ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΜΕΡ ΑΛ ΖΟΥΠΙ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 22118/2019, 16/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 22118/2019 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ και ΑΜΕΡ ΑΛ ΖΟΥΠΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 16 Οκτωβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Α. Παναγή (κα), για να ακούσει απόφαση Τσαγγαρίδης (κος) Για τον Κατηγορούμενο: Γ. Κωνσταντίνου (κος) και Μούσκου (κα) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά σε τροχαίο δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο
(2)κατηγορίες και συγκεκριμένα, αυτήν της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης[[1]] [1η κατηγορία] καθώς επίσης, και αυτήν, των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων[[2]] [2η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων, του Ν.86/72 και του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, αντίστοιχα, ως τούτα καταγράφονται, σε έκαστη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, στις 09.06.2018, στον αυτοκινητόδρομο, Λεμεσού - Λευκωσίας, πάρα τον Κοτσιάτη, της Επαρχίας Λευκωσίας, φέρεται να οδηγούσε το όχημα του, κατά τρόπο αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε, κατά το δεδομένο χρόνο, ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού [1η κατηγορία], καθώς επίσης και με τρόπο βεβιασμένο ή αμελή, θέτοντας, έτσι, σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή το ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο. [2η κατηγορία]. Ο Κατηγορούμενος, απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούσα αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε, συνολικά, δώδεκα [12] μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα κάλεσε την Αστ. 777 Νικολίνα Κουτσοφτή [ΜΚ1], τον Λοχ.466 Ευριπίδη Ανδρέου [ΜΚ2], τον Αστ.577 Ιωάννη Σανταφιανό [ΜΚ3], την Κατερίνα Κωνσταντίνου [ΜΚ4], τον Αλέξανδρο Τρύφωνος [ΜΚ5], τον Δημήτρη Παπαηλία [ΜΚ6], τον Γιώργο Παπαηλία [ΜΚ7], την Έλενα Δαλίτου [ΜΚ8], τον Δρ. Παρασκευά Μιλτιάδους [ΜΚ9], τον Δρ. Οδυσσέα Χρίστου [ΜΚ10], τον Δρ. Δημήτρη Νικολαίδη [ΜΚ11] και τέλος την Δρ. Ακριβή Καρδάμα [ΜΚ12]. Αφότου το Δικαστήριο, έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να παρουσιάσει μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία, συνολικά, κατατέθηκαν 39 ΤΕΚΜΗΡΙΑ. Επίσης, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως προς την δεσμευτικότητα αυτών, παραπέμπω, κατ' αναλογία, στις υποθέσεις Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628]. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση, είτε αυτά εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών τούτα έχουν ως εξής: Στις 09.06.2018 και περί ώρα 06:15, επισυνέβη τροχαίο δυστύχημα, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, πάρα τον Κοτσιάτη, με ενεχόμενα οχήματα, το όχημα του κατηγορούμενου, μάρκας VOLKSWAGEN PASSAT [στο εξής το «PASSAT»], το όχημα του ΜΚ7, τύπου ελαφρύ φορτηγό [στο εξής το «ελαφρύ φορτηγό»] και τέλος το όχημα του ΜΚ5, τύπου βαρύ φορτηγό [στο εξής το «βαρύ φορτηγό»]. Οδηγός του PASSAT, ήταν ο κατηγορούμενος με συνεπιβάτες, ακόμα, τέσσερα
(4)πρόσωπα, οδηγός του ελαφρύ φορτηγού ήταν ο ΜΚ7, με συνοδηγό τον ΜΚ6 και τέλος οδηγός του βαρύ φορτηγού, ήταν ο ΜΚ5. Το ατύχημα, επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή, με τον δρόμο, στο σημείο του δυστυχήματος, να ήταν ευθύς και επίπεδος. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης και κάθε κατεύθυνση, διαχωρίζετο από μεταλλικό διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Στο σημείο του δυστυχήματος, υπήρχαν τρεις
(3)λωρίδες κυκλοφορίας και μια
(1)λωρίδα επιτάχυνσης, η οποία συνδέετο με την είσοδο, στον αυτοκινητόδρομο, από το χωριό Κοτσιάτης. Οι λωρίδες κυκλοφορίας ήταν πλάτους 3,60μέτρα και διαχωρίζονταν με άσπρη γραμμή, ενώ η λωρίδα επιτάχυνσης ήταν πλάτους 4,60μέτρα. Η ορατότητα του δρόμου ως η πορεία των οδηγών ήταν πέραν των 100 μέτρων. Το όριο ταχύτητας ήταν 100ΧΑΩ. Ορίστηκε από το Δικαστήριο, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, για σκοπούς κοινής τοποθέτησης και αντίληψης όλων των μερών, ως 1η λωρίδα κυκλοφορίας - η δεξιά λωρίδα προς κιγκλιδώματα, η 2η λωρίδα κυκλοφορίας - μεσαία λωρίδα, η 3η λωρίδα κυκλοφορίας - αργή λωρίδα και τέλος ως 4η λωρίδα - λωρίδα επιτάχυνσης. Τα τρία
(3)ενεχόμενα οχήματα, πριν επισυμβούν τα γεγονότα του επίδικου δυστυχήματος, κινούνταν με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, τη δεδομένη στιγμή, κινείτο στη 2η λωρίδα κυκλοφορίας, ο ΜΚ7 στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και ο ΜΚ5, κινείτο στην 4η λωρίδα, εισερχόμενος από την είσοδο Κοτσιάτη. Το βαρύ φορτηγό, ανεξάρτητα και μακριά της λωρίδας κυκλοφορίας που το κάθε όχημα κινείτο, προπορευόταν των άλλων δύο ενεχόμενων οχημάτων, με απόσταση, περίπου, 20 -25 μέτρα από το ελαφρύ φορτηγό, το οποίο ακολουθούσε και περίπου 150 μέτρων από το passat. Η σύγκρουση μεταξύ ελαφρύ και βαρύ φορτηγού έγινε στο σημείο Χ1, ήτοι εντός της 4ης λωρίδας κυκλοφορίας. Προ του σημείου Χ1, εντός της 4ης λωρίδας κυκλοφορίας, αποτυπώθηκαν στην άσφαλτο, με αριστερή κλίση, ως η πορεία των οχημάτων, τα ίχνη από τα ελαστικά του Passat, τα οποία και σημειώθηκαν, στο συμμετρικό σχέδιο [Βλ. Τεκμήριο 3] με την ένδειξη Α
- Το passat και το ελαφρύ φορτηγό, μετά που το τελευταίο κτύπησε στο βαρύ φορτηγό, ακολούθησαν ανεξέλεγκτη πορεία μέχρις ότου και ακινητοποιήθηκαν στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση αντίθετη, ως ήταν η αρχική τους πορεία και δη προς Λεμεσό. Η ΜΚ1, μετέβη στη σκηνή, αυθημερόν, περί ώρα 06:45, εντοπίζοντας, στις τελικές τους θέσεις, το PASSAT και το ελαφρύ φορτηγό. Το βαρύ φορτηγό, παρόλο που ήταν και αυτό ενεχόμενο όχημα, μετακινήθηκε, εκτός των λωρίδων κυκλοφορίας, πριν την άφιξη της. Παρόντες στη σκηνή ήταν ο ΜΚ5, οι συνεπιβάτες του κατηγορούμενου και οι ΜΚ6 και ΜΚ7, οι οποίοι παρέμεναν εγκλωβισμένοι, εντός του ελαφρύ φορτηγού. Ο κατηγορούμενος, είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας [στο εξής το «Γ.Ν.Λ.»]. Οι ΜΚ6 και ΜΚ7, αφού απεγκλωβίστηκαν, με τη βοήθεια της πυροσβεστικής υπηρεσίας, μεταφέρθηκαν, επίσης, στο ΤΑΕΠ του Γ. Ν. Λ. Το PASSAT, υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημιές στο μπροστινό μέρος, στην αριστερή πλευρά και στο μέρος της οροφής του οχήματος [βλ. Τεκμήριο 4]. Το ελαφρύ φορτηγό, υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημιές στο μπροστινό μέρος και πίσω δεξί μέρος [Βλ. Τεκμήριο 6]. Τέλος το βαρύ φορτηγό, υπέστη ελαφριά ζημιά, στο πίσω δεξί του μέρος και συγκεκριμένα στο πίσω δεξί φανάρι και στα έμβολα [βλ. Τεκμήριο 5]. Ο κατηγορούμενος, υπέστη θλάση πνευμόνων και κρατήθηκε για νοσηλεία στον πνευμονολογικό θάλαμο στο Γ. Ν. Λ. για διάστημα δύο ημερών. Ο ΜΚ7, υπέστη, μεταξύ άλλων, τραυματικό ακρωτηριασμό του δεξί μηρού, κάταγμα αριστερού μηριαίου άξονα, πληγή μαλακού ιστού, στο κάτω αριστερό πόδι, κάταγμα αριστερής κνήμης, εξάρθρωση της αριστερής άρθρωσης του Chopart και εξάρθρωση της άρθρωσης του Lisfranc αριστερά. Ο ΜΚ6, υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση [υπαραχνοειδή αιμορραγία) και συντριπτικό κάταγμα πηχεοκαρπικής άρθρωσης (αριστερά), κάταγμα πλευρών (δεξιά) και κάταγμα κεφαλής βραχίονα (αριστερά)]. Στις 03.07.2018, στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου, η ΜΚ1, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ5 [οδηγό βαρύ φορτηγού], εν σχέσει με το επίδικο δυστύχημα και περαιτέρω, αφού του υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής [Βλ. Τεκμήριο 2], ο τελευταίος το υπέγραψε ως ορθό. Την ίδια ημέρα, η ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση και από τον κατηγορούμενο, υποδεικνύοντας του, επίσης, και το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, με του οποίου το περιεχόμενο ο κατηγορούμενος διαφώνησε και δεν υπέγραψε. Στις 12.09.2018, ο ΜΚ3, στο χώρο φύλαξης οχημάτων του Αστ. Σταθμού Πέρα Χωρίου, στην παρουσία της ΜΚ1, προέβη σε μηχανικό έλεγχο του οχήματος του κατηγορούμενου. Στις 14.11.2018, η ΜΚ1, υπέδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στον ΜΚ7 [οδηγός ελαφρύ φορτηγού], με το οποίο, ο τελευταίος, αφού συμφώνησε, το υπέγραψε ως ορθό. Την ίδια ημέρα, η ΜΚ1, στην παρουσία του δικηγόρου του ΜΚ7, έλαβε από τον τελευταίο ανακριτική κατάθεση. Επίσης, στις 27.05.2019, η ΜΚ1, έλαβε κατάθεση από την ΜΚ
- Στη παρούσα ακροαματική διαδικασία, παρουσιάστηκε σειρά ιατρικών εγγράφων, πιστοποιητικών και φωτογραφιών, από διάφορους μάρτυρες, εν σχέσει με τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστησαν οι ΜΚ6 και ΜΚ
- Τούτα αποτελούν, επί της ουσίας, τα Τεκμήρια, 16, 18, 28 -
- Ειδικότερα, η ΜΚ8, ως υπεύθυνη του αρχείου του Γ. Ν. Λ., κατέθεσε, πιστό αντίγραφο των ιατρικών φακέλων του ΜΚ7 ως Τεκμήριο 30 και του ΜΚ6 ως Τεκμήριο
- Ο ΜΚ9, ήταν ορθοπεδικός ιατρός στο Γ.Ν.Λ., ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο, κλήθηκε να βοηθήσει τον επί καθήκοντι ιατρό [ΜΚ10], λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του ΜΚ
- Ο ΜΚ10, ήταν ο επί καθήκοντι ιατρός, ο οποίος ανέλαβε τον ΜΚ7, μετά την εισαγωγή του στις Πρώτες Βοήθειες του Γ. Ν. Λ. Οι ΜΚ9 και ΜΚ10, περιέγραψαν τόσον, την κλινική εικόνα του τελευταίου, ως τούτος εισήχθη, την επίδικη ημέρα, τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν, καθώς επίσης και στην κλινική εικόνα του ΜΚ7, μετά το χειρουργείο. Ο ΜΚ11 ήταν ο νευροχειρουργός, ο οποίος, κλήθηκε, με σκοπό, να εξετάσει τον ΜΚ6, μετά το δυστύχημα, στο ΤΑΕΠ στο Γ.Ν.Λ.. Αναφέρθηκε στην κλινική εικόνα, τα συμπτώματα αλλά και τις ενέργειες στις οποίες προέβη για σκοπούς αντιμετώπισης της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν, ο ΜΚ
- Η ΜΚ12, είναι επίσης νευρολόγος, και ειδικότερα, ήταν η ιατρός, η οποία παρακολουθούσε τον ΜΚ6, τη περίοδο που, τούτος, νοσηλευόταν στο Μέλαθρον ΕΟΚΑ στη Λεμεσό. Αναφέρθηκε στην κλινική εικόνα του ΜΚ6, στα προβλήματα που αντιμετώπιζε καθώς επίσης, και στη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε, ο τελευταίος, κατά τη διαμονή του εκεί, μέχρι και την ημερομηνία που έλαβε σχετικό εξιτήριο. Τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καθίστανται, πλέον, ευρήματα Δικαστηρίου. Γ. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή, όλα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους, έχοντας συνεχώς κατά νου ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και το βάρος απόδειξης, περί της ενοχής του κατηγορούμενου, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Εν συντομία, παραθέτω τις θέσεις της κάθε πλευράς. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό, παραθέτοντας, προς υποστήριξη τούτης, τα καίρια σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων, που παρέλασαν ενώπιον Δικαστηρίου, παραπέμποντας, ταυτόχρονα και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Η συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή, εισηγήθηκε ότι, μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το τελευταίο, μπορεί να καταλήξει στο ασφαλές συμπέρασμα περί ενοχής του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες που ο τελευταίος φέρεται ως, ο δράστης, αυτών. Η εκδοχή της ως προς τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα ήταν ότι το Passat, σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου, πάρα τον Κοτσιάτη, με κατεύθυνση προς Λευκωσία, ενώ κινείτο, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κατά τρόπο επικίνδυνο, εισήλθε, από την 2η λωρίδα κυκλοφορίας, απότομα, στην 3η λωρίδα κυκλοφορίας, χτυπώντας, στο πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού, με αποτέλεσμα, το πρώτο να εισέλθει κάτω από το δεξιό μέρος του δεύτερου, και μαζί, τα δύο αυτά οχήματα, να κινηθούν αριστερότερα της πορεία τους. Ακολούθως, ως είχαν, συγκρούστηκε το ελαφρύ φορτηγό στο πίσω μέρος του βαρύ φορτηγού και εντέλει ακινητοποιήθηκαν, στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση, αντίθετη, επί της κανονικής τους πορείας και δη προς Λεμεσό. Η εκδοχή της υπεράσπιση, ως προς το πώς επισυνέβη το δυστύχημα, προέκυψε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα, η θέση της ήταν ότι η σύγκρουση του Passat και ελαφρύ φορτηγού, έγινε στη 2η λωρίδα κυκλοφορίας, επί της οποίας κινείτο ο κατηγορούμενος, όταν το ελαφρύ φορτηγό κινήθηκε εντός αυτής, με αποτέλεσμα, στη συνέχεια, να κινηθούν τα δύο αυτά οχήματα, μαζί, αριστερότερα της πορείας τους και να συγκρουστούν με το βαρύ φορτηγό που οδηγούσε ο ΜΚ
- Ωστόσο, ανεξάρτητα και μακριά από τα πιο πάνω, τα οποία, υπογραμμίζω ότι προέκυψαν μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων, η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ως προς την κατάληξη του Δικαστήριού για την παρούσα υπόθεση, ήταν ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό δεν είναι ικανό να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό και δη. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Βασικό επιχείρημα του συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι η κατηγορούσα αρχή, στήριξε, την υπόθεση της, ουσιαστικά, επί της μαρτυρίας της ΜΚ4, η οποία παρουσιάστηκε, στο Δικαστήριο, ως αυτόπτης μάρτυρας για την εν γένει περιγραφή της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, κατά την επίδικη ημέρα. Ως προς τούτο, η πλευρά της υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι, η μαρτυρία της ΜΚ4, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο, ώστε, το Δικαστήριο να δύναται, μόνο επί τούτης, να βασιστεί, για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και κατ' επέκταση να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, θέση της υπεράσπισης, ήταν ότι ούτε μέσα από τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο ακριβές σημείο σύγκρουσης Χ και δη εάν η σύγκρουση μεταξύ Passat και ελαφρύ φορτηγού, έγινε εντός της 3ης ή 2ης λωρίδας κυκλοφορίας, αφού στην ουσία, οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρονταν σε περιοχή σύγκρουσης Χ, μη γνωρίζοντας, και οι ίδιοι ποιο ήταν το ακριβές σημείο στο οποίο επήλθε η επίδικη σύγκρουση, passat και ελαφρύ φορτηγού. Όσον δε αφορά, το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, η υπεράσπιση, ισχυρίστηκε, και πάλι, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατόρθωσε, μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασε, να τεκμηριώσει, το αδίκημα του αρ. 236 του Κεφ.154 και δη το βαθμό της αμέλειας, που απαιτείται να αποδειχθεί, ο οποίος είναι σοβαρότερος, από τον βαθμό αμέλειας που απαιτείται για την αστική ή ποινική ευθύνη του αρ. 8 του Ν.86/72[ βλ. Μαυρομάττης ν. Αστυνομίας
(1996)2ΑΑΔ 69]. Θα αναφερθώ εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που κρίνω ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρώ ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα [βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύω, αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση τούτη ήταν διαφορετική, θα καλούμουν να εξετάσω πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου [βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224]. Δ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της, στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Ειδική αναφορά σε αυτή θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο για σκοπούς περαιτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου, εν σχέσει με το υπό κρίση αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως ήδη έχει διαφανεί πιο πάνω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν τη παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων, ως αυτά περιέχονται στα σχετικά άρθρα [Βλ. Ιωάννου ν. Αληφαντή Π.Ε 163/17 κ.α, ημερ. 07.10.2019, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28]. Επομένως, αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς απόφανσης των αμφισβητούμενων γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. [ΜΚ1] Η ΜΚ1, κατέθεσε, ενώπιον Δικαστηρίου, ως η εξεταστής της υπόθεσης. Παρουσίασε, στο Δικαστήριο, σειρά εγγράφων τα οποία, κατατέθηκαν, στη διαδικασία, ως Τεκμήρια (αναφορά σε αυτά, θα γίνει, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο, για τη συγγραφή της παρούσας απόφασης). Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης [Βλ. Τεκμήριο 1] ως ορθό (τα πλείστα εκ των αναφορών της δεν αμφισβητήθηκαν και αποτέλεσαν ήδη ευρήματα δικαστηρίου). Ως προς την εκπαίδευση που έτυχε, εν σχέσει με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, η μάρτυρας, ανέφερε ότι παρακολούθησε, σχετικό, εκπαιδευτικό πρόγραμμα, 8 εβδομάδων, από την Αστυνομική Ακαδημία. Ως προς την εμπειρία της μάρτυρος, εν σχέσει με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, η τελευταία ανέφερε ότι, συνολικά, υπηρέτησε στην Αστυνομία Κύπρου για 10 συναπτά έτη, μέχρι που αποχώρησε, περίοδο στην οποία, γενικά, διερεύνησε, περί τα 20 δυστυχήματα. Ενόψει τούτου, διευκρίνισε ότι η ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής, με τις μετρήσεις και τα σημεία ως αποτυπώθηκαν, έγινε μετά από καθοδήγηση και υπόδειξη του ΜΚ2, ο οποίος κλήθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος, προς τούτο το σκοπό. Ήταν η θέση της ότι, σε περιπτώσεις σοβαρών τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελεί συνήθης τακτική της Αστυνομίας, να καλείται στη σκηνή, πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, προς υποβοήθηση της ετοιμασίας του σχεδιαγραφήματος. Η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής το οποίο ετοίμασε η ίδια έχοντας ως υπόβαθρο το Τεκμήριο
- Ως προς το πώς κατέληξε στην πορεία που είχε το passat ανέφερε ότι έλαβε υπόψη της, τόσο τις υποδείξεις του ΜΚ5 όσον και των ιχνών που αποτυπώθηκαν, από τα ελαστικά του passat στην άσφαλτο [Βλ. Α1 - Τεκμηρίου 3], τα οποία επιβεβαίωσε, κατ΄ αντιστοιχία, μέσα από το φωτογραφικό υλικό που η ίδια παρουσίασε [Βλ. Τεκμήριο 9, φωτ. 3 και 4]. Επίσης, στη φωτογραφία 3, η μάρτυρας υπέδειξε και τα ίχνη μαυρίσματος που αποτυπώθηκαν στην άσφαλτο, από τους δεξιούς τροχούς του ελαφρύ φορτηγού. Ως προς το ποια ήταν τα συμπεράσματα της εν σχέσει με τα ευρήματα που εντόπισε στη σκηνή, η ΜΚ1, ανέφερε «Προτού κτυπήσει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, το οποίο κινείτουν στη μεσαία λωρίδα με το αυτοκίνητο το ελαφρύ φορτηγό που ήταν στην αριστερή λωρίδα, το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου βρισκόταν στη λωρίδα 2 σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, το αυτοκίνητο το ελαφρύ φορτηγό βρισκόταν στην λωρίδα 3 και σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος κινήθηκε απότομα αριστερά και χτύπησε με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του με το πίσω δεξί μέρος του ελαφρύ φορτηγού και λόγω της σύγκρουσης και της δύναμης που δέχθηκε, το αυτοκίνητο το ελαφρύ φορτηγό, μπήκε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου κάτω από το αυτοκίνητο το ελαφρύ φορτηγό και λόγω της δύναμης που ήταν σ΄ συτό το σημείο κινήθηκαν αριστερότερα. [.] Και όταν κινήθηκαν αριστερότερα εκείνην τη στιγμή στη λωρίδα επιτάχυνσης, δηλαδή στη λωρίδα 4, βρισκόταν το βαρύ φορτηγό και λόγω του ότι κινήθηκαν αριστερά τα αυτοκίνητα χτύπησαν με το βαρύ φορτηγό.». Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι μέσα από τη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν προέκυψε μαρτυρία η οποία να υποδηλώνει ότι τη δεδομένη στιγμή, η ορατότητα του κατηγορούμενου πιθανόν να εμποδιζόταν από οποιοδήποτε τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο. Η μάρτυρας, αντεξετάστηκε. Αρχικά, ζητήθηκε από την υπεράσπιση, να διευκρινιστεί, ενόψει και της αναφοράς ότι πλέον δεν εργάζεται στην Αστυνομία Κύπρου, αλλά στην Μετερεωλογική Υπηρεσία, ποιες ήταν οι σπουδές της. Προς τούτο, η μάρτυρας, ανέφερε ότι σπούδασε φυσικός, με μάστερ στην Ιατροφυσική και στην Μετεωρολογία. Ως προς τον ισχυρισμό της ότι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής ετοιμάστηκε καθ' υπόδειξη του ΜΚ2, η μάρτυρας εξήγησε ότι «Έλεγε μου έλα να μετρήσεις αυτό και μετρούσα ας πούμε αυτό τζαι έβαζα το στο σχέδιο του δυστυχήματος, τοποθετούσα τις μετρήσεις μου και τα διάφορα σημεία». Ενόψει του ότι στη προκειμένη περίπτωση, δεν υπεδείχθη σημείο σύγκρουσης αλλά περιοχή σύγκρουσης, η υπεράσπιση ζήτησε από τη μάρτυρα, να προσδιορίσει την έκταση της εν λόγω περιοχής, με την ΜΚ1 να αναφέρει « Δεν μπορώ να σας προσδιορίσω ακριβώς πόσο εκτενής είναι η περιοχή, μια λογική περιοχή, όπου αντιλαμβάνεστε ότι εκτίμησα ένα κομμάτι του μπροστινού αριστερού μέρους του οχήματος του κατηγορούμενου, ένα κομμάτι στο πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού και βάλλουμε περιοχή και όχι σημείο, καθότι πρόκειται για ένα δυστύχημα στο οποίο δεν υπάρχει αντίδραση από κανέναν από τους εμπλεκόμενους, δεν υπήρχαν ίχνη φρεναρίσματος ή οτιδήποτε άλλο που να υποδηλώνει Α! εδώ έγινε το δυστύχημα ακριβώς και με βάση και σύμφωνα με την υπόδειξη του Γ [ΜΚ5].». Παρά την πιο πάνω αναφορά της μάρτυρος, ο συνήγορος υπεράσπισης, ζήτησε από την τελευταία, όπως αναφερθεί, περίπου, στην ακτίνα της περιοχής σύγκρουσης Χ, έχοντας ως κέντρο την ένδειξη Χ, με την ΜΚ1, να αναφέρει ότι η μέγιστη ακτίνα, περίπου, ήταν 40 εκατοστά. Τότε η υπεράσπιση της ζήτησε να εξηγήσει γιατί τούτη η ακτίνα της περιοχής σύγκρουσης Χ, να μην ήταν 60 εκατοστά. Η μάρτυρας προς απάντηση τούτου, ανέφερε « Σας είπα εξ' αρχής ότι δεν μπορώ να σας πω ακριβώς την έκταση της περιοχής, αλλά για να αντιληφθείτε αυτό που ζητήσετε, σας είπα με μέγιστο 40 εκατοστά ακτίνα». Από τη μάρτυρα, επίσης, ζητήθηκε να διευκρινιστεί, εάν τη περιοχή σύγκρουσης Χ που αποτύπωσε στο σχεδιαγράφημα ήταν λόγω του ότι της την ανέφερε ο ΜΚ5, ή τούτη (η αποτύπωση), ήταν, κατόπιν δικού της ευρήματος, με την ΜΚ1, να αναφέρει ότι, αφού έλαβε υπόψη τα σημεία, Α1(ίχνος δεξιού ελαστικού PASSAT στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας) και Β1 (ίχνη μαυρίσματος από δεξιούς τροχούς ελαφρύ φορτηγού στη 3η λωρίδα κυκλοφορίας- με κλίση προς τα αριστερά, ως η πορεία τους), επιβεβαίωσε την υπόδειξη του ΜΚ5, ως προς τη περιοχή σύγκρουσης Χ. Στη συνέχεια, η υπεράσπιση, αμφισβητώντας την κλίση αλλά και το μήκος των ιχνών του ελαφρύ φορτηγού - σημείο Β1 [Τεκμήριο 3], ζήτησε, και πάλι από τη μάρτυρα, να υποδείξει τα εν λόγω ευρήματα της, από το Τεκμήριο 9 [φωτογραφικό υλικό], Η μάρτυρας, αναφέρθηκε εκ νέου στην προηγούμενη υπόδειξη της επί της φωτ. 3, καθώς επίσης, για πρώτη φορά και στη φωτ.
- Παρόλο που η υπεράσπιση, αμφισβητούσε ότι τα όσα φαίνονταν στη φωτ.14 (αριστερή κλίση ιχνών και μήκος αυτών) αποτελούσαν το σημείο Β1 ως αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο 3, εντούτοις, επί τούτου του ευρήματος της ΜΚ1, προέβαινε σε ασκήσεις επι χάρτου για να θέσει εν αμφιβόλω τα λεγόμενα της τελευταίας, ως προς την περιοχή σύγκρουσης Χ. Ειδικότερα, η υπεράσπιση, ζήτησε από τη μάρτυρα, να τραβήξει μια νοητή γραμμή, από το σημείο Β1, προς τα πίσω, ως ήταν η κλίση αριστερά του Β1, με σκοπό, στην ουσία, να ελεγχθεί η αναφορά της τελευταίας, περί της επιβεβαίωσης της περιοχής σύγκρουσης Χ, από τα ίχνη Α1 και Β
- Αφού η νοητή γραμμή κατέληγε κοντά στην περιοχή σύγκρουσης Χ, η υπεράσπιση ζήτησε, τότε να προεκταθεί, ακόμα περισσότερο, πιο πίσω, από το σημείο - ένδειξη Χ, με σκοπό να υποδείξει, στην ουσία, ότι το σημείο σύγκρουσης εντάσσεται στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας, που κινείτο το Passat και όχι στην 3η λωρίδα που κινείτο το ελαφρύ φορτηγό. Τότε η ΜΚ1, ανέφερε « Νομίζω κατάλαβα τι θέλετε να πείτε, όμως λόγω της σύγκρουσης το αυτοκίνητο δέχθηκε μια πίεση που ήταν πίσω δεξιά, λόγω της διατήρησης της ορμής όμως κινήθηκε αριστερά, οπόταν δεν μπορούμε να κάνουμε σενάρια πηγαίνοντας 10-20 μέτρα πίσω, διότι δεν σχετίζονται, διότι εφαρμόστηκε μια εξωτερική δύναμη, η οποία άλλαξε την κίνηση του οχήματος». Στο σημείο αυτό, η μάρτυρας, προχώρησε να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκαν τα ίχνη που εντόπισε στην σκηνή λέγοντας «όταν το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε στη λωρίδα 3 και χτύπησε με το μπροστινό αριστερό μέρος, όπως είχα αναφέρει και προηγουμένως το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε κάτω από το όχημα, κάτω από το ελαφρύ φορτηγό λόγω του ότι ψήλωσε το πίσω μπροστά μέρος του οχήματος του ελαφρύ φορτηγού, το κέντρο βάρος του οχήματος μετατοπίστηκε μπροστά στον χώρο των επιβατών, εκεί δηλαδή οι μπροστινοί τροχοί δέχθηκαν περισσότερο βάρος και άρχισαν να γράφουν οι τροχοί δέθηκαν περισσότερο βάρος και άρχισαν να γράφουν οι τροχοί σε εκείνο το σημείο, οι μπροστινοί δεξιοί τροχοί λόγω αυτής της κατάστασης, οπόταν το συγκεκριμένο ίχνος εμφανίστηκε μετά τη σύγκρουση και αφού άρχισαν να γράφουν οι τροχοί, δηλαδή αφού μπήκε το αυτοκίνητο μέσα [.]» . Στη συνέχεια, η υπεράσπιση, έχοντας προβεί στην υπόδειξη από το σημείο Β1 (με τη κλίση αριστερά), προς τα πίσω με νοητή γραμμή, ρώτησε τη μάρτυρα, εάν συμφωνεί ότι η γραμμή τούτη καταλήγει εντός της 2ης λωρίδας κυκλοφορίας, με την ΜΚ1 να απαντά «Οριακά αν μπαίνει, οπόταν ελάτε να το δείτε. Τι να σας πω; [.] Πάρα πολλά μέτρα μακριά ναι ναι, συμφωνώ ότι μπαίνει, αλλά μιλούμε για πάνω από 30 μέτρα πίσω από το ίχνος που δεν συνδέεται. Επίσης θέλω να προσθέσω ότι το συγκεκριμένο σχέδιο που βάζουμε τη ρίγα δεν είναι επί κλίμακας, οπότε είναι απλά συμμετρικό, οπότε τα 30 μέτρα που μιλούμε τώρα ίσως να μην είναι αντικατοπτριστικά τελοσπάντων». Τέλος, η μάρτυρας, ερωτήθη, κατά πόσον, μετά που έλαβε την κατάθεση της ΜΚ4, σχεδόν 1 έτος μετά το δυστύχημα, προέβη σε οποιαδήποτε διερεύνηση και/ή επιβεβαίωση των λεγομένων της, και δη, εν σχέσει με τις αναφορές της, ότι, την επίδικη μέρα, επικοινώνησε ή ενημέρωσε συγκεκριμένα πρόσωπα, για τα όσα, κατ' ισχυρισμόν, ανέφερε, ότι αντιλήφθηκε, να έγιναν προ και μετά το επίδικο δυστύχημα, με την ΜΚ1 να αναφέρει, ότι απλά, τούτο που έπραξε, ήταν να της έλαβε κατάθεση. [ΜΚ2] Ο ΜΚ2, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ο υπεύθυνος του Κλάδου Εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων συγκρούσεων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 26, το βιογραφικό του σημείωμα, μαζί με τα σχετικά πιστοποιητικά, τα οποία επιβεβαίωναν την εκπαίδευση που έλαβε, εν σχέσει με τη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, αφού υιοθέτησε τούτο ως ορθό, αναφέρεται στα πρόσωπα τα οποία εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος, την επίδικη ημερομηνία, με την άφιξη του, καθώς επίσης και στους αριθμούς εγγραφής των ενεχόμενων οχημάτων. Ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, ανέφερε ότι καθ' υπόδειξη του και στη παρουσία του, η ΜΚ1 έλαβε όλες τις απαραίτητες μετρήσεις, ετοιμάζοντας το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, του ζητήθηκε, όπως, εκφέρει γνώμη, ως προς το πώς, προκύπτει, ότι προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Αφού τέθηκε, ενώπιον του το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ανέφερε «Α [.]. Το όχημα Α [PASSAT] σύμφωνα με τα ευρήματα μου στη σκηνή κινήθηκε αριστερότερα χωρίς να υπάρχει προηγουμένως καμιά αντίδραση, χτύπησε με το όχημα Β [ελαφρύ φορτηγό] και κινήθηκαν αριστερότερα ως η πορείας του, χτυπώντας το όχημα Γ [βαρύ φορτηγό] που κινείτουν στη λωρίδα επιτάχυνσης. Από τα ευρήματα μου αυτό έχω εξάγει ως συμπέρασμα του δυστυχήματος. Ε. Το ότι χτύπησε πρώτα όπως μας είπατε με το Β, πώς συνάγεται; Α. Εντοπίστηκαν καταρχάς πέραν των ιχνών οι πορείες που είχαν τα οχήματα μετά τη σύγκρουση τους, που ήταν αριστερά, η ορμή που αναπτύχθηκε μας δίνει τη δυνατότητα, να ξέρουμε ότι κινήθηκαν αριστερότερα βάσει της ορμής των οχημάτων μετά τη σύγκρουση. Η ορμή είναι ταχύτητα επι τη μάζα του αυτοκινήτου και έχει ως βασική αρχή ότι ακολουθεί την πορεία κατεύθυνσης που είχε το όχημα αμέσως πριν τη σύγκρουση.». Ο ΜΚ2, ρωτήθηκε κατά πόσον, αποκλείει το ενδεχόμενο το ελαφρύ φορτηγό, να κτύπησε, πρώτα, το PASSAT, με τον τελευταίο να αναφέρει «Βάση των ιχνών που εντοπίσαμε [.] βλέπουμε διπλό ίχνος στην άσφαλτο, το οποίο αυτό είναι αποκλειστικά, από το ελαφρύ φορτηγό [.] κατασκευαστικά είχε 2 τροχούς η κάθε πλευρά και επίσης βλέπουμε τα ίχνη αυτά έχουν ευθεία πορεία, [.] Το ελαφρύ φορτηγό πριν τη σύγκρουση είχε αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή την ευθεία πορεία. Άρα σε καμιά περίπτωση το βαν κινήθηκε δεξιά ή αριστερά της πορείας του αμέσως πριν τη σύγκρουση, δηλαδή κινείτουν με ευθεία πορεία.». Η κατήγορος ζήτησε, από τον μάρτυρα, να εξηγήσει, πώς θα εξελισσόταν το δυστύχημα, εάν το ελαφρύ φορτηγό, εισερχόταν στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας και κτυπούσε το Passat με το πίσω του μέρος, με τον ΜΚ2 να αναφέρει « [.] αν το ελαφρύ φορτηγό κινείτο αυτό δεξιά για να εισέλθει στην κεντρική λωρίδα τη δεύτερη, όπως αναφέρετε εσείς, το όχημα αυτό μετά τη σύγκρουση λόγω και της ορμής του και της κατεύθυνσης που θα είχε, θα κατευθύνετουν πάνω στα κιγκλιδώματα που βρίσκονται δεξιά του αυτοκινητόδρομου και σε καμία περίπτωση δεν θα ακολουθούσε την πορεία που ακολουθήθηκε τζαι προκλήθηκε το δυστύχημα». Ως προς το γιατί κατέληξαν σε «περιοχή σύγκρουσης Χ» και όχι σε σημείο σύγκρουσης, ο μάρτυρας, ανέφερε ότι «πριν τη σύγκρουση δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια αντίδραση από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, δηλαδή δεν χρησιμοποιήθηκαν ίχνη τροχοπέδησης ή σπάσιμο τιμονιού που λέμε για να αποφύγουμε κάποιον κίνδυνο για να γράψει το όχημα πλαγιολίσθησης, απλώς ήταν ένα δυστύχημα το οποίο, όπως κινούνταν τα 2 οχήματα συγκρούστηκαν και ακολούθως είχαν γίνει κάποιες αποτυπώσεις στη σκηνή των ιχνών που βρήκαμε, μαυρίσματος στην άσφαλτο, γι΄ αυτό έβαλα την περιοχή, γιατί σε έναν αυτοκινητόδρομο οι ταχύτητες είναι γύρω στα 100χιλιόμετρα, δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε το ακριβές σημείο, απλώς είναι περιοχή που εντοπίζουμε αμέσως πριν τα ίχνη, τα οποία εντοπίσαμε στη σκηνή.». Καταληκτικά, η Κατήγορος, ρώτησε τον μάρτυρα, κατά πόσον, η τριβή του πίσω δεξιά ελαστικού του Passat, στο εσώφτερο, σε συνδυασμό με το ότι υπήρχαν 5 άτομα στο όχημα, δυνατόν να επηρέαζαν το κέντρο βάρους του οχήματος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τούτο, μπορεί να προκαλέσει αστάθεια σε ένα όχημα και δεν αφορά το κέντρο βάρους του. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2, ερωτήθη, αρχικά, εάν συμφωνεί ότι, το σημείο Β1, στο Τεκμήριο 3, ως αποτυπώθηκε, φαίνεται να έχει κλίση προς αριστερά, με το μάρτυρα να συμφωνεί. Τότε η υπεράσπιση, ζήτησε από τον μάρτυρα να εξηγήσει γιατί, σε προηγούμενη αναφορά του, ως προς την πορεία του ελαφρύ φορτηγού επί των ιχνών που αποτυπώθηκαν στην άσφαλτο, ανέφερε ότι η πορεία του ήταν ευθεία, με τον ΜΚ2, να απαντά « Εγώ βλέπω στο πρόχειρο να ξεκινά με ευθεία πορεία το Β1 και να κινείται αριστερά το ίχνος που πήρε κλίση το αυτοκίνητο. [.] Φαίνεται αρχικά, εντάξει το πρόχειρο να το επαναλάβω είναι καθ' υπόδειξη μου, αλλά δεν είμαι εγώ που το ετοίμασα για να σας πω ακριβώς τι έννοά ο σχεδιαστής, απλώς σαν ευρετήριο γράφει ίχνη μαυρίσματος από δεξιούς τροχούς, δηλαδή αντιλαμβάνεται, δεν ξέρω, ότι οι δεξιοί τροχοί τώρα έβαλε μια γραμμή η συνάδελφος.». Επίσης, από τον μάρτυρα, ζητήθηκε να εξηγήσει πώς οριοθετήθηκε η περιοχή σύγκρουσης Χ, με τον τελευταίο να αναφέρει « Το βασικό όπως εξήγησα, λόγω των ιχνών πάμε πίσω από τα ίχνη τώρα η απόσταση τοποθετήθηκε βάση το πόσο ψηλά ή ψηλές ήταν οι ταχύτητες των 2 εμπλεκομένων οχημάτων, οι οποίες παρέμειναν άγνωστες, διότι ακολούθησε μια βίαιη σύγκρουση πάνω σε ένα μεγάλο ογκώδες όχημα, υποχρεωτικά κινηθήκαμε στο ότι κινούνταν εντός του ορίου ταχύτητας των 100χιλιομέτρων, τζαι υπολόγισα βάσει αυτών που εντόπισα περί τα 10-15 μέτρα πίσω από τα ίχνη, αυτά.». Τέλος, ρωτήθηκε, να διευκρινίσει ποιος ήταν ο ρόλος του, την επίδικη ημέρα, με τον ΜΚ2, να αναφέρει «Περισσότερο εντοπίζαμε, εντόπισα τα σημεία συγκρούσεως από τα ίχνη τζαι την καθοδηγούσα γιατί ήταν μια νεαρή αστυνομικός, η οποία δεν είχε την εμπειρία να το κάνει από μόνη της.». [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης [Βλ. Τεκμήριο 8], στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφεται και η εκπαίδευση που έτυχε, εν σχέσει με τη διερεύνηση δυστυχημάτων. Ειδικότερα, προς τούτο, ανέφερε ότι ήταν τοποθετημένος στον Κλάδο Τροχαίας Λευκωσίας, Κλάδο Δυστυχημάτων και είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, σχεδιαστής επί κλίμακας και φωτογράφος της Αστυνομίας, σχεδιαστής επί κλίμακας, ειδικός στην ανίχνευση ταχύτητας από τα ίχνη τροχοπέδησής καθώς επίσης και εκπαιδευτής ταχυμέτρων και μηχανών αλκοόλης. Περαιτέρω, αναφέρθηκε, στα πιστοποιητικά που κατέχει, ένα προς ένα, εν σχέσει με τα πιο πάνω. Μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, προκύπτουν τα ευρήματα του από τον τεχνικό και μηχανικό έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων. Εν σχέσει με το PASSAT, ανέφερε ότι τα ελαστικά του ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, πλην του πίσω δεξιά ελαστικού, το οποίο δεν είχε τις κατάλληλες αυλακώσεις - ραβδώσεις, οι οποίες ήταν κάτω του προκαθορισμένου ορίου και δη των 1,6μμ. Εσωτερικά, το εν λόγω ελαστικό είχε φθορά λόγω χρήσης και είχε χάσει όλο τον αέρα. Επίσης, το σύστημα διεύθυνσης παρουσίαζε πρόβλημα στο δεξιό φυσερό του άξονα κίνησης το οποίο ήταν σχισμένο και ο γραφίτης βγήκε προς τα έξω. Στην περιοχή του δεξιού άξονα κίνησης φαινόταν ο γραφίτης, ο οποίος είχε αρκετές σκόνες, κάτι το οποίο, ισχυρίστηκε ότι, φανερώνει ότι εδώ και αρκετά χιλιόμετρά είχε πρόβλημα το φυσερό το οποίο σκίστηκε. Ήταν σκουριασμένο και στα σημεία όπου ενώνετε φαινόταν ποσότητα γραφίτη. Οι πίσω αναρτήσεις είχαν διαρροή λαδιού. Η περιοχή και των δύο αναρτήσεων φαινόταν να έχει λάδι με αρκετές σκόνες που φανέρωνε ότι εδώ και αρκετά χιλιόμετρα είχαν πρόβλημα. Επίσης, αφού αφαίρεσε τον πίσω δεξιό τροχό διαπίστωσε ότι υπήρχαν σημεία τριβής της εσωτερικής πλευράς του ελαστικού μέσα στα εσωτερικά φτερά του οχήματος περιμετρικά ημικύκλιας αποτύπωσης τα οποία ταυτίζονταν με σημεία τριβής που εντοπίστηκαν στην εσωτερική πλευρά του ελαστικού. Τα πίσω πους του crossmember φαίνονταν φθαρμένα. Ως προς τα ελαστικά του ελαφρύ φορτηγού, ανέφερε ότι τα μπροστινά ελαστικά ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Στο πίσω μέρος, το εν λόγω όχημα είχε εργοστασιακά τοποθετημένα δύο ελαστικά στην κάθε πλευρά. Το πίσω δεξιά εξωτερικό ελαστικό ήταν σε μέτρια κατάσταση. Το δε πίσω αριστερό εξωτερικό ελαστικό, ήταν ακατάλληλο, χωρίς τις κατάλληλες αυλακώσεις ραβδώσεις οι οποίες ήταν κάτω του προκαθορισμένου ορίου [1,6μμ]. Ο ΜΚ3, κατέληξε ότι βάση των ζημιών που εντόπισε στα οχήματα, στο ελαφρύ φορτηγό η βίαιη σύγκρουση έγινε στο μπροστινό μέρος της καμπίνας του όταν, τούτο, συγκρούστηκε με το πίσω μέρος της καρότσας, την οποία ρυμουλκούσε το βαρύ φορτηγό. Συγκεκριμένα, στο μπροστινό μέρος της καμπίνας του ελαφρύ φορτηγού, διακρίνονται τρεις κάθετες, χρώματος μπλε αποτυπώσεις οι οποίες ταυτίζονται με το πίσω μέρος της καρότσας του βαρύ φορτηγού, στην οποία είχε συγκρουστεί. Ωστόσο, στον προφυλακτήρα του ελαφρύ φορτηγού, δεν εντοπίζονται αυτές οι τρεις αποτυπώσεις χρώματος μπλε, παρά μόνο μια ελαφριά μπλε αποτύπωση. Ως λογική εξήγηση, τούτου, ανέφερε ότι, λόγω της σύγκρουσης του PASSAT στο πίσω μέρος του ελαφρύ φορτηγού, και αφού το ανασήκωσε στο πίσω μέρος του, το τελευταίο, κατά τον χρόνο της σύγκρουσης βρισκόταν με ανυψωμένο το πίσω μέρος του και το μπροστινό του μέρος «σκυφτό», με αποτέλεσμα το πρώτο σημείο επαφής να ήταν η οροφή - καμπίνα του ελαφρύ φορτηγού (μπλε αποτυπώσεις) ενώ ο μπροστινός προφυλακτήρας ήταν πιθανόν κάτω από την καρότσα του βαρύ φορτηγού. Εξήγησε, τούτο, ενόψει του ότι ο προφυλακτήρας του ελαφρύ φορτηγού είχε ύψος 50 εκατοστά και 19 εκατοστά πλάτος. Η καρότσα του βαρύ φορτηγού, είχε ύψος 54,5 εκατοστά από το έδαφος, κάτι το οποίο, ως ισχυρίστηκε, φανερώνει ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης ο προφυλακτήρας του ελαφρύ φορτηγού ήταν σε χαμηλότερη απόσταση από το έδαφος της ανύψωσης του στο πίσω μέρος και έτσι δικαιολογείται και η ζημιά στην καμπίνα των επιβατών. Ως προς το PASSAT, ανέφερε, τούτο, είχε απορριφθεί σε έλεγχο ΜΟΤ στις 08.12.2017 με ένδειξη χιλιομέτρων 182192, 1) λόγω τεσσάρων ακατάλληλων ελαστικών, 2) δεξιό φυσερό του άξονα, 3) τέσσερις αναρτήσεις, 4) λάστιχα χουφτών μπροστά, 5) μπους πίσω του cross member, 6) τέσσερα μπους των φούκτων μπροστά. Στις 24.04.2018, έτυχε εκ νέου τεχνικού ελέγχου (ΜΟΤ) με ένδειξη 183123 χιλιόμετρα, στον οποίο πέρασε επιτυχώς. Κατά την ημέρα του δυστυχήματος, το όχημα είχε ένδειξη 183163, ήτοι κατά 40χιλιόμετρα περισσότερα, κάτι το οποίο τον ξένισε αφού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του κατηγορούμενου, ως προς το δρομολόγιο που ακολούθησε [Λευκωσία - Λάρνακα - Αγία Νάπα και πίσω προς Λευκωσία]. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι οι δύο πίσω αναρτήσεις του εν λόγω οχήματος, εντοπίστηκαν να είναι αδύνατες. Η τριβή του πίσω δεξιού ελαστικού στο εσώφτερο, ισχυρίστηκε ότι φανέρωνε ότι τα πίσω μπους του cross member είχαν πρόβλημα και σε συνδυασμό με την μεταφορά πέντε ατόμων, επέφεραν αρνητική γωνία (camber) στον πίσω δεξιά τροχό με αποτέλεσμα να γίνετε τριβή στο εσώφτερο καθώς επίσης και φθορά του ελαστικού στην μέσα άνω πλευρά. Προς τούτου, εξήγησε ότι όταν ένα αυτοκίνητο το πίσω μέρος του έχει μια αστάθεια, δηλαδή οι αναρτήσεις του ανοίγουν και κλείνουν, σε περισσότερο βαθμό από το επιτρεπτό, οι πίσω τροχοί συγκλίνουν προς τα μέσα, με αποτέλεσμα όταν ο τροχός έρθει σε επαφή εσωτερικά στο έσω φτερό του αυτοκινήτου, ανάλογα με την ποια πλευρά θα αγγίξει ο τροχός, αν είναι ο δεξιός ή ο αριστερός, το αυτοκίνητο θα έχει την ανάλογη συμπεριφορά. Τούτο, στην παρούσα υπόθεση, είχε ως επακόλουθο ο δεξιός τροχός να εφάπτεται κατά την περιστροφή του σε άγνωστο χρόνο και συχνότητα, εσωτερικά του φτερού του πισινού, του έσω φτερού και επομένως, εάν συμβεί και σταθεροποιηθεί ή η ταχύτητα του, κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι λιγότερη από τους άλλους τρεις τροχούς, οι αριστεροί τροχοί να λειτουργούν με περισσότερη δύναμη φοράς και ορμή, ώστε το PASSAT να έχει δεξιά κλίση. Εξήγησε ότι τούτα είχαν σχέση με το σύστημα ανάρτησης του PASSAT, κάτι το οποίο είναι ουσιώδες ως προς την κατεύθυνση του που είχε το εν λόγω όχημα. Σημαντικό επίσης, ανέφερε και ότι, ενόψει του ότι το PASSAT είχε αδύνατες αναρτήσεις - κόντρα σούστες στο πίσω μέρος, τότε, σε συνδυασμό ότι υπήρχαν και 3 πρόσωπα στο πίσω μέρος του οχήματος, το μπροστινό μέρος, αυτού, είχε ως αποτέλεσμα να ανασηκώνεται και επομένως το τιμόνι, καθοδηγούμενο με τους δύο μπροστινούς τροχούς, να έχει λιγότερη πρόσφυση επί της ασφάλτου. Η αντεξέταση του μάρτυρα, ήταν περιορισμένη και μπορώ να αναφέρω ότι, οι ερωτήσεις ήταν κυρίως διευκρινιστικού, πάρα αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να τοποθετηθεί, εάν, από τη στιγμή που το PASSAT είχε περάσει τον σχετικό έλεγχο επιτυχώς και είχε έγκυρο ΜΟΤ, ο κατηγορούμενος μπορούσε νομίμως ή όχι, να το οδηγεί, με τον ΜΚ3, να απαντά θετικά. Θετικά απάντησε και στο ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος, δεν δηλώνει μηχανικός, δεν μπορούσε να γνωρίζει, για οτιδήποτε σχετικό με αυτά που ανέφερε, από τη στιγμή που στα χέρια του είχε έγκυρο πιστοποιητικό ΜΟΤ. Διευκρίνισε, επίσης, ότι δεν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος την επίδικη ημέρα και ο τεχνικός έλεγχος των οχημάτων έγινε περίπου 3 μήνες μετά το τροχαίο. Τέλος, πρόσθεσε ότι, επί της αναφοράς του ως προς το πίσω ελαστικό του PASSAT, περί του ότι δεν είχε αέριο, ήταν το αποτέλεσμα μετά το δυστύχημα. [ΜΚ4] Η μάρτυρας, έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 27.05.2019 [βλ. Τεκμήριο 19]. Μέσα από το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι, στις 09.06.2018 και ώρα 06:00, ξεκίνησε από την οικία της με σκοπό να μεταβεί στο Γ. Ν. Λ, όπου εργάζεται, ως νοσηλεύτρια. Την στιγμή που βρισκόταν στον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς, πέρασε με μεγάλη ταχύτητα, από δίπλα της, ένα αυτοκίνητο μάρκας Volkswagen Passat, χρώματος ασημί, έχοντας, διαπασών, τη μουσική. Αναγκάστηκε να κινηθεί αριστερά, γιατί το εν λόγω όχημα ερχόταν απειλητικά προς το μέρος της. Είδε ότι εντός του PASSAT, στα πίσω καθίσματα κάθονταν 3 άτομα και είχαν ψηλά τα χέρια τους «λες και χόρευαν» και τον συνοδηγό, αυτού, να είναι στραμμένος προς το μέρος τους. Στη συνέχεια το PASSAT απομακρύνθηκε, κατευθυνόμενο προς Λευκωσία. Έπειτα, ισχυρίστηκε ότι, το εν λόγω όχημα, πρέπει να ελάττωσε ταχύτητα, αφού, σε κάποιο σημείο του δρόμου, στο ύψος της Αθηένου και Λυμπιών, τους συνάντησε, ξανά, μπροστά της. Προσπέρασε το Passat από τη δεξιά λωρίδα και όταν επανήλθε στην αριστερή λωρίδα, τότε, το τελευταίο, την προσπέρασε από τη δεξιά λωρίδα, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όπου και εξαφανίστηκε από μπροστά της. Κοντά στην περιοχή Κοτσιάτης, ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα, είδε το Passat, σε απόσταση περίπου 500μέτρων, να βρίσκεται στη μεσαία λωρίδα και απότομα να κινείται προς τα αριστερά, με μεγάλη ταχύτητα, να κτυπά με το μπροστινό αριστερό μέρος του στο πίσω δεξί μέρος του άσπρου ελαφρύ φορτηγού, που εκείνη τη στιγμή κινείτο στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου με χαμηλή ταχύτητα. Μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων το μπροστινό μέρος του PASSAT μπήκε κάτω από το πίσω μέρος του ελαφρύ φορτηγού και τα δύο οχήματα κινήθηκαν για λίγο μαζί, προς το αριστερό κιγκλίδωμα. Εκείνη τη στιγμή όμως, στη λωρίδα επιτάχυνσης, από την είσοδο Κοτσιάτη, κινείτο ένα βαρύ φορτηγό και όπως τα δύο ενεχόμενα οχήματα κινούνταν αριστερότερα του ελαφρύ φορτηγού κτύπησε με το μπροστινό του μέρος, στο πίσω δεξί μέρος του βαρύ φορτηγού και στη συνέχεια τα δύο οχήματα έκαναν πολλές περιστροφές μέσα στον αυτοκινητόδρομο και ακινητοποιήθηκαν εντός των λωρίδων κυκλοφορίας, και μέρος του Passat να βρίσκεται κάτω από το ελαφρύ φορτηγό, ενώ το βαρύ φορτηγό κινήθηκε εκτός του αυτοκινητόδρομου και ακινητοποιήθηκε στη λωρίδα ασφαλείας. Αμέσως, ακινητοποίησε το όχημα της, στη λωρίδα ασφαλείας, του αυτοκινητόδρομου, και ενημέρωσε την Αστυνομία και ασθενοφόρο. Κατευθύνθηκε στο σημείο όπου βρίσκονταν τα οχήματα, για να ελέγξει εάν οι επιβαίνοντες χρειάζονταν οποιαδήποτε βοήθεια. Έπειτα λόγω του ότι έπρεπε να πάει στην εργασία της αποχώρησε, από το σημείο. Φθάνοντας στην υποδοχή των Α' Βοηθειών του Γ.Ν.Λ., ενημέρωσε τους φρουρούς ασφαλείας ότι, εάν χρειαστούν οποιαδήποτε πληροφορία για το δυστύχημα να επικοινωνήσουν μαζί της. Επίσης ανέφερε, ότι πρόσφατα συναντήθηκε με συγγενικό πρόσωπο του ΜΚ7 (οδηγού ελαφρύ φορτηγού), όπου, αφού την ενημέρωσε ότι ήταν μάρτυρας στο δυστύχημα την συμβούλεψε να επικοινωνήσει η ίδια με την Αστυνομία. Κατά την κυρίως εξέταση της, η μάρτυρας, αναφέρθηκε εκ νέου στη περιγραφή των γεγονότων, ως τα αντιλήφθηκε και συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «ερχόμενη από Λάρνακα προς κατεύθυνση Λευκωσία, στον κυκλικό κόμβο, είχα σταματήσει στο αλτ για να δω, για να μπορέσω να πάω προς τη διαδρομή μου στη Λευκωσία, το αυτοκίνητο ερχόταν από τον δρόμο Αγίας Νάπας - Δεκέλειας με μεγάλη ταχύτητα, όμως εγώ κατάφερα να περάσω τον κυκλικό κόμβο, τζαι να έρχεται με ανοικτή στροφή το αυτοκίνητο, να με βγάζει προς το παγκέτο για να μην χτυπήσει πάνω μου τζαί προχώρησα, με προσπέρασαν με αυτήν την ταχύτητα τη μεγάλη που έρχονταν τζαι συνέχισαν τη διαδρομή τους με μεγάλη ταχύτητα. Σε κάποιο σημείο συναντηθήκαμε τζαί εκεί διέκρινα ότι στο πίσω κάθισμα κάθονταν 4 άτομα, δηλαδή έβλεπα τον έναν πάνω στον άλλο κατά περίεργο τρόπο. Όπως τους είδα στα δεξιά μου γύρισα το κεφάλι μου τζαί τους είδα, έβλεπα τους να κάμουν κάτι χειρονομίες τζαι να κουνιούνται σαν να πηδούσαν πάνω κάτω στα καθίσματα του αυτοκινήτου που λέμε, τζαι παραξένεψε μου τούτη η συμπεριφορά. Έκοψα ταχύτητά και τους άφησα να με περάσουν, μετά συνέχισαν πάλι, σε κάποιες φάσεις του δρόμου τους έβρισκα να πηγαίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τζαί να σταματούν σιγά σιγά τη φόρα τους. Στην έξοδο εκεί που μπαίνουμε προς Λευκωσία, το διχάλι που λέμε Λεμεσού Λευκωσίας που μπαίνουμε , στη διαδρομή τους ξανασυνάντησα σε απόσταση μικρή, αλλά μετά ξαναέβαλαν ταχύτητα τζαι μετά φτάσαμε στο σημείο εκεί της Νήσου που έγινε το ατύχημα. Τους είδα να χτυπούν το αυτοκίνητο τζαι προχωρούσαν. Εγώ φκήκα παγκέτο μέσα στην πλαϊνή μου πλευρά, δηλαδή στην αριστερή και σταμάτησα. [.]». Ως προς το πώς αισθάνθηκε η μάρτυρας, από την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι ένιωσε φόβο αφού μπορούσε να την χτυπήσουν 2-3 φορές στη διαδρομή της, συμπληρώνοντας, ότι σε κάποια στιγμή, είχε σταματήσει, το όχημα της, για να χρησιμοποιήσει τα hands free της και να τηλεφωνήσει στον σύζυγο της, όπου τον ενημέρωσε για το ότι υπάρχει ένα όχημα το οποίο κινείται κατά τρόπο, ως τον, περιέγραψε επικίνδυνο, με τον τελευταίο, να την συμβουλεύει, όπως συνεχίσει την πορεία της με χαμηλή ταχύτητα. Σκέφθηκε επίσης, ως ανάφερε, να καλέσει την αστυνομία, επειδή κατάφερε και έγραψε τους αρ. εγγραφής του PASSAT στο χέρι της, αλλά, εντέλει, μετά μετάνιωσε, γιατί φοβήθηκε «μήπως και μπλέξει». Η μάρτυρας αντεξετάστηκε. Εξαρχής, η ΜΚ4, ρωτήθηκε, κατά πόσον, επικοινώνησε, με κάποιο πρόσωπο, πέραν των συγγενικών και φιλικών της προσώπων, για την παρουσία της ενώπιον του δικαστηρίου και/ή για τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αρχικά η μάρτυρας αρνήθηκε τη θέση τούτη της υπεράσπισης και επομένως, η τελευταία, ρώτησε, συγκεκριμένα, εάν, μίλησε με κάποιον δικηγόρο. Απάντηση της ήταν ότι «έδωσα κατάθεση». Όταν ερωτήθηκε που έδωσε την κατάθεση που ανέφερε, η ΜΚ4, ισχυρίστηκε «σε κάποιον στην αστυνομία βασικά». Όταν της διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο ότι, η ερώτηση της υπεράσπισης ήταν κατά πόσον, πριν την παρουσία της ενώπιον Δικαστηρίου, μίλησε με κάποιο δικηγόρο, η μάρτυρας, απάντησε, θετικά. Τότε, της ζητήθηκε, από την υπεράσπιση, να διασαφηνίσει, προς το Δικαστήριο, ποιος ήταν αυτός ο δικηγόρος, με την ΜΚ4, να αναφέρει ότι, ήταν της οικογένειας των αδελφών Παπαηλία [Μκ6 και ΜΚ7]. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι ο λόγος που συναντήθηκε με τον εν λόγω δικηγόρο, ήταν για να του αναφέρει τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα αυτού. Όταν δε της ζητήθηκε να τοποθετηθεί κατά πόσον, ο εν λόγω δικηγόρος, βρισκόταν, κατά την εν λόγω δικάσιμο, εντός της αίθουσας του δικαστηρίου, αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμόταν πρόσωπα και έπειτα, ανέφερε ότι, νομίζει, ότι κάποιος, από το ακροατήριο, του μοιάζει. Ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν, σε αυτόν τον δικηγόρο, έδωσε κάποια κατάθεση, εν σχέσει με τα γεγονότα της υπόθεσης, με την ίδια, αρχικά, να απαντά θετικά, λέγοντας στη συνέχεια, «[.] απλά ενημέρωσα τον τι είδα στο δυστύχημα.». Επίσης, η ΜΚ4 ερωτήθηκε εάν θυμόταν, πού συνάντησε τον εν λόγω δικηγόρο, με την τελευταία, να ισχυρίζεται ότι, δεν θυμόταν και στη συνέχεια να λέει «εντάξει είπαν μου ότι είχαν βάλει δικηγόρο, δεν μπορώ να πω ακριβώς κάποια πράγματα». Ως προς το γιατί στην γραπτή της κατάθεση, δεν ανέφερε, τα γεγονότα, ως τα περιέγραψε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, και δη εν σχέσει, τόσον με το ότι εξήλθε στο παγκέτο, για να αποφύγει τη σύγκρουση με το PASSAT, ή ότι, κατά την διαδρομή της, ακινητοποίησε, εντελώς, το όχημα της, με σκοπό να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον σύζυγο τής, η ΜΚ4 ανέφερε ότι «απλά νόμιζα ότι κάποιες τυπικές λεπτομέρειες ας πούμε τζεινης της στιγμής, εντάξει, θα το ανέφερνα στο δικαστήριο αν ερχόμουν σε μάρτυρας. Απλά τούτο που έκαμα να έβγαινα, ξέρεις πηγαίνεις σιγά σιγά, να μην έρθουν να δώσουν πάνω μου, γιατί πολλές φορές κρατούσαν τζαί τις 2 λωρίδες της διαδρομής, έμπαιναν στη μέση του δρόμου όσο έπιανε το μάτι μου που λέμε, πολλές φορές τους είδα τζαι στη μέση του δρόμου, να κρατούν τζαι τη δεξιά τζαι την αριστερή λωρίδα.». Προσδιόρισε την ταχύτητα του Passat πέραν των 120 χιλιομέτρων, καθορίζοντας, στη συνέχεια ότι, για εκείνην, ιλιγγιώδης ταχύτητα είναι πάνω από 120ΧΑΩ. Όταν είδε τη σύγκρουση μεταξύ του PASSAT και του ελαφρύ φορτηγού ανέφερε ότι σταμάτησε σε απόσταση 150 μέτρων, περίπου. Επί του ιδίου σημείου, αμέσως μετά, ανέφερε ότι πάρκαρε στην αριστερή λωρίδα ασφαλείας, δηλαδή παράλληλα από τα ενεχόμενα σχήματα, περίπου στα 10-15 m. Έπειτα, ανέφερε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο της άνοιξε το πίσω καπό του οχήματος της, έπιασε νερό και μια πετσέτα προσώπου και κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρίσκονταν τα εν λόγω οχήματα. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει την πρώτη εικόνα που είχε σχέση με τους επιβάτες του ελαφρύ φορτηγού, ανέφερε ότι τούτοι ήταν φοβισμένοι και παράλληλα, κατάλαβε ότι, ήταν πολύ χτυπημένοι. Διευκρίνισε ότι επειδή είχε υποστεί και η ίδια ένα ατύχημα στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις την καταβάλλει πανικός και φεύγει προς τα πίσω. Τότε ρωτήθηκε, ενόψει και του επαγγέλματος της, εάν δεν θα ήταν λογικό, έστω να βοηθήσει, ψυχολογικά, τους τραυματίες του δυστυχήματος, η μάρτυρας ανέφερε ότι τα τελευταία δύο χρόνια εργάζεται στο Νοσοκομείο και θεωρεί ότι δεν της επιτρέπετο να πράξει πολλά, αφού «δεν έπρεπε να ακουμπήσει κάτι». Ρωτήθηκε επίσης, γιατί επέλεξε, στην ουσία να δώσει κατάθεση, μετά από σχεδόν ένα έτος, και όχι άμεσα, μετά το συμβάν, με την ίδια να αναφέρει ότι δεν πήγε, επειδή δεν ήξερε κάποια από τα ενεχόμενα πρόσωπα, συμπληρώνοντας στη συνέχεια ότι, επειδή ειδοποιήθηκε η αστυνομία για να πάει στη σκηνή, θεώρησε, ότι, αν την ήθελα για μάρτυρα, θα την εντόπιζαν από τους αρ. εγγραφής του οχήματος της. Όταν ερωτήθηκε τι ήταν αυτό που, στην ουσία, της άλλαξε γνώμη και εντέλει έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, η ΜΚ4, ανέφερε ότι τούτο έγινε όταν ενημερώθηκε από κάποια κοπέλα αν ήθελε να πάει σαν μάρτυρας να αναφέρει τι έγινε. Διευκρίνισε ότι «Απλά εγώ την κοπέλα που γνώρισα τζαι σύστησε με για να πάω να δώσω κατάθεση είναι η Χριστίνα, είναι συγγενής νομίζω με το παιδί» (θεία των ΜΚ6 και ΜΚ7). Η υπεράσπιση επέμενε, να εξηγήσει η μάρτυρας γιατί δεν πήγε άμεσα να δώσει κατάθεση, με την ίδια να απαντά ότι «δεν γνώριζα στοιχεία συγκεκριμένων ατόμων, δεν γνώριζα στοιχεία των αυτοκινήτων απλά θυμάμαι το αυτοκίνητο ή από Η ξεκινούσε ή από Κ θυμούμαι, το αυτοκίνητο το PASSAT, [..]». Τότε, της υπεβλήθη ότι η ίδια ανέφερε ότι έγραψε τους αρ. εγγραφής του PASSAT στο χέρι της, και άρα είχε τα στοιχεία αυτού, με την ίδια να λέει, ότι « Ναι έτσι το έγραψα, αλλά τζιείνη την ημέρα αφαιρέθηκα να το σημειώσω κάπου αλλού για να μην σβηστεί, μακάρι να το έκανα.». Η υπεράσπιση, της υπέβαλε, ότι το PASSAT δεν έχει ραδιόφωνο, ώστε να έχει, στην ουσία, διαπασών τη μουσική, η ΜΚ4, χωρίς να το αμφισβητεί, επικαλέστηκε ότι οι πίσω επιβάτες αυτού, κινούνταν κατά τρόπο, ωσάν να χόρευαν και επομένως, μπορεί τη μουσική να την έβαλαν από το κινητό τους τηλέφωνο. Στη δε επανεξέταση της μάρτυρος, ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν με τον υπό αναφορά, δικηγόρο, μίλησε πριν ή μετά την γραπτή κατάθεση της στην Αστυνομία, λέγοντας «μετά πολλά μετά ναι.». [ΜΚ5] Ο ΜΚ5, ήταν ο οδηγός του βαρύ φορτηγού. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ως ορθό [Βλ. Τεκμήριο 19]. Μέσα από αυτό, προκύπτει, ότι ενώ εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού Λευκωσίας, από την είσοδο Κοτσιάτη, και βρισκόταν στην λωρίδα επιτάχυνσης, κοίταξε από το δεξί καθρεφτάκι του, για να ελέγξει, κατά πόσον, η κυκλοφορία είναι ελεύθερη για να εισέλθει, στον αυτοκινητόδρομο, με ασφάλεια. Τότε είδε, το ελαφρύ φορτηγό, να κινείται στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Την ίδια στιγμή είδε το PASSAT, από απόσταση 150μέτρων, να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στη μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Σε κάποια στιγμή το PASSAT κινήθηκε απότομα, προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να κτυπήσει με την αριστερή του μπροστινή γωνία, την πισινή δεξιά πλευρά του ελαφρύ φορτηγού και τα δύο οχήματα κινήθηκαν, ανεξέλεγκτα, μέσα στον αυτοκινητόδρομο, όπου και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του. Αφού αντιλήφθηκε ότι θα τον κτυπούσαν, προσπάθησε να επιταχύνει, χωρίς τούτο να γίνει κατορθωτό και να κτυπήσουν στο πίσω μέρος του βαρύ φορτηγού. Τότε η πίσω σιδερένια ράμπα του βαρύ φορτηγού έπεσε στην άσφαλτο, λόγω του ότι, έσπασαν τα «υδραυλικά μαρκούτζια» που την συγκρατούσαν. Κατέβηκε από το βαρύ φορτηγό και κατευθύνθηκε προς τα δυο οχήματα, όπου είδε ότι οι επιβάτες του ελαφρύ φορτηγού ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Κάλεσε το 199, με σκοπό να ενημερώσει για το επίδικο δυστύχημα. Διευκρίνισε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι τη στιγμή της σύγκρουσης των PASSAT και ελαφρύ φορτηγού, βρισκόταν σε κίνηση, στη λωρίδα επιτάχυνσης, εισερχόμενος από την είσοδο, Κοτσιάτη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, ότι ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που βρέθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος, μαζί με μια νοσηλεύτρια, η οποία προσέγγισε τη σκηνή, όχι με ιδιαίτερη χρονική, διαφορά. Ανέφερε, ότι η εν λόγω νοσηλεύτρια, του ανέφερε ότι «χαζίρι να χτυπήσει πάνω της τζαι τζεινης» τη στιγμή που έγινε το δυστύχημα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί, περαιτέρω στοιχεία για την εν λόγω νοσηλεύτρια καθώς επίσης ούτε και πότε τούτη, έφυγε από τη σκηνή. Ως προς την ταχύτητα που κινείτο, ανέφερε, ότι το εν λόγω βαρύ φορτηγό, μπορεί να αναπτύξει, ως μέγιστη ταχύτητα περί τα 90ΧΑΩ. Διευκρίνισε ότι στο εν λόγω σημείο, όπου έγινε το δυστύχημα, είναι ανήφορο και επομένως δεν μπορούσε να πάει με τέτοια ταχύτητα. Δηλώνοντας οδηγός βαρέων οχημάτων πέραν των 30 χρόνων, ανέφερε ότι μέσα από το δεξί καθρεφτάκι του, μπορούσε να προσδιορίσει την ταχύτητα του PASSAT, την οποία περιέγραψε ως ιλιγγιώδη. Ο ΜΚ5, αρχικά δήλωσε ότι το PASSAT «επέταν» και στη συνέχεια έθεσε ένα πλαίσιο ταχύτητας από 120 - 130 ΧΑΩ. Προς τούτο, επίσης, πρόσθεσε «Λόγω της σύγκρουσης, της σφοδρής σύγκρουσης που είδα, δεν είναι των 120ΧΑΩ, εκτός αν κοιμήθηκε ο άνθρωπος». Όταν του υπεβλήθη ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει, την ταχύτητα που κινείτο το PASSAΤ, όπως το είδε μέσα από το καθρεφτάκι του απάντησε «Εν τζαι είμαι ραντάρ ρε φίλε». Δεν θυμόταν πότε υπόγραψε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, επικαλούμενος αδυναμία να θυμηθεί γεγονότα πρόσφατου παρελθόντος. Ο μάρτυρας δήλωσε επίσης, ότι, ανέφερε στην Αστυνομία και το σημείο, στο οποίο βρισκόταν τη στιγμή που είδε τα δύο οχήματα, να έρχονται προς το μέρος του, καθώς επίσης και ότι ανέφερε στους αστυνομικούς ότι «αν ο άνθρωπος που το ημιφορτηγό, που ρώτησε με ο αστυνομικός, αν είναι το ημιφορτηγό που έκοψε τον δρόμο του ΙΧ και λέω του αν έκοφκε το ημιφορτηγό το ΙΧ δεν θα έρχετουν πάνω του, ήταν να πάει από τη δεξιά, πάνω στα κιγκλιδώματα και συμφώνησε και ο αστυνομικός». Ως προς το εάν ο ίδιος έδειξε το σημείο σύγκρουσης στην Αστυνομία ή εάν τούτο του υποδείχθηκε μετά που ετοιμάστηκε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ο μάρτυρας απάντησε «Εφόσον τζαι εδώ να δείτε φαίνεται (ο μάρτυρας δείχνει το Τεκμήριο 2 - μπροστά από το σημείο Χ), μιλούμε το αυτοκίνητο του ανθρώπου έρχετουν με τόση ιλιγγιώδη ταχύτητα που τον σήκωσε πάνω τζαι η σύγκρουση φαίνεται καθαρά που γίνηκε, αφού είναι κολοσυρτό που τον έφερνε για να καταλάβει νάμπου θέλω να σου πω. [.] Την ώρα που χτύπησε το αυτοκίνητο το ΙΧ το ημιφορτηγό, μιλούμε σηκώστε πάνω το αυτοκίνητο τζαι πήγαινε συρτό για να καταλάβεις.». Τέλος, κατά την δε επανεξέταση του συμφώνησε, ότι η ΜΚ1, αφού του υπέδειξε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, συμφώνησε με αυτό. [ΜΚ6] Ο ΜΚ6, ήταν συνοδηγός στο ελαφρύ φορτηγό. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, το οποίο στην ουσία αφορά γεγονότα πριν το δυστύχημα και μετά το δυστύχημα εν σχέσει με την πορεία της υγείας του, λόγω των σοβαρών τραυματισμών που υπέστη. Επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ο μάρτυρας, ανέφερε, ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη του τα γεγονότα της υπόθεσης, αφού κατ' ισχυρισμόν, τούτη (η μνήμη του), επηρεάστηκε λόγω των σοβαρών τραυματισμών του. Τέλος, ο μάρτυρας, κατάθεσε σειρά ιατρικών εγγράφων ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο, εν σχέσει με την κατάσταση της υγείας του. Επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε, η μαρτυρία του από την υπεράσπιση. [ΜΚ7] Ο ΜΚ7, ήταν ο οδηγός του ελαφρύ φορτηγού. Εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ανέφερε ότι όταν έφτασαν στην περιοχή Κοτσιάτη, είδε το βαρύ φορτηγό να βρίσκεται στη λωρίδα επιτάχυνσης, αντιλαμβανόμενος, έτσι, ότι, ο οδηγός αυτού, είχε πρόθεση, να εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο. Κινούνταν με ταχύτητα 90-95ΧΑΩ. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το Βαρύ φορτηγό ήταν λίγο πιο μπροστά του περί τα 20μέτρα. Ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, είδε τον οδηγό του βαρύ φορτηγού, μέσα από το δεξί καθρεφτάκι του, την στιγμή που κοίταζε για να ελέγξει το κατά πόσο θα εισερχόταν στον αυτοκινητόδρομο. Στη συνέχεια κοίταξε το δεξί καθρεφτάκι, του δικού του οχήματος και είδε το PASSAT να έρχεται, από απόσταση 4-5 μέτρων, προς το μέρος τους. Συγκεκριμένα το είδε να έρχεται από δεξιά, στο πίσω μέρος, με μεγάλη ταχύτητα λες και λοξοδρόμησε. Τότε ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω μέρος του φορτηγού του. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσε ένα πολύ δυνατό κτύπημα στο μπροστινό μέρος του ελαφρύ φορτηγού και στη συνέχεια το αυτοκίνητο τους ακινητοποιήθηκε μέσα στον αυτοκινητόδρομο και το μπροστινό του μέρος έβλεπε προς Λάρνακα. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, εν σχέσει με τα επίδικα γεγονότα, ανέφερε ότι «[.] μόλις γύρισα στη δεξιά μου πλευρά τζαι είδα ένα αυτοκίνητο να πιάνει την πλευρά μου τζαι γύρισα, δεν μπορούσα να κάμω τίποτε [.] Α. [.] είδα ένα αυτοκίνητο γκρίζο να πιάνει ένα με ενάμισι μέτρο περίπου τη λωρίδα τη δική μου τζαι να έρχεται κατά πάνω μου. [.]». Σύμφωνα με τη θέση του, ο κατηγορούμενος κινείτο περί τα 130ΧΑΩ, αφού όταν κτύπησαν, κινήθηκαν περί τα 20-30 μέτρα μπροστά και συνέχιζε, το PASSAT, να βρίσκεται σφηνωμένο, κάτω από το ελαφρύ φορτηγό. Ο ΜΚ7, αντεξετάστηκε. Εν σχέσει με το βαρύ φορτηγό, ανέφερε ότι δεν ήταν σίγουρος ποια ήταν η πρόθεση του εν λόγω οδηγού και δη για να εισέλθει εντός του αυτοκινητόδρομου. Νομίζει ότι, άναψε το δείκτη πορείας του, χωρίς να είναι σίγουρος. Ανέφερε ότι μόλις γύρισε και είδε το δικό του καθρεφτάκι, αντιλήφθηκε το PASSAT. Στη συνέχεια ανέφερε, ότι αντιλήφθηκε την πρόθεση του βαρύ φορτηγού για να εισέλθει στην πορεία του, λέγοντας ότι «Ήταν να μπει, αλλά δεν νομίζω να μου έκοφκε τον δρόμο ο άνθρωπος για να δώκει πάνω μου, υποτίθεται άμας οδηγάς έτσι αυτοκίνητα χρειάζεται τζαι πείρα τζαι άδειες, φαντάζομαι δεν τα διούσιν έτσι». Ως προς την ταχύτητα με την οποία κινείτο το PASSAT, ανέφερε «φαντάζομαι πρέπει να έτρεχε πιο πάνω που 130[..]».Ως προς δε τη περιοχή της σύγκρουσης Χ ισχυρίστηκε ότι « Αφού από τη στιγμή που έρκετουν στη λωρίδα τη δική μου τζαι ήρτε στη λωρίδα μου το αυτοκίνητο το γκρίζο από τη μεσαία τζαι έπιασε ένα ενάμισι μέτρο στην πλευρά τη δική μου τζαι είπε μου ότι εν τούτο το Χ, σημαίνειι εν τούτο το Χ γιατί ήταν στην πλευρά την δική μου. Ε. Άρα δεν ξέρεις αν είναι ακριβώς το Χ εσύ; Α. Δεν εκράτουν το μέτρο [.]». Έπειτα, αναφέρθηκε και στη νοσοκόμα, την οποία, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, με την υπεράσπιση, να ζητά να εξηγήσει, γιατί δεν την ανέφερε, στην γραπτή του κατάθεση, ενώ, ανέφερε την ύπαρξη του ΜΚ
- Ο ΜΚ7, επικαλέστηκε ότι η έγνοια του το διάστημα εκείνο ήταν η πορεία της υγείας του εξού και δεν αναφέρθηκε στην εν λόγω νοσοκόμα. Περαιτέρω, ρωτήθηκε, πώς και ήταν εν γνώση του το περιεχόμενο της κατάθεσης της ΜΚ4 και δη ότι, η τελευταία, ενημέρωσε την ασφάλεια του Γ.Ν.Λ., περί της πρόθεσης της να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, με τον ίδιο, αρχικά να αναφέρει ότι, η εν λόγω νοσοκόμα, το είπε στην σύζυγο του, μετά την εισαγωγή του στο ΤΑΕΠ του Γ.Ν.Λ. Τότε του υπεβλήθη ότι η ΜΚ4, τη στιγμή που έγινε εισαγωγή του δεν ήταν παρούσα, επομένως, τούτο δεν συνάδει, με τα όσα ανέφερε, με τον ΜΚ7, να αναφέρει ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από 5 χρόνια. [ΜΚ8] Η μαρτυρία της ΜΚ8, ήταν τυπική. Παρουσίασε πιστά αντίγραφα των ιατρικών φακέλων του ΜΚ6 και ΜΚ7, ως τούτα διατηρούνταν στο αρχείο του Γ.Ν.Λ. Δεν αμφισβητήθηκε, από την υπεράσπιση. [ΜΚ9] [ΜΚ10] [ΜΚ11] [ΜΚ12] Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, αφορά, στην ουσία, μαρτυρία ιατρών που εξέτασαν, περίθαλψαν και αντιμετώπισαν, μέχρι ενός σημείου, τα προβλήματα υγείας και/ή τις σωματικές βλάβες που υπέστησαν οι ΜΚ6 και ΜΚ7, από το επίδικο δυστύχημα. Η μαρτυρία τους στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, πάρα μόνον τέθηκαν διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενο της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[3] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Δεν είναι βέβαια η κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της [βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301]. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. Για σκοπούς αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, δεν θα ακολουθήσω τη σειρά των μαρτύρων ως αυτοί κατέθεσαν ενώπιον μου και τούτο το πράττω για σκοπούς καλύτερης ακολουθίας των γεγονότων της υπόθεσης. [ΜΚ7] Ο ΜΚ7 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ανέφερε τα πραγματικά, όπως ο ίδιος συνέλαβε και συγκράτησε, γεγονότα, χωρίς διαθλάσεις ή υπερβολές. Ο μάρτυς, όχι μόνο δεν δίστασε να αναφέρει ο ίδιος ότι υπήρχαν πράγματα που ενδεχομένως να μην γνώριζε ή να μην αντιλήφθηκε τη δεδομένη στιγμή, αλλά σε καμία στιγμή δεν επιχείρησε να κατασκευάσει με οποιοδήποτε τρόπο μαρτυρία για να καλύψει αυτήν την απουσία γνώσης και αντίληψης. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία του [βλ. Founaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R.. 28, 29. Ήταν ευθύς και σταθερός. Παρουσίασε μια συνεπή εκδοχή, αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο συμβάν. Ήταν ξεκάθαρος στις θέσεις που εξέφρασε και αρκετά παραστατικός σε βαθμό που το Δικαστήριο μπόρεσε επί της μαρτυρίας του να δημιουργήσει εικόνα για τα τεκταινόμενα που αφορούν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το εν λόγω ατύχημα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τη στιγμή που κοίταξε το δεξιό καθρεφτάκι του ελαφρύ φορτηγού, εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου σε απόσταση περί τα 4-5 μέτρα, να λοξοδρομεί προς τα αριστερά, ως ήταν η πορεία τους, να εισέρχεται κατά 1 με 1 ½ μέτρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του (3η λωρίδα κυκλοφορίας) και να κτυπά στο πίσω μέρος του ελαφρύ φορτηγού. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. [ΜΚ5] Επίσης, ο ΜΚ5, μου έκανε καλή εντύπωση, ως μάρτυρας. Δεν θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευσθεί. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από λογική συνοχή και αληθοφάνεια. Ο μάρτυς, έδινε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις για να υποστηρίξει τις θέσεις του, ως πρόσωπο που βίωσε τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε, αντικρούοντας μάλιστα με την ίδια πειστικότητα και τις όποιες προσπάθειες γίνονταν για να αμφισβητηθούν τα λεγόμενα του. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία του [βλ. Founaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R.. 28, 29. Καμία μαρτυρία, κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο υφίσταται που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι ο μάρτυρας αυτός επιδίωκε να καταθέσει ψευδώς εναντίον του κατηγορούμενου. Ήταν συνεπής στην εκδοχή του, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, και μόνον επί τούτου του σημείου, επαναλαμβάνω ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι, όταν έλεγξε το δεξιό καθρεφτάκι του βαρύ φορτηγού, εντόπισε, περί τα 150 μέτρα, το όχημα του κατηγορούμενου να κινείται στη 2η λωρίδα κυκλοφορίας και απότομα, να εισέρχεται στην 3η λωρίδα κυκλοφορίας, να κτυπά στο πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού και στη συνέχεια, να κινούνται μαζί προς το μέρος του όπου και εντέλει συγκρούστηκε το τελευταίο με το πίσω δεξιό μέρος του βαρύ φορτηγού. Ωστόσο, ως προς το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο αποτελεί εκφορά γνώμης, ως προς το εάν η σύγκρουση μεταξύ του ελαφρύ φορτηγού και του PASSAT, επήλθε εξ υπαιτιότητας ή όχι του ελαφρύ φορτηγού, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού, ο ΜΚ5, δεν έθεσε στο Δικαστήριο, τούτα που επιτάσσει η νομολογία, για να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας και να του επιτραπεί να εκφράζει τέτοια γνώμη ή εν πάση περιπτώσει να μπορεί να προσδοθεί, επί της γνώμης τούτης, οποιαδήποτε σχετική βαρύτητα [βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875.]. Ακροσφαλή, θεωρώ και την όποια αναφορά του ως προς το ύψος της ταχύτητας που κατ΄ ισχυρισμό κινείτο το PASSAT. Και τούτο γιατί, ως προανέφερα, ο μάρτυρας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εμπειρογνώμονας για να μπορεί να δοθεί στη συλλογιστική του, προς το συμπέρασμα του τούτο, οποιαδήποτε σχετική βαρύτητα. Παρόλα αυτά ακόμα και εμπειρογνώμονας να θεωρείτο, τα όσα ανέφερε ότι έλαβε υπόψη προς την κατάληξη του τούτη (πχ. ζημιές ενεχόμενων οχημάτων) δεν περιείχαν τις λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ελέγξει την ορθότητα των λεγομένων του, καταλήγοντας στα δικά του σχετικά ευρήματα. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, πλην των όσων ανωτέρω καταγράφηκαν. [ΜΚ3] Εξαιρετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο ο ΜΚ3. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Οι επί τούτου αναφορές χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ο μάρτυρας, μέσω της σχετικής μαρτυρίας του, έδωσε στο Δικαστήριο, όλες εκείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε τούτο, αφενός να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει οι γνώσεις του και γενικότερα τα σχετικά ακαδημαϊκά του προσόντα, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Επομένως, κρίνω ότι ο μάρτυρας μπορούσε να εκφράσει γνώμη και επί τούτης (της γνώμης) αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Δεν θεωρώ ότι περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία του [βλ. Founaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R.. 28,
- Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, ως τα συμπεράσματα του. [ΜΚ1] [ΜΚ2] Εξαρχής σημειώνω ότι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, ενόψει του ότι ήταν συναφής, θα αξιολογηθεί από κοινού από το Δικαστήριο. Αμφότεροι οι μάρτυρες ανέφεραν ότι, χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, συνεργάστηκαν για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες μου έκαναν καλή εντύπωση και κρίνω ότι δεν υφίσταται καμία μαρτυρία, κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί του ότι επιδίωξαν να καταθέσουν ψευδώς εναντίον του κατηγορούμενου. Τουναντίον, ειδικότερα, η ΜΚ1, στη βάση των εναντίων των συμφερόντων θέσεων, που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορώ να καταλήξω ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα. Το ίδιο ειλικρινής, ήταν και ο ΜΚ2, καθόλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν δίστασε να αναφέρει o ίδιος, ότι υπήρχαν πράγματα που ενδεχομένως να μην γνώριζε ή να μην αντιλήφθηκε τη δεδομένη στιγμή, χωρίς να επιχειρήσει, με οποιοδήποτε τρόπο, να κατασκευάσει μαρτυρία για να καλύψει αυτήν την απουσία γνώσης και αντίληψης του. Επίσης, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο, όλων όσων έτυχε εκπαίδευσης, εν σχέσει με τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, χωρίς τούτο, στην ουσία να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, και ως εκ τούτου, από τώρα, σημειώνω ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Και προχωρώ. Ως προκύπτει, λοιπόν, μέσα από τη μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω, ο ΜΚ2 ήταν το πρόσωπο το οποίο κλήθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος με σκοπό να βοηθήσει την ΜΚ1, ενόψει και της περιορισμένης προς τούτο, εμπειρίας της, στη συλλογή και εξεύρεση των στοιχείων εκείνων που θα βοηθούσαν στην ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος. Και τούτο, ως αναφέρθηκε, και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ετάχθη να πράξει ο ΜΚ2 λόγω μεγαλύτερης εμπειρίας, που είχε, στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, συνδυαστικά με τις εξειδικευμένες γνώσεις που είχε, προς τον σκοπό αυτό. Τα ζητήματα που η υπεράσπιση έθεσε εν αμφιβόλω και στους δύο αυτούς μάρτυρες, πέραν της δυνατότητας τους για εκφορά γνώμης, ως προς τον τρόπο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, ήταν συγκεκριμένα. Και εξηγώ. Από το Τεκμήριο 3 (συμμετρικό σχεδιαγράφημα), αμφισβητήθηκε τόσο το σημείο Β1, ως προς το μήκος και την κλίση αυτού, όσο και η περιοχή σύγκρουσης Χ. Ξεκινώντας, λοιπόν, από το σημείο Β1 [Βλ. Τεκμήριο 3], σημειώνω ότι η ΜΚ1 υπέδειξε το σημείο τούτο, τόσο στην φωτογραφία 3 όσο και στη φωτογραφία 14 του Τεκμηρίου
- Οφείλω να σημειώσω ότι τόσον η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2, δεν κατόρθωσαν κατ΄ αντιστοιχία με τις φωτογραφίες, να υποδείξουν σε αυτές, την κλίση που φαίνεται να έχει το Β1, ωστόσο, από την άλλη, η υπεράσπιση βάσισε μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της στον τρόπο αποτύπωσης του σημείου Β1, ως τούτο έχει επί του Τεκ.3, με σκοπό να υποδείξει στο Δικαστήριο ότι τούτο συνηγορεί στο ότι η σύγκρουση Passat και ελαφρύ φορτηγού έγινε εντός της 2ης λωρίδας κυκλοφορίας, όπου κινείτο το Passat. Ωστόσο, οφείλω να σημειώσω ότι ο εντοπισμός και η καταγραφή της κλίσης του Β1 από τη σκηνή του δυστυχήματος, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ως γεγονός, πάρα μόνον όταν, οι πιο πάνω μάρτυρες δεν μπορούσαν, μέσα από το φωτογραφικό υλικό να υποδείξουν τούτη. Εν πάση περιπτώσει, όπως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ1, ακόμα και με την κλίση τούτη που είχε το σημείο Β1, η νοητή γραμμή προς τα πίσω, ήταν και πάλι αρκετά κοντά στην περιοχή σύγκρουσης Χ, ως την αποτύπωσε, τονίζοντας προς τούτο, ότι το εν λόγω σχεδιαγράφημα δεν ήταν επί κλίμακας αλλά συμμετρικό και τυχόν τέτοιες ασκήσεις επί χάρτου, δυνατόν να μην αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα. Τώρα ως προς την κατάληξη των ΜΚ1 και ΜΚ2, για την περιοχή σύγκρουσης Χ και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν, αλλά εξήγησε πολύ περισσότερο ο ΜΚ2, ότι κατέληξαν στην περιοχή αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τους τις προγενέστερες της σύγκρουσης πορείες του ελαφρύ φορτηγού και του Passat, τη μετέπειτα πορεία που ακολούθησαν [βλ. σημείο Α2 μέχρι Χ1 - Τεκμήριο 3] καθώς επίσης και τα μεγέθη των οχημάτων. Και τούτα, στη βάση του γεγονότος ότι, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο αυτών οχημάτων, στην σκηνή, δεν αφέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που θα προσδιόριζαν επακριβώς το σημείο σύγκρουσης Χ. Ως διαφάνηκε, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τόσον την πραγματική όσον και την δια ζώσης [ΜΚ5 και ΜΚ7 ανωτέρω] αλλά και των ευρημάτων από την σκηνή, οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 για να προσδιοριστεί η περιοχή σύγκρουσης Χ, είναι ορθή. Η συλλογιστική ως αυτή επεξηγήθηκε, πολύ περισσότερο από τον ΜΚ2, επέτρεψε στο Δικαστήριο να εξετάσει και κατ΄ επέκταση να καταλήξει ως προς την ορθότητα της. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, το Τεκμήριο 3 γίνεται αποδεκτό, στην ολότητα του. Να σημειωθεί, επίσης, ότι τα όσα υποδεικνύονται στα σχεδιαγραφήματα της σκηνής έτυχαν ελέγχου και εξέτασης και από άλλους μάρτυρες, των οποίων η μαρτυρία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας έτσι την ορθότητα των καταγραφόντων των εν λόγω σχεδιαγραφημάτων. Εν πάση περιπτώσει, επακριβώς προσδιορισμός του όποιου αποτυπώματος ενός οχήματος μετά από μια σύγκρουση ή ακόμα και του σημείου σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων, δεν είναι πάντα καθοριστικής σημασίας. Πόσο μάλλον όταν τα υπό εξέταση αδικήματα είναι άρρηκτα συνυφασμένα με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, παρά με την όποια μεταγενέστερη πορεία και αντίδραση των ενεχόμενων οχημάτων, ως είναι και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Επομένως, το Τεκμήριο 3 αποτελεί πραγματική μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, ως σημειώθηκε στις αναφερόμενες, κατωτέρω υποθέσεις, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.]. Ωστόσο, ως προς την εκφορά γνώμης τόσον της ΜΚ1 όσον και του ΜΚ2, για τον τρόπο με τον οποίο έγινε το επίδικο δυστύχημα, ούτε ο ένας αλλά ούτε και ο άλλος μάρτυρας, ανεξάρτητα και μακριά εάν ο ΜΚ2 έθεσε στο Δικαστήριο το υπόβαθρο για να τον αποδεχθεί ως εμπειρογνώμονα, δεν έθεσαν στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε, τούτο, αφενός, να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Ειδικότερα, ο ΜΚ2, αναφερόταν στο βάρος των οχημάτων ή στην ταχύτητα τους, δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την διαμόρφωση της γνώμης επί του τρόπου που έγινε το δυστύχημα, χωρίς όμως, και πάλι, να τίθενται, ενώπιον Δικαστηρίου τούτες οι λεπτομέρειες και εχέγγυα, κατά τρόπο που το Δικαστήριο, να δύναται να εξετάσει, κατά πόσον, τούτα μπορούσαν, αν όντως μπορούσαν, να οδηγήσουν στα εν λόγω συμπεράσματα του. Είναι, λοιπόν, στη βάση αυτών των δεδομένων που αποτελεί και κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι όποιες αναφορές των ΜΚ1 και ΜΚ2, επί της κατάληξης τους ως προς τον τρόπο που επεσυνέβη το εν λόγω τροχαίο δυστύχημα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Επομένως, η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, επί των ενεργειών τους αλλά και των γεγονότων της υπόθεσης γίνονται αποδεκτές, πλην της εκφοράς γνώμης τους επί του τρόπου που έγινε το δυστύχημα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι με βάση άλλην ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ο τρόπος που ο ΜΚ2 περιέγραψε για το πως επισυνέβη το δυστύχημα και ποιες ήταν οι μετέπειτα αντιδράσεις και συμπεριφορές των οχημάτων επιβεβαιώνεται, εντούτοις η μαρτυρία του δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα, αφού επρόκειτο για μαρτυρία εμπειρογνώμονα, από την οποία, όμως, εξέλειπαν οι λεπτομέρειες, τα εχέγγυα και κριτήρια, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει την ορθότητα του, ως ανωτέρω, με ακρίβεια αναφέρθηκε. ΜΚ4] Η ΜΚ4, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η εικόνα που αποκόμισα από την ΜΚ4, καθόλη τη διάρκεια που κατέθετε, ήταν ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο, με σκοπό, να διαφωτίσει τούτο, ειλικρινώς, για τα όσα εκτυλίχθηκαν, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Και τούτο, αφού η μαρτυρία της παρουσιάζει αδυναμίες, αντιφάσεις και σε πολλά σημεία δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των γεγονότων, ως τούτη προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Και εξηγώ. Η ΜΚ4, τοποθετεί, ως πρώτη επαφή της, με το PASSAT, επί του κυκλικού κόμβου Ριζοελιάς και συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τούτο πέρασε από δίπλα της, με διαπασών την μουσική, αναγκάζοντας την, έτσι, να κινηθεί αριστερότερα της πορείας της. Ωστόσο, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, σε αντιδιαστολή με την πιο πάνω αναφορά της, ισχυρίστηκε, ότι ενώ βρισκόταν στο αλτ του κυκλικού κόμβου, ερχόμενη από Λάρνακα, είδε το εν λόγω όχημα να έρχεται από τον δρόμο Αγίας Νάπας - Δεκέλειας, αλλά, η ίδια κατάφερε να περάσει τον κυκλικό κόμβο και έπειτα τούτο (το PASSAT), το οποίο ερχόταν με ανοιχτή στροφή, να την βγάζει παγκέτο, αποφεύγοντας, έτσι, τη μεταξύ τους σύγκρουση. Περαιτέρω, στην γραπτή της κατάθεση, ενώ αναφερόταν σε 3 πρόσωπα που βρίσκονταν στα πίσω καθίσματα του PASSAT, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, αναφέρθηκε σε 4 πρόσωπα, τα οποία, για πρώτη φορά, περιέγραψε ότι ήταν «το ένα πάνω στον άλλο κατά περίεργο τρόπο». Πέραν της προφανούς αντίφασης των πιο πάνω ισχυρισμών της, με τα όσα ανέφερε, στην γραπτή της κατάθεση, η ΜΚ4, αναφέρθηκε και σε γεγονότα, για πρώτη φορά, τα οποία δημιουργούν αν μη τι άλλο, ερωτηματικά για τη φιλαλήθεια της μάρτυρος. Η ΜΚ4, κατά την πορεία των ερωτήσεων της κατηγορούσας αρχής, ισχυρίστηκε, για πρώτη φορά ότι κατά τη διαδρομή της προς Λευκωσία, σε κάποια στιγμή, σταμάτησε εντελώς το όχημα της, με σκοπό να χρησιμοποιήσει τα hands free για να τηλεφωνήσει στο σύζυγο της, ώστε να του αναφέρει ότι ένα όχημα κινείτο κατά τρόπο επικίνδυνο, με τον τελευταίο να την συμβουλεύει να πηγαίνει αργά. Ήταν δε η θέση της ότι σκέφθηκε, ακόμα και να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία, με σκοπό να καταγγείλει το εν λόγω περιστατικό, αφού, είχε κατορθώσει να καταγράψει τους αρ. εγγραφής του Passat, πάνω στο χέρι της. Πώς είναι δυνατόν, από την μία η ΜΚ4, να μην αναφέρει ποτέ στην γραπτή της κατάθεση, ότι, ακινητοποίησε εντελώς το όχημα της, με σκοπό να τηλεφωνήσει στον σύζυγο της ή ότι κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του PASSAT και από την άλλη, τούτα, τα γεγονότα να τίθενται, ενώπιον Δικαστηρίου, για πρώτη φορά μετά από πάροδο σχεδόν 4 ½ και πλέον χρόνων μετά από το επίδικο δυστύχημα, και 3 ½ έτη, περίπου, από την ημερομηνία που έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία; Τα ερωτηματικά τα οποία εγείρονται, με τις πιο πάνω αναφορές της, δεν είναι επουσιώδους σημασίας, αφού, στην ουσία, έχουν να κάνουν με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων, όπως, η ίδια αρχικώς περιέγραψε. Η ίδια περιέγραφε μια πορεία η οποία ήταν συνεχής, ανεξάρτητα εάν για κάποιο χρονικό διάστημα έχανε επαφή με το PASSAT. Όμως τούτο, πώς μπορεί να συνεχίζει να υφίσταται, όταν υπάρχουν αναφορές της ίδιας, περί ακινητοποίησης του οχήματος της για σκοπούς επικοινωνίας με τον σύζυγο της και/ή άλλων περιπτώσεων, που κατ΄ ισχυρισμό, ανέφερε, ότι βγήκε στο αριστερό παγκέτο, για αποφυγή την σύγκρουση με το PASSAΤ, ενώ παράλληλα κατατάσσει την ταχύτητα που κινείτο το PASSAT, ως ιλιγγιώδη; Δηλαδή πώς πρόλαβε με τις καθυστερήσεις που προηγήθηκαν να έχει, πέραν από ελάχιστες στιγμές, να έχει οπτική επαφή με το Passat, το οποίο, ως ισχυρίστηκε κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα; Πέραν τούτων, για πρώτη φορά, ενώπιον Δικαστηρίου, παρουσίασε μια διαφορετική εικόνα ως προς την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, με αρκετές λεπτομέρειες. Ισχυρίστηκε ότι, με το PASSAT θα συγκρουόταν 2 - 3 φορές, αφού πολλές φορές, ενάλλασσαν λωρίδα κυκλοφορίας και/ή κρατούσαν ταυτόχρονα δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Οι δε λόγοι, που έδωσε, με σκοπό να αιτιολογήσει, γιατί τα όσα, ανέφερε, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, δεν τα ανέφερε στην κατάθεση της, έστω και με την πάροδο ενός έτους από το δυστύχημα, δεν θεωρώ, ότι μπορούν να αποτελέσουν ισχυρή δικαιολογία, στηριζόμενη στην κοινή λογική. Επιπρόσθετα, ξενίζει και το γεγονός, ότι, ο λόγος που ανέφερε με σκοπό να μην παρουσιαστεί ενώπιον της Αστυνομίας δηλώνοντας μάρτυρας του δυστυχήματος παρουσιάζει επίσης εγγενείς αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ από τη μια ανέφερε ότι κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του PASSAT στο χέρι της - σε χρόνο, βέβαια, άγνωστο προς το Δικαστήριο, από την άλλη ανέφερε ότι δεν πήγε στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση επειδή δεν γνώριζε τα ενεχόμενα πρόσωπα ή τους αρ. εγγραφής των οχημάτων. Από την μία έλεγε ότι αν την ήθελε η Αστυνομία να δώσει κατάθεση θα την εντόπιζε από τους αρ. εγγραφής του οχήματος της, αφού σταμάτησε στην σκηνή του δυστυχήματος ενώ η ίδια, ανέφερε ότι έφυγε από τη σκηνή πολύ πριν αφιχθεί η Αστυνομία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της ΜΚ4, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και επομένως απορρίπτεται. [ΜΚ6] Ουσιαστικά η μαρτυρία του ΜΚ6, δεν αμφισβητήθηκε και επομένως, τούτη, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο μάρτυρας, ήταν ειλικρινής και συγκεκριμένα, ότι υπήρχε εγγενής αδυναμία, να ανακαλέσει στην μνήμη του, οποιαδήποτε, ουσιαστικά γεγονότα, του δυστυχήματος. Παρόλο, που η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, τούτη, δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των εδώ ζητημάτων που απασχολούν. [ΜΚ8] [ΜΚ9] [ΜΚ10] [ΜΚ11] [ΜΚ12] Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, επί της ουσίας δεν αποτέλεσε διαφιλονικούμενο ζήτημα, ενόψει και των όσων, το παρόν Δικαστήριο ανέφερε, ότι πρέπει να απασχολήσουν, για σκοπούς κατάληξης επί της παρούσας υπόθεσης. [ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΥΝΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ] Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ενώπιον Δικαστηρίου τέθηκαν, υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, οι καταθέσεις των συνεπιβατών [βλ. Τεκμήριο 22, 23 και 24], και φίλων, του κατηγορούμενου, πλην ενός που δεν ανευρέθηκε. Επομένως, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για την απόφανση ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν θα πρέπει να προδώσω στο περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων οποιαδήποτε βαρύτητα, καθότι, (α) προέρχονται από πρόσωπα που στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται να διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και (β) δεν δόθηκε καμία, ουσιαστικά, εξήγηση, ως προς τους λόγους, που δεν κλήθηκαν για να παρουσιαστούν ενώπιον Δικαστηρίου, παράγοντες που σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη κατά την διεργασία αυτή του Δικαστηρίου. Εξάλλου το γεγονός ότι η παρουσία εξ ακοής μαρτυρίας είναι, κατά κανόνα, επιτρεπτή, δεν απολήγει στην εξουδετέρωση ή έστω μείωση της σημαντικότητας του έτερου, εξίσου σημαντικού, κανόνα αποδείξεως και δη αυτού της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας [βλ. απόφαση πλειοψηφίας Ιωάννης Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu [2016], Αρ. Εφεσης 13/2015]. Η κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην αστυνομία, κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Τεκμήριο 21). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Ειδικά, σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων κατηγορουμένου παραπέμπω στη Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 112) ΣΤ. ΤΕΛΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω, επιπροσθέτως, και στα ακόλουθα ευρήματα: Προ της σύγκρουσης, το Passat, το οποίο οδηγείτο στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, με ευθεία πορεία προς Λευκωσία, βρισκόταν στη 2η λωρίδα κυκλοφορίας (μεσαία), ως η πορεία του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά την έξοδο/είσοδο, Κοτσιάτη, παρεξέκλινε της ευθείας πορείας του, κινήθηκε αριστερότερα και αφού εισήλθε κατά 1 με 1 ½ μέτρο εντός της 3ης λωρίδας κυκλοφορίας («αργή» λωρίδα), στην οποία κινείτο, εκείνη τη στιγμή, πιο μπροστά, το ελαφρύ φορτηγό, συγκρούστηκε, το μπροστινό αριστερό μέρος τού με το πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού. Αν και το ύψος της ταχύτητας του Passat τη στιγμή της σύγκρουσης με το ελαφρύ φορτηγό δεν έχει εξακριβωθεί, εντούτοις ήταν τέτοια η ταχύτητα του Passat, που όταν συγκρούστηκε με το ελαφρύ φορτηγό, το οποίο να σημειωθεί κινείτο με ταχύτητα περί τα 90 -95ΧΑΩ, το μπροστινό του μέρος εισήλθε (σφήνωσε) κάτω από το πίσω μέρος του ελαφρύ φορτηγού, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του φορτηγού αυτού, να ανασηκωθεί και το μπροστινό του μέρος να χαμηλώσει προς τα εμπρός [σκυφτό]. Ακολούθως, ενόψει της σύγκρουσης αυτής, τα δύο αυτά οχήματα, κινούμενα με τον πιο πάνω τρόπο, εισήλθαν στην 4η λωρίδα (επιτάχυνσης), στην οποία κινείτο, εκείνη την στιγμή, πιο μπροστά, το βαρύ φορτηγό. Τότε, το μπροστινό αριστερό μέρος του ελαφρύ φορτηγού κτύπησε στο πίσω δεξιό μέρος του βαρύ φορτηγού. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κινήθηκε, απότομα αριστερότερα, μέχρις ότου συγκρουστεί με το πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού, δεν οφείλεται σε παράγοντες ανεξάρτητους από τον ίδιο, τους οποίους μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Και τούτο γιατί, ουδεμία μαρτυρία και/ή θέση παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου, ότι υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος στον δρόμο, ως η πορεία του. Ζ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Όσον αφορά την 1η κατηγορία, σημειώνω, ότι η επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα 2562 ευρώ ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προσομοιάζει με αυτό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα. Επομένως, άντλησα καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Βέβαια, ένας κατηγορούμενος, δύναται να κριθεί ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 86/72, έστω και αν δεν προκλήθηκε δυστύχημα (βλ. Police v Stephanou
(1973)JSC 1400 ). Ως προκύπτει, λοιπόν, μέσα από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης αυτό που ελέγχεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη η συμπεριφορά του οδηγού ήταν επικίνδυνη. Η απόδειξη από την Κατηγορούσα Αρχή μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει αυτή την επικίνδυνη κατάσταση να αποδειχθεί ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Αυτό δεν εξ' υπακούει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός ήταν απερίσκεπτος (reckless) ή ότι είχε πρόθεση να οδηγήσει με τρόπο ασυμβίβαστο με το αποδεχτό επίπεδο οδήγησης. Το σφάλμα θα πρέπει να εμπεριέχει την ύπαρξη αποτυχίας να επιδειχθεί η φροντίδα ή η δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού πάντοτε σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η γραμματική έννοια της λέξης ¨επικίνδυνη¨ σημαίνει την πράξη η οποία εγκυμονεί κίνδυνο ή προκαλεί φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλέπε R v Gosney
(1971)55 Cr. App.R.502, Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ.233, Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ σελ.118). Αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά ή πράξη και δη κάθε ενέργεια η παράλειψη η οποία διενεργείται η παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220). Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή η σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο ο οποίος τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Εν σχέσει τώρα, με την 2η κατηγορία, οι αρχές που λαμβάνονται υπόψη, συγκεφαλαιώνονται στην Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2ΑΑΔ 69, στην οποία και παραπέμπω, επί τούτων, ευθύς αμέσως: «[.] Σύμφωνα με το άρθρο 236(ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όποιος με τέτοιο βεβιασμένο ή αμελή τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη, προβαίνει σε ιατρική ή χειρουργική θεραπεία σε πρόσωπο του οποίου ανέλαβε την νοσηλεία, είναι ένοχος πλημμελήματος. Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, αρχής γενομένης με το άρθρο 205. Το άρθρο 205, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του Νόμου 3/62, προβλέπει ότι πρόσωπο που επιφέρει το θάνατο άλλου με παράνομη πράξη ή παράλειψη που συνιστά υπαίτιο αμέλεια χωρίς να υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου, είναι ένοχος του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας. Το άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας. Η αμέλεια του άρθρου 205 συνίσταται σε υπαίτιο αμέλεια, όρος που εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Ακολουθεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αρχικά απέκλειε, όπως και το άρθρο 236, την υπαίτιο αμέλεια. Στη συνέχεια όμως το άρθρο 210 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 1989, (Ν. 111/89), σύμφωνα με το οποίο όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Η εισαγωγή της έννοιας της αλόγιστης πράξης που γίνεται με την τροποποίηση του νόμου 111/89, έννοια που στην αρχική διατύπωση του άρθρου 210 δεν υπήρχε, δυνατό να έχει εισάξει στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος την έννοια της αλόγιστης συμπεριφοράς (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell [1981] 1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης. Όμως επειδή στην παρούσα υπόθεση το υπό εξέταση άρθρο είναι το άρθρο 236, παρά τις ομοιότητες του με το άρθρο 210 πριν την τροποποίησή του, κανένας σκοπός δεν εξυπηρετείται με την ανάλυση σε βάθος του άρθρου 210 και του βαθμού αμέλειας που απαιτεί. Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεώς του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72) που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίησή του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, στην παρούσα υπόθεση μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίησή του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou v. The Police
(1981)2 C.L.R. 245,249). Όπως έχει λεχθεί, τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση κατά πόσο ο θάνατος προήλθε από οποιαδήποτε από τις απαγορευμένες πράξεις ήτοι, τη βεβιασμένη ή αμελή συμπεριφορά ή συνδυασμό και των δύο, έχοντας πάντα κατά νου ότι η πράξη δεν απαιτείται να συνιστά υπαίτιο αμέλεια ή αλόγιστη συμπεριφορά (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, σελ. 128). [.]» Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Προτού, προχωρήσω με την τελική κρίση του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την ανωτέρω καταγραφείσα νομολογία που διέπει τα υπό εξέταση αδικήματα, οφείλω να σχολιάσω, προς απάντηση των όσων καταγράφονται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης, περί της δυνατότητας κατάληξης ενός Δικαστηρίου, επί της ενοχής ή όχι ενός κατηγορούμενου, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, εν τη απουσία του ακριβούς σημείου σύγκρουσης. Προς τούτο, ως ήδη ακροθιγώς σημείωσα ανωτέρω, παραπέμπω στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Π.Ε 221/2018, 26.03.2019, ECLI:CY:AD:2019:B107, από την οποία προκύπτει ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται ξαφνικά, χωρίς προσχεδιασμό, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί επακριβώς το σημείο σύγκρουσης και επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, όπως το ακριβές σημείο από το οποίο πχ οι διάδικοι αντίκρισαν ο ένας τον άλλο, κάτι που θα έδινε την εντύπωση ότι καταπιάνεται με μαθηματική άσκηση [βλ., Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530]. Και τούτο γιατί, διαφορετικά, θα προσεγγίζονταν τέτοιες υποθέσεις, τροχαίων ατυχημάτων, με τρόπο που να δίνεται η εντύπωση ότι τα Δικαστήρια προβαίνουν σε αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου, για να καταλήξουν στην ευθύνη ή όχι ενός κατηγορούμενου. Άλλωστε, θέματα που σχετίζονται με οδική συμπεριφορά και δυνατότητα αντίδρασης ενός οδηγού σε επερχόμενο κίνδυνο αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής, εκτός όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή όπου απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα [βλ. Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 120]. Και τούτα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες, όπου ο επακριβής εντοπισμός του σημείου σύγκρουσης, δεν αποτελεί προϋπόθεση ή αναγκαίο εύρημα για σχηματισμό κρίσης ως προς το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα και ειδικότερα για το ποιος ευθύνεται γι' αυτό. Τα ίδια ισχύουν, ως θα διαφανεί και στη συνέχεια, εν τη απουσία και του ακριβούς ύψους της ταχύτητας με την οποία κινείτο ένα εμπλεκόμενο όχημα, σε ένα δυστύχημα. Υπενθυμίζω, ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στη παρούσα υπόθεση, ούτε η ακριβής ταχύτητα αλλά ούτε το ακριβές σημείο, όπου επήλθε η σύγκρουση, αποτελούν, άνευ άλλων, απαραίτητα συστατικά στοιχεία, προς απόδειξη τους. Το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης δεν συναρτάται πάντα με την ταχύτητα με την οποία κινείται ένα όχημα, αλλά με την εν γένει οδική συμπεριφορά που επιδεικνύει ο οδηγός, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις που επιφέρει ή δυνατό να επιφέρει αυτή σε τρίτους. Με δεδομένα, όλα τα πιο πάνω, προχωρώ τώρα, να εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, συσχετίζοντας τα, με τα τελικά μου ευρήματα. Αποτέλεσε, λοιπόν, εύρημα Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ενώ κινείτο στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα μεγαλύτερη της ταχύτητας του ελαφρύ φορτηγού, κινήθηκε εντός της 3ης λωρίδας κυκλοφορίας κατά 1 με 1 ½ μέτρο, κτυπώντας στο πίσω δεξιό μέρος του ελαφρύ φορτηγού. Ο λόγος ή η αίτια που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να παρεκκλίνει της ευθείας πορείας του παρέμεινε άγνωστος προς το Δικαστήριο. Παρενθετικά, σημειώνω, στο σημείο, αυτό, ότι δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι η υπερασπιστική γραμμή, πέραν των θεμάτων αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, ήταν και το ότι το δυστύχημα έγινε στη 2η λωρίδα κυκλοφορίας, συνεπεία της κίνησης του ελαφρύ φορτηγού, να εισέλθει εντός αυτής, θέση, όμως, η οποία παρέμεινε μετέωρη αφού καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς απόδειξη της, ενώ από την άλλη η μαρτυρία που υποστήριζε την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, ως προς το πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, θεωρώ χρήσιμα και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2ΑΑΔ
- Και εξηγώ. Στην Ιωάννου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε το αδίκημα στη βάση του άρθρου 210 του ΠΚ, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την καταδίκη, ανέφερε τα ακόλουθα «[.] ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού[4]. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες του τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπόμενου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψη μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά, ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.». Επίσης, στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v. Burgar [1971] R.T.R. 234, Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Είμαι της άποψης και συνεπώς κρίνω ότι, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο κατηγορούμενος κατά την ώρα του δυστυχήματος, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το passat κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά, δηλαδή ενώ οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ελαφρύ φορτηγό, εισήλθε απότομα εντός της 3ης λωρίδας κυκλοφορίας χτυπώντας στο δεξιό πίσω μέρος αυτού, κατά τρόπο τέτοιο που σφήνωσε στο πίσω μέρος του. Ως προς δε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, σημειώνω απλά ότι, η διαφορά μεταξύ του άρθρου 210 του ΠΚ Κεφ.154 και του άρθρου 7 του Ν.86/72, είναι το αποτέλεσμα που επέρχεται λόγω της οδικής συμπεριφοράς, ενός κατηγορούμενου και δη ο θάνατος ενός προσώπου. Κατά τα άλλα, ως προκύπτει και από τη σχετική αναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο για σκοπούς ερμηνείας του άρθρου 7 του Ν.86/72, καθοδηγείται, από τα όσα ερμηνεύτηκαν ότι απαιτείται να αποδειχθούν και για το άρθρο 210ΠΚ. Επομένως, έχοντας υπόψη ότι το επίπεδο αμέλειας που πρέπει να αποδειχθεί βάση του 236(α) του ΠΚ Κεφ.
- πρέπει να είναι χαμηλότερο του άρθρου 210 του ΠΚ Κεφ. 154 αλλά υψηλότερο του άρθρου 8 του Ν.86/72, είμαι της άποψης και επομένως κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει το επίπεδο αμέλειας που απαιτείται για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τέλος σημειώνω, ότι δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, εν σχέσει με τα ζητήματα αστάθειας τα οποία να αντιμετώπιζε το Passat, λόγω των όσων προβλημάτων προέκυψαν στο αριστερό πίσω εσωφτερό και τροχό, κατά την μηχανική εξέταση του από τον ΜΚ
- Ωστόσο, και επί τούτου του σημείου, ο ΜΚ3 ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, ότι η απώλεια του αέρα από το πίσω δεξιό ελαστικό του Passat, ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης και όχι γεγονός που επήλθε προ της σύγκρουσης. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια υπεράσπιση δεν τέθηκε ούτε από την πλευρά του κατηγορούμενου, σε κανένα σημείο της υπερασπιστικής γραμμής και επομένως, όλα τούτα δεν δύναται να απασχολήσουν περισσότερο το Δικαστήριο. Και τούτο, γιατί, ένα Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, Πατσαλίδης v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 76/2022 (19.01.2023), Νικολάου v. Αστυνομίας Π. Ε 179/2022 (08.05.2023)] Δεδομένων, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [[1]] Άρθρο 7.-
(1)Ν. 86/72- Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. [.]. [[2]] Άρθρο 236 Κεφ. 154 - Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή [.]είναι ένοχος πλημμελήματος. [3] Βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [4] Η παρούσα υπογράμμιση καθώς και όποια επόμενη ακολουθήσει, αποτελούν επισημάνσεις του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο