ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18805/2020, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 18805/2020 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 13 Σεπτεμβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: Α. Παναγή (κα), για να ακούσει απόφαση η κα Γ. Σοφοκλή. Για κατηγορούμενο: Ν. Ζαχαριάδη (κα) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Εξαρχής σημειώνω ότι η παρούσα υπόθεση εδράζεται αποκλειστικά επί αναγνωριστικής μαρτυρίας, κατόπιν και της αμφισβήτησης της ορθότητας της, από την υπεράσπιση. Επομένως, ενόψει της κατ' ισχυρισμόν αναγνώρισης του κατηγορούμενου, ως οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], o τελευταίος, κατηγορείται για το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης [1η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν.86/72, ως τούτα καταγράφονται επί του κατηγορητηρίου, της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πιο πάνω αδικήματος, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είναι ότι στις 03.10.2020, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, παρά τα Λατσιά, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή, κάλεσε, συνολικά, πέντε
(5)μάρτυρες κατηγορίας και δη τον Αστ. 2488 Ξ. Ευσταθίου [ΜΚ1], τον Γεώργιο Χωρατά - παραπονούμενο - [ΜΚ2]. τον Πέτρο Μαραγκό - Τμήμα Ηλεκτρολογικής Υπηρεσίας [ΜΚ3], την Αλίνα Χωρατά - παραπονούμενη- [ΜΚ4] και τέλος τον Αστ.3043 Μ. Αριστοδήμου [ΜΚ5]. Από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος κατέθεσε ενόρκως, παρουσιάζοντας δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου, κατέθεσαν η Ν. Μιχαηλίδου [ΜΥ1] και ο Κ. Κωνσταντίνου, Ανώτερος Εκτελεστικός Μηχανικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων [ΜΥ2]. Στην διαδικασία, κατατέθηκαν, συνολικά, 14 ΤΕΚΜΗΡΙΑ. Β. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση, είτε αυτά εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, στις 03.10.2020, κατά ή περί η ώρα 19:50, ο ΜΚ2 [στο εξής ο «παραπονούμενος»], με συνοδηγό την ΜΚ4 [στο εξής η «παραπονούμενη»] και στο πίσω κάθισμα το ανήλικο τέκνο τους, είχαν πορεία από τα Λατσιά [supermarket Lidl] προς τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ. Ενώ εξέρχονταν από την τρίτη έξοδο του κυκλικού κόμβου του ΓΣΠ, με σκοπό να εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, με κατεύθυνση προς Λευκωσία, το ακολουθών αυτούς όχημα [στο εξής το «επίδικο όχημα»], κινούμενο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τους προσπέρασε, από τα αριστερά, χρησιμοποιώντας το αριστερό παγκέτο. Η προσπέραση έγινε επί της καθόδου, από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, στο σημείο όπου οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που οδηγούν προς τον αυτοκινητόδρομο, γίνονται μία. Ο παραπονούμενος, όταν το επίδικο όχημα τον προσπέρασε και εισήλθε μπροστά του, του αναβόσβησε τα φώτα του (φλας), με σκοπό να του «υποδείξει ότι έκανε λάθος». Ο οδηγός του επίδικου οχήματος, πριν εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο, σταμάτησε στη λωρίδα που κινούνταν, έβγαλε το χέρι του έξω από το παράθυρο και έγνεψε στον παραπονούμενου κατά τρόπο, ως να τον ρωτούσε «αν ήθελε κάτι και αν είχε κάποιο πρόβλημα» [στο εξής το «πρώτο περιστατικό»]. Ο παραπονούμενος, αγνοώντας τον, οδήγησε το όχημα του δεξιότερα και αφού εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, τον προσπέρασε. Έπειτα σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου, μετά τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, το επίδικο όχημα κινούμενο στην πρώτη λωρίδα, αριστερά του οχήματος του παραπονούμενου, με ανοιχτό το παράθυρο άρχισε να τους φωνάζει. Ο παραπονούμενος είχε κλειστά όλα τα παράθυρα του οχήματος του και δεν γνώριζε τι έλεγε ο οδηγός του επίδικου οχήματος. Τότε, ο τελευταίος, συνέχισε να κινείται προς το μέρος του οχήματος του παραπονούμενου και τότε, αυτός, για να μην συγκρουστούν, εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, με τον οδηγό του επίδικου οχήματος να συνεχίζει, να τον πλησιάζει, εισερχόμενος στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, προσπαθώντας, έτσι, να αναγκάσει το όχημα του παραπονούμενου να κινηθεί προς το κιγκλίδωμα. Ο παραπονούμενος ελάττωσε αρκετά ταχύτητα, σε σημείο όπου οι οδηγοί των άλλων οχημάτων που τον ακολουθούσαν να διαμαρτύρονταν, αναβοσβήνοντας τα φώτα τους (φλας), και τότε ο οδηγός του επίδικου οχήματος, προχώρησε, μπήκε στην τρίτη λωρίδα, μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου [στο εξής το «δεύτερο περιστατικό»]. Το όχημα του παραπονούμενου κινούταν με ταχύτητα 80ΧΑΩ. Το επίδικο όχημα ήταν χρώματος μαύρου και μάρκας Mercedes. Ο ΜΚ1, στις 04.10.2020 και μεταξύ των ωρών 12:03 και 12:20, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, σχετικά με το υπό κρίση αδίκημα, αφού προηγουμένως του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα υπόπτου/ κατηγορουμένου [βλ. Τεκμήριο 3]. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:22 -12:25, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, για το πιο πάνω αδίκημα και δη ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], αλόγιστα, αμελώς και επικίνδυνα για το κοινό, δηλαδή εναλλασσόταν στις λωρίδες της οδικής κυκλοφορίας των οχημάτων με σκοπό να εξωθήσει άλλον οδηγό και να προκαλέσει τροχαία οδική σύγκρουση, με τον τελευταίο να απαντά «Δεν έχω ιδέα για το τι συνέβη, αρνούμαι ότι έκαμα κάτι τέτοιο, αντιθέτως το συγκεκριμένο όχημα οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα» [Βλ. Τεκμήριο 4]. Το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του Κατηγορούμενου [βλ. Τεκμήριο 8] είναι χρώματος μαύρου, μάρκας Mercedes, τύπου - convertible, με οροφή από μουσαμά. Επομένως, τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καθίστανται, πλέον, ευρήματα Δικαστηρίου. Β. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, το όχημα που κινείτο στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, κατά τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο και επικίνδυνο ήταν το όχημα αρ. εγγραφής [ ], με οδηγό αυτού, τον κατηγορούμενο, ο οποίος έτυχε αναγνώρισης από τους Παραπονούμενους. Από την άλλη, η υπεράσπιση αμφισβητεί την ορθότητα της αναγνώρισης των Παραπονουμένων, και δη ότι το όχημα το οποίο κινείτο με τον πιο πάνω, αναφερόμενο, τρόπο, ήταν το όχημα του κατηγορούμενου, με αρ. εγγραφής [ ], καθώς επίσης και ότι, ο οδηγός του επίδικου οχήματος, ήταν ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, θέση της υπεράσπισης είναι ότι οι Παραπονούμενοι, κατέγραψαν λανθασμένα, σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων περιστατικών, τους αρ. εγγραφής του οχήματος του κατηγορούμενου, ως τους αρ. εγγραφής που είχε το επίδικο όχημα, απλά και μόνον, επειδή, τούτο, ομοίαζε [χρώμα και μάρκα] με το τελευταίο. Απαιτούμενο, λοιπόν, στοιχείο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι η απόδειξη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, από την κατηγορούσα αρχή, ότι το πρόσωπο που οδηγούσε την επίδικη ημέρα και ώρα, το επίδικο όχημα, κατά τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο και επικίνδυνο, ήταν (α) ο κατηγορούμενος και (β) ότι το επίδικο όχημα, ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], αφού, στη βάση της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, ως προς τον τρόπο δράσης του οδηγού του εν λόγω οχήματος, τον οποίο δεν αμφισβήτησε, στην ουσία, η υπεράσπιση, αποδεικνύονται τα λοιπά συστατικά στοιχεία του αδικήματος του κατηγορητηρίου, πλην φυσικά, εκείνων των συστατικών τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ταυτότητα του οδηγού. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω με την παράθεση της προσκομισθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό, στο σημείο αυτό, να αναφερθώ στη νομική πτυχή, των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, γεγονός το οποίο, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη και των όσων η Νομολογία θέτει αναγκαία, επί του θέματος της ποιότητας της αναγνώρισης ενός κατηγορούμενου, ως του δράστη του αδικήματος. Στη παρούσα υπόθεση, ως εξαρχής ανέφερα, ουσιαστικό στοιχείο είναι η σύνδεση του κατηγορούμενου με το υπό αμφισβήτηση αδίκημα και συγκεκριμένα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο που όντως οδηγούσε το επίδικο όχημα, το οποίο κινείται κατά τρόπο επικίνδυνο, απερίσκεπτο και αλόγιστο. Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης στην οποία προέβησαν οι παραπονούμενοι, στα πλαίσια που έχει θέσει η Νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R.V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία έχει υιοθετηθεί σε πολλές αποφάσεις κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391 , Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Αυτό που προκύπτει, από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι, για να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή όχι η αναγνώριση ενός κατηγορούμενου, ως του δράστη του αδικήματος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα υπήρξε οπτική επαφή του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποιου είδους φωτισμό; (δ) αν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον Κατηγορούμενο ή το όχημα του και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) κατά πόσο η αναγνώριση του κατηγορούμενου στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν, λοιπόν, η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό, είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Τέλος, σημειώνω ότι στις ποινικές υποθέσεις, αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Δ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της, στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης, ενόψει και των θεμάτων που τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, από την υπεράσπιση. Ειδική αναφορά σε αυτή θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. [ΜΚ1] Συνοπτικά, ο μάρτυρας αυτός, ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο [βλ. Τεκμήριο 2] και τον κατηγόρησε γραπτώς [βλ. Τεκμήριο 4] για το υπό κρίση αδίκημα [βλ. ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα]. Η θέση της υπεράσπισης προς τον ΜΚ1 ήταν ότι, ενόψει του γενικού και αόριστου τρόπου με τον οποίο ο τελευταίος έθεσε, στον κατηγορούμενο, τα γεγονότα της υπόθεσης που διερευνούσε, η όποια αναφορά του τελευταίου, τόσον στην κατάθεση του όσον και στην απάντηση που έδωσε επί της απαγγελθείσας, σε αυτόν, γραπτής κατηγορίας, επί ενός περιστατικού, στο οποίο ήταν και ο ίδιος μάρτυρας, στον αυτοκινητόδρομο, κατά την επίδικη ημέρα και ώρα, αφορούσε σε διαφορετικό περιστατικό από αυτό για το οποίο είχαν καταγγείλει οι παραπονούμενοι. Και τούτο γιατί, ως υποβλήθηκε στον ΜΚ1, ο τελευταίος δεν έθεσε στον κατηγορούμενο, κατά τον πιο πάνω χρόνο, τον τύπο, χρώμα και τη μάρκα του οχήματος του παραπονούμενου, ώστε να μπορεί, ο κατηγορούμενος, να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για το κατ' ισχυρισμό συμβάν, ως το κατήγγειλαν οι παραπονούμενοι. Ο ΜΚ1, αν και συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι όντως δεν αναφέρθηκε σε οτιδήποτε που να προσδιορίζει - χαρακτηρίζει το όχημα του παραπονούμενου, ανέφερε ότι η ώρα και η ημέρα, στην οποία αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ήταν η ίδια με αυτήν που κατέγραψε ο παραπονούμενος στην δική του κατάθεση και επομένως, θεωρεί ότι, η αναφορές του τελευταίου, αφορούσαν το ίδιο περιστατικό. Τέλος, διευκρίνισε ότι ανακριτής της υπόθεσης, ήταν η Αστ.3786, κ. Καρνάκη, η οποία είχε αναλάβει την εν γένει διερεύνηση της υπόθεσης, περιορίζοντας ουσιαστικά, τον ρόλο του στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου και της απαγγελίας της γραπτής κατηγορίας, με βάση τα όσα, ανέφεραν οι παραπονούμενοι στις καταθέσεις τους. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο Παραπονούμενος, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με την κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 5], ανέφερε ότι την στιγμή που ελάττωσε αρκετά ταχύτητα, σε σημείο που οι οδηγοί των άλλων οχημάτων, που τον ακολουθούσαν, να διαμαρτύρονταν, αναβοσβήνοντας τα φώτα τους (φλας), ο οδηγός του επίδικου οχήματος, προχώρησε, εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, μπροστά από το όχημα του, ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε. Επί του προκειμένου, ο μάρτυρας, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, στο στάδιο της κυρίως εξέταση του, ανέφερε, επίσης, ότι «[.] όταν πάτησα τα φρένα μπήκε μπροστά μου ο συγκεκριμένος οδηγός, τότε είχαμε δει τα νούμερα του, προχώρησε προς Λευκωσία, στα φώτα του Καλησπέρα, σταμάτησε στην εντελώς δεξιά λωρίδα, εμείς μπήκαμε αριστερά για να πάμε προς Στρόβολο, στη Λεωφόρο Αθαλάσσας τζιαί όταν τον προσπερνούσαμε είδαμε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο τζιαί είδα ότι στη θέση του συνοδηγού καθόταν ακόμα μια φιγούρα, αλλά δεν μπορούσα να πω κατά πόσο είναι άνδρας ή γυναίκα [.]». Περαιτέρω, αφού, ο μάρτυρας, ρωτήθηκε σχετικώς, υπέδειξε τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου, ως τον οδηγό του επίδικου οχήματος. Ως προς τον φωτισμό που υπήρχε τη στιγμή του δεύτερου περιστατικού, ενόψει και της ώρας που επισυνέβη το δεύτερο περιστατικό, ο μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι «Ο φωτισμός είναι καλός, ιδίως στο σημείο που βρίσκεται η γέφυρα που περνά πάνω από το round - about, όπου υπάρχει και οδικός φωτισμός οπότε ήταν πολύ καλός ο φωτισμός και μπορούσα να δω ξεκάθαρα τον συγκεκριμένο οδηγό.». Εν σχέσει με τον χρόνο που διήρκησε το όλο περιστατικό, ανέφερε «Κοιτάξετε, από το round about του ΓΣΠ μέχρι τα φώτα του Καλησπέρα, είναι 3½, 4 χιλιόμετρα, παίρνει ένα αυτοκίνητο να διανύσει αυτήν την απόσταση με τη μέση ταχύτητα των 100ΧΑΩ, 2.5 λεπτά, οπότε το όλο επεισόδιο πήρε πέραν του ενός λεπτού για να ολοκληρωθεί, οπότε κινούμασταν δίπλα δίπλα για αρκετή ώρα». Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε, με την υπεράσπιση, ότι δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη, με σκοπό την αναγνώριση του οδηγού του επίδικου οχήματος, αλλά ούτε του ζητήθηκε από την αστυνομία να προβεί σε υπόδειξη του σημείου επί του αυτοκινητόδρομου, όπου έγιναν τα επίδικα περιστατικά, καθώς επίσης, ούτε ερωτήθηκε, σχετικώς, σε ποιο ύψος του αυτοκινητόδρομου, έγινε το δεύτερο περιστατικό, ώστε, τούτο, να το καταγραφεί στην κατάθεση του. Τοποθέτησε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, για πρώτη φορά, την διάπραξη των επίδικων γεγονότων του δεύτερου περιστατικού, μετά τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ και πριν την αερογέφυρα του κυκλικού κόμβου της Βιομηχανικής Στροβόλου. Όσον αφορά τον χρόνο που διήρκησε το δεύτερο περιστατικό αλλά και τον τρόπο που ενήργησε, ισχυρίστηκε ότι, τα δύο οχήματα, ήταν δίπλα δίπλα, περί το ένα λεπτό και η προσοχή του, τη δεδομένη στιγμή, ήταν στραμμένη τόσο μπροστά του, όσον και στα αριστερά του, που ήταν το όχημα του κατηγορούμενου, αλλά και δεξιά του που ήταν τα κιγκλιδώματα, όπως επίσης και πίσω του, αφού, μέσα από το καθρεφτάκι του, έβλεπε τα οχήματα που τον ακολουθούσαν να του αναβοσβήνουν τα φώτα τους. Περαιτέρω, εν σχέσει με το εάν τα παράθυρα του οχήματος του ήταν καθ' όλη τη διάρκεια των επίδικων γεγονότων, ανεβασμένα, ο μάρτυρας, ανέφερε «Ναι, έτσι ήταν το δικό μας το αυτοκίνητο, τα είχαμε ανεβασμένα τα παράθυρα, δεν τα κατεβάσαμε, από τη δική του πλευρά το παράθυρο ήταν πλήρως ανοιχτό και ήταν ο μισός έξω από το αυτοκίνητο για να καταλάβετε, ήταν εκτός εαυτού, δεν ξέρω ποιος ήταν ο λόγος, αλλά ήταν μια κατάσταση εκτός εαυτού ο συγκεκριμένος οδηγός.». Ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσον τη στιγμή που συνέβαινε το δεύτερο περιστατικό, μπορούσε να δει τον τύπο του επίδικου οχήματος, με τον τελευταίο να απαντά «Μάλιστα. Οπωσδήποτε». Όταν δε του ζητήθηκε να αναφερθεί σε αυτόν, ισχυρίστηκε ότι ήταν ένα μαύρο Mercedes σαλούν. Ρωτήθηκε, κατά πόσον, το εν λόγω όχημα ήταν τύπου «Cabrio», με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι « Α. Εξ΄ όσων θυμάμαι δεν ήταν cabrio, μπορεί να ήταν cabrio, όμως με σκληρή οροφή, δεν ήταν κάτι το οποίο. Ε. Δεν παρατηρήσατε εσείς να ήταν cabrio, όχι με σκληρή οροφή; Α. Όχι δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο.». Όταν δε του υποβλήθηκε ότι εάν όντως, έβλεπε ότι το επίδικο ήταν τύπου convertible, θα το ανέφερε, εξαρχής στην κατάθεση του, ο μάρτυρας ανέφερε «Κοιτάξετε, η προσοχή μου ήταν να δω, ήταν να κινηθώ ασφαλισμένα στον δρόμο και ήταν να δω ποιος ήταν ο συγκεκριμένος ο κύριος. Το αυτοκίνητο είδα μεταγενέστερα τι τύπος ήταν και τον καταγράψαμε μετά που μπήκε μπροστά μας. Όταν βρισκόταν στο πλάι μας, το τελευταίο που με ενδιέφερε ήταν τι τύπος είναι το αυτοκίνητο. Οπότε η πρώτη φορά που με ενδιέφερε και έπρεπε να καταγράψω τα νούμερα του αυτοκινήτου ήταν όταν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μπήκε μπροστά μου, όχι προηγουμένως» Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι τα νούμερα εγγραφής που ανέφερε, δεν ανήκαν στο επίδικο όχημα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε «Είχαμε πολύ καλή οπτική επαφή με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μετά που μπήκε μπροστά μας, οπόταν ξέραμε ακριβώς ποια ήταν τα νούμερα, τα καταγράψαμε και εγώ και η σύζυγος μου και ο γιος μου, ο οποίος ήταν πίσω, ξέραμε ακριβώς ποια ήταν τα γραμμένα τα νούμερα και όχι μόνο αυτό, ο συγκεκριμένος κύριος όταν βρισκόταν δίπλα μου, μπορείτε να φανταστείτε ότι ήταν σε απόσταση ένα ενάμιση μέτρο από κοντά μου, οπότε είχα πολύ καλή οπτική επαφή μαζί του, θυμούμαι τα μάτια του πολύ χαρακτηριστικά όσο και αν σήμερα φαίνεται διαφορετικός, γιατί τότε είχε πιο μακριά μαλλιά και πιο μακριά γένια, Τα μάτια του δεν μπορεί να τα αλλάξει όποτε θυμούμαι πολύ καλά το συγκεκριμένο το βλέμμα του συγκεκριμένου του οδηγού.». Η συνήγορος υπεράσπισης, αναφερόμενη στα λεγόμενα του ίδιου του μάρτυρα και δη ότι, ως ανέφερε, τη δεδομένη στιγμή, αφού ελάττωσε ταχύτητα (σε σημείο που τα ακολουθούντα αυτού οχήματα του αναβοσβήνουν τα φώτα τους) το επίδικο όχημα, εισήλθε μπροστά του, ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε, του υπέβαλε ότι δεν ήταν δυνατόν να είχε τον χρόνο να καταγράψουν τους αριθμούς εγγραφής του, με τον μάρτυρα να απαντά «Μπορείτε να υποβάλλετε ό,τι ακριβώς θέλετε. Εμείς καταγράψαμε και οι τρεις μας είδαμε τα νούμερα του αυτοκινήτου και τα καταγράψαμε.». Περαιτέρω, συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι, τον οδηγό του επίδικου οχήματος, δεν τον γνώριζε από προηγουμένως αλλά ούτε τον είχε ξαναδεί μετά το επίδικο περιστατικό, ήτοι εδώ και 2.5 έτη. Ως προς τη θέση της υπεράσπιση, ότι, διαρκούντος του δεύτερου περιστατικού, ως ήταν οι θέσεις των οχημάτων τους, μόνο το προφίλ του εν λόγω οδηγού μπορούσε να δει, υπήρξε η εξής στιχομυθία μεταξύ συνηγόρου και μάρτυρα: « Α. Όχι προφίλ, αφού σας λέω ήταν δίπλα μου, το παράθυρο του ήταν ανοικτό και ήταν γυρισμένος προς το μέρος, γιατί μου λέτε στο προφίλ. Ήταν γυρισμένος προς το μέρος μας, αν μπορούσε θα έμπαινε μέσα στο αυτοκίνητο μας, οπότε το είχα δει πολύ συγκεκριμένα το πρόσωπο του, τα μάτια του τα θυμάμαι ξεκάθαρα κυρία Συνήγορε. Οπότε μην μου λέτε ότι τον έβλεπα σε προφίλ. Ε. Δηλαδή θέλετε να πιστέψουμε ότι εσείς είδατε έναν άνθρωπο, που υποτίθεται ήταν 10 εκατοστά τα δύο αυτοκίνητα μεταξύ τους, πριν μας είπετε ότι ήταν ο μισός έξω από το αυτοκίνητο του; Α. Μάλιστα. [.] Ε. Και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μας λέτε ότι τον αναγνωρίζετε από τα μάτια του τον κατηγορούμενο, που αν συμφωνείτε μαζί μου είναι καφέ, δηλαδή όπως το 80% των κυπρίων ανδρών, αλλά, εσείς τον θυμάστε από τα μάτια; Α. Μάλιστα. Ε. Το άτομο που είδατε τότε; Α. Το βλέμμα του ανθρώπου αλλάζει; Σας λέω δεν αλλάζει; Δεν έχει τα γένια που είχε τότε και τα μαλλιά που είχε τότε, έχει κόψει τα μαλλιά του, έχει κόψει τα γένια του, όμως το βλέμμα δεν μπορεί να αλλάξει και αυτό το είδα πολύ καλά γιατί έβλεπε προς το μέρος μου. Εμένα ήθελε να σκοτώσει κυρία Συνήγορε, γι' αυτό τον είδα πολύ καλά και είναι κάτι που δεν ξεχνιέται αυτό όσα χρόνια και αν περάσουν. [.] Ε. Εσείς οπτική επαφή με το πρόσωπο του για ένα λεπτό δεν είχατε σύνολο, είχατε για κάποια δευτερόλεπτα. Α. Μάλιστα πολύ καλή οπτική επαφή. [.] Ε. Σας υποβάλλω επίσης ότι η ορατότητα σας τη στιγμή που είδατε το πρόσωπο του οδηγού του μαύρου Mercedes ήταν περιορισμένη και για τον λόγο ότι τα παράθυρα του αυτοκινήτου σας καθ' όλη τη διάρκεια του περιστατικού ήταν ανεβασμένα. A. Ναι, αλλά τα παράθυρα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου είναι clear, οπότε δεν έχει σημασία αν είναι ανεβασμένα ή κατεβασμένα, βλέπεις το ίδιο. Δεν ήταν φιμέ τα τζάμια.». [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, εργάζεται στο Τμήμα Ηλεκτρολογικών Υπηρεσιών Λευκωσίας από το έτος 2001 και ως υπεύθυνος για την ηλεκτρολογική συντήρηση των κυβερνητικών κτηρίων και του οδικού φωτισμού στις κεντρικές αρτηρίες της Επαρχίας Λευκωσίας, από το έτος
- Ήταν η θέση του ότι από την έξοδο του κυκλικού κόμβου του ΓΣΠ προς το κέντρο της Λευκωσίας, υπάρχουν 15 πάσσαλοι οδικού φωτισμού, υψηλής πίεσης νατρίου [high pressure sodium],250 watt, οι οποίοι εκπέμπουν χρυσαφένιο φως και έχουν πλεονέκτημα υψηλής φωτεινής απόδοσης, διαισθητικό για την ομίχλη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο κάθε πάσσαλος έχει απόσταση από τον άλλο, περίπου, 30 μέτρων, με τον πρώτο να βρίσκεται στα 150 μέτρα, πριν το αλτ του κυκλικού κόμβου του ΓΣΠ, εισερχόμενος από τον αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας, και τους υπόλοιπους [περίπου 10 πάσσαλοι], να βρίσκονται τοποθετημένοι, στο επόμενο, μισό χιλιόμετρο από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, συμπεριλαμβανομένου και της καθόδου για την είσοδο στον αυτοκινητόδρομο. Ως προς το εάν τον επίδικο χρόνο, μετά το μισό χιλιόμετρο, από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, υπήρχαν πάσσαλοι οδικού φωτισμού, ο μάρτυρας ανέφερε « Τώρα υπάρχουν; Αν υπάρχουν τώρα υπήρχαν και πριν. Τώρα υπάρχουν; Δεν είμαι σίγουρος». Όταν δε του υπεβλήθη ότι δεν υπάρχουν, απάντησε «Να απαντήσω. Εγώ λέω τι παίρνει ο δικός μας μετρητής, δεν γνωρίζω αν μετά έχει άλλο δίκτυο η ΑΗΚ, το οποίο συνεχίζει μετά το δικό μας τζαι να φωτίζεται και η συνέχεια του δρόμου. [.]». Μετά που του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, 2η και 3η σελίδα, το οποίο ο ίδιος παρουσίασε, συμφώνησε ότι μεταξύ της περιόδου Αυγούστου 2020 μέχρι Νοεμβρίου του 2020, γίνονταν επιδιορθώσεις στους πασσάλους οδικού φωτισμού, αφού εντοπίστηκε βλάβη από το ύψος του ΓΣΠ μέχρι την αερογέφυρα της Αγ. Βαρβάρας και αντίστροφα, διευκρινίζοντας ότι τούτες οι βλάβες περιλάμβαναν και τους 15 πασσάλους στους οποίους αναφέρθηκε αρχικώς. Τέλος, ανέφερε ότι μετά το σημείο που τελειώνουν οι 15 πάσσαλοι, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, σχετικώς, εάν υπάρχει ή όχι οδικός φωτισμός. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ] Η παραπονούμενη, στην γραπτή της κατάθεση [Βλ. Τεκμήριο 7], αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής, ως ορθό, ανέφερε, μεταξύ άλλων, εν σχέσει με το δεύτερο περιστατικό, ότι «Ο άντρας μου χωρίς να κάνει οτιδήποτε, ξεκίνησε ξανά το αυτοκίνητο, μπήκε στην πρώτη λωρίδα και αυτός οδηγούσε δίπλα μας, εμείς πήγαμε στη δεύτερη λωρίδα, ερχόταν εντελώς κοντά μας από τη μεριά μου, άνοιξε το παράθυρο του και κάτι μας έλεγε, εγώ δεν άνοιξα το δικό μου και δεν ξέρω τι έλεγε και σιγά σιγά οδηγούσε τόσο κοντά μας αναγκάζοντας τον άντρα μου να μπει στην τρίτη λωρίδα για να μη συγκρουστεί μαζί του και ενώ πλησιάζαμε πάρα πολύ στα κιγκλιδώματα ο άντρας μου αναγκάστηκε να ελαττώσει και να μη χτυπήσει και αυτός ο άντρας, μας προσπέρασε και έφυγε μπαίνοντας μπροστά μας.». Κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε, για πρώτη φορά, ότι το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] ήταν μαύρο Mercedes convertible. Ισχυρίστηκε δε ότι τους αρ. εγγραφής του εν λόγω οχήματος τους σημείωσε, η ίδια, στο κινητό της τηλέφωνο, λόγω του ότι ήταν η συνοδηγός και ο παραπονούμενος οδηγούσε. Αναγνώρισε τον οδηγό του επίδικου οχήματος, ως τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Προς επίρρωση της θέσης της εν σχέση με την αναγνώριση του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι είδε κανονικά το πρόσωπο του οδηγού του επίδικου οχήματος και όχι μόνο το προφίλ του, και τούτο επειδή, ο τελευταίος, τον επίδικο χρόνο, ήταν ακριβώς δίπλα τους. Κατά την αντεξέταση της και ειδικότερα, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και δη επί του σημείου όπου το επίδικο όχημα προσπέρασε το όχημα του παραπονούμενου (δεύτερο περιστατικό) ανέφερε ότι «Ήταν πριν την αερογέφυρα, εκεί μας προσπέρασε, και μετά επειδή ξεκινούν παραπάνω λωρίδες, εμείς πηγαίναμε, τον είδαμε, έγραψα τα νούμερα και μετά εμείς πήγαμε αριστερά και ο ίδιος πήγε μπροστά Λευκωσία στην τρίτη λωρίδα.». Προς τούτο διευκρίνισε ότι στην αερογέφυρα, οι λωρίδες κυκλοφορίας είναι δυο και έπειτα γίνονται, ξανά, τρεις, οι οποίες οδηγούν προς τα φώτα του «Καλησπέρα». Ως προς το γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση της ότι το εν λόγω όχημα ήταν μαύρο convertible, απάντησε «Μπορεί να τους είχα πει, απλά μπορεί να μην το έχουν γράψει και θεωρούσαν ότι δεν είναι σημαντικό.». Σε υποβολή ότι την πληροφορία τούτη την έλαβε από τον σύζυγο της, μετά που κατέθεσε ενώπιον δικαστηρίου ανέφερε «Όχι, το θυμάμαι, δεν χρειάζεται να επιβεβαιώνω τον σύζυγο μου». Στη συνέχεια, επί του προκειμένου, και πάλι απάντησε « Ανεξαρτήτως θεωρώ ότι αν είχα πει ή όχι, τότε είδα ξεκάθαρα το αυτοκίνητο, είδα ξεκάθαρα τους αριθμούς του αυτοκινήτου, είχα χρόνο να το δω και το ίδιο το αυτοκίνητο, άρα θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικό αυτό ότι είδα τους αριθμούς, είδα τον κύριο και έγινε ό,τι έγινε. Αυτό θεωρώ ότι είναι πολύ πιο σημαντικό από τη μάρκα του αυτοκινήτου». Ως προς το θέμα καταγραφής των αρ. εγγραφής του επίδικου οχήματος υπήρξε η εξής στιχομυθία μεταξύ συνηγόρου υπεράσπισης και της παραπονούμενης: «Ε. Και είπατε όμως ότι όταν σας προσπέρασε στο τέλος και έφυγε μπροστά σας ανέπτυξε ταχύτητα όταν έφυγε αυτός. Αφού ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε, δεν ήταν μόνο τζιείνη τη στιγμή που υποτίθεται τον είδατε μπροστά σας; A. Δεν ήταν μόνο μια στιγμή και δεν έφυγε με 100 χιλιόμετρα την ώρα, για να μην μπορώ να δω ακριβώς τι είναι τα νούμερα. E. Ανέπτυξε ταχύτητα ή δεν ανέπτυξε; Αφού υποτίθεται και εσείς προσέχατε να μην χτυπήσετε. A. Μπήκε μπροστά μας είπαμε και μπορούσα να δω τα νούμερα του. [.] E. Άρα εσείς ελαττώσατε, αυτός ανέπτυξε ταχύτητα τζιαί μπήκε μπροστά σας τζιαί έφυγε, ενεν; A. Εμείς ελαττώσαμε και αυτός μπήκε μπροστά μας. E. Και ανέπτυξε ταχύτητα την ώρα που έφυγε, ενεν; A. Αφού έγραψα τα νούμερα. E. Δηλαδή περίμενε ο οδηγός να κάτσει μπροστά σας, να πατήσει stopper να τα γράψετε και μετά ανέπτυξε ταχύτητα; A. Ναι, αλλά αντιλαμβάνεστε ότι δεν ήταν αυτοκινητόδρομος για να τρέξει με 100 χιλιόμετρα την ώρα, ήταν πολύ κοντά βασικά στα φώτα που είχε και άλλα αυτοκίνητα, άρα δεν μπορούσε να τρέξει με τέτοια ταχύτητα να μην μπορώ να δω τα νούμερα και ήταν μπροστά μου, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα δω.». Τέλος, της υποβλήθηκε ότι η ορατότητα της τη στιγμή που είδε τον οδηγό του επίδικου οχήματος ήταν περιορισμένη, διότι και τα 2 οχήματα οδηγούσαν με διαφορετική ταχύτητα εκείνη την ώρα που έγινε το περιστατικό όλο με την μάρτυρα να απαντά «Για δευτερόλεπτα ήταν δίπλα μου, οπότε μπορούσα να δω ακριβώς το πρόσωπο του.». [ΜΚ5] Η μάρτυρας υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. Στην παρούσα υπόθεση ενεπλάκη ως το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση του Παραπονούμενου. Ως ανέφερε, λάμβανε γνώση της πορείας διερεύνησης της υπόθεσης, από την ανακρίτρια κ. Καρνάκη [Αστ.3786, ] και γνωρίζει το περιεχόμενο των καταθέσεων που δόθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Επί του προκειμένου ρωτήθηκε εάν σε περιπτώσεις όπως η παρούσα συνηθίζεται να γίνονται αναγνωριστικές παρατάξεις με την μάρτυρα να απαντά «Σε τέτοιες περιπτώσεις, σε περίπτωση που δίδονται τα νούμερα εγγραφής του άλλου οχήματος, ακόμα και όταν ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στη σκηνή που έγινε, δεν ενδείκνυται να γίνει αναγνωριστική παράταξη». Επίσης ανέφερε ότι από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ μέχρι τα φώτα του Καλησπέρα, πιστεύει ότι υπάρχει, συνεχόμενα, οδικός φωτισμός, χωρίς όμως να δηλώνει τούτο μετά βεβαιότητας. Τέλος, έκφρασε άποψη εν σχέσει με το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου, και δη ότι από τη στιγμή που ο τελευταίος τοποθέτησε τον εαυτό εντός του αυτοκινητοδρόμου, σημαίνει ότι εμπλέκεται στο υπό κρίση αδίκημα, με τη θέση της τούτη, στη συνέχεια, να την θέτει, η ίδια, εν αμφιβόλω ισχυριζόμενη ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αναφερόταν και ο ίδιος στο επίδικο όχημα το οποίο κινείτο με τον αναφερόμενο επικίνδυνο τρόπο και για το οποίο έκαναν καταγγελία οι παραπονούμενοι. [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ] Ο κατηγορούμενος, υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης [Βλ. Τεκμήριο 2], ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία και ώρα οδηγούσε το όχημα με αρ εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας του, από Λεμεσό προς Λευκωσία, με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας, της Λεωφ. Αθαλάσσας [φώτα τροχαίας «Καλησπέρα»]. Είχε συνοδηγό την ΜΥ
- Οδηγούσε στην δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας και στη δεξιά του πλευρά κινείτο ένα όχημα με χαμηλή ταχύτητα. Με χαμηλή ταχύτητα κινείτο και το όχημα που βρισκόταν μπροστά του στην δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, με σκοπό, ουσιαστικά, να προσπεράσει το όχημα το οποίο ακολουθούσε, όταν το προπορευόμενο αυτού όχημα, στην τρίτη λωρίδα, το οποίο, επίσης, κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, θα εισερχόταν στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Το εν λόγω όχημα που ακολουθούσε (στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας) επιχείρησε να εισέλθει αριστερά (δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας), για να τον αφήσει να τον προσπεράσει, και αμέσως, αστραπιαία, εισήλθε πάλι δεξιά, στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να του αποκόψει την ομαλή του πορεία. Την ίδια ενέργεια, ο οδηγός του οχήματος αυτού, την επανέλαβε ακόμα μια φορά. Για σκοπούς αποφυγής οποιουδήποτε κινδύνου, ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι, πλέον οδηγούσε αμυντικά, μέχρις ότου το εν λόγω όχημα κινήθηκε τελείως αριστερά σε έξοδο, συνεχίζοντας, έτσι, την ευθεία πορεία του. Τέλος ανέφερε ότι κινείτο με ταχύτητα περί τα 100ΧΑΩ. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι το όχημα του είναι χρώματος μαύρου μεταλλικό, μάρκας Mercedes και η οροφή του, επειδή είναι convertible, είναι από μουσαμά, ο οποίος, λόγω παλαιότητας του οχήματος (19 χρόνων) είναι γκρίζος. Τα τελευταία 6-7 χρόνια έχει κοντά μαλλιά και μικρό μούσι, και προς τούτο παρουσίασε σχετικές φωτογραφίες με ημερομηνίες 06.09.2020, 18.10.2020 και 09.12.2020, στις οποίες απεικονίζεται με κοντά μαλλιά και μούσι. Τέλος, αρνήθηκε κάθε εμπλοκή με το υπό κρίση αδίκημα. Κατά την αντεξέταση του, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, επέμενε στις αρχικές του θέσεις, ως τούτες αναφέρθηκαν στην γραπτή του κατάθεση. Διαφώνησε με την υπεράσπιση, ότι ο οδηγός που οδηγούσε με τον αναφερόμενο τρόπο, ως η καταγγελία των Παραπονουμένων ήταν ο ίδιος και περαιτέρω, ανέφερε ότι το περιστατικό που περιέγραψαν οι παραπονούμενοι είναι διαφορετικό από το περιστατικό που ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση της κατηγορούσας αρχής, διαφώνησε ότι την επίδικη ημέρα, χρησιμοποίησε τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, αναφέροντας, ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να πράξει τούτο, αφού σκοπός του ήταν να κατευθυνθεί, ευθεία, προς Λευκωσία. Σε ερώτηση της κατηγόρου, για το κατά πόσον είναι σίγουρος ότι το πρόσωπο που υπέδειξαν οι παραπονούμενοι, δεν είναι ο ίδιος, ανέφερε « Επειδή αυτά που άκουσα τις τελευταίες 10 φορές που ήρθα στο Δικαστήριο δεν έχουν καμία σχέση με τον εαυτό μου, ούτε με το συμβάν που περιέγραψα εγώ στην Αστυνομία.». Ως προς το περιστατικό που περιέγραψε στην κατάθεση του ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τα στοιχεία του άλλου οχήματος που είδε να οδηγεί επικίνδυνα, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει « Εγώ εμπλέκω τον εαυτό μου σε ένα περιστατικό από τη στιγμή που με πήρε η Αστυνομία για να δώσω κατάθεση και δεν ήξερα καν για ποιο σκοπό με πήρε να δώκω κατάθεση και δεν με ρώτησε για αυτήν την περίπτωση, εγώ του είπα ότι το μόνο που συνέβη είναι ότι είχε ένα αυτοκίνητο μπροστά μου και αυτά που λέω στην κατάθεση μου πιο κάτω. Δεν θυμούμαι κάτι άλλο, ούτε έδωσα σημασία, ούτε εμπόρουν να θυμούμαι κάτι το οποίο δεν είχα σκοπό, δεν είχε λόγο να θυμούμαι κάτι, αλίμονο να θυμούμουν όλες τις περιπτώσεις που υπάρχουν στο highway ή όποιος μου κόβει τον δρόμο.». Έπειτα του υπεβλήθη ότι όταν κλήθηκε να δώσει κατάθεση, ο Αστυνομικός του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια το περιστατικό για το οποίο οι παραπονούμενοι έκαναν καταγγελία, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει» «[.] μου είπε την καταγγελία, απλά ότι κάποιος με κατάγγειλε επειδή οδηγούσα επικίνδυνα και εγώ του είπα ότι το μόνο που θυμούμαι είναι αυτό το συμβάν που είπα στην κατάθεση μου.». Τέλος, του υπεβλήθη ότι οι ημερομηνίες των φωτογραφιών που παρουσίασε, υπέστησαν αλλοίωση, με τον κατηγορούμενο να αρνείται κάτι τέτοιο. [ΜΥ1] Η ΜΥ1, μέσα από την κατάθεση της [Βλ. Τεκμήριο 11], την οποία και υιοθέτησε, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο ήταν συνοδηγός στο όχημα του κατηγορούμενου. Την επίδικη ημέρα, επέστρεφαν από Λεμεσό προς Λευκωσία και στο ύψος του ΓΣΠ, ενώ κινούνταν στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, μπροστά τους υπήρχε ένα όχημα, χρώματος μαύρου, το οποίο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Κινήθηκαν προς τα δεξιά (τρίτη λωρίδα). Μπροστά τους υπήρχε επίσης ένα όχημα το οποίο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Όταν το προπορευόμενο τους όχημα κινήθηκε προς την μεσαία λωρίδα, αμέσως, με απότομη κίνηση, εισήλθε ξανά στη λωρίδα κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα να τους ανακόψει την πορεία τους. Αυτό συνέβη ακόμα μια φορά. Τα οχήματα που τους ακολουθούσαν, λόγω του ότι δημιουργήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση τους κόρναραν. Έπειτα, το εν λόγω όχημα κινήθηκε προς τα αριστερά και αυτοί προχώρησαν ευθεία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο χρώμα του οχήματος του κατηγορούμενου καθώς επίσης και ότι η οροφή του είναι από μουσαμά ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι χρώματος γκρίζου. Η ΜΥ1, κατά την αντεξέταση της, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, επέμενε στις θέσεις της, ως τις κατέγραψε στην κατάθεση της. Το εάν χρησιμοποίησαν την έξοδο που οδηγεί στον κ.κ του ΓΣΠ, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο τόπος διαμονής τους, τότε, ήταν κοντά στα φώτα τροχαίας του «Καλησπέρα» και επομένως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να βγουν στην εν λόγω έξοδο και έπειτα να κατεβούν κάτω και να συνεχίσουν ευθεία στον αυτοκινητόδρομο. Αρνήθηκε τη θέση της κατηγόρου ότι την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν συνοδηγός στο όχημα του κατηγορούμενου, καθώς επίσης ότι η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, είχε σκοπό να δώσει άλλοθι στον κατηγορούμενο. Επίσης, σε ερώτηση γιατί έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία μετά πάροδο 12 ημερών, η μάρτυρας απάντησε ότι τότε κλήθηκε από την Αστυνομία να παρουσιαστεί, με την κατήγορο να της υποβάλλει ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο, αφού από μόνη της, οικειοθελώς, πήγε να δώσει κατάθεση. Εν σχέσει με την εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση, εφόσον το δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την υπόθεση είναι αυτό που διατηρεί η ίδια με την συνέταιρο της, ανέφερε ότι η ίδια, εφόσον γνώριζε ότι θα ήταν μάρτυρας, δεν ενεπλάκη ουσιαστικά, παρά μόνον ενημερωνόταν για την πορεία της υπόθεσης. [ΜΥ2] Ο ΜΥ2, εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και είναι Ανώτερος Εκτελεστικός Μηχανικός και εκτελεί καθήκοντα Επαρχιακού Μηχανικού Λευκωσίας. Εργάζεται στο εν λόγω τμήμα από το
- Επί του προκειμένου, ο μάρτυρας τοποθετήθηκε για τον οδικό φωτισμό από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ μέχρι τα φώτα του Καλησπέρα, αναφέροντας, ότι υπάρχει οδικός φωτισμός από τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ μέχρι τα φώτα του Καλησπέρα, πλην ενός διαστήματος, μεταξύ του κ.κ. του ΓΣΠ και του κ.κ. της βιομηχανικής περιοχής Στροβόλου, μήκους περίπου 550 μέτρων. Τούτο ανέφερε ίσχυε και κατά την επίδικη περίοδο. Παρουσίασε προς τούτο σχετικές αεροφωτογραφίες υποδεικνύοντας τον τελευταίο πάσσαλο που υπάρχει μετά τον κ.κ του ΓΣΠ, Συγκεκριμένα υποδεικνύοντας το Τεκμήριο 14, ανέφερε ότι μεταξύ των ενδείξεων Α και Β, για απόσταση 550 μέτρων, ήτοι μετά το ΓΣΠ και πριν τον κυκλικό κόμβο της βιομηχανικής Στροβόλου, δεν υπάρχει οδικός φωτισμός. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι κατά το έτος 2020 ήταν Επαρχιακός Μηχανικός στην επαρχία Λάρνακας και από την 01.07.2021, εκτελεί καθήκοντα Επαρχιακού Μηχανικού στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε, από την κατήγορο, πώς ήταν δυνατόν να γνώριζε, από την στιγμή που τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στην επαρχία Λάρνακας, ότι στα επίδικα σημεία του αυτοκινητοδρόμου, τον Οκτώβριο του 2020, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός, με τον μάρτυρα να απαντά «Ο οδικός φωτισμός στις δύο αυτές περιοχές έχει εγκατασταθεί στα πλαίσια δύο μεγάλων έργων του Τμήματος Δημοσίων Έργων, ο ένας είναι ο μεγάλος κόμβος παρά το στάδιο ΓΣΠ που ολοκληρώθηκε πριν αρκετά χρόνια και το άλλο το έργο είναι ο μεγάλος κόμβος στη βιομηχανική περιοχή Στροβόλου, το οποίο ολοκληρώθηκε πριν ακόμα αρκετά χρόνια, άρα αυτά είναι τα δεδομένα δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη περαιτέρω γνώση νομίζω εκ μέρους.». Ρωτήθηκε κατά πόσον έχει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του με τον μάρτυρα να απαντά « Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων, απλώς αν θέλετε κάτι μπορούν να βρεθούν οι συμβάσεις που έγιναν την εποχή εκείνη, αν είναι αυτό που ζητάτε.». Περαιτέρω, ο μάρτυρας, σε ερώτηση κατά πόσον γνωρίζει εάν κάποιος που έρχεται από Λεμεσό με κατεύθυνση προς Λευκωσία, κάνοντας χρήση του κυκλικού κόμβου ΓΣΠ, τι οδικός φωτισμός υπάρχει, ο μάρτυρας απάντησε «Λοιπόν, όταν ο οδηγός έρχεται από Λεμεσό προς Λευκωσία, μάλιστα πριν την έξοδο αριστερά προς ΓΣΠ υπάρχει οδικός φωτισμός, υπάρχει οδικός φωτισμός και πάνω στον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, υπάρχει οδικός φωτισμός στη ράμπα καθόδου, που ενώνεται με τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού Λευκωσίας και μετά από λίγα μέτρα, όπως έχω δείξει στο σημείο, μπορώ να δω; Το Τεκμήριο 12, στο σημείο Α είναι ο τελευταίος πάσσαλος οδικού φωτισμού.». Τέλος διευκρίνισε ότι το σημείο όπου δεν υπάρχει οδικός φωτισμός είναι περίπου 200 μέτρα, πριν τη γέφυρα του κυκλικού κόμβου της βιομηχανικής περιοχής Στροβόλου. E. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[1] Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα [Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500], αλλά την παράβαλα και διερεύνησα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση [βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175]. Δεν είναι βέβαια η κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της [βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301]. Στα πλαίσια, λοιπόν, της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους [με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης], έθεσα ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων [σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις], την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία [βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Επισημαίνω ότι ένταξα και ανέλυσα όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντας τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640. Τονίζεται ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μου. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B160, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Έχω ήδη εκθέσει με προσοχή τη μαρτυρία που περιβάλλει τα καίρια σημεία της παρούσας υπόθεσης και δεν χρήζει επανάληψης, παρά μόνο, θα αναφερθώ, σ' αυτήν όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής των απαραίτητων συμπερασμάτων. [ΜΚ1] Ο ΜΚ1, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Σημειώνω δε ότι, οι ισχυρισμοί του, ουσιαστικά, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ωστόσο, όσον αφορά τις τοποθετήσεις και συμπεράσματα του μάρτυρα, εν σχέσει με το εάν ο κατηγορούμενος, το περιστατικό το οποίο περιέγραψε στην κατάθεση του, αφορά στο ίδιο περιστατικό με εκείνο που περιέγραψαν οι παραπονούμενοι, δεν γίνονται αποδεκτά, αφού πρόκειται για απλές εκτιμήσεις, χωρίς να τεθεί ασφαλές υπόβαθρο, προς τούτο, που θα επέτρεπε, στο Δικαστήριο, τον έλεγχο ως προς την ορθότητα τους. Εξάλλου, ο ΜΚ1, αποδέχθηκε ότι, κατά τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου και την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, δεν ανέφερε στον τελευταίο, τις λεπτομέρειες που περιβάλαν την καταγγελία των Παραπονουμένων, όπως πχ. τύπος, χρώμα και αρ. εγγραφής του οχήματος τους, καθώς επίσης, και των λοιπών οχημάτων που κινούνταν τη δεδομένη στιγμή στο συγκεκριμένο οδικό δίκτυο. Επομένως, τη μαρτυρία του ΜΚ1 την αποδέχομαι, πλην όσων, ανωτέρω, ανέφερα. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Εξαρχής σημειώνω ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, κρίνεται ακροσφαλής για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων, από το Δικαστήριο, αφού τούτη παρουσιάζει αδυναμίες, υπερβολές και δεν συμβαδίζει με τη λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων. Και εξηγώ. Ο παραπονούμενος, στην γραπτή του κατάθεση, εν σχέσει με την αναγνώριση του οδηγού, του επίδικου οχήματος, αρκέστηκε απλά να αναφέρει, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι, ο τελευταίος είχε μαύρα μαλλιά και μούσι, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο, σχετικό, το οποίο θα αποτελούσε, εν προκειμένω, συγκεκριμένο, χαρακτηριστικό ενός προσώπου. Ούτε προέβη, σε οποιαδήποτε αναφορά, επί του χρονικού σημείου, κατά τη διάρκεια των γεγονότων του δεύτερου περιστατικού, που είδε το πρόσωπο του εν λόγω οδηγού, και εν προκειμένω, αντιλήφθηκε, τα, ανωτέρω, αναφερόμενα, χαρακτηριστικά του. Επομένως, δημιουργεί ερωτηματικά η αναφορά του, εν σχέσει με τα γεγονότα, ως τα περιέγραψε, για πρώτη φορά, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, με σκοπό να επαληθεύσει τον ισχυρισμό του περί αναγνώρισης του κατηγορούμενου, ως τον οδηγό του επίδικου οχήματος, από το βλέμμα του και μόνον, μετά από πάροδο, περίπου, 2, 5 και πλέον ετών, χωρίς, στο μεσοδιάστημα, να τον έχει ξαναδεί. Και τούτο γιατί, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε, για πρώτη φορά, ότι είδε το πρόσωπο του οδηγού, του επίδικου οχήματος και συγκεκριμένα τα μάτια του, τη στιγμή που τούτος, βρισκόταν ακριβώς δίπλα τους, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας το μισό του σώμα, έξω από το παράθυρο του, με γυρισμένο το κεφάλι του προς αυτούς (Παραπονούμενους), και σε απόσταση, που αν ήταν ανοικτό, το παράθυρο του δικού τους οχήματος, θα έμπαινε μέσα. Ωστόσο, το παράδοξο είναι ότι, ο Παραπονούμενος, ενώ παραδέχεται ότι προσπαθούσε να έχει υπό έλεγχο το όχημα του και δη κοίταζε δεξιά να μην κτυπήσει στα κιγκλιδώματα, αριστερά να μην κτυπήσει με το επίδικο όχημα, πίσω τα φλας των οχημάτων που τον ακολουθούσαν και μπροστά του, κατόρθωσε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, ως τον οδηγό του επίδικου οχήματος, μόνο από το βλέμμα; Ο Παραπονούμενος βέβαια, ενώ παραδέχεται ότι τα χαρακτηριστικά του εν λόγω οδηγού, ως τον αντιλήφθηκε τότε, με τα χαρακτηριστικά του, ως είναι σήμερα, είναι διαφορετικά, επέμενε στη θέση ότι μπορούσε να τον αναγνωρίσει από το βλέμμα του. Ωστόσο, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες, ο Παραπονούμενος, ισχυρίστηκε ότι είδε τα μάτια του οδηγού του επίδικου οχήματος, προκαλούν, αν μη τι άλλο αμφιβολίες, αφού, ως ο ίδιος ο Παραπονούμενος ανέφερε, τα δύο οχήματα κινούνταν δίπλα δίπλα, σε απόσταση, μεταξύ τους, μόλις 10 εκατοστών, με ταχύτητα περίπου 80ΧΑΩ, με το υπό κρίση πρόσωπο, να οδηγεί, το επίδικο όχημα, με το μισό του σώμα, εκτός της θέσης του οδηγού, με γυρισμένο το κεφάλι προς τους Παραπονούμενους και τούτα χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε τροχαία σύγκρουση; Επίσης, δεν μου διαφεύγει ότι, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ενόψει και του καλού οδικού φωτισμού, στο σημείο όπου επεσυνέβη το δεύτερο περιστατικό, μπορούσε να δει πολύ καλά το πρόσωπο του οδηγού του επίδικου οχήματος. Ωστόσο, σημειώνω εδώ ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος, τοποθετεί, το δεύτερο περιστατικό, πριν την αερογέφυρα της Βιομηχανικής Στροβόλου, σημείο του αυτοκινητόδρομου, για το οποίο παρουσιάστηκε, και από τις δυο πλευρές σχετική επί του θέματος, μη αμφισβητηθείσα, ανεξάρτητη μαρτυρία [ΜΚ3 και ΜΥ2], στη βάση της οποίας, προκύπτει ότι στο επίδικο σημείο του αυτοκινητόδρομου, τον επίδικο χρόνο, δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Σημειώνω, βέβαια, ότι τα πιο πάνω, ουσιαστικά, ανεξάρτητα και μακριά από τι ανέφεραν οι ΜΚ3 και ΜΥ2, επιβεβαιώθηκαν και από τα ίδια τα λεγόμενα του Παραπονούμενου, αφού στη πορεία της αντεξέτασης του, δήλωσε ότι καλός φωτισμός υπήρχε ιδίως στο σημείο της εν λόγω αερογέφυρας, σημείο όμως, που το δεύτερο περιστατικό είχε ήδη λήξει. Άλλο σημείο της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, που θεωρώ ότι δημιουργεί τέτοιες αμφιβολίες στο Δικαστήριο, για κρίση, επί ασφαλούς υποβάθρου, είναι ότι ο τελευταίος, για τα πιο πάνω, εν αντιθέσει με τις αρχικές, επί τούτων, αναφορές του, ως καταγράφηκαν, ισχυρίστηκε ότι το επίδικο όχημα, κατά τη διάρκεια του δεύτερου περιστατικού, δεν ήταν ακριβώς δίπλα τους, πχ παράθυρο με παράθυρο, αλλά ήταν λίγο πιο μπροστά, καθώς επίσης ότι το πρόσωπο του εν λόγω οδηγού, δεν το είδε για 1 λεπτό (όσο, ισχυρίστηκε, ότι διήρκησε το δεύτερο περιστατικό), πάρα μόνον κάποια δευτερόλεπτα, χωρίς να προβαίνει, εντέλει, σε οποιοδήποτε χρονικό προσδιορισμό τους. Τούτες λοιπόν οι θέσεις του, θέτουν εν αμφιβόλω, την ακριβώς προηγούμενη τοποθέτηση του, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε, εάν είδε, τα μάτια του εν λόγω οδηγού, δημιουργώντας περαιτέρω, αμφιβολίες στο Δικαστήριο, ως προς την ποιότητα της αναγνώρισης του οδηγού του επίδικου οχήματος. Νεφελώδης ήταν και η μαρτυρία του, εν σχέσει με το εάν, κατά τη διάρκεια του δεύτερου περιστατικού, αντιλήφθηκε, όντως, ότι το επίδικο όχημα, ήταν τύπου convertible ή, τούτη, η αναφορά του, προέκυψε, ενόψει της σχετικής, επί του θέματος, υποβολής της υπεράσπισης. Και εξηγώ. Ο Παραπονούμενος, αφού, πρώτα δήλωσε, ότι τη στιγμή του δεύτερου περιστατικού ήταν σε θέση να δει και τον τύπο του επίδικου οχήματος, όταν του ζητήθηκε από την υπεράσπιση, να τοποθετηθεί, κατά πόσον, τούτο, ήταν τύπου convertible, από τη μια ανέφερε ότι, εξ όσων θυμόταν, δεν ήταν τέτοιου τύπου, έπειτα, ότι εάν ήταν, τέτοιου τύπου, θα ήταν με σκληρή οροφή και τέλος, παρά την προηγούμενη δήλωση ετοιμότητας του να τοποθετηθεί επί του προκειμένου, ανέφερε ότι τον τύπο του οχήματος, τον είδε μετά που τούτο εισήλθε μπροστά τους (χωρίς να αναφέρει εν τέλει εάν ήταν ή όχι τέτοιου τύπου, έστω και μετά που τούτο εισήλθε μπροστά τους), δηλώνοντας ότι κατά την διάρκεια του δεύτερου περιστατικού «δεν τον ενδιέφερε τι τύπος οχήματος ήταν». Περαιτέρω, όταν η συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι, δεν είχε το χρόνο να καταγράψει τους αρ. εγγραφής του επίδικου οχήματος όταν τούτο εισήλθε μπροστά τους, γιατί ως ο ίδιος ανέφερε, στην γραπτή κατάθεση του, το επίδικο όχημα, ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε, ο παραπονούμενος, αντιδρώντας, ανέφερε ότι ήταν σίγουρος για τα λεγόμενα του, αφού, πέραν της Παραπονούμενης και του γιου του, που ήταν στο αυτοκίνητο του, τους εν λόγω αρ. εγγραφής του επίδικου οχήματος, τους κατέγραψε [[2]] και ο ίδιος, με τον ισχυρισμό του, όμως, να μην συμβαδίζει με τη κοινή λογική, αφού, από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, τούτο που προκύπτει είναι ότι ο Παραπονούμενος, ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα τους. Επιπλέον ερωτηματικά δημιουργούνται, για το εάν το επίδικο όχημα ήταν, όντως, το όχημα του κατηγορούμενου, και από το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος, για πρώτη φορά, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, αναφέρθηκε στην ύπαρξη ενός δεύτερου προσώπου, στη θέση του συνοδηγού, στο όχημα του κατηγορούμενου, μετά που εντόπισαν το κατ' ισχυρισμόν επίδικο όχημα στα φώτα τροχαίας του «Καλησπέρα». Καμία αναφορά γίνεται, από τον Παραπονούμενο, ότι, διαρκούντος του δεύτερου περιστατικού, εντόπισαν να υπάρχει, εντός του επίδικου οχήματος, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, παρά το γεγονός, ότι, ως ανέφερε, δεν είχε κάτι που να τον εμποδίζει να βλέπει εντός του εν λόγω οχήματος. Πώς είναι δυνατόν, να εντοπίζει ένα δεύτερο πρόσωπο, εντός του οχήματος του κατηγορουμένου, για πρώτη φορά, σε χρόνο μεταγενέστερο, ενώ στο επίδικο όχημα, κατά το χρόνο που διαρκούσε το δεύτερο περιστατικό, και υπό τις συνθήκες που ο ίδιος ισχυρίστηκε, να μην εντοπίζουν (οι παραπονούμενοι) ή έστω να αναφέρονται στην ύπαρξη και ενός άλλου προσώπου τη θέση του συνοδηγού; Επομένως, αντιπαραβάλλοντας τα πιο πάνω με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, ως ανωτέρω, και ειδικότερα τις σχετικές αρχές που έθεσε η νομολογία για σκοπούς μιας αναγνώρισης ενός κατηγορουμένου, ως του δράστη, κρίνω, ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων επί του προκειμένου ζητήματος. Ακροσφαλές υπόβαθρο, αποτελούν και τα όσα ανέφερε, εν σχέσει με το εάν το όχημα του κατηγορούμενου, ήταν όντως το επίδικο όχημα. [ΜΚ3] Η μαρτυρία του ΜΚ3, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και επομένως, τούτη, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Καμία μαρτυρία, κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο υφίσταται που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ψευδώς. Ο μάρτυρας, έθεσε, το υπόβαθρο των γνώσεων του και οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ] Ασάφειες και ερωτηματικά, δημιουργήθηκαν και από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ειδικότερα, ερωτηματικά δημιουργήθηκαν, για το εάν τους αρ. εγγραφής του επίδικου οχήματος τους κατέγραψε αμέσως, μόλις τούτο εισήλθε μπροστά τους, μετά τη λήξη του δεύτερου περιστατικού, ή όπως είναι η θέση της υπεράσπισης, εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου, σε χρόνο μεταγενέστερο, κοντά στα φώτα τροχαίας του «Καλησπέρα» και επειδή τούτο ομοίαζε με το επίδικο όχημα (ίδιο χρώμα και μάρκα), η Παραπονούμενη κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του[3], προχωρώντας, έτσι, σε καταγγελία επί λανθασμένων αρ. εγγραφής οχήματος. Προς τα πιο πάνω, η Παραπονούμενη, παρέθεσε, ουσιαστικά, διαφορετικά, μεταξύ τους, γεγονότα, κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε, ο ισχυρισμός ότι οι αναφερόμενοι αρ. εγγραφής, ανήκουν στο επίδικο όχημα, να παραμένει μετέωρος. Από τη μία ανέφερε, ότι κατέγραψε τους εν λόγω αρ. εγγραφής στο κινητό της, μόλις τούτο εισήλθε μπροστά τους, και από την άλλη, ότι το επίδικο όχημα τους προσπέρασε, πριν την αερογέφυρα, και μετά από αυτήν, που οι λωρίδες κυκλοφορίας γίνονται τρεις, ενώ πήγαιναν, τον είδαν και έγραψαν τους αρ. εγγραφής του οχήματος του. Αμφιβολίες, δημιουργήθηκαν και εν σχέσει και με τον ισχυρισμό της ότι είδε, ότι το επίδικο όχημα, ήταν τύπου convertible και τούτο, γιατί η εν λόγω μάρτυρας, πέραν του ότι στην γραπτή της κατάθεση ουδεμία αναφορά κάνει ως προς τα χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος, πάρα μόνον στους αρ. εγγραφής του, κατά την αντεξέταση της, μετά που ισχυρίστηκε ότι τούτο το ανέφερε στον αστυνομικό, κατά τη λήψη της κατάθεσης της, μεταθέτοντας το βάρος της παράλειψης καταγραφής τούτου, επί της γραπτής της καταθέσεως, στον τελευταίο, έπειτα, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν αν όντως του το ανέφερε, καταλήγοντας, εντέλει, να αναφέρει ότι ανεξαρτήτως αν ήταν ή όχι τέτοιου τύπου, σημασία είχε η καταγραφή των αριθμών εγγραφής του εν λόγω οχήματος. Ούτε η παρέλευση του χρονικού διαστήματος που είδε, τελευταία φορά, η Παραπονούμενη, τον κατηγορούμενο, ήτοι πριν περίπου 2,5 και πλέον έτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η οπτική της επαφή με το πρόσωπο του τελευταίου ήταν κάποια δευτερόλεπτα, μη διευκρινίζοντας πόσα ακριβώς, χωρίς, έτσι, να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα αν η ματιά που οδήγησε στην αναγνώριση ήταν φευγαλέα ή όχι, καθώς επίσης ότι καμία περιγραφή των χαρακτηριστικών του προσώπου του ή άλλων τέτοιων χαρακτηριστικών του επίδικου οδηγού, καταγράφηκαν ή δόθηκαν επί της γραπτής της κατάθεσης, ώστε αυτά να συσχετιστούν με τα όποια ανάλογα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι καθιστούν τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, επίσης ακροσφαλές υπόβαθρο για την επ' αυτής ασφαλή κρίση, ως προς την ταυτότητα τόσον του επίδικου οχήματος όσον και του οδηγού αυτού, λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές, που θέτει η νομολογία επί του θέματος της αναγνώρισης ενός προσώπου. [ΜΚ5] Η μαρτυρία της ΜΚ5, δεν βοήθησε ουσιαστικά στην επίλυση των επίδικων θεμάτων που αφορούν τη παρούσα υπόθεση. Περί των αναφορών της εν σχέσει με το εάν ο κατηγορούμενος ήταν ή όχι ο οδηγός του επίδικου οχήματος, τούτα αποτελούν συμπεράσματα της μάρτυρος και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε εν σχέσει με τον οδικό φωτισμό, μετά τον κυκλικό κόμβο του ΓΣΠ, αφού, ως η ίδια ανέφερε «πιστεύει ότι υπάρχει». Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα των Παραπονουμένων, η μόνη σχετική, με το θέμα της αναγνώρισης, μαρτυρία, που εδώ αφορά, καθίσταται έκδηλο ότι, η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, ως προκύπτει από τα εκεί γραφόμενα μου, κρίνω ότι ενόψει του ότι η μαρτυρία σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου, ως του οδηγού του επίδικου οχήματος, είναι φτωχή και αδυνατούσα να τεκμηριώσει θετικά και με ασφάλεια την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του δράστη, καθιστώντας την ως κακής ποιότητας και χωρίς να έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό είναι το πρόσωπο που προέβη στη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος, οδηγώντας το επίδικο όχημα, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να απαλλάξω τον κατηγορούμενο. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας και μόνον, σημειώνω ότι ο ΜΥ2 μου έκανε άριστη εντύπωση. Ουσιαστικά πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, παρόλο που τούτος κλήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και συνέπεια. Καμία μαρτυρία, κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο υφίσταται που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ψευδώς. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο σημειώνω ότι, σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του[4]. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία των Παραπονούμενων, που επ' αυτής βασίστηκαν και οι οποιεσδήποτε ελπίδες της Κατηγορούσας Αρχής για καταδίκη του Κατηγορούμενου, αυτό που στην πραγματικότητα παραμένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, η ΜΥ1 και ο Κατηγορούμενος, προώθησαν, είτε μέσω τη δια ζώσης μαρτυρία τους, είτε μέσω των καταθέσεων τους, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του τελευταίου, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο τελευταίος στη παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς, λοιπόν, πληρότητας και μόνον, σημειώνω ότι όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του κατηγορούμενου και της ΜΥ1, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τούτη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει, με δεδομένη και την απουσία των νομολογιακά τιθέμενων κριτηρίων που καθιστούν το ψεύδος ενός κατηγορούμενου, ενισχυτική μαρτυρία [βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260]. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου και επομένως ο τελευταίος, απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτήν. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [2] Απόσπασμα από τα πρακτικά ημ. 12.04.2023 « Ε. Κύριε Χωρατά, είναι η θέση μου ότι από τη στιγμή που μόνος σας αναφέρατε ότι ήταν δίπλα σας, εσείς ελαττώσατε ταχύτητα και μόλις μπήκε μπροστά σας αυτός ανέπτυξε, δεν είναι δυνατόν να γράψετε τους αριθμούς εγγραφής του μαύρου Mercedes αμέσως. A. Μπορείτε να υποβάλλετε ό, τι ακριβώς θέλετε. Εμείς καταγράψαμε και οι τρεις μας είδαμε τα νούμερα του αυτοκινήτου και τα καταγράψαμε. [3] Ως ανέφερε ήταν η μόνη που κατέγραψε στο κινητό της του αρ. εγγραφής του οχήματος του κατηγορούμενου. [4] Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40), Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο