← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 23465/2019, 7/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 23465/2019, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 23465/2019 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ημερομηνία: 07 Ιουλίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: Χρ. Θεμιστοκλέους (κα) [για να ακούσει απόφαση ο κ. Τσαγγαρίδης) Για κατηγορούμενο: Κ. Δημητριάδης (κος) για Κώστα Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είτε γι' αυτά εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, προκύπτει ότι στις 18.11.2018 και περί ώρα 14:40, ο κατηγορούμενος και ο Γιώργος Χρίστου [στο εξής ο «παραπονούμενος»] οδηγούσαν τα οχήματα τους, με ίδια κατεύθυνση, στη Λεωφόρο Παλαιχωρίου, προς το χωριό Αγρός. Η εν λόγω Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας, για κάθε κατεύθυνση, η οποία χωρίζεται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή [σήμανση επί εδάφους], πλην του σημείου που οδηγεί στη πάροδο της Λεωφ. Πολύκαρπου Γιωρκάτζιη [στο εξής η «Λεωφ. Γιωρκάτζιη»], παρά το Γήπεδο ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου, σημείο όπου, η σχετική συνεχόμενη άσπρη γραμμή γίνεται διακεκομμένη, έτσι ώστε, να επιτρέπει στα οχήματα που επιθυμούν να εισέλθουν στη Λεωφ. Γιωρκάτζιη, να πράττουν τούτο, χωρίς να παραβιάζουν οποιαδήποτε οδική σήμανση. Κατά την προσπάθεια του κατηγορούμενου να κινηθεί δεξιά, προς την Λεωφ. Γιωρκάτζιη, ο παραπονούμενος, ο οποίος ακολουθούσε, οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του [στο εξής η «μοτοσυκλέτα»] και στην προσπάθεια του να προσπεράσει το διπλοκάμπινο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος [στο εξής το «όχημα του κατηγορούμενου»], συγκρούστηκε με αυτό, στο πίσω δεξιό μέρος [δεξιά πίσω πόρτα, δεξιό πίσω φτερό και τροχό και δεξιό μέρος καμπίνας], εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη. Περί η ώρα 15:00, ο Αστ.197, Κ. Κωνσταντίνου, επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος, όπου κατά την άφιξη του, βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση, τον δεξιό δείχτη του οχήματος του κατηγορούμενου να αναβοσβήνει, χωρίς η μηχανή, του εν λόγω οχήματος, να βρίσκεται σε λειτουργία, και τους οδηγούς αυτών, να είναι παρόντες. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Στη σκηνή, ο Αστ. 197, εντόπισε κομμάτια από πλαστικό και υγρά από τη μοτοσυκλέτα, γδαρσίματα στην άσφαλτο, τα οποία σε συνδυασμό με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων και την υπόδειξη του κατηγορούμενου, προσδιορίστηκε το σημείο σύγκρουσης «Χ». Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής υπογράφηκε και από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς, καθώς επίσης και από την Ξένια Αντωνίου [η σχέση της με το ατύχημα θα εξεταστεί κατωτέρω]. Οι ζημιές που υπέστη το όχημα του κατηγορούμενου ήταν ελαφριές [πίσω δεξιά πόρτα φτερό, τροχό και μέρος της καμπίνας], όπως ελαφριές ήταν και οι ζημιές της μοτοσυκλέτας [μπροστινό μέρος και στις δύο πλευρές]. Ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και αφού κλήθηκε ασθενοφόρο, μεταφέρθηκε στο Γ. Ν. Λευκωσίας, Ο Αστ. 2520, έλαβε αριθμό φωτογραφιών από τη σκηνή του ατυχήματος [Βλ. Έγγραφο Α], οι οποίες κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Τεκμήριο Β. Επομένως, τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα γεγονότα αποτελούν, πλέον, και ευρήματα του Δικαστηρίου[1]. Ως αποτέλεσμα τούτων, ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει δύο

(2)κατηγορίες και συγκεκριμένα αυτήν της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία] και αυτήν της υποχρέωσης του να χρησιμοποιήσει τους ηλεκτρικούς σηματοδότες κατεύθυνσης ή τα σήματα χειρός για δείξει στα οχήματα που τον ακολουθούσαν ότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά [2η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων των Νόμων και Κανονισμών, ως τούτα καταγράφονται, σε έκαστη κατηγορία, επί του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος, δήλωσε μη παραδοχή και στις δύο κατηγορίες, Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα αρχή, κάλεσε στο Δικαστήριο, τρεις
(3)μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 197, Κ. Κωνσταντίνου [ΜΚ1], την Ξένια Αντωνίου [ΜΚ2] και τον Παραπονούμενο [ΜΚ3], ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, παρουσιάζοντας, περαιτέρω, ακόμα ένα
(1)μάρτυρα τον Στέλιο Φλουρή [ΜΥ1]. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 17 Τεκμήρια. Β. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Θέση της Υπεράσπισης είναι ότι, ο κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος αφού, ο παραπονούμενος όφειλε προτού προσπεράσει το όχημα του κατηγορούμενου, να βεβαιωθεί ότι, η ενέργεια του τούτη, ήταν ασφαλής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στο σημείο, που επιχείρησε, να προσπεράσει, ο δρόμος χωριζόταν με συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Περαιτέρω έθεσε στο Δικαστήριο το ερώτημα πώς ήταν δυνατόν η μοτοσυκλέτα να κατέληξε, εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, στα 7,40 μέτρα, εάν ο παραπονούμενος δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, μετατοπίζοντας, ουσιαστικά την ευθύνη του ατυχήματος στην εν γένει οδική συμπεριφορά του παραπονούμενου. Θέση της Κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά, εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, ως η πορεία του, δεν έστρεψε την προσοχή του στο ενδεχόμενο, η ενέργεια του αυτή, δυνατόν να επηρέαζε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε και δη δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση πίσω του. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της, ότι, η κίνηση του κατηγορούμενου να οδηγήσει το όχημα του αριστερά, εντός του ασφάλτινου παγκέτου, ως η πορεία τους, προτού επιχειρήσει στροφή δεξιά προς Λεωφ. Γιωρκάτζιη, με αργή ταχύτητα, ήταν και η αιτία που οδήγησε τον παραπονούμενο, στο να επιχειρήσει να τον προσπεράσει, αφού η εντύπωση που έδωσε, στον τελευταίο, ήταν ότι, ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να σταματήσει αριστερά, ως η πορεία τους, παρά το γήπεδο ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου. Επίσης, θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο δείχτης του οχήματος του κατηγορούμενου, που εντοπίστηκε, από τον ΜΚ1, να είναι αναμμένος, μετά το ατύχημα, αποτελεί εκ των υστέρων ενέργεια του κατηγορούμενου, θέτοντας έτσι εν αμφιβόλω ότι τούτος, ο δεξιός δείχτης, ήταν αναμμένος τη στιγμή που ο κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά. Γ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για τα υπό κρίση αδικήματα. [ΜΚ1] Ο ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και περαιτέρω κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση με την εν γένει εξέταση τροχαίων ατυχημάτων. Στα πλαίσια των ενεργειών του, για το επίδικο ατύχημα, ετοίμασε, αρχικώς το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ακολούθως, μετέτρεψε τούτο σε συμμετρικό [βλ. Τεκμήριο 2- πρόχειρο σχεδιαγράφημα και Τεκμήριο 3 -συμμετρικό σχεδιαγράφημα]. Κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης [βλ. Τεκμήριο 1], εξήγησε το συμμετρικό σχέδιο και περαιτέρω, κατέθεσε σειρά άλλων εγγράφων, ως Τεκμήρια, στα οποία και θα γίνει ειδική αναφορά, κατωτέρω, εάν και εφόσον, τούτο, κριθεί αναγκαίο. Εν σχέσει με την ορατότητα της πορείας των ενεχόμενων οχημάτων, ανέφερε ότι ήταν και για τα δύο οχήματα περίπου 80 μέτρα. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι από τον παραπονούμενο έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 25.01.2019, ενόψει και της αναμονής αποθεραπείας του από τους τραυματισμούς που υπέστη, ημερομηνία κατά την οποία και κατηγορήθηκε για διάφορα τροχαία αδικήματα, μεταξύ άλλων και της αμελούς οδήγησης, ενώ ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σήμερα, στις 12.10.
  1. Για το επίδικο ατύχημα, αφού κατηγορήθηκαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, διώχθηκαν, αμφότεροι, ποινικά. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σφόδρα. Συνοπτικά, εν σχέσει με τα όσα τέθηκαν από την υπεράσπιση, για τη μη παρουσία της ΜΚ2 στη σκηνή του ατυχήματος, κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και την εν γένει γνώση της, όσον αφορά τις συνθήκες που οδήγησαν στο επίδικο ατύχημα, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι, η ΜΚ2, ήταν παρούσα στη σκηνή του ατυχήματος, από τη πρώτη στιγμή και συγκεκριμένα αφού του συστήθηκε, του ανέφερε ότι είδε πώς συνέβη το ατύχημα, δίνοντας του, περαιτέρω, και τον αριθμό του τηλεφώνου της, έτσι, ώστε, ο τελευταίος, να επικοινωνήσει μαζί της, για σκοπούς λήψης κατάθεσης. Διαφώνησε ότι η παρουσία της ΜΚ2, στη σκηνή του ατυχήματος, ήρθε εις γνώση του μέσω τρίτου προσώπου και δη συγκεκριμένης δικηγόρου, ως του υπέβαλε η υπεράσπιση, αποδεχόμενος, όμως, ότι η εν λόγω δικηγόρος, η οποία του συστήθηκε ως η δικηγόρος του παραπονούμενου, του τηλεφώνησε με σκοπό να τον ρωτήσει γιατί δεν έλαβε ακόμα κατάθεση από την ΜΚ2, ενώ ήταν μάρτυρας της σκηνής. Ως προς το εάν υπήρξε τυχόν καθυστέρηση στη λήψη της κατάθεσης της ΜΚ2, από τον ΜΚ1, ο τελευταίος, ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε στη λήψη κατάθεσης από την εν λόγω μάρτυρα, επειδή τούτη δεν διέμενε μόνιμα στη περιοχή και επομένως έπρεπε, για να καθοριστεί κοινή ημέρα συνάντησης, να είναι διαθέσιμες, ταυτόχρονα, και οι δύο πλευρές. Περαιτέρω, συμφώνησε με τα όσα κατέγραψε επί του Τεκμηρίου 8 [ημερολόγιο ενεργείας του ΜΚ1 - σημείο 5], και δη ότι η ΜΚ2 του ανέφερε ότι θα προχωρούσε με την κατάθεση της, εφόσον λαμβάνονταν, προηγουμένως, όλες οι λοιπές καταθέσεις από τους άλλους μάρτυρες της υπόθεσης. Εν σχέσει δε, με το εάν στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 2] που ετοίμασε, υπήρχαν παραλείψεις και συγκεκριμένα δεν τοποθετήθηκαν τα ακινητοποιημένα οχήματα, που κατ' ισχυρισμόν η υπεράσπιση έθεσε ότι υπήρχαν εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη και/ή σε άλλα σημεία του πρόχειρου σχεδίου του [βλ. σχετικά το Τεκμήριο 9], ο ΜΚ1 διαφωνώντας με τον συνήγορο υπεράσπισης, προς τη θέση τούτη, ανέφερε τα εξής «Α. Αυτοκίνητα περαστικών σταματούσαν συνεχώς στον δρόμο, τους οποίους έδιωχνε ο άλλος συνάδελφος που ήταν μαζί μου για να κάνουμε τη δουλειά μας και να κινείται η κυκλοφορία, δεν είχε μόνιμα σταθμευμένα οχήματα στο σημείο. Δεν ήταν σταματημένα τα αυτοκίνητα, όπως τούτα που σχεδιάστηκαν από εσάς [.]». Ήταν δε περαιτέρω θέση της υπεράσπισης, ότι ο ΜΚ1, σε προγενέστερο στάδιο της παρούσας διαδικασίας ήτοι κατά την αναμονή έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, παραδέχθηκε στον συνήγορο υπεράσπισης, ότι ήταν άπειρος και λανθασμένα δεν τοποθέτησε τα οχήματα που τοποθετήθηκαν, από την υπεράσπιση, στο Τεκμήριο 9 με κίτρινο χρώμα, με τον ΜΚ1, να απαντά; « [.] Α. Όχι κύριε Δημητριάδη, κάτσαμε απ' έξω θυμούμαι, κάτσαμε, αποκλείεται να δέχθηκα σχέδιο που κάνατε εσείς. [.] Α. Βάλετε στο σχέδιο μου τις ελλείψεις κατά τη γνώμη τη δική σας, χωρίς να το ξέρω εγώ, τζαι συμφώνησα με τζείνα που βάλετε; [.]». Επίσης ο ΜΚ1 ερωτήθηκε, κατά πόσον, ως η πορεία του κατηγορούμενου, θα μπορούσε κάποιο όχημα να κινηθεί αριστερότερα ήτοι στο παγκέτο, αφού στο σημείο εκείνο - παγκέτο - υπάρχουν φυτεμένα δέντρα, με τον ΜΚ1 να αναφέρει ότι το σημείο απέναντι από την πάροδο [στρίψιμο δεξιά προς Λεωφ. Γιωρκάτζιη] δεν έχει δέντρα και επομένως εάν κάποιος ήθελε να «πιάσει ανοιχτά», μπορούσε. Εν σχέσει, τώρα, με την ορατότητα του κατηγορούμενου, προς τα πίσω, ως η πορεία του, παραθέτω, αυτούσια, τη σχετική στιχομυθία των μερών: «[.]Α. Δεν μπορώ να διαφωτίσω πόσο μπορεί να δει ο καθένας πίσω του. Ε. Είχες κάνει κανένα τεστ ή ξέρεις να κάμεις κανένα τεστ τη στιγμή που έστριφε ο κατηγορούμενος τζαι ερχόταν πίσω ο μοτοσικλετιστής, με πόση ταχύτητα έτρεχε ο μοτοσικλετιστής; Α. Όχι δεν έκαμα, ούτε ξέρω να το κάμω. Α. Πόση ώρα ήθελε να καλύψει την απόσταση που τον είδε τον κατηγορούμενο ο μοτοσικλετιστής μόλις έφυγε από τη στροφή την πρώτη μετά το άνοιγμα για να φτάσει σε εκείνο το σημείο σύγκρουσής, έκανες έλεγχο; Α. Όχι δεν έκανα. [.]». [ΜΚ2] Η ΜΚ2, στη βάση της γραπτής της κατάθεσης της [Βλ. Τεκμήριο 4], της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, ανέφερε ότι στις 18.11.2018 και περί ώρα 14:15, έφυγε από τον Αγρό με σκοπό να κατευθυνθεί προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, 50-60 μέτρα, πριν από το στρίψιμο που οδηγεί προς Παλαιχώρι, απέναντι από το γήπεδο του ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου, είδε το όχημα του κατηγορούμενου να κινείται στην εξ' αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της, με πολύ χαμηλή ταχύτητα, «με τους δύο αριστερούς τροχούς του να πατούν το ασφάλτινο παγκέτο». Ήταν βέβαιη ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε τον δεξιό του δείκτη, με σκοπό να κοινοποιήσει την πρόθεση του να στρίψει δεξιά - προς Λεωφ. Γιωρκάτζιη - Παλαιχώρι. Άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από εξώστ μοτοσυκλέτας, χωρίς όμως να κατορθώσει να την εντοπίσει από προηγουμένως. Ακολούθως, ανέφερε, ότι το όχημα του κατηγορούμενου ανέπτυξε, απότομα, ταχύτητα και έστριψε δεξιά, εισήλθε εντός της δεξιάς αντί της αριστερής, λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Γιωρκάτζιη ως ήταν η πορεία του και τότε άκουσε ένα δυνατό «κρότο». Αντιλήφθηκε ότι μια μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε με το όχημα του κατηγορούμενου, χωρίς όμως, πριν το ατύχημα, να δει την μοτοσυκλέτα. Σταμάτησε 40 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος και αφού μαζεύτηκε κόσμος, στο εν λόγω σημείο, κατέβηκε από το όχημα της και κατευθύνθηκε προς αυτό. Κανέναν εκ των ενεχόμενων οδηγών δεν γνώριζε. Τον παραπονούμενο, τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, μετά από πάροδο κάποιου χρόνου, από ενδιαφέρον εν σχέσει με τη πορεία της υγείας. Κατά την αντεξέταση της, έμμενε στην αρχική της θέση ότι βρισκόταν από τη πρώτη στιγμή στη σκηνή του ατυχήματος. Διαφώνησε με το περιεχόμενο του ημερολόγιου ενεργείας που ετοίμασε ο ΜΚ1 [βλ. Τεκμήριο 8] και συγκεκριμένα ότι, δήθεν, είπε στον ΜΚ1, ότι θα του έδινε κατάθεση μετά που θα έδιναν κατάθεση οι υπόλοιποι μάρτυρες της υπόθεσης, αναφέροντας τα εξής: «Α. Όχι, αφού δεν είχε κανέναν άλλο για κατάθεση, ούτε γνωρίζω αν είχε άλλο για κατάθεση, εγώ για μένα μιλώ, για άλλους δεν ξέρω, ούτε αν είχε άλλους για κατάθεση τζαι εγώ ενδιαφέρτηκα και έπιασα τον αστυνομικό, ο αστυνομικός δεν μου τηλεφώνησε ούτε μια φορά. [.]». Περαιτέρω θέση της ήταν ότι, ο ΜΚ1 της ανέφερε ότι θα την καλούσε ο ίδιος, αφού, ως της εξήγησε, θα έπρεπε, πρώτα, να δώσει κατάθεση ο παραπονούμενος και έπειτα να λάβει, από την ίδια, κατάθεση. Ως προς το εάν γνώριζε τη δικηγόρο που κάλεσε τον ΜΚ1, για να ζητήσει από τον τελευταίο να της λάβει κατάθεση - ως αυτόπτη μάρτυρα-, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω δικηγόρο καθώς επίσης ότι ούτε το όνομα της δεν γνωρίζει. Εν σχέσει, τώρα, με την επίσκεψη της στο σπίτι του παραπονούμενου, ανέφερε ότι τούτο το έπραξε από ενδιαφέρον, ως μάνα, εμμένοντας στη θέση της ότι δεν τον γνώριζε από προηγουμένως. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι «[.] εγώ τη μοτοσυκλέτα την είδα όταν έπιασε αριστερά το αυτοκίνητο τζαι επήεν ο νεαρός να προσπεράσει, τζιαμέ άκουσα τον θόρυβο τζαι αντιλήφθηκα ότι έγινε δυστύχημα. [.]». Εν σχέσει με την ορατότητα της, προς το σημείο του ατυχήματος, ανέφερε ότι τούτη, η ορατότητα της, ήταν πέραν των 100μέτρων, δεν περιοριζόταν από στροφές, έβλεπε καθαρά προς το επίδικο σημείο και η απόσταση της, από το εν λόγω σημείο, καταμετρήθηκε από την αστυνομία και ήταν περί τα 30-40 μέτρα. Ως προς τις συνθήκες τη στιγμή του ατυχήματος, μετά από επίμονη αντεξέταση, ανέφερε: «[.] Α. Εγώ είδα το αυτοκίνητο να πιάνει αριστερή πλευρά, αντιλήφθηκα ότι θα σταματούσε, όταν άκουσα τον θόρυβο της μοτόρας είδα τη μοτόρα να κάμνει την κίνηση να προσπεράσει τζαι αμέσως έστριψε στα δεξιά ο κύριος, αλλά ήταν πιο κάτω που το στρίψιμο τζαι το αυτοκίνητο του ήταν εξολοκλήρου στη δεξιά πλευρά, αυτό είδα. [.] Α. Το να βλέπεις ένα αυτοκίνητο να πιάνει αριστερή πλευρά, να ακούεις θόρυβο της μοτόρας πίσω, έδωσε του προτεραιότητα να προσπεράσει, όταν του έδωσε την προτεραιότητα εγώ είδα το αυτοκίνητο να στρίβει γι' αυτό δεν είδα τη μοτόρα όταν έκαμε την κίνηση να στρίψει, δεν είδα τη μοτόρα που έκαμε την κίνηση όταν του έκοψε τον δρόμο, είδα τους μαζί στον δρόμο στη δεξιά πλευρά. [.] Ε. . [2]Ξεκινά η πρόταση ¨Η μοτόρα που προανάφερα ακολουθούσε, αλλά εγώ πριν το δυστύχημα δεν την είδα¨. Εν καλά που γράφει δαμέ; Α. Ναι, δεν την είδα, ήταν πίσω από αυτοκίνητο. Ε. Άρα, αφού σε δύο σημεία που σου έδειξα τζαι συμφώνησες, λέεις ότι πριν το δυστύχημα δεν είδες τη μοτοσυκλέτα; Α. Αφού ακολουθούσε, δεν φαίνετουν. [.]». [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο παραπονούμενος, ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, οδηγούσε, στη Λεωφ. Παλαιχωρίου με κατεύθυνση προς Αγρό, με ταχύτητα περίπου 60ΧΑΩ, φορώντας τη στολή και το κράνος του, Λίγο πριν το στρίψιμο, δεξιά, προς Παλαιχώρι, το οποίο είναι απέναντι από το γήπεδο ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου, συνάντησε, στην πορεία του, ένα παλιό, άσπρο διπλοκάμπινο [όχημα κατηγορούμενου], να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Από το εν λόγω όχημα είχε απόσταση περίπου 70 με 100 μέτρα. Στο σημείο, περίπου, που βρίσκεται το γήπεδο, το όχημα του κατηγορούμενου, άρχισε να κινείται αριστερά, ως η πορεία τους [βλ. Τεκμήριο 17, σελ.1 και 4, υπόδειξη, από τον παραπονούμενο, της πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, με κόκκινο μελάνι], χωρίς προηγουμένως να κοινοποιήσει την πρόθεση του τούτη και αφού ελάττωσε ταχύτητα, κινήθηκε για λίγα μέτρα, με το μισό, περίπου, όχημα του να βρίσκεται στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο. Υπολόγισε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να σταματήσει αριστερά και επομένως κινήθηκε δεξιότερα, με σκοπό να τον προσπεράσει, αφού, πρώτα, έλεγξε ότι από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δεν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο. Όταν πλησίασε εντελώς στο όχημα του κατηγορούμενου, ο τελευταίος χωρίς, να χρησιμοποιήσει τον δεξιό δείκτη πορείας του, εισήλθε, ξανά, στη λωρίδα κυκλοφορίας του και απότομα, έστριψε δεξιά προς Παλαιχώρι. Για να αποφύγει τη σύγκρουση «έγυρε τη μοτόρα του» προς τα δεξιά. Το όχημα του κατηγορούμενου συνέχισε την πορεία του, δηλαδή να στρίβει δεξιά. Δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση εξου και χτύπησε, στο δεξιό πλευρό του εν λόγω οχήματος, εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη [παρόδου δεξιά προς Παλαιχώρι]. Περαιτέρω, ανέφερε «Νομίζω ο κατηγορούμενος δεν με αντιλήφθηκε ότι ήμουν πίσω του ή αργότερα δίπλα του». Μετά τη σύγκρουση, δεν θυμόταν τι συνέβη. Από το ατύχημα τραυματίστηκε σοβαρά και νοσηλεύτηκε στο Γ. Ν. Λευκωσίας για 15 ημέρες. Η μοτοσικλέτα του έπαθε ελαφριές ζημιές. Η αντεξέταση του παραπονούμενου ήταν μακρά. Ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα, μετά το ατύχημα δεν θυμόταν οτιδήποτε, επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν η ΜΚ2, ήταν, όντως, παρούσα στη σκηνή του ατυχήματος, διευκρινίζοντας ότι την γνώρισε, για πρώτη φορά, όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, για να ενημερωθεί ως προς τη πορεία της υγείας του. Εξ όσων γνωρίζει, τον αριθμό του τηλεφώνου του, η ΜΚ2, τον έλαβε, από τον ΜΚ
  2. Η ΜΚ2, τον κάλεσε στο τηλέφωνο του και τον ρώτησε αν μπορεί να τον επισκεφθεί και ευχαρίστως την δέχθηκε. Εν σχέσει με το εάν μαζί με τον παραπονούμενο, υπήρχαν και άλλα φιλικά του πρόσωπα με μοτοσυκλέτες, τον επίδικο χρόνο και τόπο, ο τελευταίος απάντησε: « Α. . Δηλαδή ο Αγρός είναι μια κατεύθυνση για πάρα πολλούς μοτοσικλετιστές, για πάρα πολλούς, ειδικά την Κυριακή. Αν εγώ χτύπησα τζαι μετά από 5 λεπτά είχε και άλλους μοτοσικλετιστές πιο πίσω μου δεν το γνωρίζω εγώ, δηλαδή γιατί να λέτε ότι τους ήξερα; [.] Α. Πάνω σε εκείνη τη φάση εγώ ξεκίνησα μόνος μου που σπίτι, τώρα αν με ακολουθούσαν άλλοι μοτοσικλετιστές, εγώ δεν τους αντιλήφθηκα, ούτε ήταν γνωστοί μου, τώρα αν ήρθαν κάποιοι άλλοι ύστερα και ήταν το πέρασμα τους που τζιαμέ, όμως απ΄ότι έμαθα μαζεύτηκε πάρα πολύς κόσμος, ύστερα, δεν ήξερα ποιοι ήταν τζαιμέ ή όχι. [.]». Εν σχέσει με την ορατότητα του, κατά τη στιγμή της προσπέρασης του προπορευόμενου οχήματος του, ο παραπονούμενος ανέφερε « Α. [.]. Εγώ εστίασα στο να προσπεράσω ένα σχεδόν σταματημένο αυτοκίνητο, εστίασα σε τζείνο το προσπέρασμα, δεν εστίασα στο μακρινό οπτικό μου πεδίο.[.]». Ως προς τα γεγονότα, τη στιγμή του ατυχήματος, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι, τη δεδομένη στιγμή, όταν ο κατηγορούμενος κινήθηκε αριστερότερα - παγκέτο, εισήλθε δεξιότερα, ως η πορεία τους, με σκοπό να προσπεράσει το όχημα του κατηγορούμενου, και όταν βρισκόταν δίπλα από το πίσω δεξιό μέρος του εν λόγω οχήματος, ο κατηγορούμενος, κινήθηκε απότομα δεξιά, με αποτέλεσμα, για να αποφύγει τη σύγκρουση, να κινηθεί και ο ίδιος δεξιότερα και εντέλει να συγκρουστούν εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη [πάροδος δεξιά, ως η πορεία τους]. Συμφώνησε, με την υπεράσπιση ότι, η πράξη του να προσπεράσει επί συνεχόμενης άσπρης γραμμής, ήταν παράνομη, με την στιχομυθία μεταξύ των μερών να έχει ως ακολούθως: « [.]Α. Συμφωνώ που το είδα μετά που τις φωτογραφίες, για να είμαι ειλικρινής δεν το πρόσεξα τζιείνη την ώρα. Γιατί δεν το πρόσεξα; Επειδή εγώ δεν είχα σκοπό να προσπεράσω, προσπέρασα ένα εμπόδιο, ας το θεωρήσουμε έτσι μέσα στον δρόμο μου. Κύριε Δημητριάδη, μπορεί να σας τύχει τζαι εσάς, ένα αυτοκίνητο μπροστά σας πιάνει αριστερά τζαι πάει να σταματήσει, αποφέφκεις το δεξιά, δεν θωρείται γίνεται να τον προσπεράσω, αν θα σταματήσει, αν θα κατεβεί από το αυτοκίνητο να μαζέψει μανιτάρκα ή θα πάει στο γήπεδο, σταμάτησε σχεδόν μπροστά μου παγκέτο τζαι εγώ τον προσπέρασα, το μυαλό μου δεν ήταν αν γίνεται που τον νόμο να προσπεράσω ή όχι, τελικά απαγορεύεται το προσπέρασμα, συμφωνώ, ότι απαγορεύεται, απλά δεν το έκαμα εσκεμμένα, δεν είχα σκοπό να προσπεράσω, αν ήθελα να τον προσπεράσω, προσπέρνουν τον σε μια ευθεία, ένα αυτοκίνητο διψήφιο διπλοκάμπινο πάνω σε ανήφορο, εγώ έρκουμουν με τη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, δεν θα τον προσπέρουν τζιαμέ που τον προσπέρασα αν είχα σκοπό να τον προσπεράσω, προσπέρασα τον επειδή τζείνη την ώρα θεώρησα ότι έπρεπε να τον προσπεράσω, αφού σταμάτησε σχεδόν μπροστά μου, ε να σταματήσω πίσω του; Ε. τζείνη την ώρα τον έφτασες και προσπέρασες τον. Α. Ακολούθησα τον κύριο Παναγιώτη. Ε. Έτρεχες και έφτασες τον, δεν τον ακολούθησες. Α. Κύριε Δημητριάδη, δεν έτρεχα κυριε Δημητριάδη, αν έτρεχα η μοτόρα μου ήταν να πάθει πολύ σοβαρές ζημιές, η μοτόρα μου έπαθε ελαφρές ζημιές, τούντο πράγμα αποδεικνύει ότι δεν έτρεχα, χαμέ ο αστυνομικός δεν ήβρε ούτε stopper, ούτε τίποτε, δεν έτρεχα. [.] Ε. Με μεγάλη ταχύτητα έτρεχες σου υποβάλλω για να γίνουν όλα αυτά, γι' αυτό έγιναν όλα αυτά, κτύπημα και από αέρα πα' στο καπό και μετά κατέληξες εκεί που κατέληξες. Α. Τούτη είναι η δική σας θεωρία, επειδή εγώ έλεγα ότι δεν έτρεχα, τούντο πράγμα αποδεικνύεται από τις ζημιές, το ότι πετάχτηκα που πάνω, ευτυχώς που πετάχτηκα γιατί ήταν στιγμιαία και μετωπική και αν δεν πετάσσουμουν δεν θα ήμουν τωρά δαμέ, δεύτερον, η μοτόρα εν ψηλή μοτόρα, μεγάλου κυβισμού, μια ψηλή μοτόρα σύρνει σε που πάνω από το αυτοκίνητο αφού είναι ψηλή μοτοσικλέτα, σύρνει σε που πάνω, δεν είναι χαμηλή για να με αφήκει χαμέ. Είναι η κατασκευή της μοτόρας έτσι, ο τρόπος της, σύρνει σε στο κτύπημα, εν ψηλή μοτοσικλέτα. [.]». [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ] Ο κατηγορούμενος, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα περί τα 40-50ΧΑΩ. Παρά το γήπεδο ΑΠΟΠ, είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά προς Παλαιχώρι. Λίγο πριν την εν λόγω πάροδο, ελάττωσε ταχύτητα, έδειξε με τον δείκτη του δεξιά, κοίταξε το καθρεφτάκι του και βεβαιώθηκε ότι ούτε από πίσω του αλλά ούτε από απέναντι του ερχόταν κάποιο όχημα [εντός της ορατότητας του] και έτσι έστριψε δεξιά. Έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει στο δρόμο ή να βγει εκτός δρόμου. Εισερχόμενος στην πάροδο, άκουσε και ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στη πίσω δεξιά πλευρά του οχήματός του. Από τη σύγκρουση, στο πίσω μέρος του οχήματος του, το τελευταίο κινήθηκε προς τα αριστερά. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, είδε τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου, να βρίσκεται κάτω από το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του. Λόγω του ότι στην πάροδο της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, όπου έστριψε, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, ενόψει της διεξαγωγής ποδοσφαιρικού αγώνα στο γήπεδο του ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου, κινήθηκε, λίγο, δεξιότερα εντός της παρόδου, σύμφωνα με την πορεία του. Τα παράθυρα του οχήματος του ήταν εντελώς κλειστά. Περαιτέρω, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ την ΜΚ2, στη σκηνή του ατυχήματος και η πρώτη φορά που την είδε ήταν στο Δικαστήριο. Επίσης, ανέφερε, ότι ο ΜΚ1, μέχρι την ημέρα που έδωσε κατάθεση ο ίδιος, όταν τον ρώτησε εάν βρέθηκε κάποιος μάρτυρας που να είδε το ατύχημα, ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν εντόπισε κάποιον, ενώ, με την πάροδο ενός μηνός, όταν πήγε να λάβει κατάθεση από τη σύζυγο του, τον ενημέρωσε, ότι του τηλεφώνησε κάποια δικηγόρος και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της ΜΚ2 στην σκηνή του ατυχήματος. Έπειτα, αναφέρθηκε στα γεγονότα κάτω από τα οποία, ενώ, ως του ανέφερε ο ΜΚ1 θα ήταν μάρτυρας στην εν λόγω υπόθεση, τελικά κατηγορήθηκε και ο ίδιος καθώς επίσης και εν σχέσει με τη διαφωνία του ως προς την αποτύπωση των στοιχείων που τοποθετήθηκαν στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [Βλ. Τεκμήριο 2]. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην παράλειψη του ΜΚ1, να τοποθετήσει τα ακινητοποιημένα οχήματα και/ή τα δέντρα - ως τούτα υποδείχθηκαν με κίτρινο χρώμα στο Τεκμήριο 9 [τεκμήριο το οποίο κατάθεσε η πλευρά της υπεράσπισης]. Τέλος, αναφέρθηκε και στη συνομιλία που είχε με τον ΜΚ1, έξω από το δικαστήριο, όπου, κατ' ισχυρισμόν, ο τελευταίος του ανέφερε: «λυπούμαι είμαι αρχάριος, δεν πολλοέκαμα έτσι δουλειές τζαι έκαμα λάθος, απολογούμαι». Ο κατηγορούμενος, επίσης, αντεξετάστηκε σφόδρα. Εν σχέσει με το ζήτημα που έθιξε, ότι διώχθηκε ποινικά και ο ίδιος, ενώ ο ΜΚ1 του είχε αναφέρει ότι θα ήταν απλά μάρτυρας στην υπόθεση, με κατηγορούμενο τον νυν παραπονούμενο, η κατήγορος του υπέβαλε ότι κατά την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης και δη μετά τη λήψη κατάθεσης από τον παραπονούμενο, προέκυψαν τα αναφερόμενα στην παρούσα διαδικασία ποινικά αδικήματα, με αποτέλεσμα να πρέπει να κατηγορηθεί και ο ίδιος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, με τον κατηγορούμενο να απαντά: « [.] Α. Δηλαδή με λίγα λόγια με αμφισβητείτε εμένα τζαι πιστεύετε έναν μοτοσικλετιστή που είχε τη δύναμη, το θράσος να πιάσει μια μοτόρα μεγάλου κυβισμού από την Αγλαντζιά, την Παλλουριώτισσα, δεν ξέρω πού είναι, τζαι να πηγαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να έρχεται στο Παλαιχώρι τζαι να έχει το θράσος, πρόσεξε, να έρχεται στο Παλαιχώρι τόσα χιλιόμετρα, χωρίς άδεια, χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, να έχει τη δύναμη τζαι δεν μου πιστεύετε εμένα 67 χρονών άνθρωπος, που έβαλα το χέρι μου στο Ευαγγέλιο, Ναι, ο κύριος Κωνσταντίνος μου είπε τζαι το καλοκαίρι κοντά στον Αύγουστο μεταξύ όταν τον είχα κοντέψει, ότι ναι, δεν έχεις καμία, δεν έχεις λέει μου Παναγιώτη καμία ευθύνη. [..]». Όσον αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι στην σκηνή του ατυχήματος, πριν αυτό επισυμβεί, εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, υπήρχαν ακινητοποιημένα οχήματα, παραθέτω αυτούσια από τα πρακτικά της διαδικασίας τη σχετική στιχομυθία: ι« [.] Α. Κοίταξε, αυτοκίνητα είσσιεν πολλά, αλλά μόλις έγινε το δυστύχημα τζαι με το δίκαιο τους τζαι εγώ έτσι θα έκαμα, φώναξαν από κάτω όσοι έχετε αυτοκίνητα παρκαρισμένα ελατέ να τα σηκώσετε τζαι γίνηκε δυστύχημα. Τζαι πράγματι μερικά αυτοκίνητα σήκωσαν τα. Τρεις που τούτους φαίνεται ήταν ξένοι που ήταν τζιαμέ, δεν ήξεραν, δεν ήταν Παλαιχωρκάτες, συνέχισαν να τα έχουν τζιαμέ. Ε. Δηλαδή σε ποιο σημείο λέτε ότι αυτοί οι τρεις συνέχισαν να τα έχουν εκεί; Ήταν όπως το Τεκμήριο 9, που φαίνονται τρεις; Όταν λέτε τρεις συνέχισαν να τα έχουν εκεί δείξετε μου ποιοι τρεις; Δείξετε ποια αυτοκίνητα; Α. Με όλο το σεβασμό κύριε Δικαστά, εν τζαι είμαι σίγουρος, πραγματικά δεν είμαι, 3 αυτοκίνητα δείχνει τα τζαι η φωτογραφία ότι έμεινασιν, μπορεί να είναι τούτα τα 3, 1, 2, 3, μπορεί να είναι τα 3 πιο πίσω, ε να σε γελάσω [δείχνει τα οχήματα στις Λεωφ. Γιωρκάτζιη Τεκμήριο 11]. [.]». Εν σχέσει με τον λόγο που τα πιο πάνω δεν αναφέρθηκαν στον ΜΚ1, κατά την ετοιμασία του σχεδίου, ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα: «[.] Α. Κατά την ετοιμασία της κατάθεσης μου, δεν είχα δει τοπογραφικά, δεν το είδα το σχέδιο. Το σχέδιο τούτο το έχω δει εδώ, μου το έχει δείξει ο κύριος Κώστας σε μια από τις δίκες, ο δικηγόρος μου τζαι μόλις το είδα του ανέφερα τούτα τα πράγματα, τα οποία για εμένα ελείπαν που το σχέδιο. Έβαλε με εμένα μαζί του τζαι έγραψα εκείνα που είναι με το κίτρινο, με σκοπό ο κύριος Κώστας να κάμουμε ένα σωστό τοπογραφικό, ένα σωστό σχέδιο. Του ανέφερα τζαι του δικηγόρου μου του κύριου Κώστα, αλλά τζαι του αστυνομικού, ότι το σχέδιο δεν είναι σωστό, εξάλλου ο κύριος Κώστας του ανέφερε του αστυνομικού εδώ στο Δικαστήριο ότι παρέλειψε τα συγκεκριμένα πράγματα και ο αστυνομικός το δέχτηκε. [.] Α. Δεν είχα δει το σχέδιο του αστυνομικού πριν μου το δώσει ο δικηγόρος μου, για να ξέρω τι έκαμε και τι δεν έκαμε ο αστυφύλακας;.». Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση ότι κινήθηκε, αρχικά, αριστερά, ως η πορεία του, εντός του ασφάλτινου παγκέτου, πριν επιχειρήσει να κινηθεί δεξιά προς την πάροδο της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, επιρρίπτοντας, ουσιαστικά, την ευθύνη του ατυχήματος στην «ογκώδη ταχύτητα και απειρία του μοτοσικλετιστή» καθώς επίσης ότι εάν κινείτο όντως πρώτα αριστερά, προτού στρίψει δεξιά, θα χτυπούσε πάνω στα κλαδιά των δέντρων που υπήρχαν φυτεμένα στο αριστερό παγκέτο. [ΜΥ1] Ο ΜΥ1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κοινοτικός σύμβουλος Παλαιχωρίου και μέλος του αθλητικού σωματείου Ηρακλής Παλαιχωρίου. Αναγνώρισε τον εαυτό του στη φωτογραφία Τεκμήριο 11, ως ένα από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στη σκηνή, μετά που επισυνέβη το ατύχημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα και ώρα, διεξαγόταν ποδοσφαιρικός αγώνας στο γήπεδο, απέναντι από το σημείο του ατυχήματος, ο ίδιος ήταν εντός του γηπέδου, άκουσε ένα θόρυβο, βγήκε (πάνω) στον δρόμο και είδε το επίδικο ατύχημα. Βοήθησε την Αστυνομία, εν σχέσει με την τροχαία κίνηση, ώστε να μην δημιουργηθεί κομφούζιο στο σημείο. Εν σχέσει με το εάν στο σημείο της Λεωφ. Γιωρκάτζιη - πάροδος προς Παλαιχώρι, είχε σταθμευμένα οχήματα ανέφερε « [.] Α. Πάντα άμα έχει ποδοσφαιρικό αγώνα είναι τέτοια η τοποθεσία του γηπέδου που υπάρχουν αυτοκίνητα κατά μήκος του γηπέδου, δεν υπάρχει άλλος χώρος να σταθμεύσουμε. [.]» Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν ποια ήταν η ημερομηνία που διεξάγετο ο αναφερόμενος ποδοσφαιρικός αγώνας, δεν ήταν βέβαιος ποιες ομάδες έπαιζαν, δεν θυμόταν τι ώρα ακριβώς ξεκίνησε ο εν λόγω αγώνας, αλλά θυμόταν ότι ήταν απόγευμα γύρω στις 14:30 -15:
  3. Επίσης, λόγω του θορύβου που άκουσε βγήκε από το γήπεδο και πήγε στο δρόμο να δει τι συνέβη. Εντός της παρόδου - δεξιά προς Παλαιχώρι - αρχικά, ανέφερε, ότι, λογικά, πρέπει να υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, ενώ, έπειτα, ανέφερε ότι υπήρχαν αυτοκίνητα, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει τον αριθμό τους. Τέλος ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει αρκετά χρόνια, λόγω του ότι είναι συγχωριανοί. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8, ως ίσχυε τότε, του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι « Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[3] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αυτήν αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[4] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3 κατ' αναλογία]. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[5] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. [ΜΚ1] Εξαρχής σημειώνω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Οι επί τούτου αναφορές χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις, ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του, στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Παρόλο που από την πλευρά της υπεράσπισης, αμφισβητήθηκε ότι, στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 2] δεν αποτυπώθηκαν τα ακινητοποιημένα οχήματα εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη και/ή σε άλλα σημεία του πρόχειρου σχεδίου, ως τούτα αποτυπώθηκαν από την υπεράσπιση, στο Τεκμήριο 9, η ορθότητα τοποθέτησης του σημείου σύγκρουσης Χ καθώς επίσης και των λοιπών άλλων στοιχείων στο πρόχειρο σχέδιο, από τον ΜΚ1, παρέμειναν αναντίλεκτα και επομένως, το αποδέχομαι στην ολότητα του, ως τούτο έχει και περαιτέρω, ως μεταφέρθηκε στο συμμετρικό σχέδιο [Βλ. Τεκμήριο 3]. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η όποια κατ' ισχυρισμό προσθήκη των ακινητοποιημένων, πιο πάνω, αναφερόμενων, οχημάτων, από την υπεράσπιση, επί του τεκμηρίου 9, είχε ως βάση το Τεκμήριο 3, το λοιπές περιεχόμενο δεν αμφισβήτησε. Εν πάση περιπτώσει, ως θα φανεί κατωτέρω, λίγης έως και καθόλου σημασίας υπέχει, για σκοπούς απόφανσης, ως προς την κατάληξη ενοχής ή μη του κατηγορούμενου, το κατά πόσον εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, υπήρχαν στο παγκέτο, ακινητοποιημένα οχήματα, αφού το ζητούμενο στη παρούσα υπόθεση, είναι εάν ο κατηγορούμενος, κατά την προσπάθεια του να κινηθεί δεξιά - εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, έπραξε ή ενήργησε με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια και τούτο, αφού το ατύχημα επισυνέβη με το ακολουθόν αυτού όχημα, το οποίο κινείτο στη Λεωφ. Παλαιχωρίου. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης, θεωρώ ότι θα υπείχε σημασίας, εάν το ατύχημα γινόταν με κάποιο άλλο όχημα, το οποίο θα είχε κατεύθυνση από Παλαιχώρι, και ενώ θα κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, ως η πορεία του, θα συγκρουόταν με το όχημα του κατηγορούμενου, το οποίο, λόγω της κατ' ισχυρισμό ύπαρξης των ακινητοποιημένων εκ αριστερών οχημάτων εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, εισήλθε εντός της εξ' αντιθέτου λωρίδας της εν λόγω λεωφόρου. Με δεδομένο, λοιπόν ότι, η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκε σε τέτοιο βαθμό που το Δικαστήριο να θεωρεί ακροσφαλές υπόβαθρο να στηριχθεί στα συμπεράσματα του. Το Τεκμήριο 3 αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, ως σημειώθηκε στις αναφερόμενες, κατωτέρω υποθέσεις, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.]. Εν σχέσει τώρα με το ζήτημα της ΜΚ2 και δη εάν όντως, προσέγγισε τον ΜΚ1, από την πρώτη στιγμή στο σημείο του ατυχήματος, ως αυτόπτης μάρτυρας, κρίνω ότι ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και δεν έχω αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, εν σχέσει με το υπό αμφισβήτηση ζήτημα. Συμφώνησε, ναι μεν, με την υπεράσπιση, ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από κάποια δικηγόρο, η οποία ως διευκρίνισε, του συστήθηκε ως η δικηγόρος του παραπονούμενου, αλλά δεν ήταν τούτη η οποία έφερε εις γνώση του την παρουσία της ΜΚ2 στη σκηνή. Περαιτέρω, και εν σχέσει με τα ζητήματα που του τέθηκαν για τα, κατ' ισχυρισμόν, λεγόμενα του στον συνήγορο υπεράσπισης και τον κατηγορούμενο, ήτοι ότι τους ανέφερε ότι ήταν άπειρος, ότι δεν είχε, προηγουμένως, εξετάσει κάποιο τροχαίο ατύχημα καθώς και ότι εάν του ζητείτο θα ανέφερε στο Δικαστήριο τα πιο πάνω, ο ΜΚ1 ήταν σταθερός στις σχετικές τοποθετήσεις του και δεν δίστασε να τοποθετηθεί επί του προκειμένου, ζητώντας, ακόμα, και εάν όντως έτσι είχαν τα γεγονότα, να προχωρήσουν με καταγγελία εναντίον του. Επίσης, θεωρώ ότι η ειλικρίνεια του, προκύπτει, και από το γεγονός ότι αποδέχθηκε, χωρίς ενδοιασμό, ότι δεν προέβη σε έλεγχο της ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, προς τα πίσω του, καθώς επίσης ότι δεν προέβη σε οποιοδήποτε έλεγχο ταχύτητας των ενεχόμενων οχημάτων. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, τόσον ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος, όσον και ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του σχεδιαγράφήματος της σκηνής, καθώς επίσης και των όσων ανέφερε, σχετικά με την ΜΚ
  1. [ΜΚ2] Η μαρτυρία της ΜΚ2, παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, ειδικότερα επί των δικών της ισχυρισμών σε τέτοιο βαθμό, που κρίνω ότι τούτη (η μαρτυρία) αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων, ως προς τα υπό αμφισβήτηση, επίδικα, της υπόθεσης, γεγονότα. Και εξηγώ. Βασικός ισχυρισμός που τέθηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, από την υπεράσπιση, ήταν (α) ότι δεν ήταν παρούσα τη στιγμή του ατυχήματος και (β) ότι ακόμα και να ήταν, δεν είδε τη μοτοσυκλέτα, πριν τη σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων, παρά μόνο άκουσε το θόρυβο από το εξώστ αυτού, καταλήγοντας, έτσι, ότι, η θέση της ότι επισυνέβη ατύχημα μεταξύ μιας μοτοσικλέτας και του οχήματος του κατηγορούμενου, ήταν κατόπιν δικού της συμπεράσματος και όχι πραγματικής αντίληψης της. Ειδικότερα, και ενώ στην κατάθεση της η ΜΚ2 αναφέρει, δις, ότι πριν το ατύχημα δεν είδε τη μοτοσικλέτα, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, επέμενε ότι είδε τη μοτοσικλέτα, ακριβώς πριν το όχημα του κατηγορούμενου κινηθεί δεξιά, προς Λεωφ. Γιωρκάτζιη, να προσπαθεί να το προσπεράσει. Είμαι λοιπόν της γνώμης ότι αν πραγματικά η ΜΚ2 έβλεπε την μοτοσικλέτα, πριν τη σύγκρουση, ως ισχυρίστηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, σχετικός ισχυρισμός θα αναφέρετο και στο περιεχόμενο της κατάθεσης της. Εξάλλου απουσία τέτοιου ισχυρισμού παρατηρείται και στην τελευταία σχετική τοποθέτηση της, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, όπου ανέφερε «.Αφού ακολουθούσε, δεν εφαίνετουν.», εννοώντας τη μοτοσικλέτα. Επίσης, ουσιώδης αντίφαση, θεωρώ ότι προκύπτει και εν σχέσει με το πώς η ΜΚ2 περιέγραψε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, όταν το είδε για πρώτη φορά. Συγκεκριμένα, ενώ στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου, να κινείται[6] εντός του (αριστερού) ασφάλτινου παγκέτου, στη δια ζώσης μαρτυρία της, όπως τούτη παρατέθηκε, ανωτέρω, προκύπτει, τουλάχιστον σε δύο σημεία, να αναφέρει ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να «πιάνει» την αριστερά πλευρά του δρόμου, αφήνοντας, ουσιαστικά, να νοηθεί ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να κινείται από τη λωρίδα κυκλοφορίας του προς το αριστερό παγκέτο. Είμαι της γνώμης, ότι είναι διαφορετικό, κάποιος να τοποθετεί, ήδη, ένα όχημα εντός του παγκέτου, ως πρώτη εικόνα που είχε και πολύ διαφορετικό να αναφέρει ότι είδε το όχημα «να πιάνει» το αριστερό παγκέτο, ξεφεύγοντας, ουσιαστικά, της κανονικής του πορείας. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία της, στο βαθμό που δεν συμβαδίζει με την λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν την αποδέχομαι. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο παραπονούμενος μου έκανε άριστη εντύπωση, Ήταν ευθύς, σταθερός και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ως αυτός την αντιλαμβανόταν. Παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο ατύχημα. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας του. Ήταν ξεκάθαρος στις θέσεις που εξέφρασε και αρκετά παραστατικός σε βαθμό που το Δικαστήριο μπόρεσε επί της μαρτυρίας του να δημιουργήσει εικόνα για τα τεκταινόμενα που αφορούν στις δικές του ενέργειες. Ήταν κατηγορηματικός ότι δεν κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ότι ο μόνος λόγος που τον οδήγησε να προσπεράσει το όχημα του κατηγορούμενου ήταν η ενέργεια του τελευταίου, να κινηθεί στην αριστερή πλευρά του δρόμου, με αργή ταχύτητα. Δεν δίστασε να δεχθεί ότι δεν δικαιούτο να προσπεράσει λόγω της συνεχόμενης άσπρης γραμμής, επί του σημείου, αποδεχόμενος ότι ενήργησε λανθασμένα. Ήταν κάθετος ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε, σε κανένα σημείο, τον δεξιό του δείκτη, ώστε να κοινοποιήσει τη πρόθεση του ότι θα στρίψει δεξιά προς Παλαιχώρι. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ο παραπονούμενος κατέθεσε με ειλικρίνεια και επομένως η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ] Ο κατηγορούμενος, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει οποιανδήποτε τυχόν ευθύνη φέρει για την πρόκληση του ατυχήματος, μετατοπίζοντας την, έτσι, αποκλειστικά στους ώμους του παραπονούμενου. Και τούτο γιατί, η μαρτυρία του παρουσιάζει υπεκφυγές και αντιφάσεις, τέτοιας σημασίας που δεν μπορούν παρά να πλήξουν την αξιοπιστία του. Αφορά δε, σε τέτοια δεδομένα που δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μέρος των ισχυρισμών του προβλήθηκαν ως αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων, με μόνον στόχο να αποφύγει την όποια ευθύνη του. Και εξηγώ. Ο κατηγορούμενος, με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για τις θέσεις του, έφτασε στο σημείο, να χρησιμοποιεί, τέτοιους, υπερβολικούς ισχυρισμούς, θεωρώντας, έτσι, ότι, τούτοι, θα εξυπηρετούσαν τον συγκεκριμένο σκοπό και δη να επιρρίψει την όποια ευθύνη του ατυχήματος, μόνο, στον παραπονούμενο. Ειδικότερα, χαρακτήρισε τον παραπονούμενο ως θρασύ επειδή, απλά, αποφάσισε να ξεκινήσει από τη Λευκωσία, με μια μοτοσυκλέτα, μεγάλου κυβισμού και να κατευθυνθεί προς τον Αγρό. Περαιτέρω, προέβαλε θέσεις, μέσω των οποίων αυτοαναιρούσε τα ίδια τα λεγόμενα του. Συγκεκριμένα, ενώ υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ως ορθό και αληθινό, κατάθεση την οποία έδωσε 7 ημέρες, περίπου, μετά που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, και στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του εξηγήθηκε, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό, κατά τη δια ζώσης μαρτυρίας του, ανέφερε, σε πλήρη σύγκρουση με τη πιο πάνω αρχική, βασική, τοποθέτηση του, ότι έλαβε γνώσης του σχεδιαγράφήματος της σκηνής, από τον δικηγόρο του, για πρώτη φορά, σε μια από τις δικασίμους της παρούσας υπόθεσης. Ήταν η περαιτέρω, συναφής, θέσης του ότι, κατά εκείνη την ημέρα (που δήθεν του υπέδειξε ο συνήγορος του τα σχεδιαγραφήματα της σκηνής), υπέδειξε στον τελευταίο τις κατ' ισχυρισμόν παραλείψεις του ΜΚ
  2. Πώς είναι δυνατόν ο κατηγορούμενος, από τη μία, να συνεχίζει να συμφωνεί με την ορθότητα του σχεδιαγράφήματος της σκηνής, 7 ημέρες μετά το ατύχημα και από την άλλη να αναφέρει, ότι το εν λόγω σχεδιαγράφημα ήρθε εις γνώση του, για πρώτη φορά, μετά που του το υπέδειξε ο δικηγόρος, μετά από πάροδο κάποιων χρόνων; Επίσης, πώς είναι δυνατόν να θεωρούσε, ο κατηγορούμενος, ότι υπάρχουν παραλείψεις ως προς το περιεχόμενο των σχεδιαγραφημάτων, και να μην το υποδείξει στον ΜΚ1, όταν του λάμβανε κατάθεση και του επεξηγούσε το περιεχόμενου του πρόχειρου σχεδίου; Επίσης, τα όσα ανέφερε εν σχέσει με τα γεγονότα που οδήγησαν στο ατύχημα, θεωρώ ότι και πάλι συγκρούονται με την κοινή λογική αλλά και την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Και εξηγώ. Θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι έλεγξε τη τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, χωρίς να αντιληφθεί την εκεί παρουσία του κατηγορούμενου. Με δεδομένο ότι (α) το σημείο σύγκρουσης «χ», απέχει πολύ μικρή απόσταση από το σημείο που άρχισε η δεξιόστροφη πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, (β) η τελική θέση της μοτοσυκλέτας, βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης «χ». (γ) οι υλικές ζημιές, σε αμφότερα τα ενεχόμενα οχήματα, είναι εντελώς περιορισμένες και (δ) ότι, της σύγκρουσης, δεν προηγήθηκε εφαρμογή φρένων, τέτοιας έντασης, που αναμενόμενο θα ήταν, να άφηνε ίχνη τροχοπέδησης, θεωρώ ότι, τούτα, συνηγορούν, χωρίς να μετατρέπω τον εαυτό μου σε εμπειρογνώμονα αλλά με βάση την κοινή λογική, μακριά και ανεξάρτητα της ήδη αποδοχής της σχετικής μαρτυρίας του παραπονούμενου, στο ότι η μοτοσικλέτα, την στιγμή που ο κατηγορούμενος κατεύθυνε το όχημα του δεξιά, βρισκόταν εντός της εμβέλειας της ορατότητάς του. Είναι για αυτόν τον λόγο που κρίνω ότι ο σχετικός ισχυρισμός του είναι ψευδής. Περαιτέρω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου συγκρούεται και με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Σημειώνω , συναφώς, ότι η ίδια η υπεράσπιση κατέθεσε οπτικοακουστικό υλικό [βλ. Τεκμήριο 14 - 2 φιλμ], σε μια προσπάθεια να υποστηρίζει τη θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, ότι η διαμόρφωση του οδικού δικτύου στο σημείο που επιχείρησε τη δεξιόστροφη κατεύθυνση του οχήματος του, με σκοπό να κατευθυνθεί προς Παλαιχώρι, δεν του επέτρεπε την προγενέστερη, προς τα αριστερά (προς το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο) οδήγηση, καθότι, στο σημείο εκείνο υπάρχουν δέντρα. Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω οπτικοακουστικού υλικού, τον διαψεύδει, αφού τα όποια εκεί δέντρα, βρίσκονται σε τέτοιο σημείο, που επιτρέπουν, όχι μόνο την προς τα αριστερά οδήγηση, αλλά και την στάθμευση οχημάτων έξω από τη οριοθετημένη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του. Επομένως, η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. [ΜΥ1] Η μαρτυρία του ΜΥ1 θεωρώ ότι δεν κρίνεται βοηθητική και επομένως θεωρώ τούτην ακροσφαλή για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων εν σχέσει με το εάν τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος, στη Λεωφ. Γιωρκάτζιη υπήρχαν ή όχι σταθμευμένα οχήματα, ως τούτα υποδείχθηκαν στο Τεκμήριο 9, από την πλευρά της υπεράσπισης. Η όποια αναφορά του, επί του ζητήματος τούτου, παρουσιάζει την εικόνα που θα μπορούσε κάποιος να αποκομίσει, κατά προσέγγιση, για το πώς συνηθίζεται, να σταθμεύουν οχήματα, κατά τη διεξαγωγή αγώνων, στο γήπεδο ΑΠΟΠ Παλαιχωρίου. ΣΤ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω επιπρόσθετα στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, και ενώ κινείτο επί της Λεωφ. Παλαιχωρίου, ως η πορεία του, σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά το γήπεδο ΑΠΟΠ, και αφού ελάττωσε προηγουμένως ταχύτητα, κινήθηκε, για κάποια μέτρα, στην αριστερά πλευρά του δρόμου, ώστε μέρος του οχήματος του να βρίσκεται εντός του αριστερού παγκέτου, και χωρίς να χρησιμοποιήσει το δεξιό δείκτη του οχήματος του και να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, χωρίς να σταματήσει, έστριψε, απότομα το όχημα του προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν, παράλληλα με το εν λόγω όχημα του κατηγορούμενου στο πίσω δεξιό μέρος του, σε διαδικασία να το προσπεράσει, κινήθηκε προς τα δεξιά, με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα τα ενεχόμενα οχήματα να συγκρουστούν εντός της Λεωφ. Γιωρκάτζιη, ως υποδεικνύεται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής στο σημείο Χ [ 3,10μέτρα από τη σήμανση επί εδάφους - του ΑΛΤ της Λεωφ. Γιωρκάτζιη]. Ζ. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Επομένως, εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει, από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που τον βάραινε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ήτοι, αφού ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφετε ανωτέρω, δίνοντας την εντύπωση στον παραπονούμενο ότι είτε θα σταματούσε αριστερά είτε ότι θα του έδινε προτεραιότητα για να τον προσπεράσει, δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση που υπήρχε πίσω του, προτού επιδιώξει τη δεξιόστροφη κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα, η ενέργεια του αυτή να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα. Με την πιο πάνω κρίση μου επουδενί αποφαίνομαι ότι για το επίδικο ατύχημα αποκλειστική ευθύνη φέρει ο κατηγορούμενος. Εξάλλου τούτο δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση. Ας μην λησμονείται ότι στη συλλογιστική για την πιο πάνω διεργασία του Δικαστηρίου δεν συνυπολογίστηκε η όποια ταχύτητα με την οποία κινείτο ο παραπονούμενος τη δεδομένη στιγμή που προσπερνούσε [η αναφορά του περί 60ΧΑΩ αφορούσε τη ταχύτητα με την οποία κινείτο γενικά και όχι την ταχύτητα που τυχόν είχε τη στιγμή που προσπάθησε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα του]. Επομένως, ανεξάρτητα και μακριά από οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος θεωρώ ότι ήταν αμελής για τους λόγους που μόλις προανέφερα. Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου, δηλαδή του παραπονούμενου (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Εκ του περισσού σημειώνω ότι, ως προκύπτει από την απόφαση Bullows v. Νεοφύτου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 41 ακόμη και αν ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ότι γνωστοποίησε την πρόθεση του να κινηθεί δεξιά, γινόταν αποδεκτός, δεν θα ήταν από μόνος του ικανός να τον απαλλάξει ευθύνης. Τη δεδομένη στιγμή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ελλόχευε ο κίνδυνος άλλο όχημα που κινείτο πίσω του να επηρεαστεί από την οδική του συμπεριφορά. Επομένως το καθήκον του ήταν να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, πράγμα το οποίο, ως κατέληξα, δεν έπραξε. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση, να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. [Υπ.] Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] Ο συνήγορος υπεράσπισης διάβαζε από την κατάθεση της ΜΚ
  2. [3] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [4] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [5] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [6] Η υπογράμμιση είναι του σημείου τούτου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου σημείου τυχόν ακολουθεί, είναι του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.