← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.A., Αρ. Υπόθεσης: 3755/20, 18/1/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.A., Αρ. Υπόθεσης: 3755/20, 18/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:7 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3755/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.A. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18/1/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Η. Ζησίμου (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Μασούρα). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χατζηλοΐζου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατοχής, διανομής και απόκτησης πρόσβασης σε παιδική πορνογραφία, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/

  1. Ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι: · Την 1/2/2020, στη Λεμεσό, κατείχε στο κινητό τηλέφωνο μάρκας GALAXY Α6, 38 αρχεία βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, με παιδιά άνω των 13 ετών (κατηγορία 1). · Την 1/2/2020, στη Λεμεσό, κατείχε στο ως άνω κινητό τηλέφωνο, 71 αρχεία βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, με παιδιά κάτω των 13 ετών (κατηγορία 2). · Μεταξύ του 2018 και της 1/2/2020, στη Λεμεσό, εν γνώσει του απέκτησε πρόσβαση σε παιδική πορνογραφία μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, δηλαδή του υλικού που αναγράφεται στην κατηγορία 1 (κατηγορία 3). · Μεταξύ του 2018 και της 1/2/2020, στη Λεμεσό, εν γνώσει του απέκτησε πρόσβαση σε παιδική πορνογραφία μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, δηλαδή του υλικού που αναγράφεται στην κατηγορία 2 (κατηγορία 4). · Τον Μάιο του 2019, στη Λεμεσό, διένειμε μέσω του λογαριασμού που διατηρεί στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook με την ονομασία «Petros loannou», σε άλλους χρήστες της ίδιας πλατφόρμας και συγκεκριμένα στον Χαράλαμπο Φωτίου, αρχείο βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, στο οποίο απεικονίζεται παιδί άνω των 13 ετών (κατηγορία 5). · Μεταξύ της 8/8/2019 και της 1/2/2020, στη Λεμεσό, διένειμε μέσω της εφαρμογής άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων WhatsApp, σε άλλους χρήστες της ίδιας πλατφόρμας, 2 αρχεία βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, στα οποία απεικονίζονται παιδιά κάτω των 13 ετών (κατηγορία 6). · Μεταξύ της 8/8/2019 και της 1/2/2020, στη Λεμεσό, διένειμε μέσω της εφαρμογής άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων WhatsApp σε άλλους χρήστες της ίδιας πλατφόρμας, 1 αρχείο βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, στο οποίο απεικονίζονται παιδιά άνω των 13 ετών (κατηγορία 7). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης από τους συνηγόρους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: · Στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου (τεκμήριο 4), που εντοπίστηκε και παραλήφθηκε την 1/2/2020, κατά την έρευνα στην οικία του, εντοπίστηκαν, κατά τη δικανική εξέταση του Μ.Κ.4, 109 αρχεία βίντεο, όπου απεικονίζεται παιδική πορνογραφία ως εξής: - 11 αρχεία βίντεο Επίπεδου 1, όπου απεικονίζονται παιδιά άνω των 13 ετών. - 15 αρχεία βίντεο Επίπεδου 2, όπου απεικονίζονται παιδιά άνω των 13 ετών. - 6 αρχεία βίντεο Επίπεδου 3, όπου απεικονίζονται παιδιά άνω των 13 ετών. - 6 αρχεία βίντεο Επίπεδου 4, όπου απεικονίζονται παιδιά άνω των 13 ετών. - 71 αρχεία βίντεο, όπου απεικονίζονται παιδιά κάτω των 13 ετών. · Σε σχέση με τα 71 αρχεία βίντεο, όπου απεικονίζονται παιδιά κάτω των 13 ετών, αυτά χωρίζονται ως εξής: - 3 αρχεία βίντεο Επιπέδου
  2. - 5 αρχεία βίντεο Επιπέδου
  3. - 27 αρχεία βίντεο Επιπέδου
  4. - 36 αρχεία βίντεο Επιπέδου
  5. · Η συνολική διάρκεια των αρχείων βίντεο έχει ως εξής: - Επιπέδου 1 με παιδιά άνω των 13 ετών: 6 λεπτά και 16 δευτερόλεπτα. - Επιπέδου 2 με παιδιά άνω των 13 ετών: 19 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα. - Επιπέδου 3 με παιδιά άνω των 13 ετών, 6 λεπτά και 5 δευτερόλεπτα. - Επιπέδου 4 με παιδιά άνω των 13 ετών, 3 λεπτά και 23 δευτερόλεπτα. - Με παιδιά κάτω των 13 ετών, 1 ώρα 26 λεπτά και 19 δευτερόλεπτα. · Συνεπώς η συνολική διάρκεια όλων των βίντεο με παιδιά άνω και κάτω των 13 ετών, είναι 2 ώρες, 1 λεπτό και 17 δευτερόλεπτα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο λειτουργός της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA), Ανδρέας Δημητρίου, μεταξύ των καθηκόντων του οποίου είναι η υποστήριξη στις Νομικές Υπηρεσίες για την αποκάλυψη τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 27/11/2019 έλαβε οδηγίες από τον διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών να εκτελέσει το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση Αρ. 423/2019, ημερομηνίας 19/11/2019 (τεκμήριο 1), το οποίο αφορούσε την εύρεση των στοιχείων των κατόχων‑χρηστών για δύο Διευθύνσεις Διαδικτυακού Πρωτόκολλου (στο εξής «IP Address»). Ακολούθως την ίδια μέρα, ο μάρτυρας προώθησε το διάταγμα στον υπεύθυνο μηχανικών της Υπηρεσίας Διαχείρισης Λειτουργίας Δικτύων και Υπηρεσιών, που είναι το τμήμα όπου υπάρχει καταγραφή των IP Address. Στις 28/11/2019, στάλθηκαν στον μάρτυρα τα αποτελέσματα της σχετικής διερεύνησης. Με βάση τα αποτελέσματα αυτά, την ίδια ημέρα, ο μάρτυρας ταυτοποίησε τον συνδρομητή της υπηρεσίας διαδικτύου και ετοίμασε σχετική αναφορά - επιστολή προς τον Κλάδο Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Παρέδωσε δε προσωπικά αυτήν στον Αστ.2195, στις 18/12/
  6. Εδώ να σημειωθεί ότι κατά την προσπάθεια κατάθεσης της εν λόγω επιστολής, ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε ένσταση, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, ως αποτέλεσμα της οποίας το Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ως τεκμήριο 2 (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 12/7/2022). Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, ο κάτοχος - χρήστης των επίδικων IP Address ήτοι: (α) 62.228.86.140, για την ημερομηνία 13/2/2019 και ώρα 21:00:11 UTC και (β) 83.168.45.71, για την ημερομηνία 29/5/2019 και ώρα 09:44:11 UTC, ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου, με διεύθυνση την οικία όπου αυτοί διαμένουν. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Αστ.162 Κωνσταντίνα Πάρπα. Η μαρτυρία αυτής περιορίσθηκε στην κατάθεση τεκμηρίων της υπόθεσης (τεκμήρια 3 - 6), τα οποία είχε στην κατοχή και φύλαξη της, μετά που της τα παρέδωσε, συσκευασμένα και σφραγισμένα, η ανακριτής της υπόθεσης, Μ.Κ.
  7. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Χ. Φ. Σύμφωνα με αυτόν, κατά τον επίδικο χρόνο, στον χώρο όπου διέμενε, είχε σύνδεση με το διαδίκτυο και ήταν κάτοχος λογαριασμού στο Facebook (ως τεκμήριο 7 κατατέθηκε το προφίλ του στο Facebook σε έντυπη μορφή και ως τεκμήριο 8 έγγραφο το οποίο περιέχει τα στοιχεία του εν λόγω λογαριασμού). Τον κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε προσωπικά και δεν συναντήθηκαν ποτέ. Γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από το ίδιο χωριό με τον ίδιο και είχαν αρκετούς κοινούς φίλους στο Facebook, περιλαμβανομένων ατόμων της οικογένειας του μάρτυρα. Περίπου δύο χρόνια πριν τις 18/2/2020, ο κατηγορούμενος απέστειλε στον μάρτυρα αίτημα φιλίας, από τον λογαριασμό στο Facebook με στοιχεία «P. L.». Ο τελευταίος αποδέχτηκε το αίτημα και περίπου δύο με τρεις φορές τον μήνα συνομιλούσαν με τον κατηγορούμενο διαδικτυακά μέσω του Messenger (ως εξήγησε ο μάρτυρας πρόκειται για μια πλατφόρμα επικοινωνίας με την οποία, όταν κάποιος είναι συνδεδεμένος με το Facebook, μπορεί να μιλά ηλεκτρονικά, να στέλνει μηνύματα, βίντεο και να κάνει βιντεοκλήσεις) για διάφορα θέματα. Από την πρώτη επαφή τους μέσω Messenger ο κατηγορούμενος του τόνισε ότι δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Μετά, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών τους, ο κατηγορούμενος του έστελνε διάφορες φωτογραφίες, που απεικόνιζαν τον ίδιο με την οικογένεια του σε διακοπές, να κάνει σούβλα, να είναι στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αραίωσε την επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και σε κάποιο στάδιο τη σταμάτησε. Ακολούθως, ενάμιση περίπου χρόνο πριν τις 18/2/2020, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο του μάρτυρα, το οποίο δεν του έδωσε ο τελευταίος και του ζήτησε να συναντηθούν. Ο μάρτυρας τον ρώτησε για ποιον λόγο να συναντηθούν και ο κατηγορούμενος του είπε «για ερωτική πράξη». Αμέσως ο μάρτυρας του είπε ότι κόβουν κάθε επικοινωνία και να μην τον ξαναενοχλήσει. Ένα περίπου χρόνο πριν τις 18/2/2020 ο κατηγορούμενος, από τον ως άνω αναφερόμενο λογαριασμό του, έστειλε στον μάρτυρα ένα βίντεο (ο μάρτυρας το αναγνώρισε ως το τεκμήριο 5). Μετά που αντιλήφθηκε ότι στο βίντεο απεικονίζονται ανήλικοι να προβαίνουν σε σεξουαλική πράξη, ο μάρτυρας έκανε «report» στο Facebook (διευκρίνισε ότι πάτησε στο σημείο όπου αναφέρεται «δημοσίευση ακατάλληλου περιεχομένου») και έκανε «block» τον κατηγορούμενο, τον διέγραψε από φίλο του και διέγραψε και το βίντεο. Ποτέ του ο μάρτυρας δεν κατέβασε από το διαδίκτυο ή απέστειλε σε άλλο χρήστη υλικό παιδικής πορνογραφίας. Σε σχέση με το ότι ο λογαριασμός μέσω του οποίου ο κατηγορούμενος επικοινωνούσε μαζί του είχε ως στοιχεία «P. L.», ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν τον κάλεσαν από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για κατάθεση, έμαθε ότι το προφίλ ήταν ψεύτικο και τα πραγματικά στοιχεία του κατηγορούμενου. Ήταν όμως σίγουρος ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο καθότι στο προφίλ του προαναφερόμενου λογαριασμού υπήρχε φωτογραφία του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, μετά τη λήψη της κατάθεσης του, όταν ο μάρτυρας αποκάλυψε στον αδελφό του τι είχε συμβεί και τον ρώτησε για τον κατηγορούμενο, ο αδελφός του του είπε ότι είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο (τον οποίο γνώριζε αφού ο πατέρας του κατηγορούμενου τον βάφτισε) στο Messenger, κατά την οποία του είπε ότι ο μάρτυρας βιάστηκε να τον καταγγείλει και ότι το εν λόγω βίντεο του το έστειλε ένας φίλος του. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.1456 Στέφανος Απέητος, ο οποίος υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος Αρχηγείου Αστυνομίας, με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, τη δικανική εξέταση ηλεκτρονικών τεκμηρίων και την ετοιμασία σχετικών εκθέσεων. Ο Μ.Κ.4 έλαβε μέρος στην έρευνα που διεξήχθη, μετά από γραπτή συγκατάθεση στην παρουσία του κατηγορούμενου, στην οικία όπου διέμενε ο τελευταίος με τη σύζυγο του, την 1/2/
  8. Κατά την έρευνα στην οικία εντοπίστηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG GALAXY Α6 (τεκμήριο 4), το οποίο και κατασχέθηκε από τη Μ.Κ.5 για να τύχει δικανικής εξέτασης. Στην συνέχεια ο μάρτυρας, συνδέθηκε μέσω υπηρεσιακού φορητού Η/Υ στο δίκτυο που βρισκόταν συνδεδεμένο το εν λόγω κινητό τηλέφωνο και διαπίστωσε ότι τη δεδομένη στιγμή το υποστατικό είχε ενεργή σύνδεση στο διαδίκτυο με δυναμική συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση IP Address. Επίσης συνδέθηκε στον διακομιστή της εταιρίας CΥΤΑ και διαπίστωσε ότι για τη χρήση του ασύρματου δικτύου χρειαζόταν κωδικός πρόσβασης. Στις 7/2/2020, 15/2/2020 και 21/2/2020, ο μάρτυρας παρέλαβε από τη Μ.Κ.5, αντίστοιχα: (α) το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου (έδωσε διακριτικά SA1 - τεκμήριο 4), (β) 3 μονάδες αποθήκευσης τύπου USB (έδωσε διακριτικά SA2-USB1-3) και (γ) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG GALAXY S7 (έδωσε διακριτικά SA3 - πρόκειται για το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.3), με αίτημα να εξετασθούν ώστε να εντοπιστούν τυχόν αρχεία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών διαγραμμένα και μη και να εντοπισθεί οτιδήποτε σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ο Μ.Κ.4 προέβη σε δικανική εξέταση των ως άνω αναφερόμενων τεκμηρίων και ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Ένδειξη Γ. Στην έκθεση του αφού αναφέρει και επεξηγεί τη διαδικασία δικανικής αντιγραφής και τη διαδικασία δικανικής ανάλυσης των ως άνω τεκμηρίων, παραθέτει τα ευρήματα της ανάλυσης τα οποία, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4) έχουν ως εξής: · Κατά την εξέταση εντοπίστηκαν 3.853 αρχεία βίντεο συνολικού μεγέθους 30.7GB και 38.130 αρχεία εικόνας συνολικού μεγέθους 7.99GB. · Μετά από προεπισκόπηση των αρχείων εικόνας και βίντεο, διαπίστωσε ότι 109 αρχεία βίντεο σχετίζονται με σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου και τα κατηγοριοποίησε σε 5 κατηγορίες. · Περαιτέρω κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι κανένα αρχείο βίντεο δεν ήταν διαγραμμένο και μη προσβάσιμο από το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο. · Τα 109 αρχεία βίντεο εντοπίστηκαν αποθηκευμένα στις πιο κάτω διαδρομές: § Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsAppVideo/Sent/ όπου εντοπίστηκαν 3 αρχεία βίντεο που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. § Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsAppVideo/Private/ όπου εντοπίστηκαν 79 αρχεία βίντεο που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. § Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsApp Video/New video όπου εντοπίστηκαν 27 αρχεία βίντεο που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 αποθήκευσε τα 109 αυτά αρχεία και τις λεπτομέρειες που τα αφορούν σε ψηφιακό δίσκο DVD-R στο οποίο έδωσε το διακριτικό SA-CD (τεκμήριο 6). Μετά τα πιο πάνω, στην έκθεση του, ο Μ.Κ4 παραθέτει τα αποτελέσματα της εξέτασης, τα οποία έχουν ως ακολούθως:
  9. Στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν τα εξής: § Το κινητό τηλέφωνο ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. § Με το πέρας της προεπισκόπησης των αρχείων εικόνας και βίντεο, διαπίστωσε ότι 109 αρχεία βίντεο σχετίζονταν με σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου και τα κατηγοριοποίησε σε 5 κατηγορίες "SAP-Level 1, 2, 3, 4 και Under 13 years old" σύμφωνα και με το περιεχόμενο τους.
  10. Στο τεκμήριο με διακριτικά SA2-USB1-3 δεν εντοπίσθηκαν αρχεία εικόνας ή βίντεο που να αφορούν σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών.
  11. Στο τεκμήριο με διακριτικά SA3 δεν εντοπίστηκαν αρχεία εικόνας και βίντεο που να σχετίζονται με σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 ετοίμασε έκθεση αποτελεσμάτων της εξέτασης του (Ένδειξη Δ). Κατά τη μαρτυρία του o M.K.4 εξήγησε με περισσότερες λεπτομέρειες τις διαδικασίες δικανικής αντιγραφής και δικανικής ανάλυσης, τα «εργαλεία» με τα οποία προέβη σε αυτές καθώς και τους σχετικούς πίνακες που παραθέτει στην έκθεση του. Αναφέρθηκε επίσης στο πως γίνεται η εξέταση των αρχείων βίντεο και εικόνας ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο παρουσιάζουν παιδική πορνογραφία. Περαιτέρω εξήγησε ότι μη διαγραμμένα - προσβάσιμα αρχεία είναι αυτά που είναι στη διάθεση του χρήστη για να τα δει οποιανδήποτε στιγμή από τον χώρο όπου έχει επιλέξει να τα φυλάξει και ότι διαδρομή είναι, σε μια φορητή συσκευή, η τοποθεσία όπου έχει εντοπιστεί ένα αρχείο. Ανέφερε επίσης ότι και τα 109 βίντεο ήταν μοναδικά δηλαδή δεν είχε κανένα διπλό. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 εξήγησε, όσον αφορά τα 109 αρχεία, πώς παρουσιάζονται και τις λεπτομέρειες που υπάρχουν στο τεκμήριο 6 για το καθένα. Ανέφερε δε ότι η ημερομηνία δημιουργίας είναι η ημερομηνία που αναγράφεται στο αρχείο, την ημέρα που δημιουργείται, στον τόπο που αποθηκεύεται δηλαδή είναι η ημερομηνία που δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο αρχείο στον φάκελο. Όσον αφορά την εφαρμογή WhatsApp, ο Μ.Κ.4 είπε ότι πρόκειται για ευρέως διαδεδομένη εφαρμογή για την άμεση ανταλλαγή μηνυμάτων, βίντεο, εικόνων και φωνής, η οποία είναι δωρεάν για χρήστες έξυπνων κινητών. Εξήγηση και λεπτομέρειες έδωσε και αναφορικά με τους φακέλους με την ονομασία «Private», «New Video» και «Sent» που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου και αφορούσαν τη χρήση της ως άνω εφαρμογής που ήταν εγκατεστημένη σε αυτό. Τέλος να σημειωθεί ότι πριν την αντεξέταση του Μ.Κ.4 δηλώθηκαν τα προαναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα, ως προς τον αριθμό, το είδος, τη διάρκεια και την κατηγοριοποίηση των 109 αρχείων βίντεο που απεικονίζουν παιδική πορνογραφία. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η εξεταστής της υπόθεσης Αστ.343 Γιάννα Τσιάτταλου του Γραφείου Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Η μάρτυρας ανέλαβε στις 7/7/2020 τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μετά από πληροφορία που λήφθηκε από την EUROPOL, σύμφωνα με την οποία συγκεκριμένος λογαριασμός Facebook (ως εξήγησε πρόκειται για μια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης όπου κάθε χρήστης έχει τον δικό του λογαριασμό με δικό του κωδικό χρήστη που είναι μοναδικός και έχει το δικαίωμα να αναρτά πληροφορίες και να ανταλλάζει βίντεο και αρχεία σε ιδιωτικές συνομιλίες Messenger που είναι συνδεδεμένο με το Facebook), αφού ανέβασε στο διαδίκτυο ένα αρχείο που αφορά σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, στη συνέχεια το απέστειλε σε άλλον χρήστη της ίδιας πλατφόρμας (τεκμήριο 12) και συγκεκριμένα στον Μ.Κ.
  12. Μαζί με την πληροφορία, λήφθηκε το σχετικό βίντεο (το οποίο η μάρτυρας αποθήκευσε σε ψηφιακό δίσκο - τεκμήριο 5) και τα IP Address μέσω των οποίων μεταφορτώθηκε αυτό. Κατόπιν τούτου η μάρτυρας καταχώρησε Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (τεκμήριο 14) και εξασφάλισε σχετικό Διάταγμα (τεκμήριο 1), το οποίο παρέδωσε στον πάροχο (CYTA) - στον οποίο προηγουμένως εξακριβώθηκε (βλ. τεκμήριο 13) ότι ανήκαν τα ως άνω IP Address - προς αποκάλυψη των στοιχείων του κατόχου - χρήστη αυτών, κατά τους συγκεκριμένους χρόνους. Σύμφωνα με την απάντηση που έλαβαν από την CYTA (τεκμήριο 2) τα IP Address ταυτοποιήθηκαν με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη συγκεκριμένης οικίας ήτοι με τη σύζυγο του κατηγορούμενου. Έτσι την 1/2/2020 η μάρτυρας μετέβηκε με τον Μ.Κ.4, στην εν λόγω οικία και εκεί διενήργησε έρευνα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 15) στην παρουσία και της συζύγου αυτού. Κατά την έρευνα η μάρτυρας εντόπισε και παρέλαβε ως τεκμήριο ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung GALAXY Α6 (τεκμήριο 4). Αυτό σφραγίστηκε στην παρουσία του κατηγορούμενου και υπογράφηκε από την μάρτυρα, τον Μ.Κ.4 και τον κατηγορούμενο. Αφού η μάρτυρας του επίστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Μα έννα μου το πιάτε τωρά;». Ακολούθως, την ίδια μέρα στο ΤΑΕ Λεμεσού, η μάρτυρας έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 17). Κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, η μάρτυρας υπέδειξε στον κατηγορούμενο ηλεκτρονική εκτύπωση με τον λογαριασμό Facebook που λήφθηκε με την πληροφορία και ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι ο λογαριασμός είναι δικός του (τεκμήριο 18). Στις 7/2/2020 η μάρτυρας παρέδωσε στον Μ.Κ.4 το κινητό τηλέφωνο (τεκμήριο 4) για τη διενέργεια δικανικής εξέτασης. Στις 13/2/2020 ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στη μάρτυρα σχετικό ημερολόγιο ενεργείας, σύμφωνα με το οποίο κατά την έναρξη της δικανικής εξέτασης εντόπισε στο εν λόγω κινητό τηλέφωνο 14 αρχεία βίντεο σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών (τεκμήριο 19). Στις 14/2/2020 η μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος (τεκμήριο 20). Αφού του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο εκείνος απάντησε «Εν ηξέρω τίποτε εγώ» (τεκμήριο 21). Στη συνέχεια, στο ΤΑΕ Λεμεσού, η μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο εκ νέου για τα υπό διερεύνηση αδικήματα, του επίστησε γραπτώς την προσοχή στο Νόμο και τον ενημέρωσε ότι προτίθεται να του λάβει κατάθεση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε όπως ασκήσει το δικαίωμα του για δικηγόρο της επιλογής του, με τον οποίο συνομίλησε ιδιωτικά. Στη συνέχεια λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 22). Ακολούθως την ίδια ημέρα, η μάρτυρας, με τον Αστ.4855 Σάββα Συμεού, διενήργησε έρευνα, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης (τεκμήριο 23) σε άλλη οικία όπου διέμενε τότε, ως ανέφερε ο κατηγορούμενος. Κατά τη διάρκεια της έρευνας η μάρτυρας εντόπισε και παρέλαβε 3 μονάδες αποθήκευσης τύπου USB, τις οποίες παρέδωσε στις 15/2/2020 στον Μ.Κ.4 για δικανική εξέταση. Στις 18/2/2020 η μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα επίδικα αδικήματα και αφού του επίστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν τα δέχομαι τούτα τα πράματα» (τεκμήριο 24). Ακολούθως η μάρτυρας παρέδωσε στον κατηγορούμενο, έναντι απόδειξης, τις 3 προαναφερόμενες μονάδες αποθήκευσης USB. Στις 18/2/2020, στο ΤΑΕ Λεμεσού, η μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Μ.Κ.
  13. Κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης η μάρτυρας υπέδειξε στον Μ.Κ.3, ο οποίος και αναγνώρισε τον λογαριασμό του στο Facebook και ηλεκτρονικό στιγμιότυπο που προέρχεται από το αρχείο βίντεο που λήφθηκε με την πληροφορία από τη EUROPOL (τεκμήρια 8 και 9). Στις 21/2/2020, σε συνεργασία με τον Μ.Κ.4, η μάρτυρας επιθεώρησε τα αρχεία βίντεο που εντοπίστηκαν στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου. Εντοπίσθηκαν συνολικά 109 αρχεία βίντεο τα οποία αφορούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Στις 4/3/2020 η μάρτυρας παρέλαβε από τον Μ.Κ.4 τα 2 κινητά τηλέφωνα τα οποία του είχε δώσει για τη διενέργεια δικανικής εξέτασης (το τεκμήριο 4 και το τηλέφωνο του Μ.Κ.3 - το τελευταίο παραδόθηκε στον Μ.Κ.3 αφού διαπιστώθηκε από τις εξετάσεις ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο) καθώς και ένα ψηφιακό δίσκο που περιέχει αρχεία εικόνας και βίντεο και τις λεπτομέρειες που αφορούν αυτά του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου (τεκμήριο 6). Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και στα πλαίσια αυτά υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του ημερ. 1/2/2020 (τεκμήριο 17). Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αυτός κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε με τη σύζυγο του. Στην οικία τους είχαν, στο όνομα της συζύγου του για 10 χρόνια σχεδόν, ασύρματη σύνδεση με το διαδίκτυο με τη CYTA. Για τη σύνδεση αυτή είχαν κωδικό ασφαλείας, τον οποίο γνωρίζουν μόνο τα παιδιά της συζύγου του και κάποιοι φίλοι και γνωστοί. Ο κατηγορούμενος έχει λογαριασμό στο Facebook με τα στοιχεία «P. Y.». Παλαιότερα είχε λογαριασμό με στοιχεία «P. l.» αλλά τον Μάιο του 2019 σταμάτησε να έχει πρόσβαση σε αυτόν για κάποιο λόγο που δεν κατάλαβε και έστειλε επιστολή στο Facebook, το οποίο του απάντησε ότι παραβίασε κάποιους όρους και δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Ποτέ του δεν είχε στην κατοχή του παιδικό πορνογραφικό υλικό, ούτε και ποτέ κατέβασε ούτε και απέστειλε σε άλλους χρήστες τέτοιο υλικό. Το βίντεο τεκμήριο 5 δεν το έστειλε αυτός. Το κινητό που κατασχέθηκε κατά την έρευνα της οικίας του την 1/2/2020, είναι δικό του. Αυτό έτυχε πολλές φορές να το χρησιμοποιήσουν και άλλα πρόσωπα εκτός από τον ίδιο. Συγκεκριμένα το χρησιμοποιήσαν τα παιδιά της γυναίκας του που ήταν σπίτι ή ακόμα και κάποιοι φίλοι, που μπορεί να τύχαινε να μην είχαν το τηλέφωνο μαζί τους και ήθελαν να κάνουν κάποιο τηλεφώνημα ή τους τελείωσε η μπαταρία. Στο εν λόγω κινητό, ο κατηγορούμενος εγκατέστησε το 2019 την εφαρμογή WhatsApp, καθότι ο αδελφός του διαμένει στο εξωτερικό και ήθελε να μιλούν. Άθελα του συμμετείχε σε ομάδες στο WhatsApp γιατί όπως είχε ανοικτή την εφαρμογή πετάγονταν κάποιες διαφημίσεις που δεν ξεχώριζε τι ήταν και πατούσε πάνω τους για να τις διώξει αλλά αντί τούτου ταυτόχρονα τον έγγραφαν μέλος και εγκαθίστατο στην ομάδα μέσα στο WhatsApp. Τελικά αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για ομάδες με πορνογραφικό περιεχόμενο. Ο κατηγορούμενος έσβηνε τις εν λόγω ομάδες όμως ενώ έφευγαν από την λίστα του, εξακολουθούσε να είναι μέλος δηλαδή δεν τον διέγραφαν και έπρεπε να γίνει άλλη διαδικασία την οποία δεν γνώριζε. Τρείς με τέσσερεις μήνες περίπου μετά, το τηλέφωνο του δεν εργαζόταν καλά. Συγκεκριμένα υπολειτουργούσε και καμία εφαρμογή δεν εργαζόταν εκτός από το να κάνει και να λαμβάνει τηλεφωνήματα. Ταυτόχρονα μια μέρα όταν το άνοιξε είδε ότι υπήρχε μια προειδοποιητική πινακίδα που έλεγε ότι ο αποθηκευτικός του χώρος είναι γεμάτος και πρέπει να τον αδειάσει. Τότε πήγε αμέσως στην «Gallery» του τηλεφώνου του για να δει τί φωτογραφίες του έστελναν οι ως άνω ομάδες και για ποιον λόγο έδειχνε γεμάτος ο αποθηκευτικός χώρος. Τελείως κάτω στην «Gallery» βρήκε έναν φάκελο που έγραφε «WhatsApp». Παραξενεμένος άνοιξε τον φάκελο και είδε ότι περιείχε βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο. Είδε δύο τρία βίντεο στην αρχή, τα οποία ήταν με ενήλικες και δεν υπήρχε κάτι το παιδικό και μετά έσβησε ολόκληρο τον φάκελο. Τότε το πρόβλημα με το τηλέφωνο του διορθώθηκε. Δύο όμως περίπου μήνες αργότερα επανήλθε το ίδιο πρόβλημα. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να φοβάται, πανικοβλήθηκε, δεν ήξερε για ποιον λόγο, ακόμα δεν αντιλήφθηκε ότι αυτόματα, ό,τι στελνόταν μέσα στις ομάδες κατέβαινε μέσα στον φάκελο του «WhatsApp». Έτσι αποφάσισε να δοκιμάσει να βρει τρόπο να αναγκάσει τις ομάδες να μην τα στέλνουν μέσα στον φάκελο δηλαδή να τις εμποδίσει να τα αποθηκεύουν εκεί και να γεμίζουν τον αποθηκευτικό χώρο του κινητού του. Μπήκε στις ρυθμίσεις, ό,τι και να έκανε εκεί, δεν ξέρει τι, τί κουμπιά πάτησε, εξαφανίστηκε ο φάκελος και το πρόβλημα διορθώθηκε. Δεν γνώριζε την ύπαρξη του φακέλου «New Video» που βρέθηκε στο κινητό του. Μετά που παρέλαβε την έκθεση της Αστυνομίας (του Μ.Κ.4) έμαθε για την ύπαρξη αυτού. Υπολογίζει ότι ο φάκελος δημιουργήθηκε όταν προσπαθούσε στις ρυθμίσεις να εμποδίσει τις ομάδες να του στέλνουν τα βίντεο δηλαδή μπορεί να δημιουργήθηκε κατά λάθος, δεν ξέρει. Ούτε για την ύπαρξη των φακέλων «Sent» και «Private» γνώριζε. Έλαβε γνώση για αυτούς όταν παρέλαβε την προαναφερόμενη έκθεση. Ανέφερε ότι τον Μ.Κ.3 τον βάφτισε ο πατέρας του και ότι είναι ψέματα αυτό που είπε ο Μ.Κ.3 στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε. Ποτέ δεν του τηλεφώνησε, ούτε και γνώριζε το τηλέφωνο του. Απλά ανταλλάζαν κάποια οικογενειακά μηνύματα στο Messenger, αραιά και πού. Ούτε απέστειλε στον Μ.Κ.3 αρχείο παιδικής πορνογραφίας. Ούτε και έγινε η συνομιλία που είπε ο Μ.Κ.3 ότι ο κατηγορούμενος είχε με τον αδελφό του. Τέλος, ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Δημήτρης Αγγελόπουλος, εγκληματολόγος, εξεταστής ψηφιακών τεκμηρίων ή πειστηρίων. Ο μάρτυρας, περί τον Οκτώβριο του 2020, έλαβε εντολή από τον συνήγορο του κατηγορούμενου να διενεργήσει εργαστηριακή εξέταση των ψηφιακών πειστηρίων ή τεκμηρίων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Τον ίδιο μήνα, μετά από έγκριση σχετικού αιτήματος του συνηγόρου Υπεράσπισης από το Αρχηγείο Αστυνομίας και κατόπιν συνεννόησης με τον Μ.Κ.4, ο μάρτυρας μετέβη στο εργαστήριο του Μ.Κ.4, όπου του δόθηκε ένας εργαστηριακός ηλεκτρονικός υπολογιστής και ένας σκληρός εξωτερικός δίσκος (δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι πρόκειται για αυτόν με διακριτικό SAA και περιέχει δικανικό αντίγραφο του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου και αρχεία Excel που περιέχουν τις λεπτομέρειες των 109 αρχείων βίντεο παιδικής πορνογραφίας που εντοπίσθηκαν στο εν λόγω κινητό τηλέφωνο - τα υπό αναφορά βίντεο και τα αρχεία Excel περιέχονται στο τεκμήριο 6). Σκοπός της εξέτασης του ήταν, έχοντας υπόψη τα έγγραφα που του δόθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης και τις ερωτήσεις που υπέβαλε η ανακρίτρια στο εργαστήριο, να διαπιστώσει με ποιο τρόπο είχε γίνει ο χειρισμός του εν λόγω τεκμηρίου. Το κύριο ερώτημα στο οποίο προσπάθησε να απαντήσει είναι κατά πόσο απαντήθηκαν τα ερωτήματα που έθεσε η ανακρίτρια (βλ. τεκμήριο 10 και Ένδειξη Γ) δηλαδή:

(1)ο εντοπισμός τυχόν αρχείων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών διαγραμμένων και μη και
(2)ο εντοπισμός οτιδήποτε σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ως προς τούτο ανέφερε ότι όταν ζητούνται διαγεγραμμένα αρχεία δηλαδή αρχεία που έχουν διαγραφεί από τη μνήμη του τηλεφώνου, είναι απαραίτητο ο εξεταστής να χρησιμοποιήσει τη «Physical» μέθοδο εξαγωγής των δεδομένων αφού με αυτόν μπορεί να πάρει ολόκληρο το περιεχόμενο του κινητού ενώ με την «Advance Logical», που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4 δεν μπορείς να δεις διαγεγραμμένα και κρυφά αρχεία, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά, γιατί δίνουν δεδομένα και πληροφορίες για το τι έχει γίνει στο τηλέφωνο και απαντώνται σημαντικά ερωτήματα. Aνέφερε δε ότι οι εξετάσεις που έκανε ο ίδιος ήταν περιορισμένες, καθότι το αποτέλεσμα που του δόθηκε δηλαδή το δικανικό αντίγραφο ήταν περιορισμένο αφού δεν υπήρχαν ούτε διαγεγραμμένα ούτε κρυμμένα αρχεία. Ως εκ των άνω ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι η μέθοδος εξαγωγής των δεδομένων από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου, που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4, δεν ήταν η ορθή εφόσον δεν ήταν δυνατό με αυτήν να απαντήσει στα ερωτήματα που του ζητήθηκαν από την ανακρίτρια. Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι με τη μέθοδο αυτή δεν ήταν δυνατό να δει όλα τα μεταδεδομένα που αφορούσαν τα 109 επίδικα αρχεία βίντεο. Έτσι δεν έγινε ολοκληρωμένη έρευνα, κάτι που είχε ως συνέπεια να μην υπάρχουν πληροφορίες που θα βοηθούσαν στο να βγει προς τα έξω η αλήθεια. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε επίσης ότι εάν αθροισθεί το μέγεθος των αρχείων βίντεο και εικόνας που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου, με δεδομένη τη μνήμη που αυτό είχε, το κινητό θα είχε πρόβλημα ως προς τη λειτουργία του. Περαιτέρω ανέφερε ότι τα 109 επίδικα βίντεο περιλαμβάνονταν στα 3.853 αρχεία βίντεο που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου και ήταν ανακατεμένα και εξήγησε τη σημασία αυτού όπως και της συχνότητας με την οποία παρουσιάζονται και της ονοματοδοσίας τέτοιων αρχείων. Αναφορικά με τα 3 αρχεία που εντοπίσθηκαν στον φάκελο «Sent» στο κινητό του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι για να στείλει κάποιος ένα αρχείο θα πρέπει να το έχει. Στην προκειμένη, παρά το ότι το γεγονός ότι τα αρχεία υπάρχουν στον εν λόγω φάκελο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με κάποιο τρόπο στάλθηκαν, εντούτοις δεν ανευρέθηκαν σε κανένα άλλο αποθηκευτικό χώρο, ούτε του τηλεφώνου αλλά ούτε και των σκληρών δίσκων που κατασχέθηκαν από το σπίτι του κατηγορούμενου. Υποστήριξε δε ότι όταν κάποιος πάρει για μερικά λεπτά το κινητό τηλέφωνο κάποιου άλλου, που θέλει κακόβουλα να του κάνει ζημιά, μπορεί να κάνει πολλά πράγματα όπως το να βάλει μέσα κάποιο κακόβουλο λογισμικό ή να του πάρει δεδομένα από το τηλέφωνο. Ήταν επίσης η θέση του ότι η Αστυνομία κακώς δεν αποτάθηκε στο Facebook για να εξεταστούν τα προφίλ του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.3 και ότι εάν το έπραττε το Facebook θα έδιδε σχετικά στοιχεία. Είπε δε ότι οι συνέπειες από την παράλειψη αυτή είναι πολλές γιατί και οι πληροφορίες που θα παίρνονταν είναι πολλές. Υποστήριξε δε σχετικά ότι μπορεί να υπήρξε στην προκειμένη μόλυνση με τον ιό του Facebook και αναφέρθηκε στις συνέπειες αυτού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.1 δέον όπως λεχθεί ότι η μαρτυρία αυτού παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 ήταν τυπική εφόσον αυτή κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο τεκμήρια, τα οποία είχε στην κατοχή της αφού της τα παρέδωσε προηγουμένως η Μ.Κ.5. Κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει που βρίσκονταν και ποιος είχε τα εν λόγω τεκμήρια στην κατοχή του, πριν της παραδοθούν. Με ειλικρίνεια απάντησε αρνητικά, επιμένοντας όμως ότι κατέθεσε τα τεκμήρια στην ίδια κατάσταση που τα παρέλαβε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Εδώ να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο της υπόθεσης η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το αδιάσπαστο της αλυσίδας διακίνησης των τεκμηρίων, ούτε και έθεσε οποιοδήποτε θέμα ορθότητας της φύλαξης τους ή παρέμβασης, μεταβολής ή αλλοίωσης του περιεχομένου τους. Ο Μ.Κ.3 άφησε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν, περιγράφοντας τα γεγονότα με απλότητα και χωρίς υπερβολές και γενικά άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς ανθρώπου, ο οποίος ενεπλάκει στην όλη υπόθεση άθελα του και χωρίς δική του ευθύνη. Εξ ου και το παράπονο που εξέφρασε κατά τη μαρτυρία του ήταν για ποιό λόγο ο κατηγορούμενος να τον μπλέξει σε τέτοια θέματα με την Αστυνομία, στέλνοντας του το συγκεκριμένο βίντεο, όταν ο ίδιος δεν του έδωσε κανένα δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.3 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι ποτέ δεν είδε προσωπικά τον κατηγορούμενο. Δέον όμως όπως λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε επικοινωνία με τον μάρτυρα μέσω του Messenger, δηλαδή με τη χρήση του συγκεκριμένου λογαριασμού που διατηρούσε στο Facebook. Άλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά την ένορκη μαρτυρία του ότι είχε επικοινωνία με τον μάρτυρα μέσω του λογαριασμού αυτού. Χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε και η θέση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος με τον ίδιο τρόπο του απέστειλε και διάφορες φωτογραφίες. Ούτε η θέση του μάρτυρα ότι το επίδικο βίντεο (τεκμήριο 5) στάλθηκε στον δικό του λογαριασμό από τον συγκεκριμένο λογαριασμό του κατηγορούμενου, αμφισβητήθηκε. Είναι δε θέση της Υπεράσπισης στις τελικές αγορεύσεις ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι ήταν ο κατηγορούμενος που του απέστειλε το βίντεο δεν πρέπει να γίνει δεκτή καθότι κατά την μαρτυρία του αναφέρθηκε σε γεγονός, το οποίο παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεση που του λήφθηκε από την Αστυνομία. Πρόκειται για την αναφορά του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε σε κάποιο χρονικό σημείο και του ζήτησε όπως συναντηθούν για ερωτική πράξη. Δεν μας διαφεύγει ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος του ζήτησε κάτι τέτοιο. Παρά ταύτα για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι αυτό δεν καταδεικνύει προσπάθεια του να ψευστεί και σε κάθε περίπτωση δεν προσβάλλει την αξιοπιστία του σε βαθμό μάλιστα που να καθιστά μη παραδεκτή τη μαρτυρία του. Κατ' αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας δεν παρέλειψε πλήρως στην κατάθεση του να αναφερθεί στο συμβάν. Αυτό καθότι εκεί ανέφερε ρητά ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε στο κινητό του και του ζήτησε να συναντηθούν αλλά ο μάρτυρας δεν το έκανε. Συνεπώς η παράλειψη αναφοράς της εν λόγω λεπτομέρειας ότι δηλαδή του ζήτησε να συναντηθούν για ερωτική πράξη δεν κρίνεται ουσιώδης, ούτε και καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να ψευστεί. Άλλωστε να σημειωθεί ότι δεν αφορά ως γεγονός κάποια από τις επίδικες κατηγορίες. Ως δε ανέφερε ο μάρτυρας, υπήρχαν και άλλα πράγματα που δεν ανέφερε στην κατάθεση του. Δεν υποβλήθηκε δε στον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν του έκανε τέτοιο τηλεφώνημα. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η κατάθεση του μάρτυρα του λήφθηκε ως υπόπτου, δηλαδή ήταν ανακριτική και στα πλαίσια αυτά απάντησε με τον συγκεκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του έγιναν από την Αστυνομία, χωρίς να του ζητηθούν περαιτέρω λεπτομέρειες στα όσα απάντησε. Παρά δε το ότι δεν τέθηκε από την Υπεράσπιση, δέον όπως λεχθεί ότι τα ίδια προφανώς ισχύουν και για αυτό που ανέφερε ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ότι δηλαδή στην πρώτη τους επικοινωνία μέσω Messenger, ο κατηγορούμενος του τόνισε ότι δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Ο μάρτυρας στην κατάθεση του ανέφερε ότι περίπου δύο με τρεις φορές τον μήνα συνομιλούσαν διαδικτυακά μέσω του Messenger για διάφορα θέματα, κάτι που ανέφερε άλλωστε και ο κατηγορούμενος. Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι ο μάρτυρας μετά τη λήψη του βίντεο δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία. Αμέσως όμως έκανε τον κατηγορούμενο «block», τον διέγραψε από φίλο του και έκανε σχετική αναφορά στο Facebook. Προέβη λοιπόν σε συγκεκριμένες ενέργειες που δείχνουν ότι όχι μόνο δεν ενέκρινε την πράξη αυτή του κατηγορούμενου αλλά και ότι αποτάθηκε αμέσως στο ίδιο το Facebook για να το αναφέρει. Ως δε προκύπτει από τη μαρτυρία (βλ. Μ.Κ.5 και τεκμήριο 12) η ενέργεια αυτή φαίνεται ότι αποτέλεσε την αφορμή που οδήγησε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Αυτό καθότι μετά από αυτήν, το Facebook προέβηκε σε αναφορά («Cyber Tipline Report» στο «National Centre For Missing and exploited Children»), δίδοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (όπως ημερομηνία και ώρα που μεταφορτώθηκε - ανέβηκε («upload») το αρχείο, τα IP Address και τον πάροχο τους, τη χώρα, την πόλη, το όνομα του προσώπου εναντίον του οποίου έγινε το «Report», τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του, τις ηλεκτρονικές του διευθύνσεις κ.ά.) και στη συνέχεια η EUROPOL, στην οποία διαβιβάσθηκε το «Report», μεταβίβασε τα πιο πάνω στοιχεία - πληροφορία στην Κυπριακή Αστυνομία, η οποία προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στο επίδικο βίντεο «πιθανόν να είναι ανήλικοι και προβαίνουν σε σεξουαλικές πράξεις» και ότι κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι δεν φαίνεται ξεκάθαρα εάν είναι ανήλικοι ή ενήλικοι. Πρόκειται όμως για γνώμη του μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε τα πιο πάνω χωρίς να αναφέρει πως διαπίστωσε αυτό. Σε κάθε περίπτωση αυτό δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προβλήθηκε το εν λόγω βίντεο και είχε και στη συνέχεια την ευκαιρία να εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο του, ώστε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετική αναφορά θα γίνει κατωτέρω. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ3 γίνεται δεκτή, με την ως άνω διευκρίνιση. Οι Μ.Κ.4 και Μ.Υ.1 κλήθηκαν για να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες στη δικανική εξέταση ηλεκτρονικών και ψηφιακών τεκμηρίων. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Ως προς το θέμα αυτό, αναφορικά με τον Μ.Κ.4, αφού έχουμε λάβει υπόψη τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του, ως αυτά φαίνονται στην Ένδειξη Β καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μας ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας στη δικανική εξέταση ηλεκτρονικών και ψηφιακών τεκμηρίων. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Μ.Κ.4 είναι εμπειρογνώμονας στα θέματα για τα οποία κατάθεσε. Αντίθετα η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Υ.1 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως προς τα προσόντα και την πείρα του ο Μ.Υ.1 κατέθεσε στην κυρίως εξέταση του το βιογραφικό του (τεκμήριο 25) και κατά την επανεξέταση του τα τεκμήρια 28-33. Αφού εξετάσαμε με προσοχή τα όσα ανέφερε σχετικά αλλά και το περιεχόμενο των ως άνω τεκμηρίων, όπου αναφέρονται τα προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα του και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές με το θέμα αρχές καταλήξαμε ότι και ο Μ.Υ.1 είναι εμπειρογνώμονας στη δικανική εξέταση ηλεκτρονικών και ψηφιακών τεκμηρίων Από μόνο του όμως το γεγονός ότι και οι δύο μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες, δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποδοχή της μαρτυρίας τους. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία τους έχουν δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα θέματα και τα γεγονότα που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το καθήκον λοιπόν του εμπειρογνώμονα είναι όπως, για τον σκοπό αυτό, εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Παραμένει πάντα ως γενική αρχή ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και τη λοιπή μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1427). Στην προκειμένη είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά κατά την ακροαματική διαδικασία τους δύο αυτούς μάρτυρες και εξετάσαμε τις θέσεις εκάστου έχοντας υπόψη το αντικείμενο της διαδικασίας, τα προσόντα, την πείρα και τις γνώσεις τους επί των συγκεκριμένων ζητημάτων που ερωτήθηκαν καθώς και τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκαν αλλά και το πώς τεκμηρίωσαν τις θέσεις τους. Πράξαμε δε τούτο όχι αποσπασματικά για τον καθένα αλλά κατά αντιπαραβολή των θέσεων τους και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας. Ο Μ.Κ.4 επεξήγησε και τεκμηρίωσε με την απαιτούμενη - για ένα εμπειρογνώμονα στα συγκεκριμένα θέματα - λεπτομέρεια, επάρκεια και πληρότητα την ορθότητα των εξετάσεων στις οποίες προέβη και τα σχετικά συμπεράσματα και τις θέσεις που προέβαλε αναφορικά με κάθε θέμα για το οποίο ρωτήθηκε και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Υ.1 από την άλλη, για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, απέτυχε να πράξει το ίδιο. Παραθέτουμε στη συνέχεια και αξιολογούμε τις εκατέρωθεν θέσεις, χωρίζοντας τις κατά σειρά σε θέματα, με τρόπο δηλαδή που κρίναμε ως τον πλέον δόκιμο ώστε τα όσα θα εκτεθούν να γίνουν καλύτερα αντιληπτά. Σε σχέση με τη θέση του Μ.Κ.4 ότι από τη δικανική εξέταση που έκανε στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι κανένα από τα 109 επίδικα αρχεία δεν ήταν διαγραμμένο και μη προσβάσιμο από τον χρήστη, του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ότι δεν ακολούθησε την «εγκληματολογικά ενδεδειγμένη» διαδικασία, διότι το αίτημα και τα ερωτήματα που του τέθηκαν από την ανακρίτρια να απαντήσει ήταν η ανακάλυψη της αλήθειας και η εξαγωγή αδιαμφισβήτητων δεδομένων. Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.4 δέχθηκε ότι το λογισμικό της εταιρείας Cellebrite το οποίο χρησιμοποίησε για σκοπούς της δικανικής του εξέτασης στην παρούσα παρέχει διάφορους τρόπους - μεθόδους εξαγωγής των δεδομένων και μεταξύ αυτών είναι η «Logical» και η «Physical». Πιο συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του τέθηκε ότι, με δεδομένο ότι το αίτημα της ανακρίτριας περιλάμβανε την ανάκτηση διαγεγραμμένων αρχείων, δεν έπρεπε να χρησιμοποιήσει την «Advance Logical» αλλά τη «Physical» μέθοδο εξαγωγής των δεδομένων από το κινητό του κατηγορούμενου. Ως προς τούτο ο Μ.Κ.4 ανέφερε ευθύς εξαρχής ότι χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μέθοδο καθότι δεν μπορούν όλες οι φορητές συσκευές να «κάνουν» τη μέθοδο «Physical» και ότι η «Advance Logical» που χρησιμοποίησε ήταν η πιο σωστή και η πιο αποτελεσματική για τη δεδομένη περίπτωση. Η πιο πάνω θέση του για την «Physical» επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 11 που του υποδείχθηκε και κατατέθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του (το τεκμήριο 11, ως ανέφερε ο Μ.Κ.4, είναι από το εγχειρίδιο της εταιρείας Cellebrite για τη χρήση του συγκεκριμένου δικανικού εργαλείου όπου επεξηγούνται οι τρόποι ανάκτησης δεδομένων από φορητές συσκευές). Δέχθηκε ότι ως φαίνεται και στο τεκμήριο 11 η «Physical» παρέχει τη δυνατότητα ανάκτησης των διαγεγραμμένων αρχείων ενώ η «Logical» δεν παρέχει τέτοια δυνατότητα διευκρινίζοντας όμως ότι στην προκειμένη χρησιμοποίησε την «Advance Logical», που είναι μια άλλη μέθοδος με την οποία ανακτάται μέρος των διαγραμμένων αρχείων. Εξ ου και δεν δέχθηκε ότι η «Advance Logical» περιλαμβάνει μόνο αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο 11 για τη «Logical» και ανέφερε τι άλλο περιλαμβάνει. Είπε μάλιστα χωρίς να αμφισβητηθεί ότι είναι εκπαιδευμένος στο συγκεκριμένο εργαλείο και άρα έχει αρκετή γνώση και πείρα στην, μέσω του εργαλείου αυτού, ανάκτηση των δεδομένων από συσκευές. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι στην Ένδειξη Β επισυνάπτονται τα ακόλουθα πιστοποιητικά που έχει ο μάρτυρας και επιβεβαιώνουν τη σχετική και πρόσφατη εκπαίδευση και γνώση του:
(1)«CELLEBRITE CERTIFIED LOGICAL OPERATOR» ημερ. 23/12/2016,
(2)«CELLEBRITE CERTIFIED PHYSICAL ANALYST» ημερ. 23/12/2016,
(3)«CELLEBRITE CERTIFIED OPERATOR» ημερ. 7/6/2022 και
(4)«CELLEBRITE CERTIFIED PHYSICAL ANALYST» ημερ. 7/6/
  1. Ο μάρτυρας δέχθηκε επίσης με ειλικρίνεια ότι με τη «Physical» μπορείς να πάρεις περισσότερα αρχεία. Σε υποβολή ότι με την «Advance Logical» δεν μπορείς να λάβεις τα διαγραμμένα αρχεία και τα κρυφά αρχεία, διαφώνησε καθότι, ως είπε, στο «Excel file» που παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του (αναφερόταν στα αρχεία που υπάρχουν στο τεκμήριο 6) αναφέρεται για τα επίδικα αρχεία βίντεο κατά πόσο ήταν διαγραμμένα ή όχι και άρα το σύστημα έλεγξε κατά πόσο ήταν διαγραμμένα ή όχι. Διαφώνησε δε με την επόμενη υποβολή ότι η «Advance Logical» δεν έλεγξε ούτε και μπορούσε να ελέγξει και να βρει τα διαγραμμένα και μη αρχεία. Ως προς το ίδιο θέμα να λεχθεί κατ' αρχάς ότι ο Μ.Υ.1 δεν προέβη σε δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου αλλά στήριξε τις θέσεις του στη μελέτη των αποτελεσμάτων της εξέτασης που έκανε ο Μ.Κ.
  2. Πιο συγκεκριμένα του δόθηκε ένα δικανικό αντίγραφο όπως το τεκμήριο 6 και η Ένδειξη Γ. Μετά από τη μελέτη αυτών ο Μ.Υ.1 κατέληξε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος εξαγωγής των δεδομένων από το κινητό του κατηγορούμενου, που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4, δεν ήταν η ορθή εφόσον, ως υποστήριξε, δεν ήταν δυνατό με αυτήν να απαντήσει στα δύο ερωτήματα που του τέθηκαν από την ανακρίτρια. Ήταν έτσι αντίθετα με τον Μ.Κ.4, η θέση του Μ.Υ.1 ότι όταν ζητούνται διαγεγραμμένα αρχεία (δηλαδή αρχεία που έχουν διαγραφεί από τη μνήμη του τηλεφώνου), είναι απαραίτητο ο εξεταστής να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο «Physical» εφόσον μόνο με αυτή ανακτώνται τέτοια αρχεία και όχι με την «Advance Logical» με την οποία δεν ανακτώνται τέτοια. Προς επίρρωση αυτού ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι με τη «Physical» μπορεί να ληφθεί όλο το περιεχόμενο ενός κινητού τηλεφώνου ενώ με την «Advanced Logical» παίρνουν όσα βλέπει ο χρήστης και μερικά αρχεία του συστήματος. Στήριξε δε τα πιο πάνω στα τεκμήρια 26 (όπου παρέπεμψε στη σελίδα 19), 27 και
  3. Εδώ να σημειωθεί ότι όσον αφορά το τεκμήριο 26, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι το κατέβασε από ιστοσελίδα δικηγορικής εταιρείας που έχει ενσωματωμένο εργαστήριο και ότι «στηρίζεται, μάλλον, στο manual της Cellebrite» ενώ μετά από σχετικές ερωτήσεις στην αντεξέταση του δέχθηκε βασικά ότι δεν είναι ξεκάθαρη η προέλευση του. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι η ως άνω θέση του δεν υποστηρίζεται από τα εν λόγω τεκμήρια εφόσον σε αυτά γίνεται αναφορά στις μεθόδους «Physical» και «Logical» και όχι στην «Advance Logical», που ως εξήγησε ο Μ.Κ.4 είναι διαφορετική από την «Logical» και ανακτά και μέρος των διαγραμμένων αρχείων. Άλλωστε ο ίδιος ο Μ.Υ.1 στην αντεξέταση του, μεταβάλλοντας βασικά τη θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση, παραδέχθηκε ότι με την «Advance Logical» ανακτώνται και διαγραμμένα αρχεία. Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι η «Advance Logical» δεν χρησιμοποιείται «ως εγκληματολογική περίπτωση», εξηγώντας ότι επειδή είναι ίσως η μικρότερη σε χρόνο μέθοδος, τη χρησιμοποιούν μόνο για αστυνομική διερεύνηση και έθεσε ως παράδειγμα την περίπτωση που όταν η Αστυνομία ανακρίνει ένα ύποπτο, θέλει μια γρήγορη αποτύπωση των δεδομένων του κινητού του τηλεφώνου και έτσι εφαρμόζει τη μέθοδο αυτή για σκοπούς ανάκρισης του. Αυτό όμως όχι μόνο δεν τέθηκε στον Μ.Κ.4 για να το σχολιάσει και έτσι να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις αλλά ο Μ.Υ.1 δεν το στήριξε σε κάποιο σχετικό εγχειρίδιο. Αντίθετα επικαλέσθηκε τα όσα σχετικά, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, του ανέφερε ο διευθυντής της Cellebrite όταν μίλησε μαζί του στο παρελθόν δηλαδή, ως ανέφερε στην αντεξέταση του, το 2009, όταν ο μάρτυρας βρισκόταν στη Γενική Γραμματεία της Interpol στη Λυών της Γαλλίας και μίλησε με το πρόσωπο αυτό, στα πλαίσια της ανάθεσης στον μάρτυρα της δημιουργίας του εργαστηρίου εξέτασης πειστηρίων της Interpol. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι τα διαγεγραμμένα και κρυμμένα αρχεία, είναι πάρα πολύ σημαντικά, γιατί δίνουν δεδομένα και πληροφορίες για το τι έχει γίνει στο τηλέφωνο και είναι σημαντικό να τα έχεις είτε για να κατηγορείς έναν άνθρωπο είτε για να τον αθωώσεις. Η σημασία των κρυμμένων και διαγραμμένων αρχείων, είπε, είναι ότι κατά την εγκληματολογική εξέταση το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταγραφή των ευρημάτων αλλά γιατί βρίσκονται αυτά τα ευρήματα εκεί που βρέθηκαν, με ποιο τρόπο βρέθηκαν και τι ήθελε ο χρήστης με αυτά τα ευρήματα. Έτσι, πρόσθεσε, το να μην βρει ο εξεταστής, να μην δει ή να μην εξετάσει τα αρχεία του συστήματος παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν τον ενδιαφέρει να κοιτάξει προς μια δίκαιη δίκη, δηλαδή εάν αυτός ο άνθρωπος ή οποιοσδήποτε κατηγορείται, μπορεί να είναι αθώος αλλά μόνο να καταγράψει αυτά που αφορούν την ενοχή του. Όταν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση κατά πόσο εάν εντοπίζονταν αυτά στην προκειμένη, θα μπορούσε να απαντηθεί το ερώτημα αν τα αρχεία απεστάλησαν σε ποιον ή σε ποιους, εν γνώσει του κατηγορούμενου, απάντησε γενικά ότι «θα μπορούσε να βγει όσο το δυνατόν περισσότερη αλήθεια. Όποια και να είναι αυτή, είτε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, είτε ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, θα είχαμε πιο πολλά ευρήματα ως προς την κατηγορία του ή ως προς την αθωότητά του. Αυτό είναι σίγουρο ότι αυτό θα το είχαμε γιατί θα είχαμε τον καθρέφτη του κινητού του, δηλαδή θα μπορούσαμε να βγάλουμε τη νοοτροπία του χρήστη, ποιος είναι αυτός ο χρήστης, τι έκανε αυτός ο χρήστης, πότε το έκανε, γιατί το έκανε γι' αυτό σας είπα και στην αρχή η απλή καταγραφή των ευρημάτων ότι βρήκα ένα αρχείο, δύο αρχεία, τρία αρχεία, δεν λέει τίποτα». Ενώ λοιπόν ανέφερε ότι είναι σημαντικός ο εντοπισμός και η εξέταση τέτοιων αρχείων για τον συγκεκριμένο σκοπό, δεν εξήγησε επαρκώς, ώστε να γίνει αντιληπτό και να αξιολογηθεί, ποιά σημασία έχει και πως επηρεάζει το θέμα την παρούσα υπόθεση. Τούτο με δεδομένο ότι τα 109 αρχεία με παιδική πορνογραφία που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου, ήταν μοναδικά και δεν ήταν διαγραμμένα. Ως προς την εν λόγω θέση του Μ.Υ.1, εύλογα εγείρεται λοιπόν το ερώτημα, ποιά σημασία θα είχε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δηλαδή συγκεκριμένα και όχι γενικά και αφηρημένα, ο εντοπισμός διαγραμμένων ή κρυφών αρχείων; Στην αντεξέταση του δε ο Μ.Υ.1 δέχθηκε ότι η μέθοδος «Physical» μπορεί να μην υποστηρίζεται από όλες τις συσκευές κινητών τηλεφώνων - ως δηλαδή ανέφερε ο Μ.Κ.4 - και ότι μπορεί να μην υποστηρίζεται από το κινητό του κατηγορούμενου. Στην όλη αξιολόγηση των συγκεκριμένων θέσεων του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το γεγονός ότι όσον αφορά την εκπαίδευση στο σχετικό λογισμικό της Cellebrite και τα εργαλεία του, αυτός ανέφερε ότι έτυχε εκπαίδευσης μόνο το 2009, επί τρεις εβδομάδες. Ανέφερε δε ότι ήταν ο μόνος εκπαιδευόμενος στα γραφεία της Interpol και ότι δεν έχει πιστοποιητικό για την εκπαίδευση αυτή γιατί τότε ήταν η πρώτη ή η δεύτερη χρονιά και δεν έδιδαν πιστοποιητικά. Δεν δέχθηκε ότι δεν είναι εκπαιδευμένος σε σχέση με τα δικανικά εργαλεία και μεθόδους της Cellebrite και ότι δεν γνωρίζει να τα λειτουργεί, ούτε και ότι δεν έχει την απαραίτητη κατάρτιση σε σχέση με αυτά. Όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κάθε πότε πρέπει να γίνεται εκπαίδευση με τη Cellebrite και τις μεθόδους της, είπε ότι δεν τον ενδιέφερε αυτό γιατί το 2009 εκπαιδεύτηκε, το 2010 έφυγε από την Interpol, το 2011 αποστρατεύτηκε από την Αστυνομία και δεν ήξερε ότι μπορεί να εμπλακεί ξανά σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Πρόσθεσε ότι οι καινούργιες εκπαιδεύσεις αφορούν τους τρόπους να αντιμετωπίσεις την εγκληματολογική διαδικασία, στα καινούργια μοντέλα των κινητών τηλεφώνων δηλαδή πρόκειται για «update» που γίνεται στην πιστοποίησή (γίνονται σχετικά σεμινάρια από τη Cellebrite κάθε δύο χρόνια) δηλαδή δεν ξεκινάει από την αρχή η εκπαίδευση και έτσι ο ίδιος δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Διευκρίνισε δε ότι οι μέθοδοι είναι συγκεκριμένες και ότι βασικά παραμένουν οι ίδιες. Ως όμως έχει προαναφερθεί, ο μάρτυρας στηρίχθηκε στα τεκμήρια 26, 27 και 11 για να συγκρίνει τι εξετάζουν οι σχετικές μέθοδοι, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η «Advance Logical» που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη. Δέχθηκε μάλιστα στην αντεξέταση του ότι στα τεκμήρια 11 και 27 δεν αναφέρεται η «Advance Logical». Χωρίς δε να εξηγήσει όμως πως το γνώριζε, με δεδομένο ότι ως προαναφέρθηκε ήταν η θέση του ότι δεν έλαβε μέρος σε εκπαιδεύσεις μετά το 2009 - καθότι, ως είπε, δεν χρειαζόταν εφόσον οι μέθοδοι δεν αλλάζουν - πρόσθεσε ότι η «Advance Logical» είναι μια μέθοδος που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια για συγκεκριμένο λόγο, παραπέμποντας και πάλι στα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του αλλά και προσθέτοντας ότι με αυτήν μπορεί να εξαχθούν και όσα αρχεία συστήματος ήταν διαγεγραμμένα «τα οποία μπορεί το σύστημα να διαγράψει γρήγορα» και που «ίσως ανακτηθούν, ίσως να μην ανακτηθούν» αφού «εάν τα αρχεία είναι μεγάλα τα παρατάει και πάει παρακάτω». Πέραν δε του ότι δεν εξήγησε πως τα γνώριζε αυτά, από τα πιο πάνω φαίνεται και πάλι ότι μετέβαλε τη θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση ότι δηλαδή η «Αdvance Logical» δεν έχει τη δυνατότητα να ανακτήσει διαγεγραμμένα αρχεία, λέγοντας ότι μπορεί να ανακτήσει κάποια εξ αυτών. Τέλος όσον αφορά την εμπειρία του από την εξέταση του περιεχομένου κινητού τηλέφωνου με τις μεθόδους της Cellebrite στην Κύπρο είπε ότι προέβη σε τέτοια άλλες δύο φορές. Η μια αφορούσε παιδική πορνογραφία και η άλλη φόνο. Εδώ δεν μπορεί να αγνοηθεί, κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων, η μεγαλύτερη πείρα που έχει ο Μ.Κ.4 στην εξέταση υποθέσεων παιδικής πορνογραφίας στην Κύπρο αφού, ως ανέφερε, από το 2015 που είναι στο Δικανικό Εργαστήριο, έχει εξετάσει πέραν των 110 τέτοιων υποθέσεων. Ενόψει των ανωτέρω οι ως άνω θέσεις του Μ.Κ.4 γίνονται δεκτές ενώ οι αντίστοιχες θέσεις του Μ.Υ.1 δεν γίνονται δεκτές. Ήταν περαιτέρω η θέση της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4 ότι δεν έκανε ορθή μελέτη και ανάλυση του περιεχομένου του κινητού και συγκεκριμένα ότι ενόψει της χρήσης της «Advance Logical» για εξαγωγή των δεδομένων ήταν αδύνατο στη συνέχεια με το λογισμικό «UFED Physical Analyzer» που χρησιμοποίησε προς ανάλυση των εξαχθέντων δεδομένων να λάβει αποτελέσματα για όλα τα αρχεία του κινητού τηλεφώνου δηλαδή και για τα κρυμμένα και τα διαγραμμένα. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε σχετικά ότι τα αρχεία που εντόπισε αφορούν όλα τα αρχεία, κρυμμένα και διαγραμμένα και ότι εάν υπήρχαν σε αυτά διαγραμμένα ή κρυμμένα αρχεία θα τα εντόπιζε. Ως προς τούτο ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι το «UFED Physical Analyzer» που έχει χρησιμοποιηθεί είναι ένα διαφορετικό λογισμικό, το οποίο αφού κάποιος έχει την εικόνα του κινητού τηλεφώνου έτσι όπως την έχει πάρει, είτε με τη «Physical» είτε με την «Advance Logical», τη βάζει για να τον διευκολύνει να κάνει την αναφορά του. Έτσι, όσον αφορά τα 109 επίδικα αρχεία βίντεο, ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι αυτό που ανέφερε ο Μ.Κ.4 στην έκθεση του, ότι δηλαδή κανένα αρχείο δεν ήταν διαγραμμένο και μη προσβάσιμο, δεν υφίσταται γιατί δεν διαπιστώθηκε και ούτε μπορούσε να διαπιστωθεί από την εξέταση εφόσον χρησιμοποιήθηκε η λανθασμένη μέθοδος εξαγωγής δεδομένων. Από τα πιο πάνω προκύπτει όμως ότι ο Μ.Υ.1 στήριξε τη θέση του αυτή στην προαναφερόμενη θέση του περί λανθασμένης χρήσης, από τον Μ.Κ.4, της «Advance Logical». Με δεδομένο λοιπόν ότι η προαναφερόμενη θέση του Μ.Υ.1 δεν έγινε δεκτή και ότι αυτή ήταν που αποτέλεσε το υπόβαθρο της υπό εξέταση συναφούς θέσης του, ούτε η υπό εξέταση θέση του μπορεί να γίνει δεκτή. Ήταν επίσης η θέση της Υπεράσπισης, ως υποβλήθηκε στον Μ.Κ.4, ότι μια από τις συνέπειες που είχε η χρήση της «Advance Logical» είναι η μη εμφάνιση των μεταδεδομένων («metadata»). Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι ως ανέφερε ο Μ.Υ.1, «μεταδεδομένα» είναι τα δεδομένα που αφορούν τα δεδομένα κάποιου αρχείου και περιλαμβάνουν πάρα πολλές πληροφορίες ανάλογα με το είδος του αρχείου (π.χ. φωτογραφία, βίντεο κ.λπ.) και πληροφορίες για το ίδιο αρχείο όπως η τοποθεσία του, πότε δημιουργήθηκε και σε ποιο μέσο δημιουργήθηκε. Ο Μ.Κ.4 δεν δέχθηκε τη θέση αυτή της Υπεράσπισης, εξηγώντας ότι τα μεταδεδομένα των 109 αρχείων που έχουν εντοπιστεί, παρουσιάζονται στις λεπτομέρειες των αρχείων που παρουσιάσθηκαν κατά την κυρίως εξέταση του (αναφερόταν στα αρχεία Excel που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 6). Αμέσως μετά όμως του τέθηκε κάτι άλλο, κάνοντας ουσιαστικά αποδεκτή τη θέση του ότι υπάρχουν τέτοια μεταδεδομένα και συγκεκριμένα ότι τα μεταδεδομένα στα εν λόγω αρχεία ήταν ελλιπή, κάτι στο οποίο απάντησε ότι τα μεταδεδομένα που παρουσίασε είναι αυτά που έβγαλε το δικανικό εργαλείο και ότι όποια μέθοδο και να χρησιμοποιούσε, τα ίδια μεταδεδομένα θα λάμβανε. Ως προς τούτο ο Μ.Υ.1 υποστήριξε και πάλι ότι με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4 (μιλούσε πάντα για την «Advance Logical»), δεν μπορείς να δεις ούτε όλα τα μεταδεδομένα που αφορούν τα αρχεία, όπως για παράδειγμα την ημερομηνία που διαβάστηκε τελευταία φορά το αρχείο ούτε άλλα στοιχεία τέτοιου είδους με ημερομηνία και ώρα. Ερωτώμενος εάν αυτά τα στοιχεία των μεταδεδομένων, εντοπίστηκαν στα 109 αρχεία βίντεο με τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4, είπε ότι «Ήταν επόμενο κάποια αρχεία να υπάρχουν ακριβώς αυτά, για τα αρχεία που δεν υπήρχε δεν υπήρχαν πάρα πολλές πληροφορίες γιατί τα αρχεία που διακινούνται μέσω internet δεν υπάρχουν πάρα πολλές πληροφορίες, έτσι θα μπορούσανε να υπάρχουν περισσότερες». Ως εκ τούτου ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι αυτό είχε ως συνέπεια να μην υπάρχουν πληροφορίες που θα βοηθούσαν στο να βγει η αλήθεια προς τα έξω. Στην αντεξέταση δέχθηκε δε ότι στα αρχεία Excel που υπάρχουν στο τεκμήριο 6 και είδε και ο ίδιος κατά την εξέταση που έκανε, υπήρχε η στήλη «F» των μεταδεδομένων και ότι εκεί φαινόταν για κάθε αρχείο κατά πόσο αυτό έχει διαγραφεί ή όχι. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν άρα συμφωνεί ότι έγινε έλεγχος με την εν λόγω μέθοδο σε σχέση με το κατά πόσο ήταν διαγραμμένο ή όχι το κάθε αρχείο και κατ' επέκταση σε τυχόν διαγεγραμμένα αρχεία που θα εντοπίζονταν στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου, είπε ότι όλο αυτό έγινε με το «Physical Analyzer» και ότι η στήλη τέθηκε επειδή το ήθελε ο εξεταστής και όχι από το ίδιο το σύστημα δηλαδή δεν το έλεγξε το σύστημα. Αυτό όμως, με δεδομένο ότι ήταν αντίθετα η θέση του Μ.Κ.4 ότι τα μεταδεδομένα στα οποία αναφέρθηκε τα «έβγαλε» το δικανικό εργαλείο, δεν τέθηκε στον Μ.Κ.4 για να δώσει τη δική του θέση και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει αμφότερες. Σε επόμενη υποβολή δε ότι από τα προαναφερόμενα αρχεία Excel φαίνεται ότι έγινε έλεγχος αλλά δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο δεδομένο εκεί λόγω του ότι τα αρχεία ήταν μη διαγεγραμμένα και όλα προσβάσιμα και δεν υπήρχε στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου οποιοδήποτε διαγραμμένο αρχείο, απάντησε όχι θετικά αλλά διερωτώμενος «Θέλετε να μου πείτε ότι δεν υπήρχε ούτε ένα διαγεγραμμένο αρχείο στο κινητό τηλέφωνο; Αυτό μου λέτε τώρα; Αυτό μου λέτε; Για να καταλάβω τι να απαντήσω» και όταν του τέθηκε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε διαγραμμένο αρχείο βίντεο σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικου στο κινητό του κατηγορούμενου είπε «Μάλιστα, εμένα μου φαίνεται περίεργο, εσάς δεν θα σας φαινόταν περίεργο αν εξετάζατε την υπόθεση να μην είχε ούτε ένα αρχείο διαγεγραμμένο;», χωρίς να εξηγήσει γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν περίεργο. Σε άλλο σημείο στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι το κάθε αρχείο μεταφέρει τα δικά του μεταδεδομένα αλλά δεν δέχθηκε ότι λόγω αυτού, ανεξαιρέτως μεθόδου εξαγωγής ή εργαλείου, τα ίδια μεταδεδομένα θα εμφανίζονταν εφόσον αυτά φέρει το κάθε αρχείο, προσθέτοντας ότι κάποια μεταδεδομένα μπορεί να είναι κρυμμένα σε χώρους του τηλεφώνου, που δεν τους βλέπει ο χρήστης ούτε είναι τόσο εύκολα προσβάσιμα από μια μέθοδο που δεν έχει διαταχθεί να «ξεσηκώνει» όλα τα δεδομένα. Δέον όπως λεχθεί όμως ότι και αυτή του η θέση είχε βασικά ως υπόβαθρο τη θέση του ότι με την «Advance Logical» δεν μπορούν να ανακτηθούν τα διαγραμμένα αρχεία και συνεπώς τα όσα αναφέραμε για τις άλλες σχετικές με το θέμα θέσεις του ανωτέρω δεν μπορούν παρά να ισχύσουν και για αυτήν του τη θέση. Ο Μ.Κ.4 συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι το συνολικό μέγεθος των αρχείων που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου υπερβαίνει τη χωρητικότητα του εν λόγω τηλεφώνου. Στη θέση όμως της Υπεράσπισης ότι ως λογικό συμπέρασμα αυτού, προκύπτει ότι το πιθανότερο είναι το κινητό να υπολειτουργούσε σταματώντας τη ροή των εφαρμογών ώστε να αντεπεξέλθει στη βασική του τηλεφωνική λειτουργία και δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει εντολή του χρήστη για άνοιγμα οποιωνδήποτε εφαρμογών, ειδικά αν σε αυτές περιέχονται αρχεία πολυμέσων όπως βίντεο, διαφώνησε προσθέτοντας ότι το τηλέφωνο ήταν σε καλή και πλήρη λειτουργική κατάσταση και δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα οπουδήποτε είχε ελεγχθεί αλλά και ότι κάποια από τα αρχεία που εντοπίσθηκαν ήταν συμπιεσμένα οπόταν το κινητό τα κρατούσε σε πολύ μικρό μέγεθος αλλά με τη δικανική ανάλυση εξαγωγής αποσυμπιέσθηκαν και ήλθαν στο κανονικό τους μέγεθος. Ως προς τούτο ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι με δεδομένο το σύνολο του μεγέθους των αρχείων βίντεο και εικόνας που εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου και τη χωρητικότητα της μνήμης αυτού, τότε το τηλέφωνο θα είχε πρόβλημα ως προς τη λειτουργία του (θα υπολειτουργούσε) και συγκεκριμένα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις λειτουργίες του εφόσον ένα «Smart Phone», εκτός από τηλέφωνο είναι και ένας σύγχρονος υπολογιστής, έχει εφαρμογές οι οποίες «τρέχουν από πίσω» και όλα αυτά πιθανολογεί ότι θα «κολλούσαν». Στην αντεξέταση του όμως συμφώνησε ότι εάν υπάρχουν συμπιεσμένα αρχεία σε ένα κινητό τηλέφωνο, η χωρητικότητα αυτών - επειδή δεν έχουν κανονικό μέγεθος - είναι πιο μικρή από το κανονικό μέγεθος τους και σε τέτοια περίπτωση, το κινητό λειτουργεί κανονικά. Συμφώνησε επίσης με τον Μ.Κ.4 ότι με τη δικανική εξαγωγή τα συμπιεσμένα αρχεία αποσυμπιέζονται και επανέρχονται στο κανονικό τους μέγεθος αυτοματοποιημένα. Ως προς την εφαρμογή WhatsApp, ο Μ.Κ.4 εξήγησε ότι πρόκειται για δωρεάν εφαρμογή μηνυμάτων, η οποία χρησιμοποιεί και δεδομένα κινητού τηλεφώνου - εφόσον τα ενεργοποιήσει ο χρήστης - και ασύρματο διαδίκτυο. Δέχθηκε ότι στο WhatsApp υπάρχει δυνατότητα σύνδεσης με ομάδες συζήτησης για τη λήψη γραπτών ή φωνητικών μηνυμάτων και αρχείων. Τα μηνύματα μέχρι να ανοιχθούν από τον χρήστη παραμένουν στην εφαρμογή αδιάβαστα («unread»). Όταν ο χρήστης πατήσει για να μπει στην εφαρμογή θα αντικρίσει την κατανομή των αδιάβαστων μηνυμάτων. Όταν ο χρήστης μπει μέσα θα δει πρώτα τα αδιάβαστα ή όλες τις ενημερώσεις που έχουν οι εκάστοτε ομάδες ή συνομιλίες στις οποίες συμμετέχει, με ημερολογιακή σειρά, αρχίζοντας πρώτα από την τελευταία. Εάν δεν ανοιχθεί κάποια από τις ομάδες συζήτησης, ο χρήστης δεν έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε αρχείο ή κλήση που του στάλθηκε και άρα δεν έχει γνώση για το είδος των μηνυμάτων που του έχουν αποσταλεί. Ο κάθε χρήστης μπορεί να στείλει είτε αρχείο εικόνας είτε αρχείο βίντεο είτε φωνητικό ή αρχείο κειμένου ή άλλο, από την εφαρμογή. Το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα για ένα χρήστη καθημερινά να λαμβάνει δεκάδες ή εκατοντάδες μηνύματα από μια ομάδα συζήτησης, εξαρτάται από το μέγεθος της ομάδας και τη συχνότητα αποστολής από τους χρήστες της ομάδας στους άλλους χρήστες. Δεν χρειάζεται όμως να είναι κάποιος έμπειρος χρήστης για να χρησιμοποιεί την εν λόγω εφαρμογή. Αυτή είναι πάρα πολύ απλή και δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις ούτε ειδικά προσόντα για να δεις κάποιο αρχείο ή να το αποθηκεύσεις ή να στείλεις ή να λάβεις τέτοιο. Εδώ να λεχθεί ότι και τα 109 επίδικα αρχεία βίντεο παιδικής πορνογραφίας που εντοπίστηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου προήλθαν από τη χρήση της εφαρμογής WhatsApp. Ως δε διευκρίνισε ο Μ.Κ.4 δεν εξέτασε τη συγκεκριμένη εφαρμογή αλλά το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων που βρίσκονταν στο κινητό του κατηγορούμενου. Τα εν λόγω αρχεία εντοπίσθηκαν να είναι αποθηκευμένα στις ακόλουθες διαδρομές-φακέλους στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου:
  4. Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsAppVideo/Sent όπου εντοπίσθηκαν 3 αρχεία βίντεο. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.4, πρόκειται για διαδρομή - φάκελο που δημιουργείται αυτόματα στο κινητό τηλέφωνο με την εγκατάσταση της εφαρμογής WhatsApp και αυτόματα αποθηκεύονται τα αρχεία βίντεο που έχουν αποσταλεί μέσω της εφαρμογής. Είναι προσβάσιμη προς τον χρήστη αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσης άλλων αρχείων. Το λογισμικό δεν επιτρέπει την αποθήκευση χειροκίνητα οποιουδήποτε αρχείου σε αυτό τον φάκελο δηλαδή εκεί αποθηκεύονται τα αρχεία αυτόματα με την αποστολή τους σε άλλον χρήστη.
  5. Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsAppVideo/Private όπου εντοπίστηκαν 79 αρχεία βίντεο. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.4, πρόκειται για διαδρομή - φάκελο που δημιουργείται αυτόματα στο κινητό τηλέφωνο με την εγκατάσταση της εφαρμογής WhatsApp.
  6. Media/Card/WhatsApp/Media/WhatsAppVideo/Newvideo όπου εντοπίστηκαν 27 αρχεία βίντεο. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.4, πρόκειται για διαδρομή - φάκελο που έχει δημιουργηθεί χειροκίνητα στο κινητό τηλέφωνο, από τον χρήστη του κινητού, για την αποθήκευση αρχείων βίντεο και εικόνας που λαμβάνονται από την εφαρμογή WhatsApp και επιθυμεί να τα αποθηκεύσει εκεί. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 δέχθηκε ότι από τα 3.853 αρχεία βίντεο που εντοπίσθηκαν στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου, μόνο τα 109 αφορούσαν παιδική πορνογραφία. Δεν δέχθηκε όμως ότι όλα τα υπόλοιπα αρχεία αφορούσαν πορνογραφικό υλικό με ενήλικες και είπε ότι αφορούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από παιδική πορνογραφία. Στη θέση δε της Υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι τα υπόλοιπα αρχεία αφορούσαν πορνογραφικό υλικό με ενήλικες (την οποία δεν δέχθηκε ο Μ.Κ.4) οδηγεί στην πιθανολόγηση ότι οι ομάδες συζήτησης στις οποίες συμμετείχε ο κατηγορούμενος είχαν ως κύριο θέμα το σεξ και δεν ήταν αμιγώς ομάδες που αφορούσαν παιδική πορνογραφία, απάντησε με ειλικρίνεια ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει αυτό διότι δεν εξέτασε την εφαρμογή WhatsApp και άρα ούτε το περιεχόμενο των συζητήσεων στις ομάδες αυτές και επανέλαβε ότι εξέτασε το περιεχόμενο των φακέλων του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου. Ήταν δε η θέση του Μ.Κ.4 ότι ο χρήστης του εν λόγω κινητού λάμβανε τα συγκεκριμένα αρχεία με δική του γνώση αφού έμπαινε στην εφαρμογή και έβλεπε τα αρχεία. Εξήγησε δε με απλό τρόπο και δεν αμφισβητήθηκε ότι, «το αρχείο αν δεν πατήσεις πάνω του, αν δεν το επιλέξεις δεν κατεβαίνει στο κινητό σου, δεν αποθηκεύεται. Αντιθέτως, για να μην το δει ο χρήστης, το δείχνει ζοφό, άρα πρέπει να το επιλέξεις για να κατεβεί πρώτα στο κινητό σου με τη διαδικασία είτε της κινητής τηλεφωνίας είτε με ασύρματο δίκτυο και μετά να αποθηκευτεί στη συσκευή. Άρα με αυτά τα αρχεία λέμε ότι και στη δικανική ανάλυση ο χρήστης τα επέλεξε, τα είδε και τα αποθήκευσε». Ως εξήγησε περαιτέρω στη συνέχεια της αντεξέτασης του, με το που φαίνεται στο κινητό τηλέφωνο, κατά τη χρήση της εφαρμογής WhatsApp, ένα αρχείο, είναι «ζοφό» και συνεπώς ο χρήστης δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του. Στο αρχείο φαίνεται ένα βελάκι προς τα κάτω που σημαίνει ότι πρέπει να πατήσει ο χρήστης πάνω για να το κατεβάσει στη φορητή του συσκευή. Με το πάτημα του κουμπιού ξεκινά και κατεβάζει το αρχείο, από τον διακομιστή του WhatsApp, στο κινητό τηλέφωνο και ξεκινά αυτόματα η αναπαραγωγή του, δηλαδή να «παίζει» το αρχείο. Αναφορικά με τα αρχεία που εντοπίσθηκαν στη διαδρομή - φάκελο «Sent», ο Μ.Κ.4 δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι για να σταλούν αυτά πρέπει να υπήρχαν στο κινητό τηλέφωνο ή σε άλλο αποθηκευτικό χώρο και ότι «δεν μπορείς να στείλεις κάτι που δεν έχεις». Είπε επίσης ότι ο χρήστης μπορεί να επιλέξει από οποιαδήποτε χώρο του κινητού του τα αρχεία και να τα στείλει. Δέχθηκε επίσης ότι τα αρχεία αυτά δεν εντοπίσθηκαν πουθενά αλλού. Εξήγησε όμως πως τα αρχεία αυτά βρίσκονταν μόνο στον εν λόγω φάκελο και όχι αλλού, λέγοντας ότι «ο χρήστης επιλέγει το αρχείο από όπου θέλει, το αρχείο αυτό μετά που το επέλεξε για να το στείλει μεταφέρεται στον φάκελο Sent, άρα θεωρούμε ότι έχει φύγει από την αρχική του τοποθεσία και έχει πάει στον φάκελο Sent». Είπε δε ότι δεν γνωρίζει ποια ήταν η αρχική τοποθεσία όπου βρισκόταν δηλαδή προηγουμένως το αρχείο. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω ο Μ.Κ.4 δέχθηκε στην αντεξέταση του γενικά ότι υπάρχουν στο διαδίκτυο χιλιάδες εφαρμογών και χιλιάδες τρόποι για να μπορείς κακόβουλα να επέμβεις είτε σε κινητή συσκευή είτε σε υπολογιστή. Απέκλεισε όμως στην προκειμένη όσον αφορά τον φάκελο «Sent» να υπήρξε αυτόματα εντολή αποστολής λόγω της ύπαρξης κακόβουλου λογισμικού καθώς, ως εξήγησε, ελέγχθηκε το κινητό του κατηγορούμενου για κακόβουλα λογισμικά μέσω του λογισμικού «UFED Physical Analyzer» και δεν εντοπίσθηκε οτιδήποτε. Σε υποβολή ότι θα μπορούσε να διαπιστωθεί αν τα αρχεία αυτά απεστάλησαν σε ποιον ή ποιους εν γνώσει του κατηγορουμένου ή όχι, αν είχαν ανακτηθεί με τον τρόπο εξαγωγής δεδομένων «Physical», διαφώνησε και εξήγησε ότι τα αρχεία αυτά υπήρχαν και εντοπίστηκαν στους συγκεκριμένους φακέλους και άρα δεν υπήρχε λόγος να κάνει ανάκτηση δεδομένων. Σε υποβολή ότι τα αρχεία βίντεο που βρέθηκαν στους φάκελους «Private» και «New Video» βρίσκονταν σε κατάσταση που ο κατηγορούμενος δεν τα είχε διαβάσει, ήταν δηλαδή «unread» εξήγησε ότι τα αρχεία αυτά δεν ήταν μηνύματα, άρα δεν είχε σχέση το «read» ή «unread», ήταν καθαρά αρχεία βίντεο με παιδική πορνογραφία δηλαδή δεν ήταν μηνύματα αλλά βίντεο που βρίσκονταν σε φάκελο του κινητού. Με βάση δε τα όσα εξήγησε αναφορικά με τον τρόπο αποθήκευσης των αρχείων από την εν λόγω εφαρμογή στο κινητό, ως είπε, δεν μπορούσαν αυτά να αποθηκευτούν χωρίς να επιλέξει προηγουμένως ο χρήστης να «παίξουν» και άρα να τα δει. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε την ύπαρξη των 109 αρχείων βίντεο παιδικής πορνογραφίας, ο Μ.Κ.4 διαφώνησε λέγοντας, για τον φάκελο «New Video», ότι αυτός έχει δημιουργηθεί από τον χρήστη για την αποθήκευση παιδικού πορνογραφικού υλικού και για τους φακέλους «Private» και «Sent» ότι ο χρήστης του κινητού είδε τα βίντεο και αυτά αποθηκεύτηκαν στους συγκεκριμένους φακέλους. Άρα, είπε, η ύπαρξη των συγκεκριμένων αρχείων στους συγκεκριμένους φακέλους ήταν εις γνώση του χρήστη. Όταν δε ρωτήθηκε αν αυτοί οι φάκελοι μπορούν να δημιουργηθούν από κάποιον μέσα στον πανικό του όταν λάβει τέτοια βίντεο εύλογα απάντησε «Να αναφέρω ότι το να δημιουργήσεις έναν φάκελο κατά λάθος μπορεί να γίνει, αλλά να δημιουργήσεις και τον φάκελο και να βάλεις αρχεία μέσα δεν είναι κατά λάθος». Εδώ να σημειωθεί ότι η εν λόγω θέση του Μ.Κ.4, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, επιβεβαιώνεται από τον αριθμό και τις διαφορετικές ημερομηνίες και ώρες αποθήκευσης των αρχείων στον φάκελο «New Video» (ως προκύπτει από τα αρχεία Excel του τεκμηρίου 6). Ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε σχετικά ότι είδε τα 3.853 αρχεία βίντεο που αναφέρονται στην Ένδειξη Γ και ότι αυτά αποτελούσαν πορνογραφικό υλικό. Μέσα σε αυτά περιλαμβάνονται και τα 109 επίδικα αρχεία παιδικής πορνογραφίας. Ρωτήθηκε σε τι συμπέρασμα μπορεί να οδηγηθεί κάποιος εμπειρογνώμονας από το πιο πάνω και είπε ότι το πρώτο που εξετάζει σε μια τέτοια περίπτωση είναι η συχνότητα, δηλαδή περιορίζει για παράδειγμα τα αρχεία παιδικής πορνογραφίας και τα βάζει σε χρονολογική σειρά. Εάν δει ότι σε αυτά υπάρχει συχνότητα, δηλαδή μια ημέρα υπάρχουν συνεχόμενα αρχεία, αυτό σημαίνει ότι είναι από συγκεκριμένη ομάδα, η οποία διαχειρίζεται συγκεκριμένο τύπο αρχείου δηλαδή αρχεία παιδικής πορνογραφίας. Δεν εξήγησε όμως, με δεδομένο ότι είχε την ευκαιρία και εξέτασε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, εάν συνέβη αυτό στην προκειμένη και ποια σημασία έχει για την υπόθεση ενώ σχετική αναφορά θα γίνει κατωτέρω, ως προς το πως τα όσα είπε σχετικά επηρεάζουν τη συναφή θέση του κατηγορούμενου περί ακούσιας προσθήκης του σε τέτοιες ομάδες. Περαιτέρω ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι μεγάλη σημασία έχει και η ονοματοδοσία των αρχείων αφού αυτή «παίζει σημαντικότερο ρόλο στον δόλο κάποιου να το ανοίξει ή όχι». Έδωσε ως παράδειγμα όταν κάποιος δεν ξέρει τι είναι το αρχείο αφού μπορεί να πρόκειται για θολή φωτογραφία και η ονοματοδοσία δεν του δείχνει τι είναι. Στην αντεξέταση του, ερωτώμενος εάν η θέση του είναι ότι κατά την επιθεώρηση που έκανε όλα τα αρχεία αφορούσαν πορνογραφικό υλικό, ο Μ.Υ.1 απάντησε «Ναι. Αυτά που είδα, ναι». Επέμενε δε ότι όλα τα αρχεία αφορούσαν τέτοιο υλικό. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είδε πριν 2 χρόνια 3.853 αρχεία βίντεο και θυμάται ότι όλα αυτά αφορούν τέτοιο υλικό απάντησε, μεταβάλλοντας βασικά τη βεβαιότητα του, «Δεν σας είπα όλα εγώ. Εγώ σας είπα το μεγαλύτερο μέρος ως επί το πλείστον, αυτό ανέφερα». Όταν του τέθηκε ότι στην κυρίως εξέταση είπε ότι όλα τα αρχεία βίντεο ήταν με πορνογραφικό υλικό, ζήτησε να συμβουλευτεί το σημειωματάριο του και αφού το συμβουλεύθηκε είπε ότι δεν το έχει σημειώσει αυτό. Σε σχέση με τη θέση του για την ονοματοδοσία, όταν στην αντεξέταση του ρωτήθηκε εάν γνωρίζει εάν ένα αρχείο που λαμβάνεται στο WhatsApp έχει όνομα, απάντησε ότι έχει. Σε υποβολή όμως στη συνέχεια ότι όταν λαμβάνεις ένα αρχείο βίντεο ή φωτογραφίας στο WhatsApp δεν φαίνεται η ονοματοδοσία του είπε «Φαίνεται θολό, ναι, έχετε δίκαιο, φαίνεται θολό, παίρνουμε μια φωτογραφία, αν είναι βίντεο ή φωτογραφία, αν είναι φωτογραφία και είναι θολό. Έχει δίκαιο η δικηγόρος, δεν αναφέρονται όνομα, για να πάρεις το όνομα πρέπει να το ανοίξεις». Έτσι συμφώνησε ότι η ονοματοδοσία δεν φαίνεται στο WhatsApp αλλά μόνο το αρχείο και ότι ο παραλήπτης πρέπει να πατήσει πάνω για να το δει και μετά να κατεβεί στη συσκευή του κινητού του τηλεφώνου, ως δηλαδή υποστήριξε και ο Μ.Κ.4 και που ως θα λεχθεί στη συνέχεια διαψεύδει τη σχετική θέση του κατηγορούμενου. Εδώ να σημειωθεί ότι ενώ ο Μ.Υ.1 υποστήριξε τα πιο πάνω, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι γνωρίζει μεν την εφαρμογή WhatsApp αλλά δεν τη χρησιμοποιεί. Εξ ου και σε σχέση με την ονοματοδοσία αρχείων μέσω της συγκεκριμένης εφαρμογής, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ αρχείο στο WhatsApp αφού δεν το χρησιμοποιεί. Είπε δε ότι οι γνώσεις του για την εφαρμογή είναι από αυτά που αναφέρονται από την εταιρεία, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ώστε να αξιολογηθεί το βάσιμο της γνώσης του επί του αντικειμένου. Δέχθηκε δε ότι η ονοματοδοσία των αρχείων που αποστέλνονται και παραλαμβάνονται μέσω της εν λόγω εφαρμογής δεν αναγράφει την πραγματική ονομασία του αρχείου αλλά η εφαρμογή δίδει ονομασία αυτόματα στο αρχείο ήτοι την ημερομηνία και ώρα αποστολής ή παραλαβής του και δίπλα, μόνο τα γράμματα «WA» που υποδηλώνουν το WhatsApp. Σε ερώτηση στην αντεξέταση του, εάν ξέρει πώς μπορεί να γίνει κάποιος μέλος μιας ομάδας στο WhatsApp, ο Μ.Υ.1 είπε ότι απ' ό,τι έχει «ψάξει», χωρίς και πάλι να δώσει λεπτομέρειες, «έχει λίστα από ομάδες συζήτησης και επιλέγεις την ομάδα που θέλεις να συμμετάσχεις». Σε ερώτηση εάν για να μπεις σε μια τέτοια ομάδα είναι απαραίτητο να σε έχει, ο χρήστης εκείνος που θέλει να σε προσθέσει στην εν λόγω ομάδα, στις επαφές του και εσύ να γνωρίζεις ποιος θα σε προσθέσει στην ομάδα απάντησε «Ναι, για να το λέτε». Δέχθηκε δε αντίστροφα ότι, για να μπορέσεις να γίνεις μέλος μιας ομάδας μέσω της εφαρμογής WhatsApp πρέπει να σε προσθέσει κάποιος που έχεις στις επαφές σου. Όταν του τέθηκε ότι δεν μπορεί να σε παραπέμψουν μέσω «spam» ή μέσω οποιουδήποτε άλλου «link» μέσα σε ιδιωτική συνομιλία ομάδας WhatsApp εάν δεν σε έχουν στις επαφές είπε «Αν δεν είσαι στην ομάδα σίγουρα δεν μπορείς να δεις τα μηνύματα που στέλνονται, είναι δεδομένο, πρέπει να είσαι στην ομάδα για να συμμετέχεις». Τα πιο πάνω όμως, ως θα λεχθεί κατωτέρω, διαψεύδουν τη θέση του κατηγορούμενου για ακούσια προσθήκη του σε τέτοιες ομάδες. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.1, αναφορικά με το κατά πόσο όταν αποστέλλεται ένα αρχείο μέσω του WhatsApp, παύει να εμφανίζεται στη θέση που ήταν αποθηκευμένο και εμφανίζεται στον φάκελο «Sent» είπε ότι όταν αποστείλεις ένα αρχείο, δεν διαγράφεται από τη θέση που βρισκόταν πριν και ότι άρα κάπου αλλού θα έπρεπε να είναι αποθηκευμένα τα 3 αρχεία αλλά δεν εντοπίσθηκαν κάπου αλλού. Υποστήριξε δε ότι δεν φαίνεται εάν και που στάλθηκαν τα συγκεκριμένα 3 αρχεία βίντεο παιδικής πορνογραφίας που βρέθηκαν στον εν λόγω φάκελο. Από την άλλη δέχθηκε όμως ότι για να υπάρχουν στον συγκεκριμένο φάκελο σημαίνει ότι αυτά στάλθηκαν με κάποιο τρόπο. Ως όμως έχει προαναφερθεί, η θέση του Μ.Κ.4 βασικά ότι τα εν λόγω αρχεία έφυγαν από τον φάκελο που ήταν πριν και αποθηκεύτηκαν πλέον στον φάκελο «Sent», δεν αμφισβητήθηκε. Δέχθηκε δε ο Μ.Υ.1 ότι ο φάκελος αυτός δημιουργείται αυτόματα από την εφαρμογή WhatsApp και δεν υπάρχει δυνατότητα χειροκίνητης αποθήκευσης σε αυτόν. Σε ερώτηση εάν άρα συμφωνεί ότι τα αρχεία που αποθηκεύονται στον φάκελο αυτό του κινητού αποθηκεύονται αυτόματα από την εφαρμογή WhatsApp όταν ο συγκεκριμένος χρήστης της εφαρμογής αποστείλει ένα αρχείο σε τρίτο πρόσωπο, απάντησε ότι θα απέφευγε την έκφραση «όταν ο συγκεκριμένος χρήστης» προσθέτοντας ότι «μερικές φορές μπορεί να μην γίνει από τον χρήστη τον ίδιο». Είπε ότι μπορεί να μην απεστάλη από τον χρήστη αφού υπάρχουν περιπτώσεις που δεν είναι ανάγκη να επέμβει αυτός για να σταλεί κάτι, χωρίς όμως να εξηγήσει περαιτέρω. Ήταν η θέση του Μ.Υ.1, στην κυρίως εξέταση γενικά ότι όταν κάποιος πάρει το κινητό τηλέφωνο κάποιου άλλου, που θέλει κακόβουλα να του κάνει ζημιά, για μερικά λεπτά, μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, όπως το να τοποθετήσει κάποιο κακόβουλο λογισμικό μέσα ή να του πάρει δεδομένα από το τηλέφωνο, προσωπικά στοιχεία κ.λπ. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το εργαλείο «UFED Physical Analyzer», που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.4, ούτε ότι αυτό το λογισμικό μπορεί να εντοπίσει κακόβουλο λογισμικό εάν υπάρχει σε μια συσκευή κινητού τηλεφώνου. Παρά ταύτα σε ερώτηση εάν άρα είχε έλθει μέσω του εν λόγω προγράμματος σε ένα κινητό τηλέφωνο και υπήρχε κακόβουλο λογισμικό θα το εντόπιζε, απάντησε αρνητικά. Όταν εύλογα ρωτήθηκε πως το ξέρει, είπε «Θα σας πω, γιατί το κακόβουλο λογισμικό δεν δρα επιδερμικά, δηλαδή δεν είναι κάτι που καθίσταται πάνω στις εφαρμογές, είναι κάτι που πάει υποχθόνια, προσαρτάται σε άλλα αρχεία, χιλιάδες file τα οποία δεν ανακτήθηκαν, κρυμμένα αρχεία, αν είχαν ανακτηθεί με την κατάλληλη μέθοδο θα τα έβρισκε». Στη συνέχεια είπε, αντίθετα με προηγουμένως, ότι δεν έχει το ως άνω εργαλείο αλλά γνωρίζει τι κάνει, έχει «διαβάσει τι κάνει». Σε ερώτηση εάν εμμένει στη θέση ότι εάν είχε ελεγχθεί μέσω εκείνου του προγράμματος το κινητό τηλέφωνο δεν θα εντοπίζετο κακόβουλο λογισμικό, απάντησε γενικά «Ακούστε, αυτά που γνωρίζω για τα κακόβουλα λογισμικά για το πώς δρουν τα κακόβουλα λογισμικά σίγουρα δεν θα το εντόπιζε, αυτό ξέρω». Σε υποβολή ότι το κινητό τηλέφωνο ελέγχθηκε μέσω του «UFED Physical Analyzer» χωρίς να εντοπιστεί οποιοδήποτε κακόβουλο λογισμικό και εάν υπήρχε τέτοιο στο εν λόγω κινητό τηλέφωνο το εν λόγω λογισμικό θα το εντόπιζε, απάντησε ότι το «Physical Analyzer» όντως μπορεί να βρει τα αρχεία που αποτελούν ένα κακόβουλο λογισμικό, αν η μέθοδος ανάκτησης του περιεχομένου του κινητού τηλεφώνου έχει γίνει ορθά. Για να στηρίξει και αυτή του τη θέση αναφέρθηκε όμως και πάλι στη θέση του περί αδυναμίας της «Αdvance logical» να εντοπίσει όλα τα διαγραμμένα και κρυφά αρχεία, λέγοντας ότι μόνο επιδερμικά παίρνει αντίγραφο του περιεχομένου και ότι όπου εγκαθίσταται το κακόβουλο λογισμικό δεν είναι δυνατό να το ανακτήσει. Σε σχέση με το βίντεο που έλαβε ο Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.4 ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος σαν εμπειρογνώμονας προέβηκε ή ζήτησε να διεξάγει εργαστηριακή εξέταση στον λογαριασμό Facebook του παραλήπτη αυτού. Απάντησε ότι για να έλθει η πληροφορία από το Facebook, το τελευταίο έχει κάνει την απαραίτητη εξέταση στο συγκεκριμένο λογαριασμό και απέστειλε την πληροφορία, καθότι αφορούσε ηλεκτρονική διεύθυνση της Κύπρου. Το Facebook δεν είναι της Αστυνομίας, δεν είναι κάτι το οποίο είναι στο κινητό τηλέφωνο ως πρόγραμμα εγκατεστημένο. Είναι εφαρμογή η οποία βασίζεται καθαρά στο διαδίκτυο και όλα τα δεδομένα είναι στο διαδίκτυο. Ο χρήστης του Facebook σε κινητή συσκευή είναι απλά πελάτης της εταιρείας και τίποτε άλλο. Ως δε εξήγησε, ο ίδιος προχώρησε σε εξέταση με βάση τα όσα του έθεσε η ανακρίτρια της υπόθεσης και δεν ήταν δικό του θέμα να εξετάσει τον λογαριασμό του Μ.Κ.3 στο Facebook. Εάν του ανατίθετο μια εργαστηριακή εξέταση για το κινητό τηλεφώνου του Μ.Κ.3 για το Facebook δεν γνωρίζει εάν θα μπορούσε να βοηθήσει και να δώσει αποδειχτικά στοιχεία για την υπόθεση. Το μόνο σίγουρο, ως είπε, είναι ότι θα έκανε την ίδια εργαστηριακή εξέταση όπως έκανε στο τηλέφωνο του κατηγορουμένου. Ανέφερε δε ότι προέβη σε δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του Μ.Κ.3 και δεν εντόπισε οτιδήποτε. Όταν ρωτήθηκε εάν αποκλείει να υπήρξε αυτόματη αποστολή μέσω της πλατφόρμας του Facebook, μέσω της αποστολής διαφημιστικού μηνύματος λόγω της ύπαρξης κακόβουλου λογισμικού, είπε ότι το αρχείο έχει σταλεί μέσω της εφαρμογής Messenger του Facebook από τον κατηγορούμενο σε έναν άλλο χρήστη και δεν υπάρχει δυνατότητα να έχει σταλεί κακόβουλα ή από κάποιον άλλο. Το Facebook μόλις το εντόπισε απέστειλε τη συγκεκριμένη πληροφορία και έχει διαγράψει τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Επανέλαβε δε ότι το τηλέφωνο έχει εξεταστεί για κακόβουλα λογισμικά και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε κακόβουλο. Ήταν σχετικά η θέση του Μ.Υ.1, ότι κακώς η Αστυνομία δεν αποτάθηκε στο Facebook για να εξεταστούν τα προφίλ του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.
  7. Όσον αφορά την εξήγηση που έδωσε η Μ.Κ.5, είπε ότι όταν το Facebook λέει «κλειδώνω τον λογαριασμό σου, σβήνω τον λογαριασμό», αυτό αφορά τους τρίτους. Δηλαδή οποιοσδήποτε τρίτος εάν προσπαθήσει να βρει τον λογαριασμό αυτόν δεν θα τον βρει. Το Facebook, όμως, επειδή από το διαδίκτυο δεν σβήνεται απολύτως τίποτε, έχει τον λογαριασμό αυτούσιο και όλα τα δεδομένα του προφίλ του χρήστη, όμως δεν τα δίδει σε τρίτο, εκτός εάν του ζητηθεί. Εάν κάποιος σβήσει ένα αρχείο φωτογραφίας ή βίντεο από το προφίλ του στο Facebook, αυτό μένει στο Facebook δηλαδή στο διαδίκτυο η φωτογραφία αυτή υπάρχει. Το μοναδικό θέμα που προκύπτει είναι εάν η εταιρεία θα το δώσει ανάλογα με το έγκλημα. Στην προκείμενη επειδή έχουμε κατηγορία διακίνησης παιδικής πορνογραφίας, το Facebook θα το έδιδε οπωσδήποτε. Ρωτήθηκε ποιες συνέπειες είχε που η Αστυνομία δεν αποτάθηκε στο Facebook για να δοθούν τα προφίλ του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.3, και απάντησε ότι οι συνέπειες είναι πολλές γιατί είναι και οι πληροφορίες που θα λαμβάνονταν πάρα πολλές. Πρώτα απ' όλα θα ξέραμε εάν όντως ήταν ο κατηγορούμενος που έστειλε το συγκεκριμένο αρχείο στον Μ.Κ.
  8. Δεύτερο, εάν ήτανε ο μόνος που πήρε το αρχείο ο Μ.Κ.3 παίζει πολύ μεγάλη σημασία. Δηλαδή εάν δεν ήτανε μεμονωμένη αποστολή και ήτανε ομαδική αποστολή αυτό κάπου θα παρέπεμπε. Επίσης, πότε αυτό το αρχείο ανέβηκε στη σελίδα του κατηγορούμενου και πότε έφυγε επίσης θα έδινε πάρα πολλές πληροφορίες. Εάν αυτό γινόταν αυτοματοποιημένα δηλαδή το λάμβανε τώρα και σε ένα λεπτό έφευγε και έφευγε ομαδικά αυτό σημαίνει, ότι λήφθηκε ένας ιός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Facebook και προσπάθησε να εξαπλωθεί στέλνοντας ένα ομαδικό μήνυμα, όχι μόνο στον Μ.Κ.3 αλλά και σε όλα τα «contact friends» που έχει κάποιος στο Facebook. Ως προς τις συνέπειες κάτι τέτοιου είπε, αναφερόμενος σε περιστατικό που έγινε το 2017 στην Αμερική, ότι ήταν «μεγάλες και εκκωφαντικές» γιατί έχουν παραπλανηθεί και Αστυνομικές Υπηρεσίες. Υποστήριξε δε ότι είναι πάρα πολύ εύκολο να λάβει κάποιος τον «ιό του Facebook», αρκεί κάποιος, «είτε να σε έχει στο μάτι, είτε να στοχεύσει προς μια ομάδα που μπορεί να γίνει μια ομάδα συζήτησης ή οτιδήποτε και το να μολυνθείς είναι πάρα πολύ εύκολο». Ως προς τα πιο πάνω θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι δεν τέθηκε στον Μ.Κ.4 η περίπτωση του «ιού του Facebook» ώστε να το σχολιάσει και να μπορεί το Δικαστήριο έτσι να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις. Εκείνο που του τέθηκε κατά την αντεξέταση του είναι η περίπτωση να υπήρξε αυτόματη αποστολή μέσω του Facebook, μέσω της αποστολής διαφημιστικού μηνύματος λόγω της ύπαρξης κακόβουλου λογισμικού. Ως προς τούτο δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ούτε το ότι ο κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε στη λήψη οποιουδήποτε διαφημιστικού μηνύματος πριν τον χρόνο που σταμάτησε να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό που διατηρούσε στο Facebook. To κατά πόσο δε το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν αποτάθηκε στο Facebook για τα πιο πάνω, επηρεάζει την απόδειξη της υπόθεσης ή τον κατηγορούμενο, θα εξετασθεί κατωτέρω. Ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε από την ώρα που εντοπίσθηκε το κινητό του κατηγορούμενου, κατά την έρευνα την 1/2/2020, ο Μ.Κ.4 είπε ότι όταν αυτό εντοπίσθηκε ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου και ήταν σε λειτουργία και ότι μόλις παραλήφθηκε τέθηκε σε «λειτουργία πτήσης», η οποία είναι μια συνήθης διαδικασία που διακόπτει όλα τα ενσύρματα και ασύρματα δίκτυα είτε κινητής τηλεφωνίας ή οτιδήποτε με το κινητό τηλέφωνο. Ανέφερε ότι επιτόπου ο ίδιος έλεγξε το κινητό και προέβη σε κάποιες προκαταρκτικές εξετάσεις. Είπε δε ουσιαστικά ότι κατά τις εξετάσεις αυτές δεν άνοιξε στο κινητό οποιεσδήποτε εφαρμογές, οι οποίες δυνατό να περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή οποιαδήποτε μηνύματα. Ο προκαταρκτικός έλεγχος έγινε καθαρά για τα αρχεία εικόνας και βίντεο που εμπεριέχονταν στη συλλογή του κινητού. Συνεπώς δεν άνοιξε την εφαρμογή WhatsApp. Εξήγησε επίσης ότι η σύνδεση που έγινε, κατά την έρευνα, του εργαστηριακού ηλεκτρονικού υπολογιστή στο οικιακό διαδίκτυο του κατηγορουμένου έγινε για να διαπιστωθεί αν το κινητό τηλέφωνο είχε ενεργή σύνδεση στο διαδίκτυο στην οικία και ηλεκτρονική διεύθυνση IP. Σε ερώτηση εάν διαπίστωσε ποιες άλλες συσκευές είχαν αποκτήσει πρόσβαση στο οικιακό δίκτυο, απάντησε ότι δεν είχε άλλες συσκευές καθότι ο διακομιστής της CYTA που ήταν εκεί είχε επανεκκινήσει προ ολίγων ωρών, κάτι που όταν συμβεί δεν κρατά στη μνήμη του οποιανδήποτε σύνδεση. Είπε δε ότι ο σκοπός που έγινε η σύνδεση ήταν για να δουν αν υπήρχε ενεργή σύνδεση στο διαδίκτυο στην οικία και όχι για να δουν ποιες συσκευές ήταν συνδεδεμένες στη συγκεκριμένη συσκευή τη συγκεκριμένη ώρα. Ως εξήγησε, η πληροφορία δεν ήταν για εκείνη την ημέρα και άρα δεν είχε σημασία να έβλεπαν τους συνδεδεμένους χρήστες τη δεδομένη στιγμή. Σε ερώτηση κατά πόσο έλεγξε ποιες άλλες συσκευές μελών της οικογένειας ή άλλων είχαν σύνδεση με το οικιακό «router» του κατηγορουμένου, απάντησε ότι εάν δεν τον απατά η μνήμη του τη συγκεκριμένη μέρα στην οικία βρίσκονταν μόνο ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο του και του είπαν ότι μόνο αυτοί οι δύο έμεναν στο σπίτι. Δεν απέρριψε, η σύζυγός του κατηγορούμενου να του είπε ότι με το οικιακό «router» υπήρχε σύνδεση όχι μόνο της ίδιας και του κατηγορούμενου αλλά και των δύο παιδιών αυτής που διέμεναν στο ίδιο κτήριο. Επανέλαβε όμως ότι η πληροφορία ήταν για προηγούμενο χρόνο και δεν ήταν γενική αλλά ήταν για τη συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, αφορούσε συγκεκριμένο λογαριασμό του οποίου ήταν κάτοχος ο κατηγορούμενος και έτσι έπρεπε να ελεγχθεί πρώτα η συσκευή αυτού και αν και εφόσον δεν είχε εντοπιστεί οτιδήποτε, θα προχωρούσαν με τα υπόλοιπα. Άρα δεν είχε λόγο να φέρει τα παιδιά του ή να ελέγξει το κινητό της συζύγου του ή άλλες συσκευές, από τη στιγμή που τα στοιχεία εντοπίστηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου. Με δεδομένο δε ότι η πληροφορία ήταν για προηγούμενο χρόνο, είπε, ό,τι συσκευές θα έβρισκε συνδεδεμένες στο «router» εκείνη την ημέρα δεν θα ήταν αντιπροσωπευτικές, διότι οι συσκευές στους δρομολογητές της CYTA δεν διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα και με την επανεκκίνηση του δρομολογητή. Όποιες συσκευές ήταν συνδεδεμένες στο παρελθόν και πλέον δεν ήταν εκεί, δεν ξαναεμφανίζονται. Σε υποβολή ότι είχαν υποχρέωση να ελέγξουν και τις συσκευές αυτές που ήταν συνδεδεμένες με οικιακό «router», απάντησε ότι έλεγξαν και ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή συνδεδεμένο με τον δρομολογητή της CYTA, που ήταν στο γραφείο του κατηγορουμένου και τον οποίο, τους ανέφερε η σύζυγος του, ότι χρησιμοποιούσαν για ενοικιάσεις βιντεοταινιών. Δεν εντοπίσθηκε εκεί ούτε ο ύποπτος λογαριασμός ούτε και οτιδήποτε άλλο. Τέλος ο Μ.Κ.4 δέχθηκε ότι η εφαρμογή του WhatsApp δίδει τη δυνατότητα της πλήρους λειτουργίας της μέσω της ιστοσελίδας της, προσθέτοντας ότι, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για να μπορεί ο χρήστης να χρησιμοποιεί την εφαρμογή από υπολογιστή. Ως δε ανέφερε, για να μπορεί να λαμβάνει σε τέτοια περίπτωση τα μηνύματα ή αρχεία πρέπει να γίνει συγχρονισμός τους, μεταξύ κινητού τηλεφώνου και υπολογιστή. Δεν δέχθηκε όμως ότι το μόνο που απαιτείται για να αποκτήσει τη δυνατότητα αυτήν κάποιος είναι να πάρει στα χέρια του το κινητό τηλέφωνο κάποιου άλλου για λίγα δευτερόλεπτα, εξηγώντας ότι θα πρέπει να πάει πρώτα στον υπολογιστή και να εγκαταστήσει την εφαρμογή εκεί και μετά μέσω του κινητού τηλεφώνου ο υπολογιστής παράγει έναν κωδικό, τον οποίο πρέπει να τον κάνει «scan» από το κινητό τηλέφωνο για να μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους τα δύο και αμέσως συγχρονίζονται τα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο και στον υπολογιστή. Περαιτέρω δεν δέχθηκε ότι αν κάποιος τρίτος επιτύχει τη διαδικασία αυτή σε δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, τότε γίνεται αποκλειστικός κύριος της εφαρμογής που έχει στο κινητό του τηλέφωνο κάποιος άλλος και ότι είναι σε θέση να παραλαμβάνει και να στέλνει οποιοδήποτε μήνυμα ή αρχείο θέλει σε οποιανδήποτε εφαρμογή. Εξήγησε ως προς τούτο ότι διαχειριστής της εφαρμογής είναι ο χρήστης του κινητού τηλεφώνου και ότι για να γίνει αυτό που του τέθηκε πρέπει να γίνει η διαδικασία που προανέφερε και σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγχρονισμός και έτσι μόλις στείλει το μήνυμα ή το αρχείο ο χρήστης του υπολογιστή, αμέσως αυτό φαίνεται στο κινητό τηλέφωνο ή αντίστροφα. Ήταν δηλαδή με άλλα λόγια η θέση του Μ.Κ.4 ότι δεν μπορεί να γίνει χρήση της εφαρμογής WhatsApp που κατεβάζει συγκεκριμένος χρήστης στο κινητό του, από κάποιον άλλο μέσω υπολογιστή, χωρίς να μπορεί ο πρώτος να αντιληφθεί αυτό. Ως προς τα πιο πάνω και τα όσα ενδεχομένως προκύπτουν σχετικά, δέον όπως λεχθεί ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Για τους λόγους λοιπόν που εξηγήσαμε ανωτέρω, καταλήγουμε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή και συναφώς ότι μπορούμε με ασφάλεια να στηριχθούμε σε αυτή για την κατάληξη μας σε σχετικά συμπεράσματα με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που θα γίνει δεκτή. Αντίθετα κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε αυτήν, στο μέτρο βέβαια που δεν συμφωνεί με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  9. Ο κατηγορούμενος δεν μας έκανε καλή εντύπωση. Υποστήριξε βασικά ότι δεν γνώριζε ότι είχε λάβει και αποθηκεύσει στο κινητό του τηλέφωνο και άρα ότι κατείχε τα επίδικα βίντεο καθώς και ότι ποτέ δεν απέστειλε τέτοια σε άλλα πρόσωπα. Οι σχετικές ουσιώδεις θέσεις του όμως είτε δεν είναι πειστικές είτε δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική είτε δεν υποστηρίζονται είτε διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Για να πείσει για τις ως άνω θέσεις του προσπάθησε να δώσει την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις ως προς τη λειτουργία κινητών τηλεφώνων και των διαδικτυακών εφαρμογών που χρησιμοποιούσε. Από το σύνολο όμως των όσων ανέφερε προκύπτει ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι και ότι γνώριζε τόσο τον τρόπο λειτουργίας των πιο πάνω αλλά και πως να επιλύσει προβλήματα που παρουσιάζονταν και σε κάθε περίπτωση ότι ήταν πολύ πιο εξοικειωμένος με τη λειτουργία τους από ότι προσπάθησε να παρουσιάσει. Συγκεκριμένα: Σε σχέση με την αναφορά του στην κατάθεση του ημερ. 1/2/2020 ότι μετά που σταμάτησε να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό του με το όνομα «Petros Ioannou» στο Facebook έστειλε επιστολή στο Facebook, είπε κατά τη μαρτυρία του ότι προσπαθούσε να μπει στον λογαριασμό αλλά δεν τον άφηνε και του έγραφε συνέχεια ότι για κάποιους λόγους δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση. Έτσι έστειλε 3 φορές επιστολή στο Facebook για το θέμα. Είπε μάλιστα ότι για να πράξει αυτό έψαξε στο διαδίκτυο και βρήκε κάποιο σημείο που έλεγε για παράπονο για το Facebook, έστειλε επιστολή εκεί και έλαβε απάντηση ότι έχει παραβιάσει κάποιους όρους. Το πιο πάνω λοιπόν δείχνει ότι είχε την ικανότητα να κάνει έρευνα στο διαδίκτυο ώστε να αντιμετωπίσει προβλήματα που συναντούσε. Παρά ταύτα όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τη διαδικασία που ακολούθησε για να στείλει 3 φορές αίτημα στο Facebook για να του πουν τον λόγο που δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση, είπε, προφανώς για να δείξει ότι δεν είχε τέτοια ικανότητα, ότι δήθεν τώρα δεν θυμάται ακριβώς, ότι βρήκε κάποιο σημείο που μπορούσε να γράψει στο Facebook και το έκανε. Ως ανέφερε ο Μ.Κ.3, μέσω του Facebook και συγκεκριμένα της εφαρμογής Messenger, όχι μόνο συνομιλούσαν γραπτώς μεταξύ τους αλλά ο κατηγορούμενος έστελνε στον Μ.Κ.3 και φωτογραφίες. Αυτό δείχνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τον τρόπο αποστολής αρχείων μέσω της εν λόγω εφαρμογής. Όσον αφορά την εφαρμογή WhatsApp ο κατηγορούμενος εξήγησε τη διαδικασία που ο ίδιος ακολούθησε για να την εγκαταστήσει στο κινητό του. Είπε δε συγκεκριμένα ότι για τον σκοπό αυτό μπήκε στο Google Play, βρήκε την εφαρμογή και την εγκατέστησε. Αυτό δείχνει ότι είχε την ικανότητα να εντοπίσει και να εγκαταστήσει στο κινητό του εφαρμογές που ήθελε να χρησιμοποιήσει. Μέσω της εφαρμογής WhatsApp, ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε, όχι μόνο συνομιλούσε με τον αδελφό του, ο οποίος βρισκόταν στην Αμερική αλλά έστελναν κιόλας ο ένας στον άλλο οικογενειακές φωτογραφίες, κάτι που δείχνει ότι όχι μόνο ήξερε να λαμβάνει αρχεία μέσω της εφαρμογής αυτής αλλά και να στέλνει. Όταν δε διαπίστωσε πρόβλημα με την χωρητικότητα του κινητού του, μπήκε στην «Gallery» και όταν εντόπισε τον φάκελο «WhatsApp», είδε μερικά βίντεο για να διαπιστώσει τι περιείχαν και στη συνέχεια τον έσβησε και έτσι, ως είπε, λύθηκε το πρόβλημα. Όταν του τέθηκε στην αντεξέταση ότι έψαξε, βρήκε και κατέβασε την εφαρμογή WhatsApp και ότι από όσα ανέφερε φαίνεται ότι ήξερε να την χρησιμοποιεί, είπε ότι δεν ήξερε και ότι την κατέβασε, έγραψε τον αριθμό του αδελφού του, του χτύπησε για να μιλήσουν, επικοινώνησε μαζί του και όταν τα κατάφερε δεν χρειαζόταν κάτι άλλο. Όταν δε του τέθηκε ότι πριν είπε ότι αντάλλασσαν και αρχεία όπως φωτογραφίες με τον αδελφό του, το δέχθηκε λέγοντας μάλιστα ότι αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας. Εδώ να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.4 ότι δεν χρειάζεται κάποιος να είναι έμπειρος χρήστης για να χρησιμοποιεί την εν λόγω εφαρμογή και ότι αυτή είναι πάρα πολύ απλή και δεν χρειάζεται ειδικές γνώσεις ούτε ειδικά προσόντα για να δεις κάποιο αρχείο ή να το αποθηκεύσεις ή να στείλεις ή να λάβεις. Όταν μετά τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι ήξερε να χρησιμοποιεί την τεχνολογία όσον αφορά το να βρει τρόπους για να χρησιμοποιεί τις εφαρμογές που ήθελε, απάντησε μη πειστικά ότι ήθελε να χρησιμοποιεί το WhatsApp, μίλησε με τον αδελφό του και αυτό ήταν. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα γιατί τότε ζήτησε τον λόγο από άλλη εφαρμογή δηλαδή από το Facebook επειδή δεν είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του; Δέχθηκε δε στη συνέχεια ότι στην πορεία έμαθε να χρησιμοποιεί τις εν λόγω εφαρμογές. Αρνήθηκε υποβολή ότι λέει ψέματα και ότι είχε πολύ καλή γνώση στο να χρησιμοποιεί τις εφαρμογές Messenger και WhatsApp, επαναλαμβάνοντας όμως ότι δεν γνώριζε και ότι έμαθε στην πορεία, χωρίς να πει πότε, κάτι που εν πάση περιπτώσει δείχνει ότι απέκτησε γνώση. Όσον δε αφορά την ανταλλαγή αρχείων με άλλους χρήστες των εν λόγω εφαρμογών υποστήριξε βασικά ότι αντάλλασσε μόνο με τον αδελφό του φωτογραφίες και μηνύματα. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί είχε θέμα όταν δεν είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του στο Facebook, που δεν είπε ότι το χρησιμοποιούσε με τον αδελφό του; Περαιτέρω δεν μπορεί σε σχέση με την θέση του αυτή να παραγνωρισθεί ούτε το ότι δέχθηκε ότι είχε επικοινωνία μέσω Messenger, με άλλο πρόσωπο και δη με τον Μ.Κ.
  10. Σε σχέση με την αναφορά του στην κυρίως εξέταση ότι έγινε μέλος σε μια ομάδα στο WhatsApp, είπε ότι κάποιες φορές ενώ συνομιλούσε με τον αδελφό του έβγαιναν κάποια διαφημιστικά στο WhatsApp και όπως αυτός έγγραφε, πατούσε πάνω για να φύγουν τα διαφημιστικά, ενώ αυτό ήταν ομάδα, η οποία τον έγραφε σαν μέλος και έμπαινε στη λίστα του WhatsApp. Όταν του ζητήθηκε να πει εάν λέγοντας διαφημίσεις εννοεί προϊόντων, είπε ότι πεταγόταν μια πινακίδα, δεν ήξερε τι ήταν και πατούσε για να φύγει και δεν προλάβαινε να διαβάσει. Με άλλα λόγια η αναφορά του σε διαφημίσεις δεν ευσταθεί. Πέραν όμως τούτου πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του ότι στην εν λόγω εφαρμογή υπήρχαν τέτοιες διαφημίσεις που μπορούσαν να λειτουργήσουν με τον τρόπο που είπε, όχι μόνο δεν τέθηκε στον Μ.Κ.4 για να τη σχολιάσει αλλά ούτε και ο Μ.Υ.1 υποστήριξε κάτι τέτοιο. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος αντάλλασσε και άρα λάμβανε κιόλας από τον αδελφό του φωτογραφίες μέσω της εφαρμογής αυτής καταδεικνύει και πάλι ότι δεν έλεγε αλήθεια όταν υποστήριζε ότι βασικά δεν γνώριζε τι ήταν αυτά που του στέλνονταν. Όπως δεν έλεγε την αλήθεια όταν υποστήριζε ότι δεν γνώριζε και δεν χρειάστηκε καμία φορά να αποθηκεύσει φωτογραφίες και βίντεο γιατί δεν ήξερε και δεν ήθελε, ως είπε. Όταν εύλογα ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι εάν ήταν διαφημίσεις και πατούσε πάνω θα τον «έπαιρνε» να τις δει, μη πειστικά δήλωσε ότι δήθεν δεν το ξέρει ενώ προφανώς είναι κάτι που κάποιος θα διαπίστωνε με ευκολία και χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη ενασχόληση και εξοικείωση με κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος ήταν κατηγορηματικός ότι όταν πατούσε πάνω σε αυτό που αποκαλούσε διαφήμιση, αντί να φύγει τον έγραφε μέλος και έμπαινε στη λίστα του WhatsApp, δεν εξήγησε πως το γνώριζε αυτό. Παρά ταύτα δέχθηκε ότι έστω και αραιά έμπαινε στις εν λόγω ομάδες μέχρι που ανακάλυψε ότι ήταν πορνογραφικού περιεχομένου. Εύλογα όμως εγείρεται εδώ το ερώτημα, με δεδομένο ότι αποτελεί θέση του κατηγορούμενου ότι όλα τα υπόλοιπα αρχεία βίντεο που εντοπίσθηκαν στο κινητό του ήταν πορνογραφικού περιεχομένου με ενήλικες, πως τότε δεν αντιλήφθηκε αμέσως ότι επρόκειτο για τέτοιες ομάδες; Ως προς τούτο να λεχθεί ότι όταν στη συνέχεια στην αντεξέταση ρωτήθηκε να πει εάν άρα, εφόσον κατάλαβε ότι τα αρχεία ήταν πορνογραφικού περιεχομένου, πατούσε για να δει τι ήταν αυτά που του έστελναν ώστε να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους, δέχθηκε ότι φαινόταν ότι ήταν πορνογραφικό υλικό, αλλά για να πείσει ότι δήθεν δεν τα έβλεπε όλα, υποστήριξε ότι κάθε φορά που «άνοιγε» μια ομάδα και έβλεπε κάτι τέτοιο, έβλεπε ότι είναι πορνογραφικό περιεχόμενο ενηλίκων και μετά «έφευγε». Αναφορικά με τις ομάδες που αναφέρθηκε στο WhatsApp, είπε ότι έβγαινε από αυτές, τις έσβηνε και έφευγαν από τη λίστα του, όμως εξακολουθούσε να είναι γραμμένο μέλος. Όταν του έστελναν κάτι ξαναερχόταν η ομάδα. Ερωτώμενος πως γραφόταν μέλος είπε ότι δεν γνωρίζει. Επανέλαβε δε τα όσα είπε προηγουμένως ότι πατούσε πάνω στη διαφήμιση για να φύγει όμως αντί να φύγει τον έγραφε μέλος και έμπαινε στη λίστα του WhatsApp. Ενώ όμως δέχθηκε ότι λάμβανε αρχεία, για να πείσει για τις θέσεις του, υποστήριξε ότι δήθεν δεν τα έβλεπε, χωρίς να εξηγήσει τον λόγο αλλά και πως τότε γινόταν αποθήκευση τους στον φάκελο που ανέφερε ως «WhatsApp» στο κινητό του. Αναφορικά δε με το τελευταίο δηλαδή κατά πόσο τα αρχεία που κατέβαιναν από την εφαρμογή WhatsApp, κατέβαιναν στο κινητό κατ' επιλογή του χρήστη, είπε ότι δεν γνωρίζει και ότι αυτό θα το απαντήσει ο ειδικός του, χωρίς να υποστηρίξει ότι σε κάθε περίπτωση δεν ήταν κατ' επιλογή του. Όταν όμως του τέθηκε ότι πριν είπε θετικά ότι αυτά κατέβαιναν αυτόματα, για να δικαιολογηθεί είπε ότι αυτά τα γράφει μέσα στη λίστα του WhatsApp, κάτι που, ως είπε, είδε όταν το έψαξε στο διαδίκτυο μετά που έγιναν όλα αυτά για να μάθει κάτι περισσότερο και δεν ήξερε τότε όταν το κατέβασε. Το εύλογο όμως ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν προέβη στην έρευνα αυτή ώστε να το διαπιστώσει τότε που, ως ισχυρίσθηκε, δημιουργήθηκε πρόβλημα στο κινητό του και μάλιστα όταν τη δεύτερη φορά πανικοβλήθηκε από το γεγονός αυτό; Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι προέβη σε τέτοια έρευνα και έμαθε λεπτομέρειες δείχνει ότι είχε την ικανότητα να πράξει κάτι τέτοιο και ότι δεν ήταν αδαής σε αυτά τα θέματα, ως προσπάθησε να πείσει. Εδώ να σημειωθεί ότι η ως άνω θέση του ως προς την ακούσια προσθήκη του σε ομάδες στο WhatsApp, διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο χρήστης επιλέγει τις ομάδες που θέλει να συμμετάσχει καθώς και ότι για να μπεις σε μια τέτοια ομάδα είναι απαραίτητο να σε έχει, ο χρήστης εκείνος που θέλει να σε προσθέσει σε αυτήν, στις επαφές του και εσύ να γνωρίζεις ποιος θα σε προσθέσει στην ομάδα και να έχεις αυτόν στις επαφές σου. Από τη σχετική δε μαρτυρία του Μ.Κ.4, την οποία ουσιαστικά δέχθηκε και ο Μ.Υ.1, διαψεύδεται και η άλλη κύρια θέση του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή δεν γνώριζε το περιεχόμενο των αρχείων που αποθηκεύονταν στο κινητό του. Αυτό καθότι σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία, κατά τη χρήση της εφαρμογής WhatsApp, όταν λαμβάνεται ένα αρχείο, είναι θολό («ζοφό») δηλαδή δεν φαίνεται ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο του και πρέπει να το επιλέξει ο χρήστης του κινητού δηλαδή να πατήσει πάνω στο βελάκι που υπάρχει σε αυτό για να κατεβεί από τον διακομιστή και να ανοίξει το αρχείο, οπότε βλέπει το περιεχόμενο ο χρήστης και αποθηκεύεται στο κινητό. Συνεπώς με την ενέργεια αυτή ο χρήστης βλέπει το περιεχόμενο του πριν αποθηκευτεί στο κινητό και συναφώς δεν μπορεί να επικαλείται έλλειψη γνώσης του. Αναφορικά με την ειδοποίηση που του έβγαζε το κινητό για τη χωρητικότητα και το ότι μετά από αυτό πήγε στο «Gallery» του κινητού και είδε ότι υπήρχε ένας φάκελος με την ονομασία «WhatsApp», ο κατηγορούμενος είπε ότι σε αυτόν υπήρχαν όλα τα βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο. Αυτό δείχνει τουλάχιστον ότι σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε αυτό, ότι δηλαδή τα βίντεο αποθηκεύονταν στο κινητό του και παρέμεναν σε αυτό. Για να πείσει όμως και πάλι ότι δεν είδε όλα τα βίντεο υποστήριξε ότι είδε δύο‑τρία βίντεο στην αρχή, είδε ότι ήταν πορνογραφικό περιεχόμενο ενηλίκων και μετά έσβησε ολόκληρο τον φάκελο. Εύλογα όμως ως προς την αξιοπιστία της θέσης του, εγείρεται το ερώτημα γιατί έσβησε ολόκληρο το φάκελο ενώ δεν γνώριζε, αφού δε τα είδε, τι περιείχαν τα λοιπά βίντεο; Περαιτέρω του υποβλήθηκε ότι αυτός δημιούργησε φάκελο στο κινητό του με τη ονομασία «New Video» όπου αποθήκευε κάποια αρχεία βίντεο, κάτι που αρνήθηκε κατηγορηματικά και για να δικαιολογήσει την ύπαρξη αυτού του φακέλου και το περιεχόμενο του είπε ότι μάλλον αυτός δημιουργήθηκε εκείνη τη φορά που μπήκε στις ρυθμίσεις, πάνω στον πανικό του να βρει τρόπο να μην κατεβαίνουν τα αρχεία στο τηλέφωνό του και μεταφέρθηκαν όλα τα αρχεία σε αυτόν. Δεν εξηγήθηκε όμως πως μπορεί να έγινε αυτό με τον τυχαίο τρόπο που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, με δεδομένο ότι ο νέος φάκελος όχι μόνο έλαβε συγκεκριμένη ονομασία αλλά σε αυτόν αποθηκεύθηκαν 27 βίντεο. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.4 και έγινε δεκτό, ο φάκελος αυτός έγινε από τον χρήστη του κινητού και τα αρχεία αποθηκεύτηκαν σε αυτόν από τον χρήστη χειροκίνητα και ως είπε ακόμη και τυχαία να δημιουργείτο ο φάκελος, η αποθήκευση των βίντεο σε αυτόν δεν μπορεί να ήταν τυχαία αλλά έγινε από τον χρήστη του κινητού. Το πιο πάνω δεν μπορεί να έγινε τυχαία και κατά λάθος και δη με τον τρόπο που υποστήριξε ο κατηγορούμενος ότι δηλαδή, τη δεύτερη φορά που του παρουσίασε πρόβλημα το κινητό, πανικοβλημένος μπήκε στις ρυθμίσεις και «ό,τι και να έκανε εκεί», δεν ξέρει τι, τι κουμπιά πάτησε, εξαφανίστηκε ο φάκελος και το πρόβλημα διορθώθηκε. Αυτό καθότι σύμφωνα με τη θέση του κατηγορούμενου, η ενέργεια του αυτή έγινε σε ένα συγκεκριμένο χρόνο (είπε «εκείνη τη φορά»), κάτι που όμως διαψεύδεται από το γεγονός ότι η δημιουργία των εν λόγω αρχείων βίντεο (να υπομνήσουμε ότι ημερομηνία δημιουργίας είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία η ημερομηνία που δημιουργείται το αρχείο, στον τόπο όπου αποθηκεύεται δηλαδή είναι η ημερομηνία που δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο αρχείο στον φάκελο) ως φαίνεται στα αρχεία Excel στο τεκμήριο 6, έγινε σε 13 διαφορετικές ημερομηνίες. Συγκεκριμένα από τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι τα συνολικά 27 βίντεο που εντοπίσθηκαν, αποθηκεύτηκαν στον εν λόγω φάκελο στις:
(1)13/11/2019 (1 αρχείo η ώρα 21:24:12, Επιπέδου U13 δηλαδή κάτω των 13),
(2)19/11/2019 (2 αρχεία η ώρα 18:15:28 και 18:17:42, Επιπέδου U13),
(3)20/11/2019 (2 αρχεία η ώρα 23:36:16 και 23:37:28, το 1 Επιπέδου 2 και το άλλο Επιπέδου U13),
(4)22/11/2019 (3 αρχεία η ώρα 00:37:34, 13:28:10 και 21:19:46, Επιπέδου U13),
(5)26/11/2019 (1 αρχείo η ώρα 06:57:08, Επιπέδου U13),
(6)4/12/2019 (4 αρχεία μεταξύ των ωρών 13:27:42 και 13:30:06, Επιπέδου U13),
(7)5/12/2019 (1 αρχείo η ώρα 06:56:50, Επιπέδου U13),
(8)10/12/2019 (3 αρχεία μεταξύ των ωρών 06:34:30 - 06:38:02, Επιπέδου U13),
(9)11/12/2019 (2 αρχεία η ώρα 18:47:22 και 23:43:52, το 1 Επιπέδου 2 και το άλλο Επιπέδου U13),
(10)12/12/2019 (1 αρχείo η ώρα 06:40:08, Επιπέδου U13),
(11)19/12/2019 (2 αρχεία η ώρα 07:03:23 και 14:42:36, Επιπέδου U13),
(12)21/12/2019 (1 αρχείo η ώρα 11:01:40, Επιπέδου 2) και
(13)2/1/2020 (4 αρχεία μεταξύ των ωρών 17:43:08 - 17:44:56, Επιπέδου U13). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η πιο πάνω αναφορά του ότι πανικοβλήθηκε, έγινε τη δεύτερη φορά που πήρε πινακίδα - ειδοποίηση στο κινητό ότι ο αποθηκευτικός του χώρος ήταν γεμάτος. Δεν κρίνεται όμως λογική η θέση του ότι ενώ την πρώτη φορά υπό τις ίδιες συνθήκες δεν ένιωσε πανικό, ένιωσε τέτοιο μόνο τη δεύτερη φορά, όταν μάλιστα με τις ενέργειες που είπε ότι έκανε την πρώτη φορά επίλυσε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, το πρόβλημα. Είναι λοιπόν προφανές ότι επικαλέσθηκε πανικό ώστε να πείσει ότι ενόψει αυτού προέβη σε τυχαίες και απελπιστικές ενέργειες στο κινητό του, οι οποίες ενδεχόμενα να οδήγησαν κατά λάθος στην δημιουργία του φακέλου «New video», κάτι που ως προαναφέρθηκε δεν ευσταθεί. Όταν δε του τέθηκε πολύ εύλογα το ερώτημα, με δεδομένα τα όσα είπε για τα προβλήματα λειτουργίας του κινητού (μάλιστα είπε ότι υπολειτουργούσε), γιατί δεν το πήρε σε κάποιον ειδικό να τον βοηθήσει, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν το πήρε γιατί βρήκε τον φάκελο που ήταν γεμάτος και υπολόγισε ότι αυτός ήταν που του «τρώει τον αποθηκευτικό χώρο» και επειδή το έσβησε και διορθώθηκε το πρόβλημα δεν χρειαζόταν να αποταθεί σε ειδικό. Όμως αυτό δεν είναι λογικό εφόσον το πρόβλημα, ως ο ίδιος ανέφερε, επανήλθε αργότερα και μάλιστα ο ίδιος είπε ότι τότε φοβήθηκε και πανικοβλήθηκε. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε επίσης ότι το κινητό του έτυχε πολλές φορές να το χρησιμοποιήσουν και άλλα πρόσωπα εκτός από τον ίδιο. Συγκεκριμένα το χρησιμοποιήσαν τα παιδιά της γυναίκας του που ήταν σπίτι ή ακόμα και κάποιοι φίλοι, που μπορεί να τύχαινε να μην είχαν το τηλέφωνο μαζί τους και ήθελαν να κάνουν κάποιο τηλεφώνημα ή τους τελείωσε η μπαταρία. Ως προς τούτο δεν μας διαφεύγει ότι ο Μ.Κ.4 δέχθηκε ότι μπορούσε κάποιο τρίτο πρόσωπο, παίρνοντας στα χέρια του το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου να διαχειριστεί το WhatsApp και να κάνει οτιδήποτε, ως να είναι ο χρήστης. Η όλη θέση όμως του κατηγορούμενου πέραν του ότι δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ήταν γενική και αόριστη εφόσον δεν ανέφερε καν πότε λήφθηκε η κατοχή του κινητού του από άλλα πρόσωπα, υπό ποιες περιστάσεις και για πόσο χρόνο, δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό καθότι από τα δεδομένα που προκύπτουν από τα αρχεία Excel του τεκμηρίου 6 φαίνεται ότι η «δημιουργία» των αρχείων που αφορούν την εφαρμογή WhatsApp και εντοπίσθηκαν στο κινητό του κατηγορούμενου έγινε σε 3 διαφορετικές διαδρομές - φακέλους («Private», «Sent» και «New Video» που επεξηγήθηκε πιο πάνω πως λειτουργούν) και σε 14 διαφορετικές ημερομηνίες (υπήρξε αποθήκευση και αποστολή αρχείων και στις 8/8/2019), σε διάφορες ώρες της ημέρας ακόμη και μεταμεσονύκτιες όπως η ώρα 00:37:34 στις 22/11/2019 ή πολύ πρωινές όπως η ώρα 06:56:50 στις 5/12/2019, η ώρα 06:34:30 στις 10/12/2019, η ώρα 06:40:08 στις 12/12/2019 και η ώρα 07:03:23 στις 19/12/
  1. Μάλιστα υπήρχαν περιπτώσεις που έγινε αποθήκευση των αρχείων την ίδια ημέρα σε εντελώς διαφορετικές ώρες όπως στις 22/11/2019 (3 αρχεία η ώρα 00:37:34, 13:28:10 και 21:19:46), στις 11/12/2019 (2 αρχεία η ώρα 18:47:22 και 23:43:52) και στις 19/12/2019 (2 αρχεία η ώρα 07:03:23 και 14:42:36). Τα πιο πάνω καθιστούν λοιπόν μη λογική τη θέση του κατηγορούμενου ότι αυτό δεν έγινε από τον ίδιο αλλά μπορεί να έγινε από άλλο πρόσωπο που έλαβε την κατοχή του κινητού του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν γίνεται δεκτή. Τέλος η Μ.Κ.5 εξεταστής της υπόθεσης μας άφησε θετική εντύπωση. Αναφέρθηκε σε μια έκαστη των ανακριτικών ενεργειών στις οποίες προέβη και απάντησε με ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε σε όλα όσα ρωτήθηκε. Κατ' αρχάς δέον όπως λεχθεί ότι η αναφορά της Μ.Κ.5 στη γραπτή κατάθεση της ότι ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης στις 7/7/2020, προφανώς αποτελεί τυπογραφικό λάθος. Η ορθή ημερομηνία φαίνεται να είναι η 7/7/
  2. Αυτό προκύπτει τόσο από το χρονικό των ανακριτικών ενεργειών της Μ.Κ.5 αλλά κυρίως από το ίδιο το τεκμήριο 12, όπου στην πρώτη σελίδα, στο κάτω μέρος αναγράφεται χειρόγραφα ως ημερομηνία ανάθεσης της υπόθεσης στη Μ.Κ.5, «Δια εξετάσεις παρ.» η «7/7/19». Κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι όταν παρέλαβε το κινητό του κατηγορούμενου, κατά την έρευνα της οικίας του την 1/2/2020, αυτό ήταν ανοικτό, σε λειτουργήσιμη κατάσταση και εξήγησε ότι στην παρουσία του κατηγορούμενου το κινητό μπήκε σε λειτουργίας πτήσης («flight mode»), έτσι ώστε να διασφαλιστεί το περιεχόμενό του, να μην υπάρχει οποιαδήποτε αλλαγή, προσθήκη, αφαίρεση ή διαγραφή. Στη συνέχεια το κινητό σφραγίστηκε σε ειδική συσκευασία, υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο, από την ίδια και τον Μ.Κ.
  3. Προηγουμένως, πριν δηλαδή τη συσκευασία, ο Μ.Κ.4 προέβη σε προκαταρκτικές εξετάσεις - έλεγχο του κινητού. Δεν μας διαφεύγει ότι στην κατάθεση της δεν ανέφερε τα πιο πάνω. Ως η ίδια είπε σε σχετική ερώτηση αυτό δεν κρίθηκε αναγκαίο. Της υποβλήθηκε δε ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε είναι επειδή δεν έκανε τέτοια ενέργεια, κάτι που δεν δέχθηκε και είπε ότι αυτό έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου. Ως προς το πιο πάνω πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι η παράλειψη αναφοράς στην κατάθεση της μάρτυρος δεν καταδεικνύει ότι αυτή είπε ψέματα ή ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις. Τέτοιου είδους λεπτομερείς αναφορές δεν κρίνονται απαραίτητες στις γραπτές καταθέσεις. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι τα όσα είπε σχετικά ο Μ.Κ.4 που έλαβε μέρος στην όλη διαδικασία δεν αμφισβητήθηκαν ενώ δεν καταδείχθηκε ποια σημασία είχε το όλο θέμα για την υπόθεση. Αναφορικά δε με την πληροφορία που λήφθηκε από την EUROPOL, στην αντεξέταση της η Μ.Κ.5 ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες αυτή λήφθηκε από την EUROPOL και εάν ήταν αληθής. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση στις τελικές της αγορεύσεις προβάλλει ότι δεν δόθηκε μαρτυρία από την EUROPOL για επιβεβαίωση των όσων αναφέρονταν στην πληροφορία. Το γεγονός όμως ότι δεν υπήρξε κάποια άμεση μαρτυρία από την EUROPOL δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα μη απόδειξης της κατηγορίας που αφορά (κατηγορία 5). Αυτό καθότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, για την εν λόγω κατηγορία, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην εν λόγω πληροφορία. Η πληροφορία και οι λεπτομέρειες της τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον αυτή, ως προκύπτει από τη μαρτυρία, αποτέλεσε το έναυσμα για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ως πολύ ορθά ανέφερε η Μ.Κ.5, απαντώντας στις ως άνω ερωτήσεις της Υπεράσπισης, το πως λήφθηκε η πληροφορία από την EUROPOL δεν αφορά την Κυπριακή Αστυνομία. Η τελευταία λαμβάνοντας μια τέτοια πληροφορία από τον εν λόγω Ευρωπαϊκό Αστυνομικό Οργανισμό δηλαδή με νόμιμες ενέργειες και μέσω νόμιμων οδών είχε εκ του Νόμου την υποχρέωση να τη διερευνήσει, όπως και έπραξε, με σκοπό βασικά τη διαπίστωση του κατά πόσο αυτή ευσταθούσε. Αυτό που έχει λοιπόν τελικά σημασία είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που συνέλεξε στα πλαίσια της διερεύνησης η Κυπριακή Αστυνομία και παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, είναι επαρκής ή όχι για σκοπούς απόδειξης της συγκεκριμένης κατηγορίας. Αναφορικά με το τι έψαχναν κατά τη δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του Μ.Κ.3, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι έψαχναν εάν υπάρχει οτιδήποτε που να τον συνδέει με το συγκεκριμένο αρχείο βίντεο ή οποιοδήποτε άλλο αρχείο σχετίζεται με σεξουαλική κακοποίηση παιδιού και πιθανόν να είχε στην κατοχή του. Είπε δε ότι στο κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.3 δεν βρέθηκε το συγκεκριμένο βίντεο, ούτε και οτιδήποτε που να σχετίζεται με παιδική πορνογραφία. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε εάν ως ανακριτική αρχή δεν έπρεπε να ελέγξουν το προφίλ του Μ.Κ.3 στο Facebook και να κάνουν ενέργειες προς το Facebook για να διαπιστώσουν αν αυτός πήρε το αρχείο παιδικής πορνογραφίας. Η μάρτυρας απάντησε ότι η συγκεκριμένη συνομιλία έχει διαγραφεί από το Facebook, επειδή αναρτήθηκε σε αυτή παράνομο υλικό, οπότε αυτόματα διαγράφονται τα αρχεία. Επίσης ο Μ.Κ.3 ανάφερε στην κατάθεσή του ότι διέγραψε το αρχείο, προέβηκε σε αναφορά στο Facebook και διέγραψε τη συνομιλία. Με αυτά τα δεδομένα δεν έκρινε αναγκαίο σαν ανακρίτρια να αποταθεί στο Facebook για να της δώσει συγκεκριμένα στοιχεία‑πληροφορίες. Αναφορικά με το κατά πόσο υπέβαλε αίτημα στο Facebook για να πληροφορηθεί το προφίλ του κατηγορούμενου για να διαπιστωθεί εάν αυτός απέστειλε οποιοδήποτε αρχείο στον Μ.Κ.3, η μάρτυρας απάντησε ότι το προφίλ του κατηγορούμενου διαγράφηκε από το Facebook μέσω του οποίου ήρθε η πληροφορία. Είπε και πάλι ότι δεν προέβη σε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα προς το Facebook. Από τις ως άνω απαντήσεις της Μ.Κ.5 προκύπτει αυτό που έχουμε ήδη προαναφέρει, ότι δηλαδή η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και δεν απέκρυψε οτιδήποτε ως προς τις ενέργειες της στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Αποτελεί λοιπόν γεγονός ότι δεν προέβη στις ως άνω ενέργειες που της υποδείχθηκαν από την Υπεράσπιση. Το κατά πόσο όμως αυτές αποτελούν παραλείψεις στη διερεύνηση και κατά πόσο είναι ουσιώδεις και επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση ή τον κατηγορούμενο εξετάζεται στα πλαίσια αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από όλα όσα σχετικά τέθηκαν λοιπόν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι δεν έγιναν ενέργειες προς το Facebook ώστε να διαπιστωθεί, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, κατά πόσο το βίντεο λήφθηκε από το Μ.Κ.3 δεν καταδεικνύει πλημμέλεια στη διενέργεια των εξετάσεων εφόσον η Αστυνομία προέβη σε διερεύνηση και έλαβε κατάθεση και από τον Μ.Κ.
  4. Η δε Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη αυτού κάλεσε τον Μ.Κ.3, τον οποίο η Υπεράσπιση είχε την ευχέρεια και αντεξέτασε και του οποίου η μαρτυρία για τους λόγους που εξηγούνται κατά την αξιολόγηση, έγινε δεκτή. Συνεπώς κανένα κενό δεν δημιουργείται εκ της μη λήψης οποιασδήποτε περαιτέρω πληροφορίας από το Facebook ή τη EUROPOL, ούτε και προκύπτει να επηρεάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ο κατηγορούμενος στην Υπεράσπιση του. Ούτε το γεγονός ότι στο κινητό του Μ.Κ.3 δεν βρέθηκε κάτι σχετικό με το θέμα μεταβάλλει τα πράγματα εφόσον ο ίδιος ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι διέγραψε, από τότε που το έλαβε, το εν λόγω βίντεο. Ούτε το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν αποτάθηκε στο Facebook για το προφίλ του κατηγορούμενου, ως προβάλλει η Υπεράσπιση, δημιούργησε οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση ούτε και επηρέασε τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος είχε άλλωστε την ευκαιρία να θέσει την εκδοχή και τις θέσεις του και να προσκομίσει σχετική μαρτυρία, η οποία για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Η Μ.Κ.5 ρωτήθηκε στην αντεξέταση και αναφορικά με την απάντηση του κατηγορούμενου στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση ότι τον κωδικό της ασύρματης σύνδεσης τον γνωρίζουν τα παιδιά του και κάποιοι φίλοι και γνωστοί, εάν ως ανακρίτρια, ερεύνησε να μάθει ποιοι από τα εν λόγω πρόσωπα γνωρίζουν τον κωδικό. Απάντησε δε ότι δεν κρίθηκε αναγκαίο να το πράξει καθότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ποιοι τον γνωρίζουν. Αυτό συνδέεται με τη θέση της Υπεράσπισης στις τελικές της αγορεύσεις ότι δεν λήφθηκαν καταθέσεις από τα εν λόγω πρόσωπα. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε περαιτέρω επί τούτου και σε κάθε περίπτωση το θέμα έχει ήδη εξετασθεί ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Εξ αυτών προκύπτει ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ούτε και οποιοσδήποτε επηρεασμός του κατηγορούμενου, εκ του γεγονότος της μη λήψης καταθέσεων από τα εν λόγω πρόσωπα. Η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται λοιπόν δεκτή, με τις ως άνω επισημάνσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κατηγορίας 1 προβλέπεται από το εδάφιο
(1)του άρθρου 8 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέµησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόµου 91(Ι)/2014 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «8.
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος αποκτά ή έχει στην κατοχή του υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ένοχος κακουργήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί:
  1. Ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του,
  2. Υλικό παιδικής πορνογραφίας. Όσον αφορά το άρθρο 12 του Νόμου, για το οποίο γίνεται επιφύλαξη στην ως άνω διάταξη, αυτό προνοεί για συναινετικές σεξουαλικές πράξεις µεταξύ ανηλίκων ή µεταξύ παιδιού και ενήλικα, όπου η διαφορά ηλικίας µεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή στα πλαίσια γάµου, δηλαδή για περιπτώσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη. Αναφορικά με την έννοια της κατοχής, υπάρχει αρκετή νομολογία. Σύμφωνα με αυτήν, κατοχή σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Το αδίκημα της κατηγορίας 2 προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων
(1)και
(6)του άρθρου 8 του Νόμου. Συνεπώς λαμβανομένων υπόψη και των λεπτομερειών του αδικήματος της κατηγορίας 2, προς στοιχειοθέτηση αυτού πρέπει να αποδειχθεί, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της κατηγορίας 1, ότι το παιδί το οποίο απεικονίζεται στο υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών. Εδώ να σημειωθεί ότι η ποινή για το εν λόγω αδίκημα είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Το αδίκημα της κατηγορίας 3 προβλέπεται από το εδάφιο
(2)του άρθρου 8 του Νόµου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «8.
(2)Όποιος εν γνώσει του αποκτά πρόσβαση σε παιδική πορνογραφία µέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών είναι ένοχος κακουργήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί:
  1. Ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε πρόσβαση σε παιδική πορνογραφία,
  2. Ότι αυτό έγινε µέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, και
  3. Ότι τα πιο πάνω έγιναν εν γνώσει του κατηγορούμενου. Το αδίκημα της κατηγορίας 4 προκύπτει από το συνδυασμό των εδαφίων
(2)και
(6)του άρθρου 8 Νόμου. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του πρέπει να αποδειχθεί, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της κατηγορίας 3, ότι το παιδί το οποίο απεικονίζεται στο υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών. Η ποινή για το εν λόγω αδίκημα είναι αυτής της φυλάκισης διά βίου. Το αδίκημα των κατηγοριών 5 και 7 προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 8 του Νόµου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «8.
(3)Όποιος διανέµει, διαδίδει ή µεταδίδει υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ένοχος κακουργήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε
(15)έτη». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 5 και 7, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διένειμε υλικό παιδικής πορνογραφίας. Το αδίκημα της κατηγορίας 6 προκύπτει από το συνδυασμό των εδαφίων
(3)και
(6)του άρθρου 8 Νόμου. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του πρέπει να αποδειχθεί, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα των κατηγοριών 5 και 7, ότι το παιδί το οποίο απεικονίζεται στο υλικό παιδικής πορνογραφίας είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών. Η ποινή για το εν λόγω αδίκημα είναι αυτής της φυλάκισης διά βίου. Τέλος δέον όπως αναφερθεί ότι όσον αφορά όλες τις κατηγορίες, πλην της κατηγορίας 5, έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι τα 109 αρχεία βίντεο που εντοπίσθηκαν, κατά τη δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου, συνιστούν παιδική πορνογραφία, απεικονίζουσα παιδιά συγκεκριμένης ηλικιακής κατηγορίας (άνω ή κάτω των 13 ετών). Προς εξέταση λοιπόν του συγκεκριμένου θέματος, ως εγείρεται στα πλαίσια της κατηγορίας 5, σχετικοί είναι οι ακόλουθοι ορισμοί του άρθρου 2 του Νόμου: «παιδική πορνογραφία» περιλαµβάνει - (α) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται παιδί να επιδίδεται σε πραγµατική ή προσοµοιωµένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα, (β) κάθε απεικόνιση σεξουαλικού χαρακτήρα των γεννητικών οργάνων παιδιού· (γ) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται πρόσωπο που εµφανίζεται ως παιδί να επιδίδεται σε πραγµατική ή προσοµοιωµένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή κάθε απεικόνιση των γεννητικών οργάνων οποιουδήποτε προσώπου εµφανίζεται ως παιδί, ή (δ) ρεαλιστικές εικόνες παιδιού στις οποίες απεικονίζεται να επιδίδεται σε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή ρεαλιστικές εικόνες των γεννητικών οργάνων παιδιού· «παιδί» σηµαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών· «σεξουαλική πράξη» περιλαµβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται- (α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική· Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, όπου αναφέρεται ότι «σεξουαλικός» σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με το σεξ, με τα γεννητικά όργανα ή με την ερωτική συμπεριφορά γενικότερα» (σελ. 1581). Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2017, ημερ. 27.9.2017, υιοθετήθηκε η απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην R. v. Oliver and Others [2003] 2 Cr.App.R. 28, στην οποία το παιδικό πορνογραφικό υλικό κατατάχθηκε σε 5 επίπεδα (ή κατηγορίες) βαθμού σοβαρότητας ανάλογα με το περιεχόμενο - απεικονίσεις που παρουσιάζει, αρχίζοντας από το λιγότερο σοβαρό και καταλήγοντας στο πλέον σοβαρό και συγκεκριμέν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.