← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΚΑΣΤΑΝΙΑ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 6348/20, 29/9/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΚΑΣΤΑΝΙΑ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 6348/20, 29/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Σαββίδη, Προσ. Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 6348/20 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Σεπτεμβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Χρ. Θεμιστοκλέους (κα) Για κατηγορούμενη: Θ. Ανδρέου (κος) μαζί με Θ. Ανδρέου (κα) Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο, θανατηφόρο, δυστύχημα. Η κατηγορούμενη, βάση κατηγορητηρίου, αντιμετωπίζει, συνολικά, τρεις

(3)κατηγορίες. Ειδικότερα, κατηγορείται για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς[[1]] [1η κατηγορία], για το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας[[2]] [2η κατηγορία] και τέλος για το αδίκημα της παράλειψης οδηγού να δώσει προτεραιότητα σε όχημα που κινείτο, εξ αντιθέτου κατευθύνσεως, σε λεωφόρο[[3]] [3η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων και Κανονισμών, ως αναγράφονται, σε έκαστη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη, στις 19.03.2019, στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στην Κοκκινοτριμιθιά της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα της (αυτοκίνητο), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Άθου Χαραλάμπους [στο εξής το «θύμα»], ηλικίας 36 ετών, τέως από το Παλιομέτοχο [1η κατηγορία]. Περαιτέρω, της αποδίδεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, παραβίασε, σήμα τροχαίας, ήτοι την άσπρη, συνεχή, γραμμή, επί της ασφάλτου [2η κατηγορία], καθώς επίσης και ότι παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα, στο εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα, και δη έστριψε δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει τη πορεία της μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε το θύμα [3η κατηγορία]. Η κατηγορούμενη απάντησε, μη παραδοχή και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε, συνολικά, εννέα
(9)μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα, ενώπιον Δικαστηρίου, κατέθεσαν, ως μάρτυρες κατηγορίας, ο Α/Αστ 517 Α. Ανδρέου [ΜΚ1], ο Αρχ. 3029 Π. Ορφανός [ΜΚ2], ο Αστ. 577 Ι. Σανταφιανός [ΜΚ3], ο Γ. Γιανπανάς [ΜΚ4], ο Δρ. Σοφοκλή Σοφοκλέους [ΜΚ5], ο Δ. Χρυσοστόμου [ΜΚ6], ο Α. Αντωνίου [ΜΚ7], ο Λοχ. 2981 Μ. Σκούλλος [ΜΚ8] και τέλος ο Χρ. Παπασάββας [ΜΚ9]. Στη συνέχεια, αφότου, το Δικαστήριο, κάλεσε σε απολογία την κατηγορούμενη, και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, η τελευταία, επέλεξε να προχωρήσει με ανώμοτη δήλωση, παρουσιάζοντας, επίσης, και ένα
(1)μάρτυρα υπεράσπισης, τον Α. Λοΐζου [ΜΥ1]. Στη διαδικασία, κατατέθηκαν, συνολικά 35 ΤΕΚΜΗΡΙΑ. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως προς την ισχύ τους σχετικές, κατ' αναλογία Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628]. Β. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ και ΜΗ ΑΜΦΙΒΣΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Στην βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είτε για αυτά εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, στις 13.09.2019 και περί ώρα 16:50, η κατηγορούμενη, ενώ οδηγούσε το όχημα της, με κατεύθυνση, από Κοκκινοτριμιθιά προς Παλιομέτοχο, σε κάποιο σημείο της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου, παρά το πρατήριο καυσίμων με την ονομασία «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ», παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή [σήμανση επί ασφάλτου], και στην προσπάθεια της να κινηθεί δεξιά, με σκοπό να εισέλθει στο εν λόγω πρατήριο βενζίνης, κτυπήθηκε από τη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε το θύμα, επί της αριστερής, πίσω πόρτας, του οχήματος της. Τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας ξεκίνησαν να αποτυπώνονται από την πρώτη είσοδο του πρατηρίου καυσίμων «Πετρολίνα», ως η πορεία της, προς τα αριστερά, εντός της ζωγραφιστής νησίδας (κατά 30 - 40 εκατοστά), μέχρι και τη σύγκρουση. Το σημείο σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων βρισκόταν επί της εισόδου του επίδικου πρατηρίου καυσίμων και όχι σε κάποια από τις λωρίδες κυκλοφορίας, ως ήταν οι πορείες τους και συγκεκριμένα, 1,85 μέτρα αριστερά της λωρίδας, που ακολουθούσε το θύμα. Το δυστύχημα επισυνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου, ξεκινά από τον κυκλικό κόμβο στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας και καταλήγει στο κέντρο της Κοκκινοτριμιθιάς. Στο σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Σε απόσταση 228 μέτρων, μετά το επίδικο σημείο, με κατεύθυνση από Κοκκινοτριμιθιά προς Λευκωσία, ξεκινά ανοιχτή δεξιόστροφη καμπή. Είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις, διαχωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή. Και στις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχουν ασφάλτινα παγκέτα και επί της πλευράς που έγινε η σύγκρουση, μεταξύ της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος και του πεζοδρομίου, υπάρχει, στο ενδιάμεσο, ζωγραφιστή νησίδα. Το όριο ταχύτητας ήταν 50ΧΑΩ. Το όχημα της κατηγορούμενης, κυβισμού 1348 cc, μάρκας ΜAZDA, έφερε κτύπημα - βαθούλωμα, στην πίσω αριστερή πόρτα και μέρος του πίσω αριστερού φτερού. Συνεπεία του κτυπήματος, το γυαλί της πισινής, αριστερής, πόρτας έσπασε και τσαλακώθηκε ελαφρά η οροφή του. Η μοτοσυκλέτα, μάρκας ΚΤΜ, κυβισμού 1195cc, έφερε σπασμένο το μπροστινό της φανάρι καθώς επίσης, σπασμένα πλαστικά μέρη μπροστά και αριστερά. Ο μπροστινός τροχός συμπτύχθηκε προς τα μέσα και οι σωληνώσεις του σκελετού, ήταν κομμένες, στην αριστερή πλευρά. Επίσης έφερε, ίχνη τριβής στην δεξιά πλευρά της. Η μοτοσυκλέτα, μεταφέρθηκε στην Τροχαία Λευκωσίας, για να υποβληθεί σε εξετάσεις. Το θύμα, μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ, όπου η ώρα 17:52, η επί καθήκοντι ιατρός, Δρ. Μαρία Χ¨ Μιχαήλ, διαπίστωσε το θάνατο του. Στις 20.03.2019 και ώρα 12:30, στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, διενεργήθηκε η νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θανόντα, από τον Ιατροδικαστή ΜΚ
  1. Ο ΜΚ1, κατόπιν υποδείξεων του ΜΚ5, έλαβε αριθμό φωτογραφιών της νεκροψίας του θανόντα [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7]. Ο ΜΚ1, μαζί με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, επισκέφθηκαν τη σκηνή του δυστυχήματος, την ίδια ημέρα, και περί ώρα 18:
  2. Στην σκηνή, κατά την άφιξη τους, συνάντησαν τους, Αστ. 3847, 4950, 4550 και 482, οι οποίοι βρέθηκαν, πρώτοι, στη σκηνή, μαζί με άλλα μέλη της τροχαίας Λευκωσίας. Οι τελευταίοι απέκοψαν τη σκηνή και διαφύλαξαν αυτήν ανέπαφη, μέχρι την άφιξη των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ
  3. Οι ενεχόμενοι οδηγοί, μαζί με τον γιο της κατηγορούμενης, ο οποίος βρισκόταν στα πίσω καθίσματα του οχήματος της, κατά την άφιξη των ΜΚ1, ΜΚ2, και ΜΚ3, απουσίαζαν από τη σκηνή, αφού μεταφέρθηκαν, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, λόγω τραυματισμών τους. Ο Αστ. 3847 παρέδωσε στον ΜΚ1 τα στοιχεία του ΜΚ6, ο οποίος δήλωσε στον τελευταίο ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Περαιτέρω, ο ΜΚ1, με τη βοήθεια του ΜΚ2, προχώρησε σε διάφορες μετρήσεις, για σκοπούς ετοιμασίας του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3] καθώς, επίσης, και έλαβε αριθμό φωτογραφιών από τη σκηνή [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8]. Το εν λόγω σχεδιαγράφημα ετοιμάστηκε από τον ΜΚ1, ο οποίος σημείωσε τις πορείες και τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων καθώς και διάφορα ίχνη που εντόπισε επί της ασφάλτου, όπως και τη λωρίδα αίματος από αίμα του θύματος. Ειδικότερα, με το γράμμα Α, σημειώθηκε η πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης και με το γράμμα Α3, η τελική του θέση. Με το γράμμα Α1, σημειώθηκε το μαύρισμα του δεξιού πισινού ελαστικού του οχήματος της κατηγορούμενης, το οποίο δημιουργήθηκε κατά την περιστροφή του μετά την σύγκρουση του με την μοτοσυκλέτα και με το γράμμα Α2, το μαύρισμα του αριστερού πισινού ελαστικού του, το οποίο επίσης, δημιουργήθηκε κατά την περιστροφή του, από την πιο πάνω σύγκρουση. Με το γράμμα Β, σημειώθηκε η πορεία της μοτοσυκλέτας και με το γράμμα Β2, η τελική της θέση. Με το γράμμα Β1, σημειώθηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης, μήκους 24,30 μέτρων, που άφησε επί της ασφάλτου, η μοτοσυκλέτα. Με τα γράμματα ΑΘ, σημειώθηκε η λωρίδα αίματος, από το αίμα του θύματος. Με το γράμμα Χ, σημειώθηκε το σημείο σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, μετατράπηκε από τον ΜΚ1, σε σχέδιο επί κλίμακος 1:250 [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5]. Έπειτα, ο ΜΚ1, ετοίμασε άλλο πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, στο οποίο κατέγραψε τις υποδείξεις του ΜΚ6 [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4], και το οποίο επίσης μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακος 1:250 [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6]. Στις 22.03.2019, και ώρα 17:20, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, ο ΜΚ1, συνέλαβε την κατηγορούμενη. Μεταξύ των ωρών, 17:25 -19:05, έλαβε, από την κατηγορούμενη, ανακριτική κατάθεση, αφού πρώτα την πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και της επέστησε τη προσοχή της στον νόμο. Της υπεδείχθη το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, που ετοιμάστηκε στην απουσία της και αφού η κατηγορούμενη δήλωσε ότι επιθυμούσε να της υποδειχθούν επί τόπου οι εν λόγω καταγραφές, δεν το υπόγραψε. Στις 19.04.2019 και περί ώρα 16:00, η κατηγορούμενη, συνοδευόμενη από τον σύζυγο της, επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, με σκοπό να της υποδειχθεί και να της επεξηγηθεί το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Η κατηγορούμενη, λόγω του ότι ήταν αναστατωμένη, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη διαδικασία, αλλά ούτε να προβεί σε οποιεσδήποτε υποδείξεις και επομένως, δεν υπόγραψε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Στις 19.06.2019, ο ΜΚ1 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον σύζυγο της κατηγορούμενης, με σκοπό τη διευθέτηση, εκ νέου, συνάντησης στη σκηνή του δυστυχήματος, με απώτερο σκοπό την επεξήγηση του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, στην κατηγορούμενη. Η τελευταία, μέσω του συζύγου της, ενημέρωσε τον ΜΚ1, ότι δεν μπορεί να παρακολουθήσει την όποια, σχετική, διαδικασία και έτσι στις 04.07.2019 και μεταξύ των ωρών 17:25 -17:55, ο ΜΚ1, έλαβε 2η ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, στην οποία, η τελευταία, αφού της υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και της επεξηγήθηκε εκ νέου, ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε, καθώς επίσης, ούτε να το υπογράψει. Στις 28.03.2019, ο ΜΚ3, παρέδωσε στον ΜΚ1, ένα USB, το οποίο περιείχε πλάνα από κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του πρατηρίου καυσίμων «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ». Η υπεράσπιση, πέραν του ότι δεν αμφισβήτησε ούτε την διακίνηση του εν λόγω USB, μέσω διαφόρων μελών της Αστυνομίας, δεν αμφισβήτησε, ούτε τη διαδικασία, μεταφοράς του περιεχομένου αυτού, στο CD που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15, αλλά ούτε και ότι το περιεχόμενο αυτού, αποτελεί, το υλικό, από τα πλάνα της κάμερας του κλειστού κυκλώματος, του επίδικου πρατηρίου καυσίμων. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι το περιεχόμενο του CD απεικονίζει τα διαδραματιζόμενα της επίδικης ημέρας, σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του θύματος, εντός της εμβέλειας καταγραφής της επίδικης κάμερας του πρατηρίου καυσίμων. Στις 09.04.2019, στην Τροχαία Λευκωσίας, ο ΜΚ3, στην παρουσία του ΜΚ1, προέβη σε μηχανικό έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων. Κατά τη διάρκεια του μηχανικού ελέγχου με υποδείξεις του ΜΚ3, ο ΜΚ1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών, οι οποίες κατατέθηκαν στη διαδικασία ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9[4]. Τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου. Γ. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους, έχοντας συνεχώς κατά νου ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και το βάρος απόδειξης το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, στον απαιτούμενο βαθμό, παραθέτοντας τα καίρια σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων, παραπέμποντας, περαιτέρω, και στην επί του θέματος νομολογία. Ήταν, ειδικότερα, η θέση της ότι, μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το τελευταίο μπορεί να καταλήξει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη δεν έλεγξε καθόλου και/ή επαρκώς την τροχαία κίνηση στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας της, ούτως ώστε να αντιληφθεί ότι μετά το όχημα το οποίο εισήλθε στο πρατήριο, από την πρώτη είσοδο αυτού, ακολουθούσε η μοτοσυκλέτα του θύματος, αφού το οπτικό της πεδίο δεν περιοριζόταν από οτιδήποτε τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο και ήταν περί τα 315μέτρα. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης. Βασική θέση της υπεράσπισης ήταν ότι, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα αρχή, δεν προέκυψε ότι η πράξη της κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο καυσίμων «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ», συνιστούσε, επικίνδυνη πράξη, αφήνοντας έκθετη την ασφάλεια τρίτων σε προβλεπτό κίνδυνο. Αντίθετα από τη μαρτυρία προέκυψε ότι δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο η κατηγορούμενη μπορούσε να δει τη μοτοσυκλέτα, η οποία κινείτο στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, πριν επιχειρήσει στροφή δεξιά και συνεπώς προβλέποντας τον κίνδυνο, αψήφησε και/ή αγνόησε τούτον, κατά τρόπο επικίνδυνο, αλόγιστο ή απερίσκεπτο. Θα αναφερθώ εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που κρίνω ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρώ ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε επουσιώδες, εγειρόμενο επιχείρημα [βλ. κατ' αναλογία, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας, ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύω, αυτονόητο, πως εάν η προσέγγιση τούτη ήταν διαφορετική, θα καλούμουν να εξετάσω πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου [βλ. κατ' αναλογία, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224]. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Εν σχέσει με την πρώτη κατηγορία [1η κατηγορία], σημειώνω ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης αυτό που ελέγχεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη η συμπεριφορά του οδηγού ήταν επικίνδυνη. Η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή, μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει αυτή την επικίνδυνη κατάσταση να αποδειχθεί ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Αυτό δεν εξ υπακούει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός ήταν απερίσκεπτος (reckless) ή ότι είχε πρόθεση να οδηγήσει με τρόπο ασυμβίβαστο με το αποδεχτό επίπεδο οδήγησης. Το σφάλμα θα πρέπει να εμπεριέχει την ύπαρξη αποτυχίας να επιδειχθεί η φροντίδα ή η δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού πάντοτε σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η γραμματική έννοια της λέξης ¨επικίνδυνη¨ σημαίνει την πράξη η οποία εγκυμονεί κίνδυνο ή προκαλεί φόβο ή απειλή για τους άλλους [Βλ. R v Gosney
(1971)55 Cr. App.R.502, Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ.233, Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ σελ.118]. Αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά ή πράξη και δη κάθε ενέργεια ή παράλειψη η οποία διενεργείται η παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική [βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 220]. Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή η σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο ο οποίος τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας [βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473]. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην Adamis v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του [βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436]. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή [βλ. Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125]. Ε. ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στο σημείο, αυτό, και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρώ, ορθό, να θέσω το κύριο ερώτημα το οποίο εγείρεται στη παρούσα υπόθεση. Είμαι της άποψης, λοιπόν, ότι αυτό που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον τη στιγμή που η κατηγορούμενη επιχειρεί στροφή δεξιά, προς την είσοδο του πρατηρίου καυσίμων «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ», ανεξάρτητα και μακριά, εάν παραβίασε την σήμανση επί εδάφους και δη την άσπρη συνεχή γραμμή, το θύμα αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο στον οποίο η κατηγορούμενη θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή της και να το συνυπολογίσει, προτού επιχειρήσει τη στροφή δεξιά, ΣΤ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της, στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Ειδική αναφορά σε αυτή θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο για σκοπούς περαιτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου, εν σχέσει με τα υπό κρίση αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. [ΜΚ1] Ο ΜΚ1, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του [Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1], ως ορθό, αναφέρθηκε στις εν γένει ενέργειες, στις οποίες προέβη, ως εξεταστής, της υπόθεσης. Ειδικότερα, κατέθεσε εν σχέσει με την εκπαίδευση που έλαβε, για σκοπούς διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων, καθώς επίσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Ως προς τη διερεύνηση, της παρούσας υπόθεσης, πέραν των όσων, ήδη, αποτέλεσαν ευρήματα δικαστηρίου, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και στον τρόπο με τον οποίο προχώρησε στον υπολογισμό της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα, ως τούτη κατεγράφη από το εν λόγω κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, του επίδικου πρατηρίου καυσίμων, με σκοπό, στη συνέχεια, να δύναται να υπολογίσει την ταχύτητα που είχε αυτή, πριν τη σύγκρουση της στο όχημα της κατηγορούμενης. Επί τούτου, ανέφερε ότι, στις 19.04.2019, αφού επισκέφθηκε, εκ νέου, μαζί με τον ΜΚ2, τη σκηνή του δυστυχήματος, ο τελευταίος, θέτοντας υπό τον έλεγχο του την οθόνη του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του επίδικου πρατηρίου και έχοντας συνεχή επικοινωνία με τον ΜΚ1, ζήτησε από τον τελευταίο όπως ξεκινήσει, πεζός, να κινείται, ως προς τη πορεία που είχε η μοτοσυκλέτα, με σκοπό, όταν εμφανιστεί στο πλάνο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, να καταγράψει το σημείο τούτο στο έδαφος και έπειτα να πράξει το ίδιο στο σημείο, όπου ο ΜΚ2, θα του ανέφερε ότι θα έπαυε να εμφανίζεται στο εν λόγω πλάνο καταγραφής του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Η απόσταση τούτη καταμετρήθηκε και ήταν 47.10 μέτρα. Εν σχέσει, με την ετοιμασία του 2ου πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τούτο περιλαμβάνει τις υποδείξεις του ΜΚ6, ως του αυτόπτη μάρτυρα του δυστυχήματος. Ειδικότερα, υπέδειξε με το γράμμα Α4, το σημείο στο οποίο βρισκόταν το όχημα της κατηγορούμενης, προτού αρχίσει να στρίβει δεξιά, έπειτα με το γράμμα Α5, τη θέση του οχήματος της κατηγορούμενης στο μέσο της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας, όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν στην αρχή, περίπου της πρώτης εισόδου του πρατηρίου, θέση την οποία σημείωσε ως Β3 και τέλος, με το γράμμα Β4, το σημείο που είδε το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας να χαμηλώνει, αντιλαμβανόμενος ότι το θύμα έκανε χρήση φρένων. Επίσης, ο ΜΚ1 προέβη στη χρονομέτρηση τυχαίων οχημάτων, που εισέρχονταν, από την επίδικη Λεωφόρο, στο πρατήριο βενζίνης, ως η πορεία της κατηγορούμενης. Η καταμέτρηση, αφορούσε δυο ομάδες οχημάτων. Η δε πρώτη αποτελείτο από ομάδα 10 οχημάτων, τα οποία, προτού κινηθούν δεξιά, προς το πρατήριο, σταματούσαν τελείως τα οχήματα τους και έπειτα, επανεκκινούσαν αυτά, για να στρίψουν δεξιά και η δεύτερη ομάδα οχημάτων, αποτελείτο από 6 οχήματα, τα οποία προτού κινηθούν δεξιά, προς το πρατήριο, ελάττωναν κατά πολύ την ταχύτητα τους, χωρίς, όμως, να σταματούν εντελώς. Μέσος όρος του χρόνου της πρώτης ομάδας ήταν τα 3,53 δευτερόλεπτα και για την δεύτερη ομάδα τα 2,17 δευτερόλεπτα. Για σκοπούς, τώρα, υπολογισμού της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, έλαβε υπόψη την απόσταση των 47.10 μέτρων, όπως και την έκθεση του ΜΚ9, ο οποίος αφού ανέλυσε τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος, διαπίστωσε ότι, κάθε 1 δευτερόλεπτο καταγραφής του κυκλώματος αποτελείται από 12 frames και ότι η μοτοσυκλέτα καλύπτει την πιο πάνω απόσταση σε συνολικά 19 frames. Επομένως κατέληξε ότι την απόσταση των 47.10 μέτρων, το θύμα την κάλυψε σε 1,58 δευτερόλεπτα. Με βάση τούτο, υπολόγισε ότι, σε 1 δευτερόλεπτο, η μοτοσυκλέτα, διάνυσε 29,81 μέτρα και τέλος, για την εύρεση της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, σε χιλιόμετρα, λίγο πριν τη σύγκρουση, αφού προέβη στη σχετική μαθηματική πράξη [29.81([5]) *3,6([6])], κατέληξε ότι, ταχύτητα αυτής, ήταν 107, 31 ΧΑΩ. Επίσης, ανέφερε, ότι λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που χρειάστηκε το όχημα της κατηγορούμενης από τη στιγμή που άρχισε να στρίβει δεξιά μέχρι το σημείο σύγκρουσης και σε συνάρτηση με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, δηλαδή 29,91 μέτρα το δευτερόλεπτο, διαπίστωσε ότι εάν το όχημα βρισκόταν σε στάση, προτού αρχίσει να στρίβει, θα χρειαζόταν χρόνο 3,53 δευτερόλεπτα και άρα η μοτοσυκλέτα θα βρισκόταν 105,22 μέτρα μακριά τη στιγμή που το όχημα άρχισε να στρίβει.Αν το όχημα δεν βρισκόταν σε στάση αλλά ελάττωσε κατά πολύ την ταχύτητα του συνεχίζοντας την πορεία του, προς δεξιά, θα χρειαζόταν 2,17 δευτερόλεπτα, και άρα, σε αυτή την περίπτωση, η μοτοσυκλέτα θα βρισκόταν 64,68 μέτρα μακριά τη στιγμή που το όχημα άρχισε να στρίβει. Και στις δύο περιπτώσεις η μοτοσυκλέτα βρισκόταν εντός του οπτικού πεδίου της κατηγορούμενης, αφού η ορατότητα της ήταν 315 μέτρα. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι τα προσόντα, τα οποία ανέφερε ότι κατέχει για σκοπούς διερεύνησής δυστυχημάτων, περιορίζονται στην εν γένει εκπαίδευση που λαμβάνουν όλοι οι αστυνομικοί στην Αστυνομική Ακαδημία. Συμφώνησε με την υπεράσπιση, ότι δεν προέβη σε αναπαράσταση του δυστυχήματος καθώς επίσης και ότι, οι όποιες αναφορές του, στην ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, αποτελούσαν απλή μαθηματική πράξη, χωρίς να θεωρεί, απαιτούμενο, οποιαδήποτε προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη. Επίσης, συμφώνησε με την υπεράσπιση, ότι η μοτοσυκλέτα δεν ανατράπηκε πριν τη σύγκρουση της με το όχημα της κατηγορούμενης, αλλά, ουσιαστικά, η ακινητοποίηση της επήλθε, αφότου τούτη συγκρούστηκε με το τελευταίο. Διευκρίνισε ότι από τη σύγκρουση, της μοτοσυκλέτας στο όχημα της κατηγορούμενης, το τελευταίο μετακινήθηκε κατά 90 μοίρες [7], χαρακτηρίζοντας την σύγκρουση ως «αρκετά δυνατή και μεγάλη». Εντέλει, συμφώνησε, ότι η ταχύτητα των 107ΧΑΩ, ως υπολογίστηκε, με βάση τα δεδομένα, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν, ήταν όταν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε διαδικασία επιβράδυνσης, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν αναφερόταν στην γραπτή του κατάθεση, συμπληρώνοντας, δε, ότι τούτη (η μοτοσυκλέτα), πριν ξεκινήσει να αφήνει ίχνη τροχοπέδησης, κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από τα 107ΧΑΩ, ως τα υπολόγισε. Περαιτέρω, προς τούτο, ανέφερε, ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ανάλυση του βαθμού της επιβράδυνσης, βάση του τρόπου που αποτυπώθηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο, αφού δεν είχε, στην ουσία, τις γνώσεις να πράξει τούτο. Συμπαρατάχθηκε, με τη θέση της υπεράσπισης ότι, εάν το θύμα, δεν κινείτο αριστερά, εντός της ζωγραφιστής νησίδας θα αποφεύγετο η σύγκρουση με το όχημα της κατηγορούμενης, αφού στην ουσία τούτο, δεν ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, υπογραμμίζοντας, όμως ότι, τούτη η κίνηση, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, αφού στον κίνδυνο, ο κάθε οδηγός, αντιδρά διαφορετικά. Ανέφερε, ότι ο χρόνος αντίδρασης (thinking distance), ενός οδηγού μοτοσυκλέτας και ενός οδηγού αυτοκινήτου διαφέρει, αφού στον πρώτο τούτο περιορίζεται στο 1 δευτερόλεπτο, ενώ στο δεύτερο, σε 1,5 δευτερόλεπτο. Δεν διαφώνησε, με την υπεράσπιση, ότι είναι διαφορετικό το μέγιστο οπτικό πεδίο του δρόμου και διαφορετική η ορατότητα ενός οδηγού οχήματος, σχολιάζοντας, ότι στη παρούσα περίπτωση, ο δρόμος ήταν ευθύς με μια δεξιόστροφη στροφή, ως η πορεία της κατηγορούμενης, και κατ' αναλογία αριστερόστροφη, ως η πορεία του μοτοσικλετιστή. Παράλληλα, συμφώνησε με την υπεράσπιση και ως προς το ότι, ως ήταν η κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας, πριν το δυστύχημα, μπροστά από αυτήν εντοπίζεται, από το σχετικό βίντεο [Τεκμήριο 15], ένα όχημα στα 12 δευτερόλεπτα, το οποίο κινείται ευθεία και ακολουθεί ακόμα ένα όχημα, το οποίο εισέρχεται στο πρατήριο, και επομένως περί τα 4 δευτερόλεπτα, πριν το δυστύχημα, ξεπροβάλλει για πρώτη φορά η μοτοσυκλέτα. Συμφώνησε ότι, ουσιαστικό ρόλο έχει και η σιλουέτα ενός οχήματος, διευκρινίζοντας, ότι διαφορετική σιλουέτα έχει ένα όχημα και διαφορετική μια μοτοσυκλέτα, καταλήγοντας, έτσι, ότι μια μοτοσυκλέτα είναι λιγότερο ευδιάκριτη σε σχέση με ένα όχημα, ειδικότερα όταν κάποιος την βλέπει από μπροστά. Τέλος, του υπεβλήθη ότι ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε σε καταγραφή του χρόνου, για οχήματα ως η πορεία της κατηγορούμενης, είναι λανθασμένος, αφού, αρχικά τα δείγματα, μεταξύ τους ήταν άνισα και έπειτα, ανεπαρκή, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι ο αριθμός των δειγμάτων που έλαβαν ήταν ικανοποιητικός για να εξάγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί η απόσταση που διένυσε η μοτοσυκλέτα καταγράφηκε με τον τρόπο που ανέφερε και όχι μέσω των καρέ (frames), ο ΜΚ1, ανέφερε ότι δούλεψαν με ότι είχαν, αφού δεν είχαν την τεχνολογία που του ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης. Έχοντας υπόψη τους χρόνους που κατέγραψαν, κατά μέσο όρο, όταν ένα όχημα στρίβει δεξιά προς το πρατήριο, με στάση, κατέληξε ότι αν η μοτοσυκλέτα κινείτο με 83ΧΑΩ, τότε το δυστύχημα θα είχε αποφευχθεί, ενώ εάν έστριβε το όχημα χωρίς στάση και η μοτοσυκλέτα κινείτο με ταχύτητα 72 ΧΑΩ, πάλι θα αποφεύγετο. [ΜΚ2] Ο ΜΚ2 παρουσιάστηκε ως ο επόπτης και συντονιστής της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, αφού, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο υπεύθυνος του Τμήματος Τροχαίας Λευκωσίας. Επίσης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε, για σκοπούς διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων καθώς και των πιστευτηρίων τα οποία κατέχει, επί των θεμάτων τούτων. Μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, το οποίο υιοθέτησε ως ορθό [Βλ. Τεκμήριο 16], αναφύονται οι ενέργειες στις οποίες προέβη τόσον ο ίδιος προσωπικά, όσον και άλλα μέλη της αστυνομίας, κατόπιν δικών του οδηγιών, στα πλαίσια της διερεύνησης του παρόντος δυστυχήματος. Ειδικότερα, μεγάλο μέρος της γραπτής του κατάθεσης, αφορούσε στις ενέργειες που προέβη, στις 19.04.2019, μαζί με τον ΜΚ1, στη σκηνή του δυστυχήματος, για σκοπούς καταμέτρησης της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα, ως καταγράφηκε από το πλάνο, του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, του επίδικου πρατηρίου καυσίμων. Περαιτέρω, ο ΜΚ2, κατά την κυρίως εξέταση του και έχοντας ως υπόβαθρο τη θέση του επόπτη και συντονιστή της διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος, αναφέρθηκε τόσον στην ορατότητα της κατηγορούμενης [315 μέτρα], ως ήταν η πορεία της, όσο και στην ταχύτητα που κινείτο η μοτοσυκλέτα του θύματος [107 ΧΑΩ]. Η αντεξέταση του ΜΚ2, περιορίστηκε επί συγκεκριμένων θεμάτων. Αρχικά, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να τοποθετηθεί, κατά πόσον, πέραν των όσων ανέφερε, εν σχέσει με την εμπλοκή στα θέματα καταμέτρησης της απόστασης των 47,10μέτρων, ενεπλάκη και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, πχ της καταμέτρησης της ορατότητας της κατηγορουμένης ή του υπολογισμού της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι τα ευρήματα τούτα, του κοινοποιήθηκαν, ενόψει της εποπτικής θέσης που είχε, στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, εξού και ήταν εις γνώση του. Τώρα, ως προς το ζήτημα, του υπολογισμού της απόστασης των 47,10 μέτρων, ο ΜΚ2, ερωτήθη κατά πόσον, ερεύνησε, με οποιοδήποτε τρόπο, εάν οι κάμερες του εν λόγω πρατηρίου καυσίμων, από την επίδικη ημέρα καταγραφής του οπτικού υλικού μέχρι την ημερομηνία που προέβη στον σχετικό, υπολογισμό της απόστασης των 47,10, μαζί με τον ΜΚ1, ενόψει και του τρόπου που τούτη υπολογίστηκε, μετακινήθηκαν ή όχι, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι, αν και δεν ρώτησε τον ιδιοκτήτη του επίδικου πρατηρίου, περί τούτου, δεν θεωρεί ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, ενόψει του ότι οι εν λόγω κάμερες, ήταν στην οροφή του πρατηρίου. Παρόλα αυτά, ισχυρίστηκε ότι, ακόμα και εάν η κάμερα μετακινείτο, η απόσταση καταμετρήθηκε με βάση το σημείο που φαίνεται η μοτοσικλέτα και έπειτα χάνεται, κατά μήκος του πλάνου καταγραφής, με την υπεράσπιση, να αντιδρά με την εν λόγω θέση του μάρτυρα, υποβάλλοντας του ότι ο τρόπος με τον οποίο υπολόγισε την απόσταση, αρχικά, δεν επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρει και έπειτα δεν διασφαλίζει, αντικειμενικά, το ότι η μοτοσυκλέτα διένυσε απόσταση 47,10 μέτρων, αφού η απόσταση, θα έπρεπε να υπολογιστεί μέσω του οπτικού υλικού που είχαν και όχι με τα πόδια. Προς τούτο, ο ΜΚ2, επέμενε, ότι δεν μπορούσαν να υπολογίσουν διαφορετικά την εν λόγω απόσταση, έτσι ώστε να μπορούν να εντοπίσουν την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας. Περαιτέρω, υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι, ακόμα και σωστή να ήταν η καταμέτρηση των 47,10 μέτρων, η ταχύτητα στην οποία κατέληξαν ότι κινείτο η μοτοσυκλέτα ήταν ο μέσος όρος, αυτής, κατά τη στιγμή που τούτη βρισκόταν σε διαδικασία επιβράδυνσης, με τον ΜΚ2 να μην συμφωνεί και να αναφέρει ότι η επιβράδυνση αυτής, ξεκίνησε τη στιγμή που αποτυπώθηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο. Ως προς την ορατότητα της κατηγορούμενης, τη δεδομένη στιγμή, ο μάρτυρας, πέραν του ότι ανέφερε, για πρώτη φορά, ότι τούτη καταμετρήθηκε, στην παρουσία του, μεταξύ άλλων, ανάφερε και ότι, ναι μεν, η ορατότητα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, αλλά στην προκειμένη, κατά την γνώμη του, τα οχήματα που βρίσκονταν είτε στη πορεία της, είτε στην εξ αντιθέτου, δεν επηρέαζαν τούτη, εμμένοντας στην ουσία ότι ήταν στα 315 μέτρα. [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, είναι τοποθετημένος στο Γραφείο Εξέτασης Σοβαρών Υποθέσεων της Τροχαίας και είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος, εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων, σχεδιαστής επί κλίμακας, ειδικός στην ανίχνευση ταχύτητας από τα ίχνη τροχοπέδησης, εκπαιδευτής ταχυμέτρου και μηχανών αλκοόλης, καθώς επίσης και κάτοχος σειράς πιστοποιητικών επί θεμάτων διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Περαιτέρω, μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης [βλ. Τεκμήριο 17], το οποίο υιοθέτησε, ως ορθό, αναφέρθηκε, τόσο στις ενέργειες τις οποίες προέβη τόσο την επίδικη ημερομηνία του δυστυχήματος, όσο και σε μεταγενέστερο, στάδιο. Παρουσίασε, τα στοιχεία του κάθε ενεχόμενου οχήματος, ως τούτα προκύπτουν από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων, καθώς επίσης και τις ζημιές, ξεχωριστά, που υπέστηκαν από την εν λόγω σύγκρουση. Πλην των όσων κατέγραψε εν σχέσει, με τις εργοστασιακές προδιαγραφές του κάθε κατασκευαστή, αυτών, σημείωσε ότι, επί της μοτοσυκλέτας, εντοπίστηκε power commander μάρκας DYNOJET, το οποίο δεν ήταν τοποθετημένο, από τον κατασκευαστή της. Εξήγησε, ότι τούτο, πρόκειται για συσκευή μικροεπεξεργαστή, στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί πρόγραμμα χαρτογραφημένο, και βάση αυτού, συνήθως, βελτιώνεται η εξάτμιση, η απόδοση και φίλτρο αέρα, συντονισμό ροής καυσίμων και εισόδου αέρα με πολλές μεταβλητές σε κάθε εφαρμογή για τον κινητήρα με αύξηση της δύναμης του. Από τον έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων, δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα, πριν το δυστύχημα. Επίσης, ανέφερε ότι εξετάστηκε ζήτημα παραποίησης του αρ. πλαισίου και μηχανής της μοτοσυκλέτας, με κατάληξη ότι ο αριθμός της μηχανής ήταν απαλειμμένος με μηχανική επέμβαση και στη θέση του ήταν επιτόπια κτυπημένος άλλος αριθμός. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, ταυτίζονται και συγκεκριμένα, η 1η επαφή της μοτοσυκλέτας φαίνεται να είναι με τον μπροστινό τροχό, στην αριστερή πίσω πόρτα του οχήματος της κατηγορούμενης, με το πιο δυνατό σημείο να είναι με μέτρηση από το έδαφος, από 27 εκατοστά μέχρι 50 εκατοστά, στην πόρτα σε συνδυασμό με το μπροστινό σύστημα ανάρτησης της μοτοσυκλέτας. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε. Ερωτήθη, αρχικά, από την υπεράσπιση, κατά πόσον στην μοτοσυκλέτα, υπήρχε σύστημα πέδησης ABS, και εάν ναι, πώς τούτο λειτουργεί, σε μια μοτοσυκλέτα. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στην προκειμένη υπήρχε το εν λόγω σύστημα πέδησης, εξηγώντας, ότι ένας οδηγός μοτοσυκλέτας, χρησιμοποιώντας αυτό, επιτυγχάνει τη μείωση της ταχύτητας και ανάλογα με την ταχύτητα του οδηγού και την πίεση που θα ασκήσει, ενεργοποιείται ένα σύστημα το ονομαζόμενο anti -lock braking system [ABS], το οποίο διακόπτει ή επιτρέπει τη λειτουργία κίνησης του τροχού με σκοπό την ακινητοποίηση. Περαιτέρω, διευκρίνισε, ότι η επίδικη μοτοσυκλέτα αποτελεί μια από τις καλύτερες μοτοσυκλέτες στον κόσμο, όσον αφορά το σύστημα πέδησής αφού εκτός από το ΑΒS είναι εφοδιασμένη και με το traction control. Τούτο, σε συνδυασμό με το ABS, προστατεύει τον οδηγό από πλάγια πτώση, χωρίς βέβαια τούτο να αποτελεί και πανάκεια. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ3 ρωτήθηκε κατά πόσον από τα ευρήματα του, πρόκυπτε, εάν η μοτοσυκλέτα και κατ' επέκταση και το θύμα ανατράπηκαν πριν την σύγκρουση ή μετά, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι το θύμα εκτινάχθηκε, αφότου συγκρούστηκε με το όχημα της κατηγορούμενης, χωρίς προηγουμένως να ανατραπεί η πορεία της μοτοσυκλέτας. Συμφώνησε, με την υπεράσπιση, ότι εάν το θύμα κινείτο, εντός του ορίου ταχύτητας, θα κατόρθωνε σε λιγότερο από 14 μέτρα να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε ζημιά. Επίσης, επέμενε, ότι το power commander που εντόπισε στην μοτοσυκλέτα, δεν ήταν ενεργοποιημένο, πριν το δυστύχημα και τούτο πρόκυπτε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση σε αυτό. Απλά ήταν εγκαταστημένο, με την υπεράσπιση, να θέτει εν αμφιβόλω τη θέση αυτή του μάρτυρα. Τέλος, ο ΜΚ3, ανέφερε, ότι βάση των ζημιών που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα, η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ήταν περισσότερη από 107ΧΑΩ, ως την υπολόγισε ο ΜΚ
  1. [ΜΚ4] Ο ΜΚ4, ήταν ο γαμπρός του θύματος. Στη βάση της γραπτής του κατάθεσης, την οποία και υιοθέτησε, ανέφερε ότι στις 20.03.2019, αναγνώρισε τη σορό του θύματος, πριν την νενομισμένη νεκροτομή. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε, ότι με το θύμα, πέραν της οικογενειακής κατάστασης τους (γαμπρός), ήταν και φίλοι. Ρωτήθηκε, κατά πόσον το θύμα, συνήθιζε να τρέχει με τη μοτοσυκλέτα του, με τον μάρτυρα, να αρνείται τούτο, παρόλο που του υπεδείχθη, το σχετικό προφίλ που διατηρούσε, ο τελευταίος, στο Facebook και στο οποίο υπήρχαν κατ' ισχυρισμόν αναρτήσεις, αποδεικτικά των αναφορών της υπεράσπισης. Ως προς το εάν την επίδικη ημέρα, έφερε κράνος, ο μάρτυρας ανέφερε, ότι δεν το έφερε, ενώ γενικότερα, συνήθιζε να το φορεί. [ΜΚ5] Ο ΜΚ5, ήταν ο ιατροδικαστής, που διενήργησε τη νενομισμένη νεκροτομή επί της σορού του θύματος. Αφότου υιοθέτησε το περιεχόμενο της σχετικής, ιατροδικαστικής του έκθεσης, προχώρησε, αναφέροντας, ότι ο θάνατος αυτού, προκλήθηκε ένεκα σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, με την υπεράσπιση να θέτει εν αμφιβόλω κατά πόσον το αποτέλεσμα θα ήταν τούτο, εάν το θύμα έφερε κράνος. Ο ΜΚ5, προς τούτο ανέφερε « Σίγουρα το κράνος θα τον προστάτευε. Τώρα, αν είχε ή όχι αυτό, δεν μπορώ να το ξέρω, αλλά σίγουρα θα τον προστάτευε το κράνος.». [ΜΚ6] Ο ΜΚ6, ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Εν σχέσει με τη παρούσα υπόθεση, έδωσε δύο γραπτές καταθέσεις [Βλ. Τεκμήριο 14 (συμπληρωματική) και 18 (αρχική)] Στην αρχική του κατάθεση, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ισχυρίστηκε ότι ανέμενε να εισέλθει, με το όχημα του, στην Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου, με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Εντόπισε το όχημα της κατηγορούμενης να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Την ίδια στιγμή άκουσε θόρυβο από μοτοσυκλέτα, κοίταξε αριστερά, και είδε, στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, μια μοτοσυκλέτα, στην αρχή της πρώτης εισόδου του πρατηρίου καυσίμων, σύμφωνα με την κατεύθυνση της, από Λευκωσία. Κινείτο γρήγορα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την ταχύτητα της. Είδε το όχημα της κατηγορούμενης να κινείται με στροφή δεξιά, για να εισέλθει στο πρατήριο καυσίμων και ταυτόχρονα τη μοτοσυκλέτα, να σκύβει προς τα εμπρός και το θύμα να προσπαθεί να την σταματήσει. Επίσης, ανέφερε, ότι ενόψει της θέσης του, δεν είδε εάν η κατηγορούμενη είχε θέσει σε λειτουργία τον δείκτη πορείας της. Καταληκτικά, στην εν λόγω γραπτή του κατάθεση, αναφέρθηκε στη σύγκρουση και τα γεγονότα, που ακολούθησαν αυτής. Κατά τη συμπληρωματική του κατάθεση, αναφέρθηκε στις υποδείξεις που προέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και συγκεκριμένα την ακριβή θέση που είχε ο ίδιος, το όχημα της κατηγορούμενης όταν το είδε να βρίσκεται ακόμα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, στη συνέχεια όταν τούτο κινήθηκε δεξιά και κάλυψε περίπου το μισό της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και άκουσε τότε το θόρυβο της μοτοσυκλέτας, όπου βρισκόταν στο ύψος (αρχή) της πρώτης εισόδου του πρατηρίου, ως ήταν η πορεία της τελευταίας. Επίσης υπέδειξε και το σημείο, όπου είδε τη μοτοσυκλέτα, να σκύβει μπροστά το μπροστινό της μέρος. Στο σημείο, αυτό θα παραθέσω, αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά της διαδικασίας, εν σχέσει με τα αμφισβητούμενα γεγονότα: «Ε. Και λέτε ότι η μοτοσυκλέτα την είδατε για πρώτη φορά στο σημείο Β
  2. Δείτε το Β3 που λέτε. Α. Μάλιστα. Στην πρώτη είσοδο του πρατηρίου, ο λόγος που είδα τη μοτοσυκλέτα ήταν ο θόρυβος της. Ε. Ακούσατε τον θόρυβο και κοιτάξετε προς την πορεία εκείνη που είδατε; Α. Ναι αλλιώς δεν θα την εθωρούσα, δεν θα ασχολούμουν καν να δω στην αντίθετη λωρίδα, εμένα το μου μου μυαλό ήταν στη δική μου λωρίδα. Ε. Κατά τη στιγμή που εσείς την είδατε για πρώτη φορά, υπήρχε άλλο όχημα μπροστά από τη μοτοσυκλέτα; Α. Ακριβώς μπροστά δηλαδή να ήταν τέλεια μέσα στον κώλο του οχήματος του άλλου μπροστά που λαλούμε όχι, είχε όμως άλλα οχήματα, επειδή η γυναίκα δεν είχε σταματήσει αλλά πήγαινε, περνούσαν άλλα οχήματα, ναι είχε άλλα οχήματα μπροστά, τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς σίγουρα, δεν είχε κάποιο όχημα κολλημένο μπροστά από τη μοτότα ας πούμε, το μόνο σίγουρο που μπορώ να πω. [.]». Ως προς δε την ταχύτητα που κινείτο, ανέφερε, ότι επειδή είναι 18 χρόνια έμπειρος οδηγός μοτοσυκλέτας, μπορεί να υπολογίσει αρκετά ρεαλιστικά, την ταχύτητα με την οποία κινείται ένα όχημα ή μια μοτοσυκλέτα, ωστόσο, ως προς τη ταχύτητα της επίδικης μοτοσυκλέτας, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ταχύτητα, «απλά ξέρει σίγουρα» ότι δεν πήγαινε 50ΧΑΩ, αλλά ούτε και 200ΧΑΩ. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε, ότι προ του οχήματος της κατηγορούμενης, προηγούνταν και άλλα οχήματα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό τους, διευκρινίζοντας, ότι τούτα, υπήρχαν πριν ο ίδιος φτάσει στο σημείο που έκανε αλτ, για να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας της κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε ότι ο μόνος λόγος που δεν εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας της κατηγορούμενης, ήταν επειδή, το όχημα της τελευταίας, κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, και δεν γνώριζε ποιες ήταν οι προθέσεις της, ως προς την πορεία της. Το ίδιο, ισχυρίστηκε ότι συνέβαινε και στην εξ αντιθέτου λωρίδα, μπροστά από την μοτοσυκλέτα, ήτοι ότι υπήρχαν οχήματα έμπροσθεν αυτής. Επανέλαβε, ότι ο μόνος λόγος που γύρισε για να δει την επίδικη μοτοσυκλέτα, ήταν λόγω του θορύβου που άκουσε, και τούτο το έπραξε επειδή είναι και ο ίδιος μοτοσικλετιστής και του αρέσει, να τις βλέπει, όταν περνάνε από μπροστά του. Ήταν 100% σίγουρος, ότι τη στιγμή που η εν λόγω μοτοσυκλέτα χαμήλωσε το μπροστινό της μέρος, προς τα εμπρός, ήταν επειδή το θύμα, χρησιμοποίησε τα φρένα της, συμπληρώνοντας, στη συνέχεια, ότι η χρήση των φρένων ήταν συνεχόμενη. Ανέφερε, ότι η μοτοσυκλέτα κινείτο στη μέση της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας και δεν χρησιμοποίησε τη ζωγραφιστή λωρίδα, εξ αριστερών της, ως η πορεία της, εμμένοντας στη θέση του ότι το θύμα δεν βγήκε εκτός της λωρίδα του. Εν σχέσει με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, και εφόσον ο ίδιος έθεσε τον εαυτό του, ότι μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα αυτής, ξεκίνησε να προβαίνει σε διάφορους υπολογισμούς, λέγοντας από τη μία ότι μπορούσε να κινείτο με 70 έπειτα με 100 και ούτω καθεξής. Προχώρησε σε διάφορους, υπολογισμούς της ταχύτητας της, ενόψει και της κατ' ισχυρισμό εμπειρίας του, από τη χρήση τέτοιων μηχανών. Έπειτα, συμφώνησε με την υπεράσπιση, ότι για να δει το θύμα να σκύβει, σημαίνει ότι ήταν παρατεταμένη η χρήση των φρένων. [ΜΚ7] Ο ΜΚ7, είναι ο τεχνικός εγκατάστασης του συστήματος παρακολούθησης του κλειστού κυκλώματος, του επίδικου πρατηρίου καυσίμων. Μέσα από την γραπτή του κατάθεση, την οποία και υιοθέτησε, περιέγραψε τη διαδικασία, εξαγωγής του περιεχομένου του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, της επίδικης ημερομηνίας, και την εισαγωγής αυτού, σε USB με σκοπό να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές. Εξήγησε, ότι οι επίδικες κάμερες, καταγράφουν 12 frames ανά δευτερόλεπτο. Τέλος, διευκρίνισε, ότι υπάρχει διαφορά ώρας 4 λεπτά μπροστά από την πραγματική ώρα. Περαιτέρω, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε, ότι οι εν λόγω κάμερες, οι οποίες κατέγραψαν το συγκεκριμένο υλικό, είναι σταθερές και εγκατεστημένες, περιμετρικά, πάνω στον τοίχο, στο υψηλότερο σημείο του πρατηρίου. Κατά την αντεξέταση του, ρωτήθηκε, κατά πόσον, αν και σταθερές οι εν προκειμένω κάμερες, λόγω του ότι είναι εκτεθειμένες εξωτερικά του πρατηρίου, θα μπορούσαν να μετακινηθούν, λόγω διαφόρων παραμέτρων, με τον μάρτυρα να μην αμφισβητεί τη θέση τούτη. Ο μάρτυρας, πέραν του ότι συμφώνησε, ότι οι εν λόγω κάμερες ήταν παλαιού τύπου, δέχθηκε και τη θέση της υπεράσπισης ότι, η ταχύτητα που κινείται ένα αντικείμενο, παίζει σημαντικό ρόλο, στο πότε αρχίζει να καταγράφει η κάμερα frames. Διευκρίνισε ότι οι εν προκειμένω κάμερες, τοποθετήθηκαν για σκοπούς άλλους, και όχι για καταγραφή τέτοιων περιστάσεων, καταλήγοντας ότι εάν κάποιος περπατά, η κάμερα θα τον αντιληφθεί πολύ διαφορετικά, από κάποιον ο οποίος κινείται με 200ΧΑΩ, Προς τούτο, διευκρίνισε ότι λόγω του ότι ήταν παλαιό, το εν προκειμένω σύστημα παρακολούθησης [12 frames/s] υπάρχει πιθανότητα εάν κάποιος κινείται με μίαν αυξημένη ταχύτητα, η πρώτη εικόνα που θα καταγραφεί, να ξεκινά κάποια μέτρα πιο μετά, από το σημείο, στο οποίο, καταγράφει η εν λόγω κάμερα. [ΜΚ8] Ο ΜΚ8, υπηρετεί στην Τροχαία Αρχηγείου και είναι Β' Υπ/νος του Κλάδου Εξέτασης & Αναπαράστασης Τροχαίων Συγκρούσεων. Ανέφερε ότι στο εν λόγω τμήμα υπηρετεί από το έτος 2012, και είναι κάτοχος σειράς πιστοποιητικών εν σχέσει με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, αναπαράστασης, μεταξύ άλλων και εξειδικευμένης επαγγελματικής εκπαίδευσης, στην αναπαράσταση δυστυχημάτων με ενεχόμενες μοτοσυκλέτες. Έχει εμπειρία 19 ετών σε διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και 13 ετών, στην αναπαράσταση και μελέτη τέτοιου είδους υποθέσεων. Επίσης ανάφερε ότι είναι μέλος του μητρώου Εμπειρογνωμόνων της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου, στα θέματα της διερεύνηση τροχαίων συγκρούσεων και της οδικής αστυνόμευσης. Ως προς τη παρούσα υπόθεση, ανέφερε, ότι, του ζητήθηκε να εξετάσει 2 ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα αφορούσε στην εύρεση της ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ώστε τούτη, να ήταν εκτός της ορατότητας της κατηγορούμενης και το δεύτερο ερώτημα για το που βρισκόταν η εν λόγω μοτοσυκλέτα, όταν το θύμα, είδε τον κίνδυνο και αντέδρασέ. Αφού εξέτασε το μαρτυρικό υλικό της κατηγορούσας αρχής, και λαμβάνοντας υπόψη, ουσιαστικά, τα ευρήματα τα οποία κατέθεσε, ο ΜΚ1, ενώπιον Δικαστηρίου, μέσω μαθηματικών υπολογισμών, κατέληξε στο ότι η κατηγορούμενη, ανεξάρτητα του εάν σταμάτησε ή όχι το όχημα της, στο σημείο, όπου κινήθηκε δεξιά, προς το πρατήριο, το θύμα ήταν εντός του πεδίου ορατότητα των 315μέτρων. Επίσης, το θύμα, ανεξάρτητα της ταχύτητας που ταξίδευε καθώς επίσης, ανεξάρτητα στον χρόνο που αντέδρασε, όταν είδε τον κίνδυνο, ήταν σε απόσταση 47-118 μέτρων, πίσω από το σημείο σύγκρουσης και επομένως ήταν εντός της ορατότητας των 315 μέτρων. Η αντεξέταση του μάρτυρα, στην ουσία, στηρίχθηκε επί των δεδομένων, τα οποία χρησιμοποίησε ο μάρτυρας, για να εξάγει τα συμπεράσματα του. Προς τούτο, τέθηκαν στον μάρτυρα, σχετικές ερωτήσεις, με τον τελευταίο, ουσιαστικά, να επικαλείται, ότι οι όποιες αναφορές του, είχαν ως βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα, εάν και εφόσον τούτα ανατραπούν τότε, τα όποια ευρήματα του, δεν θα έχουν την ίδια κατάληξη. Μεταξύ άλλων, ανέφερε, ότι ο ίδιος δεν ενεπλάκη σε προηγούμενο στάδιο, για την κατάληξη των δεδομένων, που έλαβε υπόψη του, με σκοπό να απαντήσει τα ερωτήματα που τέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Εάν είδε το περιεχόμενο του Τεκμήριου 15 [βίντεο από το κλειστό κύκλωμα του πρατηρίου], ανέφερε ότι είδε μέρος αυτού, χωρίς όμως να προχωρήσει σε οποιοδήποτε υπολογισμό. [ΜΚ9] Ο ΜΚ9, υπηρετεί στο Τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης, τα τελευταία 2 χρόνια. Εν σχέσει με τη παρούσα υπόθεση, παρουσίασε σχετική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης [Βλ. Τεκμήριο 31]στην οποία, ουσιαστικά, αναφέρει, τη διαδικασία στην οποία προέβη για την μεταφορά του περιεχομένου του USB, που δόθηκε από τον ΜΚ7, στην εξαγωγή του περιεχομένου τούτου και την εισαγωγή του σε CD, καθώς επίσης, και την καταμέτρηση των frames (καρέ), από το σημείο που εισέρχεται η μοτοσυκλέτα του θύματος, εντός της εικόνας μέχρι το σημείο που εξέρχεται [βλ. Τεκ. 31 σελ. 5- 8, σημείο Α - εμφανίζεται η μοτοσυκλέτα, σημείο Β- τελευταία εικόνα μοτοσυκλέτας]. Αφού έλαβε υπόψη ότι κάθε 12 καρέ συμπληρώνεται 1 δευτερόλεπτο, κατέληξε ότι χρειάστηκαν 19 καρέ για να κινηθεί η μοτοσυκλέτα από το σημείο Α (σημείο εμφάνισης ΜΚ1 στο πλάνο της οθόνης του κ.κ. παρακολούθησης) στο σημείο Β (τελευταίο σημείο που ο ΜΚ1, είναι εμφανής στο πλάνο της οθόνης του κ.κ. παρακολούθησης). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ9, ερωτήθηκε κατά πόσον θα μπορούσε να προβεί, σε υπολογισμού του χρόνου που φαίνεται η μοτοσυκλέτα από το σημείο Α στο σημείο Β, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι θα μπορούσε να το πράξει, αλλά η ομάδα της αστυνομίας προέβη με άλλη μέθοδο στον υπολογισμό της ταχύτητας. Προς τούτο παραθέτω τη σχετική στιχομυθία: « Ε. Οπότε με την μέθοδο των 3ων μπορούμε να πούμε κάθε 19 frames πόσα δευτερόλεπτα είναι για να βγάλουμε μέσα στο οπτικό πεδίο στο πλάνο από το Α μέχρι το Β που μας δείξατε, πόσα δευτερόλεπτα ξεκινά να φαίνεται η μοτοσυκλέτα μέχρι να χάνεται, έτσι; Βρίσκουμε τον χρόνο δηλαδή. Α. Μάλιστα. Αλλά αν μας ζητείτουν κάτι τέτοιο. Εμείς ο τρόπος που εργαζόμαστε είναι κάνουμε πάντοτε κάποιες αναπαραστάσεις. Ε. Μάλιστα. Κάνετε αναπαραστάσεις; Α. Δηλαδή θα το επιβεβαιώναμε ας πούμε κάνοντας όσο το δυνατόν πιο πραγματικά γεγονότα, να κάνουμε μια αναπαράσταση και να κάνουμε ξανά μετρήσεις». [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ] Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση, από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών της καταθέσεων [βλ. Τεκμήριο 11 και 12], που έδωσε στην αστυνομία, κατέθεσε και γραπτή δήλωση [βλ. Τεκμήριο 32], την οποία επίσης υιοθέτησε. Ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, συνοπτικά, από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη, την επίδικη ημέρα και ώρα, με κατεύθυνση προς Λευκωσία, έχοντας στο πίσω κάθισμα, πίσω από τη θέση του συνοδηγού, τον γιο της, με ταχύτητα πολύ χαμηλή, αφού προηγουμένως, εισήλθε από αλτ στην Λεωφ. Γρηγ. Αυξεντίου, όταν πλησίασε στο επίδικο πρατήριο καυσίμων, έθεσε σε λειτουργία το δεξιό δείκτη πορείας, του οχήματος της, ελάττωσε ταχύτητα, σταμάτησε εντελώς και ανέμενε, να περάσει διερχόμενο όχημα, από την εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, για να κινηθεί δεξιά. Μόλις πέρασε το εν λόγω όχημα, το οποίο ανέμενε, έλεγξε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, μέχρι που έφτανε το μάτι της και τότε ξεκίνησε να στρίβει δεξιά, με ομαλό τρόπο, και μόλις «τα μούτρα του οχήματος της μπήκαν σχεδόν στο πρατήριο», άκουσε ένα δυνατό «μπαμ» και ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα. Έπειτα, αναφέρθηκε στα γεγονότα που ακολούθησαν, του δυστυχήματος και στις ζημιές τις οποίες υπέστη το όχημα της στο αριστερό μέρος. [ΜΥ1] Ο ΜΥ1, είναι μηχανολόγος αυτοκινήτων και έχει αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Huddersfield στο Ηνωμένο Βασίλειο το
  3. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού (MSc) στη Τεχνολογία Οχημάτων από το Πανεπιστήμιο του Bradford στο Ηνωμένο Βασίλειο το
  4. Το 2012, ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο εν λόγω Πανεπιστήμιο, με την διατριβή του να αφορά θέματα ηλεκτρονικής ανάλυσης θερμοδυναμικών φαινόμενων και τριβής στα φρένα αυτοκινήτων. Ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική αναπαράσταση ατυχημάτων από το 2007, όπου ήταν μέρος της διατριβής του. Μεταξύ άλλων, εργάστηκε, ως ακαδημαϊκός στο Frederic, από το έτος 2013 μέχρι τον Νοέμβριο του 2014, όπου μεταξύ άλλων δίδασκε θέματα δυναμικής συμπεριφοράς, οχημάτων σε τροχαία ατυχήματα, συνδυάζοντας την χρήση του λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικής αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων PC-crash. Από τον Ιούλιο του 2018, εργαζόταν ως εξωτερικός συνεργάτης με την εταιρεία Lambros Papasavvas & CO LTd, σε θέματα που αφορούσαν την ηλεκτρονική ανάλυση ατυχημάτων, και από τον Φεβρουάριο του 2020, είναι ο διευθυντής του τμήματος αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων. Είναι μέλος του Society of Automotive Engineers από το 2007 και από το έτος 2018, μέλος του European Association For Accident Research and Analysis και αντιπροσωπεύει την Κύπρο ως Αντιπρόεδρος. Επίσης έχει διενεργήσει εκατοντάδες ηλεκτρονικές αναπαραστάσεις και διερευνήσεις τροχαίων ατυχημάτων σε Κύπρο Ελλάδα και σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες. Ο μάρτυρας, παρουσίασε στο Δικαστήριο και τα σχετικά πιστευτήρια των γνώσεων του [Βλ. Τεκμήριο 33]. Περαιτέρω, ο ΜΥ1, εν σχέσει με την παρούσα υπόθεση, παρουσίασε στο Δικαστήριο την «ΕΚΘΕΣΗ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ» [Βλ. Τεκμήριο 34], της οποίας το περιεχόμενο, υιοθέτησε ως ορθό. Επίσης, ο ΜΥ1, κατέθεσε, στο Δικαστήριο, USB [Βλ. Τεκμήριο 35], στο οποίο υπάρχει σε ηλεκτρονική αναπαράσταση, διάφορα, σενάρια, εν σχέσει με το επίδικο δυστύχημα. Μέσα από την εν λόγω έκθεση, ο ΜΥ1, αναφέρει, ότι, αφού έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά με τη παρούσα υπόθεση έγγραφα, προχώρησε, αναλύοντας τα, να προσδιορίσει την κίνηση των ενεχόμενων οχημάτων τόσο πριν όσο και μετά τη σύγκρουση, την ταχύτητα κίνησης αυτών, τις ταχύτητες σύγκρουσης τους, το ακριβές σημείο σύγκρουσης καθώς επίσης και την ανάλυση της υπαιτιότητας του δυστυχήματος. Για τον προσδιορισμό της ταχύτητας σύγκρουσης, με ηλεκτρονική ανάλυση, χρησιμοποιήθηκαν οι τελικές θέσεις των οχημάτων, με την αξιολόγηση των ζημιών. Βάση τούτων, διενεργήθηκαν τρισδιάστατες προσομοιώσεις όπου επίσης επιβεβαιώθηκε το σημείο σύγκρουσης. Ανέφερε, ότι η μέθοδος αναπαράστασης με το λογισμικό PC- Crash, βασίζεται στους βασικούς νόμους της φυσικής, δηλαδή στη διατήρηση της ενέργειας και τις αρχές της γραμμικής και γωνιακής ορμής. Επιπλέον τα αποτελέσματα των διαφόρων δοκιμών σύγκρουσης (crash test), μέσω της βάσης δεδομένων λαμβάνονται υπόψη από το λογισμικό PC - CRASH, όπως παρουσιάζεται στο εγχειρίδιο οδηγιών [Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 33], Η μέθοδος του αναδρομικού υπολογισμού είναι αυτή που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση, αφού οι τελικές θέσεις των οχημάτων ήταν γνωστές. Προς το τι ισχύει εν σχέσει με την μέθοδο τούτη, επίσης, ο ΜΥ1, παρέπεμψε στο Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 33, όπου παραθέτει σχετική βιβλιογραφία. Ειδικότερα, προσδιόρισε, ότι κατά τη σύγκρουση αυτοκινήτου με μοτοσυκλέτα υπάρχουν τέσσερις φάσεις, πρώτη φάση - πριν την σύγκρουση κατά την οποία ο αναβάτης της μοτοσυκλέτας ίσως να έχασε τον έλεγχο, δεύτερη φάση - αυτήν της σύγκρουσης (impact), την ανατροπή (capsizing) και τέλος τη φάση της ολίσθησης (sliding). Προς τούτο, κατά την ηλεκτρονική αναπαράσταση του δυστυχήματος, αυτές οι φάσεις, αναπαρίστανται από το λογισμικό PC-Chrash. Εν σχέσει με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας πριν την σύγκρουση, τούτη την υπολόγισε με δύο τρόπους και συγκεκριμένα με βάση τη παραμορφωτική δύναμη των οχημάτων καθώς επίσης και με βάση την ανάλυση του βίντεο [Βλ. Τεκμήριο 15], καταλήγοντας ότι τούτη ήταν περί τα 120km/h, πριν αρχίσει να χρησιμοποιεί το σύστημα τροχοπέδησης και να αφήσει τον καράολο της μοτοσυκλέτας. Επίσης, ο ΜΥ1, αναφέρθηκε στην ορατότητα και το οπτικό πεδίο της κατηγορούμενης σε σχέσει με την μοτοσυκλέτα και δη ότι η μοτοσυκλέτα μπορούσε να γίνει ευδιάκριτη από την κατηγορούμενη στα 60 μέτρα και αυτό νοουμένου ότι το όχημα της δεν είχε ήδη λάβει κλίση δεξιά, ως η πορεία που ακολούθησε, για να εισέλθει στο πρατήριο καυσίμων, βασιζόμενος στο δεδομένο ότι, έμπροσθεν της μοτοσυκλέτας, υπήρχε προπορευόμενο όχημα. Τα πιο κάτω συμπεράσματα του ΜΥ1, προκύπτουν από την τρισδιάστατη μηχανική ανάλυση της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένων των τρισδιάστατων προσομοιώσεων της φάσης εξόδου. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι
(1)η ταχύτητα σύγκρουσης για το όχημα της κατηγορούμενης υπολογίστηκε στα 18-22 km/h ενώ για τη μοτοσυκλέτα στα 78-82 km/h,
(2)το όχημα της κατηγορούμενης επιχείρησε δεξιά στροφή σε δρόμο, όπου υπήρχε σήμανση, με άσπρη συνεχή γραμμή,
(3)το ατύχημα έλαβε χώρα διότι η μοτοσυκλέτα κινείτο με ταχύτητα πολύ πέραν του επιτρεπόμενου, στο σημείο, ορίου ταχύτητας, και το θύμα προέβη σε λάθος χειρισμός οδήγησης,
(4)το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται στην είσοδο του πρατηρίου καυσίμων Πετρολίνα, και όχι σε κάποια από τις λωρίδες πορείας των δύο οχημάτων, και δη 1,85 μέτρα αριστερά της λωρίδας πορείας της μοτοσυκλέτας,
(5)το θύμα με το να εξέλθει της λωρίδας κυκλοφορίας του, προέβη σε λανθασμένο χειρισμό, όπου σε συνδυασμό με την ψηλή ταχύτητα που κινείτο συνέβαλαν στο να συγκρουστεί με το όχημα της κατηγορούμενης,
(6)εάν η μοτοσυκλέτα κινείτο με ταχύτητα 65km/h δεν θα επεσυνέβαινε η επίδικη σύγκρουση,
(7)η αστυνομία κατά τον υπολογισμό της μέσης ταχύτητας που κινείτο η μοτοσυκλέτα, δεν έλαβε υπόψη ότι, το δείγμα που έλαβε από το βίντεο, ήταν τη στιγμή που τούτη βρισκόταν σε συνθήκη επιβράδυνσης, της οποίας η ταχύτητα ήταν προφανώς μεγαλύτερη της μέσης ταχύτητας που υπολογίστηκε
(8)οι χρονομετρήσεις των οχημάτων που εισέρχονταν στο πρατήριο βενζίνης είναι αναξιόπιστες λόγω του μικρού δείγματος υπό μελέτη, και την άνιση συλλογή δειγμάτων για τις δύο περιπτώσεις υπό διερεύνηση
(9)το οπτικό πεδίο της κατηγορούμενης δεν ξεπερνά τα 190 μέτρα. Βέβαια η απόσταση που είχε στη διάθεση της η κατηγορούμενη για να διακρίνει την μοτοσυκλέτα ήταν πολύ μικρότερη των 190 μέτρων και δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ότι η μοτοσυκλέτα, τη στιγμή που η κατηγορούμενη, ξεκίνησε να στρίβει δεξιά, βρισκόταν εντός του οπτικού πεδίου της, λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα των 109, 44km/h που υπολογίστηκε από την ανάλυση του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης,
(10)η μοτοσυκλέτα ήταν παραποιημένη, με μετατροπές οι οποίες ίσως να συνέβαλαν στο συγκεκριμένο δυστύχημα, αφού λόγω των μετατροπών οι επιδόσεις της ήταν πέραν των εργοστασιακών
(11)γενικά από την ανάλυση όλων των ευρημάτων μπορεί να αναφέρει με βεβαιότητα, ότι για να επέλθει το συγκεκριμένο ατύχημα συνέβαλαν πολλοί καθοριστικοί παράγοντες (ορατότητα, ταχύτητα, όχημα στον δρόμο, έλλειψη δυνατότητας οδηγού να έχει χρόνο αντίδρασης) πέραν του ελέγχου της κατηγορούμενης και μάλιστα οι περισσότεροι αφορούσαν τον τρόπο οδήγησης της μοτοσυκλέτας και τέλος
(12)οι συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορούν να αποκλείσουν το γεγονός ότι η κατηγορούμενη να μην είδε καθόλου τη μοτοσυκλέτα, και αν ακόμα μπορούσε να τη δει δεν μπορούσε να προβεί η κατηγορούμενη σε οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης λαμβανομένης υπόψη της πολύ μικρής απόστασης ορατότητας των 60 μέτρων, αφότου η μοτοσυκλέτα ξεπρόβαλε πίσω από προπορευόμενο όχημά σε συνάρτηση με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτα καθώς και την πορεία που είχε ήδη προδιαγράψει το όχημα της κατηγορούμενης δηλαδή με κλίση δεξιά για να εισέλθει στο πρατήριο καυσίμων. Ζ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενο της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[8] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Δεν είναι βέβαια η κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική. Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της [βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301]. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. [ΜΚ1] Εξαρχής σημειώνω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Οι επί τούτου αναφορές του, χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεκτή μαρτυρία. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις, ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του, στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Με δεδομένο, λοιπόν ότι, η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος καθώς επίσης και η εν γένει εμπειρία του σε σχέση με την ετοιμασία αυτών, δεν αμφισβητήθηκε, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 γίνεται αποδεκτό. Η παρουσίαση του οδικού δικτύου, οι μετρήσεις, οι σημάνσεις, τα διάφορα σημεία και οι τελικές θέσεις των οχημάτων, στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτοι ισχυρισμοί. Στο σημείο αυτό, σημειώνω, ότι το σχεδιαγράφημα της σκηνής αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Ως σημειώθηκε στις σχετικές, κατωτέρω, υποθέσεις που παραθέτω, τούτο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388]. Η Υπεράσπιση, αυτό που στην ουσία, έθεσε εν αμφιβόλω, ήταν την δυνατότητα, εκφοράς γνώμης από τον ΜΚ1, εν σχέσει με την υπαιτιότητα της κατηγορούμενης, για την πρόκληση του δυστυχήματος. Συγκεκριμένα, από την υπεράσπιση, αμφισβητήθηκε, η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα, με απώτερο σκοπό την εξεύρεση της ταχύτητας αυτής, καθώς επίσης και των λοιπών δεδομένων που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1, τόσον για τον υπολογισμό του μέσου όρου του χρόνου, που ήθελε, ένα όχημα, ως ήταν η πορεία της κατηγορούμενης, είτε με στάση είτε χωρίς στάση, να κινηθεί δεξιά, όσον και της ορατότητας της κατηγορούμενης. Επί τούτων, ο ΜΚ1, δέχθηκε, ως κοινό τόπο, ότι η ταχύτητα των 107ΧΑΩ, που υπολόγισε, ως την ταχύτητα που κινείτο η μοτοσυκλέτα, πριν τη σύγκρουση, δεν ήταν όντως, τέτοιας έκτασης, αλλά περισσότερης, αφού η ταχύτητα των 107ΧΑΩ, υπολογίστηκε όταν η μοτοσυκλέτα ήταν σε διαδικασία επιβράδυνσης, χωρίς, όμως να μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο, θετικά, για το ποια ήταν η πραγματική ταχύτητα αυτής, πριν τη σύγκρουση και/ή σε τι ενέργειες θα μπορούσε, εάν μπορούσε, να προβεί για τον υπολογισμό αυτής. Επίσης, αδυνατούσε, να αιτιολογήσει θετικά, ότι η μεθοδολογία, που χρησιμοποίησαν με τον ΜΚ2, για τον υπολογισμό της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα ήταν η ορθή. Ως θα διαφανεί στη συνέχεια, υπήρχε η δυνατότητα, ακριβούς υπολογισμού αυτής, μέσω των καρέ (frames) από το οπτικό υλικό, ως η θέση της υπεράσπισης, μεθοδολογία, η οποία επιβεβαιώθηκε μέσω, άλλης, σχετικής, μαρτυρίας που παρουσίασε η ίδια η κατηγορούσα αρχή. Και τούτο, πάντα, και με την θέση του ΜΚ1, ότι η αυξομείωση της απόστασης, επηρεάζει και τα αποτελέσματα της ταχύτητας καθώς κατ' επέκταση και τη πιθανή υπαιτιότητα της κατηγορούμενης, για το δυστύχημα. Επιπρόσθετα, ενώ δέχθηκε ότι είναι διαφορετικό το οπτικό πεδίο που μπορεί να έχει κάποιος και διαφορετικό η ορατότητα, επέμενε, ότι η κατηγορούμενη, μπορούσε να εντοπίσει την μοτοσυκλέτα, ανεξάρτητα εάν έμπροσθεν αυτής, κινούνταν άλλα οχήματα, χωρίς όμως, να δίδει, οποιαδήποτε αιτιολογία, πώς τούτο, στη προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να γίνει κατορθωτό, αφού ο ίδιος, συμφωνούσε, ότι η σιλουέτα μιας μοτοσυκλέτας, σε αντίθεση με ένα όχημα, είναι αρκετά λεπτή. Ούτε η αιτιολογία που έδωσε, ως προς την ανισότητα των δειγμάτων που έλαβε για τον υπολογισμό του μέσου όρου του χρόνου που ήθελε ένα όχημα να κινηθεί δεξιά, μετά από στάση και χωρίς στάση, ως ήταν η πορεία της κατηγορούμενης, και δη ότι τόσα οχήματα μπόρεσε να καταγράψει και ήταν αρκετά, μπορεί να αποτελέσει θέση, της οποίας την ορθότητα μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να ελέγξει, ώστε να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα, σχετικά συμπεράσματα. Επομένως με βάση τα πιο πάνω, έχοντας υπόψη και τα όσα επιτάσσει η νομολογία επί του θέματος, θεωρώ, ότι ο ΜΚ1, δεν έδωσε στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε, τούτο, αφενός, να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων του και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που αποτελεί και κρίση του Δικαστηρίου ότι τα ευρήματα και γενικά η εκφορά γνώμης του ΜΚ1, επί της υπαιτιότητας της κατηγορούμενης, βάση των υπολογισμών και των δεδομένων που έλαβε υπόψη, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο [βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875.]. Τέλος, θεωρώ σημαντικό, εδώ, να αναφέρω, ότι τα σημεία που υπέδειξε ο ΜΚ6 (αυτόπτης μάρτυρας), ως εμφαίνονται στο Τεκμήριο 6, δεν αποτελούν πραγματική μαρτυρία καθότι αυτά υποδείχθηκαν και στην ουσία δεν αποτελούν ευρήματα του ΜΚ1. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, μόνον, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και ότι ορθώς αποτύπωσε τα σημεία της σκηνής του δυστυχήματος, επί του σχεδίου επί κλίμακος [Βλ. Τεκμήριο 5]. [ΜΚ2] Ο ΜΚ2, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσει, τούτο, ειλικρινώς και αντικειμενικά. Επέμενε, στις θέσεις του, ακόμα και εάν τούτες αντιτίθετο της λογικής συνέχειας των γεγονότων της υπόθεσης. Και εξηγώ. Ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε ως ο επόπτης και ο υπεύθυνος της ομάδας διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος, διευκρινίζοντας, ότι η εμπλοκή του στη διερεύνηση του δυστυχήματος, περιοριζόταν, επί της ουσίας, στα όσα έπραξε, για σκοπούς καταμέτρησης της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα. Παρά το περιορισμένο της πιο πάνω εμπλοκής του, όταν του υπεβλήθη ότι, εκ των πραγμάτων, βάση του οπτικού υλικού [Βλ. Τεκμήριο 15], η ορατότητα της κατηγορούμενης, δεν μπορούσε, αντικειμενικά, να επεκτεινόταν στα 315μέτρα, εντάσσοντας, στην εμβέλεια τούτη, και την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε το θύμα, αφού έμπροσθεν της τελευταίας, κινούνταν άλλα οχήματα (αυτοκίνητα), σε σημείο, κατά πολύ μικρότερο των 315μέτρων, ο ΜΚ2, επέμενε, ότι η ορατότητα της κατηγορούμενης, ήταν απρόσκοπτη και επομένως, μπορούσε να δει τη μοτοσυκλέτα, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει στο δικαστήριο τα εχέγγυα και/ή τις λεπτομέρειες εκείνες οι οποίες, θα μπορούσαν να βοηθήσουν το τελευταίο, να ελέγξει την ορθότητα των λεγομένων του. Περαιτέρω, όταν ρωτήθηκε, κατά πόσον, την ημερομηνία που προχώρησε, μαζί με τον ΜΚ1, στην καταμέτρηση της απόστασης που διένυσε η μοτοσυκλέτα, και αφού παρήλθε, περίοδος, ενός μηνός, περίπου, υπήρχε πιθανότητα, η κάμερα, η οποία κάλυπτε το σημείο που καταγράφηκε να κινείται η μοτοσυκλέτα, θα μπορούσε να είχε μετακινηθεί, ο ΜΚ2, αν και δεν γνώριζε να απαντήσει, περί τούτου, χωρίς να αρνείται την πιθανότητα αυτή, επέμενε ότι η απόσταση που καταμετρήθηκε ότι διένυσε η μοτοσυκλέτα, έγινε με βάση τα σημεία που εντοπίστηκαν στο επίδικο πλάνο και όχι με το πλάτος της εμβέλεια της εικόνας που αποτύπωνε η κάμερα στην οθόνη του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Τούτο, όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση, με το πώς, αρχικά περιέγραψε, ο ίδιος τον τρόπο που προχώρησε στην καταμέτρηση των 47,10 μέτρων. Ειδικότερα, ο ίδιος ο μάρτυρας, ανέφερε, ότι έχοντας, συνεχή επικοινωνία με τον ΜΚ1, και αφού τούτος, ως πεζός, εμφανίστηκε στο πλάνο, της οθόνης, που κατέγραφε η επίδικη κάμερα, τον ενημέρωσε να σημειώσει, στο έδαφος το σημείο, τούτο, μέχρι το σημείο, που εμφανιζόταν για τελευταία φορά, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά, ότι το πρώτο και τελευταίο σημείο, αντιστοιχούσε στο πρώτο και τελευταίο σημείο, που εμφανίστηκε στο πλάνο η μοτοσυκλέτα. Την ίδια επιμονή είχε και εν σχέσει με την ορθότητα της υπολογίσιμης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας πριν την σύγκρουση, και δη ότι η ταχύτητα των 107ΧΑΩ, δεν αποτελούσε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας κατά την επιβράδυνση, γεγονός το οποίο, εν πάση περιπτώσει, ως θα διαφανεί κατωτέρω, η κατηγορούσα αρχή, παρουσίασε σχετική επί του θέματος, μαρτυρία, από πραγματογνώμονα, ο οποίος, έχει θέσει, αρκούντος πειστικά τη θέση του. Επομένως, η μαρτυρία, για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται, από το Δικαστήριο. [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Οι επί τούτου αναφορές χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ο μάρτυρας, μέσω της σχετικής μαρτυρίας του, έδωσε στο Δικαστήριο, όλες εκείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε τούτο, αφενός να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει οι γνώσεις του και γενικότερα τα σχετικά ακαδημαϊκά του προσόντα, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Επομένως, κρίνω ότι ο μάρτυρας μπορούσε να εκφράσει γνώμη και επί τούτης (της γνώμης) αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Ήταν σαφής, ότι η επίδικη μοτοσυκλέτα, αποτελεί μια από τις ασφαλέστερες μοτοσυκλέτες, αφού από το ΑΒS είναι εφοδιασμένη και με το traction control, το οποίο προστατεύει τον οδηγό, από πλάγιες πτώσεις. Ξεκάθαρος, ήταν και όσον αφορά τη θέση του ότι, εάν το θύμα κινείτο, εντός του ορίου ταχύτητας, θα κατόρθωνε σε λιγότερο από 14 μέτρα, να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε ζημιά. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας πριν την σύγκρουση, ήταν μεγαλύτερη των 107ΧΑΩ, ως την υπολόγισε ο ΜΚ1 και τούτο προέκυτπε με βάση τις ζημιές που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Τέλος, ξεκάθαρος ήταν και ως προς το ότι, αν και υπήρχε εγκατεστημένο σύστημα τύπου power commander, τούτο δεν ήταν ενεργοποιημένο, αφού, σε αυτό δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, ως τα συμπεράσματα του, [ΜΚ4] Πέραν των όσων ανέφερε ο ΜΚ4, επί των ενεργειών στις οποίες προέβη, για αναγνώριση του θύματος, πριν τη διεξαγωγή της νεκροψίας, οι λοιπές αναφορές του αποτελούν ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Και εξηγώ. Ακόμα και να αποδεχόμουν τη θέση του μάρτυρα, ως προς την κατ' ισχυρισμό συνήθη οδική συμπεριφορά του θύματος, τούτο, δεν μπορεί να αποτελέσει, τη βάση για εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος ως προς την οδική συμπεριφοράς του θύματος, την επίδικη ημέρα. Και τούτο, αφού εκ των πραγμάτων, για το εάν το θύμα, κινείτο με ταχύτητα εκτός του επιτρεπόμενου ορίου και/ή χωρίς κράνος, στο Δικαστήριο, παρουσιάστηκε σχετική, μαρτυρία, από πρόσωπα που μπορούσαν να εκφέρουν τέτοια γνώμη, βάση των προσόντων τους. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ4, μόνον, ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για αναγνώριση του θύματος, πριν τη διεξαγωγή της νεκροψίας. Οι λοιπές αναφορές, αποτελούν υποκειμενικά συμπεράσματα, τα οποία, μπορούν, να οδηγήσουν, μόνον, σε ακροσφαλή ευρήματα και εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να επηρεάσουν την εδώ κρίση του Δικαστηρίου. [ΜΚ5] Η μαρτυρία του ΜΚ5, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε, από την υπεράσπιση, Οι όποιες ερωτήσεις τέθηκαν ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. [ΜΚ6] Η μαρτυρία του ΜΚ6, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, αφού, παρουσιάζει ουσιώδης αντιφάσεις, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, που απασχολούν στη παρούσα υπόθεση. Εξηγώ. Ο μάρτυρας, στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία [Βλ. Τεκμήριο 18], αναφέρει, ότι κατά την αναμονή του, για να εισέλθει στη Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου, είδε το όχημα της κατηγορούμενης, να τον προσεγγίζει, με πολύ χαμηλή ταχύτητα, άκουσε θόρυβο από μοτοσυκλέτα, κοίταξε αριστερά, εντοπίζοντας την, για πρώτη φορά, στο ύψος της πρώτης εισόδου του πρατηρίου καυσίμων, ως ήταν η πορεία της, με τούτη να πλησιάζει γρήγορα (χωρίς να μπορεί να υπολογίσει ταχύτητα) και εκείνη τη στιγμή είδε το όχημα της κατηγορούμενης να κάνει στροφή δεξιά, για να εισέλθει στο πρατήριο, και ταυτόχρονα το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας να χαμηλώνει, προς τα εμπρός. Ωστόσο, επί τούτου του σημείου, στην συμπληρωματική του κατάθεση [Βλ. Τεκμήριο 14], ο ΜΚ6, ανέφερε, τα γεγονότα κατά τρόπο αλλιώτικο. Ισχυρίστηκε ότι, το όχημα της κατηγορούμενης, αφού προχώρησε, καλύπτοντας, περίπου το μισό της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, τότε, άκουσε το θόρυβο της μοτοσυκλέτας, όπου την είδε, εκείνη τη στιγμή, να βρίσκεται στο ύψος της πρώτης εισόδου του πρατηρίου καυσίμων (στην αρχή της εισόδου, ως η πορεία της)[9]. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο ΜΚ6, ήδη, μέσω των γραπτών του καταθέσεων, έχει περιγράψει, αν μη τι άλλο, τα αμφισβητούμενα γεγονότα, κατά τρόπο πολύ διαφορετικό, μεταξύ τους. Είναι πολύ διαφορετικό, να ισχυρίζεται ότι τη στιγμή που είδε για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα, στην αρχή της πρώτης εισόδου του πρατηρίου καυσίμων, το όχημα της κατηγορούμενης να είχε ήδη κινηθεί έως το μέσο της εξ αντιθέτου λωρίδας, και πολύ διαφορετικό, τη στιγμή που βλέπει τη μοτοσυκλέτα, στο πιο πάνω σημείο, η κατηγορούμενη να επιχειρεί ή να βρίσκεται στη διαδικασία, εκείνη τη στιγμή, να κινηθεί δεξιά. Ούτε ο ισχυρισμός του ότι η μοτοσυκλέτα δεν παρέκκλινε της πορείας της, μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού τούτος, συγκρούεται με την λοιπή, ενώπιον μου, αποδεκτή μαρτυρία. Συγκεκριμένα, αποτελεί κοινό τόπο, ότι η σύγκρουση έγινε σε σημείο, εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, και κατά πλάτος του εύρους που κάλυπτε, η ζωγραφιστή νησίδα, μέχρι τη στιγμή που κάποιος θα εισερχόταν εντός της εισόδου του πρατηρίου καυσίμων, που επιχείρησε να εισέλθει η κατηγορούμενη. Εν πάση περιπτώσει, η πορεία της κατά παρέκκλιση της ευθείας πορείας της, επιβεβαιώνεται και από τα ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία αποτυπώθηκαν επί της ασφάλτου και εντοπίζονται κατά 30-40 μέτρα εντός της ζωγραφιστής νησίδας, δίπλα από τη λωρίδα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας. Τέλος, ξενίζει και το γεγονός, ότι ο ΜΚ6, ενώ στην αρχική γραπτή του κατάθεση και δη στις 11.06.2019, τοποθετείται, από τότε, ότι δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα, και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, έπειτα, από 3 ½ και πλέον χρόνια, παραλλάσσοντας την αρχική του θέση του, έθετε στο Δικαστήριο, διάφορες τιμές της κατ' ισχυρισμό ταχύτητας που κινείτο η μοτοσυκλέτα. Επομένως, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή, από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. [ΜΚ7] Ο ΜΚ7, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Σημειώνω δε ότι, οι ισχυρισμοί του, ουσιαστικά, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και οι πλείστες ερωτήσεις αυτής (της υπεράσπισης), είχαν σκοπό να διαφωτίσουν έτι περισσότερο το δικαστήριο. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. [ΜΚ8] Ο ΜΚ8, δεν θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευσθεί. Ωστόσο, η όποια εκφορά γνώμης, επί του εάν η μοτοσυκλέτα, βρισκόταν εντός της ορατότητας της κατηγορούμενης, είτε στη περίπτωση που τούτη (η μοτοσυκλέτα) κινείτο με ταχύτητα πέραν του ορίου ταχύτητας, είτε στην περίπτωση που η κατηγορούμενη, κινήθηκε δεξιά, μετά από στάση είτε χωρίς στάση του οχήματος της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη, ο ΜΚ8, για να μπορεί να εκφέρει τη σχετική επί τούτου γνώμη, δεν έγιναν αποδεκτά, από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ανωτέρω. Ο ΜΚ8, αν και έθεσε στο Δικαστήριο κάθε τι σχετικό, ώστε να μπορεί, να αντιμετωπιστεί ως εμπειρογνώμονας, επί τούτων των θεμάτων, τα ευρήματα και/ή συμπεράσματα του, στηρίχθηκαν επί δεδομένων τα οποία η ορθότητα τους, δεν μπορούσε να ελεγχθεί από το Δικαστήριο και εξου απορρίφθηκαν από αυτό. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, κρίνεται ακροσφαλής για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων, για τους λόγους που μόλις προανέφερα. [ΜΚ9] Η μαρτυρία του ΜΚ9, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω από την υπεράσπιση και οι όποιες ερωτήσεις της, σκοπό είχαν τη διευκρίνηση θεμάτων, που ανέκυπταν, κατά τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και χαρακτηριζόταν από συνοχή, χωρίς διαθλάσεις ή υπερβολές και χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο για να ψευσθεί. Δεν θεωρώ ότι περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία του [βλ. Founaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R.. 28, 29. Καμία μαρτυρία, κανένα κίνητρο και κανένα ελατήριο υφίσταται που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε για να καταθέσει ψευδώς εναντίον της κατηγορούμενης. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ] Όσον αφορά την επιλογή της κατηγορούμενης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Εν σχέσει με τη βαρύτητα και την αξία μιας ανώμοτης δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση [βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284]. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση [βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97]. Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Σαφώς, δεν μπορεί μέσω μιας ανόμωτης δήλωσης να αντικρουστεί ή να ανατραπεί μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην απόφαση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.06.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση [βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195]. Θα πρέπει το Δικαστήριο να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Έχοντας κατά νουν τις σχετικές αρχές που έθεσε η νομολογία, ως ανωτέρω καταγράφηκαν, εν σχέσει με το πώς εξετάζεται και αξιολογείται το περιεχόμενο μιας ανώμοτης δήλωσης, το περιεχόμενων τούτων (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των δύο καταθέσεων που της λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, το οποίο και υιοθέτησε, ως μέρος της ανώμοτης της δήλωσης), το οποίο συγκρούεται με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτό. Είναι στη βάση αυτής της κρίσης που δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της, ότι, κατά τον χρόνο που επιχείρησε την δεξιόστροφη πορεία της, κανένα όχημα δεν κινείτο, εντός της εμβέλεια της ορατότητας της, στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, αφού, στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας, τη δεδομένη στιγμή, εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα, επιχειρούσε την είσοδο του στο πρατήριο καυσίμων, από την πρώτη, ως η πορεία του, είσοδο. Από την άλλη, το μέρος εκείνο της ανώμοτης δήλωσης της που είτε υποστηρίζεται από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία είτε συνάδει και/ή δεν συγκρούεται με αυτήν, γίνεται αποδεκτό, αφού κρίνω ότι χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και συμβαδίζει με την εξέλιξη των πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, ουχί όμως, εξαντλητικά, αποδέχομαι ότι, πριν επιχειρήσει την δεξιόστροφη κίνηση για να εισέλθει στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, ακινητοποίησε το όχημα της και έθεσε σε λειτουργεία τον σχετικό δείκτη του. Επίσης, την στιγμή που εκκίνησε για να κατευθυνθεί, δεξιόστροφα στην είσοδο του πρατηρίου, το θύμα επί της μοτοσυκλέτας του, δεν ήταν ορατό στην ίδια. Τέλος, αφού βρισκόταν ήδη σε δεξιόστροφη κίνηση, και μεγαλύτερο μέρος του οχήματος της, αν όχι όλο, είχε ήδη, εξέλθει την εν λόγω λωρίδας και βρισκόταν εντός της παρόδου, που οδηγούσε στο πρατήριο, η μοτοσυκλέτα του θύματος, συγκρούστηκε, στο πίσω αριστερό μέρος αυτού. [ΜΥ1] Ο ΜΥ1, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ο μάρτυρας, μέσω της σχετικής μαρτυρίας του, έδωσε στο Δικαστήριο, όλες εκείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε τούτο, αφενός να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει οι γνώσεις του και γενικότερα τα σχετικά ακαδημαϊκά του προσόντα, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Επομένως, κρίνω ότι ο μάρτυρας μπορούσε να εκφράσει γνώμη και επί τούτης (της γνώμης) αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που αποτελεί και κρίση του Δικαστηρίου, ότι τη στιγμή που η επίδικη μοτοσυκλέτα, ξεπρόλαβε, από το τελευταίο όχημα, που κινήθηκε εντός του πρατηρίου καυσίμων, το όχημα της κατηγορούμενης, είχε ήδη προδιαγράψει τη πορεία του δεξιά, για να εισέλθει, στο πρατήριο καυσίμων, εξού και το σημείο σύγκρουσης ήταν εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, και επί της εισόδου του πρατηρίου. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, στο σύνολο της και το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα με αυτή, ευρήματα. Η. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω, επιπροσθέτως, και στα ακόλουθα ευρήματα: Το όχημα της κατηγορούμενης, τη στιγμή που προσέγγισε τη πρώτη είσοδο του επίδικου πρατηρίου καυσίμων, ως η πορεία της, κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, Αφού ενεργοποίησε το δείκτη πορείας της, δεξιά, σταμάτησε το όχημα της, με σκοπό, να αναμένει τη διέλευση διερχόμενου οχήματος, από την εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν το εν λόγω διερχόμενο όχημα, πέρασε από δίπλα της, εντός του πεδίου ορατότητας της, στην αντίθετη, πάντα, πορεία κυκλοφορίας, κινείτο, έτερο όχημα, το οποίο, ξεκάθαρα, επεδείκνυε τη πρόθεση να εισέλθει εντός του πρατηρίου καυσίμων, από την πρώτη, ως η πορεία του, είσοδο του πρατηρίου. Τη δεδομένη στιγμή η κατηγορούμενη, εκκίνησε το όχημα της κατευθύνοντας το δεξιόστροφα, με σκοπό να εισέλθει και αυτή στο πρατήριο, από την άλλη είσοδο του πρατηρίου (πρώτη ως η πορεία της). Όταν το όχημα της κατηγορούμενης βρισκόταν ήδη σε κλίση και δη προδιάγραψε τη πορεία της, η μοτοσυκλέτα, ξεπρόβαλε για πρώτη φορά, αφού επιχείρησε προσπέρασμα του προπορευόμενου της οχήματος, το οποίο έστριψε αριστερά για να εισέλθει στο πρατήριο. Το θύμα, εφάρμοσε τα φρένα του και κινήθηκε αριστερά, εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας του, ως ήταν η πορεία του, εισήλθε επί της ζωγραφιστής λωρίδας, και συγκρούστηκε, στη πίσω, αριστερή, πόρτα και φτερό του οχήματος της κατηγορούμενης. Η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, πριν τη στιγμή της επιβράδυνσης, ήταν στα περί 120km/h. Το όχημα της κατηγορούμενης, λόγω της βιαιότητας της σύγκρουσης, κινήθηκε, κυκλικά, κατά ?, όπου και έλαβε τελική θέση, ως αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο
  1. Συνεπεία της σύγκρουση, το θύμα κτύπησε αρχικά, επί της οροφής του οχήματος της κατηγορούμενης, και έπειτα στην άσφαλτο. Το θύμα, δεν έφερε κράνος. Ο θάνατος αυτού, προκλήθηκε ένεκα σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης Θ. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ως τούτες παρατέθηκαν, είναι ότι για να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη, ενήργησε με απερίσκεπτο και/ή επικίνδυνο τρόπο, απαραίτητο στοιχείο είναι η απόδειξη ύπαρξης κινδύνου, είτε στον τρόπο με τον οποίο οδήγησε το όχημα της είτε σε σχέσει με τον τρόπο που αντέδρασε όταν αντιλήφθηκε ή όχι τον υπαρκτό κίνδυνο. Στη παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη, κινούμενη, με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αφότου, ενεργοποίησε το δείκτη πορείας της δεξιά, σταμάτησε το όχημα της, με σκοπό να περάσει, το διερχόμενο, στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, όχημα, και αφού τούτο πέρασε, ξεκίνησε να κινείται δεξιά, προς την πρώτη είσοδο του πρατηρίου καυσίμων, ως ήταν η πορεία της. Αναφορικά, με το κατά πόσον τούτες οι ενέργειες της κατηγορούμενης θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αλόγιστες, θεωρώ και ως εκ τούτου κρίνω ότι, οι εν λόγω ενέργειες, ήταν λογικά, οι αναμενόμενες ενός μέσου οδηγού. Είναι ξεκάθαρο, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η οδήγηση της μοτοσυκλέτας από το θύμα, αποτέλεσε υπαρκτό κίνδυνο, όταν αυτή ξεπρόβαλλε, για πρώτη φορά, κατά 4 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση, σε απόσταση περί τα 60 μέτρα, όταν το προπορευόμενο, αυτής, όχημα, έστριψε αριστερά, προς την πρώτη είσοδο του επίδικου πρατηρίου, ως ήταν η πορεία τους. Τη στιγμή όμως που το θύμα, μπορούσε να γίνει αντιληπτό, στο πιο πάνω χρόνο και τόπο, το όχημα της κατηγορούμενης είχε ήδη προδιαγράψει τη πορεία του δεξιά. Είναι προφανές, από τα πιο πάνω και ως εκ τούτου κρίνω ότι μοναδική αιτία του δυστυχήματος και εν κατακλείδι του θανάτου του θύματος ήταν οι ενέργειες του ίδιου και όχι οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη της κατηγορούμενης. Ούτε η αδυναμία της κατηγορούμενης να αντιληφθεί, τη μοτοσυκλέτα, πίσω από τα προπορευόμενα, αυτής οχήματα, μπορεί να επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω κρίση μου, αφού, αφενός, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου, εάν τούτη (η μοτοσυκλέτα) θα μπορούσε να ήταν ορατή, με προπορευόμενα άλλα οχήματα, έμπροσθεν της, από το σημείο που η κατηγορούμενη, προέβη σε στάση (ελλείπει τουλάχιστον του ύψος του οχήματος, περιλαμβανομένου και του ύψους της μοτοσυκλέτα με το θύμα, επ' αυτής) και αφετέρου γιατί η ύπαρξη ενός οχήματος που ακολουθεί, άλλο όχημα, προπορευόμενο του, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ως υπαρκτός κίνδυνος, για το εξ αντιθέτου όχημα, εφόσον το πρώτο αυτού δεν επηρέαζε, την δυνατότητα του τελευταίου, να επιχειρήσει στροφή, εντός της πορείας τους. Ούτε μπορώ να καταλήξω ότι η πράξη ή η συμπεριφορά της κατηγορουμένης να ενεργήσει, ως υπό τις περιστάσεις ενήργησε, αποτελούσε αμέλεια. Η εξέταση από το Δικαστήριο της ενδεχόμενης στοιχειοθέτησης αμέλειας εκ μέρους της κατηγορούμενης, γίνεται στα πλαίσια της εξέτασης του κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να τροποποιήσει το κατηγορητήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85 του ΚΕΦ.
  2. Η οδήγηση του οχήματος της κατηγορούμενης δεν υπολείπεται της αναμενόμενης οδήγησης από τον μέσο οδηγό. Είμαι της άποψης ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη η κατηγορούμενη, προτού επιχειρήσει την στροφή, αποτελούν τις λογικές και αναμενόμενες ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί ένας συνετός οδηγός ο οποίος θα επιχειρούσε να οδηγήσει και ή να κατευθύνει το όχημα του ως η κατηγορούμενη προτίθετο. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 3 και επομένως η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. Ως προς δε τη 2η κατηγορία, αυτήν της παραβίασης της συνεχούς άσπρης γραμμής, η κατηγορούσα αρχή, απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάση λογικής αμφιβολίας, και επί τούτης η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. Ειδικότερα, η υπεράσπιση, δεν αμφισβήτησε ούτε την ύπαρξη αλλά ούτε και την νομιμότητα της σήμανσης επί του οδοστρώματος, ήτοι την συνεχή άσπρη γραμμή. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι, η κατηγορούμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί, με το εν λόγω σήμα τροχαίας, επιχειρώντας στροφή δεξιά, παραβιάζοντας, στην ουσία, την εν λόγω ένδειξη επί εδάφους. Σημειώνω δε, ότι παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η εν λόγω σήμανση χαράχτηκε με ή κατ' εντολή της Αρμόδιας Αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι ώστε το γεγονός ότι υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή στο οδόστρωμα να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εν λόγω σήμανση χαράχτηκε νομίμως. Ενόψει της πιο πάνω κρίσης μου και με δεδομένο ότι επί τις πλείστες κατηγορίες που διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, η κατηγορούμενη αθωώθηκε, κρίνω όπως τα έξοδα παράστασης μαρτύρων, καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [[1]] Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, πριν την τροποποίηση προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.». [[2]] Σύμφωνα με τον κ. 58
(2)(δ) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 :«58.
(2)- Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-....(δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας: Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορεί, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, να παραχωρήσει άδεια για τη μη τήρηση απαγόρευσης που επιβάλλεται με σήμα τροχαίας» [[3]] Σύμφωνα με τον κ. 58 (δ)εφόσον προτίθεται να στρίψει στα δεξιά σε συµβολή δρόµων να παραχωρεί δικαίωµα προτεραιότητας σε οχήµατα τα οποία έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση και κινούνται σε ευθεία πορεία ή προτίθενται να στρίψουν αριστερά στην περίπτωση που το επερχόµενο όχηµα θα στρίψει επίσης δεξιά, ανάλογα µε τη διαµόρφωση της συµβολής και των συνθηκώντης τροχαίας κίνησης, - είτε να προχωρήσει έχοντας το άλλο όχηµα στα δεξιά του και να στρίψει δεξιά πίσω από αυτό, - είτε να στρίψει δεξιά µπροστά από το άλλο όχηµα µε ιδιαίτερη προσοχή. [4] Στο Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο του Τεκμήριο 9 αποτελεί και μέρος του Τεκμηρίου 10, το οποίο στην ουσία αποτελεί το σύνολο των φωτογραφιών των Τεκμηρίων 7, 8 και 9. [5] Η απόσταση που διένυε η μοτοσυκλέτα ανά δευτερόλεπτο. [6] Εννοώντας τον χρόνο (στρογγυλοποιημένο) που χρειάζεται ένα όχημα που βρίσκεται σε στάση, να κατευθυνθεί το όχημα στα δεξιά, για να εισέλθει στο επίδικο πρατήριο καυσίμων. [7] Η σχετική αναφορά του μάρτυρα ήταν σε ? του κύκλου. [8] Βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [9] Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.