← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10161/2020, 8/9/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10161/2020, 8/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10161/2020 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 08 Σεπτεμβρίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: Α. Παναγή (κα) για να ακούσει απόφαση η Γ. Σοφοκλή (κα) Για κατηγορούμενο: Α. Χρίστου (κος) μαζί με Ν. Ζένιου (κος) για Α. Χρίστου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είτε αυτά εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, την 01.01.2020 και περί ώρα 08:45 επισυνέβη τροχαία σύγκρουση [στο εξής το «ατύχημα»], μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και αυτού που οδηγούσε η Νίκη Γεωργίου [στο εξής η «παραπονούμενη»], στον δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου, πάρα το στρατόπεδο «Τάσου Μάρκου» [στο εξής το «στρατόπεδο»], στην Κλήρου, της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο εν λόγω δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας, για κάθε κατεύθυνση, ο οποίος χωρίζεται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή [σήμανση επί εδάφους], πλην του σημείου που οδηγεί στη είσοδο/έξοδο του εν λόγω στρατοπέδου, σημείο όπου, η συνεχόμενη άσπρη γραμμή γίνεται διακεκομμένη, έτσι ώστε, να επιτρέπει στα οχήματα που επιθυμούν να εισέλθουν/εξέλθουν από το εν λόγω στρατόπεδο, να πράττουν τούτο, χωρίς να παραβιάζουν οποιαδήποτε οδική σήμανση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο κατηγορούμενος, ο οποίος κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Παλαιχώρι, κατά την προσπάθεια του να κινηθεί δεξιά, για να εισέλθει στο στρατόπεδο, επήλθε σύγκρουση με το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα, το οποίο οδηγείτο από την παραπονούμενη. Το όχημα του κατηγορούμενου υπέστη ζημιές στο δεξί μπροστινός μέρος (φτερό, καπό, φανάρια, προφυλακτήρας, ανεμοθώρακας και πόρτα οδηγού) και το όχημα της παραπονούμενης, υπέστη, επίσης, ζημιές στο δεξί μπροστινό μέρος (φτερό, καπό, φανάρια, προφυλακτήρας, ανεμοθώρακας και πόρτα οδηγού) [Βλ. Τεκμήριο 4]. Το όριο ταχύτητας, στο επίδικο σημείο, ήταν 65ΧΑΩ. Η ορατότητα της παραπονούμενης, ως η πορεία της ήταν στα 150μέτρα, χωρίς τούτη να εμποδίζεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Ο κατηγορούμενος, αφού του επεξηγήθηκε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος, από την ΜΚ1, διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ, χωρίς να υποδείξει, προς τούτο, οποιοδήποτε άλλο σημείο, ενώ η Παραπονούμενη, αφού της επεξηγήθηκε το εν λόγω σχεδιαγράφημα, από τον ΜΚ3, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Οι ενεχόμενοι οδηγοί, τραυματίστηκαν, αμφότεροι, και μεταφέρθηκαν, με ασθενοφόρο, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η παραπονούμενη υπέστη πολλαπλά κατάγματα πλευρών, θλάση ήπατος και πνευμονική εμβολή [βλ. Τεκμήριο 9] και έλαβε εξιτήριο στις 22.01.2020. Τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα γεγονότα αποτελούν πλέον ευρήματα Δικαστηρίου. Στη βάση τούτων ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει μία κατηγορία και δη αυτήν της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία], κατά παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του οικείου Νόμου, ως καταγράφονται επί του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε την κατηγορία, που αντιμετωπίζει, και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε ως μάρτυρες κατηγορίας, την Αστ. 1284, Η. Πετρίδου [ΜΚ1], την Άννα Κίκα, αυτόπτη μάρτυρα [ΜΚ2], τον Αστ.2652, Ε. Ραφίδια [ΜΚ3] και τέλος την Παραπονούμενη [ΜΚ4], ενώ, από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο τελευταίος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να παρουσιάσει μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 12 τεκμήρια. Β. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για τα υπό κρίση αδικήματα. [ΜΚ1] Η ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως η εξεταστής της υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες προέβη, γενικά, κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης [βλ. Τεκμήριο 1], παρουσίασε, αρχικώς, το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ακολούθως, το συμμετρικό αυτού [βλ. Τεκμήριο 2 - πρόχειρο σχεδιαγράφημα και Τεκμήριο 3 - συμμετρικό σχεδιαγράφημα]. Στη συνέχεια, κατέθεσε, σειρά, άλλων εγγράφων, ως Τεκμήρια, στα οποία και θα γίνει ειδική αναφορά, κατωτέρω, εάν και εφόσον, τούτο, κριθεί αναγκαίο. Αναφέρθηκε στην ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος, εν σχέσει με τη πορεία της παραπονούμενης, προσδιορίζοντας την, χωρίς τούτη να αποκόπτεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, στα 300 μέτρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στη σκηνή του ατυχήματος εντοπίστηκαν ίχνη στην άσφαλτο, τα οποία προκλήθηκαν από τους τροχούς του οχήματος του κατηγορούμενου και τα οποία οδηγούσαν στην τελική θέση που έλαβε το όχημα του, καθώς επίσης, και ίχνη, τόσο στην άσφαλτο όσο και σε παρακείμενο χωράφι, από τον δεξιό τροχό του οχήματος της παραπονούμενης, τα οποία, επίσης, οδηγούσαν στην τελική θέση που έλαβε το όχημα της τελευταίας. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι για την ετοιμασία του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος και δη για τις μετρήσεις που έλαβε, από τη σκηνή του ατυχήματος, έτυχε βοήθειας από άλλο συνάδελφο[1] της, διευκρινίζοντας, περαιτέρω, ότι δεν είχε πείρα στη διερεύνηση ατυχημάτων και συγκεκριμένα ότι, το επίδικο, ήταν το πρώτο ατύχημα το οποίο διερευνούσε. Κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης [βλ. ένδειξη Χ επί του Τεκμηρίου 3], κατόπιν δικών της υπολογισμών, χωρίς οιανδήποτε υπόδειξη, αυτού, από οποιοδήποτε ενεχόμενο οδηγό, και συγκεκριμένα, ανέφερε ότι « [.] επειδή στο συγκεκριμένο σημείο, υπήρχαν ίχνη μαυρίσματος που το λάστιχο, βασικά, που είναι αποτέλεσμα τζιείνο το μαύρισμα στο δρόμο, είναι αποτέλεσμα της πίεσής των λαστίχων όταν γίνει μια σύγκρουση, που τις γνώσεις που κατέχω εγώ.». Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ως προς τη βεβαιότητα, των πιο πάνω, λεγομένων της, η μάρτυρας απάντησε «Όχι, δεν μπορώ να είμαι βέβαιη, γιατί είναι βάσει των γνώσεων που έχω τζιαι που τη στιγμή που δεν ήμουν τζιαμέ, δεν ήμουν παρούσα κατά τη σύγκρουση, το υπολόγισα βάσει των γνώσεων που έχω για το θέμα.». Εν σχέσει με την ορθότητα της καταμετρηθείσας, πιο πάνω, αναφερόμενης, ορατότητας του κατηγορούμενου, η μάρτυρας ανέφερε « Για αυτές τις ορατότητες τη δεδομένη στιγμή κάτω που τις ίδιες συνθήκες τις καιρικές, βρισκόμενοι στο ίδιο σημείο που βρίσκονταν τα αυτοκίνητα, λάβαμε μετρήσεις για να δούμε μέχρι που κάποιος, ο οποίος βρίσκεται σε τζιείντο σημείο μπορεί να έχει ορατότητα. [.] Α. [.] προσπαθήσαμε να κάνουμε όσο πιο σωστά μπορούσαμε τις μετρήσεις.». Δεν γνώριζε ποια ήταν η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε η παραπονούμενη και δεν αμφισβήτησε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος, εφόσον είχε πρόθεση να κινηθεί δεξιά προς το στρατόπεδο, είχε ελαττωμένη ταχύτητα. Τέλος, προέβη σε υποθετικά σενάρια, ως προς τον τρόπο που μπορεί να επισυνέβη το ατύχημα με τον συνήγορο υπεράσπισης να θέτει εν προκειμένω και τις δικές του θέσεις ως προς τις συνθήκες που πιθανόν να επισυνέβη το ατύχημα, με την μάρτυρα να απαντά «Δεν αποκλείουμε τίποτε, απλά κάμουμε υποθέσεις τούτη τη στιγμή». Από την μάρτυρα, κατά την επανεξέταση της, ζητήθηκε να διευκρινίσει την αναφορά της, σε μία εκ των απαντήσεων της, ότι είναι «με βάση τις γνώσεις που είχε», που έλαβε τις μετρήσεις στη σκηνή του ατυχήματος, με την τελευταία να συμπληρώνει, αρχικά, ότι όλοι οι αστυνομικοί έχουν κάποιες γνώσεις για θέματα διερεύνησης δυστυχημάτων και στη συνέχεια, να αναφέρει ότι με την προηγούμενη αναφορά ότι, πρώτη φορά διερευνούσε τροχαίο ατύχημα, εννοούσε ατύχημα στο οποίο να υπήρχαν και τραυματισμοί. Έπειτα, εν σχέσει με την αρχική ερώτηση της κατηγόρου, κατά την επανεξέταση, η μάρτυρας, εντέλει, ανέφερε « Έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κάμνουμε τις μετρήσεις, έχουν να κάμουν με τζιείνα που βλέπουμε στη σκηνή, που θα μας βοηθήσουν στη διερεύνηση, δηλαδή ίχνη τροχοπέδησης, ίχνη μαυρίσματος που τα λάστιχα, σπασμένα γυαλιά, είναι όλα αυτά, τα ίχνη που μας βοηθούν να καταλάβουμε που γίνεται η σύγκρουσης τζιαι αν χρησιμοποίησαν τα φρένα τους για παράδειγμα.». [ΜΚ2] Η ΜΚ2, τοποθέτησε τον εαυτό της στη σκηνή, τη στιγμή του ατυχήματος. Συγκεκριμένα, την επίδικη ημέρα, κατευθυνόταν, επίσης, προς το συγκεκριμένο στρατόπεδο, αφού εργαζόταν εκεί. Ως ανέφερε, οδηγούσε το όχημα, το οποίο ακολουθούσε το όχημα του κατηγορούμενου, με ίδια πορεία. Ενώ βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδο και έχοντας πρόθεση, και η ίδια, όπως και ο κατηγορούμενος, να στρίψει δεξιά, προς το στρατόπεδο, είδε το όχημα του τελευταίου, να ελαττώνει ταχύτητα και σχεδόν να σταματά. Τη στιγμή εκείνη, στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και ενώ το όχημα της παραπονούμενης πλησίασε τη στάση λεωφορείων, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 10-15 μέτρα, περίπου, από το στρίψιμο προς το στρατόπεδο, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα, στρίβοντας δεξιά. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν πλαγιομετωπικά, στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, με το όχημα της παραπονούμενης, να συνεχίζει τη πορεία του, ελαφρώς αριστερά και να ακινητοποιείται εντός παρακείμενου χωραφιού, ενώ το όχημα του κατηγορούμενου, αφού ξεκίνησε να κάνει κύκλους, μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας της παραπονούμενης, ακινητοποιήθηκε, περί τα 30 μέτρα, από το σημείο της σύγκρουσης. Αναγνώρισε τον οδηγό του οχήματος, τύπου smart, ως έναν στρατιωτικό, ο οποίος, επίσης, εργάζεται, στο εν λόγω στρατόπεδο. Η αντεξέταση της μάρτυρος, ήταν σύντομη. Συμφώνησε, με την υπεράσπιση, ότι ο κατηγορούμενος, χρησιμοποίησε τον δεξιό δείκτη του οχήματος του, προτού κινηθεί δεξιά προς το στρατόπεδο και ότι είχε ελαττώσει ταχύτητα, προτού κινηθεί δεξιά, προς το στρατόπεδο, Επέμενε, στην αρχική της θέση, ότι τη στιγμή που άρχισε να εισέρχεται το όχημα του κατηγορούμενου στην εξ' αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, το όχημα της παραπονούμενης βρισκόταν στο σημείο που βρίσκεται η στάση λεωφορείων, η οποία είναι αρκετά κοντά στο σημείο. Αν και είχε αναφερθεί, ότι η μεταξύ τους απόσταση, ήταν στα 10-15 μέτρα, έπειτα από σχετική ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς τα μέτρα της υπό αναφοράς της απόστασης, ήτοι εάν ήταν 10 ή 15 μέτρα, αλλά διευκρίνισε ότι το όχημα της παραπονούμενης, τη δεδομένη στιγμή, βρισκόταν επί της στάσης λεωφορείων, επαναλαμβάνοντας, ότι η εν λόγω στάση λεωφορείων, βρίσκεται αρκετά κοντά στο σημείο όπου ο κατηγορούμενος, επιχείρησε στροφή δεξιά. Ως προς την αναφορά της, στην γραπτή της κατάθεση, ότι ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα για να στρίψει δεξιά, συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι, απλά ξεκίνησε να κινείται προς τα δεξιά. Ωστόσο, διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι, υπήρχε ο «ανάλογος χρόνος» για να κινηθεί δεξιά το όχημα του κατηγορούμενου, χωρίς, ουσιαστικά, να επέλθει η σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων, χαρακτηρίζοντας, ειδικότερα, την κίνηση του τούτη, ως απότομη, και επομένως, ότι ήταν ζήτημα δευτερολέπτων. Τέλος, συμφώνησε, με τη θέση της υπεράσπισης, ότι η παραπονούμενη δεν κινείτο εντός της προβλεπόμενης ταχύτητας, χωρίς, όμως, να προβεί σε οποιοδήποτε άλλη αναφορά περί τούτου. [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 12], ανέφερε ότι αφού του εξηγήθηκε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, από την ΜΚ1, προχώρησε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την Παραπονούμενη, της οποίας, αφού της το εξήγησε, η ίδια, συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην εν γένει εκπαίδευση του σχετικά με τη διερεύνηση ατυχημάτων[2], προχωρώντας, επί του προκειμένου, να εκφράζει γνώμη ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, βάσει του σχεδιαγραφήματος της σκηνής. Κατά την αντεξέταση του, και αφού συμφώνησε, με την υπεράσπιση, ότι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, ετοιμάστηκε από την ΜΚ1, χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οτιδήποτε σχετικό, ανέφερε ότι η παραπονούμενη, συμφώνησε με την αποτύπωση των εν λόγω στοιχείων της σκηνής και συγκεκριμένα επί του σημείου σύγκρουσης χ, με την υπεράσπιση να θέτει εν αμφιβόλω, εάν η παραπονούμενη, έχοντας ιδίαν γνώση, κατέληξε στο να συμφωνεί με το εν λόγω σημείο ή εάν καθοδηγήθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα, με την στιχομυθία, μεταξύ τους, να έχει ως ακολούθως: «Α. Συμφώνησε με τζιείνα που της είπα ότι εντοπίσαμε στη σκηνή. Ε. Τα οποία κύριε μάρτυρα εγώ σας λέω ότι δεν τα θυμάτουν. Μέσα από την κατάθεση της αυτό φαίνεται; Α. Συμφώνησε όμως με τις υποδείξεις μου ότι εν σωστές. Ε. Και είναι η θέση μου ότι την καθοδηγήσατε στις απαντήσεις της, χωρίς αυτή να είναι η πραγματική αλήθεια Α. Αυτό δεν ευσταθεί, δεν την καθοδήγησα καθόλου. Ε. Ευχαριστώ πολύ, κύριε μάρτυς. Α. Έτσι και αλλιώς το κτύπημα το δέχθηκε που δεξιά, για να δεχθεί ένας κτύπημα που δεξιά σημαίνει κάποιος κινείτουν τζαι χτύπησε την που τα δεξιά, όχι που τον ουρανό, που τα δεξιά, ο οποίος κινείτουν δεξιά, ποιος έστριβε δεξιά; Ε. Κύριε μάρτυς είσαστε σε θέση να γνωρίζετε αν έτρεχε ή όχι οποιοσδήποτε; Α. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν έτρεχε ή όχι. [.]» [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗ] Η παραπονούμενη, στη γραπτή της κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 7], ανέφερε ότι, την επίδικη ημέρα και ώρα, οδηγούσε, στον δρόμο Παλαιχωρίου - Ανθούπολης, με κατεύθυνση προς Ανθούπολη, με ταχύτητα γύρω στα 60ΧΑΩ[3], με την τροχαία κίνηση να είναι αραιή και συγκεκριμένα με μόνο ένα όχημα να προπορεύεται του δικού της. Η ορατότητα της ήταν καλή. Όταν πλησίασε στην ευθεία, όπου στα αριστερά της βρίσκεται το στρατόπεδο, ένιωσε ξαφνικά ένα απότομο κτύπημα, από τα δεξιά της. Το επόμενο που θυμόταν ήταν το όχημα της να βρίσκεται εκτός του δρόμου, εντός παρακείμενου χωραφιού και αφότου εξήλθε από αυτό, να ξαπλώνει στο έδαφος και έπειτα να χάνει τις αισθήσεις της. Περαιτέρω, κατά τη δια ζώσης μαρτυρίας της, κατόπιν σχετικής ερώτησης της κατηγόρου, ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε μετά την πύλη του στρατοπέδου, διευκρινίζοντας ότι το κτύπημα ήταν ξαφνικό, απότομο και απροειδοποίητο. Τέλος, αναφέρθηκε και στον τύπο του οχήματος του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα ότι ήταν τύπου Smart. Κατά την αντεξέταση της, η πλευρά της υπεράσπισης, ζήτησε από την παραπονούμενη, να τοποθετηθεί εν σχέσει με την πηγή της γνώσης της, ως προς τον τύπο του οχήματος του κατηγορούμενου, ως τούτος αναφέρθηκε, από την ίδια, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, αφού στην γραπτή της κατάθεση, το μόνο που αναφέρει, ως προς την αντίληψη της τη στιγμή της σύγκρουσης, ήταν ότι ένιωσε, ξαφνικά, ένα απότομο κτύπημα στα δεξιά της. Η μάρτυράς, αρχικά, ανέφερε, ότι είδε τον τύπο του εν λόγω οχήματος του κατηγορούμενου από φωτογραφίες, έπειτα ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου πριν τη σύγκρουση και εντέλει κατέληξε να συμφωνεί με την υπεράσπιση, ότι δεν είδε το όχημα του κατηγορούμενου, κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά απλώς αντιλήφθηκε ότι η σύγκρουση, μετά που τούτη επήλθε, έγινε με κάποιο άλλο όχημα. Ως προς τη διόρθωση στην οποία προέβη στην γραπτή της κατάθεση[4], εν σχέσει με την ταχύτητα, με την οποία κατ' ισχυρισμό κινείτο, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, η μάρτυρας, ανέφερε, αρχικά, ότι, αυθόρμητα, είπε στον αστυνομικό, που της λάμβανε κατάθεση ότι τούτη ήταν 50ΧΑΩ και μετά του ανέφερε ότι ήταν 60ΧΑΩ, με την υπεράσπιση να της υποβάλει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν τούτο που κατέγραψε, αρχικά, ήταν 50ΧΑΩ ή 80ΧΑΩ. Η παραπονούμενη, προς απάντηση τούτης της θέσης της υπεράσπισης, ανέφερε «εγώ βλέπω το καθαρά 60». Περαιτέρω, κατά την υποβολή της υπεράσπισής, ότι το ατύχημα έγινε λόγω της μεγάλης ταχύτητας με την οποία κινείτο η παραπονούμενη, η τελευταία ανέφερε «η ταχύτητα μου ήταν χαμηλή, δεν πήγαινα με γρήγορη ταχύτητα τζιαι αν ήταν να μπει μπροστά μου ήταν να τον δω, ήταν να σταματήσω, ενώ ήταν ξαφνικό.». Εν σχέσει, τώρα, με το σημείο σύγκρουσης, η παραπονούμενη, υπέδειξε, στο Τεκμήριο 3, ότι τούτο ήταν κοντά στη πύλη του στρατοπέδου (χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς που) και έπειτα, αναφερόμενη στο σημείο σύγκρουσης, ως τούτο αποτυπώθηκε με την ένδειξη Χ, στο Τεκμήριο 3, επέμενε ότι τούτο ήταν το σημείο στο οποίο συγκρούστηκαν τα οχήματα και το θυμόταν. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic

(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8, ως ίσχυε τότε, του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι « Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[5] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αυτήν αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[6] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3 κατ' αναλογία]. Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[7] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. [ΜΚ1] Η ΜΚ1, γενικά, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευσθεί. Τουναντίον, στη βάση των, εναντίων των συμφερόντων της, θέσεων που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορώ να καταλήξω ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα. Ωστόσο για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν μπορώ να αποδεχθώ, τη κατάληξη της, ως προς το σημείο σύγκρουσης [ένδειξη Χ επί του Τεκμηρίου 3]. Και τούτο γιατί, ως ήδη υποδείχθηκε δια της παράθεσης αυτούσιων των σχετικών αναφορών της, κατά την αντεξέταση της, προώθησε ισχυρισμούς που καθιστούν γενικότερα την εν προκειμένω μαρτυρία της ακροσφαλές υπόβαθρο, για εξαγωγή ασφαλών, σχετικών, ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Υπενθυμίζω ότι, ενώ στη σκηνή του ατυχήματος εντόπισε τόσον ίχνη από τα ελαστικά του οχήματος του κατηγορουμένου όσον και από τον δεξιό τροχό του οχήματος της παραπονούμενης, τούτα δεν αποτυπώθηκαν στο Τεκμήριο 3, στο οποίο και υποδεικνύονται ίχνη που αφέθηκαν από ένα και μόνο όχημα. Αν τώρα στη συλλογιστική αυτή συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι τα υποδεικνυόμενα επί του τεκμηρίου 3, ίχνη, αφορούν σε περιορισμένου μεγέθους ίχνη και όχι τέτοιου εύρους και μορφής που να διαφωτίζουν αναφορικά με την αιτία που το όχημα του κατηγορούμενου κατέληξε στην τελική του θέση, ως η ίδια ισχυρίστηκε, τότε αποδεικνύεται του λόγου του αληθές της πιο πάνω τοποθέτησης μου. Επιπροσθέτως, πλην όμως συναφώς, υποδεικνύω ότι η μάρτυρας, εν τη ειλικρίνεια της, αποδεχόμενη στην ουσία τις αδυναμίες που αντιμετώπιζε ως εξεταστής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, ότι το επίδικο ατύχημα ήταν το πρώτο που διερευνούσε υπό την ιδιότητα της αυτή. Ανάφερε δε τούτο με σκοπό να δικαιολογήσει τις όποιες ελλείψεις παρατηρήθηκαν στη διερεύνηση που διεξήγαγε. Ωστόσο, για τις λοιπές ενέργειες που προέβη κατά την διερεύνηση και τις σχετικές αποτυπώσεις των επί των σχεδιαγραφημάτων, την μαρτυρία της την αποδέχομαι, αφού, εξάλλου, τούτη, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.], το σχεδιαγράφημα της σκηνής αποτελεί πραγματική μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, ως σημειώθηκε στις αναφερόμενες, ανωτέρω υποθέσεις, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα. [ΜΚ2] Η ΜΚ2, μου έκανε άριστη εντύπωση και θεωρώ ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ανέφερε τα πραγματικά, όπως η ίδια τα συνέλαβε και συγκράτησε, γεγονότα, χωρίς διαθλάσεις ή υπερβολές και χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο για να ψευσθεί. Ήταν εξάλλου, ανεξάρτητη μάρτυρας. Ήταν ευθύς και σταθερή. Παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο συμβάν. Ήταν ξεκάθαρη στις θέσεις που εξέφρασε και αρκετά παραστατική σε βαθμό που το Δικαστήριο μπόρεσε επί της μαρτυρίας τής να δημιουργήσει εικόνα για τα τεκταινόμενα που αφορούν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το εν λόγω ατύχημα. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία της [βλ. Fournaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R.. 28, 29]. Τέλος, σημειώνω, ότι η θέση της περί ύπαρξής στάσης λεωφορείου, σε πολύ κοντινή απόσταση, από την πύλη του στρατοπέδου, ως η πορεία της παραπονούμενης, αφενός δεν αμφισβητήθηκε και αφετέρου, επιβεβαιώνεται και από τα σχεδιαγραφήματα της σκηνής. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. [ΜΚ3] Ο ΜΚ3, δεν θεωρώ ότι μέσω της μαρτυρίας του βοήθησε καθ' οιανδήποτε τρόπο στην εξαγωγή ευρημάτων εν σχέσει με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα. Η όποια θέση του, στηρίχθηκε επί του σχεδιαγραφήματος που του έδωσε η ΜΚ1 και βάση αυτού προχώρησε στα δικά του συμπεράσματα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο επεσυνέβη το εν λόγω ατύχημα. Ωστόσο, από τη στιγμή που το σημείο σύγκρουσης Χ τέθηκε, πειστικά, εν αμφιβόλω, οι όποιες αναφορές του ΜΚ3, επί του προκειμένου, θεωρώ ότι αποτελούν, επίσης, ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του, επί γεγονότων, ήταν σαφής και αδιαμφισβήτητη και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι επί τούτων είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Επομένως, τη μαρτυρία του, πλην της εκφοράς γνώμης ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, την αποδέχομαι. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΎΜΕΝΗ] Η παραπονούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και τούτο γιατί, η μαρτυρία της παρουσιάζει υπεκφυγές και αντιφάσεις, τέτοιας σημασίας που δεν μπορούν παρά να πλήξουν την αξιοπιστία της. Αφορά δε, σε τέτοια δεδομένα που δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μέρος των ισχυρισμών της προβλήθηκαν ως αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων, με μόνον στόχο να αποφύγει την όποια πιθανή ευθύνη της, στην πρόκληση του ατυχήματος. Και εξηγώ. Ενώ στη γραπτή της κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 7], η οποία δόθηκε στις 11.02.2020, ένα μήνα και κάτι μετά το ατύχημα, οι αναφορές της, επί των γεγονότων που οδήγησαν στην σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων, περιορίζονταν μόνον στην περιγραφή ενός ξαφνικού και απότομου κτυπήματος, που ένιωσε, εκ δεξιών της, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι ποτέ προηγουμένως δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος του κατηγορούμενου, στο σημείο, κατά την κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε, για πρώτη φορά και στον τύπο του οχήματος του κατηγορούμενου, ισχυριζόμενη κατά μια εκδοχή της ότι το είδε, κατά τον επίδικο χρόνο, πριν από τη σύγκρουση. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι κατά την πρώτη σχετική εκδοχή της, γνώριζε τον τύπο του οχήματος του κατηγορούμενου καθότι, σε χρόνο μετά το ατύχημα, είχε την ευκαιρία να δει τούτο, επί των φωτογραφιών. Νεφελώδης ήταν και η μαρτυρία της, εν σχέσει με το σημείο σύγκρουσης, αφού χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις και ουσιώδεις αντιφάσεις. Εξηγώ. Ενώ, όταν της υποδείχθηκε το σχεδιαγράφημα της σκηνής, συμφώνησε με το υποδεικνυόμενο σε αυτό σημείο σύγκρουσης [περίπου στο μέσο της παρόδου του στρατοπέδου], κατά την κυρίως εξέταση της, χωρίς και πάλι να δώσει προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση, ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε «Λίγο μετά την είσοδο, της πύλη του στρατοπέδου». Επίσης, ούτε η αναφορά της ως προς τη ταχύτητα με την οποία κινείτο τη δεδομένη στιγμή μπορεί να χαρακτηριστεί ως πειστική, αφού αν μη τι άλλο, δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την φιλαλήθεια της μάρτυρος, μιας και η αρχική της αναφορά ήταν ότι κινείτο με 50ΧΑΩ, ενώ ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι κινείτο με 60ΧΑΩ. Δεν μου διαφεύγει ότι, αφενός η διαφορά μεταξύ 50ΧΑΩ και 60ΧΑΩ, δεν είναι σημαντική και αφετέρου, ότι ένας οδηγός, αν δεν στρέψει, ειδικά την προσοχή του, στο ταχύμετρο, δεν αναμένεται να μπορεί να εκφράσει γνώμη, ως προς την ακριβή ταχύτητα που κινείτο. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, χαρακτήρισε η ίδια, την αρχική της αναφορά σε 50ΧΑΩ, ως αυθόρμητη, ενώ δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση γιατί ακολούθως την μετέβαλε. Επομένως, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία της, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν γίνεται αποδεκτή. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΝΙΚΟΛΑ Χ'ΝΙΚΟΛΑΟΥ Δεν μου διαφεύγει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε, υπό μορφή εγγράφου που κατείχετο από την ΜΚ1, η κατάθεση του Νικόλα Χ΄Νικολάου [βλ. Τεκμήριο 11], προσώπου που παρουσίασε τον εαυτό του ως αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος. Αν και κατά το στάδιο της κατάθεσης του, δηλώθηκε ρητώς ότι κατατίθεται ως έγγραφο που κατείχετο από την ΜΚ1, εντούτοις εν απουσία άλλης σχετικής προσδιοριστικής αναφοράς, θα αντιμετωπίσω το περιεχόμενο της ως εξ ακοής μαρτυρία. Έχοντας, υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 και τους εκεί αναφερόμενους παράγοντες που υπέχουν σημασίας για την απόφανση ως προς την βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν θα πρέπει να προδώσω στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί δεν παρουσιάστηκε ο εν λόγω μάρτυρας για να καταθέσει, παράγοντας που σύμφωνα με τις ειδικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την διεργασία αυτή του δικαστηρίου. Ας μην λησμονείται ότι το δικαίωμα που δόθηκε μέσω σχετικής τροποποίησης του Κεφ. 9, να προσκομίζεται ενώπιον του δικαστηρίου εξ ακοής μαρτυρία, δεν μετέβαλε, ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπο αλλοίωσε την σημαντικότητα του έτερου, εξίσου, κανόνα αποδείξεως, της προσκόμισης καλύτερης δυνατής μαρτυρίας [Βλ. Τριφταρίδης Ιωάννης ν. Xiaodan Liu
(2016)1 ΑΑΔ 2349]. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ως προς δε τη κατάθεση της Τασούλας Γεωργίου, [Βλ. Τεκμήριο 8], επίσης, για τους ίδιους λόγους θα αντιμετωπίσω τη μαρτυρία τούτη ως εξ' ακοής και δεν θα της προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού και πάλι, η κατηγορούσα αρχή, δεν αναφέρθηκε στους λόγους που δεν κατέστη δυνατή η παρουσίαση της μάρτυρος ενώπιον Δικαστηρίου, κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν, επί τούτου, ανωτέρω. Ε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας, λοιπόν, κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τις αρχές που διέπουν τα παραδεκτά και κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καταλήγω και στα πιο κάτω επιπρόσθετα των αρχικών μου, ευρήματα: Ο κατηγορούμενος, ενώ προσέγγισε το σημείο, όπου θα επιχειρούσε να κινηθεί δεξιά, ως η πορεία του, με σκοπό να εισέλθει εντός της εισόδου/εξόδου του στρατοπέδου (παρόδου), απότομα, και ενώ το όχημα της παραπονούμενης βρισκόταν σε αρκετά κοντινή απόσταση, από τον ίδιο, ήτοι περί τα 10 -15 μέτρα, εκκίνησε και εισήλθε στην εξ΄ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το δεξιό μέρος του οχήματος της παραπονούμενης. Η ορατότητα του κατηγορούμενου (ανεξάρτητα και μακριά από την όποια αναφορά της ΜΚ1, περί 300 μέτρων), τη δεδομένη στιγμή, δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε τεχνητό ή άλλο εμπόδιο. Εκ του περισσού να σημειώσω ότι τέτοιου είδους υποθέσεις, όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται ξαφνικά, χωρίς προσχεδιασμό, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί επακριβώς το σημείο σύγκρουσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, όπως το ακριβές σημείο από το οποίο πχ οι διάδικοι αντίκρισαν ο ένας τον άλλο, κάτι που θα έδινε την εντύπωση ότι καταπιάνεται με μαθηματική άσκηση [βλ. Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530]. Διαφορετικά, θα προσεγγίζονταν τέτοιες υποθέσεις, τροχαίων ατυχημάτων, με τρόπο που να δίνεται η εντύπωση ότι τα Δικαστήρια προβαίνουν σε αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου, για να καταλήξουν στην ευθύνη ή όχι ενός κατηγορούμενου [βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Π.Ε 221/2018, 26.03.2019, ECLI:CY:AD:2019:B107]. Άλλωστε, θέματα που σχετίζονται με οδική συμπεριφορά και δυνατότητα αντίδρασης ενός οδηγού σε επερχόμενο κίνδυνο αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής, εκτός όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή όπου απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα [βλ. Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 120]. ΣΤ. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Εκείνο, λοιπόν, που με σαφήνεια προκύπτει, από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το καθήκον επιμέλειας που βαρύνει κάθε οδηγό υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αφού με την πράξη του αυτή, και δη να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ το όχημα της παραπονούμενης βρισκόταν σε απόσταση 10-15 μέτρα, αποτέλεσε τη βασική γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος. Βέβαια, με την πιο πάνω κρίση μου, επουδενί αποφαίνομαι ότι για το επίδικο ατύχημα αποκλειστική ευθύνη φέρει ο κατηγορούμενος. Εξάλλου τούτο δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση. Ας μην λησμονείται ότι στη συλλογιστική για την πιο πάνω διεργασία του Δικαστηρίου δεν συνυπολογίστηκε η όποια ταχύτητα με την οποία κινείτο η παραπονούμενη τη δεδομένη στιγμή. Επομένως, ανεξάρτητα και μακριά από οποιαδήποτε αμέλεια της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος θεωρώ ότι ήταν αμελής για τους λόγους που μόλις προανέφερα. Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης αμέλειας ενός κατηγορούμενου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου, δηλαδή του παραπονούμενου (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Δεδομένων, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση [1η κατηγορία]. (Υπ.) Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ε/Αστ.5299. [2] Δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, η εκπαίδευση του μάρτυρα εν σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων. [3] Υπάρχει διόρθωση του αριθμού ταχύτητας με μονογραφή. [4] Κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης. [5] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [6] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [7] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.