← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Δ.Σ. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 8973/2023, 29/12/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Δ.Σ. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 8973/2023, 29/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 8973/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v

  1. Δ.Σ.
  2. Χ.Τ.
  3. Α.Α. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Παπαγαπίου για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Χ. Τριανταφυλλίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Χρ. Παπαϊωάννου. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Α. Πιττάτζιης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. Κατηγορούμενος 3 απών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων για αντισυνταγματικότητα του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 και για μερική σιωπηρή κατάργηση του από μεταγενέστερο Νόμο)
  5. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πέντε κατηγορίες. Αφορούν τρείς κατηγορίες για εμπορία επηρεασμού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 5, 6, 9 (του κυρωτικού νόμου) και του άρθρου 12 (της σύμβασης) του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, όπως αυτός τροποποιήθηκε («Ν. 23(III)/2000») και του 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») (κατηγορίες 1, 3 και 5) και δύο κατηγορίες συνωμοσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του ΠΚ (κατηγορίες 2 και 4).
  6. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν όλες τις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος 3 μόνο τις κατηγορίες 4 και
  7. Προτού απαντήσουν στο κατηγορητήριο ήγειραν τις ακόλουθες ενστάσεις:

(1)Οι κατηγορίες 1, 3 και 5 στερούνται νομικού ερείσματος και δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αδίκημα γνωστό στον νόμο. Είναι η θέση τους ότι ο Ν.23(ΙΙΙ)/2000, μέσω του άρθρου 4 αυτού, δεν συνιστά «Νόμο» εντός της έννοιας του άρθρου 12 § 1 του Συντάγματος ή «Δίκαιο» εντός της έννοιας του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών («ΕΣΔΑ»), για δύο λόγους, (α) την έκδηλη αοριστία του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 και (β) την ασάφεια των επαπειλούμενων κυρώσεων.
(2)Η κατηγορία 5 στερείται νομικού ερείσματος και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αδίκημα γνωστό στον νόμο, γιατί ο Ν.23(ΙΙΙ)/2000 έχει σιωπηρά, εν μέρει, καταργηθεί στο βαθμό που συγκρούεται από μεταγενέστερο και πιο ειδικά διατυπωμένο νόμο, τον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (Κυρωτικό) Νόμο του 2008, Ν.25(ΙΙΙ)/2008 («Ν.25(ΙΙΙ)/2008»), η θέσπιση του οποίου δεν ήταν υποχρεωτική και ο οποίος προβλέπει το ίδιο αδίκημα, χωρίς όμως να προβλέπονται κυρώσεις ή ποινές. Το νομοθετικό πλαίσιο που συνέθεταν οι δύο νόμοι, για το ίδιο αδίκημα, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, δεν ήταν διατυπωμένο με ικανοποιητική σαφήνεια έτσι ώστε να μπορούσε ο πολίτης να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που επιτρεπόταν ή απαγορευόταν ή να αντιληφθεί ή να προβλέψει την ποινή με την οποία τιμωρείτο το κατ' ισχυρισμό αδίκημα. Κατά συνέπεια, τυχόν συνέχιση της δίκης, θα συνιστά παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορούμενων, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ.
  1. Ο κ. Παπαϊωάννου, ανέπτυξε και τις δύο ενστάσεις παραδίδοντας γραπτώς τις εισηγήσεις του αλλά και προφορικά. Ο κ. Τριανταφυλλίδης υιοθέτησε τις θέσεις του. Ο κ. Πιττάτζης εισηγήθηκε την παραπομπή των ζητημάτων στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ακόμη και στην περίπτωση απόρριψης των εισηγήσεων του κ. Παπαϊωάννου, ώστε αυτά να αποφασιστούν τελεσίδικα. Η κα Παπαγαπίου, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τα αιτήματα, επίσης παρέδωσε γραπτώς τις εισηγήσεις της και ακολούθως αγόρευσε.
  2. Έχουμε μελετήσει στο σύνολο τους τις θέσεις που έχουν προβάλει ως επίσης και τη νομολογία την οποία επικαλέστηκαν. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια σε θέσεις ή εισηγήσεις όπου κρίνουμε σκόπιμο.
  3. Στο σημείο αυτό κρίνουμε ορθό να αναφερθούμε στις λεπτομέρειες των υπό ένσταση κατηγοριών.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις αποδέχθηκαν από δύο διαφορετικά πρόσωπα, την παροχή παράτυπου πλεονεκτήματος, δηλαδή την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, για τους ίδιους ή/και προς όφελος άλλων προσώπων, για να ασκήσουν ανάρμοστο επηρεασμό, σε δημόσιο λειτουργό, ώστε αυτός να προβεί σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του για την αποδοχή υποβολής και επίσπευση εξέτασης αίτησης για την επίτευξη της κατ' εξαίρεση πολιτογράφησης δύο αλλοδαπών, ως Κυπρίων πολιτών, χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις του Ν.141(Ι)/2002, ως και τα κριτήρια που θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο, για τις εν λόγω πολιτογραφήσεις.
  5. Σύμφωνα με την κατηγορία 5, που αφορά και τους τρείς κατηγορούμενους, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι αποδεχόμενοι την υπόσχεση παροχής παράτυπου πλεονεκτήματος από κάποιο πρόσωπο, ήτοι την αποκόμιση οικονομικού οφέλους για τους ίδιους ή/και προς όφελος άλλων προσώπων, ισχυρίστηκαν ότι μπορούσαν να ασκήσουν ανάρμοστο επηρεασμό, σε δημόσιο λειτουργό, ώστε αυτός να προβεί σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του για την αποδοχή υποβολής και επίσπευση εξέτασης αίτησης για την επίτευξη της κατ' εξαίρεση πολιτογράφησης αλλοδαπού, ως Κύπριου πολίτη, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν.141(Ι)/2002, ως και τα κριτήρια που θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο.
  6. Με τον Ν.23(ΙΙΙ)/2000 είχε κυρωθεί η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς. Οι προβλεπόμενες ποινές του άρθρου 4 τροποποιήθηκαν με τον Ν.22(ΙΙΙ)/
  7. Οι επίμαχες διατάξεις αφορούν το άρθρο 4 του κυρωτικού νόμου και το άρθρο 12 της Σύμβασης. Παραθέτουμε αυτούσιο το λεκτικό των εν λόγω άρθρων: «Άρθρο
  8. Οι πράξεις και ενέργειες οι οποίες αναφέρονται στα πιο κάτω άρθρα της Σύμβασης συνιστούν αδικήματα τα οποία τιμωρούνται µε φυλάκιση επτά ετών ή µε χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές άνευ επηρεασμού του εκδικάζοντας την υπόθεση δικαστηρίου να επιβάλει οποιαδήποτε άλλη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο θα δύναται να επιβάλει ή εκδώσει κατά την εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, και τα άρθρα αυτά είναι: .. 12 Εμπορία επηρεασμού. ..» «Άρθρο 12 - Εμπορία επηρεασμού Κάθε Μέρος υιοθετεί τέτοια νομοθετικά και άλλα μέτρα τα οποία κρίνονται ως απαραίτητα για την καθιέρωση ως ποινικού αδικήματος στο εσωτερικό του δίκαιο, όταν διαπράττεται σκόπιμα, της υπόσχεσης, παροχής ή προσφοράς, άμεσα ή έμμεσα, οποιουδήποτε παράτυπου πλεονεκτήματος σε οποιοδήποτε ο οποίος ισχυρίζεται ή επιβεβαιώνει ότι δύναται να ασκήσει ανάρμοστο επηρεασμό πάνω στη λήψη απόφασης από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στα Άρθρα 2, 4 ως 6, και 9 ως 11 σε αντάλλαγμα για αυτό, είτε το παράτυπο πλεονέκτημα είναι προς όφελος του ή της ή προς όφελος οποιουδήποτε άλλου, καθώς επίσης του αιτήματος, της λήψης, ή αποδοχής της προσφοράς ή της υπόσχεσης για τέτοιο πλεονέκτημα, σε αντάλλαγμα για τέτοιο επηρεασμό, είτε ο επηρεασμός ασκείται είτε όχι, ή είτε ο υποτιθέμενος επηρεασμός οδηγεί στο σκοπούμενο αποτέλεσμα είτε όχι».
  9. Και οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν ότι τα αιτήματα της Υπεράσπισης εμπίπτουν στις περιπτώσεις που μπορούν να δικαστούν προδικαστικά. Ο κ. Παπαϊωάννου ενέταξε το επιτρεπτό της προδικαστικής εξέτασης στο πλαίσιο του νέου Άρθρου 144 § 1 του Συντάγματος αλλά και σ' αυτό της εξέτασης κατάχρησης διαδικασίας (βλ. Σπύρου v Ξενή
(2015)2Β ΑΑΔ 757). Ο κ. Τριανταφυλλίδης ανέφερε ότι όταν προκύπτουν ζητήματα συνταγματικότητας το Δικαστήριο, ως το «τελευταίο προπύργιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών» πρέπει να τα αντιμετωπίζει. Η κα Παπαγαπίου, επιπρόσθετα της πιο πάνω Συνταγματικής διάταξης, ενέταξε το ζήτημα στο πλαίσιο εξέτασης τυπικού ελαττώματος του κατηγορητηρίου το οποίο εξετάζεται πριν την απάντηση του κατηγορητηρίου (βλ. άρθρο 66 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, Begonia Fashions Ltd κ.α. v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451, Αναφορικά με τον Ευσταθίου
(2015)1Β ΑΑΔ 987, Αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολιτική Αίτηση 69/2017, 2/12/2017 και Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (2η έκδοση 2013) σελ. 145). Ουδείς όμως ανέλυσε ιδιαίτερα το τροποποιηθέν Άρθρο 144 του Συντάγματος και το τροποποιηθέν άρθρο 9
(2)του περί Απονομής της Δικαιoσύνης (Πoικίλες Διατάξεις) Νόμoυ, Ν.33/1964 («Ν.33/1964»), τα οποία, κατά την άποψη μας, είναι καίριας σημασίας. Θα επανέλθουμε σ' αυτά στη συνέχεια.
  1. Σημειώνουμε επίσης ότι η πρώτη προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης και αποφασίστηκε από άλλο Κακουργιοδικείο στην προηγούμενη υπόθεση κατά των κατηγορουμένων που στη συνέχεια ανεστάλη από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. Δημοκρατία v Συλλούρης κ.α., Υπόθεση 13438/2022, 26/4/2023). Η απόφαση λήφθηκε προτού τεθούν σε εφαρμογή οι πιο πάνω τροποποιήσεις, του Άρθρου 144 του Συντάγματος και του άρθρου 9 του Ν.33/
  2. Με την 17η τροποποίηση του Συντάγματος με τον Ν.103(Ι)/2022, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με την έναρξη λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, την 1/7/2023, αντικαταστάθηκε το Άρθρο 144 § 1 του Συντάγματος, το οποίο, μετά τη θέσπιση του Ν.33/1964 και την επακόλουθη ενοποίηση των τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court) και Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου σε ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court), κατέστη ουσιαστικά ανενεργό (βλ. A-G v Ibrahim a.o
(1964)CLR 195, 206, 241, 269 - 270). Η ενοποίηση των Δικαστηρίων κατέστη αναγκαία λόγω των ταραχών του 1964 (βλ. προοίμιο του Ν.33/1964) και τις παραιτήσεις των δύο ξένων προέδρων των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων τον Ιούλιο 1963 (Προέδρος Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου) και τον Μάιο 1964 (Πρόεδρος Ανωτάτου Δικαστηρίου) χωρίς να καταστεί δυνατή η αναπλήρωση τους λόγω της εκρύθμου καταστάσεως (βλ. Ibrahim, ανωτέρω, σελ. 224, 249 - 250). 13. Η παράλυση της λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court) και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δημιούργησε επιτακτική ανάγκη για την πλήρωση του κενού και την εξασφάλιση της Δικαστικής Εξουσίας, όπως θεμελιώνεται στο Σύνταγμα. Με την εγκαθίδρυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξασφαλίστηκε η λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court) και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και, γενικότερα, η λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος. Η ενοποίηση των δύο Δικαστηρίων επιβαλλόταν για την αποφυγή των λόγων που οδήγησαν στην παράλυση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (High Court) και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες που παρέχει το Σύνταγμα στο Ανώτατο Δικαστήριο (High Court) και στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και η λειτουργία του διέπετο από το Σύνταγμα (βλ. Αθηνής v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 71, 74).
  1. Σύμφωνα με το αρχικό Άρθρο 144 § 1 του Συντάγματος: «
  2. Πας διάδικος δικαιούται, καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ' έφεσιν, να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως ή διατάξεως τινός αυτών ουσιώδους διά την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Το δικαστήριον, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ' αυτού το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον» (Έμφασις δική μας).
  3. Όταν εγειρόταν θέμα αντισυνταγματικότητας ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου για παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να επιφυλάξει το ερώτημα που εγειρόταν με τη διατύπωση (form) που τέθηκε ενώπιον του (βλ. Republic and Loftis, 1 RSCC 30, 32). Περαιτέρω, το δικαστήριο που έκανε την παραπομπή, έπρεπε να υποδείξει σ' αυτήν ότι το ερώτημα ήταν ουσιώδες για να αποφασιστεί το επίδικο θέμα σε τέτοια διαδικασία. Ένα δικαστήριο δεν έπρεπε να παραπέμψει ερώτημα, εκτός αν ο διάδικος που το ήγειρε το διατύπωνε με τρόπο εύλογα καθαρό και με όρους κατηγορηματικούς, ώστε να φαίνεται με επάρκεια το ερώτημα της αντισυνταγματικότητας που εγειρόταν (βλ. Α. Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Λευκωσία 2001) σελ. 325). Το Ανώτατο Δικαστήριο (High Court) στην Miliotis a.o v Hussein
(1963)2 CLR 287, 289, αποφάσισε ότι τα δικαστήρια έπρεπε να αρνούνται να παραπέμπουν ερωτήματα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κάτω από το Άρθρο 144, εκτός αν ικανοποιούνταν ότι (α) το ερώτημα ήγειρε σημείο αντισυνταγματικότητας, (β) ότι ήταν ουσιώδες για να αποφασιστεί ένα επίδικο θέμα στην υπόθεση, και, (γ) ήγειρε ειδικά και όχι γενικά θέματα και ήταν διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να έδειχνε με σαφήνεια το θέμα της αντισυνταγματικότητας. 16. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Νικολάου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 1045, στη σελ. 1050: «Η πρωτοβουλία για την ένταση αντισυνταγματικότητας αφέθηκε, κάτω από την παράγραφο 1 του άρθρου 144, στο διάδικο. Η διάταξη του αναγνώρισε δικαίωμα να προβάλει τέτοια ένταση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αν το ζήτημα ήταν ουσιαστικό για τη διάγνωση μιας υπόθεσης, το δικαστήριο μπροστά στο οποίο τέθηκε όφειλε να το αποστείλει στο Α.Σ.Δ. Παράλληλα είχε συνταγματική υποχρέωση να αναστείλει την πρόοδο της διαδικασίας μέχρι που να αποφανθεί το δικαστήριο αυτό. Η κρίση του Α.Σ.Δ. ήταν δεσμευτική για το παραπέμψαν δικαστήριο, που έπρεπε να ακολουθήσει τη λύση που δόθηκε στο ανώτατο επίπεδο.»
  1. Από ανασκόπηση της νομολογίας του τότε Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, τα πρώτα 3 χρόνια λειτουργίας του, διαπιστώνει κανείς ότι τα αιτήματα γίνονταν σε διάφορα στάδια της διαδικασίας και μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, πριν απαντηθεί το κατηγορητήριο (βλ. μεταξύ άλλων, Gendarmerie and Zavos, 4 RSCC 63). Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζοντας τη συνταγματικότητα ενός νόμου κάτω από το Άρθρο 144 δεν λάμβανε υπόψη τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης ενώπιον του αλλά αποφάσιζε in abstracto (βλ. The District Officer of Famagusta and Naim, 2 RSCC 24, 26) και όπου καθίστατο αυτό αναγκαίο άκουε και μαρτυρία (βλ. Nicosia Police and Georghiou a.o., 4 RSCC 36, 38).
  2. Τα προβλήματα που είχαν προκύψει λόγω του επιτακτικού της διάταξης επισημάνθηκαν και από τον Δ. Βασιλειάδη στην Ibrahim, ανωτέρω, όπου στη σελ. 206 ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με την απενεργοποίηση του τότε Άρθρου 144 §1: 'We unanimously now hold that the procedure for reference under Article 144
(1)of the Constitution, by any court, to the Supreme Constitutional Court, is no longer applicable or necessary; and all questions of alleged unconstitutionality should be treated as issues of law in the proceedings, subject to revision on appeal, in due course. The procedure for reference introduced into our legal system by the Constitution, has caused in actual practice during the four year period of its life, obstruction, delay and expense in ordinary litigation, of which parties are now relieved by the new Law'. Σε ελεύθερη δική μας μετάφραση: «Κρίνουμε ομόφωνα πλέον ότι η διαδικασία παραπομπής σύμφωνα με το άρθρο 144
(1)του Συντάγματος, από οποιοδήποτε δικαστήριο, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, δεν είναι πλέον εφαρμοστέα ή αναγκαία· και όλα τα ζητήματα κατ' ισχυρισμόν αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως νομικά ζητήματα στη διαδικασία, υποκείμενα σε αναθεώρηση κατόπιν εφέσεως, σε εύθετο χρόνο. Η διαδικασία παραπομπής που εισήχθη στο νομικό μας σύστημα από το Σύνταγμα, προκάλεσε στην πράξη κατά την τετραετία της ζωής του, κωλυσιεργία, καθυστέρηση και χρηματικό κόστος στις δικαστικές διαδικασίες, από τις οποίες οι διάδικοι απαλλάχθηκαν πλέον με τον νέο Νόμο».
  1. Μετά την απόφαση Ibrahim, ανωτέρω, όλα τα Δικαστήρια, με εξαίρεση το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Νικολάου κ.α., ανωτέρω, στη σελ. 1058) αποφάσιζαν ζητήματα συνταγματικότητας στο πλαίσιο της ενώπιον τους διαδικασίας.
  2. Οι αρχές σε σχέση με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων τέθηκαν λίγα χρόνια αργότερα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides
(1966)3 CLR 640, 654 - 655. Στην εν λόγω απόφαση ακολουθήθηκε η Αμερικανική νομολογία. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν κατά καιρούς (βλ. μεταξύ άλλων, Lapertas Fisheries Ltd κ.α. v Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335, 345). Είναι οι ακόλουθες (με αναφορά και στις αντίστοιχες αμερικανικές αποφάσεις που αναφέρθηκαν στην Kyriakides, ανωτέρω αλλά και σε νομολογία που εμείς εντοπίσαμε):
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. Calder v Bull, 3 U.S. 386
(1798), Ogden v Saunders, 12 Wheat. 212
(1827), Federation of Labor v McAdory, 325 U.S. 450
(1945).
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος (βλ. Nebbia v New York, 291 U.S. 502
(1933)και Watson v Buck, 313 U.S. 387
(1941)).
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος (βλ. United States v C.I.O., 335 U.S. 106
(1948)και Miller v United States, 11 Wall. 268
(1871)).
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων, υποθετικών ή ενδεχόμενων ζητημάτων (abstract, hypothetical or contingent questions) και την έκδοση αποφάσεων στη μορφή γνωμοδοτήσεων (advisory opinions) (βλ. Ashwander v Tennessee Valley Authority, 297 U.S. 288
(1935)Federation of Labor v McAdory, 325 U.S. 450
(1945)και L. H. Tribe, American Constitutional Law (2nd edn The Foundation Press Inc, Mineola New York 1988) § 3 - 9, στη σελ. 73). Με άλλα λόγια, τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς (βλ. Burton v United States, 196 U.S. 283
(1905). Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως το δόγμα του Ripeness, της αποκρυστάλλωσης των αναγκαίων γεγονότων δηλαδή, ώστε να καθίσταται αναγκαία και η δικαστική επίλυση της ενώπιον του διαφοράς (βλ. σύγγραμμα, American Constitutional Law, ανωτέρω, § 3 - 10, στη σελ. 77). Το Δικαστήριο δεν θα διατυπώσει κανόνα συνταγματικού δικαίου ευρύτερο από αυτόν που απαιτείται από τα συγκεκριμένα γεγονότα (precise facts) στα οποία πρόκειται να εφαρμοστεί (βλ. Liverpool, New York & Philadelphia Steamship Co. v Commissioners of Emigration, 113 U.S. 33
(1885)).
(5)Τέλος, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην κηρύξει ολόκληρη νομοθετική διάταξη ως αντισυνταγματική αλλά μόνο μέρος της εν λόγω διάταξης, νοουμένου ότι η ενστάσιμη διάταξη, μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο του νόμου (βλ. Pollock v Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601
(1895)). 21. Όσον αφορά την προϋπόθεση αναγκαιότητας να αποφασιστεί ζήτημα συνταγματικής φύσεως αλλά και της μη διατύπωσης κανόνα συνταγματικού δικαίου ευρύτερου από αυτού που απαιτείται από τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία πρόκειται να εφαρμοστεί, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπήρξε ξεκάθαρη. Στη Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου κ.α. v Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 389, τονίστηκε, στις σελ. 411 - 412, ότι «Τα δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασισθεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο». Ο λόγος των πιο πάνω περιορισμών «είναι ότι τα δικαστήρια δε χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς» (βλ. επίσης H. Rottshaffer, Handbook of American Constitutional Law (West Publishing Co., St Paul Minnesota 1939) σελ. 26 και Π. Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο Ατομικά Δικαιώματα (4η έκδοση Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2012) § 1567, σελ. 1244). Στην υπόθεση εκείνη αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που τα επίδικα θέματα είχαν κριθεί με άλλο τρόπο, η συνταγματικότητα του άρθρου 21 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, δεν είχε κριθεί ουσιώδης για την επίλυσή τους οπότε και δεν επιλήφθηκαν του ζητήματος. 22. Αναφερθήκαμε, στο στάδιο της συζήτησης της υπόθεσης κατά την ακρόαση, και στην Κυπριανού
(2001)2 ΑΑΔ 236 (απόφαση Ολομέλειας), όπου είχε εγερθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας του τότε άρθρου 44
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  1. Σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας μετά τη διαπίστωση των γεγονότων με το σχόλιο ότι αυτό ήταν «το στάδιο, κατά την πρέπουσα τάξη», που έπρεπε να επιληφθούν της προσβολής της συνταγματικότητας (σελ. 252).
  2. Στην Alpha Concrete Ltd κ.α. v Θωμά
(2001)1Α ΑΑΔ 594, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μετά από αίτημα των κατηγορουμένων και πριν αυτοί απαντήσουν στην κατηγορία που αντιμετώπιζαν, εξέτασε τη συνταγματικότητα του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 9), Ν. 141(Ι)/2000. Κρίθηκε πρωτοδίκως ότι ο νόμος δεν ήταν αντισυνταγματικός. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν την παραπομπή του θέματος με υπόμνημα στο Ανώτατο Δικαστήριο για να κριθεί η ορθότητα ή όχι της απόφασης. Το αίτημα απορρίφθηκε με το δικαιολογητικό ότι η απόφαση δεν συνιστούσε απόφαση με την έννοια του όρου στο άρθρο 149 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ώστε να είναι δυνατό να αποτελέσει το αντικείμενο παραπομπής. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 598: «Διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις, τις οποίες και διατυπώνουμε, κατά πόσο σωστά έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιληφθεί του τεθέντος θέματος συνταγματικότητας του νόμου προδικαστικά, και μάλιστα πριν οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στην κατηγορία. Το Άρθρο 144 (Βλέπε επίσης The Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim And Others
(1964)C.L.R. 195) του Συντάγματος, που στοιχειοθετεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου σε συνταγματικά θέματα, καθιστά παραδεκτή την εξέταση της συνταγματικότητας νόμου μόνο εφόσον η επίλυση του θέματος είναι αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου». 24. Αυτή ήταν η ισχύουσα τάξη πραγμάτων μέχρι και την τροποποίηση του Άρθρου 144 § 1 του Συντάγματος. 25. Σύμφωνα με το νέο Άρθρο 144 § 1 του Συντάγματος: «
(1)Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ' έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.
(2)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(3).
(3)Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την παραπομπή, εκδικάζοντας το παραπεμφθέν ενώπιόν του ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή να απορρίψει την παραπομπή, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, σε περίπτωση δε κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίψει την παραπομπή, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν αυτό δικαστήριο.
(4)Παρά τις διατάξεις του εδαφίου
(3), σε περίπτωση κατά την οποία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει παρευθύς το ζήτημα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδο της ενώπιόν του διαδικασίας, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εκδικάσει το ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και αποφανθεί επί του παραπεμφθέντος ζητήματος.» (Έμφασις δική μας) 26. Το τροποποιηθέν άρθρο 9
(2)(α) του Ν.33/1964 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(2)Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει- (α) Την υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου βάσει του Συντάγματος ασκουμένη δικαιοδοσία και εξουσία, εκτός εάν, άλλως, προβλέπεται στο παρόν εδάφιο και, σε περίπτωση παραπομπής ενώπιόν του ζητήματος αντισυνταγματικότητας δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 144 του Συντάγματος ισχύουν τα ακόλουθα: (
  1. i)Η, συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη παραπομπή δέον να περιλαμβάνει σαφή προσδιορισμό των νομικών θεμάτων για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, πλήρη έκθεση των πραγματικών δεδομένων επί των οποίων στηρίζονται τα διά της παραπομπής υποβαλλόμενα ερωτήματα, σαφή προσδιορισμό των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και του επίδικου Νόμου ή αποφάσεως, ως και τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο να θεωρεί ως σκόπιμη την υποβολή της τοιαύτης παραπομπής: Νοείται ότι, το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, αφού ακούσει τους ενώπιόν του διαδίκους, δύναται να περιλάβει στην απόφασή του προς παραπομπή την υπό του ιδίου αιτιολογημένη γνώμη επί του προκύψαντος ζητήματος αντισυνταγματικότητας. (
  2. ii)Σε περίπτωση που, κατά την κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η υποβληθείσα παραπομπή δεν πληροί τους υπό της υποπαραγράφου (
  3. i)προβλεπόμενους όρους, δύναται- (αα) εφόσον η παραπομπή υποβλήθηκε από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει αυτήν. (ββ) να αναστείλει την εκδίκαση του παραπεμφθέντος ζητήματος έως ότου το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο αναθεωρήσει την υποβληθείσα παραπομπή, ώστε να πληροί τους προβλεπομένους όρους. (iii) Σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η υποβληθείσα από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο παραπομπή, απορρίπτει αυτήν, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο και, σε τέτοια περίπτωση, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο·» 27. Ο περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 2023, 3/7/2023 ρυθμίζει τον τρόπο υποβολής παραπομπής δυνάμει του Άρθρου 144 του Συντάγματος. 28. Εξαιρουμένου του Άρθρου 188 του Συντάγματος, οι πιο πάνω διατάξεις αποτελούν πλέον το νέο δικαιοδοτικό και διαδικαστικό υπόβαθρο εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Το νέο Άρθρο 144 § 1 διαφέρει από το προηγούμενο καθότι πλέον δεν επιβάλλεται η παραπομπή σημείου που εγείρεται σε πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά αυτή είναι δυνητική. Αποτελεί, ως εκ τούτου, ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Ιωάννου v Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, Πολιτική Έφεση 43/2018, 13/9/2023 (ΕΦ)). Σε περίπτωση μάλιστα που αποφασιστεί τέτοια παραπομπή στην υποβαλλόμενη αίτηση δύναται να περιλαμβάνεται και η γνώμη του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 9
(2)(i) του Ν.33/1964). 29. Στην Ιωάννου, ανωτέρω, αναφέρθηκαν επιπρόσθετα τα ακόλουθα ως κατευθυντήριες γραμμές παραπομπής ζητήματος:
(1)Εκεί όπου η νομολογία είναι διαχρονικά σαφής και δεν χρήζει καμίας διευκρίνισης, δεν ενδείκνυται η παραπομπή του ζητήματος ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
(2)Η παραπομπή ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου το εγερθέν ζήτημα συνταγματικότητας δεν έχει αποφασιστεί από τη νομολογία και είναι καινοφανές, είτε η νομολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν είναι ξεκάθαρη και χρήζει διευκρίνισης ή εκσυγχρονισμού και ως αποτέλεσμα, το παραπέμπον Δικαστήριο δεν μπορεί να καθοδηγηθεί επί του θέματος από την υφιστάμενη νομολογία.
  1. Είμαστε επίσης της άποψης ότι η επακόλουθη της Ibrahim, ανωτέρω, νομολογία ως προς τον τρόπο και χρόνο που κρίνονται ζητήματα αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται. Εκτιμούμε ότι σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν η επαναφορά της προ του 1964 ακολουθητέας πρακτικής. Κρίνουμε, ως εκ τούτου, ότι οι αρχές της νομολογίας με βάση την Kyriakides, ανωτέρω, εξακολουθούν να είναι δεσμευτικές.
  2. Έχουμε εξετάσει το αίτημα και την πλήρη επιχειρηματολογία που τέθηκε ενώπιον μας από όλους τους συνηγόρους.
  3. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση ότι, το ζήτημα αντισυνταγματικότητας των επίδικων άρθρων, ως αυτό τέθηκε ενώπιον μας, μπορεί να επιλυθεί ως αμιγώς νομικό ζήτημα είτε από το εκδικάζον Δικαστήριο είτε με παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι διάδικος μπορεί να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας σε οποιοδήποτε στάδιο δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ότι κάθε στάδιο της διαδικασίας είναι και το κατάλληλο στάδιο. Όπως αναφέραμε, πρέπει και να είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς. Εν προκειμένω, κρίνουμε ότι καλούμαστε να αποφασίσουμε αφηρημένα, υποθετικά ή ενδεχόμενα ζητήματα σε σχέση με νομοθετικές διατάξεις. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτό είναι απαραίτητο ή αναγκαίο, σε αυτό το στάδιο, για την επίλυση της διαφοράς. Το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να διατυπώσει κανόνα συνταγματικού δικαίου ευρύτερο από αυτό που απαιτείται από τα συγκεκριμένα ενώπιον του γεγονότα. Ανάλυση της συνταγματικότητας του νόμου και ιδίως της προβλεπόμενης ποινής χωρίς να υπάρχει σχετικό υπόβαθρο γεγονότων θα αποτελούσε γνωμοδότηση και θα συνιστούσε εκτροπή από το επιτρεπτό πλαίσιο παρέμβασης που θέτει η νομολογία. Οι λεπτομέρειες αδικήματος σε κατηγορητήριο δεν αποτελούν υπόβαθρο γεγονότων, αλλά ισχυρισμούς τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή καλείται να αποδείξει στο πλαίσιο παρουσίασης της υπόθεσης της. Είναι άγνωστο τι θα επιτύχει να αποδείξει και επομένως ανώφελο να ασκήσει κρίση το Δικαστήριο επί πιθανών εκδοχών ή ισχυρισμών. Το γεγονός και μόνο ότι κάποιος κατηγορείται για αδίκημα δεν σημαίνει ότι δικαιούται σε απόφαση για τη συνταγματικότητα της νομοθετικής πρόνοιας βάσει της οποίας κατηγορείται. Πρέπει να διαπιστωθούν πρώτα τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία.
  4. Για τους λόγους που αναφέραμε παρέλκει η εξέταση ενδεχόμενης παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για απόφαση.
  5. Συμπληρωματικά αναφέρουμε και τα ακόλουθα. Ένσταση που αφορά συνταγματικότητα νόμου δεν μπορεί να ενταχθεί, άνευ ετέρου, στο πλαίσιο εξέτασης ελαττωματικού κατηγορητηρίου δυνάμει τού άρθρου 66 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  6. Σχετική προς τούτο είναι η απόφαση στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του ΓΕ, Αίτηση 70/2021, 3/6/2021, όπου ακυρώθηκε με ένταλμα certiorari απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου για εξέταση πριν την απάντηση κατηγορητηρίου αιτήματος ελαττωματικότητας κατηγορίας με βάση ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας διατάγματος που είχε εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 7 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ. 260 και για την παράβαση του οποίου διωκόταν ο κατηγορούμενος.
  7. Η παρούσα περίπτωση επίσης διαφοροποιείται από τα γεγονότα της υπόθεσης Αναφορικά με την αίτηση των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολιτική Αίτηση 69/2017, 2/12/2017, όπου η κατηγορία βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σε δευτερογενή νομοθεσία που είχε εκδοθεί από μη νόμιμα συγκροτημένο νομικό πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτή να είναι άκυρη.
  8. Στο πλαίσιο του άρθρου 66 του Κεφ. 155 θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο η 2η προδικαστική ένσταση, αν δηλαδή ο Ν.25(ΙΙΙ)/2008 (και δη το άρθρο 18 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών) κατήργησε το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε με τον Ν. 23(ΙΙΙ)/2000 και ειδικότερα αυτό της κατηγορίας
  9. Εν προκειμένω, οι δύο νομοθεσίες αφορούν διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων διέπει ο περί τής Συμβάσεως της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών (Κυρωτικός) Νόμος, Ν.62/1976 («Σύμβαση της Βιέννης») στον οποίο αναφορά έγινε από την κα Παπαγαπίου. Όπως ορθά, κατά την άποψη μας, ανέφερε, στις περιπτώσεις διαδοχικών διεθνών συμβάσεων με το ίδιο αντικείμενο ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 30 της Σύμβασης της Βιέννης. «
  10. Τηρουμένου του Άρθρου 103 του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών, τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις των Κρατών Μερών εις διαδοχικάς συνθήκας αφορώσας εις το αυτό θέμα θα καθορίζωνται συμφώνως προς τας ακολούθους παραγράφους.
  11. Οσάκις η συνθήκη καθορίζη ότι υπόκειται εις τινα προγενεστέραν ή μεταγενεστέραν συνθήκην ή ότι δέον να μη θεωρήται ως ασυμβίβαστος προς αυτήν, αι διατάξεις της ετέρας ταύτης συνθήκης υπερισχύουν.
  12. Οσάκις άπαντα τα µέρη της προγενεστέρας συνθήκης είναι επίσης µέρη της μεταγενεστέρας τοιαύτης και η προγενεστέρα συνθήκη δεν τερµατίζηται ή αναστέλληται δυνάμει του άρθρου 59, η προγενεστέρα συνθήκη εφαρμόζεται µόνον καθ' ο µέρος αι διατάξεις αυτής συμβιβάζονται προς εκείνας της μεταγενεστέρας συνθήκης.
  13. Οσάκις εις τα μέρη της μεταγενεστέρας συνθήκης δεν συγκαταλέγωνται άπαντα τα μέρη της προγενεστέρας τοιαύτης: (α) όσον αφορά εις τας σχέσεις μεταξύ Κρατών τα οποία είναι μέρη αμφοτέρων των συνθηκών εφαρμόζεται ο αυτός κανών ως εν παραγράφω 3· (β) όσον αφορά εις τας σχέσεις μεταξύ Κράτους το οποίον είναι μέρος αμφοτέρων των συνθηκών και Κράτους τινός το οποίον είναι μέρος μόνον μιάς εκ των συνθηκών, η συνθήκη της οποίας αμφότερα τα Κράτη είναι μέρη διέπει τα εκατέρωθεν αυτών δικαιώματα και υποχρεώσεις.»
  14. Ενώπιον μας δεν έχει τεθεί ότι υπάρχει ταύτιση συμβαλλομένων κρατών, έστω και μερική. Ακόμη όμως και να υπήρχε μερική ταύτιση συμβαλλομένων κρατών αυτό θα αφορούσε ζήτημα επίλυσης μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Επομένως δεν μπορεί να γίνει δεχτή η θέση για κατάργηση της προγενέστερης Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε με τον Ν.23(ΙΙΙ)/2000 από την κύρωση της μεταγενέστερης Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών με τον Ν.25(ΙΙΙ)/
  15. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 18 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών που κυρώθηκε με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2008, σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 που ποινικοποιεί το άρθρο 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν δημιουργεί ποινικά αδικήματα. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει σύγκρουση των προνοιών των κυρωτικών νόμων.
  16. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 57 της Σύμβασης της Βιέννης, διεθνής σύμβαση δύναται να τερματιστεί ή να ανασταλεί η ισχύς της, εάν τούτο προνοεί η ίδια η σύμβαση ή με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών μετά από διαβούλευση (βλ. επίσης M. N. Shaw, International Law (8th edn Cambridge University Press, Cambridge 2017) σελ. 716). Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που επικυρώθηκε με τον Ν.23(ΙΙΙ)/2000, οποιοδήποτε μέρος δύναται, κατά οποιοδήποτε χρόνο, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσω ειδοποίησης η οποία απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τέτοια καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα ο οποίος ακολουθεί τη λήξη περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία λήψης της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα. Η καταγγελία και κατάργηση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης επομένως προϋποθέτει κυβερνητική πράξη. Ενώπιον μας δεν έχει τεθεί ότι υπήρξε καταγγελία της από τη Δημοκρατία σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Αντίθετα, η Βουλή προχώρησε το 2012 (και επομένως μετά την κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2008) και τροποποίησε τα άρθρα 4, 6 και 7 του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 με τον Ν.22(ΙΙΙ)/
  17. Ως εκ τούτου η επιχειρηματολογία του κ. Παπαϊωάννου για κατάργηση του Ν.23(ΙΙΙ)/2000 δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  18. Στη βάση των όσων αναφέραμε και οι δύο ενστάσεις απορρίπτονται. (Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.