ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΝΟΣ ΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 15027/2021, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΣΑΒΒΙΔΗ, Προσ. Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 15027/2021 ΜΕΤΑΞΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ και ΜΑΡΙΝΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ 31 Οκτωβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Α. Παναγή (κα), για να ακούσει απόφαση η Α. Μιχαήλ (κα) Για τον Κατηγορούμενο: Μ. Κιτρομηλίδης (κος) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, στη παρούσα υπόθεση, αντιμετώπιζε, συνολικά, δύο
(2)κατηγορίες και συγκεκριμένα, αυτήν της αμελούς οδήγησης[1] [1η κατηγορία] και των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων[2] [2η κατηγορία]. Η κατηγορούσα αρχή, διέκοψε τη ποινική δίωξη, εναντίον του κατηγορούμενου, εν σχέσει με την 2η κατηγορία, πριν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και επομένως, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, πλέον, μόνον, την 1η κατηγορία. Σύμφωνα, με τις λεπτομέρειες αυτής, ο κατηγορούμενος, φέρεται ότι στις 27.12.2020, εντός πρατηρίου βενζίνης με την επωνυμία Shell, στο Ακάκι, της επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το όχημα του, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της παρουσίασε, συνολικά, εννέα
(9)μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα, ενώπιον Δικαστηρίου, κατέθεσαν, ο Α/Λοχίας 4847, Ευάγγελος Πατσαλίδης [ΜΚ1], ο Αστ. 2862, Βαρνάβας Ζαβρός [ΜΚ2], ο Λοχ.199, Πανίκος Κρητικός [ΜΚ3], ο Αστ.002, Μάριος Βασιλείου [ΜΚ4], ο Λοχ.3031 Χρίστος Χριστοφόρου [ΜΚ5], ο Αστ. Β΄ Πέτρος Χαραλάμπους [ΜΚ6], ο Σόλωνας Σόλωνος [ΜΚ7], ο Χαράλαμπος Σολωμού [ΜΚ8] και τέλος ο Πέτρος Λαλάς [ΜΚ9]. Στη συνέχεια, αφότου, το Δικαστήριο, κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, στην κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζει, ο τελευταίος, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν παρουσίασε, μάρτυρες υπεράσπισης. Στη διαδικασία, κατατέθηκαν, συνολικά 22 ΤΕΚΜΗΡΙΑ. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ως προς την ισχύ τους σχετικές, κατ' αναλογία, είναι οι υποθέσεις, Ανδρέου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628]. Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είτε για αυτά εγκρίθηκαν παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν από αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, είτε, τέλος, από κοινές τοποθετήσεις των μαρτύρων των μερών, στις 27.12.2020, στα πλαίσια συντονισμένης επιχείρησης της ΥΚΑΝ, με σκοπό την εκτέλεση ενταλμάτων εναντίον τριών προσώπων, ένα εκ των οποίων ήταν και ο κατηγορούμενος, οι ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5, ανέλαβαν, ως ομάδα, τον εντοπισμό τους. Προς τούτο, μετέβηκαν στη περιοχή Ακακίου - Περιστερώνας και Αστρομερίτη. Περί η ώρα 22:52, ο ΜΚ2, εντόπισε τον κατηγορούμενο, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, να βρίσκονται εντός ενός οχήματος [στο εξής το «Όχημα Α»]. Σε κάποια στιγμή, το εν λόγω όχημα, εισήλθε σε πρατήριο βενζίνης, με την επωνυμία Shell, το οποίο βρισκόταν στο δρόμο Ακακίου - Περιστερώνας. Ο ΜΚ2, τότε, έλαβε θέση παρατηρητή και έχοντας καθαρή οπτική επαφή, προς το πρατήριο, ενημέρωνε τη λοιπή ομάδα, μέσω ασυρμάτου, για το όσα εκεί παρακολουθούσε. Το όχημα Α, με οδηγό τον κατηγορούμενο, στάθμευσε κοντά στον χρηματοδέκτη του εν λόγω πρατηρίου και κατέβηκαν από αυτό, οι συνεπιβάτες του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος, παρέμεινε εντός του οχήματος Α, στη θέση του οδηγού, με αναμμένη τη μηχανή. Σε κάποιο σημείο, ο ΜΚ3, μέσω ασυρμάτου, έδωσε σύνθημα για έφοδο και ανακοπή. Κατά την είσοδο των υπηρεσιακών οχημάτων της αστυνομίας, στο πρατήριο, οι συνεπιβάτες του κατηγορούμενου, εισήλθαν, ξανά, εντός του οχήματος Α, με σκοπό να φύγουν. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να επέλθει σύγκρουση μεταξύ τριών οχημάτων και δη του οχήματος Α, του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ4 [στο εξής το «όχημα Β»] και του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ3 [στο εξής το «όχημα Γ»]. Τη σκηνή του ατυχήματος, επισκέφθηκε την ίδια ημέρα, περί ώρα 23:15, ο ΜΚ
- Κατά την άφιξη του στη σκηνή, τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Στην παρουσία των τριών ενεχόμενων οδηγών [κατηγορούμενο, ΜΚ3 και ΜΚ4], προχώρησε στην ετοιμασία πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, σημειώνοντας ως σημεία σύγκρουσης το Χ και το Χ
- Το σημείο σύγκρουσης Χ, αφορά στη σύγκρουση του μπροστινού μέρους του οχήματος Α με το όχημα Β και το σημείο σύγκρουσης Χ1 αφορά στη σύγκρουση του πίσω μέρος του οχήματος Α με το όχημα Γ. Τα ενεχόμενα οχήματα, μεταξύ τους, στα σημεία σύγκρουσης τους, ήταν εφαπτόμενα. Το ατύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο εσωτερικός χώρος του πρατηρίου καυσίμων, φωτιζόταν στο σημείο που βρίσκονταν οι αντλίες και το κατάστημα. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Οι ζημιές στο όχημα Α, ήταν στο πίσω αριστερό φανάρι, φτερό, προφυλακτήρα και μπροστά δεξιό φανάρι, φτερό, προφυλακτήρα, καπό. Οι ζημιές στο όχημα Γ, ήταν μπροστά δεξιά φανάρι, προφυλακτήρα, καπό και του οχήματος Β, μπροστά αριστερό φτερό, καπό, προφυλακτήρας. Από την τροχαία σύγκρουση, δεν τραυματίστηκε κανείς. Ο ΜΚ1, στις 28.12.2020, στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως, του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του, εφιστώντας του την προσοχή του στο Νόμο. Στη συνέχεια, τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, και αφού του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή, όλα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους, έχοντας συνεχώς κατά νου ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση και το βάρος απόδειξης, περί της ενοχής του κατηγορούμενου, στη κατηγορία που αντιμετωπίζει, το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι το όχημα Β, εισήλθε από την έξοδο του πρατηρίου καυσίμων με σκοπό να ανακόψει τη πορεία του οχήματος Α και αφού, τούτο, σταμάτησε, το τελευταίο συγκρούστηκε στο μπροστινό του μέρος. Έπειτα κινήθηκε όπισθεν και συγκρούστηκε με το όχημα Γ, το οποίο ήδη βρισκόταν στο πίσω μέρος του οχήματος Α. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι, έχει αποδειχθεί η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό, παραπέμποντας, το Δικαστήριο, στην επί αυτού, ενώπιον του μαρτυρία. Αντίθετη ήταν η εκδοχή της υπεράσπισης. Ειδικότερα, θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι, αφού εισήλθε εντός του επίδικου πρατηρίου καυσίμων και ανεφοδίασε το όχημα Α με καύσιμα, ξεκίνησε να κινείται προς το σημείο εξόδου του πρατηρίου. Ενώ βρισκόταν ήδη σε απόσταση περί τα 100 μέτρα, από την αντλία 3 που χρησιμοποίησε, το όχημα Β εισήλθε από το σημείο εξόδου του πρατηρίου, έμπροσθεν του, κατά τέτοιο τρόπο, ανακόπτοντας την ευθεία πορεία που ακολουθούσε, προς την έξοδο του πρατηρίου. Αποτέλεσμα ήταν να χτυπήσουν τα οχήματα Α και Β στο μπροστινό μέρος. Ακολούθως το όχημα Γ, αφού εισήλθε από το σημείο εισόδου του πρατηρίου, βρέθηκε, σε τέτοιο χρόνο, όπισθεν του οχήματος Α, με αποτέλεσμα το όχημα Γ να χτυπήσει στο πίσω μέρος του οχήματος Α και να το εγκλωβίσει, στην ουσία, μεταξύ των οχημάτων Β και Γ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η θέση του κατηγορούμενου συνάδει, κατά λογική συνέχεια και με το πώς αποτυπώθηκαν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων αφού το όχημα Α βρίσκεται ανάμεσα στα οχήματα Β και Γ, κατά τρόπο, μεταξύ τους εφαπτόμενο. Όπως ήδη έχει διαφανεί πιο πάνω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν τη παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιουδήποτε ουσιαστικού σκοπού, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης του αδικήματος, ως αυτό περιέχεται στο σχετικό άρθρο [Βλ. Ιωάννου ν. Αληφαντή Π.Ε 163/17 κ.α, ημερ. 07.10.2019, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28]. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της, στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Ειδική αναφορά σε αυτή θα γίνει, κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς και κατάληξης του Δικαστηρίου, εν σχέσει με το υπό κρίση αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν σχέσει με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Οι επί τούτου αναφορές του, χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, σαφήνεια και σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζουν με την πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις τυχόν παρατηρούνται στη μαρτυρία του, δεν είναι τέτοιας σημασίας, που να διαφοροποιούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω κρίση μου, ως προς την αξιοπιστία του. Σημειώνω εδώ ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, ένας αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις, ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του, στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Με δεδομένο, λοιπόν ότι, η ικανότητα του ΜΚ1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκε σε τέτοιο βαθμό που το Δικαστήριο να θεωρεί ακροσφαλές υπόβαθρο να στηριχθεί στα εν λόγω ευρήματα του, ως αποτυπώθηκαν στο Τεκμήριο 3, τούτο γίνεται αποδεκτό, πλην του μέρους που επήλθε η σύγκρουση. Και τούτο γιατί, ως διαφάνηκε μέσω της αντεξέτασης του ΜΚ1, ο τελευταίος δεν προέβη σε καταμέτρηση της απόστασης που διένυσε το όχημα Α (κατηγορούμενου) από την αντλία 3 μέχρι το σημείο όπου επήλθε η σύγκρουση, ώστε να αποτυπώσει το ορθό επί τούτου σημείο, στο Τεκμήριο 3. Εν πάση περιπτώσει, ως θα διαφανεί κατωτέρω, τούτο δεν υπέχει ουσιαστική σημασίας, αφού η σκηνή του ατυχήματος και δη οι τελικές θέσεις των οχημάτων αποτυπώθηκαν ορθά. Στο σημείο αυτό, σημειώνω, ότι το συμμετρικό σχέδιο [Βλ. Τεκμήριο 3] αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Ως σημειώθηκε στις σχετικές, κατωτέρω, υποθέσεις που θα παραθέσω, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα [βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388]. Ως προς τις λοιπές αναφορές του ΜΚ1 εν σχέσει με την υπαιτιότητα του κατηγορούμενου αλλά και την εκφορά γνώμης εν σχέσει με το πώς, εν προκειμένω, συνέβη το επίδικο ατύχημα, ο τελευταίος, δεν έθεσε στο Δικαστήριο, όσα επιτάσσει η νομολογία [(βλ. Anastasiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 92, Ευαγγέλου ν. Αμπίζα
(1982)1 Α.Α.Δ. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1992)1 A.A.Δ. 446, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65, Star Fiber-Glass v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875] ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αποδεχθεί ως πραγματογνώμονα[3] και να δύναται η μαρτυρία του, επί τούτου του σημείου, να προσεγγιστεί από το Δικαστήριο τοιουτοτρόπως. Ειδικότερα, ο ΜΚ1 δεν έδωσε στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες, κριτήρια και εχέγγυα ώστε τούτο (το Δικαστήριο) αφενός να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του ΜΚ1 και αφετέρου να μπορεί να σχηματίσει τα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα. Οι αναφορές του ΜΚ1, περιορίζονταν στο ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν ευσταθεί, ισχυριζόμενος, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι «δεν θα ήταν έτσι τα αυτοκίνητα αν του χτυπούσαν κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν θα ήταν αυτές οι τελικές θέσεις.». Όταν δε η υπεράσπιση, ζήτησε από τον ΜΚ1, να εξηγήσει στο Δικαστήριο πώς δικαιολογείται η πιο πάνω θέση του, εν σχέσει, πάντα, με τα ευρήματα του, ο τελευταίος, απλά και πάλι, ανάφερε, κατά τρόπο ασαφή, ότι «Γίνεται, εν τζαι κατά ανάγκη ότι δεν μπορούσε να γίνει τούτο». Επιπρόσθετα, όταν του υπεβλήθη ότι εάν ίσχυαν όντως τα όσα εξέφρασε, τότε, κατά λογική συνέχεια, θα έπρεπε το όχημα Α, μετά που κτύπησε με το όχημα Β και κινήθηκε με όπισθεν χτυπώντας στο όχημα Γ, να μην εντοπιζόταν, εφαπτόμενο με το όχημα Β, ο ΜΚ1 ανέφερε « Όχι κατ' ανάγκη». Ούτε το ότι ισχυρίστηκε ότι στη σκηνή βρέθηκαν «διάφορα πράγματα, γυαλιά και άλλα πράγματα» χωρίς, τούτα, να τοποθετηθούν στο σχεδιαγράφημα ή έστω να υποδειχθεί πού τούτα ανευρέθηκαν, μπορεί να αποτελέσει, το υπόβαθρο, για επιβεβαίωση, οποιασδήποτε θέσης του ΜΚ1, περί των όσων υποστήριξε. Είναι στη βάση, λοιπόν, αυτών των δεδομένων που αποτελεί και κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι όποιες αναφορές του ΜΚ1, επί του τρόπου που επεσυνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές και επομένως απορρίπτονται από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, και στο βαθμό, που η μαρτυρία του ΜΚ1, αφορούσε, επίσης, έκφραση γνώμης, για το θέμα της ποινικής ευθύνης ή όχι του κατηγορούμενου ή για το πώς ο ίδιος, ερμηνεύοντας, τις καταθέσεις των εκάστοτε οδηγών των οχημάτων Β και Γ [ΜΚ4 και ΜΚ3, αντίστοιχα], κατέληξε σε υποκειμενικά ευρήματα και/ή συμπεράσματα εν σχέσει με την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, δεν γίνονται και πάλι αποδεκτά, αφού, αφορούν σε αμιγώς νομικά ζητήματα, για τα οποία δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης, από οποιονδήποτε μάρτυρα, πόσον μάλλον όταν, τούτη, εδράζεται επί ημεδαπού δικαίου. Αφενός δεν έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο που να του επέτρεπε να εκφράσει σχετική γνώμη, και αφετέρου, τελικός κριτής του αξιότιμου ή μη της όποιας ενέργειας του κατηγορούμενου, είναι αποκλειστικά το Δικαστήριο. Έχοντας λοιπόν υπόψη, όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, μόνον, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και ότι ορθώς αποτύπωσε τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, επί του σχεδιαγραφήματος, ως ανωτέρω καταγράφηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ2, αν και η αξιοπιστία της δεν έχει πληγεί, εντούτοις δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των εδώ ζητημάτων που απασχολούν. Ουσιαστικά, η μαρτυρία του ΜΚ2 περιοριζόταν στα γεγονότα τα οποία αφορούσαν στα όσα επισυνέβησαν πριν και μετά τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ως προς τους ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 εξαρχής σημειώνω ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες και επομένως η μαρτυρία τους δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων η μαρτυρία τους παρουσιάζει αδυναμίες, ασάφειες, αντιφάσεις και δεν συμβαδίζει με τη λογική και κοινώς αποδεκτή συνέχεια των πραγμάτων. Και εξηγώ. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες επέβαιναν στα οχήματα Β και Γ με τα οποία το όχημα Α, κατ' ισχυρισμό, συγκρούστηκε μαζί τους. Ωστόσο παρά το ότι, εκ των πραγμάτων, τούτο που θα αναμένετο θα ήταν η αφήγηση των γεγονότων, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ατύχημα, να χαρακτηριζόταν, έστω, από ομοιομορφία, τουναντίον, οι εν λόγω μάρτυρες παρουσίασαν, ο κάθε ένας τους ξεχωριστά, μια διαφορετική εκδοχή ως προς τη πορεία των γεγονότων. Αρχική θέση και των τριών αυτών μαρτύρων, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων, ήταν ότι το όχημα Α προσπαθώντας να ξεφύγει της ανακοπής, χτύπησε, αρχικά, με το όχημα Β και έπειτα, κινούμενο με όπισθεν, χτύπησε στο όχημα Γ, όπου και ακινητοποιήθηκε. Παρόλα αυτά, κανένας από τους πιο πάνω μάρτυρες δεν κατόρθωσε, μέσα από τη μαρτυρία του, να δώσει οποιαδήποτε πειστική ή έστω ικανοποιητική εξήγηση για το πώς τα τρία αυτά οχήματα, κατά τη τελική τους θέση, βρέθηκαν, μεταξύ τους, να είναι εφαπτόμενα. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να ισχυρίζονται ότι το όχημα Α αφού κτύπησε στο όχημα Β κινήθηκε με όπισθεν, δηλαδή απομακρύνθηκε από το τελευταίο, μέχρι το σημείο όπου χτύπησε με το όχημα Γ, αλλά, κατά τις τελικές τους θέσεις τούτα τα οχήματα, μεταξύ τους, να συνέχιζαν να είναι εφαπτόμενα; Και τούτα πάντα, χωρίς να υπάρχει μαρτυρία ότι, μεταξύ τους, επήλθε πέραν της μιας σύγκρουσης. Ειδικότερα, προς επίρρωση της πιο πάνω κρίσης μου παραθέτω τα ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας του κάθε ένα. Ο ΜΚ4 (οδηγός οχήματος Β), στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι το όχημα Α «όταν ξεκίνησε μετά να φεύγει από το πρατήριο, για να τον ανακόψω, μπήκα μπροστά του, σταμάτησα, χτυπήσαμε, αλλά επειδή ήταν χαμηλές οι ταχύτητες, εντάξει, ήρθαμε μπροστά για να ανακόψω το όχημα του, μπήκα μπροστά του για να ανακόψω την πορεία του και χτυπήσαμε, χτύπησε μου μπροστά τζαι μείναμε τζιαμέ». Τελικά όμως τι ισχύει; Χτύπησαν τα οχήματα Α και Β και έμειναν ακινητοποιημένα στο σημείο εκείνο ή το όχημα Α κινήθηκε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο όχημα Γ; Στην συνέχεια όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τα γεγονότα μετά που τα οχήματα Α και Β χτύπησαν μεταξύ τους, ούτε προς τούτο μπόρεσε να δώσει οποιαδήποτε σαφή απάντηση, παρά την αρχική τοποθέτηση του στην γραπτή του κατάθεση. Ειδικότερα, απέφευγε επιμελώς να αναφερθεί στα γεγονότα εκείνα που συνέθεταν τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να μην δίδει έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα των αρχικών του ισχυρισμών, ως τους κατέγραψε στην κατάθεση του. Χαρακτηριστικό ήταν ότι ο ΜΚ4, προς απάντηση του τρόπου με τον οποίο επισυνέβη η σύγκρουση μεταξύ οχημάτων Α και Γ, παρέπεμπε, συνεχώς, στον ΜΚ3 [οδηγό οχήματος Γ] με σκοπό να ρωτηθεί ο ίδιος για το πώς επισυνέβη η εν λόγω σύγκρουση , μεταξύ των οχημάτων Α και Γ. Πώς είναι όμως δυνατόν, ο ίδιος ο ΜΚ4 να μην μπορεί να εξηγήσει στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο, ως ανέφερε στην κατάθεση του, είδε να συμβαίνει μπροστά του; Αποκορύφωμα ήταν όταν ο ΜΚ4, σε κάποια στιγμή της αντεξέταση του ανέφερε ότι «είδα που χτύπησαν πίσω, αλλά είπετε μου εσείς ποιος από τους 2, ήνταλως χτύπησαν, καλύτερα να σας πει ο άλλος που ήταν πίσω (εννοώντας τον ΜΚ3), τι να σας πω;». Δηλαδή ο ΜΚ4, παρά τις όποιες αναφορές του, εντέλει δεν γνώριζε ή δεν είδε πώς επήλθε η σύγκρουση μεταξύ οχήματος Α και Γ, μαθαίνοντας τούτο μέσα από τις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης; Τέλος, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ τον ΜΚ3 (οδηγός του οχήματος Γ) να «σπρώχνει» με το όχημα Γ το όχημα Α. Ως προς το πώς βρέθηκαν και τα τρία οχήματα εφαπτόμενα μεταξύ τους, κατά τις τελικές τους θέσεις, ανέφερε τούτο ως λογικό επακόλουθο αφού μετά την μεταξύ σύγκρουση ήταν επόμενο «να κολλήσουν», παραλείποντας βέβαια, να εξηγήσει το λογικό τούτου του ισχυρισμού του. Ο δε ΜΚ3, ως οδηγός του οχήματος Γ, ισχυρίστηκε από τη μία, ότι ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την ύπαρξη των οχημάτων της αστυνομίας (αφού χρησιμοποίησαν φάρο) κινήθηκε μπροστά (προς την έξοδο του πρατηρίου) με αποτέλεσμα να κτυπήσει με το όχημα Β ενώ στη συνέχεια, επί του ίδιου σημείου, ανέφερε ότι το όχημα Α κινήθηκε με όπισθεν, για να αποφύγει το όχημα Β, χτυπώντας πάνω στο όχημα Γ, με τον ΜΚ3 να πατά το πετάλι της βενζίνης σπρώχνοντας το όχημα Α μέχρις ότου ακινητοποιηθεί, στην ουσία, πάνω στο όχημα Β. Τελικά τι ισχύει από τα πιο πάνω; Ο κατηγορούμενος τελικά προσπάθησε να ξεφύγει από το όχημα Β, χωρίς να έρθει σε επαφή με το τελευταίο, οδηγώντας το όχημα Α με όπισθεν μέχρις ότου κτύπησε στο όχημα Γ και το τελευταίο έσπρωξε το όχημα Α ή το όχημα Α, κτύπησε πρώτα στο όχημα Β και έπειτα κινήθηκε με όπισθεν, όπου και συγκρούστηκε με το όχημα Γ; Ο ΜΚ5 ήταν ο συνοδηγός του ΜΚ3, στο όχημα Γ. Θέση του ήταν ότι το όχημα Α αφού συγκρούστηκε με το όχημα Β, κινήθηκε με όπισθεν και χτύπησε με το όχημα Γ. Περαιτέρω θέση του ήταν ότι το όχημα Γ ουδέποτε, μετά που κατ' ισχυρισμόν κτυπήθηκε από το όχημα Α, το έσπρωξε μέχρις ότου ακινητοποιηθεί πάνω στο όχημα Β. Ειδικότερα, ισχυρισμός του ήταν ότι αφού κινήθηκε με όπισθεν το όχημα Α και κτύπησε με το όχημα Γ παρέμειναν εκεί. Ως προς το πώς βρέθηκαν και τα τρία αυτά οχήματα εφαπτόμενα μεταξύ τους ανέφερε « Πού θέλετε να ξέρω; [.]». Στη συνέχεια, ως προς το εάν είδε όντως το όχημα Α να χτυπά το όχημα Β, ανέφερε « δεν θυμούμαι ακριβώς τωρά, ήταν γρήγορη φάση, χτυπήσασιν ναι». Ωστόσο, παρά την πιο πάνω τοποθέτηση του, εν τη αγνοία του, εντέλει επαναδιατύπωσε την πιο πάνω θέση του, αναφέροντας ότι, εντέλει, το όχημα Β ουδέποτε χτύπησε πρώτο το όχημα Α, αλλά το αντίθετο. Τα πιο πάνω λοιπόν θεωρώ ότι είναι επαρκούντος ικανοποιητικά για να καταδείξουν του λόγου του αληθές της πιο πάνω κρίσης μου, ως προς την αξιοπιστία των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5. Την μαρτυρία τους την απορρίπτω στο σύνολο της. Η μαρτυρία των ΜΚ6, ΜΚ7, ΜΚ8 και ΜΚ9, στην ουσία, δεν αφορούσε επί των αμφισβητούμενων γεγονότων αλλά αναφερόταν στην εκτίμηση των ζημιών των οχημάτων Β και Γ και κατ' επέκταση επί της αξίας αυτών, κάτι το οποίο στην παρούσα υπόθεση δεν βοηθά στην επίλυση των εδώ ζητημάτων που απασχολούν για σκοπούς απόφανσης τους Δικαστηρίου ως προς την ποινική ευθύνη ή όχι του κατηγορούμενου. Επομένως το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και την επι του θέματος νομολογία, δεν θα προχωρήσει στη παράθεση και αξιολόγηση αυτής [βλ. Ιωάννου ν. Αληφαντή (ανωτέρω)]. Όσον αφορά τώρα τον Κατηγορούμενο σημειώνω ότι σε μια ποινική υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του[4]. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία, που επ' αυτής βασίστηκαν και οι όποιες ελπίδες της Κατηγορούσα Αρχή για καταδίκη του Κατηγορούμενου, αυτό που στην πραγματικότητα απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος προώθησε, είτε μέσω της δια ζώσης μαρτυρία του είτε μέσω της γραπτής του κατάθεσής, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει στη παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς λοιπόν πληρότητας και μόνον, σημειώνω ότι, όπως και να ιδωθεί η μαρτυρία του κατηγορούμενου, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, τούτη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ενοχής του στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, ως προς τα γεγονότα, εκείνης της ημέρας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, αμεσότητα και γλαφυρότητα, χωρίς να παρατηρούνται οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά αδυναμίες, ως αναμένεται να συμβαίνει εκεί που ένας μάρτυρας ψεύδεται. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις τυχόν παρατηρούνται στη μαρτυρία του, δεν είναι τέτοιας σημασίας, που να διαφοροποιούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την πιο πάνω κρίση μου, ως προς την αξιοπιστία του. Η όλη στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση της σχετικής εικόνας που αποκόμισε το Δικαστήριο ήταν στάση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο ατύχημα. Ήταν ξεκάθαρος στις θέσεις που εξέφρασε και αρκετά παραστατικός σε βαθμό που το Δικαστήριο μπόρεσε, επί της μαρτυρίας του να δημιουργήσει εικόνα για τα τεκταινόμενα που αφορούν στις δικές του ενέργειες. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω, επιπροσθέτως, και στα ακόλουθα ευρήματα: Το όχημα Α, αφού κινήθηκε περί τα 100 μέτρα από την αντλία 3, σημείο ανεφοδιασμού καυσίμων, με κατεύθυνση προς την έξοδο του πρατηρίου καυσίμων με την επωνυμία Shell, το όχημα Β εισήλθε έμπροσθεν του χτυπώντας το μπροστινό δεξιό μέρος και ταυτόχρονα το όχημα Γ, αφού εισήλθε από την είσοδο του πρατηρίου και κινήθηκε μέχρις ότου βρεθεί όπισθεν του οχήματος Α, χτύπησε το τελευταίο στο πίσω αριστερό μέρος κατά τέτοιο τρόπο ώστε τούτο να εγκλωβιστεί μεταξύ οχημάτων Β και Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8, ως ίσχυε τότε, του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72 - προνοεί ότι « Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας [Duty of Care] οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας [για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλ. Νικολαΐδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378.]. Το Δικαστήριο, λοιπόν, για να καταλήξει, θα πρέπει να διαπιστώσει (α) ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή [βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392], και (β) αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη [βλ. ανωτέρω Markantonis και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 20]. Ζητούμενο, επομένως, είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[5] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[6] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[7] κατ' αναλογία]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Επομένως, εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, επί του θέματος της αμέλειας, είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με οποιονδήποτε τρόπο που να υπολείπεται του αναμενόμενου και/ή ενδεδειγμένου τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να οδηγεί ο μέσος συνετός οδηγός. Με δεδομένα τα ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά και/ή παράλειψη επίδειξης εύλογης μέριμνας για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επομένως ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. [Υπ.]............. Π. Σαββίδης, Προσ. Ε. Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρα 2, 8, 19 και 20Α του Ν.86/72, ως τροποποιήθηκε. [2] Άρθρα 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. [3] Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογία Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων όταν αυτοί καταθέτουν υπό αυτή τους την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου: "The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;" , [4] Woolmington v DPP 25 Cr.App.R. 72, Χαρίτωνος κ.α. ν Δημοκρατίας
(1971)2 ΑΑΔ 40), Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22. [5] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [6] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [7] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο