← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 5274/2021, 4/9/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 5274/2021, 4/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Σαββίδη, Προσ. Ε. Δ ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 5274/2021 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ και ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 04 Σεπτεμβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: Α. Παναγή (κα), για να ακούσει απόφαση η κα. Γ. Σοφοκλή. Για κατηγορούμενο: Πιερίδης (κος) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Κατηγορούμενος, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αντιμετώπιζε δύο

(2)κατηγορίες ως τούτες, με λεπτομέρεια, περιγράφηκαν στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία, αφού προηγουμένως έδωσε τον λόγο στους συνηγόρους, για να τοποθετηθούν εν σχέσει με τον εκφρασθέντα, από το Δικαστήριο, προσανατολισμό του να τροποποιήσει το κατηγορητήριο, ώστε η 1η κατηγορία και οι λεπτομέρειες αυτής, να συνάδουν με την προσκομισθείσα, ενώπιον του, μαρτυρία. Όσον αφορά την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, απαλλάχθηκε από αυτήν, με την κρίση του Δικαστηρίου, προς τούτο, να καταγράφεται στην εν λόγω, αναφερόμενη, πιο πάνω, ενδιάμεση απόφαση. Αφού, λοιπόν, το Δικαστήριο άκουσε τους συνηγόρους, ως προς το θέμα της τροποποίησης, με νέα σχετική ενδιάμεση απόφαση του, διέταξε την τροποποίηση της 1ης κατηγορίας, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος, τελικά, να βρίσκεται αντιμέτωπος, στη βάση των πιο πάνω, με την κατηγορία της πλαστογραφίας εγγράφου αίτησης μεταβίβασης μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 16 (α), και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/72), όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/07 [1η κατηγορία]. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, κατηγορείται, πλέον, ότι μεταξύ του μηνός Μαρτίου του έτους 2019 και της ημερομηνίας 13.03.2019, στη Λευκωσία, της Επαρχίας Λευκωσίας, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, πλαστογραφώντας την υπογραφή του Ανδρέα Χ' Γεωργίου (Α.Δ.Τ. ), χωρίς την συγκατάθεση του, θέτοντας αυτήν, επί του σημείου, με την ένδειξη «Υπογρ. Πωλητή», στην Αίτηση Μεταβίβασης Ιδιοκτησίας Μηχανοκίνητου Οχήματος - Έντυπο ΤΟΜ9Β [στο εξής «Έντυπο ΤΟΜ 9Β»], ώστε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας Mercedes [στο εξής το «Mercedes»], ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου, να μεταβιβαστεί στον κατηγορούμενο ή σε τρίτο πρόσωπο. Η κατηγορούσα αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε, συνολικά, δώδεκα
(12)μάρτυρες κατηγορία. Συγκεκριμένα κάλεσε τον Αστ. 614, Κυριάκο Κυριάκου [ΜΚ1], τον Αστ. 1821 Ερωτόκριτο Αγγελίδη [ΜΚ2], τον πρώην Αστ. 3196, Χαράλαμπο Χριστοδούλου [ΜΚ3], τον Λοχία 837, Γεώργιο Χρυσάνθου [ΜΚ4], την Παναγιώτα Ευσταθίου Χαραλάμπους [ΜΚ5]. τον Ανδρέα Χ΄Γεωργίου [ΜΚ6] [στο εξής ο «Παραπονούμενος»], τον Ανδρέα Παπαχαραλάμπους [ΜΚ7], τον Βασίλη Χ'Γεωργίου, πατέρας του Παραπονούμενου [ΜΚ8], την Αναστασία [Τασούλλα] Χ'Γεωργίου, μητέρα του Παραπονούμενου [ΜΚ9], τον Νίκο Τύλληρο [ΜΚ10], τον Νικόλα Μελετίου [ΜΚ11] και τέλος τον Ιωσήφ Μιλτιάδους [ΜΚ12], ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία, συνολικά, κατατέθηκαν 62 Τεκμήρια. Επίσης, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα θεωρώ ως δεδομένα και κρίνω ότι περιέχουν παραδεκτή μαρτυρία [βλ. κατ' αναλογία Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628]. Β. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους, έχοντας συνεχώς κατά νου ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και το βάρος απόδειξης το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό, παραθέτοντας τα καίρια σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων, παραπέμποντας, περαιτέρω, και στην επί του θέματος νομολογία. Ήταν, ειδικότερα, η θέση της, ότι μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το τελευταίο, μπορεί να καταλήξει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του Εντύπου ΤΟΜ9Β, τέθηκε από τον Κατηγορούμενο, χωρίς την εξουσιοδότηση του Παραπονούμενου, με σκοπό τη καταδολίευση του τελευταίου, ήτοι με τον προσπορισμό οφέλους προς τον Κατηγορούμενο, εκ της αποκτήσεως της κυριότητας του Mercedes. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης. Η βασική εκδοχή του Κατηγορούμενου, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, ήταν ότι οι ΜΚ8 και ΜΚ9 (γονείς του Παραπονούμενου), συμφώνησαν, μαζί του, την αγορά ενός Mazda, με σκοπό τούτο να δοθεί, ως δώρο - έκπληξη, στον Παραπονούμενο. Το ποσό αγοράς του εν λόγω οχήματος, συμφωνήθηκε στο ποσό των €17.
  1. Μέρος της συμφωνίας τους, ήταν, να δοθεί, ως αντικαταβολή, το Mercedes, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου, για το ποσό των €5.
  2. Οι ΜΚ8 και ΜΚ9, ανέφεραν στον κατηγορούμενο, ότι ο Παραπονούμενος, γνώριζε ότι το Mercedes θα δινόταν ως αντικαταβολή για την αγορά, του Mazda [στο εξής το «Mazda»] Οι όροι της συμφωνίας, περιλαμβάνονταν στο Δελτίο Παραγγελίας του Mazda, την οποία και υπέγραψε η ΜΚ
  3. Στον κατηγορούμενο, στις 04.02.2019, δόθηκε το χρηματικό ποσό των €1.000, μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας του Mercedes καθώς επίσης και το Έντυπο ΤΟΜ9Β, υπογραμμένο, στη θέση του Πωλητή, από τον ΜΚ
  4. Το Mazda, έπειτα ενεργειών, ενεγράφη στο όνομα του Παραπονούμενου και παραδόθηκε, στον τελευταίο, μεταβιβασμένο στο όνομα του στις 08.02.
  5. Αφού, το εν λόγω βράδυ της 08.02.2019, ο Παραπονούμενος, έκρινε ότι Mazda ήταν της αρεσκείας του, παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα κλειδιά του Mercedes, καθώς και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €11.000, προς εξόφληση της αγοράς του Μazda. Εκ των ανωτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης, παραπέμποντας, τόσον στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου όσο και του γραφολόγου [ΜΚ4], ισχυρίστηκε ότι, αφενός τούτος δεν πλαστογράφησε την υπογραφή του παραπονούμενου και αφετέρου, καμία πρόθεση καταδολίευσης είχε, αφού, ουσιαστικά, η εν λόγω μεταβίβαση αποτελούσε μέρος της συμφωνίας που είχε ήδη καταρτιστεί μεταξύ Κατηγορούμενου και των ΜΚ8 και ΜΚ9, προς όφελος του τελευταίου. Θα αναφερθώ εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που κρίνω ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρώ ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα [βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύω, αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση τούτη ήταν διαφορετική, θα καλούμουν να εξετάσω πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου [βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224]. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω με τη παράθεση της μαρτυρίας, θεωρώ ορθό, στο στάδιο τούτο, να καταγράψω, πρώτα, τη νομική πτυχή, των θεμάτων που εδώ απασχολούν. Έχοντας υπόψη, όλα τα πιο πάνω, εκείνο, στην ουσία, που αποδίδει ο Παραπονούμενος, στον κατηγορούμενο, είναι ότι, χωρίς οποιαδήποτε, προηγούμενη, εξουσιοδότηση του, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε, έναντι αυτού, στο σημείο, με την ένδειξη «Πωλητής», στο Έντυπο ΤΟΜ9Β, με σκοπό να επιτευχθεί η μεταβίβαση του Mercedes, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου, στον ίδιο ή σε τρίτο πρόσωπο. Η κατηγορία, βασίζεται στο άρθρο 16(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις, μετά δολίας προθέσεως- (α) πλαστογραφεί, παραποιεί ή αλλοιοί οιανδήποτε άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον, εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών ή [.], είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Για σκοπούς ερμηνείας των όρων της πλαστογραφίας και του καταρτισμού πλαστού εγγράφου, σε αντιπαραβολή, με το πιο πάνω άρθρο, παραπέμπω, στον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154, και ειδικότερα, στα άρθρα 331 και 333(δ)(ι), αντίστοιχα. Στο άρθρο 331 ΠΚ [ΚΕφ.154], η Πλαστογραφία ορίζεται, ως ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης. Στο άρθρο 333 ΠΚ [Κεφ.154], ορίζει, πότε, θεωρείται, ότι κάποιος κατήρτισε πλαστό έγγραφο. Ειδικότερα, καταρτίζει πλαστό έγγραφο, όποιος (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα, (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου, (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι, (
  2. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (
  3. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι. Όπως, λοιπόν, προκύπτει, από τις πρόνοιες του άρθρου 333(δ)(
  4. i)του Κεφ.154, για να είναι δυνατή η κατάληξη περί πλαστότητας ενός εγγράφου, συνεπεία εναπόθεσης επ' αυτού μη γνήσια υπογραφής, θα πρέπει το πρόσωπο που υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, να έπραξε τούτο, χωρίς την εξουσιοδότηση του προσώπου που φέρεται ως ο συγγραφέας της. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή, θα πρέπει, αφενός, να αποδείξει ότι αυτός που πλαστογράφησε την υπογραφή του Παραπονούμενου ήταν ο Κατηγορούμενος και αφετέρου, ότι, ο τελευταίος, έπραττε τούτο χωρίς την εξουσιοδότηση του πρώτου. Στο άρθρο 334 του Κεφ. 154, η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο. Εν σχέσει με την ερμηνεία της πρόθεσης καταδολίευσης, που πρέπει, συν της άλλης να συνοδεύει την οποιαδήποτε πράξη ενός Κατηγορούμενου, αντλώ καθοδήγηση από τα όσα αναφέρθηκαν, από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2ΑΑΔ 457, τα οποία και θεωρώ, ορθότερο, να παραθέσω αυτούσια: « Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R 65 το Εφετείο αναφέρθηκε εκτενώς στην αγγλική νομολογία από την οποία θα µμπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά µε την ερμηνεία των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που διέπουν το αδίκημα της πλαστογραφίας µε επίκεντρο κυρίως το νομοθετικό τεκμήριο που καθιερώνεται από το Άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα ως προς την ύπαρξη «πρόθεσης καταδολίευσης» σε σχέση βέβαια µε τον ορισμό της πλαστογραφίας. Χρήσιμή και άκρως βοηθητική είναι η καθοδήγηση που μπορεί να αντληθεί για το ίδιο θέμα από την εμπεριστατωμένη μελέτη του ευπαίδευτου νομικού, πρώην Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και μέχρι πρόσφατα Δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Λ. Λουκαΐδη µε τίτλο «Η πρόθεση καταδολιεύσεως (Intent to defraud)» η οποία είναι δημοσιευμένη στα «Θέματα Κυπριακού ∆ικαίου» ΙΙ, υπό Λ. Γ. Λουκαΐδη. Από την εν λόγω µμελέτη θα δανειστώ και τη µμετάφραση του πιο κάτω αποσπάσματος από την απόφαση στην Georghiou (ανωτέρω) που θεωρώ ότι ρίχνει αρκετό φως στο θέμα.. «Το κακουργιοδικείο καθοδηγούμενο από τη νομική ανάλυση των συστατικών της προθέσεως καταδολιεύσεως που έγινε από το ∆ικαστήριο της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)αποφάσισε ότι η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση µε το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται µε το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Στην υπόθεση Welham το δικαστήριο συζήτησε σε έκταση την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» και έδωσε έμφαση στη διάκριση µμεταξύ «προθέσεως εξαπατήσεως» και «προθέσεως καταδολιεύσεως». Όπως επεξήγησε ιδιαίτερα ο Λόρδος Denning ούτε στο κοινό δίκαιο ούτε δυνάμει του περί Πλαστογραφίας Νόμου η «πρόθεση καταδολιεύσεως» συνδεόταν µε την πρόκληση οικονομικής βλάβης σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόσωπο σαν αποτέλεσμα της απάτης που χρησιμοποιείται. Όπως το διατύπωσε ο ευπαίδευτος δικαστής «ένα οποιοδήποτε πρόσωπο γενικά αρκεί». Επίσης η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική απώλεια - «όχι στην ιδέα αποστερήσεως από κάποιο κάτι που έχει αξία». Η πιθανότητα βλάβης, όπως επεξηγείται στην απόφαση, είναι αρκετή. Από την απόφαση στην υπόθεση R. v. Peter Martin [E.R. 168, 1354] που µας υπέδειξε ο κ. Λουκαΐδης, φαίνεται ότι το κοινοδίκαιο ουδέποτε απαιτούσε απόδειξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο ούτε απαιτούσε ζημιά οικονομικής φύσεως. [.] Η νομική ανάλυση που έγινε στην υπόθεση Welham πάνω στο θέμα της «προθέσεως καταδολιεύσεως» υποστηρίζεται από ισχυρές απόψεις που εκφράστηκαν σε µμεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων (βλ. Scott v. Comr. of Police [1974] 2 All E.R. 1032 and A-G's Reference (No. 1 of 19812) [1982] 2 All E.R. 417). Στην υπόθεση R. v. Allsop 64 Cr. App. R. 29 έγινε μια προσπάθεια να εξετασθεί η πραγματική φύση της εγκληματικής προθέσεως που απαιτείται για τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας. Υπογραμμίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαμβανόμαστε) να αλλοιώσουν µια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημά της πλαστογραφίας. Το νομοθετικό τεκμήριο που καθιερώνεται µε το Άρθρο 334 του Κεφ. 154 ως προς την ύπαρξη «προθέσεως καταδολιεύσεως», ρίχνει αρκετό φως την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σε σχέση µε το έγκλημα της πλαστογραφίας που καθορίζεται στο Άρθρο 331. .. Το Άρθρο 334 δείχνει καθαρά ότι η εν λόγω «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση µε τον ορισμό της «πλαστογραφίας» είναι ταυτόσημη µε την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σύμφωνα µε το αγγλικό δίκαιο στο θέμα της πλαστογραφίας. Συνεπώς το κακουργιοδικείο ορθά επεδίωξε καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση στην υπόθεση Welham. Το δικαστήριο σωστά προσέγγισε το θέμα της φύσεως της προθέσεως που είναι αναγκαία για να στηρίξει το αδίκημα της πλαστογραφίας τα δε πορίσματα του ήταν απόλυτα δικαιολογημένα». Εκείνο επομένως που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι, για να αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορούμενου, στην παρούσα υπόθεση, στο αδίκημα της πλαστογραφίας, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει (α) ότι ο κατηγορούμενος έθεσε την επίδικη υπογραφή, επί του Τεκμηρίου 14, φερόμενη ωσάν να τέθηκε από τον Παραπονούμενο, (β) χωρίς την εξουσιοδότηση του τελευταίου και (γ) με σκοπό να καταδολιεύσει τρίτο πρόσωπο. Ως προς την πλαστότητα ενός εγγράφου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Georghiou v. The Republic (ανωτέρω, στο αυτουσίως παρατιθέμενο απόσπασμα της υπόθεσης Τσιέλεπος), όπου στη σελίδα 91 σημειώθηκαν τα εξής. «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of 'forgery' in R v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Ακόμα, στο σύγγραμμα Archbold 2002 par. 22-8, αναφέρονται και τα εξής σχετικά. «.As we have said...the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ...The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which 'tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered it by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered». Εκείνο που συνάγεται από τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα είναι ότι, το σημαντικό για να κριθεί ένα έγγραφο πλαστό, δεν είναι αν αυτό περιέχει ψεύδη, αλλά αν τούτο, ως προκύπτει από το περιεχόμενό του, λέει ψέματα για τον εαυτό του. Όσον αφορά την οποιαδήποτε δόλια πρόθεση ενός κατηγορουμένου, τούτη συνήθως αποδεικνύεται με έμμεση και/ή περιστατική μαρτυρία και προκύπτει στην ουσία, κατά κανόνα, ως συμπέρασμα από τα περιστατικά που περιβάλλουν μια υπόθεση [βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 301]. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα. «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφ' εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. [.] Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» [βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, p.79, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102 και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 746]. Τέλος, οφείλω να υπενθυμίζω, ότι στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Δ. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Στην βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση, είτε αυτά εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών τούτα έχουν ως εξής: Ο Παραπονούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, αναζητούσε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μάρκας MAZDA, τύπου CX-5, με έτος κατασκευής του, το
  1. Ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης στην ψησταριά που διατηρούσαν οι γονείς του Παραπονούμενου, ΜΚ8 και ΜΚ
  2. Περί τα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2019, οι ΜΚ8 και ΜΚ9, ρώτησαν τον κατηγορούμενο, γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος είναι πωλητής αυτοκινήτων, αν έχει το αυτοκίνητο που έψαχνε να αγοράσει ο Παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος, τους ανέφερε ότι θα κοιτάξει στον χώρο που προμηθεύεται τα αυτοκίνητα [«bonded»] και θα τους ενημερώσει. Ο Κατηγορούμενος, επικοινώνησε με τον ΜΚ11, ο οποίος εργάζεται στη Βιομηχανική περιοχής Έγκωμης, ως εκτελωνιστής, για να τον ρωτήσει εάν είχε το συγκεκριμένο όχημα, με τον τελευταίο να του απαντά θετικά. Την επόμενη ημέρα, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΜΚ8 και τον ενημέρωσε ότι έχει δύο αυτοκίνητα μάρκας MAZDA, το ένα έτους κατασκευής του 2014 και το άλλο του έτους
  3. Ο ΜΚ8, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι ενδιαφέρονται για το αυτοκίνητο του έτους 2015 και έτσι διευθέτησαν συνάντηση στις 04.02.2019, στην μάντρα αυτοκινήτων που διατηρεί ο κατηγορούμενος στον Στρόβολο. Ο Κατηγορούμενος πήγε, παρέλαβε το επίδικο όχημα από τον χώρο του ΜΚ11, αναφέροντας στον τελευταίο ότι θα το έδειχνε σε κάποιον πελάτη και θα του απαντούσε εντός της ημέρας, εάν, ο τελευταίος, ενδιαφερόταν για την αγορά του. Οι ΜΚ8 και ΜΚ9, συναντήθηκαν, στην μάντρα αυτοκινήτων του κατηγορούμενου, στις 04.02.2019 και αφού πήραν το επίδικο όχημα, για σκοπούς δοκιμής και εξέτασης του, από δικό τους μηχανικό, επέστρεψαν στην μάντρα αυτοκινήτων του κατηγορούμενου, με σκοπό να προχωρήσουν με την αγορά του. Ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον ΜΚ11 και τον ενημέρωσε ότι ο πελάτης ενδιαφερόταν για την αγορά του εν λόγω οχήματος, με τον ΜΚ11 να του αναφέρει ότι η τιμή πώλησης του MAZDA, ήταν στις €17.
  4. Αφού συμφώνησαν οι ΜΚ8 και ΜΚ9, για το ποσό αγοράς του MAZDA, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ11, ότι θα προχωρήσει με την πώληση του και εντός 15 ημερών θα του έδινε τα χρήματα του. Ο κατηγορούμενος, έκδωσε, μέσω της εταιρείας του, με την ονομασία «CARMOTORS & GARAGE LTD», το δελτίο παραγγελίας με αριθμό 00759 [Βλ. Τεκμήριο 28], στο οποίο αναφερόταν η μάρκα, ο τύπος και το έτος κατασκευής του οχήματος που θα αγόραζαν οι ΜΚ8 και ΜΚ9, εις το όνομα του Παραπονούμενου, αφού, προηγουμένως, οι τελευταίοι, τον ενημέρωσαν ότι θα ήταν δώρο - έκπληξη προς τον Παραπονούμενο. Στο Τεκμήριο 28, αναγραφόταν τόσον το ποσό των €17.000, ως η αγοραία αξία του επίδικου οχήματος, όσο και η αξία του μεταχειρισμένου οχήματος Mercedes και δη το ποσό των €5.000, το οποίο και παρουσιάζεται, επί του τεκμηρίου 28, ως ποσό, το οποίο καταβλήθηκε έναντι της αγοράς του MAZDA. Επίσης, εις το όνομα του Παραπονούμενου, εκδόθηκε και η απόδειξη με αρ. 00888 [Βλ. Τεκμήριο 29], για το ποσό των €6.000, με τη σημείωση ¨Cash" και την αναγραφή της λέξης « υπόλοιπο» το ποσό των €11.
  5. Στο Τεκμήριο 28, η ΜΚ9, έθεσε την υπογραφή της, στο σημείο με την ένδειξη «αγοραστής». Στις 06.02.2019, κατόπιν ενεργειών του ΜΚ8, εκδόθηκε ασφαλιστικό καλυπτικό σημείωμα στο όνομα του Παραπονούμενου, εν σχέσει με το Mazda, από την Παγκυπριακή Ασφαλιστική, το οποίο και στάλθηκε μέσω τηλεομοιότυπου, στον κατηγορούμενο, κάτι το οποίο, ο ΜΚ8, επιβεβαίωσε τηλεφωνικώς. Στις 08.02.2019 και μεταξύ των ωρών 18:00 και 21:00, ο κατηγορούμενος πήρε το MAZDA, στο ψητοπωλείο που εργάζονταν οι ΜΚ8 και ΜΚ
  6. Οι τελευταίοι, τηλεφώνησαν στον Παραπονούμενο, για να πάει στην ψησταριά. Ο Παραπονούμενος, πήγε στην ψησταριά, των MK8 και MK9, με το Mercedes. Ο Παραπονούμενος, την εν λόγω ημέρα, γνώρισε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο, ο οποίος του έδειξε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας MAZDA. Αφού ο παραπονούμενος ρώτησε τον κατηγορούμενο για το έτος κατασκευής του MAZDA, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν του έτους 2015 και προς επιβεβαίωση των λεγομένων του, του έδειξε το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος, το οποίο και στην συνέχεια, του παρέδωσε [Βλ. Τεκμήριο 16]. Ο Παραπονούμενος, αφού έκρινε ότι το Mazda ήταν της αρεσκείας του, τo παρέλαβε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο, τα κλειδιά του Mercedes, μαζί με το υπόλοιπο οφειλόμενο χρηματικό ποσό για σκοπούς εξόφλησης της αγοράς του [το ποιο ποσό δόθηκε, με σκοπό την εξόφληση του Mazda, αποτελεί διαφιλονικούμενο ζήτημα]. Την επόμενη ημέρα, ο Παραπονούμενος, εντόπισε στο εν λόγω πιστοποιητικό εγγραφής του MAZDA [βλ. Τεκμήριο 16], ότι η ημερομηνία κατασκευής του ήταν η 02.01.2015 και η ημερομηνία πρώτης εγγραφής του η 01.01.
  7. Ο Παραπονούμενος, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του είπε ότι θέλει πίσω το Mercedes και τα χρήματα τους και θα του επιστρέψει το MAZDA. Για να αποδείξει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, και δη περί του ότι η ημερομηνία κατασκευής του ήταν λανθασμένη, ο Παραπονούμενος αποτάθηκε στην εταιρεία GPA [Geo Pavlides Automotive] η οποία είναι η αντιπρόσωπος εταιρεία της MAZDA στην Κύπρο. Στην εν λόγω εταιρεία τον ενημέρωσαν ότι, για να του απαντήσουν, εν σχέσει με το ερώτημα που έθεσε, θα χρειαστούν χρόνο, περί τον ένα μήνα, επειδή θα πρέπει να ειδοποιηθεί η MAZDA Ιαπωνίας. Στις 07.03.2019, ο Παραπονούμενος, έλαβε, μέσω email, από την εταιρεία GPA, ότι η ημερομηνία κατασκευής [production date] του MAZDA, ήταν η 21.11.
  8. Στις 08.03.2019 ο Παραπονούμενος, μαζί με την ΜΚ9, πήγαν στην μάντρα αυτοκινήτων του κατηγορούμενου και του έδειξαν το email ημερομηνίας 07.03.
  9. Ο Παραπονούμενος, στις 13.03.2019 με επιστολή του, ημερομηνίας 12.03.2019, προς το Τμήμα Οδικών Μεταφορών [στο εξής το «ΤΟΜ»], τους ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που τους παρουσιάσουν οποιαδήποτε σχετική αίτηση για σκοπούς μεταβίβασης του Mercedes, η υπογραφή που τέθηκε στην εν λόγω αίτηση, δεν είναι γνήσια, αφού ουδέποτε προέβη στην υπογραφή τέτοιας αίτησης. Περαιτέρω, ζήτησε, όπως, εάν προκύψει το πιο πάνω ζήτημα, ενημερωθεί σχετικώς έτσι ώστε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Η εν λόγω επιστολή, παραδόθηκε από του ΜΚ8 και ΜΚ9, στο ΤΟΜ, στις 13.03.2019, ημερομηνία κατά την οποία, τούτοι, ενημερώθηκαν ότι, την ίδια ημέρα και ώρα 10:22, το Mercedes μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο. Ο Παραπονούμενος, στις 14.03.2019, έδωσε γραπτή κατάθεση, στον ΜΚ2 [βλ. Τεκμήριο 48], εν σχέσει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταγγέλλοντας τον κατηγορούμενο για υπόθεση πλαστογραφίας της υπογραφής του, επί των Eντύπων ΤΟΜ6 (Αίτηση εγγραφής του Mazda) [βλ. Τεκμήριο 13] και ΤΟΜ9Β [Βλ. Τεκμήριο 14]. Περαιτέρω, για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου του, εναντίον του κατηγορούμενου, παρέδωσε στον ΜΚ2, τα δύο πιστοποιητικά εγγραφής του MAZDA [Βλ. Τεκμήριο 15 και 16] το δελτίο παραγγελίας του οχήματος MAZDA, από την εταιρεία «CARMOTORS & GARAGE LTD» [βλ. Τεκμήριο 28], την απόδειξη πληρωμής της εταιρείας «CARMOTORS & GARAGE LTD» για το ποσό των €6.000 [Βλ. Τεκμήριο 29], το email το οποίο έλαβε από την εταιρεία GPA[1], σχετικά με την ημερομηνία παραγωγής του MAZDA [Βλ. Τεκμήριο 49] και τέλος την επιστολή που παρέδωσε στο ΤΟΜ, με ημερ. παραλαβής της, την 13.03.2019 [Βλ. Τεκμήριο 50]. Τα πιο πάνω, ο ΜΚ2, τα παρέδωσε στον ΜΚ1, για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Το Πιστοποιητικό Εγγραφής του MAZDA, με ημερομηνίας κατασκευής οχήματος την 02.01.2015, εκδόθηκε στις 08.02.2019 [βλ. Τεκμήριο 16], ήτοι την ημερομηνία παράδοσης του στον Παραπονούμενο. Το νέο Πιστοποιητικό Εγγραφής του MAZDA, μετά τις σχετικές ενέργειες του Παραπονούμενου, με ημερομηνία, πλέον, κατασκευής του την 21.11.2014, εκδόθηκε στις 12.03.2019 [Βλ. Τεκμήριο 15]. Στην Αίτηση Μεταβίβασης του Mercedes [Έντυπο ΤΟΜ9Β], υπάρχουν πιστοποιημένες οι υπογραφές Πωλητή και Αγοραστή, στις 08.03.2019, από τον Πιστοποιών Υπάλληλο, κ. Παναγιώτη Νεοφύτου, και με ημερομηνία, πιστοποίησης της παραλαβής της αίτησης από το αρμόδιο τμήμα, στις 13.03.2019 [βλ. Τεκμήριο 14] . Επίσης, δηλώθηκε, ως παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο της κατάθεσης του Α/Αστ. 1693, Βασίλη Μιχαήλ, και δη ότι ο τελευταίος, στις 24.04.2019 και ώρα 16:00, παρέλαβε από τον Παραπονούμενο, μια απόδειξη ανάληψης μετρητών της Τράπεζας Astrobank, ημερομηνίας 24.04.2019, η οποία έφερε την υπογραφή του του τελευταίου [βλ. Τεκμήριο 31]. Η πορεία των τεκμηρίων που έλαβαν οι Αστυνομικοί, για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, και καταγράφεται στον Πίνακα Τεκμηρίων [Βλ. Τεκμήριο 12], δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καθίστανται, πλέον, ευρήματα Δικαστηρίου. Ε. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της, στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Ειδική αναφορά σε αυτή θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο για σκοπούς περαιτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου, εν σχέσει με το υπό κρίση αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. [ΜΚ1] Ο ΜΚ1, ήταν ο εξεταστής στην παρούσα υπόθεση. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του [Βλ. Τεκμήριο 1], ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στις εν γένει ενέργειες που προέβη, για σκοπούς λήψης διαφόρων, σχετικών, εγγράφων καθώς και αριθμό καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένου και της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο ΜΚ1, έλαβε, μετά από γραπτή συγκατάθεση τους[[2]], δείγματα γραφής και υπογραφής, από τον Παραπονούμενο [Βλ. Τεκμήριο 30], τον Κατηγορούμενο [Βλ. Τεκμήριο 32], τον ΜΚ8 [Βλ. Τεκμήριο 43], την ΜΚ5 [βλ. Τεκμήριο 37], τον ΜΚ10 [Βλ. Τεκμήριο 39] και τον ΜΚ11 [Βλ. Τεκμήριο 34]. Τα εν λόγω δείγματα γραφής, σφραγίστηκαν στην παρουσία του ΜΚ1 και τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Σημειώνω, ότι αναφορά, στα εν λόγω Τεκμήρια, τα οποία κατέθεσε ο μάρτυρας στη διαδικασία, θα γίνει, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Και συνεχίζω, Ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, μεταξύ άλλων, ρώτησε τον τελευταίο, κατά πόσον, προέβη, σε απαγγελία, αντίστοιχων, κατηγοριών, και προς τους ΜΚ8 και ΜΚ9, με τον ΜΚ1, να αναφέρει ότι δεν το έπραξε. Η θέση τούτη της υπεράσπισης, είχε, ως υπόβαθρο την σχετική επί τούτου ερώτηση, που υπέβαλε, ο ΜΚ1, στον κατηγορούμενο, κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, και δη ότι στη παρουσία του (κατηγορούμενου), οι ΜΚ8 και ΜΚ9, υπέγραψαν το Έντυπο ΤΟΜ9Β, στη θέση του Πωλητή. Περαιτέρω, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι, πέραν του κατηγορούμενου, κατηγορήθηκε, εν σχέσει με τη παρούσα υπόθεση, ακόμα ένα πρόσωπο και δη ο πιστοποιών υπάλληλος, κ. Παναγιώτης Νεοφύτου, αφού με βάση τη μαρτυρία που είχε, προχώρησε στην πιστοποίηση της υπογραφής του Παραπονούμενου, ενώ ο τελευταίος ήταν απών. [ΜΚ2] Η μαρτυρία του ΜΚ2, περιορίστηκε στην παρουσίαση της γραπτής του κατάθεσης[βλ. Τεκμήριο 47] και περαιτέρω, της γραπτής κατάθεσης του Παραπονούμενου [βλ. Τεκμήριο 48], του email, ημερ.07.03.2019, από την εταιρία GPΑ προς τον Παραπονούμενο [βλ. Τεκμήριο 49] και την επιστολή, ημερομηνίας 12.03.2019, που απέστειλε ο Παραπονούμενος προς το ΤΟΜ [βλ. Τεκμήριο 50]. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του [βλ. Τεκμήριο 51], το οποίο και υιοθέτησε, ως ορθό, στις 16.07.2019 και ώρα 19:45, έλαβε, συμπληρωματική κατάθεση, από τον κατηγορούμενο [βλ. Τεκμήριο 52], σύμφωνα με την οποία, ο κατηγορούμενος, για σκοπούς παροχής του δείγματος της υπογραφής του, του παρέδωσε μία απόδειξη - κατάθεσης της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 10.07.2019 [βλ. Τεκμήριο 41], ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων γεγονότων. Ο μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε. [ΜΚ4] Ο ΜΚ4, μέλος της Αστυνομίας Κύπρου, παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας (γραφολόγος) και ειδικός στην εξέταση εγγράφων και χειρόγραφων, σε ό,τι αφορά τη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής, κατέχοντας, προς τούτο, σχετικό πιστοποιητικό διαπίστευσης που αφορά τη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής [ISO 17025]. Ως προς την εκπαίδευση που έτυχε και τη πηγή των γνώσεων του, ο μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 54, βιογραφικό σημείωμα, μαζί με το σχετικό πιστοποιητικό διαπίστευσης ISO
  10. Ο ΜΚ4, προέβη σε γραφολογική εξέταση της αμφισβητούμενης υπογραφής στα έντυπα ΤΟΜ6 και ΤΟΜ9Β. Οι οδηγίες που είχε ήταν να εξετάσει κατά πόσο οι υπογραφές επί τούτων των εγγράφων, αποτελούσαν αυθεντικές υπογραφές του Παραπονούμενου ή εάν συνδέονταν με κάποιον από τους ΜΚ8, ΜΚ5, ΜΚ10, ΜΚ11 και τον κατηγορούμενο. Για σκοπούς της πιο πάνω εξέτασης έλαβε υπόψη του τα δείγματα υπογραφών που δόθηκαν από τους πιο πάνω, στον ΜΚ2, καθώς και από τα Τεκμήρια 41 και 31, στα οποία υπήρχαν, αντίστοιχα, οι υπογραφές του κατηγορούμενου και παραπονούμενου, σε μεταγενέστερο, ανύποπτο, χρόνο, Κατόπιν γραφολογικής εξέτασης (στα πλαίσια της οποίας ετοίμασε αριθμό πινάκων, οι οποίοι και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 55, 57 και 58) κατέληξε ότι, για την υπογραφή επί του εντύπου ΤΟΜ 6 [βλ. Τεκμήριο 13], η αμφισβητούμενη υπογραφή Αιτητή /Αγοραστή στην αίτηση εγγραφής οχήματος είναι ποσοτικά περιορισμένη αφού αποτελείται μόνο από δύο ευδιάκριτα κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου (Α και Χ) και μια γραφική κίνηση, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική στον τρόπο σχηματισμού της, με αποτέλεσμα τα πιο πάνω δεδομένα, να κάνουν επισφαλή την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Παρόλο τούτων, συγκρίνοντας την με την με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του Παραπονούμενου, του κατηγορούμενου, του ΜΚ10, του ΜΚ11, της ΜΚ5 και του ΜΚ8, βρήκε ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κεφαλαίων γραμμάτων καθώς και της γραφικής κίνησης. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, θέση του ήταν ότι ήταν αδύνατη η περαιτέρω σύγκριση μεταξύ αμφισβητούμενης υπογραφής και δειγμάτων που αποδίδονται σε αυτούς και η εκφορά οποιασδήποτε άλλης γνώμης. Ως προς την αμφισβητούμενη υπογραφή στο έντυπο ΤΟΜ9Β [Βλ. τεκμήριο 14], ανέφερε ότι τούτη αποτελείται σχεδόν εξ' ολοκλήρου από γράμματα αλφαβήτου. Σε σύγκριση με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο καθώς και με την υπογραφή δείγμα [βλ. Τεκμήριο 41], βρήκε ότι παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους που του δημιουργούν την ΥΠΟΨΙΑ, ότι δυνατόν η πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή να έγινε από αυτόν. Περαιτέρω, συγκρίνοντας την εν λόγω αμφισβητούμενη υπογραφή με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του Παραπονούμενου, του ΜΚ10, ΜΚ11, ΜΚ5 και ΜΚ8, καθώς και με τα δείγματα υπογραφής [βλ. τεκμήριο 56 και 31], βρήκε ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους που κατά την γνώμη του κανένας από αυτούς δεν μπορεί να συνδεθεί. Εν σχέσει με την ερμηνεία του όρου «Υποψία» καθώς και των βαθμίδων κατηγορίας των αποτελεσμάτων μιας γραφολογικής εξέτασης, ανέφερε ότι η βαθμονόμηση των αποτελεσμάτων αποτελείται από 7 ζώνες. Υπάρχουν τρεις αρνητικές ζώνες, μια στη μέση, η οποία αφορά την μη εκφορά γνώμης και πάνω από αυτήν, τρεις θετικές κατηγορίες αποτελεσμάτων. Πρώτη κατηγορία, είναι η κατηγορία της υποψίας, στην οποία ο ειδικός εντοπίζει κάποιες ομοιότητες μεταξύ αμφισβητούμενης υπογραφής και δειγματικού υλικού, αλλά, παράλληλα, εντοπίζονται και κάποιες διαφορές, τις οποίες δεν μπορεί να δικαιολογήσει, εξου και κατατάσσει τούτην στην κατηγορία της Υποψίας. Οι όποιες ερωτήσεις τέθηκαν στον μάρτυρα, από την υπεράσπιση ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ερωτήθηκε κατά πόσον, με τον όρο «ΥΠΟΨΙΑ», τούτο που προκύπτει, είναι ότι ο συγγραφέας της αμφισβητούμενης υπογραφής, μπορεί να μην ήταν ο κατηγορούμενος, με τον μάρτυρα, να αναφέρει «Α. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως έχω αναφέρει υπάρχουν κάποιες διαφορές, ως προς το Χ, την κλίση και τη γραμμή κατάληξης. Αυτές τις διαφορές δεν τις έχω εντοπίσει μέσα στο δειγματικό υλικό και ως εκ τούτου δεν μπορώ να τις δικαιολογήσω λόγω και της έκτασης της υπογραφής. Το αν με ρωτάτε, για να το ξεκαθαρίζουμε, κατά πόσο κάποιο άλλο πρόσωπο μπορεί να υπόγραψε, η προσωπική μου εκτίμηση και πρόκειται περί εκτίμηση, όχι περί συμπεράσματος, είναι ότι είναι απομακρυσμένο, αλλά δεν μπορώ να μην πω τι υφίσταται, για να υπάρξει σύνδεση κάποιου τρίτου προσώπου πρέπει να υπάρξουν δείγματα που να αναιρέσουν τα ευρήματα που έχω πει στο Δικαστήριο, δηλαδή να εντοπίσω όλα τα χαρακτηριστικά σε δειγματικό υλικό κάποιου άλλου προσώπου. Ε. Χωρίς να θέλω να συνδέσω κάποιο άλλο πρόσωπο, υπάρχει πιθανότητα να μην υπόγραψε ο Χρίστος Αντωνίου το Τεκμήριο 14; Α. Υπάρχει η πιθανότητα της κλίμακας που έχω αναφέρει.». [ΜΚ5] Η ΜΚ5, ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε την κατάθεση των εγγράφων για σκοπούς εγγραφής του MAZDA, στο ΤΟΜ. Ως ανέφερε, τούτο έγινε, κατόπιν οδηγιών του ΜΚ11, με τον οποίο και συνεργάζονταν. Συγκεκριμένα, ανέλαβε, την διεκπεραίωση της διαδικασίας, για εγγραφή του MAZDA στο όνομα του Παραπονούμενου. Για σκοπούς, της διαδικασίας, παρέλαβε από το γραφείο του ΜΚ11, την αίτηση εγγραφή οχήματος [Έντυπο ΤΟΜ6], υπογραμμένη και σφραγισμένη από τον πωλητή και τον αγοραστή. Τα λοιπά κενά της εν λόγω αίτησης τα συμπλήρωσε η ίδια. Μετέβη, μαζί με το επίδικο όχημα, στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στα Λατσιά, όπου κατόπιν της σχετικής διαδικασίας που ακολουθείται, προχώρησε στην εγγραφή του επίδικου οχήματος MAZDA, στο όνομα του Παραπονούμενου. Το εν λόγω όχημα είχε λάβει αρ. εγγραφής [ ]. Μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω, παρέδωσε το εν λόγω όχημα στον ΜΚ11, στα γραφεία του στην Έγκωμη. Η ΜΚ5, στο έντυπο της αίτησης εγγραφής του MAZDA, δεν έβαλε οποιαδήποτε υπογραφή. Όσον δε αφορά τη μεταβίβαση του Mercedes, δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό, αφού δεν ήταν αυτή που ανέλαβε την καταχώρηση της αίτησης μεταβίβασης στο αρμόδιο τμήμα. Τα όσα τέθηκαν από την υπεράσπιση, στα πλαίσια της αντεξέτασης της, ήταν και πάλι, διευκρινιστικού πάρα αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ζητήθηκε από τη μάρτυρα να αναφερθεί, στη διαδικασία, που ακολουθείται έτσι ώστε να εγγραφεί ένα όχημα στη Δημοκρατία, καθώς επίσης και τα έγγραφα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, αντιπαραβάλλοντας τα με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, εν προκειμένω, στην παρούσα διαδικασία, εν σχέσει με το MAZDA. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι τις πληροφορίες που χρειαζόταν για να συμπληρωθεί η εν λόγω αίτηση εγγραφής [Έντυπο ΤΟΜ6], τις έλαβε από τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 20 μέχρι και 27 [Καλυπτική σημείωση Παγκυπριακής Ασφαλιστικής στο όνομα του Παραπονούμενου και από το Έντυπο Τελ. 72 Α(C72)]. Επίσης, δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο για την συμπλήρωση της εν λόγω αίτησης, αλλά ούτε με τον αγοραστή (Παραπονούμενο) αυτού. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο Παραπονούμενος, είναι δικηγόρος και ακαδημαϊκός. Ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ανέφερε ότι, στις 08.02.2019, όταν του δόθηκε, από τον κατηγορούμενο, το Πιστοποιητικό Εγγραφής του MAZDA, το μόνο που πρόσεξε ήταν το έτος κατασκευής του, χωρίς, στην ουσία να δώσει σημασία, στα λοιπά στοιχεία. Ο Παραπονούμενος, αφού αποφάσισε ότι το MAXDA ήταν της αρεσκείας του, η ΜΚ9, έδωσε στον κατηγορούμενο, στην παρουσία του Παραπονούμενου, ακόμα €6.000, χωρίς να λάβει απόδειξη. Τότε, ο Παραπονούμενος πήρε τα κλειδιά του MAXDA, μαζί με το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος, και έδωσε στον κατηγορούμενο τα κλειδιά του Mercedes. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος του έδωσε, μαζί με τα κλειδιά του MAΖDA, και μίαν αίτηση μεταβίβασης, για την οποία του είπε, αφού την υπογράψει, να την πάρει, την επόμενη ημέρα, σε πιστοποιών υπάλληλο, για να πιστοποιήσει την υπογραφή του και έπειτα να του την δώσει, με σκοπό να προβεί στη μεταβίβαση του Mercedes. Ήταν περαιτέρω, ισχυρισμός του Παραπονούμενου, ότι οι γονείς του, ΜΚ8 και ΜΚ9, συμφώνησαν με τον κατηγορούμενο ότι, ο Παραπονούμενος, θα έδινε το Mercedes στον κατηγορούμενο μαζί με το υπόλοιπό ποσό, για την αγορά του MAZDA, μόνον και εφόσον, το τελευταίο, θα ήταν της αρεσκείας του. Ως προς δε τον λόγο, που η μητέρα του [ΜΚ9], υπόγραψέ το Δελτίο Παραγγελίας, για την αγορά του MAZDA [βλ. Τεκμήριο 28], ο Παραπονούμενος, ισχυρίστηκε, ότι η τελευταία, ως του ανέφερε, είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο ότι δεν μπορεί να το υπογράψει, αφού το Mercedes ήταν ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου και δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία εκ μέρους του, με τον κατηγορούμενο να της αναφέρει ότι είναι «τυπικό» το ζήτημα, και ότι ήταν, ουσιαστικά, αναγκαία η υπογραφή της, έτσι ώστε να μπορεί να προχωρήσει με την παραγγελία MAZDA. Περαιτέρω, εν σχέσει με το εν λόγω Δελτίο Παραγγελίας, ο Παραπονούμενος, στην γραπτή του κατάθεση, αναφέρει « Ενώ το έντυπο έχει το όνομα μου πάνω, η μητέρα μου, μου είπε ότι δεν θυμάται να ήταν γραμμένο εκείνη την μέρα.». Επίσης, ο παραπονούμενος, ισχυρίστηκε, ότι ο κατηγορούμενος, όταν τον επισκέφθηκαν, μαζί με την ΜΚ9, στην μάντρα αυτοκινήτων του, με σκοπό να του υποδείξουν το email ημερομηνίας 07.03.2019, ως προς την ορθή ημερομηνία κατασκευής του MAZDA, τους ανέφερε, όπως του δώσουν λίγο χρόνο για να μιλήσει με τον ΜΚ10, επειδή το MAZDA, ήταν ήδη εγγεγραμμένο στο όνομα του παραπονούμενου. Τούτο, επειδή του φάνηκε ύποπτο, τηλεφώνησε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών [στο εξής το «ΤΟΜ»] με σκοπό να ενημερωθεί κατά πόσον ήταν δυνατόν να μεταβιβαστεί ένα όχημα στο όνομα του, χωρίς τη δική του υπογραφή. Αφού έλαβε αρνητική απάντηση, από το εν λόγω Τμήμα, και επειδή το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος MAZDA ήταν γραμμένο στο όνομα του, κατάλαβε ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε, αφού ο ίδιος ουδέποτε υπόγραψε τη σχετική, επί τούτου, αίτηση. Ως προς το πώς, ο Παραπονούμενος κατέληξε να θέτει εν αμφιβόλω τη χρονιά κατασκευής του MAXDA, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος, πριν φύγει, το επίδικο βράδυ, του έδωσε και μια καρτέλα για το σέρβις που έγινε στο εν λόγω όχημα, ημερομηνίας 07.02.2019, αλλά, στο αυτοκίνητο, ο παραπονούμενος, βρήκε ακόμα μια καρτέλα, από άλλο γκαράζ, με ημερομηνία 06.02.2019, τότε άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξανακοίταξε το πιστοποιητικό εγγραφής του MAZDA και είδε ότι η ημερομηνία κατασκευής ήταν 02.01.2015 ενώ η ημερομηνία, πρώτης εγγραφής, η 01.01.
  11. Τότε, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ζητώντας πίσω το Mercedes και τα χρήματα τους και θα του επέστρεφε το MAZDA, αφού, ως ισχυρίστηκε, πίστευε ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε. Επίσης, ανέφερε στον κατηγορούμενο, ότι δεν θα του υπόγραφε την αίτηση μεταβίβασης, με τον τελευταίο να του αναφέρει ότι δεν θέλει προβλήματα και θα έκανε ότι του είπε. Επίσης, ο Παραπονούμενος, ανέφερε ότι στις 09.03.0219, ο ΜΚ10, τηλεφώνησε στην ΜΚ9, ο οποίος της ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ήταν δικό του και παρόλο που ο κατηγορούμενος τους είπε ότι θα γινόταν η επιστροφή, δεν θα έπραττε τούτο. Εν σχέσει με την ημερομηνία κατασκευής του MAZDA και την ημερομηνία πρώτης εγγραφή του επίδικου οχήματος, της ανέφερε, ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε λάθος. Έπειτα, ο Παραπονούμενος, ισχυρίστηκε ότι κάλεσαν, εκ νέου, τον κατηγορούμενο, και κατόπιν συζήτησης, ο τελευταίος του είπε ότι δεν έχουν αποδείξεις για τα όσα ανέφεραν και δη ότι το MAZDA δεν είναι του έτους 2015, και ότι αν τις βρουν τις σχετικές αποδείξεις, θα τους τα δώσει όλα πίσω. Κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος ερωτήθηκε κατά πόσον την πρώτη φορά που είδε το MAΖDA και είδε ότι τούτο, είχε αρ. εγγραφής, εάν γνώριζε ότι ήταν ήδη εγγεγραμμένο στο όνομα του, με τον παραπονούμενο να απαντά « Όχι, Πιστέψετε μου, αν γνώριζα ότι ήταν γραμμένο στο όνομα μου δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω οποιουδήποτε είδους δοσοληψία με τον κατηγορούμενο. Αυτό σας το υπόσχομαι. [.] Α. Την ημέρα που μου το έφερε στις 8.02, ήταν έκπληξη από τους γονείς μου, οπόταν δεν γνωρίζω για οτιδήποτε υπήρχε. Να ξεκαθαρίσω ότι παρόλο που ήταν δώρο από τους γονείς, έπρεπε να συγκατατεθώ γιατί ήταν δικό μου. Οπότε δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν χωρίς εμένα, οπόταν η συμφωνία είναι ότι θα το έπαιρνα και αν με ικανοποιούσε τότε θα γινόταν οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους.». Επίσης, ο παραπονούμενος, ερωτήθηκε κατά πόσον, την επίδικη ημέρα παράδοσης - παραλαβής των ενεχόμενων οχημάτων, είδε το δελτίο παραγγελίας του MAZDA, αναφέροντας «Αυτό δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω.». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, ως του ανέφερε η ΜΚ9, η τελευταία είχε ξεκαθαρίσει στον κατηγορούμενο ότι το Mercedes δεν είναι δικό της, δεν μπορεί η ίδια να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία και η συμφωνία θα γινόταν εφόσον θα έβλεπε ο Παραπονούμενος, το MAZDA και θα συμφωνούσε στην αγορά του. Όταν του υπεβλήθη ότι οι γονείς του συμφώνησαν να πωλήσουν το Mercedes για το ποσό των €5.000, ο Παραπονούμενος απάντησε «Ακόμα και έτσι να ήταν έντιμε συνάδελφε, από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν των γονιών μου, πώς μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε σύμβαση; Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν στους γονείς μου, γιατί έκανε τη μεταβίβαση από το όνομα το δικό του, μεταβιβάζοντας στο όνομα μου;». Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι το Mercedes, είναι ο ίδιος που το έδωσε στον κατηγορούμενο, στην τιμή που συμφώνησαν οι γονείς του ήτοι στις €5.000, προσθέτοντας «συμφώνησα ότι θα πάρω το αυτοκίνητο, θα το οδηγήσω το Σαββατοκύριακο και αν είμαι ευχαριστημένος θα πάω να υπογράψω τη φόρμα μεταβίβασης σε πιστοποιών υπάλληλο και θα του την παραδώσω.». Όταν υπεβλήθη στον Παραπονούμενο ότι όταν έδωσε το Mercedes στον κατηγορούμενο, του το έδωσε με την προοπτική να μεταβιβαστεί στο όνομα του, ο παραπονούμενος ανέφερε « Για να μεταβιβαστεί; Αν του το έδινα με την προοπτική να μεταβιβαστεί στο όνομα του θα έπρεπε να του δώσω και φόρμα μεταβίβασης, διότι με το να δώσω ένα αυτοκίνητο συνάδελφε χωρίς να έχω υπογράψει οποιανδήποτε φόρμα μεταβίβασης, δεν δείχνει οποιανδήποτε πρόθεση και διόρθωσε με αν κάνω λάθος.». Περαιτέρω ο Παραπονούμενος, ερωτήθηκε κατά πόσο είδε τον κατηγορούμενο να πλαστογραφεί την υπογραφή του, με τον πρώτο να αναφέρει «. Όχι, οι πληροφορίες που έχω από την κατηγορούσα αρχή, ήταν ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε τα συγκεκριμένα έγγραφα μεταβίβασης γνωρίζοντας πως ήταν πλαστά, γιατί του είχα ξεκαθαρίσει πάρα πολλές φορές ότι δεν πρόκειται να υπογράψω το χαρτί μεταβίβασης. Μπορεί την υπογραφή να την έβαλε, να φώναξε κάποιον γείτονα και του είπε έλα να βάλεις μια υπογραφή. Να γνωρίζει ότι εκείνη η υπογραφή είναι πλαστή και προσποιείσαι ότι είναι κάποιου άλλου κα να παραδώσεις σε κάποιον δημόσιο λειτουργό για να γίνει μια νομική πράξη μεταβίβασης, ως δικηγόρος, γνωρίζεται ότι αυτό είναι πλαστογραφία.». Καταληκτικά, ως προς το όλο ζήτημα, ο Παραπονούμενος, ανέφερε ότι «[.] το Mercedes ήταν γραμμένο πάνω μου και κανένας, ούτε οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μου το στερήσουν ή να φύγει από το όνομά μου χωρίς τη δική μου συγκατάθεση. Τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να ήταν ακόμα αυτή θα έπρεπε να ήταν η νομική κατάσταση και αυτή ήταν η εγγύηση που είχα από το νομικό μας σύστημα». [ΜΚ7] Ο ΜΚ7, εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στην Έγκωμη. Η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίζεται στην ανεύρεση των εγγράφων που ζητούντο μέσω της επιστολής που στάλθηκε από την Αστυνομία [βλ. Τεκμήριο 60] και με την οποία, το αρμόδιο τμήμα του ΤΟΜ, ενημερωνόταν, ότι υπήρχε σχετική καταγγελία, για υπόθεση πλαστογραφίας, εν σχέσει με την μεταβίβαση των επίδικων οχημάτων [Μazda και Mercedes]. Όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τα δύο επίδικα οχήματα, αφού ανευρεθήκαν από τον ίδιο τον μάρτυρα, παραδόθηκαν στον ΜΚ
  12. Επίσης, κατόπιν, οδηγιών (παρατήρηση με αρ. εντύπου 135176 - ημερ. 08.03.2019), του ΜΚ12, Λειτουργού του Τμήματος, ο ΜΚ7, ανέφερε ότι έγινε διόρθωση στην ημερομηνία κατασκευής του MAZDA, από 02.01.2015 σε 21.11.2014 και, ουσιαστικά, εκδόθηκε νέο Πιστοποιητικό Τίτλου Ιδιοκτησίας [Βλ. Τεκμήριο 15] για το εν λόγω όχημα, με διορθωμένη την ημερομηνία κατασκευής του. Τα όσα τέθηκαν από την υπεράσπιση στον μάρτυρα και πάλι ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συνοπτικά, ο ΜΚ7, ερωτήθηκε, εάν για την συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής οχήματος [Έντυπο ΤΟΜ 6], είναι απαραίτητο κάποιος να κατέχει το έγγραφο C72, το οποίο δίνεται από το τελωνείο και το οποίο περιλαμβάνει πληροφορίες [στοιχεία εκτελωνισμού, ημερομηνία εισαγωγής κτλ], ουσιαστικά, απαραίτητες για την συμπλήρωση του εν λόγω εντύπου, με τον ΜΚ7 να συμφωνεί με την υπεράσπιση. [ΜΚ8] Ο ΜΚ8, είναι ο πατέρας του Παραπονούμενου. Εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ανέφερε ότι στις 04.02.2019, συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να προβεί στην αγορά του MAZDA, για το ποσό των €17.
  13. Ο Κατηγορούμενος τους έδωσε το δελτίο παραγγελίας, μαζί με την απόδειξη πληρωμής των €6.
  14. Έπειτα διευθέτησε την έκδοση ασφαλιστηρίου, το οποίο απέστειλε στον κατηγορούμενο, επιβεβαιώνοντας τη λήψη του. Εν σχέσει με τα όσα εκτυλίχθηκαν στις 08.02.2019, παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την γραπτή κατάθεση του ΜΚ8 « Εγώ λόγω φόρτου εργασίας πήρα τηλέφωνο τον γιό μου τον Ανδρέα αφού το αυτοκίνητο ήθελα να του το κάνω δώρο και ήρθε και το παρέλαβε. Εκεί ο γιος μου ο Ανδρέας ήρθε με το Mercedes το [ ], παρέλαβε το MAZDA που του αγόρασα και του έδωσε το Mercedes όπως συμφωνήσαμε για το ποσό των €
  15. Δεν υπογράψαμε κάποια απόδειξη αφού αποτελούσε μέρος της συμφωνίας που έκανα με τον Χρίστο. Ο Χρίστος για το αυτοκίνητο το Mercedes έδωσε έντυπο μεταβίβασης για να το πάρει ο γιος μου σε πιστοποιών υπάλληλο για να πιστοποιήσει την υπογραφή του. Την επόμενη ημέρα αφού το ήλεγξε ο γιος μου το αυτοκίνητο και εντόπισε κάποια σημεία όπως το computer το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην κατασκευή του 2015, τηλεφώνησε στον κύριο Χρίστο και του ανέφερε ότι δεν θα υπογράψει οποιαδήποτε μεταβίβαση του Mercedes καθότι υπάρχουν βάσιμα στοιχεία τα οποία θέλει να ελέγξει γιατί δεν ανταποκρίνεται το εν λόγω αυτοκίνητο στην κατασκευή του
  16. Επίσης του ανέφερε ότι δεν θα υπογράψει την μεταβίβαση που αφορούσε το Mercedes. Εγώ να σου αναφέρω ότι δεν υπέγραψα οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης για το όχημα Mercedes ούτε για το MAZDA. Τα πιο πάνω σου τα ανέφερε όπως ήρθαν στην αντίληψη μου [.]» Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας, διευκρίνισε ότι την ημέρα που πήγε μαζί με την ΜΚ9, για να δουν το Mazda, στην μάντρα αυτοκινήτων του κατηγορούμενου, ο Παραπονούμενος, δεν το γνώριζε, αφού ήθελαν να του το κάνουν δώρο. Ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει με τον παραπονούμενο ότι εάν του έβρισκαν το αυτοκίνητο της αρεσκείας του, θα έδινε το MERCEDES στην τιμή των €5.000 και την διαφορά στο ποσό, για την αγορά του νέου αυτοκινήτου, θα την πλήρωνε ο ΜΚ
  17. Επί του προκειμένου, ανέφερε «[.] Απλώς μας εξουσιοδότησε αν έβρουμε αυτοκίνητο, να το υπογράψουμε ότι θα δοθεί και το Mercedes μέσα». Ισχυρίστηκε ότι τούτος ήταν και ο λόγος που την επίδικη ημερομηνία προχώρησε σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο, ο οποίος έκδωσε το σχετικό δελτίο παραγγελίας [βλ. τεκμήριο 28]. Συμφώνησε ότι η παραγγελία έγινε στο όνομα του Παραπονούμενου και το δελτίο παραγγελίας το υπέγραψε η ΜΚ
  18. Διαφώνησε με την υπεράσπιση ότι την επίδικη ημέρα έδωσαν στον κατηγορούμενο €1000, αφού, ως ανέφερε «Όχι, όχι. Του έδωσα €6.000 και υπογράψαμε ότι θα του δίδαμε το υπόλοιπο όταν θα μας δώσει το αυτοκίνητο.». Συμφώνησε ότι πρώτη φορά που είδε το επίδικο όχημα ήταν την ημέρα της υπογραφής του δελτίου παραγγελίας, με τον συνήγορο υπεράσπισης να αμφισβητεί, ως μη λογικό, να πηγαίνει κάποιος για πρώτη φορά, να δει ένα αυτοκίνητο, χωρίς να ξέρει αν θα του αρέσει, και να παίρνει μαζί του, ως προκαταβολή το ποσό των €6.000, με τον ΜΚ8 να αναφέρει «Όταν πάω να αγοράσω αυτοκίνητο πήρα λεφτά μαζί μου εις περίπτωση που θα συμφωνούσαμε να το κλείσω. Δεν πήγα για να το δω, γιατί είχα και την εμπιστοσύνη του κυρίου Χρίστου ότι αυτά που μου έλεγε ήταν σωστά.». Στη δε υποβολή της υπεράσπισης, ότι, την επίδικη ημέρα, έδωσε, στον Κατηγορούμενο, το ποσό των €1.000, το Πιστοποιητικό Εγγραφής του Mercedes και την αίτηση μεταβίβασης του τελευταίου, ο ΜΚ8 απάντησε « Όχι, είναι αυτό το οποίο σας ανέφερα. €6.000 συν συμφωνία ότι θα του παρέδιδα το Mercedes όταν θα μας έφερνε το αυτοκίνητο μεταβιβασμένο». Όσον αφορά εάν στις 08.02.2019, το MAZDA CX-5 ήταν ήδη εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Παραπονούμενου, ο ΜΚ8 ανέφερε τα εξής: « A. Νομίζω, δεν είδα τίποτε εκείνη την ημέρα. Ασχολήθηκε από εκεί και πέρα ο γιος μου να τα δει. E. Δεν γνωρίζετε αν έδωσε τίτλο ιδιοκτησίας μαζί με το αυτοκίνητο; A. Για να το παραλάβει ο γιος μου οπωσδήποτε, χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας δεν θα έπαιρνε. Ε. Στον γιο σας αναφέρατε τη συμφωνία που κάμετε με τον κατηγορούμενο, ότι θα του παρέδιδε το Mercedes; Α. [.], εγώ τηλεφώνησα στον γιο μου και του ανέφερα τη συμφωνία ότι θα παραδώσει το Mercedes και θα πληρώσω και τη διαφορά σε μετρητά και θα του τηλεφωνήσω μόλις ερχόταν το αυτοκίνητο.» Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρών στην όποια συζήτηση είχε ο Παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο στις 08.02.2019, αναφέροντας « Όχι, εγώ ήμουν πίσω στο ψητοπωλείο. Ήμουν στα κάρβουνα, γιατί είχε τόση πολλή εργασία και ήμουν εγώ και η σύζυγος.». Τότε, ο ΜΚ8, ρωτήθηκε, αφού δεν ήταν παρών, κατά την παράδοση - παραλαβή των επίδικων οχημάτων, πώς γνώριζε για το τι διαμείφθηκε εν σχέσει με την αίτηση μεταβίβασης του Mercedes, μεταξύ Παραπονούμενου και κατηγορούμενου, με τον ΜΚ8 να αναφέρει «Μου ανέφερε ο γιος μου όταν ήρθε να του δώσω και τα υπόλοιπα λεφτά, μου ανέφερε αυτό το πράγμα. Να του παραδώσω το αυτοκίνητο, πατέρα δώσ' μου τα μετρητά και θα μου δώσει αυτό να του υπογράψω τη μεταβίβαση, να πάω σε πιστοποιών υπάλληλο να του υπογράψω τη μεταβίβαση, αυτό μου ανέφερε, τίποτε άλλο. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τίποτε.[.] Ε. Μας λέτε στην κατάθεση σας ότι ο γιος σας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του είπε ότι δεν θα υπογράψει τη μεταβίβαση του Mercedes. Σου το ανέφερε μετά; A. Έτσι μου είπε.». Ως προς το θέμα της υπογραφής της αίτησης μεταβίβασης [Έντυπο ΤΟΜ9Β] του Mercedes, υπεβλήθη στον ΜΚ8, ότι στις 04.02.2019, όταν έγινε η παραγγελία του MAZDA, εκ μέρους του Παραπονούμενου, υπόγραψε και την εν λόγω αίτηση μεταβίβαση του, με τον ΜΚ8, να αναφέρει « Α. Εγώ δεν υπόγραψα κανένα τέτοιο έντυπο, ούτε είδα κανέναν πιστοποιών υπάλληλο εκείνη την ημέρα, καθόλου, πώς θα γίνετουν να υπογράψω μεταβίβαση όταν δεν ήξερα ότι θα γινόταν ή μήπως ήταν σίγουρος ο κύριος Χρίστος ότι θα το αγοράσω και έφερε και πιστοποιών υπάλληλο τζιαμέ; Ε. Αυτά έγιναν αφού συμφωνήσετε. Α. Σας αναφέρω ότι δεν υπόγραψα τίποτε, ούτε είδα κανέναν πιστοποιών υπάλληλο για να μου κινήσει κάποια περιέργεια.» [ΜΚ9] Η ΜΚ9, είναι η μητέρα του Παραπονούμενου. Υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης [Βλ. Τεκμήριο 11] που της λήφθηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, από την οποία προκύπτει, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι στις 04.02.2019, αφού συμφώνησαν για την αγορά του εν λόγω οχήματος, ο κατηγορούμενος της έδωσε το δελτίο παραγγελίας με αρ. 00759, το οποίο ήταν στο όνομα του Παραπονούμενου, και της ζήτησε να το υπογράψει, λέγοντας της ότι είναι «τυπικό». Συμφώνησαν ότι το ποσό αγοράς του MAZDA συμφωνήθηκε στις €17.000 και θα έπαιρνε, για το ποσό των €5.000, το Mercedes, ιδιοκτησίας του παραπονούμενου. Ισχυρίστηκε ότι έδωσε προκαταβολή το ποσό των €6.000 και έλαβε την απόδειξη με αρ. 00888, έχοντας ως υπόλοιπο το ποσό των €11.000, το οποίο θα εξοφλούσαν με την παραλαβή του MAZDA. Στις 08.02.2019, αφού ο Παραπονούμενος πήρε το αυτοκίνητο που συμφώνησαν, του έδωσε άλλες €6.000, χωρίς να πάρει απόδειξη από τον κατηγορούμενο. Αφού πήγε στο σπίτι της, πήρε και είδε τον τίτλο ιδιοκτησίας του MAZDA, και πρόσεξε ότι η ημερομηνία εγγραφής του οχήματος ήταν προγενέστερη από την ημερομηνία κατασκευής του. Αυτό της δημιούργησε υποψίες, το ανέφερε στον Παραπονούμενο και, ο τελευταίος της ανέφερε ότι θα μιλούσε με τον κατηγορούμενο. Μετά από λίγες μέρες, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο, αφού προηγήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία του Παραπονούμενου, με τον τελευταίο. Ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι αν το αυτοκίνητο αποδειχθεί ότι δεν είναι μοντέλο του 2015, θα έπαιρνε πίσω το MAZDA και θα τους έδινε τα χρήματα τους. Στις 08.02.2019[3], την πήρε τηλέφωνο κάποιος Νικόλας, και της είπε ότι το MAZDA, ήταν δικό του και παρόλο που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο την ενδεχόμενη επιστροφή του, αυτός της ανέφερε ότι δεν τον ενδιέφερε. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι αυτή είναι η τακτική που ακολουθείται γενικά για τις εγγραφές οχημάτων. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπόγραψε οποιαδήποτε αίτηση εγγραφής ή μεταβίβασης οχήματος. Τέλος, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, ανέφερε ότι, όταν ο κατηγορούμενος τους πήρε το MAZDA, στις 08.02.2019, έδωσε στον Παραπονούμενο, τη αίτηση μεταβίβασης για το Mercedes και του ζήτησε να την υπογράψει και να την πάρει να του την πιστοποιήσει σε πιστοποιών υπάλληλο. Της την έδειξε ο παραπονούμενος και του είπε « [.] εν εντάξει, είναι κάτι που πρέπει να γίνει.». Περαιτέρω, αναφερόμενη στο επίδικο βράδυ, ανέφερε «[.]. Τίποτα δεν υπόγραψα, ούτε έλαβα τζιαι μέρος στην όλη αυτή διαδικασία, είχα πάρα πολλή δουλειά Παρασκευή νύχτα, γίνετουν χαμός». Κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι είναι με τη σύμφωνη γνώμη και γνώση του Παραπονούμενου, που συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία το Mercedes, για το ποσό των €5.000, αφού, ως ανέφερε « [.] δεν θα μπορούσαμε να συντηρούμε δύο αυτοκίνητα, ούτε είχαμε τόσα λεφτά για ακόμα επιπλέον ένα αυτοκίνητο». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση του Mercedeς, θα εκπληρωνόταν με την παραλαβή του MAZDA. Στην υποβολή της θέσης υπεράσπισης ότι στις 04.02.2019, έδωσε το Πιστοποιητικό Εγγραφής του Mercedes, μαζί με την αίτηση μεταβίβασης και €1.000 μετρητά, αρνήθηκε, με την έξης στιχομυθία, να ακολουθεί μεταξύ συνηγόρου υπεράσπισης και μάρτυρος: « Α. Όχι, όχι, €6.000 του έδωσα μετρητά, όπως του έδωσα, τζαι που κάτω έγραφε €5.000 να πιάσει το Mercedes μέσα, δεν του δώσαμε ούτε το κοτσιάνι, ούτε μεταβίβαση τη συγκεκριμένη μέρα και συγνώμη, έχει κάποιον που θα δώσει απόδειξη για €6.000 που τη στιγμή που έπιασε €1.
  19. Και ούτε το μεταβιβάσαμε το Mercedes. Ε. Συμπεριλήφθηκε η αξία του αυτοκινήτου. Α. Χωρίς να του μεταβιβάσουμε; Για όνομα του Θεού. Ε. Θα το μεταβιβάσει μετά, γι' αυτό δόθηκε το κοτσιάνι και υπογράψατε μεταβίβαση. Α. Ε τότε δεν έπρεπε να γράφει, εγώ έδωσα του €6.000, μέτρα τα, έγραψε με πάνω ότι θα πιάσω το Μercedes για €5.000 εντάξει; Και δεν του έδωσα τίποτε, η συμφωνία ήταν που θα έρθει να φέρει το αυτοκίνητο να πιάσει τη διαφορά, το κοτσιάνι μαζί με τη μεταβίβαση, γι' αυτό έφερε τη μεταβίβαση ο κύριος Χρίστος την ημέρα που ήρθε να φέρει το αυτοκίνητο, το MAZDA. Ε. Αυτό που λέτε κυρία μάρτυς, να σας παρέδιδε το αυτοκίνητο της αξίας των €17.000, χωρίς να έχει στην κατοχή του το κοτσιάνι και τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου, που ήταν μέρος του τιμήματος πώλησης, θα άφηνε εκτεθειμένο τον κατηγορούμενο. Α. Κοιτάξετε, αυτή ήταν η συμφωνία μας. Αν μου ζητούσε εκ των προτέρων να του το κάμω, ήταν να μιλήσω με τον γιο μου και να το καμουμεντε, αλλά δεν μου ζήτησε, είπε μου τις €6.000, τζαι τότε γιατί όταν ήρθε στο κατάστημα έφερε τη μεταβίβαση του γιου μου να την υπογράψει; Ε. Δεν του έφερε τη μεταβίβαση την ημέρα που ήρθε στο κατάστημα. Α. Εν τζαι είσαστε παρών να δείτε. [.] Ε. Ο λόγος που σας έδωσε μεταβιβασμένο το MAZDA CX-5, ήταν διότι εκείνη την ημέρα πληρώσετε το υπόλοιπο τίμημα που ήταν €11.000, γι' αυτό σας παρέδωσε το αυτοκίνητο. Α. €11.000, άρα €6.000 τζιαι €5.000 το αυτοκίνητο, €11.000 Ε. Ναι εκείνη την ημέρα που σας παρέδωσε το CX-5, του δώσατε €11.000 Α. Δεν του έδωσα €11.000, έδωσα του €6.000 και ήταν να του δώσω, πώς έδωκα του €11.000, €6.000 τα μετρητά και ήταν να του δώσουμεντε και €5.000 τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου του Mercedes. Έτσι έκαμε την πράξη. Ε. Τη μεταβίβαση για το Mercedes την έχει υπογράψει εκ μέρους του γιου σας ο σύζυγος σας. Α. Πότε. Ε. την ημέρα που παραγγείλατε το όχημα το CX-
  20. Α. Όχι, όχι. Ο άνδρας μου δεν υπόγραψε τίποτε και γιατί να υπογράψει ο άνδρας μου και να μην την πάρω τη φόρμα του γιου μου να την υπογράψει; Ο γιος μου ήταν στην Κύπρο, γνωρίζουμε πολύ καλά τι είναι παράνομο και τι είναι νόμιμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να υπογράψει ο άνδρας μου για τον γιο μου.». [ΜΚ10] Ο ΜΚ10, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος, ασχολείται με εισαγωγές αυτοκινήτων και συνεργάζεται με τον ΜΚ11, ο οποίος είναι εκτελωνιστής. Ήταν ο εισαγωγέας του MAZDA, το οποίο είχε σταθμευμένο στο «BONDED» του ΜΚ
  21. Ως προς την εγγραφή του MAZDA, παρέλαβε την αίτηση Εγγραφής [Έντυπο ΤΟΜ6], από το γραφείο του ΜΚ11, συμπληρωμένη και το μόνο που έπραξε ήταν να υπογράψει, ως Πωλητής, στο εν λόγω σημείο, τοποθετώντας και τη σφραγίδα της εταιρείας ΤILOS MOTORS LTD. Έπειτα παρέδωσε την εν λόγω αίτηση, στον ΜΚ11, ο οποίος, θα αναλάμβανε, μέσω της ΜΚ5, να ολοκληρώσει τη διαδικασία εγγραφής του MAZDA, στο όνομα του Παραπονούμενου. Εν σχέσει με την αμφισβητούμενη υπογραφή στο εν λόγω έντυπο ΤΟΜ6, ουδέποτε υπέγραψε στη θέση του αγοραστή. Όσον αφορά την αίτηση μεταβίβασης του Mercedes [Έντυπο ΤΟΜ9Β], η εμπλοκή του περιοριζόταν μόνο στο γεγονός ότι πήγε μαζί με τον ΜΚ11, στη μάντρα αυτοκινήτων του Κατηγορούμενου και την παρέλαβαν από τον κατηγορούμενο, χωρίς ωστόσο να θέσει επ' αυτής οποιαδήποτε υπογραφή. Δεν είχε συναντήσει ούτε τον παραπονούμενο αλλά ούτε τον ΜΚ
  22. Η αντεξέταση του ΜΚ10 αφορούσε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα, παρά αντιπαραθετικού. Ειδικότερα, ο ΜΚ10, ρωτήθηκε, εν σχέσει ποια έγγραφα συνόδευαν το επίδικο MAZDA κατά την εισαγωγή του από την Ιαπωνία, με τον τελευταίο να αναφέρει ότι τούτο «έρχεται με το κοτσιάνι και ένα τιμολόγιο». Διευκρίνισε ότι αγόρασε το εν λόγω όχημα απευθείας από την Ιαπωνία, αναγνώρισε το Τεκμήριο 25, ως τον τίτλο ιδιοκτησίας τον οποίο έλαβε με την αγορά του εν λόγω οχήματος και ανέφερε ότι ως ημερομηνία κατασκευής του, ήταν ο Ιανουάριος του 2015, αναφέροντας ότι περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζει ο ΜΚ11, ο οποίος είναι ο εκτελωνιστής του. [ΜΚ11] Ο ΜΚ
  23. πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω, στα παραδεκτά γεγονότα, εν σχέσει με την εμπλοκή του στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε, ότι, αφού παρήλθε, περισσότερο του ενός μηνός, από τη πώληση του MAZDA, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ζήτησε να του δώσει τα χρήματα που συμφώνησαν εν σχέσει με την πώληση του εν λόγω οχήματος, Ο κατηγορούμενος, λόγω οικονομικών δυσκολιών, συμφώνησε με τον ΜΚ11, να μεταβιβαστεί στην εταιρεία του τελευταίου, το Mercedes. Ως ανέφερε ο μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος, δέχθηκε και φρόντισε, την ίδια ημέρα, που μίλησαν τηλεφωνικώς, να περάσει ο ΜΚ11, από το γραφείο του, στον Στρόβολο, και να παραλάβει το Mercedes, μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας του προηγούμενου ιδιοκτήτη, καθώς επίσης και την αίτηση μεταβίβασης του [Έντυπο ΤΟΜ 9Β]. Ο ΜΚ11, ανέφερε, ότι όταν παρέλαβε την αίτηση μεταβίβασης του Mercedes, από τον Κατηγορούμενο, τούτη ήταν υπογραμμένη και πιστοποιημένη. Το μόνο που απουσίαζε από αυτήν, ήταν η υπογραφή του αγοραστή, την οποία αφού έθεσε, μετέβη, αυθημερόν, στο Κέντρο Εξυπηρέτησης του Πολίτη [ΚΕΠ], στην Προδρόμου και το μεταβίβασε στην εταιρεία του. Όσον αφορά τα όσα έγιναν με σκοπό την εγγραφή του MAZDA στο όνομα του Παραπονούμενου, ο ΜΚ11, ανέφερε ότι αφού έλαβε στο φαξ της εταιρείας του, το ασφαλιστικό σημείωμα, το έδωσε στην ΜΚ5, μαζί με την αίτηση εγγραφής [Έντυπο ΤΟΜ6]. συμπληρωμένη και υπογραμμένη. Έπειτα, ολοκληρώθηκε η διαδικασία εγγραφής του MAZDA στο όνομα του Παραπονούμενου, το έδωσε στον κατηγορούμενο για να το παραδώσει στον πρώτο. Η σφραγίδα της TILOS MOTORS, που φαίνεται στο Έντυπο ΤΟΜ6, στη θέση του πωλητή, εξήγησε ότι ανήκει στον ΜΚ10, με τον οποίο είναι συνεργάτες και του εκτελωνίζει τα αυτοκίνητα που εισάγει. Το επίδικο MAZDA , εισήχθη στο όνομα της TILOS MOTORS, που ανήκει στον ΜΚ10 και το αυτοκίνητο βρισκόταν στην αποθήκη της εταιρείας του ΜΚ11, όπου παραμένουν εκεί όλα τα αυτοκίνητα μέχρι τούτα να εγγραφούν. Τέλος ανέφερε, ότι πέραν της δικής του υπογραφής, στο σημείο ΑΓΟΡΑΣΤΗ, στο Τεκμήριο 14 [Έντυπο ΤΟΜ9Β], δεν έχει συμπληρώσει ή υπογράψει σε οποιοδήποτε άλλο σημείο. Τον δε Παραπονούμενο δεν το γνωρίζει. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε διευκρινιστικά τι έγγραφα παρέδωσε στην ΜΚ5, για την εγγραφή του MAZDA, και προς τούτο, ανέφερε ότι της παρέδωσε « το κοτσιάνι το γιαπωνέζικο, το declaration, μετάφραση στα αγγλικά, τη φόρμα εγγραφής και την ασφάλεια που του έστειλε ο πελάτης του κατηγορούμενο στο φαξ, το C72, το SVA, το MOT». Το C72, το SVA, το MOT, ανέφερε ότι προέβη ο ίδιος για την έκδοση τους και το κοτσάνι του δόθηκε από τον ΜΚ
  24. Όσον αφορά την ημερομηνία κατασκευής του εν λόγω οχήματος, ανέφερε ότι «[.] δεν γνωρίζουμε και δεν γνωρίζει κανένας πότε κατασκευάστηκε οποιοδήποτε αυτοκίνητο, πάντα όλα λειτουργούν με την πρώτη ημερομηνία εγγραφής τζαι πάνω στο αυτοκίνητο γράφεται ποια είναι η ημερομηνία εγγραφής τζαι όχι η ημερομηνίας κατασκευής πάνω στα νούμερα, δηλαδή εγώ δεν γνωρίζω αν ένα αυτοκίνητο γράφτηκε ας πούμε το 2015 τζιαι ήρτε Κύπρο ξέρω εγώ το 2015 τζαι η πρώτη ημερομηνία εγγραφής του είναι πρώτον του 2015, εγώ τούτο δεν το γνωρίζω». Για το πώς ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι MAZDA ήταν του έτους 2015, ανέφερε «Συγκεκριμένα μου είπε έχεις κανένα αυτοκίνητο CX5 του 2015; Και λέω του ναι, έχει.». Περαιτέρω ανέφερε ότι μετά από πάροδο 1-2 ημερών επέστρεψε το αυτοκίνητο για να μπορέσουν να προχωρήσουν με το ΜΟΤ, SVA, για να μπορεί να εγγραφεί. Σε υποβολή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε την αίτηση εγγραφής[ ΤΟΜ 9Β], αλλά ότι ανέλαβε ο ίδιος την εγγραφή του οχήματος ο ΜΚ11, ανέφερε, « Απ΄ ότι θυμάμαι η φόρμα εγγραφής δόθηκε από τον Χρίστο, γιατί έπρεπε να μπουν πάνω κάποια στοιχεία του πελάτη, γιατί οι ασφάλειες δεν γράφουν ούλλα τα στοιχεία. Ε. Τι στοιχεία εννοείται; Α. Το όνομα, επίθετο του αγοραστή, διευθύνσεις, τηλέφωνα. Ε. Τεχνικά χαρακτηριστικά του οχήματος, τα οποία απαιτεί η φόρμα εγγραφής ποιος τα έχεις συμπληρώσει; Α. Η κοπέλα που ανέλαβε να γράψει το αυτοκίνητο.» [ΜΚ12] Ο ΜΚ12, είναι λειτουργός, από την 01.12.2006, στο ΤΟΜ και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα για τις Εγγραφές Οχημάτων. Ανέφερε, ότι για το επίδικο MAZDA, υπάρχουν δύο πιστοποιητικά εγγραφής με δύο διαφορετικές ημερομηνίες κατασκευής, και τούτο, αφού, μετά από «παρατήρηση» που καταχωρήθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας, διορθώθηκε η ημερομηνία κατασκευής του εν λόγω οχήματος. Επιπρόσθετα, διευκρίνισε ότι, η ορθή ημερομηνίας κατασκευής είναι η 21.11.2014 και το έγκυρο πιστοποιητικό εγγραφής είναι το πιστοποιητικό εγγραφής με αριθμό 3427425, με ημερομηνία έκδοσης την 12.03.2019 [βλ. Τεκμήριο 15]. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται για την εγγραφή ενός οχήματος και τα εν γένει έγγραφα τα οποία χρειάζονται για να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που τηρείται από το εν λόγω τμήμα, εν σχέσει με την εγγραφή των οχημάτων. Διευκρίνισε ότι, η ημερομηνία κατασκευής ενός οχήματος, δεν παρέχεται, στην ουσία, ως πληροφορία, από το πιστοποιητικό που στέλνεται από τη χώρα εισαγωγής του. Η ημερομηνία κατασκευής, καταχωρείται από τον τεχνικό που θα διενεργήσει τον έλεγχο για την έκδοση της μεμονωμένης έγκρισης τύπου και δηλώνεται, στην ουσία, η πρώτη του Γενάρη, του χρόνου που το όχημα έχει εγγραφεί για πρώτη φορά. Παλαιότερα, ενόψει του ότι η πρώτη ημέρα κάθε νέου έτους, πιθανόν να είναι αργία, βάζουν, την δεύτερη ημέρα του Γενάρη του έτους που το όχημα εγγράφηκε για πρώτη φορά. Στις περιπτώσεις που εντοπίζεται μετά η ακριβής ημερομηνία κατασκευής του οχήματος, γίνεται διόρθωση στο σύστημα του Τμήματος, για να έχουν την ακριβή ημερομηνία. Για να προβεί σε διόρθωση μιας τέτοιας ημερομηνίας, απαιτείται, προηγουμένως, ο ιδιοκτήτης, να εξασφάλισε τα σχετικά έγγραφα από τον κατασκευαστή του οχήματος, το οποίο είναι το μόνο έγγραφο το οποίο γίνεται αποδεκτό. Στην προκειμένη, προχώρησε με τη σχετική παρατήρηση και έγινε διόρθωση της ημερομηνίας κατασκευής του Mazda. Όσον αφορά το επίδικο όχημα, στη βάση των Τεκμηρίων 25 και 15 [Εxport Certificate και το Έγκυρο Πιστοποιητικό έγγραφής σχήματος MAZDA], το first registration date είναι η ημερομηνία που εγγράφηκε το όχημα στην Ιαπωνία και είναι ο Γενάρης του 2015, χωρίς να αναγράφεται η ημέρα της εγγραφής. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ12, ρωτήθηκε, κατά πόσον με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο Τμήμα, εν σχέσει με το επίδικο όχημα, ορθά ενεγράφη με ημερομηνία κατασκευής την 01.01.2015, με τον μάρτυρα να αναφέρει « Οι οδηγίες που είχα, εγώ πήγα στο τμήμα το 2006, ήταν που πριν η οδηγία ότι τα οχήματα τα οποία δεν έχουν ημερομηνία κατασκευής, θα καταχωρείται η πρώτη του χρόνο που γράφτηκαν σε οποιανδήποτε χώρα. [.] Ε. Και συμβαίνει συχνά το φαινόμενο να γίνεται διόρθωση; Α. Όχι, δεν συμβαίνει συχνά. Ε. Πρέπει να το ζητήσει ο ιδιοκτήτης; Α. Όχι μόνο να το ζητήσει, αλλά να το ψάξει ο ίδιος. [.]». [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ] Ο κατηγορούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης [Βλ. Τεκμήριο 7], από την οποία προκύπτει, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας του MAZDA έγινε βάση των εντολών του ΜΚ8 και εις γνώση του Παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο ΜΚ8 πήγε μαζί με την ΜΚ9 στο γραφείο του, είδαν το αυτοκίνητο για το οποίο ενδιαφέρονταν, το οδήγησαν, και αφού τους άρεσε, προχώρησαν με τη συμφωνία για την αγορά του για το ποσό των €17.
  25. Έλαβε προκαταβολή €6.000, η οποία στην ουσία ήταν η αξία του MERCEDES για €5.000, μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας και την αίτηση μεταβίβασης, υπογραμμένη από τον ίδιο, και €1000 μετρητά. Τα υπόλοιπα χρήματα των €11.000, θα τα λάμβανε με την παράδοση του MAZDA. Το MAZDA, το παρέδωσε στις 08.02.2019 και περί ώρα 18.00, στο κατάστημα που διατηρούν στην Έγκωμη. Παρών ήταν ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ
  26. Προτού πληρωθεί για το υπόλοιπο ποσό, τους παρέδωσε όλα τα έντυπα που αφορούσαν το εν λόγω όχημα, όπως τα είχαν συμφωνήσει από προηγουμένως. Ο Παραπονούμενος, ήθελε να το ελέγξει προτού το παραλάβει και έτσι το «τέσταρε» και αφού έμεινε ικανοποιημένος του πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό των €11.000, σε μετρητά. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος,, αποχώρησε με το MERCEDES, το οποίο ήταν μέρος της συμφωνίας που έκαναν. Εν σχέσει με το έντυπο ΤΟΜ9Β, ανέφερε ότι τούτο συμπληρώθηκε από τον ίδιο και το υπέγραψε ο ΜΚ8, στην παρουσία του. Ως προς την ερώτηση του ΜΚ2, προς τον κατηγορούμενο ότι είχε μαρτυρία ότι οι ΜΚ8 και ΜΚ9, στη παρουσία του υπέγραψαν το έντυπο ΤΟΜ9Β, που αφορούσε το MERCEDES, απάντησε, « Μάλιστα ήταν παρόν ο Βασίλης Χατζηγεωργίου και εγώ και μου υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης στην παρουσία μου». Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΚ8, τις επόμενες ημέρες, τον ενοχλούσε τόσον τηλεφωνικώς όσο και πηγαίνοντας από το κατάστημα του, αναφέροντας του ότι είναι απατεώνας, και θα τον δυσφημήσει καθώς επίσης ότι έχει συνεργασία με το ΤΟΜ για αλλοίωση εγγράφων του αυτοκινήτου που αγόρασε. Έπειτα του ζητούσε να ακυρώσουν την συμφωνία, με επιστροφή των χρημάτων τους πίσω καθώς και του MERCEDES . Ακολούθησαν προτάσεις για να μην τον καταγγείλει στην Αστυνομία, δηλαδή να του επιστρέψει το ποσό των € 3.000, από τα λεφτά της αγοραπωλησίας του MAZDA. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τόσον τις προτάσεις του όσο και να του προσφέρει βοήθεια για πώληση του MAZDA. Ο κατηγορούμενος, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, παρουσίασε, για σκοπούς αντιπαραβολής με τα όσα τέθηκαν στην παρούσα υπόθεση, εν σχέσει με το δελτίο παραγγελίας του οχήματος MAZDA, δύο δελτία παραγγελιών, που αφορούσαν σε άλλους πελάτες του, το ένα του έτους 2014 και το άλλο του έτους 2017, με τα οποία εξηγούσε ότι όταν περιλαμβάνεται σε μια συμφωνία αγοράς ενός νέου οχήματος η αξία ενός μεταχειρισμένου οχήματος, τούτο θα πρέπει να δικαιολογείται λογιστικά και επομένως η απόδειξη του ποσού που εκδίδει, συμπεριλαμβάνει, και την αξία του μεταχειρισμένου οχήματος. Στην παρούσα υπόθεση, έλαβε €1.000 μετρητά και συμπεριλήφθηκε, αφού του δόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας μαζί με την αίτηση μεταβίβασης του Mercedes, και το ποσό των €5.000, στην απόδειξη που εκδόθηκε. Ως προς τα λοιπά γεγονότα, ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του επέμενε στους αρχικούς ισχυρισμούς του, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά, τις ίδιες θέσεις, που ανέφερε και στην κατάθεση του ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[4] Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα [Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500], αλλά την παράβαλα και διερεύνησα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, είτε αυτή προερχόταν από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση [βλ. κατ' αναλογία, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175]. Δεν είναι βέβαια η κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της [βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301]. Στα πλαίσια, λοιπόν, της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους [με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης], έθεσα ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων [σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις], την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία [βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Επισημαίνω ότι ένταξα και ανέλυσα όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628,
  1. Τονίζεται ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μου. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B160, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Έχω ήδη εκθέσει με προσοχή τη μαρτυρία που περιβάλλει τα καίρια σημεία της παρούσας υπόθεσης και δεν χρήζει επανάληψης, παρά μόνο, θα αναφερθώ, σ' αυτήν όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησής και εξαγωγής των απαραίτητων συμπερασμάτων. [ΜΚ1], [ΜΚ2], [ΜΚ3], [ΜΚ4], [ΜΚ5], [ΜΚ10], [ΜΚ11] και [ΜΚ12] Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η όποια αντεξέταση τους περιορίστηκε, στην ουσία, σε διευκρινιστικού, παρά αντιπαραθετικού τύπου, ερωτήσεις, που μοναδικό σκοπό είχαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο, έτι περισσότερο, αναφορικά με τα σχετικά της υπό εξέτασης υπόθεσης, γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η ειλικρίνεια τους, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, από καμία πλευρά. Ωστόσο, όσον αφορά τις όποιες τοποθετήσεις και συμπεράσματα του ΜΚ1, εν σχέσει με το εάν ο κατηγορούμενος, ήταν ο συγγραφέας της αμφισβητούμενης υπογραφής επί της Αίτησης Μεταβίβασης του Mercedes [Έντυπο ΤΟΜ9Β], δεν γίνονται αποδεκτές, αφού πρόκειται για απλές εκτιμήσεις, χωρίς να τεθεί ασφαλές υπόβαθρο, προς τούτο, που θα επέτρεπε, στο Δικαστήριο, τον έλεγχο ως προς την ορθότητα τους. Επίσης, ούτε το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ4 που αφορά στην προσωπική του γνώμη, για το εάν ο κατηγορούμενος ήταν όντως ο συγγραφέας της αμφισβητούμενης υπογραφής, γίνεται αποδεκτό, αφού, ουσιαστικά, πρόκειται και πάλι για εκτιμήσεις των οποίων το υπόβαθρο είναι ακροσφαλές, για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Επομένως, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, γίνεται αποδεκτή, πλην των όσων, ανωτέρω, ανέφερα, εν σχέσει με τους ΜΚ1 και ΜΚ
  2. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο Παραπονούμενος, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η εικόνα που αποκόμισα από τον Παραπονούμενο, καθόλη τη διάρκεια που κατέθετε, ήταν ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσει ειλικρινώς για τα όσα εκτυλίχθηκαν, εν σχέσει με τη παρούσα υπόθεση, αφού, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, η μαρτυρία του παρουσιάζει αδυναμίες, αντιφάσεις και σε πολλά σημεία δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική και/ή κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων, ως τούτη προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε, ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να προωθήσει ισχυρισμούς, ανεξαρτήτως εάν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι, με πρώτιστο μέλημα του να μεταθέσει στον κατηγορούμενο πρόθεση καταδολίευσης και γενικότερα ευθύνη αναφορικά με το εναντίον του αποδιδόμενο αδίκημα. Γενικότερα, η μαρτυρία του, είτε από μόνη της ιδωμένη, είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Σημειώνω δε, ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο αφορά επί των ουσιαστικών ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης, στηριζόταν επί εξ' ακοής μαρτυρίας και δη στο τι, ως ισχυρίστηκε, του ανέφεραν οι ΜΚ8 και ΜΚ9, εν σχέσει με το τους όρους της συμφωνίας, για την αγορά του MAZDA. Βασική θέση του Παραπονούμενου, ήταν ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε και/ή ήταν εν γνώση του η συμπερίληψη της αξίας του Mercedes, ως μέρος της αντιπαροχής για την αγορά του MAZDA. Ειδικότερα, ισχυρισμός του ήταν ότι, για να γίνει τούτο, θα έπρεπε πρώτα ο ίδιος να εγκρίνει το νέο όχημα, ότι ήταν της αρεσκείας του, και έπειτα να συγκατατεθεί, ώστε το Mercedes, αποτελέσει μέρος της όποιας συμφωνίας. Υποστήριζε δε, ότι οι ΜΚ8 και ΜΚ9, του ανέφεραν, ότι ουδέποτε συγκατατέθηκαν, εκ μέρους του, ώστε το Mercedes να αποτελέσει μέρος της αντιπαροχής για την αγορά του MAZDA, αφού, συμφώνησαν με τον κατηγορούμενο ότι πρώτα ο Παραπονούμενος θα το δοκίμαζε και εφόσον τούτο ήταν της αρεσκείας του, τότε θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του Mercedes. Ωστόσο, η όλη στάση, που τήρησε, ο Παραπονούμενος, στις 08.02.2019, συγκρούεται με την πιο πάνω βασική του θέση και/ή τα όσα ισχυρίστηκε ότι του ανέφεραν οι ΜΚ8 και ΜΚ9, ως όρους της συμφωνίας τους με τον κατηγορούμενου. Αν πραγματικά ο Παραπονούμενος δεν γνώριζε περί των όρων της συμφωνίας και δη ότι οι ΜΚ8 και ΜΚ9, συμφώνησαν ότι το Mercedes θα μεταβιβαζόταν προς όφελος του κατηγορούμενου με την παράδοση του Mazda, στο όνομα του, τότε γιατί, χωρίς οποιοδήποτε προηγούμενο ενδοιασμό [έχοντας υπόψη ότι επρόκειτο για έκπληξη] παρέδωσε, ο ίδιος, τα κλειδιά του Mercedes στον κατηγορούμενο, αμέσως μετά που παρέλαβε το MAZDA; Πώς είναι δυνατόν, εάν όντως, όρος της συμφωνίας ήταν ότι, ο Παραπονούμενος, θα «έλεγχε», το Σαββατοκύριακο, το MAZDA με σκοπό να καταλήξει εάν ήταν της αρεσκείας του, προτού τούτο αγοραστεί, και μόνο τότε θα υπόγραφε την αίτηση μεταβίβασης του Mercedes, τότε γιατί να του δώσει, ήδη την κατοχή του Mercedes; Ανεξαρτήτως όμως του ακριβώς προηγούμενου ερωτήματος μου, και πάλι, αποτελεί άξιο απορίας το πώς είναι δυνατόν, ο Παραπονούμενος, να λαμβάνει, τη κυριότητα του MAZDA [βλ. Πιστοποιητικό Τίτλου Ιδιοκτησίας - Τεκμήριο 16], να δίνει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό, για σκοπούς εξόφλησης του ποσού αγοράς του και κατά τα άλλα, η μεταβίβαση του Mercedes, να τελεί υπό την αίρεση της δοκιμής και έγκρισης του MAZDA, από τον τελευταίο; Δεν συνάδει με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων, από τη μία να εκκρεμεί η έγκριση του MAZDA, από τον Παραπονούμενο και από την άλλη, ο ίδιος ο Παραπονούμενος, να συμφωνεί ότι δόθηκε στον κατηγορούμενο, το υπόλοιπο χρηματικό ποσό, για σκοπούς εξόφλησης της αγοράς του Mazda καθώς και τα κλειδιά του Mercedes και παρόλα αυτά, να ισχυρίζεται ότι δεν είναι με την εξουσιοδότηση του και εν γνώση του, που το Mercedes αποτελούσε μέρος της επίδικης συμφωνίας. Ούτε, ο ισχυρισμός του, ότι έλαβε γνώσης, πρώτη φορά, περί της εγγραφής του MAZDA στο όνομα του, μετά πάροδο ενός μηνός, αφότου του το ανέφερε ο κατηγορούμενος σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχαν στις 08,03.2019, μπορεί να γίνει πιστευτός. Ο ίδιος ο Παραπονούμενος, μέσα από τα γεγονότα ως τα εξιστορεί, στις 09.02.2019, την επομένη της παράδοσης του MAZDA, έχοντας υποψίες ότι κάτι δεν πήγαινε σωστά με το εν λόγω όχημα, ξαναείδε το Πιστοποιητικό Εγγραφής που του έδωσε ο Κατηγορούμενος, και διαπίστωσε το ανορθόδοξο των ημερομηνιών κατασκευής και πρώτης εγγραφής του, Δηλαδή, υπό το καθεστώς τούτων των αμφιβολιών, δεν είδε ή έστω εντόπισε ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι εκαταγράφετο το ονοματεπώνυμο του; Εν πάση περιπτώσει, ποιος ο λόγος να δοθεί στον Παραπονούμενο, ένα πιστοποιητικό Εγγραφής (εφόσον τούτο τελούσε ακόμα υπό την αίρεση της έγκρισης του τελευταίου) για ένα όχημα, του οποίου δεν ήταν ο ιδιοκτήτης; Το εάν ήταν για να ελέγξει ο Παραπονούμενος το έτος κατασκευής του και δη ότι ήταν του έτους 2015, ο τελευταίος ανέφερε ότι το επιβεβαίωσε τη στιγμή της παράδοσης, από το εν λόγω Πιστοποιητικό και εξού, το παρέλαβε και έδωσε τα κλειδιά του Mercedes στον Κατηγορούμενο. Όπως και να έχει, ως θα διαφανεί και κατωτέρω, μέσα από τη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, το MAZDA θα έπρεπε να παραδοθεί στον Παραπονούμενο, εγγεγραμμένο στο όνομα του. Συνεπώς, εάν ίσχυε η θέση του Παραπονούμενου σημαίνει ότι στις 08.02.2019, θα βρισκόταν με την κυριότητα ενός οχήματος αξίας €17.000, χωρίς προηγουμένως, να εκπληρώσει όρο της συμφωνίας που ήταν, ως τέθηκε στο δελτίο παραγγελίας [βλ. Τεκμήριο 28], η μεταβίβαση του Mercedes, ως μέρος της αντιπαροχής του ποσού αγοράς του MAZDA. Επομένως, δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου μπορεί να συμβαδίσουν με την κοινή λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων, αφού με τον τρόπο τούτο, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, εργάζεται ως επαγγελματίας πωλητής αυτοκινήτων, θα σήμαινε, ότι θα ενεργούσε κατά τρόπο εναντίον των συμφερόντων του. Επομένως η μαρτυρία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. [ΜΚ8] και [ΜΚ9] Οι ΜΚ8 και ΜΚ9, γενικά μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες, Όμως για τους λόγους που θα αναφέρω, μέρος της μαρτυρίας τους, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο και επομένως, για εκείνο το μέρος, τούτη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και εξηγώ. Ως προς το τι είχαν συμφωνήσει οι ΜΚ8 και ΜΚ9, με τον Παραπονούμενο, είναι ξεκάθαρο και τούτο προκύπτει πέραν των λεγομένων τους και από τις πράξεις τους και δη με την συμπερίληψη της αξίας του Mercedes, κατόπιν και της σχετικής συγκατάθεσης του Παραπονούμενου, για σκοπούς αποπληρωμής της αγοραίας αξίας του MAZDA. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, οι οποίοι, ήταν τα πρόσωπα που συμφώνησαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, ανέφεραν ότι είχαν, από προηγουμένως, συμφωνήσει με τον Παραπονούμενο, ότι σε περίπτωση που έβρισκαν το όχημα που έψαχνε να αγοράσει, ο τελευταίος, το Mercedes, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, θα δινόταν ως αντιπαροχή, για το ποσό των €5.000, έναντι της αγοράς του νέου οχήματος. Είχαν, λοιπόν, και οι δύο τους, τη συγκατάθεση του Παραπονούμενου, προς τον όρο τούτο της συμφωνίας που τέθηκε στο Τεκμήριο
  3. Επίσης, από την μαρτυρία τους προκύπτει, ξεκάθαρα, ότι MAZDA, κατά την παράδοση του στον Παραπονούμενο θα έπρεπε να είχε ήδη εγγραφεί στο όνομα του τελευταίου, εξού και ο ΜΚ8, προχώρησε με την έκδοση Ασφαλιστικού σημειώματος [Cover Note], με σκοπό να επιτευχθεί η εγγραφή στο όνομα του Παραπονούμενου, και μόνον τότε θα παραδιδόταν στον κατηγορούμενο το Mercedes, μαζί με το υπόλοιπο ποσό που εκκρεμούσε για την αποπληρωμή της αγοράς του. Ωστόσο, ως προς την εξήγηση που έδωσε η ΜΚ9, γιατί ο ΜΚ8, δεν είχε λόγο να υπογράψει τη αίτηση μεταβίβασης, δεν θεωρώ τούτην πειστική (ανεξάρτητα και μακριά εάν ο ΜΚ8 έθεσε την εν λόγω υπογραφή στο Έντυπο ΤΟΜ9Β). Τουναντίον, υπήρχε ο λόγος και τούτος δεν ήταν άλλος από το ότι οι ΜΚ8 και ΜΚ9, ήθελαν η αγορά του MAZDA να αποτελέσει, δώρο - έκπληξη προς τον Παραπονούμενο. Επίσης, οι ΜΚ8 και ΜΚ9 ενώ ανέφεραν ότι το MAZDA, θα τους το έφερνε ο κατηγορούμενος μεταβιβασμένο στο όνομα του Παραπονούμενου. ο ισχυρισμός της ΜΚ9, ότι η αγορά του MAZDA και κατά επέκταση η μεταβίβαση του Mercedes, θα τελούσε υπό την αίρεση ότι το Mazda θα ήταν της αρεσκείας του Παραπονούμενου, δεν συνάδει με τη κοινή λογική και την κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων, ως τούτη προκύπτει από την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία και επομένως, ούτε τούτο μπορεί να γίνει αποδεκτό. Με την μεταβίβαση του MAZDA, στο όνομα του Παραπονούμενο και την παράδοση της κατοχής αυτού, στον τελευταίο, το μόνο που απέμενε ήταν να αποπληρωθεί το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας τους και να παραδοθεί η κατοχή του Mercedes, μαζί την υπογραμμένη αίτησης μεταβίβασης του τελευταίου, εάν δεν είχε δοθεί μέχρι τότε. Τέλος, ακροσφαλές υπόβαθρο αποτελούν και τα όσα ανέφεραν, οι ΜΚ8 και ΜΚ9, εν σχέσει με το ότι το επίδικο βράδυ δόθηκε η αίτηση μεταβίβασης από τον κατηγορούμενο στον Παραπονούμενο. ΟΙ ΜΚ8 και ΜΚ9, καθόλη της διάρκεια της μαρτυρίας του, τόνιζαν ότι το επίδικο βράδυ επικρατούσε χαμός στη ψησταριά, με αποτέλεσμα, στην ουσία, να μην εμπλέκουν τους εαυτούς τους στα γεγονότα, ως τούτα εξελίχθηκαν. Ειδικότερα, λόγω του πυρετώδους φόρτου εργασίας που επικρατούσε, τη δεδομένη χρονική στιγμή στη ψησταριά [επειδή ήταν Παρασκευή], τοποθέτησαν τους εαυτούς στους, στο σημείο ψησίματος των φαγητών, θέλοντας, έτσι να δηλώσουν ότι, δεν μπορούσαν να ασχοληθούν, με το τι γινόταν κατά την παράδοση - παραλαβής των επίδικων οχημάτων. Θέση τους, ήταν ότι, όταν ήρθε ο Παραπονούμενος να τους ζητήσει το υπόλοιπο ποσό για την εξόφληση του ποσού αγοράς του MAZDA, τους ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος του έδωσε την αίτηση μεταβίβασης για το Mercedes, δείχνοντας τους την, με την ΜΚ9 να του αναφέρει ότι είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να γίνει. Ωστόσο, λόγω και των συνθηκών που επικρατούσαν τη δεδομένη στιγμή, και εφόσον δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες κατά πόσον η εν λόγω αίτηση, αφορούσε όντως Αίτηση μεταβίβασης οχήματος και εάν οι ΜΚ8 και ΜΚ9, είχαν την ευκαιρία να διεξέλθουν με προσοχή του συγκεκριμένου εγγράφου και να διαπιστώσουν ότι επρόκειτο όντως για τέτοια αίτηση, κρίνω, υπό τις περιστάσεις ότι, ούτε επί τούτου του σημείου, μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα. αφού, ουσιαστικά, οι ΜΚ8 και ΜΚ9 στηρίχθηκαν, ουσιαστικά, στα όσα τους ανέφερε ο Παραπονούμενος, τη δεδομένη στιγμή. Κατά συνέπεια, την μαρτυρία τους την αποδέχομαι, πλην του μέρους της μαρτυρίας, που οι αναφορές τους, σχετίζονται με τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους. [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ] Ο κατηγορούμενος, γενικότερα, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω αμφιβολία ότι ανέφερε τα πραγματικά, όπως ο ίδιος, τα συνέλαβε και συγκράτησε, γεγονότα, χωρίς διαθλάσεις ή υπερβολές Ήταν ευθύς και σταθερός στις θέσεις που εξέφρασε. Παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο συμβάν. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία του [βλ. Fournaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 28, 29] πλην φυσικά του ισχυρισμού του ότι την υπογραφή στο Έντυπο ΤΟΜ9Β, την έθεσε ο ΜΚ8, αφού η σχετική, επί τούτου, μαρτυρία του ΜΚ4, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Γενικότερα η εκδοχή του συμβαδίζει και με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων, και υποστηρίζεται, ως επί το πλείστον, και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν από τις δύο πλευρές χωρίς να αμφισβητηθούν. Σημειώνω, δε ότι, σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του. Επομένως, τούτο που παραμένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσον, προώθησε, είτε με τη δια ζώσης μαρτυρία του, είτε με την κατάθεσή του, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει στη παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς, λοιπόν, πληρότητας και μόνον, σημειώνω ότι όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του κατηγορούμενου είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τούτη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ενοχής του στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Τέλος, δεν μου διαφεύγει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε, υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, η κατάθεση του Πιστοποιούντος Υπαλλήλου, [Βλ. Τεκμήριο 6]. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για την απόφανση ως προς την βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν θα πρέπει να προσδώσω στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης οποιαδήποτε βαρύτητα, καθότι, αρχικά, δεν δόθηκε, καμία εξήγηση, γιατί, το εν λόγω πρόσωπο, δεν παρουσιάστηκε, ενώπιον Δικαστηρίου, με σκοπό να καταθέσει, καθώς επίσης και ότι πρόκειται για πρόσωπο που είχε κίνητρο να ψευσθεί, αφού παρουσιάζεται ως το πρόσωπο, που ενώπιον του υπέγραψαν συγκεκριμένα πρόσωπα, που κατά τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, αυτό δεν συνέβη, παράγοντες που σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη κατά την διεργασία αυτή του Δικαστηρίου. Εξάλλου το γεγονός ότι η παρουσία εξ ακοής μαρτυρίας είναι, κατά κανόνα, επιτρεπτή, δεν απολήγει στην εξουδετέρωση ή έστω μείωση της σημαντικότητας του έτερου, εξίσου σημαντικού, κανόνα αποδείξεως και δη αυτού της προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας [βλ. απόφαση πλειοψηφίας Ιωάννης Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu [2016], Αρ. Έφεσης 13/2015]. Ζ. ΤΕΛΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω, επιπροσθέτως, και στα ακόλουθα ευρήματα: Μέρος της συμφωνίας των ΜΚ8 και ΜΚ9 με τον κατηγορούμενο ήταν, κατόπιν εξουσιοδότησης του Παραπονούμενου, να τεθεί το Mercedes, ως αντιπαροχή για την αγορά του Mazda. Το Mercedes, θα μεταβιβαζόταν στον Κατηγορούμενο, μετά που ο τελευταίος, θα παρέδιδε στον Παραπονούμενο, το Mazda εγγεγραμμένο στο όνομα του. Ωστόσο, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο, τόσον για το ποιος ήταν ο συγγραφέας της αμφισβητούμενης υπογραφής, στη θέση «Υπογραφή Πωλητή», του Εντύπου ΤΟΜ9Β [Βλ. Τεκμηρίου 14] όσον και το πρόσωπο που συμπλήρωσε τα κενά στο εν λόγω Έντυπο. Στις 13.03.2019, ο ΜΚ11 μαζί με τον ΜΚ10, παρέλαβαν από τον κατηγορούμενο, το Mercedes, μαζί με τον Πιστοποιητικό Εγγραφής στο όνομα του Παραπονούμενου, καθώς και το Έντυπο ΤΟΜ9Β [Βλ. Τεκμήριο 14], υπογραμμένο και πιστοποιημένο. Το μόνο που απουσίαζε, ήταν η υπογραφή στη θέση του Αγοραστή. Αφού, ο ΜΚ11, έθεσε την υπογραφή και σφραγίδα της εταιρείας του, την ίδια ημέρα, κατέθεσε το Έντυπο ΤΟΜ9Β, στο ΚΕΠ, στην Προδρόμου, στην Λευκωσία και το Mercedes, μεταβιβάστηκε στην εταιρεία ANDREAS MELETIOU. Επίσης, κατά πόσον το Τεκμήριο 14, το παρέδωσε ο κατηγορούμενος ή άλλο πρόσωπο, στον πιστοποιών υπάλληλο, για σκοπούς πιστοποίησης της υπογραφής του Παραπονούμενου και του Αγοραστή, παρέμεινε, και τούτο, άγνωστο προς το Δικαστήριο. Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τούτο, που προκύπτει, αβίαστα, είναι ότι το πρόσωπο που φαίνεται να υπογράφει το Έντυπο 9Β, δεν είναι ο Παραπονούμενος και προς τούτο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία. Πέραν τούτου, όμως, το ενώπιον μου, αποδεκτό μαρτυρικό υλικό, δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια, στο βαθμό που τούτο είναι απαραίτητο σε μια ποινική υπόθεση, στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή στο Έντυπο ΤΟΜ9Β, αφού η μόνη, επί τούτου, σχετική μαρτυρία, ήταν αυτή του ΜΚ4 [Γραφολόγος], η οποία αναφέρεται σε «ΥΠΟΨΙΑ» ότι δυνατόν η αμφισβητούμενη υπογραφή να τέθηκε από τον κατηγορούμενο, και όχι σε οποιαδήποτε ασφαλή γνώμη. Εν πάση περιπτώσει, πέραν των ανωτέρω, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ακόμα και εάν αποδεικνύετο ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο συγγραφέας της αμφισβητούμενης υπογραφής στο Έντυπο ΤΟΜ9Β. και πάλι, τούτα, δεν θα μπορούσαν, να αρκέσουν, ώστε να μπορώ να κρίνω, επιπροσθέτως, ότι τούτη η υπογραφή, στο επίδικο έντυπο, τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του Παραπονούμενου. Και επί τούτου σημειώνω τα εξής, (α) υπήρξε μια αρχική συμφωνία μεταξύ κατηγορούμενου και ΜΚ8 και ΜΚ9, για την αγορά ενός MAZDA, (β) μεταξύ άλλων, όρος της συμφωνίας τούτης, ήταν και η μεταβίβαση του Mercedes, με σκοπό η αξία του, ήτοι το ποσό των €5.000, να ληφθεί υπόψη, έναντι, του ποσού αγοράς του MAZDA, (γ) προς τούτο υπογράφηκε, από την ΜΚ9, σχετικό Δελτίο Παραγγελίας, με τους πιο πάνω όρους, (δ) συμφωνήθηκε, επίσης, ότι το MAZDA, θα παραδιδόταν στον Παραπονούμενο, εγγεγραμμένο στο όνομα του, εξού και ο ΜΚ8, προέβη σε έκδοση ασφαλιστικής κάλυψης, την οποία και απέστειλε στον κατηγορούμενο, (ε) ο Παραπονούμενος, στις 08.02.2019, αφού ο κατηγορούμενος του παρουσίασε το MAZDA, και έκρινε ότι ήταν της αρεσκείας του, παρέδωσε, ο ίδιος, τα κλειδιά του Mercedes, μαζί με το υπόλοιπο χρηματικό ποσό [ανεξάρτητα και μακριά για το εάν ήταν €6.000 ή €11.000], για σκοπούς εξόφλησης του συνολικού ποσού αγοράς του MAZDA, (στ) όταν ο παραπονούμενος έλαβε κατοχή του εν λόγω οχήματος, τούτο ήταν ήδη εγγεγραμμένο στο όνομα του, και ήταν ιδιόκτητης ενός οχήματος, αξίας €17.000, και τέλος (ζ) για να μπορούσε να επισυμβεί τούτο, αποτελούσε προϋπόθεση, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο Παραπονούμενος να έχει, στην ουσία, προβεί στη μεταβίβαση του Mercedes, το οποίο αποτελούσε αντικαταβολή για μέρος του ποσού, της αγοραίας της αξία του MAZDA. Με όλα αυτά, ως δεδομένα, ακόμα και εάν η μαρτυρία μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση, προς το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή στην αίτηση μεταβίβαση του Mercedes [Έντυπο ΤΟΜ9Β], και δη ότι ήταν ο κατηγορούμενος, και πάλι δεν θα μπορούσα να καταλήξω με ασφάλεια ότι η υπογραφή αυτή τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του Παραπονούμενου, αφού, στην ουσία, η κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου, αποτελούσε μέρος των συμφωνηθέντων ώστε η πλευρά του Παραπονούμενου [ΜΚ8 και ΜΚ9], να εκπληρώσει μέρος των υποχρεώσεων της έναντι του κατηγορούμενου, δεδομένου και του γεγονότος ότι από την πλευρά του τελευταίου είχαν εκπληρωθεί όλες ανεξαιρέτως οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. Όπως, προανέφερα, η Κατηγορούσα Αρχή, θα έπρεπε να αποδείξει και ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε την επίδικη (αμφισβητούμενη) υπογραφή, εν απουσία εξουσιοδότησης του Παραπονούμενου και με σκοπό την καταδολίευση. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και το αποτέλεσμα της παρούσας ποινικής δίωξης. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην διαδικασία να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. [Υπ.] Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [2] Σχετικά έντυπα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στη διαδικασία. [3] Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της η μάρτυρας ανέφερε ότι η ημερομηνία 09.03.2019, δεν είναι ορθή και η ορθή ημερομηνία είναι η 08.02.2019. [4] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.