκταση των μετόχων αυτής ήταν κατά την 28/9/2017 και μέχρι και τις 7/11/2017 μηδενική. Πρόσθεσε ότι αυτό που είχε πει η Κατηγορούμενη2 ήταν προφανώς ψέμα και το έμαθε πολύ αργότερα και μάλιστα πρόσφατα όπως ανέφερε, με την αγωγή με αριθμό 1474/2022 που καταχώρισε ο ίδιος εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ όπου στην Έκθεση Υπεράσπισης του Ταμείου Συντάξεων αναφέρεται ότι έλαβε από την Τράπεζα Κύπρου ποσό ύψους 33 εκατομμυρίων (τεκμήρια 11 και 12). Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι καλόπιστα βασίστηκε τότε στον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης 2 ο οποίος αποδείχθηκε ψευδής και ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς έγινε. Είπε επίσης ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει με κάτι που ήταν ψέμα και δεν γνώριζε ότι ήταν ψέμα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι τα έγγραφα της ίδιας της Τράπεζας Κύπρου τα οποία γνώριζαν οι κατηγορούμενοι αποδεικνύουν ότι οι ένορκες δηλώσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 περιέχουν παντελώς ψευδή ισχυρισμούς ως προς την πραγματική αξία των μετοχών του στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited και τα δάνεια του στην Τράπεζα Κύπρου. Πρόσθεσε ότι η ίδια η Τράπεζα Κύπρου από τη μία ισχυρίζεται ότι οι επίδικες μετοχές του είχαν δήθεν μηδενική αξία ενώ από την άλλη έρχονται οι ίδιοι και αυτοδιαψεύδονται και τον πληρώνουν με δική τους πρωτοβουλία και απόφαση ως αντάλλαγμα 5 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, προφανώς υπέστη τεράστια ζημιά από τα 2 μεγάλα ψέματα που ενόρκως υποστήριξαν οι κατηγορούμενοι αφού με τις ψευδείς αναφορές τους στην ουσία τον εξαπάτησαν και τον εξανάγκασαν να μεταβιβάσει στην Τράπεζα Κύπρου τις μετοχές του που κατείχε στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited για το ποσό των 5 εκατομμυρίων ευρώ ενώ η πραγματική τους αξία ήταν περίπου υπερδιπλάσια. Η ουσία, σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, είναι ότι οι κατηγορούμενοι με τα συγκεκριμένα τους ψέματα πέτυχαν να ελευθερώσουν πρώτα τις μετοχές του από το διάταγμα που υπήρχε στην υπόθεση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και στη συνέχεια δημιούργησαν τις συνθήκες για να τον εξαναγκάσουν να τους τις μεταβιβάσει χωρίς να γίνει ποτέ εκτίμηση της πραγματικής αξίας τους και ούτε διαπραγμάτευση τα όποια αυτονόητα, κατά τον Παραπονούμενο, θα έπρεπε να προηγηθούν της όποιας συμφωνίας. Περαιτέρω, κατά την δια ζώσης μαρτυρία του στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, αναφερόμενος στην ένορκη δήλωση του που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της αγωγής 1492/2018 - Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι ως εκ της θέσης που είχε για 7 χρόνια ως μέλος της τράπεζας Eurobank και εκ της πολύχρονης τριβής που είχε μπορεί να κρίνει εκ του ασφαλούς και να εξάγει κάποια συμπεράσματα αν μια τράπεζα είναι αξιόπιστη ή όχι και αν τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πελάτες της και απέναντι στους συνεταίρους της. Αναφερόμενος επίσης στο τεκμήριο 5 παρέθεσε το ιστορικό από το έτος 2010 σχετικά με την αρχική δανειοδότηση που είχε λάβει η εταιρεία του (Canaletto Ltd) από την Τράπεζα Κύπρου ύψους 22 εκατομμυρίων ευρώ για την ανέγερση του εμπορικού κέντρου Nicosia Mall. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε, γίνεται αναφορά και στο γεγονός ότι μετά την αρχική δανειοδότηση που έλαβε η εταιρεία του Παραπονούμενου (Canaletto Ltd) από την Τράπεζα Κύπρου ο ίδιος αποφάσισε να συνεργαστεί με την εταιρεία K. Athienitis Contractors and Developers Plc που είχε εμπειρίες σε παρόμοια έργα και κατέληξαν στη μεταβίβαση του 87% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας του σε αυτούς προκειμένου να αναλάβουν από κοινού το έργο. Αφού έγινε η μεταβίβαση των μετοχών με διευθυντές τον ίδιο, τον Παναγιώτη Αθηαινίτη και τον Μιχάλη Αθηαινίτη η εταιρεία μετονομάσθηκε σε K. Athienitis (Shopping Malls) Ltd. Στη συνέχεια αναφέρθηκε και στην επιπρόσθετη δανειοδότηση ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ που είχε παραχωρηθεί από το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ και ακολούθως ανέφερε ότι όταν στην πορεία εξαντλήθηκαν τα ποσά της δανειοδότησης και δεν υπήρχε πλέον κεφάλαιο για να συνεχίσει το έργο, σε συνεννόηση με την Τράπεζα Κύπρου έλαβε χώρα μελέτη από επιμετρητές ποσοτήτων για το υπολειπόμενο κόστος κατασκευής του Nicosia Mall καθώς και εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου από τον Κίκη Αθηνοδώρου. Ήταν η θέση του ότι η εκτίμηση αυτή είναι απόλυτα συνυφασμένη με την αξία των μετοχών που καθορίστηκαν σε μηδενική αξία από την Τράπεζα Κύπρου. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στις δηλώσεις της Κατηγορουμένης 2 ως προς την οφειλή προς το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ πέραν των 40 εκατομμυρίων ευρώ και στο γεγονός ότι αποδείχθηκε μεταγενέστερα με την έκθεση υπεράσπισης του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ στο πλαίσιο της αγωγής 1474/22 ότι το ποσό που καταβλήθηκε ήταν 33 εκατομμύρια ευρώ, ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα Κύπρου φόρτωσε το έργο με επιπλέον 8 εκατομμύρια ευρώ τα οποία και απέκρυψε η Τράπεζα διερωτώμενος πως είναι δυνατό οι αξιωματούχοι της Τράπεζας Κύπρου να μην αποκαλύπτουν στους συνεταίρους τους δηλαδή τον ίδιο και να ανακαλύπτουν μετά από 5 χρόνια αυτό το γεγονός από το οποίο φαίνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου επί σκοπώ και δόλια, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αύξανε το κόστος του έργου κατά εκατομμύρια για να δημιουργεί την ψεύτικη εικόνα ότι το εμπορικό κέντρο είναι κατεστραμμένο. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις εκτιμήσεις της εταιρείας Landtourist Valuations οι οποίες αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 5 (συνημμένο 17 στην ένορκη δήλωση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 5) και αφορούσαν, όπως ανέφερε, την αξία όλων των περιουσιακών του στοιχείων λέγοντας ότι οι εκτιμήσεις έχουν πολλή σημασία γιατί φαίνεται ότι όχι μόνο τα δάνεια του ήταν πλήρως εξασφαλισμένα αλλά ήταν και πλήρως εξυπηρετούμενα. Σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, από τις εκτιμήσεις προκύπτει ότι η ακίνητη του ιδιοκτησία ήταν €8,5 εκατομμύρια και επομένως όταν η Κατηγορούμενη 2 δηλώνει ότι οι οφειλές του ήταν πέραν των 7 εκατομμυρίων, από αυτόν τον αριθμό φανερώνεται κατά τον ίδιο ότι τα δάνεια του ήταν πλήρως εξασφαλισμένα με υπέρτερες υποθήκες. Ακολούθως, ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε στο έγγραφο της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 27/9/2017 που επίσης αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 5 (πρόκειται για το συνημμένο 18 της ένορκης δήλωσης που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 5), το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον Παραπονούμενο, δείχνει με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο ότι όλα του τα δάνεια και όλες του οι υποχρεώσεις προς την Τράπεζα ήταν πλήρως εξασφαλισμένες και πλήρως εξυπηρετούμενες. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5[4] το οποίο έγινε από την Τράπεζα Κύπρου και κατά τη θέση του σε αυτό το έγγραφο η Τράπεζα Κύπρου δηλώνει για πρώτη φορά ότι η αξία των μετοχών του είναι 5 εκατομμύρια ευρώ. Κατά τον Παραπονούμενο, για πρώτη φορά η Τράπεζα Κύπρου στις 17/5/2018 αποκαλύπτει ότι το μηδέν μπορεί να είναι και 5 εκατομμύρια και μάλιστα σε 3 μέρες. Επεσήμανε ότι το Τεκμήριο 1 δηλαδή η ένορκη δήλωση της Κατηγορουμένης 2 έχει ημερομηνία 14/05/2018 ενώ αυτό το έγγραφο φέρει ημερομηνία 17/05/18 και στο τεκμήριο 1 η Κατηγορούμενη 2 αναφέρει ότι η αξία των μετοχών του είναι μηδενική. Ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα Κύπρου από μόνη της μέσα σε 2 μέρες από το μηδέν πήγε στα 5 εκατομμύρια ενώ η αξία των μετοχών του ήταν πέραν των 10 εκατομμυρίων. Αναφέρθηκε επίσης σε έκθεση που ετοίμασε ο Γιώργος Ποϊζης (ΜΚ 8) ο οποίος ανέλυσε τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και κατέληξε ότι υπήρχαν παράνομοι τόκοι υπερημερίας ύψους €1.736.
- Πρόσθεσε ότι στο τεκμήριο 1 η Κατηγορούμενη 2 αναφέρει ότι ο ίδιος όφειλε στην Τράπεζα Κύπρου πέραν των 7 εκατομμυρίων και όταν αφαιρεθούν από αυτά οι υπερχρεώσεις τότε πηγαίνουμε, όπως ανέφερε, στα €5.300.000 καταλήγοντας ότι η οφειλή του περί το 2016 ήταν περί τα 4-5 εκατομμύρια και έναντι των εκτιμήσεων φαίνεται ότι είχε υπέρτερες αξίες και υποθήκες. Τέλος, ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα Κύπρου δρομολόγησε κάποιες καταστάσεις από την ημέρα που δημιουργήθηκε η Nicosia Mall Holdings (NMH) Limited λέγοντας ότι η αξία του Mall είναι μηδέν και ότι οι μετοχές δεν έχουν καμία αξία και δρομολόγησε αυτή την παγίδευση του για να ενταχθεί η τράπεζα στο έργο με 51% και το τίμημα της ήταν ο δανεισμός της, ότι στο τέλος πλήρωσε στη CYTA περισσότερα λεφτά κατά 8 εκατομμύρια ευρώ αυξάνοντας το κόστος του έργου και όταν πήρε τις μετοχές του ήδη αποφάσισε ότι από μηδέν θα του δώσει 5 εκατομμύρια χωρίς να ακολουθήσει την εκτίμησή του κ. Αθηνοδώρου. Το παράπονο του, όπως ανέφερε, είναι ότι εξήλθε από ένα έργο που ο ίδιος δημιούργησε με μια ζημιά 5 εκατομμυρίων και έμεινε εκτός αυτού του έργου το οποίο, όπως επανέλαβε, ο ίδιος δημιούργησε. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι είναι ο γενικός διευθυντής του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων των υπαλλήλων ΑΤΗΚ. Του υποδείχθηκε η συμφωνία εκχώρησης τεκμήριο 17 την οποία αναγνώρισε και κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 19 αντίγραφο επιταγής ημερομηνίας 27/9/2017 που αντιστοιχεί, όπως ανέφερε, στο ποσό που έλαβε το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ από την Τράπεζα Κύπρου ως το αντίτιμο της συμφωνίας εκχώρησης. Ο ΜΚ5 ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων από το 1999 και συνόψισε τα ακαδημαϊκά του προσόντα και εμπειρία του στον κλάδο της εκτίμησης ακινήτων καταθέτοντας ως τεκμήριο 20 το βιογραφικό του σημείωμα. Κατέθεσε επίσης δύο εκτιμήσεις ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας Land Tourist Valuations LLC ημερομηνίας 12/10/2017 και 16/10/2017 ως Τεκμήριο 21 και 22 αντίστοιχα, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε. Όταν του υποδείχθηκε το συνημμένο 17 του τεκμηρίου 5 αναγνώρισε ότι πρόκειται για τις ίδιες εκθέσεις. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η εμπειρογνωμοσύνη του περιορίζεται και καλύπτει μόνο ακίνητα και ο ίδιος δεν είναι εκτιμητής της αξίας μετοχών επισημαίνοντας ότι οι εκτιμήσεις αφορούν την αγοραία αξία των συγκεκριμένων ακινήτων όπως αναφέρονται στις εκθέσεις που κατέθεσε. Συμφώνησε ότι τη συγκεκριμένη εργασία του την ανέθεσε η Τράπεζα Κύπρου τον Οκτώβριο του 2017 και σκοπός της εκτίμησης των ακινήτων του Παραπονούμενου ήταν η χρηματοδότηση του. Ο ΜΚ6 ανέφερε ότι είναι εκτιμητής ακινήτων και σε ότι αφορά τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την εμπειρία του κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατέθεσε έκθεση ημερομηνίας 26/9/2014 σε σχέση με την εκτίμηση της αγοραίας αξίας ακινήτου για την εταιρεία Κ. Athienitis Shopping Malls Ltd η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 24 και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Όταν του υποδείχθηκε το Appendix 10 που αποτελεί μέρος του συνημμένου 10 του Τεκμηρίου 5 συμφώνησε ότι πρόκειται για το ίδιο έγγραφο με την επισήμανση ότι έλειπαν από το συγκεκριμένο έγγραφο τρεις
(3)σελίδες.[5] Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με την εκτίμηση μετοχών και η εμπειρογνωμοσύνη του περιορίζεται μόνο στην εκτίμηση ακινήτων. Διευκρίνισε ότι η έκθεση του έγινε με βάση τις οδηγίες του κ. Παναγιώτη Αθηαινίτη εκ μέρους της Κ. Athienitis Shopping Malls Ltd και η έκθεση του έγινε τον Σεπτέμβριο του 2014 όταν το Mall, όπως ανέφερε, ήταν ημιτελές. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν να εκτιμηθεί ως να ήταν τελειωμένο κατά το έτος
- Πρόσθεσε ότι ο ίδιος προέβη σε επιφύλαξη στην έκθεση του σε σχέση με την ορθότητα των πληροφοριών που του έδωσε ο κ. Αθηαινίτης αφού όπως επεσήμανε, δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των πληροφοριών που του δόθηκαν και στις οποίες βασίστηκε. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν συμφώνησε ότι η έκθεση του δεν περιέχει την καταναγκαστική αξία πώλησης καθότι αυτή η έκθεση δεν απευθυνόταν προς την Τράπεζα αλλά ζητήθηκε από τον κ. Αθηαινίτη για σκοπούς ενημέρωσης. Ο ΜΚ7 ανέφερε ότι είναι επιμετρητής ποσοτήτων και σε σχέση με τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την πείρα του κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 29 την έκθεσή του ημερομηνίας 25/9/2014 σε σχέση με το υπολειπόμενο κατασκευαστικό κόστος για την ολοκλήρωση του εμπορικού κέντρου Nicosia Mall το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Όταν του υποδείχθηκε το Appendix 9 που αποτελεί μέρος του συνημμένου 10 του Τεκμηρίου 5 ανέφερε ότι πρόκειται για το ίδιο έγγραφο. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η εμπειρογνωμοσύνη του περιορίζεται και καλύπτει θέματα όπως ο υπολογισμός του κόστους και δεν έχει εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τον υπολογισμό αξίας μετοχών καθώς και ότι η άποψη που εξέφρασε στην έκθεσή του αφορά την περίοδο του Σεπτέμβρη του 2014 και όχι άλλη περίοδο. Ο ΜΚ8 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας P & A Business & Financial Consultants Ltd η οποία δραστηριοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα ως χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι και διεξάγουν μεταξύ άλλων έρευνες και μελέτες σε σχέση με λογαριασμούς δανείων και τρεχούμενων λογαριασμών τραπεζικών ιδρυμάτων κατ' εντολή πελατών φυσικών και νομικών προσώπων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 31 αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματος του σε σχέση με τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την πείρα του που κατά τον ίδιο, τον καθιστούν πραγματογνώμονα για χρηματοοικονομικά θέματα καθώς επίσης και χρηματοοικονομικό σύμβουλο. Σύμφωνα με τον ΜΚ8, στα πλαίσια της εργασίας και πραγματογνωμοσύνης του κλήθηκε στις 14/04/2016 από τον Παραπονούμενο όπως εξετάσει όλα τα προσωπικά του δάνεια που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου καθώς και 2 εταιρειών του και του δόθηκε εντολή όπως προβεί σε αναπαράσταση/ανακατασκευή (reconstruction) των χρεώσεων και των υπολοίπων του εξετάζοντας όλες τις καταχωρήσεις και χρεώσεις της Τράπεζας από την γέννηση των τραπεζικών του λογαριασμών μέχρι και την 31/12/
- Όπως εξήγησε, με υπόβαθρο τις συμφωνίες δανείων του Παραπονούμενου και των 2 εταιρειών του συμπεριλαμβανομένων και όλων των σχετικών εγγράφων των δανείων όπως έγγραφα έγκρισης δανείων, επιστολές προσφοράς τα οποία συμπεριλαμβάνουν τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις εξασφαλίσεις που απαίτησε η πρώην Marfin Laiki/Τράπεζα Κύπρου για την έγκριση των δανείων καθώς και όλων των σχετικών με τα δάνεια λογαριασμών μέχρι την 31/12/2015 προχώρησε σε σχετικές εκθέσεις επί όλων των δανείων και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 32 δέσμη των εκθέσεων που ετοίμασε. Πρόσθεσε ότι η εργασία του δόθηκε στον Παραπονούμενο κατά ή περί τον Μάρτιο του
- Στη συνέχεια ο Παραπονούμενος τον εξουσιοδότησε όπως διευθετήσει ραντεβού με αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου για να προωθήσει τις εκθέσεις του και στις 04/04/2017 συναντήθηκε στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Κύπρου με την Κατηγορουμένη 1 και την κα Μ. Νικοδήμου όπου τους έδωσε τις μελέτες του και τους τις εξήγησε. Όπως περαιτέρω ανέφερε, θυμάται χαρακτηριστικά ότι η Κατηγορουμένη 1 είδε θετικά τις θέσεις του επί των εκθέσεων του και του ανέφερε ότι θα τις διαβιβάσει στους κύριους Hourican και Nick Smith οι οποίοι θα αποφάσιζαν ουσιαστικά επί των υποχρεώσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Τέλος, ανέφερε ότι από τη συγκεκριμένη εργασία που διενήργησε αναπόφευκτα εξέτασε και το θέμα του κατά πόσον τα συγκεκριμένα δάνεια ήταν εξασφαλισμένα και μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ήταν πλήρως εξασφαλισμένα και μάλιστα με εμπράγματες εξασφαλίσεις χωρίς να αφαιρούνται οι συνολικές υπερχρεώσεις. Περαιτέρω, όταν του υποδείχθηκε το συνημμένο 10 στο τεκμήριο 7 (συμπληρωματική ένορκη δήλωση Παραπονούμενου στο πλαίσιο της αγωγής με αριθμό 1492/2018) εξήγησε ότι οι εκθέσεις αυτές είναι ακριβώς οι ίδιες με το Τεκμήριο 32 και το μόνο που λείπει στο συνημμένο 10 είναι ότι δεν υπάρχει η αναλυτική κατάσταση που χρησιμοποιείται για να ξαναχτιστεί ένα δάνειο από την ημερομηνία που αυτό δημιουργείται που υπάρχει στο Τεκμήριο
- Η Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε ψευδή αναφορά σε οποιαδήποτε από τις επίδικες ένορκες δηλώσεις (Τεκμήριο 6 και 8) οι οποίες έγιναν από την ίδια με τη γνήσια πεποίθηση ότι το περιεχόμενό τους ήταν αληθές. Πρόσθεσε ότι όταν ορκιζόταν τις επίδικες έδωκες δηλώσεις ήταν διευθύντρια του τμήματος διαχείρισης επιχειρήσεων στη διεύθυνση αναδιάρθρωσης και ανάκτησης χρεών στην Κατηγορουμένη 3 το οποίο συστάθηκε για να διαχειρίζεται προβληματικές υποχρεώσεις δανειοληπτών και ο Παραπονούμενος ήταν μέρος του χαρτοφυλακίου των πελατών που διαχειριζόταν το τμήμα. Ήταν η θέση της ότι καμία από τις επίδικες ένορκες δηλώσεις δεν αναφέρει ότι τα δάνεια του Παραπονούμενου ήταν μη εξασφαλισμένα. Η πραγματικότητα, όπως ανέφερε η Κατηγορούμενη 1, είναι ότι πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και του παραπονούμενου ως η πρόταση του 2017 η οποία ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2018, οι συνολικές οφειλές του παράπονου προς την τράπεζα ήταν μεγαλύτερες από την πραγματοποιήσιμη αξία (realisable value) των εξασφαλίσεων του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 35 καταστάσεις που δείχνουν τις εξασφαλίσεις και τις υποχρεώσεις του παραπονούμενου στα χρονικά σημεία που αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις οι οποίες τυπώθηκαν από την ίδια από τα αρχεία που κρατούνται από την Κατηγορούμενη 3 από τις οποίες φαίνεται, κατά την Κατηγορούμενη 1, ότι οι υποχρεώσεις του παραπονούμενου και των συνδεδεμένων προσώπων είχαν στο σχετικό χρόνο δηλαδή πριν την πρόταση του 2017 και πριν τον Μάιο του 2018 όταν υλοποιήθηκε η συμφωνία ως η πρόταση του 2017 έλλειμμα (GAP) (δηλαδή διαφορά χρεωστικού υπολοίπου διευκολύνσεων/δανείων και πραγματοποίησης αξίας εξασφαλίσεων) περίπου 7 εκατομμύρια το 2017 και 8 εκατομμύρια το
- Σε ότι αφορά τις αναφορές της στις επίδικες ένορκες δηλώσεις Τεκμήριο 6 και 8 σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέφερε ότι οι δηλώσεις αυτές υποστηρίζονται από γραπτή μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου παραπέμποντας στις παραγράφους 23 και 41 της ένορκης της δήλωσης Τεκμήριο 6 και παράγραφο 39 της ένορκης της δήλωσης Τεκμήριο 8 στις οποίες παρατίθενται διάφορες λεπτομέρειες ως προς το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων με αναφορά σε αριθμούς και καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες επισυνάπτονται και επιβεβαιώνουν, κατά την Κατηγορούμενη 1, το γεγονός αυτό. Πρόσθεσε ότι το τεκμήριο 7 του Τεκμηρίου 1 (ένορκη δήλωση της κατηγορουμένης 2) στο οποίο η Κατηγορούμενη 1 είχε κάνει αναφορά στη δική της ένορκη δήλωση Τεκμήριο 6 συμπεριλάμβανε πίνακα που ετοιμάστηκε από την τράπεζα με συγκεκριμένους αριθμούς λογαριασμών, υπόλοιπα και πόσα καθυστερήσεων καθώς και εκτυπώσεις καταστάσεων λογαριασμού του Παραπονούμενου. Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 1 από τις εν λόγω καταστάσεις είναι εμφανές ότι ο Παραπονούμενος για την περίοδο που καλύπτουν οι συγκεκριμένες καταστάσεις δεν προέβαινε σε αποπληρωμές των διευκολύνσεων του αφού υπάρχουν καθυστερήσεις τουλάχιστον από 1/7/2017 ενώ η πραγματικότητα είναι ότι δεν είχε καταβάλει οποιαδήποτε ποσά έναντι των υποχρεώσεών του από τα μέσα του
- Όπως περαιτέρω εξήγησε, πριν την υλοποίηση της συμφωνίας των 7 εκατομμυρίων με τον Παραπονούμενο το μηνιαίο ποσό που απαιτείτο για να εξυπηρετούνται οι υποχρεώσεις του Παραπονούμενου ήταν ύψους τουλάχιστον €22.
- Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την Κατηγορουμένη 1, οι αναφορές της στις επίδικες ένορκες δηλώσεις της ήταν ορθές και είχε και συνεχίζει να έχει την πεποίθηση ότι ήταν αληθείς, ορθές και ακριβείς και έγιναν στη βάση των στοιχείων και πληροφοριών που άντλησε από τα αρχεία της τράπεζας όπως για παράδειγμα τις καταστάσεις λογαριασμών. Στη συνέχεια, κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 36 κατάσταση από τα αρχεία της Τράπεζας που δείχνει τα υπόλοιπα του Παραπονούμενου σε διάφορα χρονικά από το οποίο επίσης προκύπτει κατά την Κατηγορουμένη 1 ότι ο Παραπονούμενος δεν εξυπηρετούσε τα δάνειά του. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 37 τη μερίδα του Παραπονούμενου στο σύστημα Άρτεμις ημερομηνίας 11/07/2018 δηλαδή μία μέρα πριν από την ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 6 και στην οποίαν είχε ήδη αναφερθεί, όπως εξήγησε, στην παράγραφο 50 της ένορκης της δήλωσης Τεκμήριο 1 από την οποία επίσης προκύπτει και επιβεβαιώνεται κατά την Κατηγορούμενη 1, το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων του Παραπονούμενου σε συνάρτηση με τις καθυστερήσεις που παρουσίαζαν. Εξήγησε περαιτέρω ότι σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό 682/2014 που ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, μη εξυπηρετούμενα δάνεια θεωρούνται όλα τα δάνεια που παρουσιάζουν καθυστερήσεις πέραν των 90 ημερών κάτι που ίσχυε για τον Παραπονούμενο κατά τον χρόνο που αφορούσαν οι αναφορές της σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις επίδικες ένορκες δηλώσεις Τεκμήριο 6 και
- Στη συνέχεια αναφερόμενη στο ζήτημα της μηδενικής αξίας των μετοχών του Παραπονούμενου στην Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd επεσήμανε ότι η αναφορά της Kατηγορουμένης 2 στην ένορκη της δήλωση - Τεκμήριο 3 και ειδικότερα στην παράγραφο 24 ότι η καθαρή αξία της NMH και κατ' επέκταση των μετοχών αυτής ήταν κατά την 28/9/2017 και είναι μέχρι σήμερα μηδενική υιοθετήθηκε με την ένορκη δήλωση του Παραπονούμενου - Τεκμήριο 4 στην παράγραφο 4 στην οποία ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Κατηγορούμενης 2 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 1, οι αναφορές της στις επίδικες ένορκες δηλώσεις Τεκμήριο 6 και 8 σε μηδενική αξία των μετοχών δεν έγιναν αυθαίρετα ή επιπόλαια αλλά με αναφορά σε διάφορους παράγοντες παραπέμποντας στην παράγραφο 34 και 60 της ένορκης της δήλωσης Τεκμήριο 6 και εξηγώντας ότι έθεσε μια καίρια και ουσιαστική επιφύλαξη και επεξήγηση, ήτοι ότι η αξία είναι μηδενική δεδομένων των υποχρεώσεων που εξασφάλιζαν οι μετοχές. Ήταν η θέση της ότι και στις 2 επίδικες ένορκες δηλώσεις αναφέρθηκε σε μηδενική αξία στο πλαίσιο της εν λόγω επιφύλαξης ή επεξήγησης και ουδεμία ένορκη δήλωση έγινε χωρίς να τεθεί το ορθό πλαίσιο εντός του οποίου προέβαινε στην αναφορά. Το ίδιο ισχύει σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 1 και σε σχέση με το τεκμήριο 8 παραπέμποντας στην παράγραφο 39.6 της ρηθείσας ένορκης δήλωσης στην οποία γίνεται αναφορά και πάλι ότι η αξία των μετοχών μετά την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με τις μετοχές ήταν μηδενική. Όπως περαιτέρω ανέφερε η Κατηγορούμενη 1, οι δηλώσεις της για μηδενική αξία ήταν ορθές και αληθείς και αυτό πίστευε στη βάση του ότι ο ίδιος ο Παραπονούμενος υιοθέτησε και επανέλαβε την αναφορά της Κατηγορουμένης 2 στην ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 3 σε σχέση με τη μηδενική αξία των μετοχών, της γνώσης της ότι οι μετοχές αυτές ήταν επιβαρυμένες τόσο προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd όσο και των υποχρεώσεων του Παραπονούμενου προς την Τράπεζα, της γνώσης της από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της ως εκ της θέσης της στην Τράπεζα Κύπρου ότι το βασικό περιουσιακό στοιχείο της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd ήταν ένα ατελείωτο εμπορικό κέντρο που δεν είχε τεθεί ακόμη σε λειτουργία και ότι η Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd ήταν μια εταιρεία με υποχρεώσεις πέραν των 100 εκατομμυρίων ευρώ προς την Τράπεζα οι οποίες ήταν μεγαλύτερες από τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας τα οποία εν πάση περιπτώσει υπόκειντο και αυτά σε επιβαρύνσεις. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 40 τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας Κύπρου για το έτος 2017 οι οποίες ήταν και είναι, όπως εξήγησε, διαθέσιμες στο κοινό από τον Μάρτιο του 2018 κάνοντας αναφορά στη σελίδα 182 όπου η αξία της καθαρής θέσης της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd (των περιουσιακών στοιχείων μείον των υποχρεώσεων) κατά την ημερομηνία της απόκτησης του 51% του μετοχικού κεφαλαίου από την Τράπεζα Κύπρου όπως αναγνωρίστηκε από την Τράπεζα ήταν μηδενική και συνεπώς η αξία του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας όπως αναγνωρίστηκε από Την τράπεζα ήταν, όπως ανέφερε, μηδενική. Είπε επίσης ότι η δήλωση και κρίση της για μηδενική αξία των μετοχών βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στη γνώση της ότι η οικονομική διεύθυνση της Τράπεζας η οποία είχε αποκτήσει τις μετοχές πριν τις επίδικες ένορκες δηλώσεις Τεκμήριο 6 και 8 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κόστος απόκτησης των μετοχών του Παραπονούμενου στα βιβλία της θα έπρεπε να ήταν μηδέν και κατέθεσε ως τεκμήριο 41 το σχετικό εσωτερικό σημείωμα της οικονομικής διεύθυνσης της Τράπεζας και τούτο παρά το ότι η Τράπεζα είχε συμφωνήσει μέσω του συνημμένου 18 και του συνημμένου 24 του τεκμηρίου 5 να αφαιρέσει το ποσό των 5 εκατομμυρίων πλέον 2 εκατομμύρια διαγραφής από τις οφειλές του Παραπονούμενου σε αντάλλαγμα της μεταβίβασης των μετοχών σε αυτή. Ήταν η θέση της Κατηγορουμένης 1 ότι το ότι η Τράπεζα συμφώνησε με τον Παραπονούμενο να αφαιρεθούν από τις οφειλές του 5 εκατομμύρια και να διαγραφούν περαιτέρω 2 εκατομμύρια δεν σημαίνει με οποιοδήποτε τρόπο ότι οι μετοχές του κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν ταυτόσημη αξία. Αυτό το εξήγησε λεπτομερώς, σύμφωνα πάντα με την ίδια, στην ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 8 παράγραφος 18 όπου εξήγησε ότι άλλο η πραγματική αξία των μετοχών και άλλο το ποσό για το οποίο η Τράπεζα συμφώνησε να μειώσει τον δανεισμό του Παραπονούμενου. Κατά την Κατηγορούμενη 1, η λογιστική αξία κάποιου περιουσιακού στοιχείου όπως για παράδειγμα των μετοχών και η εμπορική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Τράπεζα είναι 2 ολότελα διαφορετικά πράγματα και αυτός ήταν και ο λόγος που Παραπονούμενος επιδίωκε ενεργά και φορτικά την αναδιάρθρωση παραπέμποντας στις παραγράφους 26 και 33 της ένορκης της δήλωσης Τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατά την Κατηγορουμένη 1 δεν υπάρχει λογική στον ισχυρισμό του Παραπονούμενου ότι η κατ' ισχυρισμό ψευδορκία προκύπτει είτε με αναφορά στην πρόταση του 2017 (συνημμένο 18 του τεκμηρίου 5) είτε με αναφορά στη συμφωνία του 2018 (συνημμένο 24 του τεκμηρίου 5) επισημαίνοντας ότι τα έγγραφα αυτά είχαν αποκαλυφθεί στη διαδικασία που αφορούσαν οι επίδικες ένορκες δηλώσεις τεκμήρια 6 και 8 και είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο από την ίδια όσο και από τον Παραπονούμενο. Ακολούθως, ανέφερε ότι η αλήθεια των δηλώσεών της και της κρίσης και πεποίθησης της ότι αυτές ήταν ορθές και αληθείς επιβεβαιώθηκαν απόλυτα, κατά την Κατηγορούμενη 1, από τις ελεγμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd για τα έτη 2017 και 2018 που ετοιμάστηκαν από τον ελεγκτικό οίκο PWC οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 33 και 34 σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους από τους συνήγορους των διαδίκων. Με αναφορά στα τεκμήρια 33 και 34 ανέφερε ότι από τις εν λόγω καταστάσεις προκύπτει ότι η Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd το 2017 είχε αρνητική αξία και το 2018 η κατάσταση της εταιρείας ήταν ακόμη χειρότερη. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι το 2019 όταν το έργο πωλήθηκε η Τράπεζα υπέστη ζημιά περίπου 18 εκατομμυρίων σε σχέση με τον δανεισμό προς τον όμιλο της NMH και αναγκάστηκε να διαγράψει σημαντικό δανεισμό και αυτό, κατά την Κατηγορουμένη 1, έγινε ακριβώς γιατί η αξία του Mall ήταν χαμηλότερη του δανεισμού. Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 1, οι μετοχές του Παραπονούμενου και των άλλων μετόχων στην NMH ήταν μετοχές σε μια εταιρεία η οποία είχε μεγαλύτερες υποχρεώσεις από περιουσιακά στοιχεία. Η Κατηγορούμενη 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Δ). Ανέφερε ότι εργάζεται στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα τα τελευταία 23 χρόνια στον οποίον έχει διατελέσει σε διάφορες θέσεις ως λειτουργός τραπεζικής μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων αρχικά στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα και στη συνέχεια σε διάφορες διευθυντικές θέσεις με παρόμοια καθήκοντα, όλες σχετιζόμενες με την εξυπηρέτηση μεγάλων επιχειρήσεων από το 2013 μέχρι το 2020 στην Τράπεζα Κύπρου. Υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της επίδικης ένορκης δήλωσης Τεκμήριο 1 ως ανταποκρινόμενο στα δεδομένα της 14/5/2018 και συμφώνησε επίσης με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της Κατηγορουμένης 1 (Έγγραφο Γ). Πρόσθεσε ότι στις 14/5/2018 κατείχε τη θέση της διευθύντριας του τμήματος διαχείρισης μεγάλων επιχειρήσεων της διεύθυνσης αναδιάρθρωσης και ανάκτησης χρεών της κατηγορουμένης
- Ήταν η θέση της Κατηγορούμενης 2 ότι στην επίδικη ένορκη δήλωση Τεκμήριο 1 δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά ότι τα δάνεια του Παραπονούμενου προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μη εξασφαλισμένα. Σε ότι αφορά τις επίδικες αναφορές σε σχέση με την αξία των μετοχών, τις είχε ξανακάνει και στην ένορκη της δήλωση - Τεκμήριο 3 τις όποιες αναφορές, ως ανέφερε, υιοθέτησε γραπτώς ο Παραπονούμενος με τη δική του ένορκη δήλωση - τεκμήριο
- Κατά την Κατηγορουμένη 2, από μόνο του το στοιχείο αυτό δείχνει την κακοπιστία του Παραπονούμενου ο οποίος αφενός, γνώριζε ότι τα δάνεια του ήταν μη εξυπηρετούμενα και ο ίδιος προέβη τον Σεπτέμβριο του 2017 σε συμφωνία ομαλοποίησης των λογαριασμών του και αφετέρου, γνώριζε ότι η αξία των μετοχών του σε ένα ημιτελές και υπερχρεωμένο έργο ήταν μηδενική εξού και προέβη σε συμφωνία με την Τράπεζα για ανταλλαγή των μετοχών του έναντι προσωπικού του χρέους χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε εκτίμηση των μετοχών. Αναφέρθηκε επίσης στη φύση της διαδικασίας της αίτησης Ε64/2014 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων στην όποια διαδικασία ο Παραπονούμενος ήταν τριτοδιάδικος λέγοντας ότι οι εκεί καθ' ων η αίτηση είχαν καταφέρει να εκδώσουν επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών που κατείχε ο Παραπονούμενος στην NMH[6] προς εκτέλεση απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ τους και εναντίον του Παραπονούμενου. Εξήγησε ότι η καταχώριση της αίτησης Τεκμήριο 1 που συνοδευόταν από την επίδικη ένορκη δήλωση της ήταν απαραίτητη για την προστασία των καλώς νοούμενων συμφερόντων της Κατηγορουμένης 3 η οποία ήταν δικαιούχος ενεχύρου επί των μετοχών του Παραπονούμενου που της έδιναν προτεραιότητα ως προς την ικανοποίηση της οποιασδήποτε απαίτησης σε σχέση με τις μετοχές αφού τα επιβαρυντικά διατάγματα επηρέαζαν και εμπόδιζαν την άσκηση των δικαιωμάτων της Κατηγορουμένης 3 σε σχέση με τις μετοχές. Ο Παραπονούμενος, σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 2 όχι μόνο επιθυμούσε την άρση των επιβαρυντικών διαταγμάτων επί των μετοχών αλλά την επιδίωκε έντονα. Περαιτέρω, η πλευρά του Παραπονούμενου, σύμφωνα με την Κατηγορούμενη 2, είχε απόλυτη γνώση για την πρόθεση της Κατηγορουμένης 3 να καταχωρήσει τη ρηθείσα αίτηση και την επίδικη ένορκη δήλωση και την υποστήριζε, αφού η επιτυχής κατάληξη της αίτησης ήταν απαραίτητη προκειμένου να ευοδωθούν οι προσπάθειες που γίνονταν από κοινού τότε από την Κατηγορουμένη 3 και τον Παραπονούμενο για να επιτευχθεί η υλοποίηση της συμφωνίας ομαλοποίησης των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών του διευκολύνσεων που υπεγράφη από τον ίδιο τον Σεπτέμβριο του
- Ο Παραπονούμενος όχι μόνο είχε γνώση αλλά αδημονούσε για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης και πίεζε την Κατηγορούμενη 3 για αυτό. Αναφερόμενη στο τεκμήριο 10 που είναι η ανταλλαγή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του δικηγόρου του Παραπονούμενου και του δικηγόρου της Τράπεζας, εξήγησε ότι τόσο η αίτηση όσο και η επίδικη ένορκη δήλωση αποστάληκαν πριν την ακρόαση της αίτησης για ενημέρωσή τους και ουδέποτε ο Παραπονούμενος ή ο δικηγόρος του ανέφεραν ότι διαφωνούν με οποιαδήποτε παράγραφο της επίδικης ένορκης δήλωσης. Σε σχέση με τις αναφορές της σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην επίδικη ένορκη δήλωση ανέφερε ότι επεξηγεί στη ρηθείσα ένορκη δήλωση με λεπτομέρεια τα στοιχεία που έλαβε υπόψη της αναφερόμενη και στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που επισύναψε ως τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση Τεκμήριο 1 στη βάση των οποίων παρουσιάζονται, σύμφωνα με την Κατηγορούμενη 2, ξεκάθαρα καθυστερήσεις πολλών εκατομμυρίων περιλαμβανομένων και ληγμένων δανείων στα οποία στηρίζεται εύλογα η θέση της ότι τα δάνεια του Παραπονούμενου ήταν μη εξυπηρετούμενα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 42 δέσμη επιστολών που αποστάληκαν από την Κατηγορουμένη 3 σε σχέση με καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση των δανείων του Παραπονούμενου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της αξίας των μετοχών, ανέφερε ότι οι υποχρεώσεις της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd ως επεξηγεί με λεπτομέρεια στην επίδικη ένορκη δήλωση ήταν μεγαλύτερες από την αξία των μετόχων. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της NMH ήταν τα ακίνητα επί των οποίων τη δεδομένη στιγμή υπήρχε ένα εμπορικό κέντρο υπό ανέγερση και δεν ήταν μια δρώσα εμπορική μονάδα και κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν είχε η NMH πέραν του ακινήτου ώστε να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον αξία. Το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Κατηγορουμένης 3 η οποία ήταν ο δανειστής της NMH και η οποία είχε διευκολύνσεις πολύ πέραν της αξίας του ακινήτου κατά τη δεδομένη στιγμή. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 2, πολύ εύλογα ένας λογικός άνθρωπος μπορούσε και μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μετοχές δεν είχαν αξία κατά τη δεδομένη στιγμή. Πρόσθεσε ότι οι μετοχές δεν είχαν καμία αξία για τους καθ' ων η αίτηση στην αίτηση Ε64/2014 αφού δεν ήταν περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου θα μπορούσαν εύλογα οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές να αναμένουν πως θα λάβουν οποιοδήποτε ποσό αλλά ούτως ή άλλως δεν είχαν καμία εμπορική αξία στην ελεύθερη αγορά γιατί αφορούσαν σε μια εταιρεία της οποίας το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που ήταν το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο για εξασφάλιση υποχρεώσεων πολύ μεγαλύτερων της αξίας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2018 ανατέθηκε στον ελεγκτικό οίκο Grant Thornton η διενέργεια εκτίμησης της δίκαιης εταιρικής αξίας άνευ χρέους και μετρητών του ομίλου εταιρειών που βρίσκονταν κάτω από τη Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd προκειμένου να διαφανεί η δίκαιη εταιρική αξία σε περίπτωση πώλησης του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας χωρίς χρέη και μετρητά σε ενδιαφερόμενο επενδυτή. Κατέθεσε ως τεκμήριο 43 την εν λόγω έκθεση ημερομηνίας 29/5/2018 η οποία, όπως εξήγησε, είχε αποσταλεί και σε μορφή προσχεδίου για σκοπούς συζήτησης διάφορες φορές και υπήρχαν προηγούμενες μορφές της πριν την επίδικη ένορκη δήλωση με ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα καθώς και συζητήσεις μεταξύ της Grant Thornton και της ομάδας της Τράπεζας που χειριζόταν το θέμα στην οποία συμμετείχε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Αναφερόμενη στη ρηθείσα έκθεση είπε πως η Grant Thornton κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξία των μετοχών του ομίλου και κατά συνέπεια της NMH ήταν αρνητική αφού το καθαρό χρέος της εταιρείας ήταν πολύ μεγαλύτερο της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και εργασιών του ομίλου με αποτέλεσμα οι μετοχές να μην έχουν αξία. Πρόσθεσε ότι η έκθεση αυτή που είχε ημερομηνία αναφοράς την 31/3/2018 κοινοποιήθηκε στα αρμόδια τμήματα της τράπεζας, ήταν ένα από τα πολλά δεδομένα που έλαβε η τράπεζα υπόψη της προκειμένου να διαμορφωθεί η ορθή, κατά την άποψή της, θέση πως η αξία των μετοχών ήταν αρνητική/μηδενική. Περαιτέρω, η αρνητική θέση της NMH επιβεβαιώθηκε πλήρως, σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 2, με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd για τα έτη 2017 και 2018 Τεκμήρια 33 και 34 όπου η ΝΜΗ είχε αρνητική αξία. Ήταν η θέση της Κατηγορούμενες 2 ότι με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε και ανέλυσε τόσο στην ένορκη δήλωση Τεκμήριο 3 όσο και στην επίδικη ένορκη δήλωση Τεκμήριο 1 περιλαμβανομένων και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν με αυτές τις δηλώσεις, είναι ξεκάθαρο, σύμφωνα πάντα με την Κατηγορούμενη 2, ότι ένας λογικός άνθρωπος ακόμα και χωρίς οποιαδήποτε εξειδικευμένη γνώση αναφορικά με εκτιμήσεις μετοχών θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Η δήλωσή της ότι η αξία των μετοχών ήταν μηδενική όχι μόνο δεν ήταν ψευδής αλλά πίστευε και πιστεύει ότι ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα με βάση τα στοιχεία που γνώριζε τη δεδομένη στιγμή. Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 2, ο Παραπονούμενος αντιπαραβάλλει τη δήλωσή της ότι δηλαδή η αξία των μετοχών ήταν αρνητική με το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη 3 συμφώνησε να ανταλλάξει τις μετοχές του Παραπονούμενου που αντιστοιχούσαν στο 13% του μετοχικού κεφαλαίου της NMH έναντι πληρωμής στα δάνεια του Παραπονούμενου ύψους €5 εκατομμυρίων για τις μετοχές που θα έδινε στην Κατηγορουμένη 3 πλέον €2 εκατομμύρια υπό τη μορφή διαγραφής ποσού των πιστωτικών διευκολύνσεων του. Το εν λόγω ποσό κατά την Κατηγορούμενη 2 συμφωνήθηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης 3 κατόπιν σειράς συναντήσεων και διαπραγματεύσεων που έγιναν μεταξύ του Παραπονούμενου και των αξιωματούχων της Κατηγορουμένης 3 στο ανώτατο επίπεδο. Ο διακαής πόθος του Παραπονούμενου όπως εξήγησε η Κατηγορούμενη 2, ήταν να αναλάβει ως γενικός διευθυντής του Mall και να ηγηθεί της συμπλήρωσης του έργου καθώς και των διαπραγματεύσεων των ενοικιαστηρίων συμβολαίων με τους διάφορους ενοικιαστές. Η Τράπεζα από τη στιγμή που θα αναλάμβανε ως μεγαλομέτοχος του έργου και ταυτόχρονα θα επένδυε σε αυτό με πρόσθετη χρηματοδότηση ώστε αυτό να συμπληρωθεί ήταν λογικό, όπως ανέφερε η Κατηγορούμενη 2, ότι ήθελε ένα άτομο της εμπιστοσύνης της που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει τα δικά της συμφέροντα που δεν ήταν άλλα από τη συμπλήρωση του έργου και την άμεση πώληση του ώστε να μειώσει την έκθεσή της στον πιστωτικό αλλά και λειτουργικό κίνδυνο από μια δρώσα οικονομική μονάδα αυτού του είδους. Αυτό ήταν κάτι που η Κατηγορουμένη 3, σύμφωνα με την Κατηγορούμενη 2, ουδέποτε απέκρυψε από τους μετόχους περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου. Ως εκ τούτου, απέρριψε την απαίτηση του Παραπονούμενου για τοποθέτηση του ως γενικού διευθυντή του έργου κάτι που οδήγησε στην αντίδραση του Παραπονούμενου και την έναρξη απειλών εκ μέρους του προς την Κατηγορουμένη 3 ότι ως μέτοχος δεν θα έδιδε τις απαραίτητες συγκαταθέσεις στις απαραίτητες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας που ήταν προϋπόθεση για να γίνει αναδιάρθρωση. Επιπλέον, η Κατηγορουμένη 3 ήθελε η αναδιάρθρωση της εταιρείας να γίνει με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μετόχων έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία αμφισβήτηση στο μέλλον από οποιονδήποτε αναφορικά με την αναδιάρθρωση που να οδηγούσε την Κατηγορουμένη 3 σε αδιέξοδο και σε δυσκολίες σε περίπτωση μελλοντικής πώλησης του ακινήτου. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν, σύμφωνα με την Κατηγορούμενη 2, η κατάληξη σε μια εξώδικη για κοινή συναινέσει λύση μεταξύ της Κατηγορούμενης 3 και του Παραπονούμενου σε ένα ποσό που άφηνε τον ίδιο ικανοποιημένο αλλά είχε και κάποια λογική για την Κατηγορούμενη
- Η λογική για το ποσό αυτό σύμφωνα με την Κατηγορούμενη 2 ήταν το άνοιγμα που υπήρχε μεταξύ των προσωπικών πιστωτικών διευκολύνσεων του Παραπονούμενου και των διευκολύνσεων συνδεδεμένων με τον Παραπονούμενο προσώπων σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που ήταν περί των 7 συνολικά εκατομμυρίων οπότε και κατέληξαν τα μέρη από κοινού σε αυτόν τον αριθμό. Δηλαδή, σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 2, ούτως ή άλλως δεν υπήρχε πραγματική προσδοκία εκ μέρους της Κατηγορουμένης 3 να εισπράξει το συγκεκριμένο ποσό. Κατά την Κατηγορουμένη 2, τα 7 εκατομμύρια ήταν μια παραχώρηση της Κατηγορουμένης 3 ούτως ώστε να αναδιαρθρώσει τις διευκολύνσεις του Παραπονούμενου και να βεβαιωθεί ότι ένας παραδοσιακά αντιδραστικός και παράλογος στις απαιτήσεις του δανειολήπτης που σίγουρα θα δημιουργούσε προβλήματα στο μέλλον τόσο κατά τη διάρκεια συμπλήρωσης του έργου όσο και κατά τη διαδικασία πώλησης του έργου δεν θα δημιουργούσε πλέον προβλήματα. Ήταν περαιτέρω η θέση της Κατηγορούμενης 2 ότι αν πραγματικά πίστευε ο Παραπονούμενος ο οποίος διατείνεται ότι είναι ένας έμπειρος και δεινός επιχειρηματίας με εκτενή γνώση τραπεζικών θεμάτων και αναπτυξιακών έργων ότι οι μετοχές του είχαν οποιαδήποτε αξία κατά τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε περίπτωση να μην προέβαινε σε ολοκληρωμένη εκτίμηση αξίας μετοχών ώστε να απαιτήσει μεγαλύτερο όφελος/διαγραφή. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[7] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[8] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[9] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[10] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[11] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[12] Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[13] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[14] Το Δικαστήριο μπορεί να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη.[15] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[16], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[17] Σε ότι αφορά τους ΜΚ1 και ΜΚ2 επρόκειτο ουσιαστικά για τυπικούς μάρτυρες οι οποίοι απλώς κατέθεσαν στο Δικαστήριο τα έγγραφα που καταχωρίστηκαν στο πλαίσιο των δύο δικαστικών διαδικασιών στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν. Σε ότι αφορά τον ΜΚ4 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν θετική. Ουσιαστικά κλήθηκε απλώς για να αναγνωρίσει τη συμφωνία εκχώρησης Τεκμήριο 17 καθώς και την επιταγή για το ποσό που έλαβε το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων ΑΤΗΚ από την Τράπεζα Κύπρου ύψους €33.000.
- Καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση των μαρτύρων οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσουν υπό την ιδιότητα τους ως πραγματογνώμονες. Πρόκειται για τους ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ7 και ΜΚ
- Ξεκινώντας από τους ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ7, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν ως προς τα προσόντα τους ως αυτά επιμαρτυρούνται και από τα βιογραφικά σημειώματα που έκαστος κατέθεσε στο Δικαστήριο καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών από την πλευρά της Υπεράσπισης, δέχομαι ότι έκαστος κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Όπως προκύπτει και από τη σύνοψη της μαρτυρίας, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο των εκθέσεων που έκαστος μάρτυρας ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ούτε παρουσιάστηκε διιστάμενη μαρτυρία σε σχέση με τα όσα έκαστος εκ των ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ7 κατέθεσε. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των εκθέσεων που έκαστος εκ των ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ7 κατέθεσε στο Δικαστήριο και των αναφορών και δεδομένων στα οποία οι εν λόγω μάρτυρες στηρίχθηκαν προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστους μάρτυρες οι οποίοι με τη μαρτυρία τους έχουν θέσει το αναγκαίο επιστημονικό υπόβαθρο για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τον ΜΚ8, η εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική και για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του ΜΚ8 θα πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ο ΜΚ8 ανέφερε ως προς τα προσόντα και την εμπειρία του ως αυτά επιμαρτυρούνται και από το βιογραφικό σημείωμα που κατέθεσε στο Δικαστήριο και το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση, δέχομαι ότι αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι με υπόβαθρο τις συμφωνίες δανείου του Παραπονούμενου και των 2 εταιρειών του καθώς και όλα τα έγγραφα των δανείων που προέβη σε αναπαράσταση/ανακατασκευή (reconstruction) των χρεώσεων και υπολοίπων των λογαριασμών, στην πραγματικότητα, κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι ουδόλως έλαβε υπόψη του το περιεχόμενό των εν λόγω συμφωνιών. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι υπήρχαν τροποποιητικές συμφωνίες στη βάση των οποίων υπήρξε διαφοροποίηση στο επιτόκιο υπογεγραμμένες και από τα δύο μέρη, ευθαρσώς ανέφερε ότι παρά την ύπαρξη τροποποιητικών συμφωνιών δεν τις έλαβε υπόψη του επειδή κατά τη θέση του, δεν υπήρχε οποιοδήποτε όφελος για τον πελάτη και επομένως κατά την άποψη του, ο πελάτης αναγκάστηκε να υπογράψει τις τροποποιητικές συμφωνίες επειδή δεν είχε, κατά τον ίδιο, επιλογή. Αποτέλεσμα τούτου ήταν οι υπολογισμοί του να μην λάβουν υπόψη τις όποιες τροποποιητικές συμφωνίες υπέγραψαν τα μέρη αφού ο ίδιος, όπως ανέφερε, δεν τις αναγνωρίζει την ώρα που προβαίνει στη διαδικασία. Πρόκειται ουσιαστικά για μία εντελώς αυθαίρετη και επισφαλή διεργασία στην οποία προέβη ο ΜΚ8 η οποία ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο αφού ενώ ο ΜΚ8 όφειλε να λάβει υπόψη του τα δεδομένα ως αυτά είχαν κατά τη στιγμή που προέβη στην εργασία του, ήτοι το περιεχόμενο όλων των υπογεγραμμένων συμφωνιών συμπεριλαμβανομένων και των τροποποιητικών συμφωνιών, δεν το έπραξε, αποφασίζοντας με προχειρότητα και έλλειψη σαφήνειας να μη λάβει υπόψη του τροποποιητικές συμφωνίες επειδή κατά τη θέση του, η οποία ουδόλως τεκμηριώθηκε και δη με επιστημονικό τρόπο, αναγκάστηκε να τις υπογράψει ο Παραπονούμενος λόγω έλλειψης οφέλους από αυτές. Περαιτέρω, ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση έκαμαν και οι ακόλουθες αναφορές του. Ενώ δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν έχει νομικές γνώσεις εντούτοις, στην κατάληξη και υπολογισμούς του έλαβε ως δεδομένο ότι όλες οι χρεώσεις στις οποίες προέβη η Τράπεζα (ανεξαρτήτως των όρων των συμφωνιών που ο παραπονούμενος υπέγραψε που υποτίθεται έλαβε υπόψη του ο ΜΚ8) πλην των χρεώσεων για ασφάλεια ζωής και πυρός, ήταν καταχρηστικές χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση περί της κατάληξης του αυτής και λαμβάνοντας ουσιαστικά ρόλο νομικού. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ ισχυρίστηκε ότι προκειμένου να καταλήξει κάποιος ως προς το κατά πόσο ένα δάνειο είναι εξασφαλισμένο θα πρέπει να υπάρχει εκτίμηση, εν προκειμένω, δέχθηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εκτίμηση των ακινήτων κατά τον χρόνο που συνέταξε την έκθεση του Τεκμήριο 32, λέγοντας γενικά και αόριστα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ότι εξέτασε τα συστήματα του Κτηματολογίου και ότι έχουν τον τρόπο να βλέπουν τις αξίες του Κτηματολογίου χωρίς όμως να διευκρινίσει τον χρόνο στον οποίο αναφέρονταν οι ρηθείσες αξίες σε συνάρτηση με τον χρόνο που προέβη στις εκθέσεις του Τεκμήριο
- Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε το γεγονός ότι ο ίδιος αντεξεταζόμενος είχε αρχικά συμφωνήσει ότι τα μόνα έγγραφα που έλαβε υπόψη του προκειμένου να ετοιμάσει τις εκθέσεις του Τεκμήριο 32 ήταν αυτά που αναφέρει στη γραπτή του δήλωση - Έγγραφο Β στην οποία ουδεμία αναφορά κάνει σε εκτιμήσεις. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι ο ΜΚ8 απέτυχε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτός περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας τα λεγόμενα του και δεν ήταν σταθερός, σαφής και πειστικός στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ήταν έκδηλη η ανειλικρίνεια του σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του τα οποία είχαν καταλυτική σημασία στην αξιοπιστία του πλήττοντας την ανεπανόρθωτα. Η μαρτυρία του Παραπονούμενου χαρακτηρίζεται από ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Όταν του τέθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος με δική του ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 υιοθέτησε την αναφορά της Κατηγορούμενης 2 στο Τεκμήριο 3 ως αυτή επαναλαμβάνεται και στην επίδικη ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 1 περί μηδενικής αξίας των μετοχών του στην NMH, ισχυρίστηκε ότι την υιοθέτησε στον βαθμό που εκθέτει τα γεγονότα όπως τα αντιλαμβάνεται και πως δεν την υιοθετεί στην ολότητα της προσθέτοντας ότι την υιοθέτησε στον βαθμό που γνώριζε και χωρίς να γνωρίζει τα ψέματα που εισήγαγε αυτή η ένορκη δήλωση όπως το ζήτημα με την αποπληρωμή του δανείου προς το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ όπου διεφάνη κατά τον ίδιο, μετά από έξι
(6)χρόνια ότι είχαν πληρώσει €33.000.000 και όχι €40.000.
- Σε αυτό το ζήτημα δηλαδή της κατ' ισχυρισμό έλλειψης γνώσης εκ μέρους του σε σχέση με το ακριβές ποσό που πλήρωσε η Τράπεζα Κύπρου στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ είχε αναφερθεί έντονα και κατ' επανάληψη σε διάφορα σημεία της κυρίως εξέτασης του κατά την δια ζώσης μαρτυρία του στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του προχωρώντας μάλιστα σε σχετική μομφή και κατηγορώντας με έντονο τρόπο την Κατηγορούμενη 3 ότι επί σκοπώ και δόλια του απέκρυψαν αυτό το γεγονός προκειμένου να «φορτώσουν» όπως με έντονο τρόπο διατεινόταν κατά τη μαρτυρία του εκατομμύρια στο Mall προκειμένου να του δημιουργήσουν πίεση και την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα κατεστραμμένο έργο. Καταρχάς είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Παραπονούμενος όταν αποτάθηκε και ο ίδιος με ξεχωριστή αίτηση μαζί με την Τράπεζα Κύπρου για την αποδέσμευση των μετοχών του στην NMH (Τεκμήριο 3 και 4) στο πλαίσιο της αίτησης Ε64/2014 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, αφού, όπως επιδίωξε να παρουσιάσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν γνώριζε για την αλήθεια του υπόβαθρου στο οποίο, κατά τη θέση του, βάσισε η Κατηγορούμενη 2 τη θέση της για μηδενική αξία των μετοχών του, την υιοθέτησε χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Θα αναμενόταν βεβαίως λογικά ότι εάν τα όσα προσπάθησε να ισχυριστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαιολογήσει αυτήν την ανακολουθία του η οποία ουσιαστικά τον φέρει και τον ίδιο να είχε προβεί στην ίδια κατ' ισχυρισμό ψευδή δήλωση και τον φέρει ουσιαστικά να έπραξε και ο ίδιος κατ' εκείνον τον χρόνο όσα καταλογίζει στους Κατηγορούμενους ότι έπραξαν στην παρούσα διαδικασία, είτε να μην υιοθετούσε τη ρηθείσα δήλωση εφόσον κατά τη θέση του δεν γνώριζε το υπόβαθρο στο οποίο κατ' ισχυρισμό αυτή βασίστηκε, είτε να την υιοθετούσε θέτοντας με ξεκάθαρο τρόπο την επιφύλαξη σε σχέση με την αλήθεια του υπόβαθρου στο οποίο κατ' ισχυρισμό αυτή βασίστηκε. Στην πραγματικότητα όμως, κατέστη σαφές κατά την αντεξέταση του ότι τα όσα προσπάθησε να αναφέρει περί δήθεν έλλειψης γνώσης εκ μέρους του και μάλιστα σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του με έντονο ύφος εξαπολύοντας μάλιστα κατά τη μαρτυρία του κατηγορίες προς την Κατηγορούμενη 3 περί δόλιας απόκρυψης γεγονότων και αλλότριων κινήτρων δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία εμφανής και επιτηδευμένη προσπάθεια του να αποστεί από την χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές υιοθέτηση σε εκείνο τον χρόνο (δηλαδή στις 7/11/2017) της ρηθείσας δήλωσης, ενώ ίδιος, κατέστη σαφές, ότι είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώση του ακριβούς ποσού που πλήρωσε η Τράπεζα Κύπρου στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ. Κατά την αντεξέταση του, διεφάνη ότι όχι μόνο ο ίδιος γνώριζε κατά τον εν λόγω χρόνο πόσα πλήρωσε η Τράπεζα Κύπρου στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ αλλά όταν αντιλήφθηκε από τα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν κατά την αντεξέταση του αυτό το γεγονός ήταν εμφανής η έλλειψη αυθορμητισμού στις θέσεις και τοποθετήσεις του και η έντονη προσπάθεια του ακόμα και σε εκείνο το στάδιο να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια. Ειδικότερα, όταν του υποδείχθηκε από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 3 η συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 28/09/2017 (Τεκμήριο 17) που συνάφθηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου, του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ και της εταιρείας K. Athienitis (Shopping Malls) Limited - στην οποία σημειώνεται ότι ο Παραπονούμενος όπως άλλωστε ο ίδιος αναφέρει στο Τεκμήριο 5 ήταν μέτοχος σε ποσοστό 13% - και στο πλαίσιο της οποίας γίνεται αναφορά στο δάνειο που έλαβε στις 18/5/2012 η K. Athienitis (Shopping Malls) Limited από το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ το οποίο συμφωνήθηκε με τη συμφωνία εκχώρησης όπως εκχωρηθεί στην Τράπεζα Κύπρου έναντι του τιμήματος των €33.000.000, ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά έβλεπε τη ρηθείσα συμφωνία, αναφέροντας σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι ούτε υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, ούτε το είδε και ότι ήταν η πρώτη φορά που το αποκαλύπτει η Τράπεζα Κύπρου, επαναλαμβάνοντας ότι η πρώτη φορά που έμαθε για αυτό ήταν μέσω του Τεκμηρίου 12 δηλαδή της Έκθεσης Υπεράσπισης που καταχώρισε το Ταμείο Συντάξεων στο πλαίσιο της αγωγής 1474/
- Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε το ψήφισμα ίδιας ημερομηνίας με τη συμφωνία εκχώρησης της εταιρείας K. Athienitis (Shopping Malls) Limited (εν τοις εφεξής η KASM) στην οποία συμφώνησε ότι ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και το οποίο ψήφισμα φέρει την υπογραφή του ως ένας εκ των διευθυντών της KASM και την οποία μάλιστα αναγνώρισε στο ρηθέν έγγραφο - Τεκμήριο 18 και το οποίο κάνει αναφορά στη συμφωνία εκχώρησης και περιγράφει το ιστορικό του δανεισμού της KASM από το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ και ότι για σκοπούς αναδιάρθρωσης του χρέους της KASM η KASM θα συνάψει συμφωνία εκχώρησης με την Τράπεζα Κύπρου και το Ταμείο Συντάξεων σε σχέση με την εκχώρηση του δανείου ύψους €30.000.000 και στο οποίο γίνεται αναφορά ότι το πιο πρόσφατο προσχέδιο της συμφωνίας εκχώρησης είχε προωθηθεί στους διευθυντές (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος) και είχε επιθεωρηθεί από αυτούς, ότι έκαστος εκ των διευθυντών της KASM εξέτασε τις πρόνοιες της συμφωνίας εκχώρησης επιβεβαιώνοντας ότι αντιλαμβάνονται πλήρως τις επιπτώσεις των όρων της συμφωνίας εκχώρησης στην KASM, ότι η σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης ήταν προς όφελος της KASM και στο οποίο ψήφισμα οι διευθυντές (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος) εγκρίνουν τους όρους της συμφωνίας εκχώρησης εξουσιοδοτώντας έκαστο εκ των διευθυντών να υπογράψει τη συμφωνία εκ μέρους της KASM, έσπευσε να ισχυριστεί, εμφανώς αιφνιδιασμένος, ότι πρώτη φορά έβλεπε το ρηθέν ψήφισμα σε αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του ότι ο ίδιος υπέγραψε το ρηθέν έγγραφο, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι γινόταν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ακολούθως, έσπευσε να ισχυριστεί ότι το ψήφισμα αυτό δεν αναφέρει το ποσό των €33.000.000 που ήταν το αντίτιμο της συμφωνίας εκχώρησης λέγοντας μάλιστα ότι ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 3 προσπαθούσε να παρουσιάσει μία νέα ψεύτικη εικόνα με νέα ψέματα. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι η συμφωνία εκχώρησης στην οποία γίνεται αναφορά στο ψήφισμα της KASM είναι το Τεκμήριο 17 απέφυγε την απάντηση λέγοντας απλώς ότι στο ψήφισμα δεν γίνεται αναφορά σε €33.000.000, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία εκχώρησης που αναφέρεται στο ψήφισμα Τεκμήριο 18 δεν είναι η συμφωνία εκχώρησης Τεκμήριο 17 χωρίς βέβαια να εξηγήσει ή να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το σε ποια συμφωνία εκχώρησης αναφερόταν τότε το ψήφισμα που ο ίδιος υπέγραψε - Τεκμήριο 18 την οποία μάλιστα συμφωνία εγγράφως δηλώνει στο Τεκμήριο 18 ότι του προωθήθηκε, συμφώνησε με τους όρους της και ενέκρινε αυτούς. Μάλιστα, ενώ δέχθηκε ότι υπέγραψε το ψήφισμα Τεκμήριο 18 στο οποίο γίνονται οι ανωτέρω αναφερόμενες ρητές αναφορές στη συμφωνία εκχώρησης και χωρίς ο ίδιος να ισχυριστεί ότι είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο δει άλλη συμφωνία εκχώρησης από το Τεκμήριο 17, έσπευσε να ισχυριστεί ότι το Τεκμήριο 17 έγινε εν κρυπτώ και ότι είναι υπογεγραμμένο από κάποιους που δεν γνωρίζει ποιοι είναι (σημειώνεται ότι ένας εκ των προσώπων που υπογράφει είναι ο Παναγιώτης Αθηαινίτης, διευθυντής και συνέταιρος του στην KASM) και ότι είναι ακόμα μία σκευωρία που έγινε από την Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα όσα προσπάθησε ο Παραπονούμενος να ισχυριστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου περί έλλειψης γνώσης του σε σχέση με τη διευθέτηση που έγινε με το Ταμείο Συντάξεων κατά τον χρόνο που ο ίδιος υιοθέτησε την αναφορά της Κατηγορούμενης 2 σε μηδενική αξία των μετοχών του δεν έπεισαν για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, εν πάσει περιπτώσει, δεν προκύπτει ότι η αναφορά της Κατηγορούμενης 2 στην ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 3 σε μηδενική αξία των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ, είχε ως υπόβαθρο ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε πληρώσει πέραν των €40 εκατομμυρίων στο Ταμείο Συντάξεων, ως προσπάθησε να ισχυριστεί ο Παραπονούμενος. Αυτό το οποίο αναφέρει στη ρηθείσα ένορκη δήλωση είναι ότι υπήρχε οφειλή της KASM προς το Ταμείο Συντάξεων η οποία αγοράστηκε από την Τράπεζα αλλά δεν αναφέρει το αντίτιμο για το οποίο αυτή η οφειλή αγοράστηκε. Περαιτέρω, στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης Τεκμήριο 3 και τις υποπαραγράφους αυτής η Κατηγορούμενη 2 φαίνεται να συσχετίζει την κατάληξη της σε μηδενική αξία, την οποία υιοθέτησε ο Παραπονούμενος με το Τεκμήριο 4, με τις υποθήκες με τις οποίες βαρυνόταν το μοναδικό ακίνητο της NMH, λέγοντας ότι αυτό το ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκες υπέρ της Τράπεζας για ποσό πέραν των €74 εκατομμυρίων που εξασφάλιζαν οφειλές προς την Τράπεζα πέραν των €73 εκατομμυρίων για να καταλήξει ότι από τα πιο πάνω είναι «εμφανές ότι η καθαρή αξία της ΝΜΗ (και κατ' επέκταση και των μετοχών αυτής) ήταν κατά την 28/9/2017 και είναι μέχρι σήμερα ΜΗΔΕΝΙΚΗ». Κατέστη σαφές ότι ο Παραπονούμενος κατ' εκείνο τον χρόνο όταν είχε συνταχθεί ουσιαστικά με την Τράπεζα Κύπρου για την αποδέσμευση των μετοχών του στο πλαίσιο της Αίτησης Ε64/2014 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων κατέθεσε και εκείνος ενόρκως ότι η αξία των μετοχών του ήταν μηδενική και στη συνέχεια, σε μια προσπάθεια να αποστεί από αυτή του δήλωση επειδή προφανώς δεν εξυπηρετούσε τα όσα ο ίδιος καταλογίζει στους κατηγορούμενους στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να δικαιολογήσει αυτή τη συμπεριφορά του, σε μία προσπάθεια να παρουσιάσει τον εαυτό του ως παραπλανημένο από τις αναφορές της Κατηγορούμενης 2 σε σχέση με την οφειλή προς το Ταμείο Συντάξεων στις οποίες μάλιστα ισχυρίστηκε ότι «καλόπιστα» βασίστηκε. Είναι μάλιστα άξιο αναφοράς ότι κατ' εκείνο τον χρόνο που υιοθετούσε την αναφορά σε μηδενική αξία των μετοχών του είχε ήδη υπογράψει (από τις 16/10/2017 - Τεκμήριο 2 του Τεκμηρίου 6) το συνημμένο 18 του Τεκμηρίου 5 που ήταν ουσιαστικά η συμφωνία του με την Τράπεζα για την μετέπειτα εξέλιξη των μετοχών του και την μεταβίβαση αυτών στην Τράπεζα με την καταβολή €5 εκατομμυρίων έναντι του χρέους του και €2 εκατομμυρίων ως διαγραφή και στο οποίο έγγραφο βασίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδορκίας. Ιδιαίτερα αρνητική εικόνα δημιούργησαν στο Δικαστήριο και οι ασταθείς και αντικρουόμενες αναφορές του Παραπονούμενου σε σχέση με το ζήτημα της εκπροσώπησης και λήψης νομικής συμβουλής από τον δικηγόρο του κατά τον χρόνο που ο ίδιος συμφώνησε με την Τράπεζα τη μεταβίβαση των μετοχών του στην NMH, ήτοι κατά τον χρόνο που υπέγραψε το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 (Τεκμήριο 26). Αναδύθηκε μία ανειλικρινής και επιτηδευμένη προσπάθεια να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα πρόσωπο παγιδευμένο το οποίο ξεγελάστηκε από την Τράπεζα και προέβη στην υπογραφή του συνημμένου 24 του Τεκμηρίου 5 χωρίς να έχει κατ' εκείνο τον χρόνο νομική εκπροσώπηση και συμβουλή. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του να αναφέρει κατά πόσο είχε δικηγόρο κατά τη χρονική στιγμή της μεταβίβασης των μετοχών του δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν είχε δικηγόρο. Όταν στη συνέχεια της αντεξέτασης του ερωτήθηκε αν ο κ. Χαβιαράς ήταν ο δικηγόρος του είπε και πάλι ότι δεν ήταν ο δικηγόρος του για τα ζητήματα του Mall και ότι ο δικηγόρος του ήταν ο κ. Τριανταφυλλίδης ο οποίος δεν ειδοποιήθηκε. Αντεξεταζόμενος μάλιστα από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 2 σε σχέση με το ζήτημα αυτό είπε επίσης ότι ο κ. Χαβιαράς δεν ήταν ο δικηγόρος του για το εμπορικό κέντρο Nicosia Mall και ότι δεν του έπεφτε λόγος. Παρά ταύτα, σε πλήρη αντίφαση με αυτές του τις τοποθετήσεις, στην παράγραφο 67 της ένορκης του δήλωσης Τεκμήριο 5 την οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και στην οποία μάλιστα έσπευσε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση του να αναφερθεί με εκτεταμένο τρόπο, ευθαρσώς δηλώνει ότι όχι μόνο είχε νομική εκπροσώπηση κατ' εκείνον τον χρόνο αλλά έσπευσε μάλιστα κατ' εκείνον τον χρόνο, πριν υπογράψει το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 να αναζητήσει νομική συμβουλή, την οποία σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις στη ρηθείσα παράγραφο, έλαβε. Ομοίως, στην παράγραφο 22 (ε) της ένορκης του δήλωσης Τεκμήριο 7 την οποία επίσης υιοθέτησε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δηλώνει ενόρκως και πάλι σε πλήρη αντίφαση με τις προηγούμενες δηλώσεις του κατά την αντεξέταση του, δηλώνει ότι τον κάλεσε μάλιστα ο δικηγόρος κ. Χαβιαράς να πάει στο γραφείο του και ότι ο ίδιος μάλιστα πήγε στο γραφείο του για συνάντηση πριν την υπογραφή του συνημμένου 24 του Τεκμηρίου 5, κάτι που άλλωστε εν τέλει παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης
- Στη συνέχεια της αντεξέτασης του σε περαιτέρω ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με τη νομική εκπροσώπηση του και ερωτηθείς αν είχε εκπροσώπηση άλλη από τον κ. Χαβιαρά ισχυρίστηκε ότι είχε εκπροσώπηση από τον κ. Τριανταφυλλίδη αλλά ότι δεν τον είχε συμβουλεύσει ο κ. Τριανταφυλλίδης επειδή όπως είπε το ζήτημα αυτό στάληκε στον κ. Χαβιαρά. Ουδόλως έπεισε επίσης η αναφορά του ότι δήθεν δεν υπήρχε χρόνος να πει στον κ. Χαβιαρά ότι είναι ο κ. Τριανταφυλλίδης που τον εκπροσωπούσε και όχι ο ίδιος, όταν του τέθηκε ευθαρσώς για ποιο λόγο όταν έλαβε ο κ. Χαβιαράς το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 και του είπε να πάει στο γραφείο του για να μιλήσουν για αυτό το έγγραφο δεν είπε στον κ. Χαβιαρά ότι δεν είναι ο δικηγόρος του αλλά έσπευσε να τον συναντήσει στη Λεμεσό. Περαιτέρω, τα όσα προσπάθησε να ισχυριστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι δεν έπεφτε λόγος στον κ. Χαβιαρά ο οποίος δεν τον εκπροσωπούσε στην πραγματικότητα καταρρίπτονται και από το ίδιο το περιεχόμενο της σειράς ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων Τεκμήριο 10 αλλά και το Τεκμήριο 13 του Τεκμηρίου 6 που είναι η απάντηση του κ. Χαβιαρά (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/5/2018 ώρα 10:58) όταν του στάληκε το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 ότι «Will see with him this aft». Αφίσταται της κοινής λογικής ότι ενώ, όπως προσπάθησε να ισχυριστεί ο Παραπονούμενος, δεν του έπεφτε λόγος του κ. Χαβιαρά, εντούτοις, ο ίδιος εξ ιδίας πρωτοβουλίας αναλάμβανε να δει το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 σε συνάντηση μαζί με τον Παραπονούμενο το απόγευμα της ίδιας ημέρας και τη στιγμή μάλιστα που ευθαρσώς ρωτήθηκε ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του αν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κ. Χαβιαρά σε σχέση με τα όσα έπραξε, χωρίς ο Παραπονούμενος να προσάψει οτιδήποτε μεμπτό στον κ. Χαβιαρά για τον τρόπο που χειρίστηκε το όλο ζήτημα. Έλλειψη ειλικρίνειας και αυθορμητισμού αναδύθηκε επίσης και στις αναφορές του σε σχέση με την αίτηση της Κατηγορούμενης 3 για ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων των μετοχών του - Τεκμήριο 1 μετά την αποτυχημένη κοινή του προσπάθεια με την Κατηγορούμενη 3 να παραμερίσουν τα ρηθέντα διατάγματα μέσω των αιτήσεων Τεκμήριο 3 και
- Προσπάθησε έντονα να προβάλει μία θέση ότι όλα έγιναν πίσω από την πλάτη του και χωρίς τη δική του συμφωνία και χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει όπως ανέφερε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του. Όταν με αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Παπαδοπούλου προς τον κ. Χαβιαρά που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10 ημερομηνίας 14/5/2018 και ώρα 16:05 μ.μ. (ήτοι η ημέρα καταχώρισης της αίτησης Τεκμήριο 1) με το οποίο ο κ. Χαβιαράς (που σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παραπονούμενου τον εκπροσωπούσε στη διαδικασία του ενοικιοστασίου) ενημερωνόταν ότι είχε καταχωριστεί η αίτηση για ακύρωση των διαταγμάτων επισυνάπτοντας μάλιστα αντίγραφο της αίτησης και τον ενημέρωνε για την ημερομηνία ορισμού της αίτησης, ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων για να προβάλουν τη διαφωνία τους στη ρηθείσα αίτηση, αποφεύγοντας την απάντηση στο ξεκάθαρο ερώτημα που του τέθηκε, είπε απλώς πως πήγε μόνη της η Τράπεζα. Όταν του τέθηκε εκ νέου το ερώτημα και του τέθηκε για ποιο λόγο δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να ενστούν ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν ότι μέχρι τις 16 το βράδυ δεν γνώριζαν κάτι αναφερόμενος ουσιαστικά όχι στην αίτηση - Τεκμήριο 1 αλλά στο συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 αποφεύγοντας και πάλι την απάντηση. Σε άλλο μάλιστα σημείο της αντεξέτασης του ισχυρίστηκε ότι ήταν στις 16/5 το βράδυ που έμαθαν για την αίτηση Τεκμήριο 1 και ότι δεν υπήρχε χρόνος σε κάποιον επιχειρηματία να «στήσει και να προχωρήσει» τη στιγμή που από το τεκμήριο 10 προκύπτει ότι η αίτηση προωθήθηκε από τον κ. Παπαδόπουλο στον κ. Χαβιαρά στις 14/5/2018 και ώρα 4:05 μ.μ. με ενημέρωση στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα ότι αυτή ήταν ορισμένη στις 18/5/
- Το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 10) διέψευσε ουσιαστικά τον Παραπονούμενο αφού όχι μόνο δεν αναδύεται οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης της αίτησης και λήψης οποιασδήποτε ενέργειας χωρίς τη γνώση του όπως προσπάθησε να προβάλει σε μία εμφανή και ανειλικρινή προσπάθεια του να καταλογίσει μεμπτή συμπεριφορά στην Κατηγορούμενη 3 αλλά επιβεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο. Στην πραγματικότητα, είναι εμφανές ότι ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 3 απέστειλε την αίτηση που μόλις καταχώρισε - Τεκμήριο 1 στον δικηγόρο του παραπονούμενου ενημερώνοντας για την ημερομηνία ορισμού της (χωρίς σύμφωνα με την κοινή λογική να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να την αποστείλει αν δήθεν ο Παραπονούμενος δεν γνώριζε τίποτα για αυτήν την πρόθεση της Τράπεζας και αν η Τράπεζα ενεργούσε πίσω από την πλάτη του) και ο δικηγόρος του Παραπονούμενου όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά ούτε και εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου την ημέρα που αυτή ήταν ορισμένη για να διαμαρτυρηθούν. Θα αναμενόταν λογικά μία πολύ διαφορετική συμπεριφορά εκ μέρους του Παραπονούμενου εάν τα πράγματα ήταν όπως προσπάθησε να τα παρουσιάσει ο Παραπονούμενος. Περαιτέρω, ενώ δήλωσε σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι ο ίδιος δεν ήθελε να αρθούν τα επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών του δέχθηκε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ότι καταχώρισε μάλιστα και έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου επί της προσπάθειας που είχε κάνει αρχικά από κοινού με την Τράπεζα μέσω του Τεκμηρίου 4 επειδή όπως είπε ήθελε εν τέλει να φύγουν από τις μετοχές του οι επιβαρύνσεις «σε χρόνο τον οποίο θα τον αποφάσιζε το Δικαστήριο», σε μία προφανή ένδειξη έλλειψης σταθερότητας και που κάθε άλλο παρά μη επιθυμία άρσης των επιβαρυντικών διαταγμάτων υποδηλοί, σε μία εμφανή και πάλι προσπάθεια του να καταλογίσει στην Κατηγορούμενη 3 μεμπτή συμπεριφορά και να προβάλει και πάλι τον εαυτό του ως πρόσωπο που έγιναν όλα εν αγνοία και χωρίς τη θέληση του. Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του ότι η Τράπεζα τον ξεγέλασε και μέσα σε μία μέρα του πήρε τις μετοχές του με το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 χωρίς να γίνει εκτίμηση της αξίας τους και ενώ άξιζαν πολύ περισσότερα αφού αναδύθηκε και πάλι μέσω των τοποθετήσεων του εμφανής έλλειψη αυθορμητισμού και ειλικρίνειας εκ μέρους του. Κατά την αντεξέταση του, όταν του τέθηκε ότι αυτή η εξέλιξη με τις μετοχές του στην NMH είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ίδιου και της Τράπεζας από τον Σεπτέμβριο του 2017 με το συνημμένο 18 του Τεκμηρίου 5 στο οποίο καταγράφεται ξεκάθαρα το τι ακριβώς έλαβε χώρα τον Μάιο του 2018 (δηλ. με το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5) χωρίς οποιεσδήποτε απειλές ή εκβιασμούς εκ μέρους της Τράπεζας και ότι ο λόγος που δεν προχώρησε τότε να ολοκληρωθεί η διευθέτηση στην οποία από κοινού κατέληξαν το 2017 (μέσω του συνημμένου 18 του Τεκμηρίου 5) ήταν τα επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών του τα οποία κατ' εκείνον τον χρόνο προσπάθησαν από κοινού να ακυρώσουν χωρίς να τα καταφέρουν, δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό ισχυριζόμενος ότι η Τράπεζα το εφάρμοσε κατά το δοκούν με τον τρόπο που ήθελε η ίδια χωρίς τη δική του συνδρομή και παρά το ότι είχε εκπνεύσει η πρόταση του
- Στην πραγματικότητα, δεν εξειδίκευσε με οποιοδήποτε τρόπο αυτούς τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του για όσα καταλόγισε στην Κατηγορούμενη 3 τη στιγμή που αυτή η εξέλιξη με τις μετοχές του τον Σεπτέμβριο του 2017 σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα ήταν το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων του ίδιου και της Τράπεζας οι οποίες σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος περιγράφει ενόρκως στην παράγραφο 17 (κ) του Τεκμηρίου 7 το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, έλαβαν χώρα ενόσω υπήρχε κατά τον ίδιο άριστη συνεργασία μεταξύ του ίδιου και της Τράπεζας και ενώ είχε ήδη προηγηθεί εκ μέρους του αντιπρόταση για €8.800.000 και €3.000.000 επιστροφή η οποία απορρίφθηκε από την Τράπεζα με αποτέλεσμα να καταλήξουν στα ποσά που κατέληξαν ήδη από τον Σεπτέμβριο του
- Από την ίδια την ένορκη του δήλωση Τεκμήριο 7 ουσιαστικά αναδύεται ότι ο ίδιος στην πραγματικότητα μετά τον Δεκέμβριο του 2017 δυσαρεστήθηκε έντονα επειδή η Τράπεζα δεν του έδωσε ρόλο στη διαχείριση του εμπορικού κέντρου χωρίς ωστόσο να προκύπτει από το συνημμένο 18 του Τεκμηρίου 5 το οποίο υπέγραψε και δέχθηκε ο Παραπονούμενος ότι αυτή η εξέλιξη με τις μετοχές του που εν τέλει πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα με το συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 τελούσε υπό τον όρο της ανάληψης ρόλου εκ μέρους του στη διαχείριση του εμπορικού κέντρου. Αξιοσημείωτο ήταν επίσης και το γεγονός ότι όταν του τέθηκε το γεγονός ότι επρόκειτο για μια εξέλιξη που είχε τροχοδρομηθεί από το 2017 με τη δική του σύμφωνη γνώμη αντί να τοποθετηθεί ουσιαστικά και με καθαρότητα λόγου άρχισε να καταλογίζει στην Τράπεζα ότι δεν τήρησε ούτε το Συνημμένο 24 του Τεκμηρίου 5 και δεν ξόφλησε τους λογαριασμούς που όφειλε με αποτέλεσμα να καταχωρίσει και για αυτό το ζήτημα αγωγή στην Τράπεζα. Αόριστες, ασαφείς και συγκεχυμένες υπήρξαν και οι αναφορές σε σχέση με το ζήτημα των εξυπηρετούμενων και εξασφαλισμένων δανείων του στην Κατηγορούμενη
- Περιορίστηκε απλώς να αναφέρει και μάλιστα κατ' επανάληψη ότι από τις εκτιμήσεις της ακίνητης περιουσίας του (Συνημμένο 17 του Τεκμηρίου 5 και Τεκμήριο 22 και 23 στην παρούσα διαδικασία) προκύπτει ότι τα δάνεια του ήταν εξασφαλισμένα και πλήρως εξυπηρετούμενα. Εξέφρασε επίσης κατ' επανάληψη τη θέση ότι το γεγονός ότι τα δάνεια του ήταν εξυπηρετούμενα προέκυπτε και από το συνημμένο 18 του Τεκμηρίου 5 αναφερόμενος στον τίτλο του εγγράφου «εγκριθείσες/επανεγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις». Ουδόλως εξήγησε πόσο μάλλον με σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα πως κατέληξε σε αυτή τη διαπίστωση τη στιγμή που οι εκτιμήσεις έγιναν σε χρόνο άλλο από τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι επίδικες ένορκες δηλώσεις και ούτε εξήγησε, ούτε και προκύπτει ότι η ακίνητη περιουσία που εκτιμήθηκε ήταν όλη υποθηκευμένη στην Κατηγορούμενη 3, ούτε παρέθεσε λεπτομέρειες σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό ύψος του χρέους του κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι επίδικες ένορκες δηλώσεις, ούτε παρουσίασε επίσης οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι αυτός κατέβαλλε ανελλιπώς τις μηνιαίες δόσεις του. Εντελώς ασαφείς και συγκεχυμένες υπήρξαν και οι αναφορές του σε σχέση με την αξία των μετοχών του στην NMH όπου έσπευσε να ισχυριστεί ότι η αξία τους δεν μπορεί να καθορισθεί από την Κατηγορούμενη 2 αλλά από ειδικούς όπως ο κ. Αθηνοδώρου (ΜΚ 6) όταν ο ίδιος ο κ. Αθηνοδώρου κατά τη μαρτυρία του είπε ξεκάθαρα ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με εκτίμηση αξίας μετοχών, ούτε άλλωστε παρουσίασε ο Παραπονούμενος μαρτυρία από ειδικούς οι οποίοι θα μπορούσαν να καθορίσουν την αξία τους. Ενδεικτικές επίσης της παντελούς έλλειψης σταθερότητας και ειλικρίνειας εκ μέρους του ήταν και οι αναφορές του στις δικές του ένορκες δηλώσεις Τεκμήριο 5 και Τεκμήριο 7 που επαναλαμβάνω ότι υιοθέτησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Στην ένορκη του δήλωση Τεκμήριο 5 και ειδικότερα στις παραγράφους 39 μέχρι 47 αυτής περιγράφει μια κατάσταση πίεσης και εκβιασμού από την Κατηγορουμένη 3 την οποία μάλιστα χρονικά τοποθετεί από τον Αύγουστο του 2016 όταν για τους λόγους που στις εν λόγω παραγράφους αναφέρει, η Τράπεζα, καταχρώμενη, κατά τον ίδιο, τη δεσπόζουσα θέση της και εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του, τους εξανάγκασε να προβούν σε διάφορες ενέργειες στο πλαίσιο της διαδικασίας ανέγερσης του εμπορικού κέντρου και της δανειοδοτήσης που έλαβαν από την Τράπεζα. Ειδικότερα, μέμφεται την Κατηγορουμένη 3 όταν στις 09/08/2016 αποφάσισε, κατά τη θέση του, την παροχή της δανειοδότησης υπό όρους, διαδικασίες και προϋποθέσεις που ήταν κατά τον ίδιο εξοντωτικές επιβάλλοντάς τους να δημιουργήσουν την νέα εταιρεία Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd στην οποία θα μεταβιβάζονταν όλα τα ακίνητα και στην οποία θα παραχωρείτο το νέο δάνειο με μετόχους την Τράπεζα Κύπρου κατά 51% την KASM κατά 36% και τον ίδιο κατά 13%. Την ίδια στιγμή, στην ένορκη του δήλωση Τεκμήριο 7 και πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 18 αυτής σε πλήρη διάσταση με τις πιο πάνω ένορκες τοποθετήσεις του δηλώνει ευθαρσώς ότι μέχρι και τις 31/12/2017 οι σχέσεις του με την Κατηγορουμένη 3 ήταν άριστες. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τη ζημιά που έχει κατ' ισχυρισμό υποστεί από τα κατ' ισχυρισμό ψέματα αναφορά γίνεται στη συνέχεια της παρούσας απόφασης κατά την εξέταση του ζητήματος της νομιμοποίησης του Παραπονούμενου να εγείρει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι εξεταζόμενη συνολικά η μαρτυρία του Παραπονούμενου, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καθιστά αδύνατο ή τελείως ακροσφαλές και αβέβαιο το έργο της διάκρισης μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Παραπονούμενου στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω στην ολότητα της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Παραπονούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων 1 και
- Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τις Κατηγορούμενες 1 και 2 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Οι Κατηγορούμενες 1 και 2 απαντούσαν αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή, δίδοντας στο Δικαστήριο την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων. Έκαστη Κατηγορούμενη προσπάθησε με ειλικρίνεια να αναφερθεί και να παραθέσει τη δική της γνώση και εμπλοκή στην υπόθεση, με αναφορά και στα έγγραφα που ήταν υπόψη της ή τα οποία είχε στην κατοχή της σε σχέση με αυτήν. Με σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στην γνώση τους, διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, το βαθμό εμπλοκής και γνώσης τους στα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε η μαρτυρία που η καθεμία τους προσέφερε, απαντώντας παράλληλα ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια για αλλοίωση γεγονότων. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία τους, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Ειδικότερα σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1 σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της σε σχέση με το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων του Παραπονούμενου παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι το γεγονός αυτό επιβεβαιωνόταν από τις καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες είχε αναφερθεί στις επίδικες ένορκες δηλώσεις της καθώς επίσης και από το ίδιο το συνημμένο 18 του τεκμηρίου 5 το οποίο επεσήμανε ότι κάνει αναφορά σε ομαλοποίηση λογαριασμών που από μόνο του κατά την θέση της υποδηλοί ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα εξηγώντας ότι η τράπεζα δεν προβαίνει σε ομαλοποιήσεις λογαριασμών σε περίπτωση εξυπηρετούμενων δανείων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών στις οποίες αναφέρθηκε η κατηγορουμένη 1 και οι οποίες αποτελούν μέρος της ένορκης δήλωσης της κατηγορουμένης 2 - Τεκμήριο 1 και στις οποίες η ίδια έκανε αναφορά στην ένορκη της δήλωση τεκμήριο
- Υπήρξε επίσης ειλικρινής ότι ήταν σε γνώση της το συνημμένο 18 του Τεκμηρίου 5 όταν προέβαινε στις επίδικες ένορκες δηλώσεις Τεκμήρια 6 και
- Σαφής και σταθερή επίσης υπήρξε και στην τοποθέτησή της σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν ξύπνησε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μια μέρα αποφασίζοντας να κάμει τον παραπονούμενο μέτοχο στην ΝΜΗ αλλά είχε ήδη μετοχές σε ποσοστό 13% (αναφερόμενη προφανώς στην KASM) και η Τράπεζα κατά τη δεδομένη στιγμή έπρεπε να κάνει την αναδιάρθρωση για να προχωρήσει το εμπορικό κέντρο τη στιγμή που ο Παραπονούμενος και ο άλλος μέτοχος του εμπορικού κέντρου δεν είχαν άλλα χρήματα προκειμένου να τελειώσει το έργο. Όπως με σταθερότητα εξήγησε η Τράπεζα το έπραξε αυτό για να προχωρήσει η αναδιάρθρωση προκειμένου να έχει και τους υπόλοιπους μετόχους σε συνεργασία χωρίς ουσιαστικά να πάρει οτιδήποτε άλλο ο Παραπονούμενος πέρα από αυτό που ήδη είχε. Ειλικρινής επίσης υπήρξε και στις τοποθετήσεις της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγιναν οι επίδικες ένορκες δηλώσεις δεν είχε γνώση οποιασδήποτε εκτίμησης από εμπειρογνώμονα σε σχέση με την αξία των μετοχών της ΝΜΗ επαναλαμβάνοντας με σταθερότητα τις αναφορές της στη γραπτή της δήλωση και ειδικότερα στην παράγραφο 34 αυτής ως προς το που βασίστηκε η γνώση και η πεποίθηση της για να καταλήξει στις αναφορές στις οποίες προέβη σε σχέση με τις μετοχές στην ΝΜΗ. Ήταν επίσης σταθερή, σαφής και πειστική στη θέση της ότι η Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd ήταν μια εταιρεία με υποχρεώσεις μεγαλύτερες από τα περιουσιακά της στοιχεία. Με σαφήνεια και πειστικότητα υποστήριξε επίσης και την τοποθέτησή της σε ερώτηση που της υποβλήθηκε ως προς το για ποιο λόγο η Τράπεζα ανέλαβε να πληρώσει επιπρόσθετο ποσό 33 εκατομμυρίων στο Ταμείο Συντάξεων και χορηγημάτων υπαλλήλων ΑΤΗΚ από τη στιγμή που ήταν κατά τη θέση της μηδενικής αξίας το έργο, ότι η Τράπεζα προσπάθησε να μειώσει τη ζημιά της και έπραξε αυτά που έπραξε προκειμένου να έχει τον έλεγχο για να μπορέσει να το πουλήσει και να μειώσει την έκθεση της. Ενώ σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν επέμεινε εμφαντικά και σταθερά ότι ο Παραπονούμενος ο οποίος διατείνεται ότι είναι ένας έμπειρος επιχειρηματίας ήξερε πάρα πολύ καλά ότι οι μετοχές του είχαν μηδενική αξία εξού και ουδέποτε προσπάθησε να φέρει στην Τράπεζα οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ του ότι είχαν οποιαδήποτε άλλη αξία οι μετοχές του παρά μόνο τηλεφωνούσε στην ίδια την Κατηγορούμενη 1 συνέχεια για να την ρωτήσει πότε θα γίνει η πράξη της μεταβίβασης των μετόχων και να βεβαιωθεί ότι θα γίνει. Περαιτέρω, σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της επανέλαβε με σταθερότητα και πειστικότητα τη θέση της ότι διευθέτηση των 5 + 2 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με τις μετοχές του Παραπονούμενου έγινε σε μια προσπάθεια της Τράπεζας να μειώσει τη ζημιά της γιατί αυτό επέβαλε, όπως εξήγησε, η εμπορική πραγματικότητα, αφού η Τράπεζα είχε ενώπιον της έναν πελάτη που δεν ήταν συνεργάσιμος, είχε μη εξυπηρετούμενα δάνεια που αυξάνονταν, είχε έλλειμα στις εξασφαλίσεις του, είχε αγωγές από άλλες τράπεζες και δημιουργούσε πρόβλημα τόσο για τα προσωπικά του δάνεια όσο και για το εμπορικό κέντρο. Έχοντας κρίνει την Κατηγορούμενη 1 ως αξιόπιστη μάρτυρα για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τα όσα ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 35 που ήταν μία κατάσταση που δείχνει τις υποχρεώσεις και εξασφαλίσεις του Παραπονούμενου στα διάφορα χρονικά σημεία που αναφέρονται στην κατάσταση αυτή για να καταδείξει το ζήτημα του ελλείματος στις εξασφαλίσεις του. [18] Και τούτο διότι όπως η ίδια ειλικρινώς ανέφερε, η αξία των εξασφαλίσεων καταχωρίστηκε με βάση τις εκτιμήσεις τις οποίες όμως δεν ήταν σε θέση να τις παρουσιάσει παρά το ότι κλήθηκε προς τούτο, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με αυτές και ούτε μπορούσε η ίδια να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο συνάδουν ή όχι τα ποσά που αναφέρονται με τις εκτιμήσεις που καταχωρίστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 21 και 22 και ούτε ήταν σε θέση να πει εάν είχαν χρησιμοποιηθεί αυτές ή άλλες εκτιμήσεις. Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2 υπήρξε σαφής και σταθερή στη θέση της την οποία επανέλαβε σε διάφορα σημεία της μακράς και επίμονης αντεξέτασης της ότι ο Παραπονούμενος είχε ένα μειοψηφικό πακέτο μετοχών και η Τράπεζα ήξερε ότι ένας μικρός μέτοχος μέσα σε μία εταιρεία θα μπορούσε δυνητικά να περιορίσει τη δυνατότητά της να πουλήσει αυτό το έργο μετέπειτα κάτι το οποίο ουδέποτε απέκρυψε από οποιονδήποτε από τους μετόχους της και ήταν σε αυτό το πλαίσιο που είχε αναφέρει στην επίδικη ένορκη της δήλωση Τεκμήριο 1 ότι εάν κάποιος απέδιδε οποιαδήποτε αξία στο μετοχικό κεφάλαιο που κατείχε ο Παραπονούμενος τη συγκεκριμένη στιγμή αυτή η αξία δεν θα ήταν στη βάση των μαθηματικών και της πραγματικής λογιστικής αξίας των μετοχών αλλά ένα ποσό στο οποίο θα κατέληγαν δύο μέρη τα οποία προέβηκαν σε μία εμπορική διαπραγμάτευση καλή τη πίστει. Επεσήμανε με σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα ότι ο Παραπονούμενος ανέκαθεν και μέχρι τη μέρα που υπέβαλε την ποινική δίωξη εναντίον τους ήταν όχι μόνο σύμφωνος με όλη τη διαπραγμάτευση και τη συμφωνία την οποία υπέγραψε το 2017 και για την οποία πίεζε την Τράπεζα να θέσει σε εφαρμογή για να μπορέσει να λάβει το όφελος το οποίο έλαβε από την Τράπεζα μέσα από ένα έργο που δεν είχε οποιανδήποτε αξία. Ήταν επίσης σταθερή και σαφής στη θέση της ότι η Τράπεζα είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει όφελος στον Παραπονούμενο σε ανταλλαγή του 13% του μετοχικού του κεφαλαίου έναντι €5.000.000 πλέον €2.000.000 στη μορφή διαγραφής, ως αποτέλεσμα μίας διαπραγμάτευσης χωρίς σε καμία περίπτωση αυτό να μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική αξία των μετοχών του Παραπονούμενου ή πραγματική αξία με θετικό πρόσημο της εταιρείας NMH. Υπήρξε επίσης ειλικρινής στις τοποθετήσεις ότι η ίδια δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ότι είναι ειδικός στην εκτίμηση της αξίας των μετοχών εξηγώντας ότι είναι όμως έμπειρη και έχει ασχοληθεί πάρα πολλά χρόνια με το αντικείμενο της αναδιάρθρωσης και ανάκτησης χρεών και είναι σε θέση να αναγνωρίζει με απλά μαθηματικά, χωρίς πολύπλοκες εξισώσεις και φόρμουλες τα στοιχεία που μπαίνουν μπροστά της και να καταλήγει στα δικά της συμπεράσματα. Επανέλαβε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης με αυθορμητισμό ότι προέβη στις ρηθείσες αναφορές με τα δεδομένα που είχε μπροστά της παραπέμποντας και επαναλαμβάνοντας τα όσα εκτενώς παρέθεσε κατά την κυρίως εξέταση της. Σε ότι αφορά τις επιστολές καθυστερήσεων προς τον Παραπονούμενο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 42 δέχθηκε με ειλικρίνεια κατά την αντεξέταση της ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι πράγματι είχαν αποσταλεί οι συγκεκριμένες επιστολές στον Παραπονούμενο ούτε εάν ο Παραπονούμενος παρέλαβε αυτές τις επιστολές. Επανέλαβε όμως με σταθερότητα και καθαρότητα λόγου τη θέση της ότι το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων προκύπτει ξεκάθαρα από τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες λάμβανε ο Παραπονούμενος. Υπήρξε επίσης ειλικρινής στην τοποθέτησή της σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ότι κατά τον χρόνο που προέβη στην επίδικη ένορκη δήλωση Τεκμήριο 1 η Τράπεζα δεν είχε οποιαδήποτε εκτίμηση από οποιοδήποτε οίκο σε σχέση με τον υπολογισμό της αξίας της μετοχής με σκοπό την αγορά ή την πώληση των μετοχών της ΝΜΗ επαναλαμβάνοντας όμως τη θέση της ότι η αξία των μετοχών ήταν ξεκάθαρα μηδενική με βάση τις οφειλές της εταιρείας και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχε στη διάθεσή της. Με αυθορμητισμό χρησιμοποίησε ένα υπεραπλουστευμένο παράδειγμα λέγοντας ότι όταν μια εταιρεία έχει ένα ακίνητο το οποίο αξίζει 10 και οφειλές οι οποίες έχουν ύψος 20 είναι ξεκάθαρο ότι της λείπουν 10 και πως το ίδιο αλλά με περισσότερα εκατομμύρια συνέβηκε και στην παρούσα περίπτωση. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της αν η εκτίμηση της Grant Thornton που κατέθεσε ως Τεκμήριο 43 υπήρχε κατά τον χρόνο που προέβη στην επίδικη ένορκη δήλωση, χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές, συμφώνησε ότι το έγγραφο αυτό δεν υπήρχε στη μορφή που το έχουν σήμερα. Περαιτέρω, όταν τις τέθηκαν κατά την αντεξέταση της οι αναφορές της στην οφειλή στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ πέραν των 40 εκατομμυρίων η ίδια με σαφήνεια, πειστικότητα και καθαρότητα λόγου εξήγησε ότι ήταν ορθή η τοποθέτηση της καθότι το ακριβές ποσό που ήταν σε εκκρεμότητα την ημέρα που έγινε η συμφωνία εκχώρησης ήταν ποσό πέραν των 40 εκατομμυρίων και η Τράπεζα κατάφερε μέσω διαπραγμάτευσης να πληρώσει χαμηλότερο ποσό ήτοι το ποσό των 33 εκατομμυρίων ευρώ. Με ειλικρίνεια επίσης συμφώνησε αντεξεταζόμενη ότι το Τεκμήριο 41 - σημείωμα της οικονομικής διεύθυνσης της Τράπεζας και στο οποίο αναφέρθηκε στην παράγραφο 37 της γραπτής της δήλωση ως περαιτέρω απόδειξη υποστηρικτική της αναφοράς της σε μηδενική αξία μετοχών δεν το είχε υπόψη της κατά τον χρόνο στον οποίο προέβη στην επίδικη ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει αναφορά σε διάφορα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και για τα οποία δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις. Πρόκειται για το Τεκμήριο 36 που αποτελεί μία κατάσταση σε σχέση με τον Παραπονούμενο στο σύστημα Άρτεμις όπου εξήγησε η Κατηγορούμενη 1 η οποία το κατέθεσε, ότι οι αρχικές καταχωρίσεις δεν έγιναν από την ίδια αλλά γίνονται από όλες τις Τράπεζες στις οποίες διατηρούσε δάνεια ο Παραπονούμενος και συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα, το Τεκμήριο 41 που είναι ένα σημείωμα που υπογράφεται από κάποιο τρίτο πρόσωπο με την ιδιότητα του Οικονομικού διευθυντή της Κατηγορούμενης 3 ως επίσης και το Τεκμήριο 43 που είναι μία έκθεση από την Grant Thornton. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφου συνιστά ουσιαστικά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν. Υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες παρουσιάστηκαν τα έγγραφα αυτά και χωρίς την παρουσία των προσώπων που έκαμαν αυτές τις καταχωρίσεις και αρχικές δηλώσεις το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να ελέγξει την ακρίβεια των συγκεκριμένων αναφορών ούτε μπορούν οι ρηθείσες καταχωρίσεις και αναφορές να τεθούν στη βάσανο της αντεξέτασης. Τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο σε σχέση με την εξ ακοής αυτή μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο δεν του επιτρέπουν να της αποδώσει τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την μη παρουσία των προσώπων που έκαμαν τις αρχικές δηλώσεις και αρχικές καταχωρίσεις στο Δικαστήριο προκειμένου να αντεξεταστούν. Με αυτά τα δεδομένα, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα εν λόγω έγγραφα αφού υπό τις περιστάσεις που αυτά έχουν παρουσιασθεί, θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστους μάρτυρες και με εξαίρεση τα σημεία στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης[19] προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
- Στις 27/9/2017 η Κατηγορουμένη 3 απηύθυνε γραπτή πρόταση προς τον Παραπονούμενο σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που ο ίδιος και συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα διατηρούσαν στην Κατηγορουμένη 3 - συνημμένο 18 της ένορκης δήλωσης που αποτελεί μέρους του Τεκμηρίου
- Ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε και υπέγραψε τη ρηθείσα πρόταση στις 16/10/2017 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Κατηγορουμένης 1 - Τεκμήριο 6 στην παρούσα διαδικασία) (εν τοις εφεξής η Πρόταση του 2017). Η Πρόταση του 2017 ήταν το αποτέλεσμα εκτενών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης
- Η Πρόταση του 2017 προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι η εξόφληση ενός εκ των δανείων που εκεί καταγράφεται ύψους 7 εκατομμυρίων ευρώ θα γινόταν με τη μεταβίβαση ολόκληρου του ποσοστού μετοχών 13% που κατείχε ο Παραπονούμενος στην εταιρεία Nicosia Mall Holdings (NMH) Ltd (εν τοις εφεξής η NMH και οι μετοχές του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ) ως debt for equity swap επ' ονόματι της Κατηγορούμενης 3 πλέον οποιαδήποτε δικαιώματα (options) που συνδέονται με αυτό, έναντι τιμήματος ποσού €5.000.000 ενώ το υπόλοιπο πόσο που θα παρέμενε θα διαγραφόταν. Η ΝΜΗ είχε συσταθεί τον Σεπτέμβριο του 2017 στο πλαίσιο διαδικασίας αναδιάρθρωσης εκ μέρους της Κατηγορούμενης 3 των πιστωτικών διευκολύνσεων της εταιρείας K. Athienitis (Shopping Malls) Limited (εν τοις εφεξής KASM) η οποία ανέλαβε την ανέγερση του εμπορικού κέντρου Nicosia Mall και στην οποία μέτοχος σε ποσοστό 13% ήταν και ο Παραπονούμενος.
- Στις 28/9/2017 η Κατηγορουμένη 3 συνήψε συμφωνία εκχώρησης δανείου με το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ και την εταιρεία KASΜ στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε η εκχώρηση στην Κατηγορούμενη 3 του δανείου που είχε παραχωρήσει στις 18/5/2012 το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ στην KASM ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ για την ανέγερση του εμπορικού κέντρου Νicosia Mall έναντι τιμήματος 33 εκατομμυρίων ευρώ (Τεκμήριο 17). Την ίδια μέρα, οι διευθυντές της KASM, μεταξύ των οποίων και ο Παραπονούμενος, υπέγραψαν ψήφισμα της KASM στο πλαίσιο του οποίου ενέκριναν τη συμφωνία εκχώρησης και τους όρους της επιβεβαιώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι είχαν λάβει γνώση της συμφωνίας εκχώρησης, ότι την είχαν επιθεωρήσει και ότι οι όροι της ήταν προς το συμφέρον της KASM εξουσιοδοτώντας έκαστο εκ των διευθυντών της KASM να υπογράψει την συμφωνία εκχώρησης (Τεκμήριο 18). Η Κατηγορούμενη 3 πράγματι κατέβαλε το αντίτιμο της συμφωνίας εκχώρησης ύψους 33 εκατομμυρίων ευρώ στο Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ με επιταγή ημερομηνίας 27/9/2017 (Τεκμήριο 19).
- Η Πρόταση του 2017 δεν υλοποιήθηκε καθότι μεσολάβησε η έκδοση στις 9/10/2017 και 27/10/2017 επιβαρυντικών διαταγμάτων σε σχέση με τις μετοχές του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ στο πλαίσιο της αίτησης Ε64/2014 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων από τρίτα πρόσωπα που ήταν πιστωτές του Παραπονούμενου, ο οποίος ήταν Τριτοδιάδικος στην ανωτέρω αναφερόμενη αίτηση.
- Ενόψει της έκδοσης των επιβαρυντικών διαταγμάτων επί των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ, τόσο Παραπονούμενος όσο και η Τράπεζα Κύπρου με ξεχωριστές πλην όμως πανομοιότυπες αιτήσεις αποτάθηκαν την ίδια μέρα, ήτοι 7/11/2017 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων ζητώντας την ακύρωση αυτών των διαταγμάτων (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα). Η αίτηση της Τράπεζας Κύπρου - Τεκμήριο 3 συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 7/11/2017 στο πλαίσιο της οποίας παραθέτει με λεπτομέρεια όλο το ιστορικό της αναδιάρθρωσης και προβαίνει επίσης, μεταξύ άλλων, σε αναφορά ότι η καθαρή αξία της ΝΜΗ (και κατ' επέκταση των μετοχών αυτής) ήταν κατά τις 28/9/2017 και είναι μέχρι σήμερα μηδενική. Η αίτηση του Παραπονούμενου Τεκμήριο 4 συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 7/11/2017 στο πλαίσιο της οποίας, μεταξύ άλλων, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κατηγορουμένης 1 - Τεκμήριο
- Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων απέρριψε και τις 2 αιτήσεις και εναντίον της απορριπτικής απόφασης τόσο η Τράπεζα όσο και ο Παραπονούμενος καταχώρισαν έφεση.
- Ακολούθως, η Κατηγορούμενη 3 καταχώρισε στις 14/05/2018 νέα αίτηση στο πλαίσιο της αίτησης Ε64/2014 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ζητώντας εκ νέου την ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων επί των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ. Η ρηθείσα αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Κατηγορουμένης 2 (Τεκμήριο 1), στην οποία η Κατηγορούμενη 2, αφού υιοθετεί και επαναλαμβάνει την ένορκη της δήλωση που είχε καταχωριστεί στο πλαίσιο της προγενέστερης αίτησης που καταχώρισε η Κατηγορούμενη 3 - Τεκμήριο 3 προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε διάφορες αναφορές σε σχέση με το ζήτημα της μη εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων του Παραπονούμενου στην Κατηγορουμένη 3 καθώς επίσης και σε αναφορές σε σχέση με τη μηδενική, κατά την ίδια, αξία των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ.
- Η ρηθείσα αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προωθήθηκε κατά τη μέρα καταχώρισης της με ηλεκτρονικό μήνυμα από τον δικηγόρο της Κατηγορουμένης 3 στον δικηγόρο του Παραπονούμενου. Σχετική προς τούτο είναι η ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών - τεκμήριο
- Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/5/2018 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 10 ενημερωνόταν ο δικηγόρος του Παραπονούμενου για την ημερομηνία ορισμού της αίτησης στις 18/5/2018, ως επίσης και για τη φύση της αίτησης επισυνάπτοντας τη σχετική αίτηση. Στη δεύτερη σελίδα της Αίτησης καταγράφεται ότι αυτή απευθυνόταν στα πρόσωπα που εξέδωσαν τα επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ και όχι στον Παραπονούμενο.
- Παρά τη λήψη γνώσης από την πλευρά του Παραπονούμενου σε σχέση με την ύπαρξη και το περιεχόμενο της αίτησης Τεκμήριο 1, εντούτοις, η πλευρά του Παραπονούμενου δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων για να αμφισβητήσει ή να εκφράσει τη διαφωνία της σε σχέση με τη ρηθείσα αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνόδευε (Τεκμήριο 1) ούτε ο δικηγόρος του Παραπονούμενου στη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε κατά τον εν λόγω χρόνο με τον δικηγόρο της τράπεζας - Τεκμήριο 10 εξέφρασε οποιαδήποτε διαφωνία σε σχέση με αυτή.
- Στις 18/5/2018 το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στην παρουσία των δικηγόρων της κατηγορουμένης 3 ως Αιτητών και των δικηγόρων των προσώπων που εξέδωσαν τα επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ ως καθ' ων η Αίτηση ακύρωσε τα επιβαρυντικά διατάγματα επί των μετοχών του Παραπονούμενου στην ΝΜΗ (Τεκμήριο 2).
- Ο Παραπονούμενος υπέγραψε έγγραφο της Κατηγορουμένης 3 το οποίο φέρει ημερομηνία 17/5/2018 (συνημμένο 24 του τεκμηρίου 5 και τεκμήριο 26) στη βάση του οποίου συμφώνησε στη μεταβίβαση των μετόχων του στην εταιρεία ΝΜΗ επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 3 πλέον οποιαδήποτε δικαιώματα (options) που συνδέονται με αυτές, έναντι του τιμήματος των 5 εκατομμυρίων ευρώ ως Debt for Equity Swap (δηλαδή για την εξόφληση ισόποσου χρέους του που εξασφαλίζεται από τις μετοχές) καθώς επίσης και στη διαγραφή μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών και της παραίτησης του Παραπονούμενου από την ΝΜΗ και τις θυγατρικές της, μέρους των υποχρεώσεών του Παραπονούμενου ύψους 2 εκατομμύρια ευρώ.
- Πριν την υπογραφή του ρηθέντος εγγράφου εκ μέρους του Παραπονούμενου αυτό είχε προωθηθεί με ηλεκτρονικό μήνυμα από τον δικηγόρο της κατηγορουμένης 3 στον δικηγόρο του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 10) στις 16/5/2018 και ο Παραπονούμενος συναντήθηκε με τον δικηγόρο του την προηγούμενη μέρα της υπογραφής του ρηθέντος εγγράφου προκειμένου να λάβει νομική συμβουλή σε σχέση με το έγγραφο αυτό πριν την υπογραφή του.
- Στις 6/6/2018 ο Παραπονούμενος στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 1492/2018 που καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Κατηγορουμένης 3 και της ΝΜΗ καταχώρισε μονομερή αίτηση επιδιώκοντας την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος διά του οποίου να απαγορεύεται στην Κατηγορούμενη 3 και την ΝΜΗ να αποξενώσουν τις μετοχές που κατείχε ο Παραπονούμενος στην ΝΜΗ η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ίδιου ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 5).
- Η Κατηγορούμενη 3 καταχώρισε στις 12/7/2018 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην ανωτέρω αναφερόμενη αίτηση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της Κατηγορουμένης 1 ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 6). Στην ένορκη της δήλωση η Κατηγορουμένη 1 προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε αναφορές σε σχέση με την ύπαρξη μη εξυπηρετούμενων δανείων του Παραπονούμενου στην Κατηγορουμένη 3, σε σχέση με τη μηδενική αξία των μετοχών που κατείχε ο Παραπονούμενος στην ΝΜΗ αφού ληφθούν υπόψη οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με τις μετοχές και μετά την ικανοποίηση των οφειλών που εξασφάλιζαν οι μετοχές, σε σχέση με την μη ύπαρξη αρκετών περιουσιακών στοιχείων του Παραπονούμενου για πλήρη εξόφληση των χρεών του, υιοθετώντας παράλληλα το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της Κατηγορούμενης 2 Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο
- Στο πλαίσιο της ανωτέρω αναφερόμενης αίτησης (Τεκμήριο 5) ο Παραπονούμενος καταχώρισε στις 03/10/2018 συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 7) στην ένορκη δήλωση της Κατηγορουμένης 1 Τεκμήριο 6 προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς και η Κατηγορούμενη 1 προέβη με τη σειρά τους σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 12/11/2018 (Τεκμήριο 8) προβαίνοντας σε διάφορες αναφορές μεταξύ των οποίων και ότι η αξία των μετόχων που κατείχε ο Παραπονούμενος στην ΝΜΗ μετά την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονταν με τις μετοχές ήταν μηδενική.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 09/04/2019 εξέδωσε απόφαση στην αίτηση του Παραπονούμενου - Τεκμήριο 5 απορρίπτοντας την αίτηση (Τεκμήριο 9).
- Ο ΜΚ5 είναι εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων από το 1999 και στις 12/10/2017 και 16/10/2017 συνέταξε μέσω της εταιρείας του Land Tourist Valuations LLC δύο εκτιμήσεις ακίνητης ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 21 και 22 αντίστοιχα) παραθέτοντας την αγοραία αξία των συγκεκριμένων ακινήτων όπως αναφέρονται στις εκθέσεις που κατέθεσε. Τα Τεκμήρια 21 και 22 αντιστοιχούν στο συνημμένο 17 του τεκμηρίου
- Η εμπειρογνωμοσύνη του περιορίζεται και καλύπτει μόνο ακίνητα και ο ίδιος δεν είναι εκτιμητής της αξίας μετοχών.
- Ο ΜΚ6 είναι εκτιμητής ακινήτων και συνέταξε έκθεση ημερομηνίας 26/9/2014 σε σχέση με την εκτίμηση της αγοραίας αξίας ακινήτου για την εταιρεία Κ. Athienitis Shopping Malls Ltd με βάση τις οδηγίες του κ. Παναγιώτη Αθηαινίτη που ήταν να εκτιμηθεί το ακίνητο ως να ήταν τελειωμένο το εμπορικό κέντρο κατά το έτος 2014 (Τεκμήριο 24) παραθέτοντας στην έκθεση του την αξία στην οποία κατέληξε, τη μεθοδολογία που ακολούθησε και προβαίνοντας ταυτόχρονα σε επιφυλάξεις όπως καταγράφονται στην έκθεση του σε σχέση με τα δεδομένα που έλαβε και στα οποία βασίστηκε. Το Τεκμήριο 27 αντιστοιχεί το οποίο είναι το Appendix 10 που αποτελεί μέρος του συνημμένου 10 του τεκμηρίου 5 αντιστοιχεί στο Τεκμήριο
- Ο ΜΚ6 δεν έχει οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με την εκτίμηση μετοχών.
- Ο ΜΚ7 είναι επιμετρητής ποσοτήτων και στις 25/9/2014 ετοίμασε έκθεση σε σχέση με το υπολειπόμενο κατασκευαστικό κόστος για την ολοκλήρωση του εμπορικού κέντρου Nicosia Mall για την περίοδο του Σεπτέμβρη του 2014 (Τεκμήριο 29). Το Τεκμήριο 29 αντιστοιχεί στο Appendix 9 που αποτελεί μέρος του συνημμένου 10 του Τεκμηρίου
- Η εμπειρογνωμοσύνη του περιορίζεται και καλύπτει θέματα όπως ο υπολογισμός του κόστους και δεν έχει εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τον υπολογισμό αξίας μετοχών.
- Μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης 3 εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίας αστικής φύσεως και πιο συγκεκριμένα η αγωγή υπ' αριθμό 1492/2018 που καταχωρίστηκε από τον Παραπονούμενο σε σχέση με την ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών που κατείχε ο Παραπονούμενος στην ΝΜΗ (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 5 και 9), η αγωγή υπ' αριθμό 1070/2019 στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος αξιώνει την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων ότι δεν οφείλονται εκ μέρους του οποιαδήποτε ποσά στην Κατηγορουμένη 3 και ότι αυτή υποχρεούται να εξαλείψει διάφορες υποθήκες (Τεκμήριο 28) και η αγωγή υπ' αριθμό 1474/2022 του Παραπονούμενου εναντίον της Κατηγορούμενης 3 και του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ για κατ' ισχυρισμό δόλο και απάτη σε σχέση με το δάνειο που είχε παραχωρηθεί από το Ταμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων ΑΤΗΚ στην KASM (Τεκμήριο 11). Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[20] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[21] Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[22] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[23] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[24] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της ψευδορκίας και της πρόκλησης σε ψευδορκία κωδικοποιείται στον άρθρο 110 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «110.-
(1)Όποιος γνωρίζει ότι προβαίνει σε ψευδή κατάθεση σε δικαστική διαδικασία ή για το σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, που αφορά σε ο,τιδήποτε ουσιώδες για ζήτημα, το οποίο είτε εκκρεμεί είτε σκοπεύεται να εγερθεί στην πιο πάνω διαδικασία, είναι ένοχος πλημμελήματος, το οποίο καλείται ψευδορκία. Είναι αδιάφορο κατά πόσο- - η κατάθεση δόθηκε με όρκο ή με οποιαδήποτε άλλη νόμιμη διαβεβαίωση, ή - οι τύποι και η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την επαγωγή του όρκου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο δέσμευση αυτού που καταθέτει να πει την αλήθεια, αν συναίνεσε στη χρήση τους, ή - η ψευδή κατάθεση δόθηκε προφορικά ή γραπτά, ή - το Δικαστήριο ήταν συγκροτημένο κανονικά ή συνήλθε στον αρμόζοντα τόπο, αν αυτό ενεργεί πράγματι ως Δικαστήριο στη διαδικασία κατά την οποία δόθηκε τέτοια κατάθεση, ή - αυτός που καταθέτει ήταν ικανός μάρτυρας ή όχι, ή κατά πόσο η κατάθεση ήταν αποδεκτή σε αυτή τη διαδικασία.
(2)Όποιος προκαλεί άλλο να διαπράξει ψευδορκία, την οποία αυτός που έχει προκληθεί πράγματι τη διαπράττει, κατά συνέπεια τέτοιας πρόκλησης, είναι ένοχος πλημμελήματος, το οποίο καλείται πρόκληση σε ψευδορκία. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ψευδορκίας είναι τα ακόλουθα: (α) ψευδής κατάθεση (β) που γίνεται σε δικαστική διαδικασία ή για το σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, (γ) εν γνώση του ψεύδους και (δ) αφορά σε ο,τιδήποτε ουσιώδες για ζήτημα, το οποίο είτε εκκρεμεί είτε σκοπεύεται να εγερθεί στην πιο πάνω διαδικασία. Σε ότι αφορά το αδίκημα της πρόκλησης σε ψευδορκία, από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η πρόκληση άλλου να διαπράξει ψευδορκία (β) η διάπραξη της ψευδορκίας από αυτόν που έχει προκληθεί (γ) η διάπραξη της ψευδορκίας να έγινε συνεπεία τέτοιας πρόκλησης. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αδίκημα της συμβουλής σε ψευδορκία που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 3 στη βάση των άρθρων 110
(1)και 22 του Ποινικού Κώδικα, το άρθρο 22 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 22. Αν κάποιος διαπράξει με τη συμβουλή άλλου ποινικό αδίκημα, είναι αδιάφορο αν το ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε είναι πράγματι το ίδιο ή διαφορετικό από εκείνο το οποίο του εδόθηκε η συμβουλή ή αν διαπράχτηκε με τον τρόπο που υποδείχτηκε ή με διαφορετικό τρόπο, νοουμένου ότι σε κάθε μια από τις περιπτώσεις που συνιστούν τα περιστατικά, το ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε, είναι πιθανή συνέπεια εκτέλεσης της συμβουλής. Σε κάθε μια περίπτωση, εκείνος που παρέχει τη συμβουλή θεωρείται ότι συμβούλευσε τον άλλο για διάπραξη του ποινικού αδικήματος που πράγματι διαπράχτηκε. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που κωδικοποιείται στο άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα είναι τα ακόλουθα: (α) η διάπραξη από κάποιον ποινικού αδικήματος (β) με τη συμβουλή άλλου (γ) αδιάφορα αν το ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε είναι πράγματι το ίδιο ή διαφορετικό από εκείνο το οποίο του εδόθηκε η συμβουλή ή αν διαπράχτηκε με τον τρόπο που υποδείχτηκε ή με διαφορετικό τρόπο και (δ) το ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε, είναι πιθανή συνέπεια εκτέλεσης της συμβουλής. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την απόδειξη του αδικήματος της ψευδορκίας και της πρόκλησης σε ψευδορκία σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 112 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κανένας δεν δύναται να καταδικαστεί για ψευδορκία ή για πρόκληση σε ψευδορκία αποκλειστικά και μόνο με βάση τη μαρτυρία ενός προσώπου ως προς το ψευδές οποιασδήποτε κατάθεσης για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι ψευδής.» Το αδίκημα της ψευδορκίας που κωδικοποιείται στον Ποινικό Κώδικα παρουσιάζει κάποια κοινά συστατικά στοιχεία με το αντίστοιχο αδίκημα που κωδικοποιείται στο Perjury Act 1911[25] με τρόπο ώστε να είναι δυνατή η άντληση καθοδήγησης σε σχέση με αυτά από αγγλικά συγγράμματα και νομολογία. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το ζ