← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 9016/2023, 22/12/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 9016/2023, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γρηγορίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9016/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενου ---------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Αβρααμίδου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ο. Γρηγορίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

  1. Αρπαγή ή απαγωγή ή στέρηση της ελευθερίας προσώπου με σκοπό κρυφό και άδικο περιορισμό κατά παράβαση των άρθρων 4, 247 και 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε.
  2. Επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα εναντίον της Άννας Πυλή την 18.6.2023 στη Λευκωσία. Προς απόδειξη των κατηγοριών εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν οι: Άννα Πυλή (ΜΚ1), Αιμιλία Νικολάου (ΜΚ2), Αστ. 3685 Ν. Βασιλειάδης (ΜΚ3) και Δρ Γ. Προυντζόπουλος (ΜΚ4). Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Κατατέθηκαν συνολικά 25 Τεκμήρια. Η προσαχθείσα μαρτυρία Η ΜΚ1 είναι η Παραπονούμενη. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τρεις καταθέσεις που έδωσε μεταξύ των ημερομηνιών 19.6.2023 και 22.6.2023 (Τεκμήρια 1, 2 και 3) και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο εναντίον του οποίου προέβη σε καταγγελία. Η ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 18.6.2023, γύρω στις 22:30, ενώ περπατούσε στην οδό Αγίου Μάμαντος, επιστρέφοντας στο σπίτι της πεζή είδε ένα αυτοκίνητο, του οποίου τους αριθμούς εγγραφής δεν μπόρεσε να δει, σκούρου χρώματος, μάρκας TOYOTA να σταμάτα δίπλα της. Από μέσα κατέβηκε ο Κατηγορούμενος, τον οποίο γνωρίζει κυρίως εξ όψεως, αφού διαμένει κοντά στο σπίτι της. Μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το μέρος της, την άρπαξε με τα χέρια του από τα μαλλιά με αποτέλεσμα να πέσει προς τα πίσω και τις έδωσε δύο χαστούκια στο πρόσωπο. Στη συνέχεια την τράβηξε από τα μαλλιά και την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο από την θέση του οδηγού και ακολούθως αφού την έσπρωξε στη θέση του συνοδηγού, μπήκε και αυτός μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε να το οδηγεί. Έκανε επαναστροφή στην οδό Αγίου Μάμαντος με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Στροβόλου και συνέχισε να οδηγεί, ενώ ταυτόχρονα κτυπούσε την ΜΚ1 με τα χέρια του στο πρόσωπο της. Η ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού για να εξέλθει του αυτοκινήτου, όμως ήταν κλειδωμένη. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να οδηγεί και να την κτυπά μέχρι που έφτασαν στην περιοχή των Λατσιών, όπου εικάζει ότι έχασε τις αισθήσεις της, αφού έχει κενό μνήμης, μέχρι τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια της και είδε ότι βρισκόταν στο δρόμο κοντά στον φούρνο «Vienna» στα Λατσιά. Σε αυτό το σημείο κατέβασε το παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού και άνοιξε τη πόρτα χρησιμοποιώντας το εξωτερικό χερούλι. Τότε κατάφερε να πηδήξει από το αυτοκίνητο, ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση με αποτέλεσμα την τριβή της στην άσφαλτο. Αμέσως πήγε σε γειτονικό σπίτι, όπου μια γυναίκα άνοιξε τη πόρτα, αφού της είπε τι είχε συμβεί, τη μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών για να καταγγείλει το συμβάν. Εκεί οι αστυνομικοί τη μετέφεραν στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου ο επί καθήκοντι γιατρός την εξέτασε και της παρέδωσε συμπληρωμένο το έντυπο ιατρικής εξέτασης που της είχε δώσει η αστυνομικός που τη συνόδευσε στο νοσοκομείο. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο, ούτε είχε μιλήσει ποτέ μαζί του. Σε συμπληρωματική της κατάθεση, απαντώντας σε ερωτήματα που της υποβλήθηκαν από τον αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση, ανέφερε ότι τη μέρα του συμβάντος δεχόταν διάφορες κλήσεις από ένα συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, αλλά και με απόκρυψη του αριθμού, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποιος ήταν ο τηλεφωνικός αριθμός, ήταν όμως κάποιο πρόσωπο που την έβριζε και έλεγε ασυναρτησίες. Αρνήθηκε ότι χρωστά στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε ποσό, αφού δεν τον γνωρίζει προσωπικά, καθώς και τον ισχυρισμό ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να πάνε μαζί στη Λάρνακα. Αντίθετα, όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα πηγαίναν στην Λάρνακα, άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου, έβαλε το χέρι της έξω από την πόρτα και πήδηξε στο δρόμο. Αναφορικά με τα τραύματα της, ισχυρίστηκε ότι κάποια προήλθαν από τη πτώση της από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ωστόσο τα κτυπήματα του κατηγορούμενου στα χείλη και στα δόντια επέφεραν άλλα τραύματα στο πρόσωπο. Η ΜΚ1 ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι είχε μεταβεί στην οικία του Γιώργου Ευθυμίου στη Λακατάμια την προηγούμενη του συμβάντος, όχι όμως με τον Κατηγορούμενο. Παραδέχθηκε επίσης, ότι ενίοτε προβαίνει σε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4, έντυπο υπόδειξης σκηνών ημερομηνίας 22.6.
  3. Ερωτηθείσα αναφορικά με την πόρτα του οχήματος, διευκρίνισε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα και για αυτό αναγκάστηκε να ανοίξει το παράθυρο για να κατορθώσει να ανοίξει την πόρτα από έξω. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5, έντυπο ιατρικής εξέτασης ημερομηνίας 19.6.
  4. Πρόσθεσε ότι τη συγκεκριμένη μέρα τα μαλλιά της ήταν λυτά και το μήκος τους ήταν μέχρι τον ώμο της. Στη ΜΚ1 υποδείχθηκαν φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την υπόδειξη σκηνών από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6), στις οποίες αναγνώρισε τη γειτονιά της, καθώς και το σημείο από το οποίο πήδηξε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι είχε αναφέρει τόσο στους αστυνομικούς που τη συνόδευσαν στο νοσοκομείο, όσο και στον γιατρό που την εξέτασε ότι είχε υποστεί ξυλοδαρμό και στη συνέχεια είχε πηδήξει από το αυτοκίνητο. Παρά το ότι καταγράφηκε μόνο «αναφερόμενος ξυλοδαρμός». Σε σχέση με την κατάθεση της ΜΚ1 ημερομηνίας 22.6.2023 (Τεκμήριο 3), η συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στην ΜΚ1 ότι στο δρόμο για το σπίτι του Γιώργου Ευθυμίου συνάντησε τον Κατηγορούμενο, με τον οποίο μετέβησαν μαζί στο πιο πάνω σπίτι με σκοπό να παραλάβει το αυτοκίνητο του εκείνη τη μέρα. Η ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή, προσθέτοντας ότι μετέβη στην οικία του Γιώργου, περπατητή. Αναφορικά με τις τηλεφωνικές κλήσεις που δεχόταν επανειλημμένα και στις οποίες αναφέρθηκε στη συμπληρωματική κατάθεση της, η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ουδέποτε δήλωσε ότι το πρόσωπο που την καλούσε ήταν ο Κατηγορούμενος και σε κάθε περίπτωση, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι δεν επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Στη ΜΚ1 υποβλήθηκε επίσης ότι τα τηλεφωνήματα που δέχτηκε ήταν από τον κατηγορούμενο γιατί εκείνη την ημέρα είχαν προγραμματισμένη συνάντηση σε κιόσκι κοντά στο σπίτι της και η ΜΚ1 απάντησε αρνητικά. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι τελικά εκείνη την ημέρα μετέβη στο κιόσκι συνοδευόμενη από κάποιον άντρα, ο οποίος είναι κουτσός και έχει αυτοκίνητο ΒΜW χρώματος μαύρο. Αρνήθηκε ότι χρωστούσε λεφτά στον Κατηγορούμενο. Ερωτηθείσα η ΜΚ1 εξήγησε ότι προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανοίξει την πόρτα από μέσα γιατί δεν βρισκόταν με τη θέληση της μέσα στο αυτοκίνητο και αρνήθηκε ότι πήδηξε από το αυτοκίνητο χωρίς καμία λογική, απλά ανοίγοντας την πόρτα, ενώ το αυτοκίνητο ήταν εν κινήσει ως υποβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης. Θυμάται ότι ανοίγοντας τα μάτια της, είδε ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με ταχύτητα 80 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η ΜΚ2, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της που λήφθηκε στις 20.6.2023 (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτήν, στις 18.6.2023, γύρω στις 23:50, ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι της κτύπησε το θυροτηλέφωνο της οικίας της, αλλά διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κάποιος έξω από το σπίτι. Τότε βγήκε στο μπαλκόνι, το οποίο είχε οπτική επαφή με τη λεωφόρο Γιάννου Κρανιδιώτη στα Λατσιά και διαπίστωσε ότι ένα άτομο έτρεχε στη μέση του δρόμου και προσπαθούσε να σταματήσει διερχόμενο αυτοκίνητο, το οποίο όμως συνέχισε την πορεία του. Εκείνη την ώρα, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια κοπέλα εμφανώς αναστατωμένη και ζητούσε να καλέσουν την Αστυνομία γιατί είχε κτυπηθεί και είχε πηδήξει έξω από το αυτοκίνητο. Σύμφωνα με την ΜΚ2 τα πιο πάνω τα έλεγε αρκετά γρήγορα και τα επαναλάμβανε συνεχώς. Την κάλεσε να εισέλθει στο σπίτι της, είχε αίμα στα χείλη και στα δόντια, είχε εκδορές στα χέρια και στα πόδια και είχε μώλωπες στη κοιλιά. Βοήθησε την κοπέλα να ξεπλύνει στο στόμα της από τα αίματα και ρώτησε πώς την λένε και αυτή της ανέφερε ότι ονομαζόταν Άννα Πυλή. Η Άννα της είχε αναφέρει, ότι κάποιος άντρας την είχε βάλει με το ζόρι στο αυτοκίνητο με σκοπό να την πάρει στη Λάρνακα και την κτυπούσε συνεχώς. Της ζήτησε να την μεταφέρει σε μια φίλη της, όμως της είπε ότι μπορούσε να την πάρει μέχρι τον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών, πράγμα που έκανε. Εκεί ανέφερε προφορικά σε μέλη της Αστυνομίας όλα όσα έγιναν, έδωσε τα στοιχεία της και αποχώρησε. Διευκρίνισε ότι ουδέποτε η Άννα της ανέφερε ποιος την κτύπησε και δεν την ενδιέφερε να εμπλακεί. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι λόγω του επαγγέλματος της, ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι οι εκχυμώσεις ήταν πολύ πρόσφατες, δηλαδή κατά την προηγούμενη μισή με μια ώρα, ενώ για τα μαλλιά της Άννας ανέφερε ήταν λυτά και ανακατεμένα. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ 2, ανέφερε ότι αν οι μώλωπες είχαν επέλθει κατά τις προηγούμενες ημέρες, θα είχαν διαφορετικό χρώμα, ενώ οι συγκεκριμένοι ήταν εμφανώς φρέσκοι, δηλαδή έγιναν εντός της περιόδου που της έχει αναφέρει η ΜΚ
  5. Ο φούρνος Vienna απέχει περίπου 50 μέτρα από το σπίτι της ΜΚ 2 και θυμόταν ότι η Παραπονούμενη ήταν εμφανώς αναστατωμένη, έτρεμε και επαναλάμβανε ότι κάποιο πρόσωπο την έβαλε με το ζόρι στο αυτοκίνητο για να την πάρει στη Λάρνακα. Ο ΜΚ3, είναι ο Αστυφύλακας 3685, Νικόλας Βασιλειάδης, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερομηνίας 26.6.2023 (Τεκμήριο 8), στην οποία κατέγραψε τις ενέργειες του κατά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου στις 19.6.2023, την προφορική του ανάκριση και την λήψη ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο 14). Επίσης, στις 22.6.2023, ο ΜΚ3 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την Παραπονούμενη (Τεκμήριο 3). Ο ΜΚ3 παρίστατο σε υποδείξεις σκηνών τόσο από τον Κατηγορούμενο, όσο και από την Παραπονούμενη, που έγιναν στις 21.6.2023 και 22.6.2023 αντίστοιχα. Ο ΜΚ3 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 15 ημερολόγιο ενέργειας, στο οποίο κατέγραψε λεπτομερώς όσα συνέβησαν στο πλαίσιο λήψης της ανακριτικής κατάθεσης και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή λήφθηκε. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έχουν εξεταστεί όλα τα κλειστά κυκλώματα που υπήρχαν κοντά στις σκηνές που υποδειχθήκαν, ωστόσο δεν προέκυψε οποιοδήποτε πλάνο που να παρέχει μαρτυρία. Ερωτηθείς γιατί του έκανε εντύπωση, όπως κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 15) το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος καθυστέρησε να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη ερώτηση, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες ερωτήσεις που απαντούσε άμεσα ο Κατηγορούμενος, στην ερώτηση με αριθμό 13 του είχε αναφέρει ότι ήθελε λίγο χρόνο να σκεφτεί, ζήτημα το οποίο έκρινε σημαντικό και για αυτό το κατέγραψε. Αρνήθηκε ότι οι λεπτομέρειες καταγραφής των συνθηκών υπό τις οποίες λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση, δεικνύει προκατάληψη εις βάρος του κατηγορούμενου και ανέφερε ότι αυτή ήταν η συνήθης πρακτική στο πλαίσιο λήψης ανακριτικών καταθέσεων με την οποία διασφαλίζονται και τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ4, είναι ο Δρ Προυντζόπουλος, ορθοπεδικός τραυματολόγος γιατρός, ο οποίος εργάζεται όπως και κατά τον επίδικο χρόνο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως το έντυπο που συμπλήρωσε ο ίδιος και στο οποίο κατέγραψε τα ευρήματα του, αφού εξέτασε την Παραπονούμενη. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 25, αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων στους οποίους υποβλήθηκε η Παραπονούμενη κατά την παραμονή της στο ΤΑΕΠ. Εξήγησε ότι η φράση «προσήλθε μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό», προήλθε από την ίδια την ασθενή, όπως και η κεφαλαλγία, ενώ ο ίδιος διαπίστωσε εγκαύματα τριβής στα άκρα και τον κορμό που θα μπορούσαν να έχουν προκληθεί, μεταξύ άλλων, από τριβή στην άσφαλτο με ταχύτητα. Ανέφερε ότι η ΜΚ1 εισήλθε στο νοσοκομείο στις 00:33 σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα του Νοσοκομείου, αλλά εξετάστηκε αργότερα, δηλαδή στις 00:57, ενώ απολύθηκε στις 02:
  6. Σύμφωνα με τις ιατρικές σημειώσεις του ΜΚ 4, κατά την εξέταση, η ΜΚ 1 ήταν προσανατολισμένη και έκρινε απαραίτητο να ζητήσει ακτινογραφία θώρακα και δεξιού ώμου, στην οποία δεν διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα. Περαιτέρω, η ΜΚ 1 υποβλήθηκε σε αξονικό του εγκεφάλου, χωρίς να διαπιστωθεί ενδοκρανιακή αιμορραγία και το πόρισμα του υπέρηχου κοιλιάς ήταν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε μετατραυματική αλλοίωση. Διευκρίνισε ωστόσο, ότι η κάκωση των μαλακών μορίων δεν φαίνεται σε ακτινογραφία. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ 4 ανέφερε ότι τα εγκαύματα τριβής μπορούν να προκληθούν εάν κάποιος άνθρωπος, ο οποίος φορεί κάποιο ένδυμα δεχτεί πλήξη ή έρθει σε επαφή με άλλη επιφάνεια. Ο ΜΚ4 ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι δεν θυμάται να είχε δει εμφανείς μωλωπισμούς, ωστόσο δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο, αφού συχνά πλήξη με χέρια, δεν αφήνει κάποιο μωλωπισμό κατά τον ίδιο χρόνο, για αυτό και διενεργούνται περαιτέρω εξετάσεις για να αποκλειστούν άλλα ζητήματα. Ο ΜΚ4 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί γιατί η Παραπονούμενη δεν ήθελε να υποβληθεί σε εργαστηριακό έλεγχο αιματολογικών αναλύσεων και δεν θυμόταν την εν γένει συμπεριφορά της. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ 4 διευκρίνισε ότι η αναφορά στον κορμό περιλαμβάνει τόσο την περιοχή της κοιλιάς, όσο και την περιοχή της πλάτης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μετά την προσκόμιση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν λεχθεί. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476). Η ΜΚ1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στα γεγονότα όπως αυτά κατά την αντίληψή της διαδραματίστηκαν, απαντούσε με σαφήνεια και υπήρξε θεωρώ ειλικρινής στη μεγαλύτερη και σημαντικότερη έκταση της μαρτυρίας της. Υπήρξε συνεπής στην θέση που προέβαλε, ειδικότερα σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Δεν έχω πεισθεί ότι όντως δεν είχε ξαναμιλήσει με τον Κατηγορούμενο, αναφορικά με τον οποίο ήταν σε θέση να αναφέρει την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού του, το μικρό του όνομα, το ψευδώνυμο και το γεγονός ότι είχε παραστεί στο σπίτι του Γιώργου, χωρίς να τον έχει δει η ίδια, ωστόσο πρόκειται για ζήτημα επουσιώδες κατά τη γνώμη, το οποίο δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιόπιστη εικόνα που παρουσίασε αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Αποδέχομαι την μαρτυρία της ότι βρέθηκε χωρίς τη θέληση της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε μια επικίνδυνη κατάσταση κατά την οποία η μόνη λύση ήταν να πηδήξει από αυτοκίνητο το οποίο ήταν εν κινήσει. Η υποβολή της Υπεράσπισης ότι από μόνη της και χωρίς οποιαδήποτε αφορμή πήδηξε από το όχημα του Κατηγορούμενου, πέραν του ότι δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Ένα πρόσωπο που επιλέγει να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να ξεφύγει από μια - προφανώς χειρότερη- αγωνιώδη κατάσταση. Η ΜΚ2 ήταν εξαιρετική μάρτυρας. Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, ενεργώντας ανιδιοτελώς, όπως και κατά τον επίδικο χρόνο. Υπήρξε ψύχραιμη και απαντούσε λεπτομερώς στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η μαρτυρία της συνάδει με την μαρτυρία της Παραπονούμενης τόσο σε σχέση με τους τραυματισμούς της, όσο και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, όταν την πρωτοσυνάντησε. Παρεμβάλλεται ότι αν και δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι είναι νοσηλεύτρια, η ΜΚ2 δεν παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας και δεν αξιολογείται η μαρτυρία της υπό αυτό το πρίσμα. Το γεγονός ότι διαπίστωσε αίμα στα χείλη και στα δόντια της Παραπονούμενης, που την βοήθησε να ξεπλύνει, καθώς και εκδορές στα χέρια και στα πόδια και μώλωπες στη κοιλιά, τα λυτά και ανακατεμένα μαλλιά της, είναι ζητήματα πραγματικά και γίνονται δεκτά. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της ως πειστική. Η μαρτυρία του ΜΚ3 αφορούσε κυρίως τη διαδικασία λήψης ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, τις υποδείξεις σκηνών και γενικότερα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε κυρίως στις ενέργειες του προς αναζήτηση ανεξάρτητης μαρτυρίας όπως για παράδειγμα πλάνων από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και στην λεπτομερή καταγραφή των συνθηκών και των αντιδράσεων του Κατηγορούμενου κατά τη λήψη της κατάθεσης του. Δεν διαπιστώνω εμπάθεια ή προκατάληψη εκ μέρους του προς τον Κατηγορούμενο, όπως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση, ενώ αντίθετα επικροτώ τον ενδελεχή τρόπο με τον οποίο άσκησε τα καθήκοντα του. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνω να έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του. Σε ό,τι αφορά στον ΜΚ4, η μαρτυρία του εδράζεται κυρίως στις ιατρικές εκθέσεις και σημειώσεις που έλαβε κατά τον επίδικο χρόνο. Υπήρξε επαρκώς επεξηγηματικός και η δυσκολία να απαντήσει σε περιορισμένο αριθμό ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, οι οποίες εξεύφευγαν των καταγεγραμμένων διαπιστώσεων του, όπως για παράδειγμα γιατί η Παραπονούμενη αρνήθηκε να υποβληθεί σε αιματολογικές αναλύσεις, κρίνεται δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη τον φόρτο εργασίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες, σύμφωνα με όσα ανέφερε, εξέτασε την Παραπονούμενη. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, τα εγκαύματα τριβής να προήλθαν από πτώση από αυτοκίνητο σε κίνηση, χωρίς να είναι ωστόσο σε θέση να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο. Αποδέχομαι τη θέση που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του, ότι διερεύνησε διεξοδικά την κατάσταση της υγείας της Παραπονούμενης αφού αυτό αποτυπώνεται στα τεκμήρια που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, αφού κλήθηκε σε απολογία. Πρόκειται για δικαίωμα που αναφύεται από το τεκμήριο της αθωότητας, περιέχεται στον πυρήνα της δίκαιης δίκης και δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση από την οποία να εξαχθούν οποιαδήποτε δυσμενή για τον Κατηγορούμενο συμπεράσματα[1]. Το αναφαίρετο όμως αυτό δικαίωμα του, σε συνδυασμό με την επιλογή του να μην καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης, έχει ως αποτέλεσμα να διατρέχει τον κίνδυνο να παραμείνει η εκδοχή που είχε θέσει μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας μετέωρη και ατεκμηρίωτη[2]. Νομική Πτυχή - Ευρήματα Προχωρώ να εξετάσω αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί. Το άρθρο 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 διαλαμβάνει ότι όποιος αρπάζει ή απάγει ή παράνομα στερεί την ελευθερία από άλλο, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Ο ορισμός της 'απαγωγής', εντοπίζεται στο άρθρο 247 του ίδιου Νόμου ως εξής: 'Όποιος με βία ή απειλή βίας εξαναγκάζει ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο.' Για να στοιχειοθετηθεί επομένως το αδίκημα της 1ης κατηγορίας θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα αν ο Κατηγορούμενος απήγαγε ή στέρησε την ελευθερία της Παραπονούμενης με παράνομο τρόπο και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν το έπραξε με σκοπό τον 'κρυφό και άδικο περιορισμό' της. Οι λέξεις 'κρυφός' και 'άδικος' αποτελούν μετάφραση των αντίστοιχων αγγλικών λέξεων 'secret' και 'wrongful'[3]. Κατά τη γνώμη μου, η ορθή ερμηνεία του άρθρου καθιστά προϋπόθεση ο περιορισμός να έγινε χωρίς να γνωστοποιηθεί σε άλλα πρόσωπα (κρυφός) και παράνομα, δηλαδή χωρίς να νομιμοποιείται με τη συγκατάθεση της παραπονούμενης ή με οποιοδήποτε άλλο νομικό έρεισμα (άδικος). Το αδίκημα συντελείται και με τη σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου παρά τη θέληση του και δεν υπάρχει απαίτηση για ελάχιστη διάρκεια κατακράτησης[4]. Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, συντελείται με την διενέργεια επίθεσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πραγματική σωματική βλάβη. Η επίθεση συναντάται στο άρθρο 242 του Νόμου, το οποίο δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, δηλαδή παράνομα[5]. Η επίθεση διαπράττεται από πρόσωπο που με πρόθεση ή απερίσκεπτα (recklessly), προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του[6]. Σε ό,τι αφορά στην έννοια της 'πραγματικής σωματικής βλάβης', νομολογιακά έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει εκδορές και ερυθρότητα[7] και δεν απαιτείται να έχει μόνιμες επιπτώσεις. Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη την νομολογιακή αρχή ότι αν κάτι αμφισβητείται, πρέπει ευθέως να τεθεί στην αντεξέταση[8], τόσο το γεγονός ότι η ΜΚ1 βρισκόταν στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, όσο και η πτώση της από αυτό, παρέμειναν αναντίλεκτα. Οι υποβολές της Υπεράσπισης ότι εισήλθε στο αυτοκίνητο με τρίτο πρόσωπο αρχικά, καθώς και ότι η ίδια απρόκλητα πήδηξε από το αυτοκίνητο εν κινήσει, ελλείψει μαρτυρίας που να τις στηρίζουν, παρέμειναν μετέωρες και έκθετες σε απόρριψη. Ως εκ τούτου από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή έχω πεισθεί και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος το βράδυ της 18.6.2023 στη Λακατάμια σκόπιμα και με τη χρήση βίας ώθησε την Παραπονούμενη στο αυτοκίνητο του στο οποίο η τελευταία παρέμεινε χωρίς τη θέλησή της μέχρι την Λεωφ. Κρανιδιώτη στα Λατσιά σε μικρή απόσταση από το σπίτι της ΜΚ2, οπότε άνοιξε την πόρτα και πήδηξε, ενώ αυτό βρισκόταν εν κινήσει. Κατά το χρόνο που παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος την χτύπησε με αποτέλεσμα να υποστεί τραυματισμούς στο πρόσωπο. Η ΜΚ2 περιποιήθηκε τις πληγές της ΜΚ1 στο πρόσωπο και τη μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. Από εκεί, μέλη της Αστυνομίας συνόδευσαν την ΜΚ1 στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου εξετάστηκε από τον ΜΚ4, ο οποίος διαπίστωσε εγκαύματα τριβής στα άκρα και στον κορμό. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος άσκησε σωματική βία στην Παραπονούμενη με τα χέρια του, η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή εκδορές και εκχυμώσεις, όπως ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη και επιβεβαίωσαν οι ΜΚ2 και ΜΚ4. Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν προβλήθηκε η θέση ότι η επίθεση ήταν νόμιμη και συνεπώς καταλήγω ότι συντελέστηκε και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όπως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, κρίνω ότι στοιχειοθετούνται αμφότερες οι κατηγορίες που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο. Κατάληξη Καταληκτικά, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................... Ν. Γρηγορίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200) [2] Μ. ΓΙΩΡΚΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2021, 16/3/2022 [3] Το άρθρο 250 διατυπωνόταν στο αρχικό κείμενο του Κεφ. 154 στην αγγλική γλώσσα ως εξής: «Any person who kidnaps or abducts any person, with intent to cause that person to be secretly and wrongfully confined, is guilty of a felony and is liable to imprisonment for seven years.» [4] Felekkis v. The Police
(1968)2 C.L.R. σελ. 151 [5] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 [6] R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788 [7] Georghiades v. Police
(1985)2 CLR 56 [8] Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.