← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11957/2020, 21/6/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11957/2020, 21/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11957/2020 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 21 Ιουνίου 2023 Για κατηγορούσα αρχή: Χρ. Θεμιστοκλέους (κα) Για κατηγορούμενο: Α. Κορομίας (κος) για Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην βάση των κοινών αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είτε για αυτά εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, στις 25.09.2019 και περί ώρα 17:00, η κατηγορούμενη και ο Πάρης Ιωακείμ [στο εξής ο «παραπονούμενος»] οδηγούσαν τα οχήματα τους, επί της Λεωφ. Σταδίου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Απολλώνειο Νοσοκομείο. Η εν λόγω Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση και χωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η κατηγορούμενη, με σκοπό να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου, παραβιάζοντας την άσπρη συνεχή γραμμή, έστριψε δεξιά. Πίσω από το όχημα της κατηγορούμενης, και μπροστά, προφανώς, από τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου κινείτο, με ίδια κατεύθυνση, άλλο όχημα [στο εξής «το παρεμβάλλον όχημα»]. Ο παραπονούμενος, οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του, σε κάποιο σημείο του δρόμου, προσπέρασε το παρεμβάλλον όχημα, με αποτέλεσμα, ακολούθως, να συγκρουστεί εντός της εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, με το σε κλίση, τότε, όχημα της κατηγορούμενης. Η μοτοσυκλέτα, μετά από τη σύγκρουση με το όχημα της κατηγορούμενης συγκρούστηκε σε πάσσαλο της ΑΗΚ, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς. Κατά την άφιξη του ΜΚ1 στην σκηνή του ατυχήματος, τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 2], όπου, σύμφωνα με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, τις ζημιές τους, τα ίχνη εκτροπής του οχήματος της κατηγορούμενης [μαύρισμα από το αριστερό μπροστινό τροχό από την σύγκρουση με την μοτοσυκλέτα), τα ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας (από τα μεταλλικά της μέρη) μετά τη σύγκρουση με το όχημα της κατηγορούμενης, κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε με την ένδειξη «Χ», επί αυτού. Παρούσα στη σκηνή ήταν μόνο η κατηγορούμενη, αφού ο παραπονούμενος, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, λόγω του ότι είχε τραυματιστεί από την επίδικη σύγκρουση. Η κατηγορούμενη, αφού της επεξηγήθηκε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το υπέγραψε ως ορθό ενώ ο παραπονούμενος, αφού, επίσης, του επεξηγήθηκε το εν λόγω σχέδιο της σκηνής, δεν το υπέγραψε, ενόψει του ότι, ως ισχυρίστηκε, δεν θυμόταν τίποτα. Οι ενεχόμενοι οδηγοί υποβλήθηκαν σε έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Τέλος, στη σκηνή του ατυχήματος, παρουσιάστηκε ο ΜΚ2, ως αυτόπτης μάρτυρας, από τον οποίο, ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση [βλ. Τεκμήριο 8]. Επομένως, τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα γεγονότα αποτελούν, πλέον, και ευρήματα του Δικαστηρίου[1]. Ως αποτέλεσμα τούτων, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και συγκεκριμένα αυτήν της αμελούς οδήγησης [1η κατηγορία] και αυτήν της παράλειψης της να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας ήτοι ότι, οδήγησε το όχημα της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παραβιάσει την άσπρη συνεχόμενη γραμμή [2η κατηγορία]. Η κατηγορούμενη, αρχικά, δήλωσε μη παραδοχή και στις δύο κατηγορίες, ωστόσο, στη συνέχεια, πριν την ολοκλήρωση της παρουσίασης όλων των μαρτύρων κατηγορίας, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου, ώστε να προχωρήσει σε αλλαγή απάντησης, στην 2η κατηγορία, δηλώνοντας, έτσι, κατόπιν της σχετικής άδειας, παραδοχή στην εν λόγω κατηγορία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα αρχή, κάλεσε στο Δικαστήριο, 3 μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον [ΜΚ1] - Αστ. 3606 Κ. Παπαδόπουλο, τον [ΜΚ2] Ουασίν Σουλειμάν και τέλος τον Παραπονούμενο [ΜΚ3], ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης, αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, η τελευταία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει άλλους μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 9 Τεκμήρια. Β. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Θέση της Κατηγορούσας αρχής είναι ότι η κατηγορούμενη προτού στρίψει δεξιά, προς Μακάριο Στάδιο, ως η πορεία της, δεν έστρεψε την προσοχή της στο ενδεχόμενο, η ενέργεια της αυτή, να επηρεάσει την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε και δη δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση από πίσω της μέσω των κατόπτρων της. Από την άλλη, η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι πέραν της παράλειψης της κατηγορούμενης να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, ήτοι ότι οδήγησε επί συνεχόμενης άσπρης γραμμής, κάτι βέβαια που κατά την υπεράσπιση δεν απολήγει, υποχρεωτικά, σε κρίση ότι οδήγησε αμελώς, η κατηγορούμενη δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος αφού, προτού ξεκινήσει να κινείται δεξιά, έλεγξε την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε, μέσω των κατόπτρων της, με τον παραπονούμενο να μην βρίσκεται στο οπτικό της πεδίο, τη δεδομένη στιγμή, αφού το μοναδικό όχημα το οποίο εντόπισε, από τον έλεγχο που διενήργησε, ήταν ένα όχημα (αυτοκίνητο) το οποίο την ακολουθούσε και ο οδηγός αυτού, εκ των ενεργειών του [ως θα αναφερθούν στη συνέχεια],φαίνεται να αντιλήφθηκε την πρόθεση της κατηγορούμενης, να κινηθεί δεξιά. Γ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Ωστόσο, θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα που θεωρώ ότι κρίνονται επίδικα για την εξαγωγή ευρημάτων για το υπό κρίση αδίκημα. [ΜΚ1] Ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και περαιτέρω κατέθεσε, ως εμπειρογνώμονας, σε σχέση με την εν γένει εξέταση τροχαίων ατυχημάτων. Στα πλαίσια των ενεργειών του, ετοίμασε τα σχετικά σχεδιαγραφήματα της σκηνής [βλ. Τεκμήριο 2- πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 4 συμμετρικό σχεδιαγράφημα]. Περαιτέρω,, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις λοιπές ενέργειες στις οποίες προέβη, από τη στιγμή που βρέθηκε στη σκηνή μέχρι και τη λήψη καταθέσεων από την κατηγορούμενη και τον παραπονούμενο, καθώς επίσης και την απαγγελία των κατηγοριών προς την κατηγορούμενη. Η υπεράσπιση, αντεξέτασε τον ΜΚ1 επί διαφόρων θεμάτων. Ουσιαστικό, ωστόσο, ζήτημα ήταν το θέμα της ορατότητας της κατηγορούμενης, το οποίο αφού κατέστησε ως επίδικο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, στο κατά πόσον, το εύρημα του ΜΚ1, εν σχέσει με την ορατότητα της κατηγορούμενης και δη ότι διαμέσου του εσωτερικού και εξωτερικού κατόπτρου του οχήματος της, η κατηγορούμενη είχε ορατότητα 100μέτρων πίσω της, ήταν όντως αποτέλεσμα διενέργειας ελέγχου [τεστ] ορατότητας, καθώς επίσης και κατά πόσον ο ΜΚ1, στο εύρημα του αυτό [εάν όντως διενέργησε τον έλεγχο αυτό], έλαβε υπόψη όλα τα δεδομένα και τις μαρτυρίες που είχε συλλέξει, ως εξεταστής της υπόθεσης, ήτοι, εν προκειμένω, εάν έλαβε υπόψη τη θέση της κατηγορούμενης και του ΜΚ2 ότι υπήρχε παρεμβάλλον όχημα, μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων, πριν τη σύγκρουση τους. [ΜΚ2] Συνοπτικά, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα και ώρα, οδηγούσε το όχημα του με πορεία από Απολλώνιο Νοσοκομείο προς Μακάριο Στάδιο. Η ορατότητα του ήταν καθαρή και μπορούσε να δει μέχρι το τέλος του δρόμου, σημείο όπου υπήρχαν φώτα τροχαίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, σε απόσταση 50 -100 μέτρων, είδε ένα αυτοκίνητο, από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, να ελαττώνει ταχύτητα, να στρίβει δεξιά προς το Μακάριο Στάδιο και μια μοτοσυκλέτα να προσπερνά και να κτυπά στο δεξιό του μέρος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει κατά πόσον τη στιγμή που το όχημα της κατηγορούμενης έστριβε δεξιά, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ταυτόχρονα, ξεκίνησε να προσπερνά το παρεμβάλλον όχημα. Ωστόσο, επί τούτου, στην αντεξέταση του συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι το όχημα της κατηγορούμενης το είχε αντιληφθεί από προηγουμένως, ήτοι πριν επιχειρήσει να στρίψει δεξιά, σε αντίθεση με την μοτοσυκλέτα που την αντιλήφθηκε την τελευταία στιγμή. [ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΣ] Ο παραπονούμενος εν σχέσει με το επίδικο όχημα, αν και ο οδηγός της ενεχόμενης μοτοσυκλέτας, ανέφερε ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε σχετικό. Συγκεκριμένα, θέση του ήταν ότι, μέχρι και σήμερα δεν μπορεί να θυμηθεί τι συνέβη τη δεδομένη στιγμή, με την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του να περιορίζονται σχετικά. [ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ] Θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο κινείτο με ταχύτητα 30-40ΧΑΩ/ Σε κάποιο σημείο της επίδικης Λεωφόρου, θέλοντας να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου, άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα, χρησιμοποίησε τον δεξιό δείκτη του οχήματος [για απόσταση 10 μέτρων], έλεγξε τα καθρεφτάκια του αυτοκινήτου της και αφού δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε όχημα είτε το οποίο να ήθελε να την προσπεράσει είτε να ερχόταν από την εξ αντιθέτου πορεία - σε σημείο ώστε να την ανησυχήσει, κινήθηκε δεξιά. Τη στιγμή που έστριβε δεξιά, δεν έλεγξε εκ νέου τα καθρεφτάκια της. Αφού το όχημα της άρχισε να έχει κλίση δεξιά, εντός της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα, στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος της και αφού μετακινήθηκε λίγο το όχημα της, εντέλει το ακινητοποίησε. Τότε ήταν που αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο παραπονούμενος, να κινείται δεξιότερα, με τον τελευταίο να εκτινάσσεται και να πέφτει στο δεξιό μέρος του δρόμου. Η μοτοσυκλέτα πήρε φωτιά. Την μοτοσυκλέτα δεν την είχε δει προηγουμένως, αλλά μόνο μετά το ατύχημα. Τότε κατάλαβε ότι το χτύπημα που δέχθηκε στο όχημα της ήταν από την μοτοσυκλέτα. Κατά την αντεξέταση της, η κατηγορούμενη, στις σχετικές ερωτήσεις της κατηγόρου για το ότι δεν ήταν προσεκτική και δεν έλεγξε τα καθρεφτάκια του οχήματος της προτού επιχειρήσει να κινηθεί δεξιά, επανέλαβε, ουσιαστικά, τις θέσεις της ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη πριν κινηθεί δεξιά, ως η πορεία της, με σκοπό να εισέλθει στο χώρος στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου. Διευκρίνισε ότι έλεγξε όλα τα καθρεφτάκια του οχήματος της [δεξιό - μεσαίο εσωτερικό], με μοναδικό όχημα, το οποίο μπορούσε να αντιληφθεί, να ήταν το παρεμβάλλον όχημα. Σε κανένα σημείο, ακόμα και πριν κάνει χρήση του δεξιού της δείκτη [ήτοι πριν τα 10μέτρα που υπέδειξε ότι χρησιμοποίησε τον εν λόγω δείκτη], δεν εντόπισε τη μοτοσικλέτα να κινείται πίσω από το παρεμβάλλον όχημα. Ανέφερε επίσης, ότι το εν λόγω όχημα, αφού ο οδηγός του αντιλήφθηκε τη πρόθεση της να στρίψει δεξιά, παρέμεινε πίσω της, με χαμηλή ταχύτητα, κρατώντας απόσταση. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα ήταν μετά που τούτη συγκρούστηκε με το όχημα της. Όσον δε αφορά τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι όφειλε να έλεγχε τα καθρεφτάκια της ακόμα και τη στιγμή που έστριβε δεξιά η κατηγορούμενη απάντησε ότι «Αφού είχα ελέγξει ακριβώς πριν, είχα έλεγχο της ορατότητας μου πίσω μου. Κατά τη διάρκεια πρέπει να έχω τζαι έλεγχο μπροστά και στην κατεύθυνση μου και απέναντι στην είσοδο. Εν ταυτόχρονα που γίνονταν όλα. . Όταν αρχίζει το αυτοκίνητο ήδη να παίρνει μια κλίση τζαι το καθρεφτάκι έχει μια κλίση, οπόταν η ορατότητα πίσω δεν βλέπεις ακριβώς, βλέπεις την ορατότητα που έχει το καθρεφτάκι και ήδη το αυτοκίνητο έχει μια κλίση.» Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic

(1971)2 CLR 40]. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη [Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71]. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής [βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας [βλ. Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110]. Το άρθρο 8, ως ίσχυε τότε, του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι « Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[2] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[3] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[4] κατ' αναλογία]. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που η νομολογία έθεσε, των οποίων κυρίαρχο είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[5] Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Ωστόσο, προτού προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι δεν μου διαφεύγει ότι τα γεγονότα, σε περιπτώσεις ατυχημάτων, εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ τα οχήματα βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν [βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689]. Εξαρχής σημειώνω ότι ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Η επί τούτου αναφορές χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Με δεδομένο λοιπόν ότι η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, όπως ούτε αμφισβητήθηκε η ορθότητα της χρήσης συγκεκριμένου λογισμικού για την ετοιμασία του συμμετρικού σχεδίου, τούτο αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388.) Όσον τώρα αφορά στη θέση του περί ορατότητας της κατηγορούμενης προς τα πίσω της, μέχρι 100 μέτρα, αποδέχομαι τούτη, υπό τη διευκρίνηση, ότι τούτη, αποτελεί την ορατότητα ενός οδηγού, χωρίς, σε οποιοδήποτε σημείο της απόστασης αυτής, να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο που να την περιορίζει. Εξάλλου, αυτό υποστήριξε και ο ίδιος ο μάρτυρας, όταν κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι, στην περίπτωση που μεταξύ του οχήματος της κατηγορούμενης και της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου κινείτο άλλο όχημα, η πρώτη, πιθανόν, να αδυνατούσε να αντιληφθεί την παρουσία του τελευταίου. Η σχετική στιχομυθία έχει ως εξής: «[.] Ε. Κύριε μάρτυς, λέτε ότι η ορατότητα της κατηγορούμενης δια μέσω των εσωτερικών και εξωτερικών της κάτοπτρων ήταν 100μέτρα. Συμφωνείτε μαζί μου ότι αυτή η ορατότητα που λέτε ήταν εφόσον δεν φράζετουν από οποιοδήποτε αντικείμενο;[6] Α. Μάλιστα. [.] Ε. Κύριε μάρτυς, θα έβλεπε μέχρι 100 μέτρα αν την ακολουθούσε, μπορούσε να δει και πίσω από το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε; Α. Εξαρτάται τι αυτοκίνητο είχε πίσω της ή αν μπορούσε να δει. [.] Ε. Και σε τούτο το τεστ ορατότητας που κάμετε κύριε μάρτυς, πίσω από το αυτοκίνητο το αστυνομικό που χρησιμοποιήσατε, βάλετε και ένα άλλο αυτοκίνητο; Α. Όχι. Συνήθως, λέω σας πως γίνεται η μέτρηση, υπάρχει όχημα περίπου του ίδιου τύπου όχημα και βλέπει, στέκει ή στην προκειμένη μετριέται η απόσταση, την οποία μπορεί αν δει πίσω του το αυτοκίνητο, αν ήταν 10 μέτρα ήταν να γράψει 10 μέτρα.. Ε. Είναι η γενική ορατότητα που λέτε, χωρίς να φράσσεται από οτιδήποτε αντιλαμβάνομαι; Α. Αν είχε πίσω ένα ψηλό αυτοκίνητο, θα έβλεπε μόνο το άλλο αυτοκίνητο πίσω της, δεν θα έβλεπε. ...» Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος, πλην των όσων αναφέρθηκαν σχετικώς με την ορατότητα της κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ως αυτός, φυσικά, τα αντιλήφθηκε. Εξάλλου, πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, χωρίς καμία πλευρά να προσδώσει σε αυτόν πρόθεση να ψευσθεί ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Την μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολο της. Εν σχέσει, τώρα, με τον παραπονούμενο, ως υποδείχθηκε, κατά τη συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας του, τούτη δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων, αφού η όποια επί γεγονότων θέση του, αφορά, χρονικό σημείο κατά πολύ πιο πριν να επιχειρήσει καν το προσπέρασμα του παρεμβάλλοντος οχήματος. Επομένως στη μαρτυρία του δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Η κατηγορούμενη, μου έκανε άριστη εντύπωση και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ως αυτή την αντιλαμβανόταν. Παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο ατύχημα. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας της. Ήταν ξεκάθαρη στις θέσεις που εξέφρασε και αρκετά παραστατική σε βαθμό που το Δικαστήριο μπόρεσε επί της μαρτυρίας της να δημιουργήσει εικόνα για τα τεκταινόμενα που αφορούν στις δικές της ενέργειες. Ήταν κατηγορηματική ότι πριν επιχειρήσει να κινηθεί δεξιά χρησιμοποίησε τον δεξιό δείκτη του οχήματος - για απόσταση περίπου 10 μέτρων, ως καταμετρήθηκε από τον ΜΚ1-, ότι έλεγξε την τροχαία κίνηση μέσω των κατόπτρων του οχήματος της, ότι ο οδηγός του παρεμβάλλοντάς οχήματος αντιλήφθηκε τη πρόθεση της να στρίψει δεξιά, οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα το όχημα του και κρατώντας απόσταση από αυτήν και τέλος ότι η μοτοσυκλέτα σε κανένα σημείο των πιο πάνω ελέγχων της δεν ήταν ορατή προς την ίδια, μέχρι και τη στιγμή που αντιλήφθηκε την ύπαρξη της όταν η τελευταία προσέκρουσε στο όχημα της. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η κατηγορούμενη κατέθεσε με ειλικρίνεια και επομένως η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ζ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω επιπρόσθετα στα ακόλουθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη προτού κινηθεί δεξιά, προς το χώρο στάθμευσης του Μακάριου Σταδίου, έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη του οχήματος της, από απόσταση 10 μέτρων από το εν λόγω σημείο και έλεγξε μέσω όλων των κατόπτρων του οχήματος της την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε, με την ορατότητα της να περιορίζεται μέχρι το παρεμβάλλον όχημα. Μέχρι τη στιγμή εκείνη, ο παραπονούμενος δεν ήταν εμφανής προς την κατηγορούμενη. Αμέσως μετά τον έλεγχο αυτό, κατεύθυνε δεξιά το όχημα της για να εισέλθει στο Μακάριο Στάδιο. Την στιγμή που η κατηγορούμενη έλεγξε την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε και αμέσως μετά κατεύθυνε δεξιόστροφα το όχημα της, η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου, δεν ήταν ορατή στην ίδια, λόγω της εκεί ύπαρξης του παρεμβάλλοντάς οχήματος. Ο παραπονούμενος έγινε αντιληπτός, από την κατηγορούμενη, μετά που τούτος προσέκρουσε στο, σε δεξιά κλίση, πλέον, όχημα της, μετά που προσπέρασε, από δεξιά, το παρεμβάλλον όχημα. Η. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Επομένως, εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, επί του θέματος της αμέλειας, είναι ότι η κατηγορούμενη δεν ενήργησε με οποιονδήποτε τρόπο που να υπολείπεται του αναμενόμενου και/ή ενδεδειγμένου τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να οδηγεί ο μέσος συνετός οδηγός. Έχοντας ως δεδομένα τα ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά και/ή παράλειψη επίδειξης εύλογης μέριμνας για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επομένως η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση και αφού η αλλαγή απάντησης στην 2η κατηγορία έγινε, έστω, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. [Υπ.]............. Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [2] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [3] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [4] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [5] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [6] Τόσον η παρούσα όσον και οι λοιπές υπογραμμίσεις γίνονται από το Δικαστήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.