← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΕΛΙΖΑΣ ΜΑΡΚΟΥΛΙΑ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 27825/2019, 16/9/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΕΛΙΖΑΣ ΜΑΡΚΟΥΛΙΑ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 27825/2019, 16/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 27825/2019 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΕΛΙΖΑΣ ΜΑΡΚΟΥΛΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: Α. Παναγή (κα) Για την Κατηγορούμενη: Κατσαρού (κα), για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 29.06.2019 και περί ώρα 10:55, μεταξύ του οχήματος της κατηγορούμενης και της πεζής, Μαρίας Χ' Τοφή Δημητρίου, [στο εξής η «παραπονούμενης»], επί της οδού Άντη Χ΄Κωστή, παρά τον κυκλικό κόμβο «ΔΙΑ», στην Έγκωμη, της Επαρχίας Λευκωσίας. Ως αποτέλεσμα τούτου, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία]. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε ως μάρτυρες κατηγορίας, την Αστ. 0808, Σ. Ξενοφώντος [ΜΚ1], τον Λοχ. 843, Μάριο Αντωνίου [ΜΚ2] και τέλος την παραπονούμενη [ΜΚ3], ενώ, από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, η τελευταία επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 13 τεκμήρια. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η συνήγορος για την κατηγορούμενη προέβη στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα[1], τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: - ότι η κατηγορούμενη, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, ήταν η οδηγός του επίδικου οχήματος. - ότι το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών της παραπονούμενης [Βλ. Τεκμήριο 7] είναι αληθές, και δη ότι, η τελευταία, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου και κάκωση δεξιού ώμου. Γ. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού, λοιπόν, ασχοληθώ με την ενώπιον μου μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε πηγάζουν από την αναντίλεκτη, ενώπιον μου, μαρτυρία. Στις 29.06.2019 και περί ώρα 10:55, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της επί της οδού Άντη Χ'Κωστή, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Δία. Η εν λόγω οδός, ως η πορεία της κατηγορούμενης, αποτελείτο από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ίδιας κατεύθυνσης. Και στις δύο αυτές λωρίδες, υπήρχαν οχήματα, σε στάση αναμονής, στο σημείο εκκίνησης επί του κυκλικού κόμβου, με το όχημα της κατηγορούμενης να βρίσκεται, στη δεξιά (δεύτερη) λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη, μαζί με μια φίλη της [στο εξής η «φίλη»], με σκοπό να διασταυρώσουν την οδό Άντη Χ' Κωστή, εισήλθαν στο οδόστρωμα της εν λόγω οδού, από τα αριστερά της κατηγορούμενης. Αφού πέρασαν την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, σε κάποιο σημείο[2] ένας εκ των αριστερών τροχών του οχήματος της κατηγορούμενης πέρασε πάνω από το δεξιό πόδι της παραπονούμενης, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της, να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί, ως ανωτέρω, αναφέρθηκε. Η κατηγορούμενη, η οποία είχε ακριβώς πριν εκκινήσει το όχημα της για να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο, δεν είχε, προηγουμένως, ελέγξει την τροχαία κίνηση στα αριστερά της[3]. Όταν, η τελευταία, αντιλήφθηκε τι συνέβη, κατέβηκε από το όχημα της και μετάφερε την παραπονούμενη σε ιατρικό κέντρο. Ενόψει του τρόπου που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, δεν υπήρξαν ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης. Τα όποια σημεία επαφής, στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 2], αλλά και στο συμμετρικό που μεταφέρθηκαν ακολούθως [Βλ. Τεκμήριο 3], υποδείχθηκαν από την κατηγορούμενη και την παραπονούμενη και σημειώθηκαν με τις ενδείξεις Χ και Χ1, αντίστοιχα. Τα πιο πάνω παραδεκτά και κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου[4]. Δ. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΔΙΚΩΝ θέση της Κατηγορούσας αρχής είναι ότι, η παράλειψη της κατηγορούμενης να ελέγξει την τροχαια κίνηση εκ αριστερών της, προτού εκκινήσει το όχημα της, με σκοπό να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο Δια, επέφερε το αποτέλεσμα του τραυματισμού της παραπονούμενης. Από την άλλη, θέση της Υπεράσπισης είναι ότι η παράλειψη της κατηγορούμενης να μην ελέγξει την εκ αριστερών της Τροχαία κίνηση, προτού εκκινήσει το όχημα της, για να εισέλθει στον επίδικο κυκλικό κόμβο, δεν απολήγει, σε κρίση ότι οδήγησε αμελώς. Ε. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για το υπό κρίση αδίκημα, περιοριστικά ωστόσο στα επίδικα ζητήματα που παρέμειναν προς επίλυση. Ειδικότερα, στην οδική συμπεριφορά της κατηγορούμενης κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη επιδίωξε να διασταυρώσει την επίδικη οδό, και τον τρόπο με τον οποίο έδρασε, σχετικώς, η τελευταία. ΜΚ1 Η ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως η εξεταστής της υπόθεσης και περαιτέρω κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση με την εν γένει εξέταση τροχαίων ατυχημάτων. Στα πλαίσια των ενεργειών της για το επίδικο ατύχημα, ετοίμασε, αρχικώς το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ακολούθως, μετέτρεψε τούτο σε συμμετρικό. Κατά τη μαρτυρία της υιοθέτησε τη κατάθεση της [βλ. Τεκμήριο 1], και κατέθεσε σειρά άλλων εγγράφων ως Τεκμήρια, στα οποία και θα γίνει ειδική αναφορά, κατωτέρω, αν κριθεί τούτο αναγκαίο. Συνεπεία του γεγονότος ότι η σκηνή του ατυχήματος δεν βοήθησε για αντικειμενική κρίση ως προς το σημείο επαφής του οχήματος της κατηγορούμενης με το πόδι της παραπονούμενης [ελλείψει σχετικών ευρημάτων] επί του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής τοποθέτησε, καθ΄ υπόδειξη των δύο τελευταίων, τα σχετικά σημεία Χ και Χ1, αντίστοιχα. Επίσης καθ' υπόδειξη, και πάλι, της παραπονούμενης, τοποθέτησε, με διακεκομμένες γραμμές, επί του ρηθέντος σχεδίου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της κατηγορούμενης, το περίγραμμα ενός σαλούν οχήματος, μπροστά από το οποίο, ως η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, πέρασε, προτού επισυμβεί το ατύχημα. Η ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι, στη βάση της εκδοχής της παραπονούμενης, η κατηγορούμενη είχε πλήρη ορατότητα, ως προς το σημείο που οι πεζές διασταύρωναν την εν προκειμένω οδό, αφού το εξ αριστερών της όχημα ήταν τύπου σαλούν και επομένως δεν είχε πλήρη περιορισμό ορατότητα της θέσης και κινήσεων των πεζών. Σε υποβολές της υπεράσπισης ότι, η κατηγορούμενη δεν όφειλε να ελέγξει την τροχαία κίνηση εξ αριστερών της, πριν εκκινήσει, για να εισέλθει στον αναφερόμενο κυκλικό κόμβο, η ΜΚ1 απάντησε «Α. εγώ σαν οδηγός λόγω της δουλειάς μου, ναι, θα κοίταζα.», παρά το γεγονός ότι, στα πλαίσια της γραπτής της κατάθεσης προέβαλε αντίθετο ισχυρισμό. ΜΚ2 Ο ΜΚ2, παρουσιάστηκε, ενώπιον Δικαστηρίου, με σκοπό να καταθέσει το ημερολόγιο ενεργείας [βλ. Τεκμήριο 13 - αρ. καταχώρησης 5], το οποίο ετοίμασε, σε σχέση με την εισήγηση του για ποινική δίωξη της κατηγορούμενης. Αφού αναφέρθηκε στα χρόνια εμπειρίας του στην Τροχαία Λευκωσίας, στήριξε την πιο πάνω εισήγηση του, κυρίως, επί της αναφοράς της κατηγορούμενης, στην κατάθεσης της, ότι δεν κοίταξε αριστερά, πριν εκκινήσει. Κατά τον μάρτυρα, η παράλειψη της αυτή, αποτέλεσε, ουσιαστικά, τον λόγο που δεν αντιλήφθηκε τις πεζές, με αποτέλεσμα, εντέλει και να επισυμβεί το ατύχημα. Τόσο η θέση του αυτή, όσον και οι λοιπές θέσεις του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και για το εάν αλλά και για το ποιος υπέχει ευθύνης για την πρόκληση του, αφορούσαν δικές του εκτιμήσεις στη βάση του περιεχομένου του φακέλου της αστυνομίας, αφού ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε κανένα στάδιο, στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ Η παραπονούμενη ανέφερε ότι, την επίδικη ημέρα, ενώ βρισκόταν στο αριστερό, ως η πορεία της κατηγορούμενης, πεζοδρόμιο της οδού Αντή Χ'Κωστη, με την φίλη της, εισήλθαν στο οδόστρωμα με σκοπό να μεταβούν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αρχικά, εισήλθαν στο οδόστρωμα και πέρασαν μπροστά από το εν αναμονή όχημα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της, και ακολούθως, αφού έκανε ένα βήμα, εντός της επόμενης λωρίδας, το όχημα της κατηγορούμενης, ξαφνικά, εκκίνησε, με αποτέλεσμα ένας εκ των αριστερών τροχών του, να περάσει πάνω από το δεξί της πόδι, χωρίς όμως να μπορεί να αναφερθεί με σιγουριά, εάν ήταν ο μπροστινός ή πισινός τροχός του οχήματος. Ωστόσο, στη βάση της σχετικής θέσης της φίλης της, ανέφερε ότι, πιθανόν να ήταν ο πίσω αριστερός τροχός του, με την τελευταία αυτή θέση της, να προωθείται εντέλει, και ως η απόλυτη εκδοχή της παραπονούμενης. Τέλος, η παραπονούμενη, επέμεινε στην ορθότητα του σημείου Χ1, που η ίδια υπέδειξε, ως το ορθό σημείο επαφής της με το όχημα της κατηγορούμενης. ΣΤ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic

(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8-
(1)(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, ως ίσχυε τότε - προνοεί ότι «. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης..». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπο προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε η κατηγορούμενη υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν η κατηγορούμενη, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[5] από πλευράς της κατηγορούμενης. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[6] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[7] κατ' αναλογία]. Σχετική, με υποθέσεις που αφορούν θύματα πεζούς, είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, όπου αναφέρθηκε ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Επιπρόσθετα, αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασύνηθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 151, 158 και 159). Ζ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενο της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[8] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και/ή μάρτυρα δεν αποτελεί μεμπτή προσέγγιση [βλ. Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 C.L.R. 257, Kades v. Nicolaou and another
(1989)1 C.L.R. 212, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506]. Ωστόσο, προτού προχωρήσω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. ΜΚ1 Η ΜΚ1 αν και κατάθεσε με τρόπο ειλικρινή, παρά ταύτα, δεν βοήθησε το Δικαστήριο στο να εξάγει συμπέρασμα ως προ το σημείο επαφής, καθότι η επί τούτου μαρτυρία της περιορίστηκε στις σχετικές υποδείξεις των ενεχόμενων προσώπων, με δεδομένη και την ανυπαρξία σχετικής ζημιάς στο όχημα της κατηγορούμενης. Στην καταγεγραμμένη, στην κατάθεση της, θέση, περί του ότι, η κατηγορούμενη δεν όφειλε, προτού εκκινήσει το όχημα της να κοιτάξει στα αριστερά, θέση, που εν πάση περιπτώσει, ακολούθως, διαφοροποίησε άρδην, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της αποδώσει τη δυναμική που θέλει να της προσδώσει η υπεράσπιση, αφού αφορά σε ζήτημα, το οποίο, αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύσει έχει το Δικαστήριο. Το θέμα ευθύνης ενός οδηγού υπό τις όποιες εκάστοτε περιστάσεις, αφορά σε αμιγώς νομικό ζήτημα, για το οποίο δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης, από οποιονδήποτε μάρτυρα, πόσον μάλλον όταν, τούτη, εδράζεται επί ημεδαπού δικαίου. Όσον αφορά τα σχεδιαγραφήματα που ετοίμασε, παρά την διάσταση που παρατηρείται, ως προς τα εκεί υποδειχθέντα σημεία επαφής, τούτα αποτελούν πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, τα σχέδια αποτελούν θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388]. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ1 ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. ΜΚ2 Για τους ίδιους λόγους, που ανέφερα ανωτέρω, στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ1, ούτε στην μαρτυρία του ΜΚ2, που στην ουσία, θέλει την κατηγορούμενη να όφειλε να ελέγξει την εξ αριστερών ενδεχόμενη τροχαία κίνηση προτού εκκινήσει, θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Ως υπεδείχθη, πρόκειται για αμιγώς νομικό ζήτημα για το οποίο ετάχθη το Δικαστήριο, υπεύθυνο για να αποφασίσει. Αν έχω κάτι να προσθέσω είναι ότι, η εν προκειμένω συλλογιστική, τόσο της ΜΚ1 όσον και του ΜΚ2, εδράζονται επί της κατά τα άλλα αμφισβητούμενης θέσης ότι η παραπονούμενη, προ του ατυχήματος, βρισκόταν σε τέτοιο σημείο που θα επέτρεπε στην κατηγορούμενη, αν εξέταζε την εξ αριστερών της τροχαία κίνηση, να την αντιληφθεί. Ως σημειώνεται συναφώς στο σύγγραμμα « Το Δίκαιο της Απόδειξη», Κεφ.15, σελ. 583, των Ηλιάδη & Σάντη όσο σημαντική και να είναι η μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα, εφόσον κριθεί ως τέτοιος από το Δικαστήριο, δεν είναι ορθό, όταν ταυτοχρόνως προσφέρεται μαρτυρία από τον ίδιο τον διάδικο, η δικαστική αξιολόγηση να βασίζεται κατ' ουσία στη μαρτυρία του τελευταίου και μάλιστα κατ' απομόνωσίν, αφού η μαρτυρία του πραγματογνώμονα, από όπου και να προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΚ2, δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά στην εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων, ως προς τις πραγματικές συνθήκες του επίδικου ατυχήματος, ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ Όσον αφορά τη μαρτυρία της παραπονούμενης, θεωρώ ότι ούτε τούτη κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Και εξηγώ. Ήταν η θέση της ότι, αφού αρχικά πέρασε μπροστά από το όχημα στην αριστερή (πρώτη) λωρίδα κυκλοφορίας, ακολούθως εισήλθε στην δεξιά (δεύτερη) λωρίδα κυκλοφορίας και τότε το όχημα της κατηγορούμενης εκκίνησε, ξαφνικά, με αποτέλεσμα ο πισινός αριστερός τροχός του να περάσει πάνω από το πόδι της, στο σημείο, που υπέδειξε ως Χ
  1. Ωστόσο, το σημείο Χ1, βρίσκεται κάποια εκατοστά, πριν από την διακεκομμένη άσπρη γραμμή [σήμανση επί εδάφους] και δη ακριβώς πριν την είσοδο στον κυκλικό κόμβο. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η ίδια η παραπονούμενη θέλει το όχημα της κατηγορούμενη να βρίσκεται ακινητοποιημένο ως πρώτο, εντός της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας, με σκοπό να εισέλθει, όταν θα ήταν επιτρεπτό από την τροχαία κίνηση, στον κυκλικό κόμβο. Επανερχόμενος, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κρίνω την ανωτέρω βασική της θέση περί πατήματος του ποδιού της από τον αριστερό πισινό τροχό του οχήματος της κατηγορούμενης στο σημείο Χ1 που υπέδειξε, εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών σχετικών ευρημάτων. Ο μόνος τρόπος τα γεγονότα να έγιναν ως η παραπονούμενη ισχυρίστηκε θα ήταν αν το όχημα της κατηγορούμενης, προ της εκκίνησης του, βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος του εντός του κυκλικού κόμβου και δη σε τέτοιο σημείο που ο αριστερός πισινός τροχός του να βρισκόταν λίγο πριν το σημείο Χ
  2. Εξάλλου, ως διαφαίνεται και από τις αυτουσίως πιο κάτω παρατεθείσες σχετικές τοποθετήσεις της, η συναφής μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και αβεβαιότητα. Έχουν ως εξής: « [.] Ε. Με ποιον τροχό σας πάτησε η κατηγορούμενη, θεωρείται; Α. Νομίζω ήταν με τον πίσω, όπως είναι το αυτοκίνητο, αριστερός τροχός. Ε. Άρα για να σας πατήσει με τον πίσω τροχό, βρισκόσασταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης; Α. Όχι, απλώς πέρασε που μπροστά μου έτσι τζαι έπιασε με στο πίσω μέρος, όπου πήγαινε να στρίψει, έπιασε με ο πισινός τροχός (η μάρτυρας δείχνει με τα χέρια της να περνά από μπροστά της το όχημα της κατηγορούμενης). Ε. Αναφέρετε τώρα πήγαινε να στρίψει, αφού θα πήγαινε ευθεία. Α. Είχε μπει μέσα στον κυκλικό κόμβο, κάπου θα έστριβε, θα έμπαινε μέσα στον κυκλικό κόμβο, δεν ξέρω αν θα πήγαινε αριστερά, I don't know που θα πήγαινε. [.]». Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη την κοινή θέση ότι το όχημα της κατηγορούμενης ήταν ακινητοποιημένο δίπλα ακριβώς από το έτερο όχημα που βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αμφότερα, με σκοπό να εισέλθουν στον κυκλικό κόμβο, αν η παραπονούμενη, ακριβώς πριν το ατύχημα βρισκόταν σε σημείο μπροστά από το αριστερό, της κατηγορούμενης, ακινητοποιημένο όχημα, ο τροχός του οχήματος της τελευταίας που θα την πατούσε θα ήταν ο αριστερός μπροστινός και όχι ο πισινός του, δεδομένης της αναμενόμενης κίνησης του ρηθέντος οχήματος, που δεν ήταν άλλη από την απλή, προς τα εμπρός, κίνηση για να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο. Το ίδιο θα συνέβαινε, ακόμα και αν δεχθούμε την μια εκ των σχετικών εκδοχών της παραπονούμενης, που θέλει το όχημα της κατηγορούμενης, ακριβώς πριν το ατύχημα, να επιχείρησε να στρίψει. Και τούτο γιατί, η μόνη λογική, υπό τις επίδικες περιστάσεις, στροφή, θα αφορούσε αριστερόστροφη κίνηση, ως, δηλαδή, η πορεία των λωρίδων του κυκλικού κόμβου. Μια τέτοια αριστερόστροφη κίνηση, προϋποθέτει ότι πρώτα οι μπροστινοί τροχοί του οχήματος θα κινηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση και έπειτα οι πισινοί. Υποδεικνύω, επί τούτου, ότι η σχετική μαρτυρία της παραπονούμενης, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, δεν ήταν διαφωτιστική, ούτε ως προς το σε πιο ύψος ήταν το όχημα προτού προβεί στην κατ' ισχυρισμό αυτήν στροφή, ούτε ως προς το κατά πόσον επρόκειτο για αριστερή ή δεξιά στροφή. Επομένως, θεωρώ ότι τα όσα ανάφερε η παραπονούμενη δεν συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από την πραγματική αλλά αδιαμφισβήτητή ενώπιον του δικαστήριο μαρτυρία, ούτε και με την κοινή λογική. Επομένως η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών ευρημάτων και επομένως απορρίπτεται στην ολότητα της. Τέλος, δεν μου διαφεύγει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε, υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, η κατάθεση της φίλης της παραπονούμενης [Βλ. Τεκμήριο 11]. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για την απόφανση ως προς την βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν θα πρέπει να προδώσω στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης οποιαδήποτε βαρύτητα, καθότι προέρχεται από πρόσωπο που στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται να διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την κατηγορούμενη, για το οποίο δεν δόθηκε καμία, ουσιαστικά, εξήγηση, παρά μόνον, εντελώς γενικά και αόριστα, ότι υπήρχαν δυσκολίες για να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου, παράγοντες που σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη κατά την διεργασία αυτή του Δικαστηρίου. Εξάλλου το γεγονός ότι η παρουσία εξ ακοής μαρτυρίας είναι, κατά κανόνα, επιτρεπτή, δεν απολήγει στην εξουδετέρωση ή έστω μείωση της σημαντικότητας του έτερου, εξίσου σημαντικού, κανόνα αποδείξεως και δη αυτού της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας [βλ. απόφαση πλειοψηφίας Ιωάννης Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu [2016], Αρ. Εφεσης 13/2015]. Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η κατηγορούμενη, μετά την κλήση της, από το Δικαστήριο για απολογία, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι η κρίση μου ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου επαρκής αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να εξάξω ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Μόνο με υποθέσεις θα μπορούσα να καταλήξω σε κάτι τέτοιο, πράγμα ανεπίτρεπτο [βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363]. Το κατά πόσον, υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, η παράλειψη της κατηγορούμενης να κοιτάξει αριστερά, ήταν ή αποτέλεσε, έστω, γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος, παρέμεινε άγνωστο, καθότι, η πιθανότητα η παραπονούμενη να εισήλθε στο οδόστρωμα της εν προκειμένου οδού από σημείο που δεν θα ήταν ορατή στην κατηγορούμενη ακόμα και εάν έστρεφε στα αριστερά την προσοχή της[9] δεν μπορεί να αποκλειστεί [βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18]. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και το αποτέλεσμα της παρούσας ποινικής δίωξης. Ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. [Υπ.] Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα [βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 ημερ. 15.7.2008]. [2] Επί του ρηθέντος σημείου, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικές εκδοχές. [3]Ως προς το σημείο που βρισκόταν το όχημα της κατηγορούμενης όταν εκκίνησε για να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο, και ως προς το με ποιο εκ των αριστερών τροχών της πέρασε πάνω από το πόδι της παραπονούμενης παρέμεινε διαφιλονικούμενο. [4] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [5] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [6] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [7] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [8] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [9] Μια τέτοια ενέργεια από πλευράς της κατηγορούμενης δεν αναμένετε να επεκτείνεται και σε οτιδήποτε κινείται στην πίσω αριστερή πλευρά του οχήματος της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.