← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΕΓΚΩΜΙΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1148/23, 3/3/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΕΓΚΩΜΙΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1148/23, 3/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:8 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1148/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΕΓΚΩΜΙΤΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3/3/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ (για να ακούσει την απόφαση κα Μ. Μασούρα). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης (για να ακούσει την απόφαση κ. Σ. Μάος). Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος καθώς και κατοχής, κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' και καπνίσματος κάνναβης, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος: · Στις 15/1/2023, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 6 κιλών και 480 γραμμαρίων και κατείχε αυτό με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα), · Στις 14/1/2023, στη Λεμεσό, παράνομα έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, δηλαδή κάπνισε κάνναβη (κατηγορία 3) και · Μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 15/1/2023, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα της κατηγορίας 1 (κατηγορία 4) και το αδίκημα της κατηγορίας 2 (κατηγορία 5). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 15/1/2023 και περί ώρα 20:18, μέλη της Υ.Κ.Α.Ν. Αρχηγείου εντόπισαν αυτοκίνητο τo οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο (στο εξής «το όχημα»), να κινείται στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού και το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Ακολούθως, περί ώρα 20:34, το όχημα εξήλθε του αυτοκινητοδρόμου και κατευθύνθηκε προς τη Λεμεσό, μέσω του δρόμου Πεντακώμου - Μονής. Ενώ το όχημα εκινείτο σε σημείο του εν λόγω δρόμου, δόθηκαν οδηγίες όπως ανακοπεί και ερευνηθεί. Αμέσως οι Αστ.3670 και Αστ.4880 έθεσαν σε λειτουργία τους φάρους των περιπολικών που οδηγούσαν, με σκοπό την ανακοπή της πορείας του οχήματος. Ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος την παρουσία της Αστυνομίας και επιδιώκοντας να διαφύγει, προσέκρουσε με το όχημα, πρώτα μετωπικά με το περιπολικό του Αστ. 4880 και στη συνέχεια με αυτό του Αστ. 3670, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο και να κτυπήσει στο δεξί κιγκλίδωμα του δρόμου, όπου τελικά ακινητοποιήθηκε το όχημα. Ο Αστ.3670 εξήλθε του περιπολικού και αμέσως προσέγγισε το όχημα, το εσωτερικό του οποίου ερεύνησε στην παρουσία του κατηγορούμενου. Περί ώρα 20:40 εντόπισε στον χώρο αποσκευών του οχήματος και παρέλαβε ως τεκμήρια έξι νάιλον διαφανείς συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη ομοιάζουσα με κάνναβη. Ο Αστ.3670 υπέδειξε τις εν λόγω συσκευασίες στον κατηγορούμενο, εφιστώντας την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν ναρκωτικά, ξέρω το, αλλά έννεν δικά μου». Οι έξι νάιλον διαφανείς συσκευασίες, μαζί με το περιεχόμενο τους, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους, όπου έτυχαν επιστημονικής εξέτασης, ως αποτέλεσμα της οποίας διαπιστώθηκε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη, που περιεχόταν σε αυτές, ήταν κάνναβη συνολικού βάρους 6 κιλών και 480 γραμμαρίων. Κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 14/1/2023 είχε καπνίσει κάνναβη. Στις 16/1/2023 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και έκτοτε παραμένει υπό κράτηση. Όσον αφορά τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν αυτές είναι ως αναγράφονται στις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 4 και
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου και μελών της οικογένειας του. Περαιτέρω, μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του πελάτη του και αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή και συνεργασία του, στο νεαρό της ηλικίας του, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στις συνθήκες που τον οδήγησαν στο να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα και τον ρόλο που είχε στη διάπραξη τους. Εισηγήθηκε δε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου όλοι οι παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά και ταυτόχρονα απουσιάζουν παράγοντες που τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών, για το αδίκημα της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και της χρήσης τέτοιου φαρμάκου προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης ενώ για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με τη διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές (βλ. Ναζίπ ν. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 808). Εδώ φυσικά πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Esper v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία
(1992)2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα μπορεί να αποτυπωθεί ως απαύγασμα της νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, λόγω ακριβώς των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/17, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται από το ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 557). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 235/2013, ημερ. 5/10/2016, ECLI:CY:AD:2016:B469, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας παρουσιάζουν έξαρση. Σε σχέση με το ύψος των ποινών, ως λέχθηκε στην Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Στην προκειμένη η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει κατ' αρχάς από τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος, δηλαδή 6 κιλά και 480 γραμμάρια. Επιπρόσθετα, ένα στοιχείο που εντείνει τη σοβαρότητα της κολάσιμης συμπεριφοράς του, είναι η προσπάθεια του να διαφύγει όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας. Αυτό καθότι, στην προσπάθεια του αυτή προσέκρουσε διαδοχικά με δύο περιπολικά της Αστυνομίας και μάλιστα με το ένα μετωπικά, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των μελών της Αστυνομίας που επέβαιναν σε αυτά. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω, χωρίς φυσικά να μας διαφεύγει το είδος των ναρκωτικών και δη ότι επρόκειτο για κάνναβη, η οποία δεν εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και ότι εκτελούσε χρέη μεταφορέα των ναρκωτικών. Ήταν η θέση του κ. Πολυχρόνη ότι ο πελάτης του διέπραξε τα αδικήματα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε ο συνήγορος, ο κατηγορούμενος εθίστηκε σε τέτοιο βαθμό στον τζόγο, με αποτέλεσμα να απωλέσει όλες του τις οικονομίες και να δανειστεί χρήματα από τοκογλύφους. Ενόψει δε του ότι δεν μπόρεσε να εξοφλήσει το εν λόγω χρέος του, τα ως άνω πρόσωπα απειλούσαν αυτόν και την οικογένεια του και για να εξοφλήσει μέρος των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών, τον προσέγγισαν και τον ανάγκασαν να μεταφέρει την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών. Ως προς τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν. Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που έφερε τον εαυτό του σε αυτή τη θέση και έδρασε όχι χωρίς όφελος και παραγνωρίζοντας τις ενδεχόμενες συνέπειες και τα προβλήματα που θα δημιουργούσαν οι πράξεις του σε άλλα πρόσωπα. Ο ίδιος ήταν που μέσω του εθισμού του στον τζόγο δημιούργησε χρέη και στη συνέχεια επέλεξε να δανειστεί χρήματα από τοκογλύφους. Περαιτέρω ήταν αυτός που όταν δεν μπόρεσε να εξοφλήσει τα χρέη του δέχθηκε να διακινήσει, προφανώς για λογαριασμό των εν λόγω προσώπων, μια τέτοια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, αποκομίζοντας όμως και ίδιον όφελος αφού με τον τρόπο αυτό θα εξοφλούσε μέρος των οφειλομένων χρεών του. Το ότι έδρασε υπό κράτος απειλών δεν αποτελεί δικαιολογία για την παράνομη συμπεριφορά του, ούτε και μετριαστικό παράγοντα. Αυτό καθότι όφειλε εφόσον δεχόταν απειλές ο ίδιος και η οικογένεια του, να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους και όχι να εμπλακεί σε εγκλήματα αυτής της μορφής, αποτέλεσμα των οποίων είναι η εξαθλίωση άλλων ανθρώπων (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020 και Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453). Ως δε επισήμανε το Κακουργιοδικείο στην Xhaferi ανωτέρω (και επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο), «ο μόνος δρόμος για όσους δέχονται πιέσεις ή πειρασμούς είναι, είτε η απόσταση από τέτοιες παράνομες εστίες είτε η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους, κυρίως πριν την εμπλοκή τους στη διάπραξη αδικημάτων .. Δικαιολογίες για αντίθετη συμπεριφορά δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα τυγχάνουν ιδιαίτερης βαρύτητας ως μετριαστικός παράγοντας. Είναι λυπηρό που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν τα προβλήματα τους ωστόσο επέλεξαν ένα δρόμο ο οποίος με τη δική τους συνδρομή αναμενόταν ότι θα δημιουργούσε προβλήματα σε άλλους συνανθρώπους, αν τα ναρκωτικά δεν κατέληγαν στα χέρια της αστυνομίας. Πρόκειται για αδιαφορία η οποία συνδέεται άρρηκτα με την προώθηση προσωπικού συμφέροντος χωρίς ενσυναίσθηση έναντι των όποιων συνεπειών στο συνάνθρωπο». Οι ενέργειες δε του κατηγορούμενου στην προκειμένη καταδεικνύουν ότι ο ρόλος του δεν ήταν επουσιώδης, εφόσον αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Ως έχει νομολογηθεί, ο ρόλος των μεταφορέων στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών είναι εξίσου σημαντικός με αυτό των εμπόρων, αφού χωρίς τους μεταφορείς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21/2/2017). Στην πρόσφατη Xhaferi ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές με παράλληλη, όμως, επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δεν διαφέρει αφού κοινός είναι ο σκοπός και το αντικείμενο ήτοι η μόλυνση της κοινωνίας και το κέρδος (έγινε παραπομπή στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας 2005) 2 Α.Α.Δ. 466 και στην Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη ίδια υπόθεση: «Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει». Θα πρέπει επίσης να λεχθεί, ως έχει σημειωθεί και από τη σχετική νομολογία, ότι η πείρα καταδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως συνεργάτες άτομα ευάλωτα, με ειδικά προβλήματα, που έχουν κάποια ανάγκη, όπως ο κατηγορούμενος στην προκειμένη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί όμως να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. Marius v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/14 ημερ. 27/5/201). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε υπόψη την απολογία και την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Δεν διαφεύγει δε της προσοχής μας ούτε το γεγονός ότι συνεργάσθηκε με την Αστυνομία κατά τη σύλληψη του αλλά και ότι αργότερα μέσω της θεληματικής του κατάθεσης παραδέχθηκε ότι την προηγούμενη ημέρα κάπνισε κάνναβη (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 119). Έχουμε δε πάντα υπόψην μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66). Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Στην παραδοχή ενός κατηγορουμένου δίδεται λοιπόν η δέουσα βαρύτητα, αλλά υπό περιστάσεις όπως της παρούσας, όπου ο κατηγορούμενος ουσιαστικά συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω να διαπράττει τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2, η παραδοχή είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι ένας πολύ σημαντικός μετριαστικός παράγοντας, που λαμβάνεται υπόψην προς όφελος του εφόσον του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψην είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Εδώ να λεχθεί ότι σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικά το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, ναι μεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, αλλά ειδικά σε αυτό τον τομέα οι νεαροί θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι τα ναρκωτικά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους (βλ. Marius ανωτέρω). Στην προκειμένη έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, λαμβάνουμε δεόντως υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι 23 ετών. Η ηλικία του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(i) του Νόμου 29/77, είναι ένας από τους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Το πιο πάνω λαμβάνεται φυσικά υπόψη χωρίς να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της όλης κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και τα όσα έχουμε προαναφέρει. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εντάχθηκε στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ» και το ολοκλήρωσε με επιτυχία (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας
(2016)2(Α) Α.Α.Δ. 364). Η προθυμία του κατηγορουμένου να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(v) του Νόμου 29/77, είναι ένας από τους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ότι απουσιάζουν από το πρόσωπο του κατηγορουμένου εκείνοι οι παράγοντες που, σύμφωνα με το 30
(4)(α) του Νόμου 29/77, καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε ιδιαίτερα σοβαρά. Η απουσία τέτοιων παραγόντων, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(vii) του ίδιου Νόμου, παράγοντα που καθιστά τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Ως προς τη θέση του κ. Πολυχρόνη ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και οι υπόλοιποι παράγοντες που, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) του Νόμου 29/77, καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν ισχύει καθότι, πέραν των όσων έχουμε προαναφέρει σχετικά και τα οποία λαμβάνουμε υπόψη, δεν ισχύουν οι υπόλοιποι παράγοντες. Άλλοι παράγοντες, τους οποίους λαμβάνουμε υπόψην είναι οι προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα ότι: · Είναι ηλικίας 23 ετών. · Όταν φοιτούσε στο Γυμνάσιο, διαφάνηκε ότι είχε μαθησιακές δυσκολίες και οι ειδικοί τον ενέταξαν στη στήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες. · Ήταν θύμα εκφοβισμού (bullying) από τους συμμαθητές του λόγω των μαθησιακών του δυσκολιών, του συμπεριφέρονταν πολύ άσχημα, τον πείραζαν συνεχώς, τον αποκαλούσαν με πολύ άσχημους χαρακτηρισμούς και απέφευγε να απαντήσει, συσσώρευε τον θυμό και τα συναισθήματα του. · Διακατεχόταν από κατάθλιψη, άγχος, φόβο, ανησυχία, προβλήματα στη συγκέντρωση που προκλήθηκαν από την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι ένεκα των οικονομικών προβλημάτων. · Παράλληλα με το σχολείο, εργαζόταν σε εστιατόριο για να συνεισφέρει κατά το μέγιστο στην οικογένεια του και να εξασφαλίσει ο ίδιος ένα μικρό εισόδημα. · Όταν εκτελούσε την στρατιωτική του θητεία ήθελε να σπουδάσει, όμως δεν το έπραξε λόγω των κακών οικονομικών συνθηκών της οικογένειας του. Ο κ. Πολυχρόνης εισηγήθηκε ότι θα αποτελέσει για τον κατηγορούμενο εξωδικαστηριακή τιμωρία το γεγονός ότι δεν θα βιώσει τη γέννηση του παιδιού της μιας του αδερφής και τον γάμο της άλλης του αδερφής. Ως προς την εισηγήση αυτή δέον όπως λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας αποτελεί πράγματι παράγοντα μετριασμού της ποινής. Τέτοιο όμως στοιχείο εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στον δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Polycarpou v. The Police
(1970)2 C.L.R. 111 και Πετρίδης ν. Αστυνομίας
(2016)2(A) Α.Α.Δ. 44). Στην προκειμένη οι συγκεκριμένες συνέπειες που θα έχει ο κατηγορούμενος δεν είναι κατά την κρίση μας τέτοιου είδους και σοβαρότητας ώστε να μπορούν να θεωρηθούν και να ληφθούν υπόψη ως «εξωδικαστηριακή τιμωρία». Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν λαμβάνονται υπόψη. Λαμβάνονται όμως υπόψη ως συνέπειες που κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων θα υποστεί ο κατηγορούμενος ως αποτέλεσμα ενδεχόμενης επιβολής σε αυτόν ποινής φυλάκισης. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, σε αυτού του είδους των υποθέσεων, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Έφεση Αρ. 137/15, ημερ. 2/6/2016). Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και της ανάγκης για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοιες επιβάλλονται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98) και ειδικά ότι για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλονται τέτοιες ποινές εκτός αν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ότι είναι ακατάλληλα. Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Στις κατηγορίες 4 και 5 δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφούνται - περιλαμβάνονται στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία συνωμότησε ο κατηγορούμενος δηλαδή αυτά των κατηγοριών 1 και 2, στις οποίες ήδη επιβάλαμε ποινή (βλ. Χασσάν κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 742). Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα δηλαδή από τις 16/1/2023. Τα επίδικα ναρκωτικά να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.