← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15279/20, 22/2/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15279/20, 22/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K.Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15279/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΣΑΒΒΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ -------------------------- Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα.Στ.Γιασκούρη με κ.Π.Ευριπίδου Για κατηγορούμενο: κ.Γ.Σωτήρη Κατηγορούμενος απών ΑΠΟΦΑΣΗ O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 8 αδικήματα, στα 7 εκ των οποίων έχει δηλώσει παραδοχή στις κατηγορίες και δεν παραδέχθηκε την 6η κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς φώτα κατά παράβαση του κανονισμού 50

(10)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα την 27/10/2019 στη συμβολή των οδών Αλέξανδρου Υψηλάντη με Ειρήνης, στον Αγ.Συλά, της επαρχίας Λεμεσού ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα Α η ώρα 19:55 χωρίς μπροστινό φως. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. Κ.Κ. (ΜΚ1) και τον παραπονούμενο Α.Π. (ΜΚ2), οδηγό του οχήματος Β με το οποίο συγκρούστηκε η μοτοσυκλέτα Α. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της και στο βαθμό όπου αμφισβητήθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. ΜΚ1 Στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως κατάθεσε το πρόχειρο σχέδιο σκηνής του ατυχήματος ως Τεκμήριο 2, το συμμετρικό σχέδιο ως Τεκμήριο 3, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 4 και τις γραπτές κατηγορίες ως Τεκμήριο
  2. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες εκτός από την κατηγορία ότι οδηγούσε χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα πορείας του. Πρόσθεσε ότι από κλειστό κύκλωμα περιπτέρου φαίνεται η σύγκρουση των οχημάτων και η μοτοσυκλέτα Α την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος να μην έχει αναμμένα τα μπροστινά φωτά πορείας. Ως ανέφερε εάν είχε αναμμένα τα μπροστινά φώτα ο κατηγορούμενος θα υπήρχε δέσμη φωτός. Κατάθεσε επιπλέον ως Τεκμήριο 6 το DVD με το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα του περιπτέρου «Εύρος», στο οποίο καταγράφηκε το ατύχημα και το οποίο προβλήθηκε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι ο ίδιος επιθεώρησε τη μοτοσυκλέτα η οποία έφερε ζημιές στο πλευρό μπροστά στο τιμόνι, δεν έσπασε το μπροστινό της μέρος στο σημείο όπου βρίσκεται το φως και δεν είχε αναμμένο το φως όταν τη βρήκε διότι δεν ήταν ξεκινημένη και ο ίδιος δεν την έλεγξε αν μπορούσε να ανάψει το φως διότι είχε δει το βίντεο. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο φωτισμός στη σκηνή ήταν ικανοποιητικός, ότι όταν ένα όχημα έχει τα ψηλά του φώτα αναμμένα αφήνει μεγάλη δέσμη φωτός και δυνατή, ενώ αν έχει τα χαμηλά η μόνη διαφορά είναι η απόσταση που φέγγει, είναι πιο έντονα στα ψηλά φώτα. Η δέσμη των ψηλών είναι πιο έντονη και πιο μακρινή. Όσον αφορά τη μοτοσυκλέτα Α, διαπίστωσε ότι δεν είχε τα φώτα αναμμένα βλέποντας το βίντεο και δεν προχώρησε σε άλλη εξέταση ή έρευνα, ο ίδιος είπε ότι δεν βλέπει φως, δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός, έπρεπε να φανεί η δέσμη φωτός και δεν υπήρχε κατά την άποψη του. ΜΚ2 Ο ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα. Αρχικά υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Ανέφερε ότι οδηγούσε στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στον Ύψωνα από το περίπτερο «Εύρος» προς τη γέφυρα, ελάττωσε και σταμάτησε έξω από το περίπτερο εντελώς, γιατί υπήρχε αυτοκίνητο που προσπαθούσε να παρκάρει στο περίπτερο, έλεγξε δεξιά του, αριστερά του, πίσω του και έλεγξε τα καθρεφτάκια του και δεν υπήρχε κανείς και προχώρησε την πορεία του. Είπε ότι θα αντιλαμβανόταν τη μοτοσυκλέτα αν είχε αναμμένα τα φώτα της και δεν την αντιλήφθηκε εξαιτίας αυτού. Κατά την επαναπροβολή του βίντεο από το Τεκμήριο 6, υπέδειξε τα εμπλεκόμενα οχήματα επί αυτού ως τα ανέφερε στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν έφτασε στη μέση της συμβολής για να μπει στην πάροδο, αλλά ξεκίνησε να στρίβει πιο πριν χωρίς να κάνει 90 μοίρες. Ανέφερε ότι το περίπτερο είχε ανοικτά τα φώτα του αλλά δεν ήταν επαρκής ο φωτισμός. Επανέλαβε ότι κοίταξε όλα τα καθρεφτάκια του, αλλά λόγω του ότι η μοτοσυκλέτα Α δεν είχε φώτα, ήταν μαύρη και ο κατηγορούμενος φορούσε μαύρα, ούτε καν την ώρα που έστριβε δεν τον είδε όπως φαίνεται και στο βίντεο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να στηριχθεί στην προφορική μαρτυρία και πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρόσθεσε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι κατηγορήθηκαν και οι 2 ενεχόμενοι οδηγοί (κατηγορούμενος και ΜΚ2) και η ευθύνη κάθε οδηγού φαίνεται από την πραγματική μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος προσπέρασε επί άσπρης συνεχόμενης γραμμής και χωρίς φώτα πορείας, ενώ ο άλλος οδηγός (ΜΚ2) έστριψε δεξιά όπου απαγορεύεται, χωρίς να κάνει τις απαιτούμενες ενέργειες, δηλαδή ορθή γωνία στο δρόμο και έλεγχο, με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση. Τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ενισχύονται με το DVD από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (Τεκμήριο 6) και η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας δεν απαλλάσσει τον κάθε οδηγό από την δική του ευθύνη. Ως εκ των ανωτέρω εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος βρεθεί ένοχος στην 6η κατηγορία. Ο συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α, την οποία υιοθέτησε. Το εκτενές κείμενο της αγόρευσης βρίσκεται ήδη κατατεθειμένο ως Έγγραφο Α και δεν θα προβώ σε λεπτομερή παράθεση των όσων αναφέρονται σε αυτό. Συνοπτικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρεται στο υψηλότατο επίπεδο απόδειξης που βαραίνει την κατηγορούσα αρχή στις ποινικές υποθέσεις και ότι η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου θα πρέπει να οδηγεί σε απαλλαγή του κατηγορούμενου. Αναφέρεται στην μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και προβαίνει σε σχετικό σχολιασμό της μαρτυρίας τους. Σε σχέση με τον ΜΚ1 ανέφερε ότι η γνώμη του σχετικά με τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος (Τεκμήριο 6) δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματογνωμοσύνη, αλλά αποτελούν τα πλάνα, πραγματική μαρτυρία από την οποία το Δικαστήριο θα εξάγει τα δικά του συμπεράσματα, ενώ σε σχέση με τον ΜΚ2 η μαρτυρία του εγείρει αμφιβολίες για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Τέλος ανέλυσε τα πλάνα από το Τεκμήριο 6, υποστηρίζοντας ότι διακρίνεται αμυδρά δέσμη φωτός της μοτοσυκλέτας Α στην άσφαλτο, ενώ κλείνοντας ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς φώτα και θα πρέπει να απαλλάξει αυτόν από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους από το εδώλιο του μάρτυρα και άκουσα με προσοχή και υπομονή τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, παρακολούθησα τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν, την επιφυλακτικότητα ή την νευρικότητα τους (C&A Pelecanos Associates LTD v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1ΑΑΔ1273). Έλαβα υπόψιν μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας έκαστου εξ' αυτών, τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με δείκτη μεταξύ άλλων την πηγή της γνώσης τους, τη μνήμη τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή τυχόν προκατάληψης, την ανιδιοτέλεια, την ακεραιότητα και την αληθοφάνεια (Αθανασίου ν. Κουνουνη
(1997)1ΑΑΔ614). Περαιτέρω, το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα συσχετίστηκε και συγκρίθηκε με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία (Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη Νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1ΑΑΔ339). Επιπροσθέτως, αξιολογώντας τη μαρτυρία υπενθύμισα στον εαυτό μου, ότι ακόμη και απόρριψη κάποιων εκδοχών της μαρτυρίας, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την μη αποδοχή της, εφόσον το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να βασιστεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, στην απουσία ισχυρών λόγων περί του αντιθέτου (Σάββα Γεώργιος ν. Aστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391, Evpalia Trading Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 162). Περαιτέρω είχα υπόψιν μου κατά την αξιολόγηση, ότι επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία, δεν κλονίζουν την αξιοπιστία μάρτυρα (Κυπριανού Κύπρος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2),
(2009)1ΑΑΔ1481) και αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν (Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθετε, είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει ή να αλλοιώσει τα γεγονότα, ούτε και ανίχνευσα στη μαρτυρία του οποιοδήποτε ψήγμα ψέματος ή πρόθεσης επηρεασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Παρόλα ταύτα η όλη μαρτυρία του αναφορικά με το φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας Α ήταν από το όσα είχε δει από το Τεκμήριο 6, ενώ ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν έλεγξε αν μπορούσε να ανάψει το φως της μοτοσυκλέτας Α, διότι είχε δει το βίντεο. Τα όσα κατέθεσε αφορούσαν το κατά πόσον εκ πείρας του, η μοτοσυκλέτα Α θα μπορούσε να αφήσει επί της ασφάλτου δέσμη φωτός. Συνακόλουθα, παρόλο που ο ΜΚ1 θεωρώ ότι κατέθεσε την άποψη του στο Δικαστήριο και είπε την αλήθεια, εντούτοις η μαρτυρία του επί του αμφισβητούμενου γεγονότος, του εάν ήταν αναμμένα ή όχι τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας Α, δεν μπορεί να με οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα. O ΜΚ2 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ήταν αόριστη και ασαφής. Μέρος της μαρτυρίας του επίσης αναλώθηκε στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι έφταιγε ο κατηγορούμενος για το ατύχημα, επειδή δεν είχε αναμμένα τα φώτα του. Φυσικά το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του λαμβάνει υπόψιν του ότι και ο ίδιος έχει κατηγορηθεί (σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1) για το ατύχημα, καθώς και το ότι αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν έφτασε στη μέση της συμβολής για να μπει στην πάροδο, αλλά ξεκίνησε να στρίβει πιο πριν, χωρίς να κάνει γωνία 90 μοιρών. Κάτι φυσικά που φαίνεται και στα σχέδια σκηνής του ατυχήματος (Τεκμήρια 2 και 3) αλλά και στο βίντεο (Τεκμήριο 6) Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Βίντεο της σκηνής του ατυχήματος- Τεκμήριο 6 Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω σε 2 διαφορετικές δικασίμους και αρκετές φορές το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα του περιπτέρου «Εύρος» (Τεκμήριο 6), στο οποίο καταγράφηκε το ατύχημα. Στο βίντεο διαφαίνεται η σύγκρουση της μοτοσυκλέτας Α και του οχήματος Β, πλην όμως η πορεία της μοτοσυκλέτας Α είναι αντίστροφη της φοράς βιντεογράφησης της κάμερας του κλειστού κυκλώματος, με αποτέλεσμα να μην διαφαίνεται ξεκάθαρα εάν τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας Α ήταν ή όχι αναμμένα. Υποθέσεις και συμπεράσματα αναφορικά με τη δέσμη φωτός που θα έπρεπε να αφήνει η μοτοσυκλέτα Α στην άσφαλτο και τον επαρκή ή μη φωτισμό της περιοχής, δεν μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο, όταν ιδίοις όμμασι, δεν μπορεί να καθορίσει το κατά πόσον τα μπροστινά φώτα ήταν ή όχι αναμμένα, ειδικότερα από τη στιγμή που τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος (Τεκμήριο 6) δεν είναι τόσο υψηλής ποιότητας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου καθώς και ειδικότερα τα όσα έχω δει στην προβολή του Τεκμηρίου 6, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Την 27/10/2019 στη συμβολή των οδών Αλέξανδρου Υψηλάντη με Ειρήνης, στον Αγ.Συλά της επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα Α η ώρα 19:55 και συγκρούστηκε με το όχημα Β το οποίο επιχείρησε δεξιά στροφή. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ξεκάθαρο εάν τα μπροστινά φώτα της μοτοσυκλέτας Α ήταν ή όχι αναμμένα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Αρχικώς θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τον κανονισμό 50
(10)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 οι μοτοσυκλέτες οφείλουν αν έχουν αναμμένους τους φανούς τους τόσο κατά τη διάρκεια της μέρας όσο και της νύκτας. Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αμφισβητούμενο το ότι η μοτοσυκλέτα Α κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατηγορίας όφειλε να έχει το μπροστινό της φως αναμμένο. Η γραμμή της υπεράσπισης ήταν ότι η μοτοσυκλέτα Α είχε αναμμένο το μπροστινό φως της και η δοθείσα μαρτυρία δεν είναι επαρκής ούτως ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε αντίθετο συμπέρασμα. Στις ποινικές υποθέσεις η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482) και εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην παρούσα υπόθεση και εφόσον έχω κρίνει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ2 και με βάση τα όσα είδα από την προβολή του Τεκμηρίου 6, δεν μπορώ να οδηγηθώ με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το βάρος απόδειξης είναι τέτοιο που εφόσον υπάρχει αμφιβολία το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έκανα αποδεκτή, τη Νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας. (Υπ.) .............................. Κ. Γεωργίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.