ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 18313/2021, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ Αρ. Υπόθεσης: 18313/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κος Ν. Νικολαΐδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 27.03.2021 και περί ώρα 11:45, μεταξύ του οχήματος του κατηγορούμενου και μιας πεζής - παραπονούμενης - επί της διάβασης πεζών στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στην Λακατάμεια. Ως αποτέλεσμα τούτου, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία] και την κατηγόρια της χρήσης, του εν λόγω μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας [2η κατηγορία]. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση εν σχέσει με την 1η κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε ως μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 3578, Νικόλα Κυριάκου - εξεταστή υπόθεσης[ΜΚ1], την Rosalinda Nobleza Cortez - πεζή [ΜΚ2], τον Αλέξη Αυγουστή - Εκτελεστικό Μηχανικό στο Τμήμα Δημοσίων Έργων - [ΜΚ3] και τέλος την Αντριάνα Θεοδοσίου - αυτόπτη μάρτυρα [ΜΚ4], ενώ, από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο συνήγορος για τον κατηγορούμενο προέβη στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα[1], τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: - Ότι το επίδικο όχημα είναι ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου [βλ. Τεκμήριο 14], το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, οδηγούσε ο τελευταίος. - το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών της ΜΚ2 [Βλ. Τεκμήριο 12] και δη τα εκεί αναφερόμενα τραύματα που υπέστη λόγω του αναφερόμενου ατυχήματος. Γ. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού, λοιπόν, ασχοληθώ με την ενώπιον μου μαρτυρία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία. Στις 27.03.2021 και περί ώρα 11:45, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ με κατεύθυνση από τον Στρόβολο προς Λακατάμεια. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις του δρόμου χωρίζονταν από κτιστή νησίδα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, των οποίων τα φώτα, αφού ελέγχθηκαν, λειτουργούσαν κανονικά, κατά τον επίδικο χρόνο, καθορίζοντας τοιουτοτρόπως και τα χρονικά περιθώριά πεζών και οδηγών, αντίστοιχα, σε περίπτωση που κάποιος πεζός θα χρησιμοποιούσε το κομβίο των φώτων της για να τη διασταυρώσει [βλ Τεκμήριο 13]. Η εν λόγω διάβαση πεζών καθορίζεται με δύο κάθετες άσπρες γραμμές και είναι σεσημασμένη με κόκκινο χρώμα. Πριν από αυτήν υπάρχει άσπρη γραμμή στάσης για τα οχήματα που κινούνται στη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η ΜΚ3, θέλοντας να διασταυρώσει την εν λόγω λεωφόρο με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του κατηγορούμενου, και αφού τα οχήματα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ακινητοποιημένα, εισήλθε στη διασταύρωση, χωρίς προηγουμένως να πατήσει το κομβίο των φώτων της εν λόγω διάβασης, καθώς επίσης και χωρίς να ελέγξει εάν στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχαν οχήματα εν κινήσει. Ο κατηγορούμενος, παρόλο που εντόπισε ότι υπήρχαν σταματημένα οχήματα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, συνέχισε κανονικά ευθεία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, αφού, η ΜΚ3, εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, να δεχθεί κτύπημα από το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου στο σημείο «Χ» [βλ. Τεκμήριο 5], λίγο πριν εισέλθει στην διαχωριστική νησίδα που υπήρχε στον εν λόγω δρόμο. Η ορθότητα του περιεχομένου του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 4] καθώς και αυτού του συμμετρικού σχεδιαγραφήματος της σκηνής [Βλ. Τεκμήριο 5], αμφότερα ετοιμασθέντα από τον ΜΚ1, δεν αμφισβητήθηκε, Η ορατότητα του κατηγορούμενου, ως προς τους φωτεινούς σηματοδότες, καταμετρήθηκε στα 250 μέτρα, χωρίς να φράσσεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Η ορατότητα του εν σχέσει με την πορεία που ακολουθούσε η ΜΚ3, δεν μπορούσε να καταμετρηθεί με ασφάλεια αφού στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχαν ακινητοποιημένα οχήματα σε αναμονή, με αποτέλεσμα η πεζή να ήταν ορατή στον κατηγορούμενο όταν πέρασε την μπροστινή δεξιά γωνία του πρώτου σταματημένου αυτοκινήτου. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχε πεζοδρόμιο ύψους 0,15 μέτρων και το ανώτατο όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 50ΧΑΩ. Επομένως, τα πιο πάνω παραδεκτά και κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα αποτελούν πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου[2]. Δ. ΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Σύμφωνα με την γραμμή υπεράσπισης, η ΜΚ3 εισήλθε στην επίδικη διάβαση πεζών τρέχοντας, χωρίς προηγουμένως να χρησιμοποιήσει το κομβίο των φώτων αυτής, καθώς επίσης χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτελέσματα η συμπεριφορά της αυτή, να την καθιστά και αποκλειστικά υπεύθυνη για το αποτέλεσμα «της επαφής της με το όχημα του κατηγορούμενου»[3]. Τη θέση της αυτή, η υπεράσπιση, την εδράζει, στην ουσία, επί της μαρτυρίας που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή αφού, στα ουσιώδη, για σκοπούς κρίσης και ελέγχου της ενοχής του κατηγορούμενου, σημεία της, δεν αμφισβητήθηκε, υπό την έννοια ότι είτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της δεν υποβλήθηκαν σε αυτούς αντίθετες, από τις προβαλλόμενες από αυτούς, θέσεις, είτε, ενώ τους υποβλήθηκαν τέτοιες θέσεις η υπεράσπιση προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με τους ισχυρισμούς των μαρτύρων αυτών. Ε. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για το υπό κρίση αδίκημα, περιοριστικά ωστόσο στα επίδικα ζητήματα που παρέμειναν προς επίλυση. Ειδικότερα, στην οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και στον τρόπο με τον οποίο επιδίωξε η ΜΚ3, να διασταυρώσει την επίδικη οδό. ΜΚ1 Ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και περαιτέρω κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση με την εν γένει εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, στα πλαίσια της οποίας, ετοίμασε και σχετικά τα σχεδιαγραφήματα της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 4, Τεκμήριο 5]. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 1] και περαιτέρω, κατέθεσε, την κατάθεση της ΜΚ3 στα αγγλικά [βλ. Τεκμήριο 8] μαζί με τη μετάφραση αυτής στα ελληνικά [Βλ. Τεκμήριο 9], την κατάθεση του κατηγορούμενου και την γραπτή κατηγορία [βλ. Τεκμήριο 2 και 7 αντίστοιχα], την επιστολή του Αναπληρωτή Διευθυντή Δημοσίων Έργων, εν σχέσει με τη λειτουργικότητα των φώτων της επίδικης διάβασης πεζών [βλ. Τεκμήριο Α - προς αναγνώριση, το οποίο, αφού αναγνωρίστηκε από τον ΜΚ2, μετετράπη σε Τεκμήριο 13], καθώς επίσης, κατά την αντεξέταση του, τις καταθέσεις της αυτόπτης μάρτυρος ΜΚ4 [Βλ. Τεκμήριο 10 και 11]. Συνοπτικά, ανέφερε ότι, όταν κατέφθασε στη σκηνή του ατυχήματος, το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν στην τελική του θέση ενώ η ΜΚ3, είχε μεταφερθεί, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας πριν την άφιξη του. Διενεργήθηκε προκαταρτικός έλεγχος αλκοόλης στον κατηγορούμενο με μηδενική ένδειξη. Στην σκηνή τον πλησίασε η ΜΚ4, η οποία του ανέφερε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στην παρουσία του κατηγορούμενου, ο οποίος αφού συμφώνησε με αυτό το υπέγραψε ως ορθό. Διευκρίνισε δε, ότι στο Τεκμήριο 5, με το γράμμα «Α1» σημείωσε την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου, με το γράμμα «Β» την πορεία της πεζής, με το γράμμα «Γ» τις θέσεις των οχημάτων που βρίσκονταν σε θέση αναμονής, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του κατηγορούμενου, και τέλος το γράμμα «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορούμενου με την ΜΚ3. Κατά την αντεξέταση του, δεν αμφισβητήθηκαν οι όποιες ενέργειες του στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του ως ανακριτή της υπόθεση ούτε η ορθότητα τους, όπως πχ. η ετοιμασία των δύο σχεδιαγραφημάτων ή η καταγραφή υπό τύπων καταθέσεων των όσων του ανέφεραν τα πρόσωπα που ανέκρινε ή από τους οποίους έλαβε καταθέσεις, πλην φυσικά, των όσων αφορούν την κατάθεση της ΜΚ3, για το οποίο αναφορά θα γίνει κατωτέρω. Εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος, αφού, ως του υπεβλήθη, τούτος, βρίθει από παραλείψεις και συγκεκριμένα ότι, εν σχέσει με την ΜΚ3, άφησε να διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα, από την ημερομηνία που η τελευταία έλαβε εξιτήριο από το Νοσοκομείο, ώστε να της λάβει κατάθεση καθώς επίσης και ότι όταν, εντέλει, της έλαβε κατάθεση, τούτος δεν κατείχε τις απαραίτητες γνώσεις της αγγλικής γλώσσας, ώστε να μπορεί να την καταγράψει με τρόπο, συντακτικά και γραμματικά, ορθό και περαιτέρω, να προχωρήσει και με την μετάφραση αυτής, στην ελληνική γλώσσα. Εν σχέσει τώρα με την ΜΚ4, του υπεβλήθη ότι ο λόγος που κλήθηκε από αυτόν, εκ νέου, για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση ήταν ώστε να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας που είχε, με τον μάρτυρα να απαντά ότι ο λόγος ήταν, ουσιαστικά, για να διευκρινιστεί το ζήτημα του χρώματος του φωτός της διάβασης πεζών, ως προς τους οδηγούς, κατά τον χρόνο που επισυνέβη το ατύχημα. Περαιτέρω, σε απάντηση του, σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη, ανέφερε ότι η ΜΚ3 ήταν εμφανής, στον κατηγορούμενο, αμέσως μετά που πέρασε μπροστά από το δεξιό μέρος του οχήματος, που ήταν σταματημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του τελευταίου. ΜΚ2 Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα καλύπτεται πλήρως από τα ανωτέρω παραδεκτά και μη αμφισβητηθέντα γεγονότα με αποτέλεσμα να παρέλκει η ανάγκη να αναφερθώ περαιτέρω σε αυτήν. ΜΚ3 Η ΜΚ3, στη βάση της κατάθεσης, την οποία και υιοθέτησε [βλ. τεκμήριο 9] ανέφερε ότι, την επίδικη ημέρα και ώρα, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην επίδικη διάβαση πεζών, με σκοπό να διασταυρώσει τον εν λόγω δρόμο, ώστε να βρεθεί σε απέναντι σημείο, και αφού ο οδηγός του οχήματος, στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, σταμάτησε, αφήνοντας την να εισέλθει στην διάβαση, εισήλθε σε αυτήν με «πολύ γοργό βηματισμό» χωρίς προηγουμένως να πατήσει το κομβίο της εν λόγω διάβασης πεζών. Τη δεδομένη στιγμή ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς ήταν πράσινος. Εισερχόμενη στην δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, δέχθηκε κτύπημα από το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Από τη σύγκρουση έπεσε στο έδαφος και έπειτα μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Παρόλο που το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής έγινε στην απουσία της, αφού ακολούθως της υποδείχθηκε, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της και επιπροσθέτως των όσων αναφέρει στην κατάθεση της, τα οποία, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, υιοθέτησε, ανέφερε ότι, την στιγμή που επιχείρησε να διασταυρώσει από τη διάβαση πεζών, ακολουθούσε άλλο πρόσωπο το οποίο επίσης διασταύρωνε γι' αυτό και ως ανέφερε «έτρεχα γρήγορα». Στην Κύπρο βρίσκεται τα τελευταία 16 χρόνια και αν και τα Φιλιππινέζικα είναι η μητρική της γλώσσα, χρησιμοποιεί την αγγλική γλώσσα και λίγο την Ελληνική. Κατά την αντεξέταση της, αρχικά, αμφισβητήθηκε η καλή, από πλευρά της, γνώση της Αγγλικής γλώσσας και ότι η κατάθεση της βρίθει από συντακτικά και ορθογραφικά λάθη, με την ΜΚ3 να αναφέρει ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα λόγω του ότι έλαβε πτυχίο -Industrial Arts- στην χώρα της, όπου, ουσιαστικά, χρησιμοποιούν την Αγγλική γλώσσα. Συμπλήρωσε δε, ότι την κατάθεση της, την έγραψε ένας αστυνομικός, ο οποίος έψαχνε τις λέξεις και την ορθογραφία αυτών από τον υπολογιστή, αλλά επειδή τον σεβόταν δεν τον διόρθωσε, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι τα αναγραφόμενα από τον ΜΚ1 στην κατάθεση της δεν αντικατοπτρίζουν την ουσία των όσων η ίδια ανέφερε στον τελευταίο. Επανερχόμενος στα γεγονότα της επίδικης ημέρας, κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ3, ισχυρίστηκε ότι δεν κοίταξε και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας πριν ξεκινήσει να διασταυρώνει, απλά αρκέστηκε στο γεγονός ότι το πρώτο όχημα στην αριστερή λωρίδα σταμάτησε και έτσι εισήλθε «τρέχοντας» στην εν λόγω διάβαση πεζών. Ως προς το φως για τους πεζούς, αρχικά επέμεινε ότι ήταν πράσινο ενώ στη συνέχεια ακολούθησε η εξής στιχομυθία, μεταξύ του συνηγόρου υπεράσπισης και της ίδιας «. Ε. Είδατε ότι ήταν πράσινο την ώρα που διασταυρώνατε; Είστε σίγουρη ότι το θυμάστε αυτό; Α. Ναι, είδα ότι ήταν πράσινο, δεν ξέρω από ποια πλευρά, αλλά ήταν πράσινο, Ε. Απλά είδατε ένα πράσινο φως κάπου; Α. Ναι, είδα πράσινο φως. .». Στη δε επανεξέταση της, όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει τη θέση της περί το ότι «Ναι είδα πράσινο φως» απάντησε «Δεν έδωσα προσοχή για ποια πλευρά του δρόμου ήταν πράσινο, αλλά ξέρω ότι ήταν πράσινο, ένα ακόμη άτομο διέσχιζε τη διάβαση και έπειτα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε ενώπιον μου, μου δόθηκε η άδεια να περάσω τον δρόμο και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι υπήρχε πράσινο φως.». ΜΚ4 Η ΜΚ4, έδωσε στην αστυνομία δύο καταθέσεις [βλ. Τεκμήριο 10 - Τεκμήριο 11]. Ως προς την πρώτη της κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 10], σημείωσε ότι ναι μεν αναγνωρίζει την υπογραφή της αλλά δεν θυμάται το περιεχόμενο αυτής, αφού τούτη, λήφθηκε αυθημερόν αφότου ο αστυνομικός την είχε ρωτήσει μερικές ερωτήσεις και έπειτα της είπε να υπογράψει. Όταν δε της τηλεφώνησαν από την αστυνομία για να παρουσιαστεί εκ νέου, λόγω του ότι προέκυψαν κάποια κενά, και της έδειξαν την πρώτη κατάθεση της, τους ανέφερε ότι δεν την θυμόταν και έτσι ξαναέδωσε κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 11], συμπληρώνοντας στη συνέχεια ότι την πρώτη της κατάθεση [Βλ. Τεκμήριο 10] την έδωσε υπό καθεστώς σύγχυσης και ταραχής, ενόψει του ατυχήματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μαρτυρία της [βλ. Τεκμήριο 11], η ΜΚ4 ανέφερε ότι όταν σταμάτησε στο κόκκινο φως της διάβασης πεζών, ήταν το 2ο στη σειρά όχημα και πίσω της ήταν το όχημα του κατηγορούμενου. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα. Διασταύρωσε μια ηλικιωμένη κυρία από δεξιά προς αριστερά. Όταν η κυρία διασταύρωσε, το μπροστινό της όχημα προχώρησε και το ίδιο έπραξε και αυτή. Δεν θυμόταν αν ξεκίνησε με κίτρινο που αναβόσβηνε ή πράσινο φως. Όταν πέρασε τη διάβαση πεζών, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αφού είχε χώρο και τότε από τα αριστερά της είδε μια πεζή να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Τότε είδε από το καθρεφτάκι της την πεζή να διασταυρώνει τον δρόμο, να περνά μπροστά από τα αυτοκίνητα της αριστερής λωρίδας και όταν μπήκε στη δεξιά λωρίδα να την χτυπά το όχημα του κατηγορούμενου, που ήταν προηγουμένως σταματημένο πίσω της. Δεν πρόσεξε αν η πεζή πάτησε το κουμπί της διάβασης πεζών και επίσης, δεν γνώριζε ποιο ήταν το χρώμα των φώτων της διάβαση πεζών για τα αυτοκίνητα, αφότου η ίδια πέρασε την εν λόγω διάβαση πεζών. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι, εν σχέσει με την πρώτη κατάθεση της, θυμόταν μόνον ότι απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις του αστυνομικού, στην σκηνή του ατυχήματος, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί το τι ανέφερε, παρόλο που ήταν υπογραμμένη από την ίδια και τούτον, λόγω της σύγχυσης της από το ατύχημα. Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι η ΜΚ3, εισήλθε στη διάβαση πεζών τρέχοντας, χωρίς όμως να μπορεί να διευκρινίσει εάν όντως πάτησε ή όχι το κουμπί της διάβασης καθώς ούτε εάν το φως για την πορεία της ΜΚ3 ήταν πράσινο ή όχι. Εν σχέση με την επιμονή της υπεράσπισης, ότι η πρώτη της κατάθεση ήταν αυτή που περιείχε και τα πραγματικά γεγονότα, η ΜΚ4, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι ανέφερε στον αστυνομικό την ημέρα εκείνη της πρώτης της κατάθεσης, λόγω της αναφερόμενης, πιο πάνω, συναισθηματικής της φόρτισης. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούμενος, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που του λήφθηκε από την αστυνομία [βλ. Τεκμήριο 2], προχώρησε, επιπρόσθετα, με την υιοθέτηση γραπτής δήλωσης του ημερομηνίας 10.01.23 [βλ. Τεκμήριο 15]. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης που του λήφθηκε από την αστυνομία, την οποία, ως αναφέρθηκε, και υιοθέτησε, ισχυρίστηκε ότι πλησιάζοντας στην διάβαση πεζών, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα, χωρίς όμως να θυμάται αν υπήρχαν αυτοκίνητα και μετά τη διάβαση πεζών. Στη δε αριστερή πλευρά υπήρχαν τόσο χαμηλά saloon αυτοκίνητα όσον και ψηλά τύπου SUV. Το φως, στην εν λόγω διάβαση πεζών, ήταν πράσινο για την πορεία του και όταν έφτασε στο σημείο της διάβασης πεζών, από τα αριστερά του εμφανίστηκε ξαφνικά μια πεζή, η οποία πετάχτηκε μπροστά από τα αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πρώτη φορά ήταν ορατή, για τον ίδιο, όταν πέρασε τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων και εισήλθε στη δική του λωρίδα. Δεν είδε οποιοδήποτε πεζό να έρχεται από το πεζοδρόμιο αριστερά του, αφού υπήρχαν τα σταματημένα αυτοκίνητα και δεν είχε καθόλου ορατότητα. Μόλις αντιλήφθηκε την πεζή, αμέσως πάτησε φρένα αλλά ήταν αδύνατον να αποφύγει την επαφή μαζί της καθώς στη δεξιά πλευρά του υπήρχε κτιστή νησίδα και στα αριστερά του ήταν τα σταματημένα αυτοκίνητα. Το όχημα του ακινητοποιήθηκε στο σημείο που το βρήκε η αστυνομία. Στην γραπτή του δήλωση [Βλ. Τεκμήριο 15] που ετοίμασε για σκοπούς της δια ζώσης μαρτυρίας του, πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι η ΜΚ3 διασταύρωνε τρέχοντας, χωρίς να κοιτάξει προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της, ότι τα εκ των αριστερών του, οχήματα ήταν ακινητοποιημένα λόγω της αυξημένης - πυκνής τροχαίας κίνησης, την οποία κίνηση τοποθετεί και σε σημείο μετά τη διάβαση πεζών και τέλος ότι, είδε τα προπορευόμενα του οχήματα, εντός της λωρίδας που κινείτο και ο ίδιος, να προχωρούν και να περνούν από τη διάβαση, με αποτέλεσμα να μην ήταν λογικά αναμενόμενο να μπορούσε να προβλέψει ότι ενώ τα οχήματα μπροστά του βρίσκονταν σε κίνηση, με πράσινο φως στην διάβαση για τα οχήματα, ότι θα ορμούσε μια πεζή στη λωρίδα του για να διασταυρώσει τον δρόμο. Κατά την αντεξέταση του, διαφώνησε με τη θέση της Κατηγόρου, ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια πλησιάζοντας στην εν λόγω διάβαση πεζών, αναφέροντας ότι ενήργησε δεόντως και ότι η πράξη της πεζής να διασταυρώσει τον δρόμο ήταν αποκλειστικά αυτή που ευθύνεται για το ατύχημα, αφού εισήλθε στη διάβαση πεζών χωρίς να κοιτάξει στη λωρίδα κυκλοφορίας του, εάν δηλαδή υπήρχαν εν κινήσει οχήματα και ενώ το φως για τα οχήματα ήταν πράσινο. Το μόνο που μπορούσε να πράξει ήταν να χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Ως προς το ότι εάν θα έπρεπε να τον προβληματίσει το γεγονός ότι είχε σταματημένα οχήματα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πριν την διάβαση πεζών, ανέφερε ότι από τη στιγμή που είχε αυξημένη κίνηση στα αριστερά και στη δική του λωρίδα προχωρούσαν τα αυτοκίνητα και ο σηματοδότης για τους οδηγούς ήταν πράσινος, θεωρεί ότι επέδειξε την επιμέλεια που θα μπορούσε να επιδείξει ο μέσος λογικός οδηγός. ΣΤ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8-
(1)(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι «Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500). (β) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000). (γ) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).
(2)Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)και ταυτόχρονα καταδικάζεται για οδήγηση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των δύο
(2)μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για μεγαλύτερη περίοδο, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. .». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπο προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[4] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[5] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[6] κατ' αναλογία]. Αναφορικά δε με ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν επί διαβάσεων πεζών, οι οποίες ελέγχονται από φώτα τροχαίας, το γεγονός ότι κάποιος κατηγορούμενος έχει κινηθεί ευθεία, με φώτα τροχαίας, στην πορεία του, πράσινο και ή με τέτοια σήμανση που του έδιδε προτεραιότητα, δεν οδηγεί αφ' εαυτού σε εύρημα ότι δεν οδηγούσε αμελώς. Αν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εισήλθε στην διάβαση πεζών, έστω και με σήμα επί των φώτων τροχαίας που του έδιναν προτεραιότητα για να εισέλθει, ήταν τέτοιες που θα έπρεπε να οδηγήσουν ένα μέσο συνετό οδηγό στο να ελέγξει το ενδεχόμενο να διασταύρωνε απρόσεκτος πεζός, προτού εισέλθει επί της διάβασης πεζών και ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε ένα τέτοιο έλεγχο, τότε θα του αποδοθεί σχετική ευθύνη. Σχετική είναι η υπόθεση Κτωρίδης ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 77/2009, ημερομηνίας 23.09.2010, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη του κατηγορουμένου, αναφέροντας ότι: «.Μπροστά και δεξιά από τον εφεσείοντα, δηλαδή στη δεξιά από τις δύο λωρίδες του δρόμου, οδηγούντο άλλα δύο αυτοκίνητα. Αυτά τα αυτοκίνητα ελάττωσαν ταχύτητα και σταμάτησαν πριν την διάβαση πεζών, ενώ το φως της διάβασης ήταν πράσινο. Ο εφεσείων είδε ή όφειλε να είχε δει αυτές τις κινήσεις και επομένως έπρεπε να είχε υποπτευθεί ότι υπήρχε ενδεχομένως απρόσεκτος πεζός που διασταύρωνε. Ο εφεσείων, αντί να μεριμνήσει αναλόγως, προχώρησε ως να μη συνέβαινε οτιδήποτε, διατήρησε σταθερή την ταχύτητα των 40-50 μ.α.ω, που ο ίδιος είπε ότι είχε και, όταν πλέον εισήλθε στη διασταύρωση, ήταν αργά για να αποφύγει το κτύπημα, παρά το ότι χρησιμοποίησε τα φρένα του και επιχείρησε να στρίψει αριστερά. .» Πέραν της αναφερόμενης πιο πάνω υπόθεσης, σχετική είναι και η απόφαση Kortyakova ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση, 86/2017, ημερομηνίας 13.03.2018, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην απόφαση Κτωρίδης ανωτέρω, έκρινε ότι σημαντικό για την κατάληξη του δικαστηρίου, ως προς την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου, με τα εκεί γεγονότα, είναι εάν ο κατηγορούμενος είδε ή όφειλε να είχε δει τις κινήσεις των άλλων οχημάτων που κινούνταν δίπλα του, ως η πορεία του και επομένως να έπρεπε υποπτευθεί ότι υπήρχε ενδεχομένως απρόσεκτος πεζός που διασταύρωνε, δηλαδή να μεριμνήσει αναλόγως, λαμβάνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις και όχι να προχωρήσει ευθεία, ως να μην συνέβαινε οτιδήποτε, διατηρώντας την ταχύτητα του. Ζ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενο της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[7] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. Εξαρχής, λοιπόν, σημειώνω ότι θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020 ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Με δεδομένο δε ότι η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, όπως ούτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα της χρήσης συγκεκριμένου λογισμικού για την ετοιμασία του συμμετρικού σχεδίου, τούτο αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων και επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.). Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και στο βαθμό που η μαρτυρία του σχετίζεται με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Ήταν σταθερός στις σχετικές τοποθετήσεις του και η ορθότητα και αληθεία τους, επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό, από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου. Τα όσα αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση ως προς τον τρόπο που χειρίστηκε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν υπέχουν τέτοιας θεμελιακής αντίφασης ή εν γένει αναξιοπιστίας, ώστε η μαρτυρία του να απορριφθεί. Και εξηγώ. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 ενήργησε κατά τρόπο πλημμελή στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, πέραν των όποιων τυχόν παραλείψεων του τελευταίου, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστήριο πώς, εν προκειμένω, τούτες, δυνατόν να επηρέασαν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου, ή ότι τούτες ήταν το αποτέλεσμα ηθελημένων ενεργειών του, με σκοπό να επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορούμενου ή ότι ο μάρτυρας διακατέχετο από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα γεγονότα, με εξαίρεση την ΜΚ3, η οποία, λόγω των επιδίκων τραυμάτων της, βρισκόταν υπό νοσηλεία στο Γ. Ν. Λ., από τους λοιπούς μάρτυρες, έλαβε καταθέσεις άμεσα (την ίδια ημέρα του ατυχήματος). Όσον δε αφορά την ΜΚ3, μολονότι, ομολογουμένως, αν επεδείκνυε περισσότερη σπουδή, θα μπορούσε να λάβει κατάθεση αμέσως μετά που έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο και να μην περίμενε μέχρι τις 16.04.2021, εντούτοις, έδωσε την εξήγηση του ότι ενήργησε ως συνήθως πράττουν σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή να αναζητήσει τον τραυματισμένο ενός ενεχόμενου ατυχήματος, για σκοπούς λήψης κατάθεσης, σε χρόνο μετά που θα τύχει περίθαλψης και που θα είναι γνώστης του είδους και του εύρους των τραυμάτων του και όχι σε προγενέστερο χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, τίποτε δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που να θέλει την πάροδο των 20 ημερών απ' όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα μέχρι και τη λήψη της κατάθεσης της ΜΚ3, να έχει επενεργήσει δυσμενώς, είτε στην ετοιμασία και προβολή της υπεράσπισης του κατηγορούμενου είτε στην απώλεια μνήμης από πλευράς της ΜΚ
- Εξάλλου, στην βάση της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορούμενου, η μαρτυρία της ΜΚ3, δεν κρίνεται ανεπαρκής λόγω απώλειας μνήμης συνεπεία του χρόνου που λήφθηκε η κατάθεση της, αλλά στη βάση προβαλλόμενης αναξιοπιστίας της, η οποία προκύπτει, πάντα κατά την υπεράσπιση, από τις αντιφατικές και ενάντια στη λογική θέσεις που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτο, προκύπτει και από τα όσα ο κατηγορούμενος προώθησε ως επιχειρήματα μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του, σε σχέση με τα όποια ορθογραφικά, συντακτικά λάθη, παρατηρούνται στο κείμενο της αγγλικής κατάθεσης της ΜΚ3, τα οποία δεν αποδίδονται στον χρόνο λήψης της, αλλά στην ανεπαρκή γνώση της εν προκειμένω αγγλικής γλώσσας από τον ΜΚ1, ανεπάρκεια, η οποία, και να υπήρχε, θα υφίστατο σε οποιοδήποτε χρόνο και αν λαμβανόταν η κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος. Εν πάση περιπτώσει, εν σχέσει με την ορθότητα ή όχι καταγραφής της κατάθεσης της ΜΚ3, εάν κάποιο πρόσωπο έπρεπε να παραπονείτο ότι πιθανόν να μην αποδόθηκαν ορθά τα λεγόμενα του, τούτο θα έπρεπε να ήταν η ΜΚ3, η οποία όμως, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ως τούτη καταγράφηκε από τον ΜΚ1, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε που να δεικνύει, πέραν των γραμματικών και συντακτικών λαθών, ότι διαφοροποιούσε το περιεχόμενο το οποίο ήθελε να αποδοθεί μέσα από την εν λόγω κατάθεση της. Τουναντίον την υιοθέτησε. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος καθώς και την μαρτυρία του σε σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή. Εν σχέσει με τον ΜΚ2, εφόσον η μαρτυρία του δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης επί των θεμάτων που ο τελευταίος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Εξάλλου, ως σημειώθηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας, η μαρτυρία του αποτέλεσε μέρος των αρχικών μου ευρημάτων. Η ΜΚ3, γενικά, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευσθεί. Τουναντίον, στη βάση των, εναντίων των συμφερόντων της, θέσεων που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου[8], μπορώ να καταλήξω ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα. Ωστόσο, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν μπορώ να αποδεχθώ, τον ισχυρισμό της περί του ότι εισήλθε επί της επίδικης διάβασης όταν το φως για τους πεζούς ήταν πράσινο. Και τούτο γιατί, επι του ιδίου θέματος, ως ήδη υποδείχθηκε δια της παράθεσης αυτούσιων των σχετικών αναφορών της, κατά την αντεξέταση της, προώθησε ισχυρισμούς που καθιστούν γενικότερα την εν προκειμένω μαρτυρία της ακροσφαλές υπόβαθρο, για εξαγωγή ασφαλών, σχετικών, ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Είναι κοινός τόπος μεταξύ των μερών, ότι η διάβαση πεζών, ελεγχόταν από φώτα τροχαίας τα οποία, δια συγκεκριμένων χρωμάτων, υποδείκνυαν την προτεραιότητα διέλευσης είτε στα αυτοκίνητα, μέσω του δρόμου, εάν στο φως της πορείας τους ήταν πράσινο, είτε στους πεζούς, μέσω της διάβασης, εάν το φως, στην δική τους πορεία, ήταν πράσινο. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο, επί των ίδιων φώτων τροχαίας, όταν είναι πράσινο για τη διέλευση οχημάτων, το φως για την διέλευση των πεζών είναι κόκκινο, και αντίστροφα. Στη βάση των δεδομένων αυτών, η τελική θέση που προέβαλε η ΜΚ3, ότι απλά πρόσεξε το πράσινο φως επί των εν λόγω φώτων τροχαίας, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσον επρόκειτο για το φως που διέπει την κίνηση των οχημάτων ή το φως που αφορά τους πεζούς, η όποια, επι της σχετικής μαρτυρίας της, δικαστική κρίση, θα ήταν σίγουρα ακροσφαλής. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που δεν μπορώ να βασιστώ στην εν προκειμένω μαρτυρία της και να καταλήξω σε σχετικό εύρημα. Τη λοιπή μαρτυρία της, την αποδέχομαι στο σύνολο της, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι, ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο, ορθή είναι η τελευταία σχετική τοποθέτηση της και δη ότι έτρεχε και όχι ότι απλά κινείτο με πολύ γοργό βηματισμό. Τα όσα ανέφερε η υπεράσπιση σε σχέση με τις γνώσεις της για την αγγλική γλώσσα, δεν υπέχουν τέτοιας ουσιαστικής σημασίας, ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί σε απόρριψη της μαρτυρίας της , αφού ως υπέδειξα ανωτέρω, στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, η γνώση της αγγλικής γλώσσας από την ΜΚ3 ή από τον ΜΚ1, δεν έχει διαδραματίσει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο, είτε στο να μεταφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η εκδοχή της ΜΚ3 είτε στο να προωθηθούν συγκεχυμένες ή διιστάμενες ή γενικότερα αντιφατικές από οποιοδήποτε μάρτυρα θέσεις. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τους όποιους ισχυρισμούς της ΜΚ3, πλην, ουσιαστικά του πιο πάνω, το οποίο το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε για τους λόγους που εξήγησε. Η εικόνα που αποκόμισα για την ΜΚ4, καθόλη τη διάρκεια που κατέθετε, ήταν ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσει ειλικρινώς για την εικόνα που αποκόμισε την επίδικη ημέρα, ως προς τις συνθήκες που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Και εξηγώ. Ενώ αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 10[9], ωστόσο δεν θυμόταν, ως ισχυρίστηκε, το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, αναγνώριζε μόνο, το περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης της [βλ. Τεκμήριο 11]. Ωστόσο, η θέση της αυτή, η οποία συνοδεύτηκε και με τον επιπρόσθετο ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν καν να της λήφθηκε η πρώτη κατάθεση ή ότι ανέφερε προς τον αστυφύλακα τα όσα εκεί καταγράφονται, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τα όσα προκύπτουν από περιεχόμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης της [Τεκμήριο 11], στη βάση του οποίου φαίνεται να αναγνωρίζει το περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσης της, αφού αρχίζει την 2η κατάθεση της με τη φράση « Συμπληρωματικά με την κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία .». Εν πάση περιπτώσει, αν όντως, κατά την λήψη της 2ης κατάθεσης της, ανάφερε στον ΜΚ1, ως η ίδια ισχυρίστηκε, ότι δεν είχε μνήμη περί της λήψης της 1ης κατάθεσης της, κάτι τέτοιο θα προβαλλόταν και από τον ΜΚ
- Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για δύο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, η θέση του ΜΚ1 ότι με δική του πρωτοβουλία κάλεσε την ΜΚ4 για να της λάβει συμπληρωματική κατάθεση και τούτο, εν γνώση του ιδίου όσο και της ΜΚ4, ως προς τα όσα αναφέρθηκαν, από την τελευταία, στην πρώτη της κατάθεση, αφενός προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή για την αλήθεια της και αφετέρου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τέλος, με δεδομένη την διάσταση που παρατηρείται στις εκδοχές που προβάλλονται στις δύο καταθέσεις που της λήφθηκαν, λογικό είναι, αν όντως η ΜΚ4 δεν είχε μνήμη των όσων ανέφερε στην πρώτη της κατάθεση τούτο να καταγραφόταν στην 2η κατάθεση της αν μη τι άλλο, ως εξήγηση των διαφοροποιημένων θέσεων που προέβαλε. Εν πάση περιπτώσει, η ΜΚ4, δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση, γιατί αρχικά να αναφέρει με πλήρη σαφήνεια, ότι οδήγησε επί της διάβασης, σε χρόνο που το φως στην πορεία της ήταν πράσινο, καθώς επίσης και ότι η ΜΚ3 δεν πάτησε το κομβίο της διάβασης, ενώ 9 μέρες μετά, να μεταβάλει τους ισχυρισμούς της αυτούς. Δεν μπορεί η προσφυγή στην απώλεια μνήμης ως προς την λήψη της 1ης κατάθεσης της να αποτελέσει τη βάση για αποδοχή της 2ης, διαφοροποιημένης, θέσης της, πόσο μάλλον όταν οι αρχικές της τοποθετήσεις δόθηκαν 45, περίπου, λεπτά μετά τα επίδικα γεγονότα. Ούτε η επικαλούμενη σύγχυση ή ταραχή υπό την οποία τελούσε μπορεί να δικαιολογήσει την προώθηση μετωπικά συγκρουόμενων εκδοχών εντός 9 ημερών. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζω, και ανεξάρτητα των σχετικών αναφορών της, ότι η ΜΚ4 δεν επικαλέστηκε, τελικά, την όποια σύγχυση ή ταραχή της, ως τους λόγους για τους οποίους προέβαλε τους αρχικούς ισχυρισμούς της, αλλά, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το περιεχόμενο της πρώτης της κατάθεσης καθότι δεν είχε μνήμη καν του γεγονότος λήψης της, πόσον μάλλον του περιεχομένου της. Τέλος, αν και δεν θεωρώ ότι είναι και η μόνη περαιτέρω αδυναμία που χαρακτηρίζει την μαρτυρία της ΜΚ4, η προσπάθεια της να μην είναι βοηθητική προς το Δικαστήριο, για σκοπούς κρίσης των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων, προκύπτει και από τις απαντήσεις που έδωσε, ως προς τον χρόνο που μεσολάβησε απ' όταν η ίδια οδήγησε επί της διαβάσεως, μέχρι και της στιγμής που επιχείρησε τούτο ο κατηγορούμενος. Υποδεικνύω, συναφώς, ότι, στη βάση της σχετικής τοποθέτησης της ο χρόνος αυτός μπορεί να ήταν από 1 δευτερόλεπτο μέχρι και 5 λεπτά, την στιγμή, που με βάση την δική της περιγραφή, η ίδια οδήγησε επί της διάβασης, κατευθύνοντας το όχημα της προς τα αριστερά, εντός της άλλης λωρίδας, και την ίδια στιγμή είδε την ΜΚ3, τρέχοντας επί του πεζοδρομίου, να εισέρχεται στη διάβαση και να την κτυπά το όχημα του κατηγορούμενου. Πώς είναι δυνατόν, για να λάβουν χώρα τα γεγονότα αυτά, να χρειάζεται χρόνος πέραν μερικών δευτερολέπτων; Υπενθυμίζω περαιτέρω, πάντα συναφώς, ότι στη βάση της εκδοχής της ΜΚ4, το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν πίσω από το δικό της όχημα, χωρίς να μεσολαβεί οτιδήποτε μεταξύ τους. Επομένως, κρίνω, ότι, εν προκειμένω, η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται, αφού μέσα από τις ίδιες της δηλώσεις της, κατέστη ανασφαλής για να μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί πάνω σε αυτή. Ο κατηγορούμενος, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει οποιανδήποτε τυχόν ευθύνη φέρει για την πρόκληση του ατυχήματος, μετατοπίζοντας την, έτσι, αποκλειστικά στους ώμους της ΜΚ
- Και τούτο γιατί, η μαρτυρία του παρουσιάζει υπεκφυγές και αντιφάσεις, τέτοιας σημασίας που δεν μπορούν παρά να πλήξουν την αξιοπιστία του. Αφορά δε, σε τέτοια δεδομένα που δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μέρος των ισχυρισμών του προβλήθηκαν ως αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων, με μόνον στόχο να αποφύγει την όποια ευθύνη του. Και εξηγώ. Ο κατηγορούμενος αφού υιοθέτησε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία [βλ. Τεκμήριο 2], προχώρησε σε επιπρόσθετη γραπτή δήλωση [βλ Τεκμήριο 15], επί της οποίας προέβη σε ισχυρισμούς που είτε δεν τέθηκαν, προηγουμένως, στους μάρτυρες κατηγορίας είτε αντιτίθενται της προηγούμενης κατάθεσης του. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στην αρχική του κατάθεση [Βλ. Τεκμήριο 2] ανέφερε ότι πλησιάζοντας την διάβαση πεζών, στην αριστερή λωρίδα υπήρχαν ακινητοποιημένα οχήματα, χωρίς όμως να θυμάται εάν μετά την διάβαση πεζών υπήρχαν οποιαδήποτε οχήματα, στην εν λόγω λωρίδα, στην γραπτή του δήλωσε [Βλ. Τεκμήριο 15], ισχυρίστηκε, για πρώτη φορά, ότι τα οχήματα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ακινητοποιημένα λόγω της αυξημένης - πυκνής τροχαίας κίνησης καθώς και ότι είδε τα προπορευόμενα του οχήματα, στη λωρίδα κυκλοφορίας του, να προχωρούν και να περνούν από τη διάβαση πεζών ήτοι να είναι εν κινήσει. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, ενώ στην γραπτή κατάθεση του [βλ. Τεκμήριο 2], η οποία δόθηκε την επομένη του επίδικου ατυχήματος, να αναφέρει ρητά ότι δεν θυμόταν εάν υπήρχαν οχήματα μετά τη διάβαση πεζών, τώρα, σχεδόν δύο έτη μετά, να είναι σε θέση να ενθυμείται ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση μετά τη διάβαση πεζών; Επίσης, πως μπορεί στην αρχική του κατάθεση να αναφέρει ρητά ότι δεν υπήρχαν, εντός της λωρίδα που κινείτο, έμπροσθεν του, σε κοντινή απόσταση οχήματα, και αφενός στην γραπτή του δήλωση να προβάλει την θέση ότι τα οχήματα που βρίσκονταν μπροστά του, κινούντο κανονικά στον δρόμο και διέλαυναν επι της διαβάσεως, και αφετέρου, να υποβάλει ο συνήγορος υπεράσπισης στην ΜΚ4 ότι η αρχική της τοποθέτηση, που την θέλει να βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τον κατηγορούμενο και με τον τελευταίο να την ακολουθεί, αμέσως μετά που αυτή πέρασε από την διάβαση πεζών, εντός ελάχιστου χρόνου, είναι ορθή; Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι σκοπίμως, προσπάθησε να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και δη ότι η ακινητοποίηση των οχημάτων στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δεν οφειλόταν καθ' οποιονδήποτε τρόπο στην όποια ενδεχόμενη πρόθεση πεζού να διασταυρώσει τον δρόμο από την διάβαση αλλά στην πυκνή τροχαία κίνηση της ρηθείσας οδού και ότι οδική συμπεριφορά των οδηγών που προπορεύονταν του ιδίου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δικαιολογούσε τις δικές του, μετέπειτα, ενέργειες. Και αυτό, προφανώς, για να δικαιολογήσει το γεγονός, το οποίο, κατά τα άλλα, αποδέχεται, ότι δεν έστρεψε την προσοχή του στο ενδεχόμενο, η οδική συμπεριφορά των λοιπών οδηγών που οδηγούσαν στην συγκεκριμένη οδό την επίδικη ημέρα να σχετιζόταν με την πρόθεση κάποιου πεζού (εν προκειμένω της ΜΚ3) να διασταυρώσει μέσω της διάβασης στην επίδικη οδό. Εν πάση περιπτώσει, στους ισχυρισμούς του αυτούς, δεν θα ήμουν διατεθειμένος, να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού τούτοι δεν τέθηκαν ως θέσεις της υπεράσπισης στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να τοποθετηθούν επ' αυτών, πόσον μάλλον όταν, τόσο η ΜΚ3 όσον και η ΜΚ4 (και τούτο ανεξάρτητα από την όποια κρίση μου περί αξιοπιστίας τους), εξέφρασαν σχετικές θέσεις οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση [βλ. Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527]. Επομένως, το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, που συγκρούεται με την λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν το αποδέχομαι. Η. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας, λοιπόν, κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τις αρχές που διέπουν τα παραδεκτά και κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καταλήγω και στα πιο κάτω επιπρόσθετα των αρχικών μου, ευρήματα: - ότι τα οχήματα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ήταν ακινητοποιημένα, σε στάση αναμονής, πριν την επίδικη διάβαση πεζών, δίνοντας προτεραιότητα στην ΜΚ3, για να εισέλθει σε αυτήν, καθώς επίσης ότι μετά την εν λόγω διάβαση πεζών, δεν υπήρχαν άλλα ακινητοποιημένα οχήματα λόγω αυξημένης - πυκνής τροχαίας κίνησης, - ότι η ΜΚ3, εισήλθε στη διάβαση πεζών τρέχοντας, και τέλος - ότι παρέμεινε άγνωστο ποιο ήταν το χρώμα του φωτός, των φώτων τροχαίας για τους οδηγούς και κατά συνέπεια και για τους πεζούς. Θ. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Εκείνο, λοιπόν, που με σαφήνεια προκύπτει, από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που βαρύνει κάθε οδηγό κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Και εξηγώ. Αριστερά του κατηγορούμενου οδηγούντο και άλλα οχήματα, τα οποία ήταν ακινητοποιημένα πριν την διάβαση πεζών, χωρίς η ενέργεια αυτή των εν λόγω οδηγών να συσχετιστεί με οποιαδήποτε άλλη αιτία πλην του γεγονότος ότι στο συγκριμένο σημείο υπήρχε διάβαση πεζών. Ο κατηγορούμενος, λοιπόν, αφού εντόπισε τα εν λόγω ακινητοποιημένα οχήματα, δεν έστρεψε την προσοχή του στον λόγο της ακινητοποίησης τους και κατά συνέπεια στο ενδεχόμενο κάποιος, απρόσεκτος, έστω, πεζός να επιχειρούσε διασταύρωση μέσω της διάβασης, στον οποίο οι οδηγοί των εν λόγω οχημάτων, να έδωσαν προτεραιότητα. Ενδεχόμενο, ωστόσο, στο οποίο θα έπρεπε να είχε στρέψει την προσοχή του κάθε λογικά σκεπτόμενος οδηγός υπό τις εν λόγω περιστάσεις. Αντ' αυτού, ο κατηγορούμενος, αντί να λάβει μέτρα αποτροπής, προχώρησε, ως να μη συνέβαινε οτιδήποτε, διατηρώντας σταθερή την ταχύτητα των 40 - 50ΧΑΩ, κατευθύνθηκε προς την διάβαση με αποτέλεσμα, όταν πλέον αντιλήφθηκε την εκεί παρουσία της ΜΚ3, να μην του παρέχεται η δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση με αυτήν, στο σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 4, [βλ. Κτωρίδης ανωτέρω ]. .Επομένως, ανεξάρτητα και μακριά από οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια της ΜΚ3, την οποία, με μεγάλη ευκολία μπορώ να πω ότι υπέχει, ο κατηγορούμενος θεωρώ ότι ήταν αμελής για τους λόγους που μόλις προανέφερα. Εκ του περισσού, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου, δηλαδή της ΜΚ3 [βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748] Δεδομένων, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση [1η κατηγορία]. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση, να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα [βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 ημερ. 15.7.2008]. [2] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [3] Πρόκειται για αυτούσια μεταφορά, των λεγομένων, του συνηγόρου υπεράσπισης. [4] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [5] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [6] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [7] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [8] π.χ. (α) ως προς τον τρόπο που κινήθηκε επί της διάβασης πεζών, και δη ότι, ως εν τέλει παραδέχθηκε, τρέχοντας, (β) ως προς το ότι δεν έλεγξε κατά πόσον κινούνταν οχήματα στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο κατηγορούμενος και (γ) ότι δεν πάτησε το κομβίο των φώτων της διάβασης πεζών. [9] το οποίο παρέμεινε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο