← Κύπρος

Abdulaziz Saif Zaid Al Mahrizi ν. Said Soboh, Αρ. Υπόθεσης:10915/2021, 28/4/2023

Abdulaziz Saif Zaid Al Mahrizi ν. Said Soboh, Αρ. Υπόθεσης:10915/2021, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10915/2021 Abdulaziz Saif Zaid Al Mahrizi Παραπονούμενου εναντίον Said Soboh Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κ Τ. Κουκούνης Για τον Κατηγορούμενο: κ Π. Λοίζου Κατηγορούμενος: παρών Απόφαση (Εκ πρώτης όψεως) Στην παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις

(4)συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν, στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις στη βάση του άρθρου 298 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία), στο αδίκημα της απάτης στη βάση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία), στο αδίκημα της απειλής στη βάση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και στο αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και δόλο στη βάση του άρθρου 301 του Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Όσον αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 4 σημειώνεται ότι το ισχυριζόμενο παράνομα αποκτηθέν ποσό είναι το ποσό των €250.000, με τις λεπτομέρειες αδικήματος για κάθε κατηγορία να είναι, σε μεγάλο βαθμό, επίσης κοινές. Σύμφωνα λοιπόν με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι: «.κατά τη χρονική περίοδο 2016 - 2017 εξασφάλισε από τον κατήγορο παράνομα και με σκοπό καταδολίευσης του κατηγόρου συνολικό ποσό ύψους €250.000, παριστάνοντας ψευδώς στον κατήγορο ότι τα λεφτά αυτά θα χρησιμοποιούντο και θα επενδύονταν στην επιχείρηση πώλησης ρούχων που θα άνοιγε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, τη στιγμή που τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο για δικά του προσωπικά έξοδα, ανάγκες και σκοπούς.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας κατηγορείται ότι: «.κατά τη χρονική περίοδο 2016 - 2017 με δόλιο τέχνασμα και επινόημα υποκίνησε τον κατήγορο να του αποστείλει συνολικό ποσό ύψους €250.000, παριστάνοντας στον κατήγορο ψευδώς, δόλια και παράνομα ότι τα λεφτά αυτά θα χρησιμοποιούντο και θα επενδύονταν στην επιχείρηση πώλησης ρούχων που θα άνοιγε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, τη στιγμή που τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο για δικά του προσωπικά έξοδα, ανάγκες και σκοπούς.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας κατηγορείται ότι: «.κατά το έτος 2018 προκάλεσε στον κατήγορο τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με βία και με δυσφήμηση και αποστέλλοντας σε αυτόν απειλητικά μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο.» Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας κατηγορείται ότι: «. κατά τη χρονική περίοδο 2016 - 2017 εξασφάλισε από τον κατήγορο παράνομα και με σκοπό καταδολίευσης του κατήγορου πίστωση συνολικού ύψους €250.000, παριστάνοντας ψευδώς στον κατήγορο ότι τα λεφτά αυτά θα χρησιμοποιούντο και θα επενδύονταν στην επιχείρηση πώλησης ρούχων που θα άνοιγε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, τη στιγμή που τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο για δικά του προσωπικά έξοδα, ανάγκες και σκοπούς χωρίς καμία πρόθεση επιστροφής των χρημάτων αυτών στον κατήγορο.» Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν συνολικά 7 μάρτυρες κατηγορίας ήτοι ο παραπονούμενος ως Μ.Κ.1, η Ντάλια Παπάμιχαηλ, ορκωτή μεταφράστρια της Αραβικής γλώσσας, ως Μ.Κ.2, ο Αναπλ. Λοχίας 2762, Μιχάλης Πιττάλης, ως Μ.Κ.3, η Δέσποινα Παπάμιχαηλ, λειτουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Επαρχιακού Γραφείου Λεμεσού, ως Μ.Κ.4, ο Νίκος Κροκίδης, λειτουργός Εσωτερικών Προσόδων του Τμήματος Φορολογίας, ως Μ.Κ.5, ο Χαράλαμπος Λουκά, λειτουργός στο Τμήμα Φορολογίας, Έμμεσης Φορολογίας - Φ.Π.Α., ως Μ.Κ.6 και ο Παναγιώτης Κωνσταντίνου, επόπτης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, ως Μ.Κ.
  1. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) στην Αγγλική γλώσσα η οποία με τη βοήθεια διερμηνέα μεταφράστηκε δια ζώσης και στην Ελληνική κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  2. Στο σύνολο τους κατατέθηκαν 16 τεκμήρια. Κατωτέρω, καταγράφεται συνοπτικά η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής για σκοπούς της παρούσας. Τονίζεται, ότι οι πιο κάτω αναφορές στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας συνιστούν μόνο μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας τους η οποία γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου ούτε διατύπωση ευρημάτων συνεπεία λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας των αφού αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για τέτοια διεργασία. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο περί το 2016, μέσω της τότε αρραβωνιαστικιάς του, αφού αυτός τύγχανε πατριός αυτής, ο οποίος και του συστήθηκε ως επιχειρηματίας. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τον εν λόγω χρόνο δραστηριοποιείτο στον κλάδο λιανικής πώλησης ρουχισμού, πρότεινε στον παραπονούμενο όπως επενδύσει στη νέα επιχειρηματική του δραστηριότητα που αφορούσε στη δημιουργία ενός καταστήματος πώλησης ανδρικού ρουχισμού πολυτελείας (high end) στο οποίο μεταξύ άλλων θα πωλούντο ρούχα μάρκας Brioni καθώς και αξεσουάρ. Εισηγήθηκε δε προς τούτο όπως του αποστείλει χρήματα στον προσωπικό του λογαριασμό μέχρις ότου διευθετούσε τη σύσταση μιας Κυπριακής εταιρείας η οποία και θα αναλάμβανε την επιχείρηση του καταστήματος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτός αποδέχτηκε την πρόταση υπό την προϋπόθεση ότι όποια χρήματα δίδοντο θα ήτο υπό μορφή δανείου ενώ στο μεσοδιάστημα, ανέφερε στον κατηγορούμενο, ότι θα έπρεπε να εξευρεθεί κάποιος τρόπος ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι όντως τα χρήματα θα επιστρέφοντο πίσω. Τότε ο κατηγορούμενος αποφάσισε όπως στην υπό σύσταση εταιρεία θα διορίζετο ο ίδιος ως διευθυντής και γραμματέας και θα επέτρεπε στον παραπονούμενο να είναι ο μοναδικός μέτοχος αυτής ως ένα τρόπο εξασφάλισης ότι τα χρήματα θα αποπληρώνοντο πίσω σε αυτόν. Εν τέλει, συστάθηκε η Κυπριακή εταιρεία Rolani Ltd (εν τοις εφεξής «η εταιρεία») στην οποία διευθυντής και γραμματέας διορίστηκε ο κατηγορούμενος και μοναδικός μέτοχος ο παραπονούμενος (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τον παραπονούμενο εμπιστευόμενος ότι ο κατηγορούμενος θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα για τη νέα αυτή επιχειρηματική δραστηριότητα απέστειλε σε αυτόν, στον προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό, στις 07/11/2016 το αρχικό ποσό των €80.000 (Τεκμήριο 4 και 9). Σκοπός του εν λόγω εμβάσματος, ως του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος, ήτο για να εξασφαλιστεί απόθεμα Brioni από άλλο κατάστημα στη Λεμεσό, να ενοικιαστεί συγκεκριμένο κατάστημα το οποίο εξευρέθη στη Λεμεσό με μηνιαίο μίσθωμα €1.000, για την ενοικίαση του οποίου απαιτείτο η προκαταβολική πληρωμή των 6 πρώτων μηνιαίως μισθωμάτων, καθώς και για την κάλυψη διαφόρων άλλων εξόδων. Ο δε κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία ότι η εταιρεία δεν είχε ακόμα συσταθεί, προχώρησε στην υπογραφή ενοικιαστηρίου εγγράφου για το κατάστημα εμφανιζόμενος ο ίδιος ως ενοικιαστής (Τεκμήριο 5) ενώ στη συνέχεια, ψευδώς, τον διαβεβαίωνε ότι το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο μεταφέρθηκε στο όνομα της εταιρείας χωρίς όμως οποτεδήποτε να του αποστείλει οιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο. Εν τέλει, διαφάνηκε, ότι η εν λόγω αλλαγή ουδέποτε έλαβε χώρα, γεγονός που ο ίδιος επιβεβαίωσε μέσω του ιδιοκτήτη του εν λόγω καταστήματος. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας και πάλι ως δικαιολογία ότι για τους σκοπούς του καταστήματος ήτο απαραίτητο να αγοραστεί ένα αυτοκίνητο, προχώρησε, με τα χρήματα που του απέστειλε ο παραπονούμενος, στην αγορά ενός μεταχειρισμένου οχήματος μάρκας BMW X5 το οποίο όμως ενεγράφη επ' ονόματί του και όχι στο όνομα της εταιρείας. Επιπλέον, χρησιμοποίησε τα χρήματά του για σκοπούς ανακαίνισης του καταστήματος και αγοράς νέων υλικών χωρίς όμως να εφοδιάσει την εταιρεία με οιεσδήποτε αποδείξεις, αφού ο κατηγορούμενος, για τις εν λόγω εργασίες, χρησιμοποίησε φίλους και γνωστούς οι οποίοι πληρώθηκαν με μετρητά χωρίς οποτεδήποτε να εκδώσουν αποδείξεις. Ενόσω το κατάστημα τέθηκε σε λειτουργία ο κατηγορούμενος του ζήτησε όπως προχωρήσει στην επένδυση περισσότερων χρημάτων για να καλυφθούν τα λειτουργικά του έξοδα ενώ επιπλέον προχώρησε και στην πρόσληψη ενός υπαλλήλου, ισχυριζόμενος ότι ήθελε βοηθό στο κατάστημα. Τότε αυτός προέβη ξανά σε τραπεζικό έμβασμα για να καλυφθούν τα εν λόγω λειτουργικά έξοδα αλλά και για να αυξηθεί το απόθεμα ρουχισμού του καταστήματος, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια όμως, κατέστη εμφανές, ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το πολύ παλαιό απόθεμα ρουχισμού που είχε από το παλιό του κατάστημα στο καινούργιο, από το οποίο και το πουλούσε, παρά το ότι αυτό δεν άξιζε σχεδόν τίποτα, επιδιώκοντας κατ' ουσία να κερδίσει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε από τα χρήματα που του απέστειλε υπό τη μορφή πληρωμών για το εν λόγω απόθεμα. Επίσης, ο κατηγορούμενος, ο οποίος επιθυμούσε να ενοικιάσει ακόμα ένα κατάστημα για να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης του εκτός εποχής αποθέματος, χωρίς τη γνώση του παραπονούμενου, προχώρησε και ενοικίασε, χρησιμοποιώντας τα δικά του χρήματα και πάλι, κάτω από το δικό του όνομα, ένα ακόμα κατάστημα το οποίο χρησιμοποίησε για ένα χρονικό διάστημα μέχρι που αναγκάστηκε να το παραδώσει πίσω. Ήτο δε η θέση του παραπονούμενου ότι μετά την πάροδο κάποιων μηνών ο κατηγορούμενος άρχισε να αλλάζει τις αρχικές του δηλώσεις αναφορικά με την επιχείρηση ρουχισμού αναφέροντάς του ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν απέδιδε οικονομικά. Τότε, επέμεινε όπως προχωρήσει στη δημιουργία ενός επενδυτικού γραφείου στη Λεμεσό το οποίο θα έδιδε συμβουλές σε ξένους επενδυτές στην Κύπρο και χωρίς τη γνώση του προχώρησε στην υπογραφή ενοικιαστηρίου εγγράφου για την ενοικίαση ενός διαμερίσματος / γραφείου πάνω από το κατάστημα το οποίο είχε αρχικά ενοικιαστεί για την επιχείρηση ρουχισμού για τον σκοπό αυτό. Επίσης, προχώρησε στην αντικατάσταση του οχήματος BMW X5 με ένα Mercedes ML350 χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία ότι το πρώτο δεν ήτο σε καλή μηχανική κατάσταση ισχυριζόμενος μάλιστα ότι κατέβαλε στον ιδιοκτήτη του δεύτερου οχήματος, με τον οποίο και αντάλλαξε οχήματα, επιπλέον ποσό €2.
  3. Επιπλέον, προχώρησε στην αγορά ενός αυτοκινήτου Mazda RX8 προσποιούμενος και πάλι ότι αυτό ήτο αναγκαίο για τους σκοπούς της επιχείρησης του καταστήματος ενώ εν τέλει, ως διεφάνη, ήτο ακόμα ένας τρόπος για να πάρει τα χρήματά του. Μέχρι και τον Ιούλιο του 2017 ο παραπονούμενος του έδωσε τόσο σε μετρητά όσο και μέσω τραπεζικών εμβασμάτων που έγιναν είτε στον προσωπικό λογαριασμό του ιδίου είτε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας το συνολικό ποσό των €250.
  4. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ενόψει των ανησυχιών που είχε ότι υπήρξε θύμα απάτης του κατηγορούμενου, ξεκίνησε να ζητά όπως τον εφοδιάσει με αποδείξεις για όλα τα έξοδα στα οποία προέβη καθώς επίσης και με τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για να διαφανεί ποιο ακριβώς ήτο το εισόδημα που είχε η επιχείρηση. Τότε ο κατηγορούμενος του έδωσε αρχικά κάποιες καταστάσεις σε μορφή excel τις οποίες δημιούργησε ο ίδιος οι οποίες όμως δεν συνοδεύοντο από οιοδήποτε υποστηρικτικό / αποδεικτικό έγγραφο. Όταν δε του ζητούσε επανειλημμένα να του παρουσιάσει υποστηρικτικά έγγραφα ο κατηγορούμενος με διάφορες προφάσεις έβρισκε δικαιολογίες για να μην του δώσει αυτά, προφανώς επειδή τέτοια δεν υπήρχαν. Περί το 2018 προχώρησε στον διορισμό ενός εξωτερικού ελεγκτικού οίκου με σκοπό να επιθεωρήσουν τα οικονομικά και τις δραστηριότητες τόσο του καταστήματος όσο και του επενδυτικού γραφείου. Ο κατηγορούμενος καμία βοήθεια προσέφερε στους ελεγκτές και καμία απόδειξη παρουσίασε σε αυτούς ούτως ώστε να τους βοηθήσει στο έργο τους. Όταν ο ίδιος εξάσκησε πολλή πίεση πάνω του για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του αυτή ο κατηγορούμενος εν τέλει εφοδίασε τους ελεγκτές με μερικές τραπεζιτικές καταστάσεις λογαριασμών της εταιρείας (Τεκμήριο 6). Με δεδομένο όμως ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν ήτο αρκετές, μετά από μια μακρά συζήτηση μαζί του, ο κατηγορούμενος εν τέλει αποδέχτηκε όπως γίνει έρευνα από τους εξωτερικούς ελεγκτές χωρίς όμως και πάλι να παρέχει οιαδήποτε βοήθεια ή και έγγραφα σε αυτούς με τη δικαιολογία ότι όλα τα απαραίτητα έγγραφα κρατούντο από τον ελεγκτή της εταιρείας ο οποίος αρνείτο να τα παραδώσει αφού του οφείλετο ποσό €2.000 το οποίο ο ίδιος δεν μπορούσε να καταβάλει. Πέραν των πιο πάνω, ήτο ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ο εξωτερικός ελεγκτής που διόρισε προέβηκε πρόσφατα σε αρκετές έρευνες και ανακάλυψε ότι η εταιρεία πιθανόν να μην έχει αριθμό κοινωνικών ασφαλίσεων, ότι αυτή ουδέποτε ενεγράφη στο Τμήμα Φορολογίας για σκοπούς Φ.Π.Α. και ότι μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, Φ.Π.Α. ή φόρους. Περαιτέρω, ο ίδιος επιβεβαίωσε τις ατασθαλίες του κατηγορούμενου όταν απέστειλε φιλικό του πρόσωπο στο κατάστημα για σκοπούς αγοράς ενός ζεύγους καλτσών οπόταν ο κατηγορούμενος και / ή ο βοηθός αυτού δεν του εξέδωσαν κανονική απόδειξη του Φ.Π.Α. αλλά μια απόδειξη πληρωμής (payment voucher) την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Ανάμεσα δε στις πολλές παράνομες πράξεις του κατηγορούμενου αυτός ξεκίνησε να αγοράζει εμπόρευμα από Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το οποίο, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε, ήτο απομίμηση. Ο ίδιος διαφώνησε με αυτές τις πρακτικές ενημερώνοντάς τον κατηγορούμενο ότι ως ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας θα ήτο και ο μοναδικός υπεύθυνος για τις οποιεσδήποτε παρανομίες διευκρινίζοντας στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος ουδέποτε αναμίχθηκε στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης του καταστήματος αλλά ούτε και προχώρησε στην τοποθέτηση οιασδήποτε παραγγελίας είτε σε ημεδαπούς είτε σε αλλοδαπούς προμηθευτές. Το μόνο που έπραττε ήτο να διοχετεύει τα προσωπικά του χρήματα στην επιχείρηση του καταστήματος χωρίς οποτεδήποτε να του δίδεται από τον κατηγορούμενο οποιοσδήποτε λογαριασμός για το πού ακριβώς αυτά χρησιμοποιούντο. Όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα του έδιδε οποιαδήποτε εύλογη επεξήγηση για το πού ξοδεύτηκε το ποσό των €250.000 που του έδωσε αναζήτησε νομική συμβουλή με τους δικηγόρους του να αποστέλλουν με ιδιώτη επιδότη επιστολή ημερομηνίας 24/01/20219 στον κατηγορούμενο η οποία του επιδόθηκε προσωπικά (Τεκμήριο 8) και με την οποία ζητούσε όπως του επιστρέψει τα χρήματά του χωρίς όμως οποτεδήποτε ο κατηγορούμενος να πράξει τούτο ή να απαντήσει στην εν λόγω επιστολή. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο από τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος τον εξαπάτησε λαμβάνοντας συνολικά το ποσό των €250.000 προσποιούμενος ότι τα εν λόγω χρήματα θα χρησιμοποιούντο για τις ανάγκες του καταστήματος. Αντιθέτως όμως τα εν λόγω χρήματα δαπανήθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο για να καλύπτει τα προσωπικά του έξοδα, τον δαπανηρό τρόπο ζωής και για να στήσει τη δική του προσωπική επιχείρηση από την οποία θα μπορούσε να ζητά από τον ίδιο για περισσότερα χρήματα εκμεταλλευόμενος τη φιλία των αλλά και τις καλές του προθέσεις. Ο κατηγορούμενος με τις πράξεις του, τα λόγια του αλλά και τις υποσχέσεις του από την αρχή ψευδώς παρουσίασε σε αυτόν τον πραγματικό σκοπό της εταιρείας αλλά και το εισόδημα αυτής, αποκρύβοντας ταυτόχρονα σημαντικά γεγονότα που αφορούσαν τη λειτουργία της. Ο ίδιος δε στηρίχθηκε σε αυτές τις ψευδείς παραστάσεις με αποτέλεσμα να εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο ο οποίος με τις απατηλές του πράξεις του προκάλεσε οικονομική ζημιά της τάξης των €250.
  6. Τέλος, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του απέστελλε γραπτά μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο τα οποία ήσαν απειλητικά της ζωής του και βίαια (Τεκμήριο 10). Ως αποτέλεσμα των εν λόγω μηνυμάτων ο ίδιος απειλήθηκε, ανησύχησε και φοβήθηκε, συναισθήματα τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα με τον ίδιο μάλιστα να φοβάται για την ίδια του τη ζωή. Προφορικά, ο μάρτυρας και με αναφορά στα απειλητικά μηνύματα που του απέστειλε ο κατηγορούμενος, Τεκμήριο 10, τα οποία σημειώνεται κατατέθηκαν στην Αραβική γλώσσα, προχώρησε σε μετάφραση αυτών για να καταδειχθεί στο Δικαστήριο το απειλητικό του χαρακτήρα των. Τα εν λόγω μηνύματα, 3 στο σύνολο, μαζί με μια εικόνα που απεικονίζει ένα σκύλο, σύμφωνα με τον μάρτυρα ανέφεραν τα ακόλουθα. Πρώτο μήνυμα: «Θα κλάψεις μπροστά σε ανθρώπους, μπάσταρδε, ορκίζομαι στον Θεό, θα δεις κάτι από εμένα το οποίο δεν έχεις δει στη ζωή σου.». Δεύτερο μήνυμα: «Αυτό που έχεις κάνει, θα σου στοιχίσει πολλά. Ψεύδεσαι όπως συνήθως. Ότι θα πάρεις δάνειο και παίζεις με τον ελεγκτή και τον δικηγόρο, να με βάλετε σε φασαρίες, αλλά ο μεγάλος Θεός είναι εδώ. Ορκίζομαι στον Θεό ότι θα σε κάνω να μην μπορείς να βγεις από το σπίτι. Έχω τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ εμού και εσένα εξηγώντας πως κάνεις σεξ με τους σκύλους. Επιτρέπεις στους σκύλους να γλύφουν το πέος σου. Επίσης, ένα video, ενώ παίζεις με το πέος σου στο διαμέρισμα της Σιρίν. Ορκίζομαι στον Θεό θα τα βάλω στο facebook. Επίσης, εικόνες που δείχνουν ότι όταν είσαι στο Dubai με τα τηλεφωνήματα, ενώ αγοράζεις προϊόντα απομίμησης από το WY IN. Ορκίζομαι στον Θεό θα σου δείξω γέλιο ότι θέλεις να αναπτύξεις την εταιρεία και να πάρεις δάνειο, εσύ μπάσταρδε, ξέρεις ότι έδωσα επιταγή και υποσχέθηκες στον ιδιοκτήτη του γραφείου για πληρωμή και μετά εξαφανίστηκες, μέχρι αυτό αναπτύχθηκε και έφτασε στη δίωξη, ο Θεός είναι μεγάλος θα δεις όλα τα οποία έχω θα έρθουν στην οικογένειά σου και στον πρόεδρο της τράπεζας.». Τρίτο μήνυμα: «Σύντομα θα σου στείλω τη βιντεόκληση ότι εξηγείς πώς επιβάλλεις στους δύο σκύλους να γλείψουν το πέος σου.». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, με αναφορά στα μηνύματα, Τεκμήριο 10, και κατά πόσο τα εν λόγω μηνύματα συνδέονταν μεταξύ των υπό την έννοια ότι με το πρώτο μήνυμα αλλά και το δεύτερο αυτό το οποίο ο κατηγορούμενος εννοούσε ήτο ότι θα αποκάλυπτε το βίντεο για το οποίο γινόταν αναφορά στο δεύτερο μήνυμα, αρχικά ανέφερε ότι η δημοσίευση ενός τέτοιου βίντεο καταφανώς συνιστούσε απειλή ενώ στη συνέχεια συμπλήρωσε ότι τα όσα περιελάβανε το πρώτο μήνυμα ήταν αρκετά πλατιά ούτως ώστε να εκληφθούν ως απειλή για άσκηση βίας. Ερωτώμενος δε να απαντήσει κατά πόσο βίντεο με το περιεχόμενο που ο κατηγορούμενος περιέγραψε στο δεύτερο μήνυμα υπάρχει ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά διευκρινίζοντας ότι αυτά αποτελούσαν ψεύδη του κατηγορούμενου τα οποία και πάλι όμως προκάλεσαν σε αυτόν φόβο αφού ο κατηγορούμενος απειλούσε να αποστείλει αυτό στην οικογένειά του, τους φίλους του αλλά και στον πρόεδρο της τράπεζας που εργαζόταν, κάτι που καταφανώς συνιστούσε επέμβαση στην προσωπική του ζωή. Περαιτέρω, με αναφορά στο Τεκμήριο 10 ζητήθηκε από τον μάρτυρα να υποδείξει το μέρος αυτό των μηνυμάτων από το οποίο προκύπτει ότι απειλήθηκε με άσκηση βίας προς το πρόσωπό του, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι η πρόθεση προέκυπτε ξεκάθαρα χωρίς ο ίδιος να μπορούσε να προβλέψει τον τρόπο υλοποίησης αφού κάποιες απειλές έγιναν προφορικά στα πλαίσια των μεταξύ των τηλεφωνικών συνομιλιών. Σε σχετική ερώτηση για το πού ακριβώς γνώρισε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνώρισε αυτόν στο παλιό κατάστημα το οποίο διατηρούσε στη Λεμεσό και στο οποίο ασκούσε επιχείρηση πώλησης ρούχων το οποίο και βρισκόταν πλησίον του καταστήματος που μεταγενέστερα ενοικιάστηκε για να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες της νέας επιχείρησης στην οποία επένδυσε. Επανέλαβε δε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος, εξ αρχής τον εξαπάτησε καταστρώνοντας το τέλειο σχέδιο για να του αποσπάσει χρήματα για αποκλειστικά δικούς του σκοπούς, λέγοντας του ψέματα ότι η νέα επιχείρηση θα ήτο επικερδής ενώ ως διαφάνηκε στη συνέχεια, παρά το ότι η εταιρεία συστάθηκε και ο ίδιος κατέστη ο μοναδικός μέτοχος αυτής, ουδέποτε αυτή ενεγράφη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ή στο Τμήμα Φορολογίας για σκοπούς Φ.Π.Α. με τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί την εν λόγω εταιρεία ως μέσο για να παίρνει τα χρήματά του και να τα χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς. Όταν δε υποδείχθηκε στον μάρτυρα αντίγραφο σχετικής γνωστοποίησης εγγραφής της εταιρείας στο Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 11) καθώς και αντίγραφο σχετικού κατηγορητηρίου που στρεφόταν εναντίον της εταιρείας και του κατηγορούμενου αναφορικά με παράληψη καταβολής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση) επανέλαβε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος τον εφοδίασε με υποστηρικτικά έγγραφα αναφορικά με την εγγραφή της εταιρείας στο Φ.Π.Α. και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ενώ ο ίδιος μετά από έλεγχο που προέβη ο εξωτερικός ελεγκτής που διόρισε ενημερώθηκε ότι τέτοια εγγραφή πιθανόν να μην έγινε ποτέ. Επιπλέον των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε, αντεξεταζόμενος, ότι προτού καταχωριστεί η υπό κρίση ιδιωτική ποινική υπόθεση ο ίδιος προχώρησε και σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία με την αστυνομία να καταλήγει ότι δεν αποκαλύπτονταν ποινικά αδικήματα και ότι τα όσα κατήγγειλε συνιστούσαν ιδιωτική διαφορά μεταξύ του και του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 13). Ο ίδιος όμως επειδή εμμένει στη θέση ότι εξαπατήθηκε από τον κατηγορούμενο, από τον οποίον και βλάφθηκε, και αφού ο σχετικός νόμος του το επιτρέπει έκρινε ορθότερο όπως προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη, αρνούμενος ότι η παρούσα καταχωρίστηκε με αποκλειστικό σκοπό να ταλαιπωρήσει τον κατηγορούμενο. Με αναφορά στο όχημα μάρκας BMW X5, το οποίο ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι αγοράστηκε από τον κατηγορούμενο και μεταβιβάστηκε επ' ονόματί του και όχι επ' ονόματι της εταιρείας, υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμήριο 12 ήτοι πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος συνοδευόμενο από φωτογραφία του οχήματος, της ίδιας μάρκας που αυτός ανέφερε, στη βάση του οποίου διαφαίνεται ότι αυτό ενεγράφη επ' ονόματι της εταιρείας με τον μάρτυρα να περιορίζεται να αναφέρει ότι ουδέποτε αυτά τα έγγραφα παρουσιάστηκαν είτε στον ίδιο είτε στον εξωτερικό ελεγκτή όταν ζητήθηκαν χωρίς ο ίδιος να μπορεί να αναφέρει αν το εν λόγω όχημα είναι το ίδιο με αυτό που ο ίδιος ανέφερε. Τούτο διότι δεν ήτο σε θέση να γνωρίζει αν οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 12 συμπίπτουν με τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί. Συμπλήρωσε δε ότι παρά το γεγονός ότι έχει στην κατοχή του φωτογραφίες από τις οποίες μπορεί να πιστοποιήσει κατά πόσο το όχημα του Τεκμηρίου 12 είναι το ίδιο με αυτό που αγοράστηκε από τον κατηγορούμενο δεν ήτο σε θέση να πράξει τούτο κατά τη μαρτυρία του αφού δεν τις είχε μαζί του. Περαιτέρω, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το ποσό των €80.000 που αρχικά μετέφερε στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου στις 07/11/2016 αφορούσε πληρωμή για την αγορά 3 ρολογιών που αυτός αγόρασε από τον κατηγορούμενο προσθέτοντας ότι ο τελευταίος κατά τον εν λόγω χρόνο «ήταν απένταρος» και δεν είχε οποιοδήποτε κατάστημα. Διαφώνησε περαιτέρω ότι ήταν συνεργάτες με τον κατηγορούμενο στην επιχείρηση που ανοίχθηκε αφού ο κατηγορούμενος τον έβαλε μέτοχο στην εταιρεία αποκλειστικά και μόνο για να τον ξεγελάσει για να του αποσπάσει κατ' ουσία χρήματα για τη δική του επιχείρηση. Επίσης, αρνήθηκε ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος επένδυσε χρήματα στη νέα επιχείρηση καθώς και ότι όταν η επιχείρηση δεν πέτυχε ο ίδιος εξαφανίστηκε αφήνοντας τον πρώτο εκτεθειμένο επαναλάμβανοντας τη θέση ότι το συνολικό ποσό των €250.000 δόθηκε υπό μορφή δανείου με την προϋπόθεση ότι θα του επιστρέφετο. Η Μ.Κ.2 με αναφορά στη σειρά μηνυμάτων, Τεκμήριο 10, τα οποία είναι συνταγμένα στην Αραβική γλώσσα προχώρησε στη μετάφραση αυτών από το εδώλιο του μάρτυρα στην Ελληνική γλώσσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μάρτυρα, τα εν λόγω μηνύματα, σε πιστή μετάφραση στην Ελληνική, αναφέρουν τα ακόλουθα: 1ο μήνυμα: «Θα κλάψεις όταν θα γίνεις ρεζίλι στον κόσμο τιποτένιε. Ορκίζομαι στον Θεό θα δεις από εμένα αυτά που δεν έχεις δει στη ζωή σου.» 2ο μήνυμα: «Η κίνηση που έκανες θα σου κοστίσει ακριβά. Λες ψέματα όπως συνήθως ότι θα πάρεις δάνειο και εσύ παίζεις παιχνίδια με τον λογιστή και τον δικηγόρο για να με μπλέξετε. Αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Ορκίζομαι στον Θεό θα σε κάνω να μην μπορείς να βγεις από το σπίτι σου. Έχω τηλεφώνημα από εσένα που μου περιγράφεις πως κάνεις σεξ με τα σκυλιά και αφήνεις τα σκυλιά να γλύψουν το πέος σου και επίσης ένα video που παίζεις με το πέος σου στο διαμέρισμα της Σιρίν. Ορκίζομαι στον Θεό ότι θα τα βάλω στο facebook και επίσης φωτογραφίες που αγοράζεις τα πλαστά εμπορεύματα από WYIN. Ορκίζομαι στον Θεό θα σου δείξω να γελάσεις ότι θέλεις να δημιουργήσεις εταιρεία και να πάρεις δάνειο πρόστυχε ξέρεις ότι έδωσα τσέκκι και υπόσχεσαι στην ιδιοκτήτρια του γραφείου ότι θα πληρώσεις και μετά εξαφανίζεσαι μέχρι που μεγάλωσε το θέμα και έφτασε στην αστυνομία. Ο Θεός είναι μεγάλος, θα δεις. Ό,τι έχω θα φτάσει στην οικογένειά σου και στον CEO της τράπεζας.» 3ο μήνυμα: «Σύντομα θα σου στείλω το τηλεφώνημα όπου περιγράφεις πως αναγκάζεις τα σκυλιά να γλύψουν το πέος σου, βρωμιάρη.» Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και ήτο το πρόσωπο που προχώρησε στην εξέταση της καταγγελίας που ο παραπονούμενος υπέβαλε στην αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου. Αφού αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη, αφού εξέτασε το γραπτό παράπονο που υπέβαλε ο παραπονούμενος και έλαβε καταθέσεις από συγκεκριμένα πρόσωπα, περιλαμβανομένων του παραπονούμενου, του κατηγορούμενου, του προσώπου που προσλήφθηκε από την εταιρεία Rolani Ltd ως πωλητής ρούχων και του λογιστή/ελεγκτή που διαχειριζόταν την προαναφερόμενη εταιρεία, ανέφερε ότι συνέταξε μια έκθεση την οποία και απέστειλε για γνωμάτευση στη νομική υπηρεσία. Με βάση την ενημέρωση που καταγράφηκε στο ημερολόγιο ενεργείας από δικηγόρο της Δημοκρατίας, η οποία υπογράφει εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, η εν λόγω δικηγόρος δεν διαπίστωσε τη διάπραξη οιουδήποτε ποινικού αδικήματος ενώ κατέληξε ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των εμπλεκόμενων θα πρέπει να επιλυθούν από αστικά Δικαστήρια δίδοντας οδηγίες όπως η υπόθεση ταξινομηθεί ως μη αστυνομικής φύσεως υπόθεση. Προχώρησε δε ο εν λόγω μάρτυρας και κατέθεσε το σύνολο του φακέλου που τηρείται από το Τ.Α.Ε. Λεμεσού σε σχέση με την καταγγελία του παραπονούμενου ως Τεκμήριο
  7. Συμπληρωματικά, ανέφερε ότι με την παραλαβή του φακέλου από τη νομική υπηρεσία ο ίδιος προχώρησε σε ενημέρωση του παραπονούμενου με επιστολή, αντίγραφο της οποίας σημειώνεται στο Τεκμήριο 14 υπό Κυανούν
  8. Δεν υπήρξε αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Η Μ.Κ.4 αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντά της στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού ανέφερε ότι στη βάση των δεδομένων που η ίδια κατέχει σε σχέση με την εταιρεία Rolani Ltd φαίνεται ότι η εν λόγω εταιρεία ενεγράφη στο μητρώο κοινωνικών ασφαλίσεων από τις 02/01/
  9. Εργοδοτούμενος της εταιρείας για την περίοδο από 02/01/2017 μέχρι 31/10/2019 φαίνεται να ήταν ο κατηγορούμενος. Από τις 31/10/2019 υπάρχει τερματισμός της εργοδότησης του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου η εταιρεία δεν διαφαίνεται να εργοδοτεί άλλο άτομο μετά τις 31/10/
  10. Σημείωσε η μάρτυρας ότι από το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρείται ότι για την προαναφερόμενη εταιρεία από τις 02/01/2017 ουδέν ποσό καταβλήθηκε στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων με αποτέλεσμα να ασκηθούν σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις ποινικές διώξεις για παράλειψη πληρωμής εισφορών και πρόσθετου τέλους προς τις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων μέχρι και τις 31/10/2019 όπου φαίνεται ότι πλέον η εταιρεία δεν εργοδοτεί άλλα άτομα. Η πρώτη ποινική δίωξη, ήτοι η υπόθεση με αριθμό 10303/2018, αφορούσε την περίοδο από 02/01/2017 μέχρι 31/10/2017, η δεύτερη ποινική δίωξη, ήτοι η υπόθεση με αριθμό 6492/2019, αφορούσε την περίοδο από 01/01/2018 μέχρι 06/01/2019 και η τρίτη ποινική δίωξη, ήτοι η ποινική υπόθεση με αριθμό 21410/2019, αφορούσε την περίοδο από 07/01/2019 μέχρι 06/10/
  11. Η ίδια δεν ήτο σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο κατά την εκδίκαση των προαναφερόμενων υποθέσεων οι οφειλόμενες εισφορές καταβλήθηκαν από οιοδήποτε πρόσωπο όμως παραμένει ως δεδομένο ότι για να καταχωριστούν υποθέσεις σημαίνει ότι αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αναφερόμενη στις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν διευκρίνισε ότι αυτές ήτο εκδικασμένες κάτι που σημαίνει ότι είτε ο διευθυντής της εταιρείας είτε δικηγόρος εκ μέρους της προχώρησαν σε παραδοχή. Διευκρίνισε όμως ότι αυτή τη στιγμή από τα αρχεία που τηρούνται φαίνεται ότι η εν λόγω εταιρεία έχει οφειλές προς την υπηρεσία που σχετίζονται με τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση αναφέροντας ότι αυτό συνιστά αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης με αριθμό 6492/2019 (το οποίο ακολούθως σημειώθηκε ως Τεκμήριο 15) από το οποίο προκύπτει ότι κατηγορούμενοι ήσαν η εταιρεία Rolani Ltd και ο εδώ κατηγορούμενος. Συμφώνησε δε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία ήτο εγγεγραμμένη στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ότι ο κατηγορούμενος ήτο εγγεγραμμένος ως μισθωτός της εν λόγω εταιρείας και ότι ως διευθυντής της διώχθηκε ποινικά για την παράλειψη της εταιρείας για καταβολή των κοινωνικών ασφαλίσεων. Κατά την επανεξέτασή της η μάρτυρας δήλωσε ότι το συνολικό ποσό των οφειλών που προκύπτει από τις τρεις ποινικές υποθέσεις ανέρχεται στο ποσό των €4.706,
  12. Ο Μ.Κ.5 ως εκ της θέσης του ανέφερε ότι ήτο σε θέση να γνωρίζει ότι η εταιρεία Rolani Ltd ενεγράφη στις 18/11/2016 στο μητρώο του Φόρου Εισοδήματος και έκτοτε δεν έχει προσκομίσει οιαδήποτε φορολογική δήλωση και ούτε έχει εκδοθεί καμία φορολογία. Διευκρίνισε ότι η εταιρεία προσήλθε στο τμήμα για σκοπούς εγγραφής της στις 05/12/2016 με την εγγραφή της να γίνεται από τις 18/11/2016 που αυτή συστάθηκε. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία άμεσα με την σύστασή της ενεγράφη στον Φόρο Εισοδήματος. Διευκρίνισε δε ότι η υποχρέωση για υποβολή φορολογικών δηλώσεων βαραίνει την εταιρεία μέσω του διευθυντή της χωρίς να φέρει οιαδήποτε ευθύνη και/ή υποχρέωση ο εκάστοτε μέτοχος. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι η εταιρεία Rolani Ltd προσκόμισε αίτηση για εγγραφή στο μητρώο Φ.Π.Α. στις 05/12/2016 με επιχειρηματική δραστηριότητα εμπόριο ειδών ένδυσης και υπόδησης έχουσα ως διευθυντή τον κατηγορούμενο. Η εν λόγω εταιρεία προσκόμισε δηλώσεις μέχρι 31/10/2018 και έκτοτε δεν έχει προσκομίσει άλλες δηλώσεις με αποτέλεσμα ο Έφορος με απόφασή του να αποφασίσει τη διαγραφή της από το μητρώο Φ.Π.Α. από 31/10/
  13. Η εταιρεία οφείλει μέχρι σήμερα ποσό ύψους €5.060,53 που προέκυψε από δύο τριμηνίες ήτοι από την περίοδο από 01/05/2018 μέχρι 31/07/2018 και 01/08/2018 με 30/11/
  14. Πρόσθεσε ότι συνολικά για την περίοδο από 01/12/2016 - 31/10/2018 η εταιρεία δήλωσε πωλήσεις ύψους €101.
  15. Δεν υπήρξε οιαδήποτε αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Ο Μ.Κ.7, επόπτης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή για να αναφέρει κατά πόσο από τα μητρώα που τηρούνται για την εταιρεία Rolani Ltd προκύπτει αυτή να είχε εγγεγραμμένα επ' ονόματί της οιαδήποτε οχήματα. Ο μάρτυρας σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα ανέφερε ότι από τα σχετικά μητρώα που τηρούνται η προαναφερόμενη εταιρεία είχε 3 συνολικά οχήματα εγγεγραμμένα στο όνομά της. Τα εν λόγω οχήματα, όλα κατηγορίας ιδιωτικής χρήσης, ήταν όχημα μάρκας BMW X5, το οποίο ήτο εγγεγραμμένο για την περίοδο από 29/03/2017 μέχρι 31/07/2017, όχημα μάρκας Mazda RX8, το οποίο ήτο εγγεγραμμένο για την περίοδο από 23/06/2017 μέχρι 06/11/2018 και όχημα μάρκας Mercedes ML320 το οποίο ήτο εγγεγραμμένο για την περίοδο από 31/07/2017 μέχρι 28/11/2017 (Τεκμήριο 16). Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή η υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία από τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Η εισήγηση του συνηγόρου περιστράφηκε κύρια γύρω από τους πιο κάτω άξονες: 1) Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο κατηγορούμενος και εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική και αντιφατική μεταξύ της που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. 2) Υπάρχει καταφανής κατάχρηση διαδικασίας η οποία καταλήγει σε καταπίεση του κατηγορούμενου αφού ενώ εξαρχής ο παραπονούμενος με την επιστολή, Τεκμήριο 8, ζήτησε μέσω των δικηγόρων του όπως του επιστραφεί το κατ' ισχυρισμό ποσό που δάνεισε τον κατηγορούμενο, ακολούθως προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία η οποία και μετά από διερεύνηση της υπόθεσης και κατόπιν γνωμάτευσης της νομικής υπηρεσίες απεφάνθη ότι τα όσα ο παραπονούμενος κατήγγειλε δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα (Τεκμήριο 14). Στη συνέχεια, και ενώ ο κατηγορούμενος υπέστη το άγχος της ποινικής διερεύνησης εναντίον του, καλείται για ακόμα μια φορά να αποδείξει την αθωότητά του στα πλαίσια πλέον μιας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και ενώ για τα ίδια αδικήματα το ίδιο το κράτος, μέσω των αρμόδιων αρχών, έκριναν ότι καμία ποινική υπόθεση στοιχειοθετείτο. Το γεγονός δε ότι ο ιδιώτης κατήγορος απέκρυψε από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο παρουσίασης του κατηγορητηρίου προς έγκριση, κατά παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας που είχε (duty of cantor) τα πιο πάνω καθιστά την παρούσα καταφανή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού μέσω της παρούσας διαδικασίας αποσκοπείται κατ' ουσία η προώθηση αστικών δικαιωμάτων. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος του παραπονούμενου, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εισηγούμενος ότι αυτός θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο των αγορεύσεών των ευπαίδευτων συνηγόρων αφού τούτο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αρκούμαι μόνο να αναφέρω ότι τα όσα αναφέρθηκαν έχουν τύχει μελέτης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας ενώ οι εκατέρωθεν θέσεις των εξετάστηκαν με προσοχή υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως οι οποίες είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  16. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου ανωτέρω ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμος κ Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. Ως αναφέρθηκε στη Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385 «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.». Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου ανωτέρω). Η δε λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε, στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων
(2012)2 ΑΑΔ 851: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» .................................................................................................................. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να απαλλάξει αυτόν. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ / ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ / ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Προτού προχωρήσω με την παράθεση του νομικού πλαισίου των επίδικων κατηγοριών κρίνω ορθό όπως εξετάσω κατά λογική προτεραιότητα την εισήγηση της υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας και παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας (duty of candor). Κατάχρηση διαδικασίας Ως προκύπτει από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, υπό μορφή σύνοψης των θέσεων της υπεράσπισης επί του παρόντος ζητήματος, προκύπτει ότι είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ενόψει της απόκρυψης από μέρους της κατηγορούσας αρχής των όσων προηγήθηκαν της παρούσας ιδιωτικής ποινικής δίωξης κατά το στάδιο της έγκρισης του κατηγορητηρίου τίθεται ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και καταπίεσης του κατηγορούμενου ο οποίος για δεύτερη φορά καλείται να αποδείξει την αθωότητά του. Ήτο δε η θέση της υπεράσπισης ότι αν ο κατήγορος αποκάλυπτε στο Δικαστήριο ότι οι αστυνομικές αρχές προχώρησαν στη διερεύνηση του παραπόνου του παραπονούμενου καταλήγοντας, με τη σύμφωνη γνώμη της νομικής υπηρεσίας, συνυπογράφοντος και του Γενικού Εισαγγελέα, ότι δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα, τα οποία ήσαν ακριβώς τα ίδια με αυτά που περιλαμβάνονται στο υπό κρίση κατηγορητήριο, σαφώς δεν θα έδιδε την απαιτούμενη έγκριση για καταχώριση της παρούσας. Σε αυτή τη βάση, είναι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των αρχών που διέπουν το ζήτημα, έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει ή να αναστείλει την παρούσα υπόθεση ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σοφίας Ν. Βασιλείου v. M. Mακρίδη, 2000
(2)ΑΑΔ 133, το ζήτημα αυτό, θα είναι το πρώτο το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί, αφού σε περίπτωση επιτυχίας της εισήγησης, η ποινική δίωξη θα πρέπει να τερματισθεί. Παρά το ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή κρίθηκε με μεταγενέστερη απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως λανθασμένη, (βλ. Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου, 2002
(2)ΑΑΔ 522), εντούτοις ο λόγος της επί του σημείου αυτού δεν έχει ανατραπεί. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα׃ «Η λογική του πράγματος επιβάλλει την εξέταση, κατά πρώτο λόγο της θέσης ότι η ποινική δίωξη της εφεσείουσας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Εάν η ποινική διαδικασία συνιστούσε κατάχρηση, η ποινική δίωξη θα έπρεπε να τερματιστεί, χωρίς να εξεταστεί οποιοδήποτε θέμα εγείρετο σ' αυτή». Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι το βάρος απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Archbold, έκδ. 2009, σ. 386, παρ. 4-52 και 4-51, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου ανωτέρω). Δέον δε να αναφερθεί ότι η δικαιοδοσία για πάταξη καταχρηστικών χρήσεων δικαστικής διαδικασίας δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία του Δικαστηρίου σύμφυτη, αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρθηκε ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά την ουσία της εισήγησης της υπεράσπισης η απάντηση δίδεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Sidorov ν. N. Khovrin κ.α., Ποινική Έφεση 26/2019, 9/3/2020 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε, ως καταχρηστική της διαδικασίας, την ενώπιόν του ιδιωτική ποινική υπόθεση ένεκα της απόκρυψης από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο έγκρισης του κατηγορητηρίου, ότι τα εκεί ποινικά αδικήματα έτυχαν διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές οι οποίες αποφάσισαν όπως μη προχωρήσουν σε δίωξη, ανέφερε τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν αποκάλυψε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα προαναφερθέντα τέσσερα
(4)στοιχεία συνιστούν όντως απόκρυψη που καθιστούσαν την καταχώριση του επίδικου κατηγορητηρίου κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή όχι; Η απάντηση κατά την άποψή μας είναι σαφώς αρνητική. Η αναγκαιότητα παρουσίασης του κατηγορητηρίου ενώπιον του αρμοδίου Δικαστή, προτού καταχωρηθεί, προκύπτει από το άρθρο 43
(1)
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155 που προβλέπει τα εξής: «43.
(1)Κάθε κατηγορητήριο παρουσιάζεται σε Δικαστή του Δικαστηρίου στο οποίο το κατηγορητήριο απαγγέλλεται.
(2)Κατόπιν μελέτης του κατηγορητηρίου ο Δικαστής δύναται να διατάξει όπως αυτό καταχωριστεί ή, αν αρνείται να δώσει τέτοια διαταγή, αυτός πρέπει, αν παρακληθεί με αυτό τον τρόπο από το πρόσωπο που απαγγέλλει την κατηγορία εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της άρνησης, να δώσει σε αυτό βεβαίωση της άρνησης, και το πρόσωπο αυτό δύναται, εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της εξασφάλισης της βεβαίωσης να ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο ή Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και, αν το διάταγμα εκδοθεί, το κατηγορητήριο καταχωρίζεται ανάλογα.». Ο τύπος δε και ο τρόπος σύνταξης κατηγορητηρίου διέπονται από τις πρόνοιες των άρθρων 38 και 39 του ΚΕΦ. 155.» Στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών προβλέψεων είναι σαφές ότι υπάρχει στην Κύπρο νομοθετική ρύθμιση ως προς τη διαδικασία καταχώρησης κατηγορητηρίου και η περί του αντιθέτου κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη, όπως είναι λανθασμένη και η συνακόλουθη κρίση του ότι ως αποτέλεσμα της μη νομοθετικής ρύθμισης στην Κύπρο του θέματος καθίσταται αναγκαία η αναζήτηση καθοδήγησης από την Αγγλική νομοθεσία και νομολογία. Σ' ό,τι αφορά την ουσία του θέματος, είναι νομολογημένο ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποιν. Εφ. 348/2018 ημερ. 31.5.2018, Ηλίας Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd
(1983)CLR 348). Για το τι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας σχετικές είναι οι υποθέσεις Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. v. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 593, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 και Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646. Ό,τι απαιτείται να αναφερθεί για σκοπούς της παρούσας είναι ότι, κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας είναι δυνατό να ενυπάρχει όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Έχοντας υπόψιν τη σχετική επί του θέματος νομολογία, κρίνουμε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ενώπιον του θέματος ήταν έκδηλα λανθασμένη. Δεν υπήρξε ποτέ προηγουμένως δικαστική διαδικασία ποινικής δίωξης των εφεσιβλήτων ή άλλη παράλληλη δικαστική διαδικασία με την επίδικη Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διεξαγωγή έρευνας από την Αστυνομία και η απόφαση της να μην προχωρήσει σε ποινική δίωξη των εφεσιβλήτων δεν συνιστούσε ποινική διαδικασία. Όπως δεν συνιστούσε ποινική διαδικασία ή παράλληλη διαδικασία και η εν τέλει μη καταχώριση του πρώτου κατηγορητηρίου. Κατά συνέπεια δεν εγείρεται θέμα κατάχρησης διαδικασίας σύμφωνα με τη νομολογία εφόσον ποτέ δεν άρχισε ποινική δίωξη των εφεσιβλήτων για τα αδικήματα που περιέχονται στο επίδικο κατηγορητήριο (βλ. άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). Ενόψει των πιο πάνω η υποβληθείσα από τους εφεσίβλητους, πρωτοδίκως, εισήγηση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας θα έπρεπε να είχε απορριφθεί και η επί τούτου επίκληση αγγλικής νομολογίας για αποδοχή της εισήγησης δεν είχε θέση στα περιστατικά της ενώπιον του υπόθεσης. Κατά συνέπεια η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το θέμα της κατάχρησης κρίνεται εσφαλμένη και συνεπώς η αθωωτική απόφαση ακυρώνεται χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων θεμάτων που ηγέρθησαν με τους λόγους έφεσης.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Έπεται λοιπόν, υπό το φως και των πιο πάνω, ότι η επί του προκειμένου σχετική εισήγηση της υπεράσπισης δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στην εξέταση του κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει στη βάση του υπό κρίση κατηγορητηρίου. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειωθεί, με αναφορά στις κατηγορίες 1, 2 και 4, ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, οι οποίες, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (βλ. Rbeiz
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 776) το κατ' ισχυρισμό δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 300 του Κεφ. 154 και οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις σε σχέση με τα αδικήματα των άρθρων 298 και 301 του Κεφ. 154 ήταν, σύμφωνα πάντοτε με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ότι ο κατηγορούμενος, παρουσίασε και παρέστησε ψευδώς στον παραπονούμενο ότι σκοπός του ήταν η δημιουργία «επιχείρησης πώλησης ρούχων που θα άνοιγε . στη Λεμεσό» και αν ο παραπονούμενος του έδιδε το εν λόγω ποσό, αυτός (ο κατηγορούμενος) θα το χρησιμοποιούσε για τον εν λόγω σκοπό, πράγμα το οποίο όμως μέχρι σήμερα δεν έπραξε αλλά τουναντίον χρησιμοποίησε το εν λόγω ποσό «για δικά του προσωπικά έξοδα, ανάγκες και σκοπούς» αρνούμενος να το επιστρέψει πίσω στον παραπονούμενο. Η αστική χροιά που περιβάλλει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του παραπονούμενου είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Το ερώτημα όμως είναι αν της έχει δοθεί στίγμα ποινικής ευθύνης, κάτι το οποίο βέβαια, εξαρτάται από τη στοιχειοθέτηση των αντίστοιχων, νομολογιακά, απαιτούμενων προϋποθέσεων. · 1η Κατηγορία - Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις βάσει του άρθρου 298 του Κεφ. 154 Σύμφωνα με το άρθρο 297 του Κεφ.154 ψευδής παράσταση είναι η «.οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.». Το δε άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό λοιπόν των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι:
(1)Η ψευδής παράστασης ήτοι παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
(2)Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
(3)Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
(4)Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω, η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλαδή παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος, είτε εν όλω είτε εν μέρη στηριζόμενος στη ψευδή παράσταση, παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης (βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime, Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το προαναφερόμενο σύγγραμμα Archbold σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του Αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει τη ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό κρίση αδίκημα, τα συστατικά στοιχεία τούτου αλλά και τα όσα προκύπτουν μέσα από τη σχετική νομολογία για την απόδειξή τους, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, κατά τον ουσιώδη χρόνο που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, ήτοι μεταξύ των ετών 2016 - 2017, αυτός έδωσε στον κατηγορούμενο συνολικό ποσό ύψους €250.000 ως μορφή επένδυσης στο μελλοντικό πλάνο του κατηγορούμενου να ανοίξει καινούργια επιχείρηση πώλησης ειδών ένδυσης και άλλων παρεμφερών ειδών. Στα πλαίσια δε της εν λόγω επένδυσής του, η οποία πάντοτε σύμφωνα με τα λεγόμενα του παραπονούμενου, ήτο υπό μορφή δανείου, αυτός έτυχε της υπόσχεσης του κατηγορούμενου ότι ως μέσο εξασφάλισης της αποπληρωμής της εν λόγω επένδυσης / δανείου θα τίθετο ως μοναδικός μέτοχος της εταιρείας που θα συστήνετο. Ενόψει των εν λόγω διαβεβαιώσεων ο παραπονούμενος προχώρησε σε διάφορα χρονικά διαστήματα στην καταβολή ποσού συμποσούμενου σε €250.000 με σκοπό την προώθηση της επιχείρησης του κατηγορούμενου ενώ ως διεφάνη μεταγενέστερα τα όποια ποσά έδωσε χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο για δικούς του σκοπούς. Ήτο δε περαιτέρω η εκδοχή του ότι παρά τη σύσταση Κυπριακής εταιρείας μέσω της οποίας θα ασκείτο η επιχείρηση πώλησης ενδυμάτων αυτή ουδέποτε ενεγράφη στις αρμόδιες υπηρεσίες για σκοπούς Φ.Π.Α., φορολόγησης και καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος προχώρησε στην αγορά αυτοκινήτου το οποίο όμως ουδέποτε ενεγράφη επ' ονόματι της Κυπριακής εταιρείας αλλά στο δικό του. Ακολούθως, πώλησε και/ή αντάλλαξε το εν λόγω όχημα με άλλο ενώ ταυτόχρονα προχώρησε στην αγορά και δεύτερου αυτοκινήτου. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος επωφελήθηκε από τα χρήματά του παραπονούμενου, αφού αγόρασε με αυτά μέρος του παλαιού αποθέματος ρούχων που είχε από προηγούμενη επιχείρησή του, ενώ προχώρησε και στην ενοικίαση άλλων χώρων που χρησιμοποιήθηκαν είτε για άλλους σκοπούς ήτοι για παροχή επενδυτικών συμβουλών είτε και για παρεμφερείς σκοπούς ήτοι για πώληση ενδυμάτων εκτός εποχής. Ο ίδιος δε καμία ανάμιξη είχε με την εταιρεία και τα της επιχείρησης πέραν της αποστολής χρημάτων στον κατηγορούμενο για κάλυψη εξόδων που επικαλείτο ο κατηγορούμενος. Παρά τα πιο πάνω σημειώνεται επί του προκειμένου ότι μέσα από τη μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου αλλά και των λοιπών μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από την κατηγορούσα αρχή αυτό το οποίο προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, αντικειμενικά πάντοτε ιδωμένης, είναι ότι ο κατηγορούμενος όντως προχώρησε στη σύσταση εταιρείας, στην οποία ο παραπονούμενος ήτο ο μοναδικός μέτοχος, ενώ προχώρησε, σύμφωνα με πάντοτε και με τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου, και στην ενοικίαση χώρου καταστήματος, τον οποίο ανακαίνισε με τα χρήματα που αρχικά του απέστειλε, και από το οποίο λειτούργησε η επιχείρηση πώλησης επώνυμων ενδυμάτων. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι το κατάστημα ενοικιάστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο προσωπικά παρά ταύτα όμως αποτελεί κοινό έδαφος ότι εντός αυτού δραστηριοποιήθηκε η επιχείρηση που ασκείτο από την εταιρεία που εν τέλει συστάθηκε για αυτόν τον σκοπό. Περαιτέρω, ως διεφάνη, η εταιρεία, υπό την οποία δραστηριοποιείτο η επιχείρηση, ενεγράφη τόσο στο μητρώο Φ.Π.Α. όσο και στον Έφορο Φορολογίας και στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενώ όσον αφορά το όχημα που κατ' ισχυρισμό ενεγράφη επ' ονόματι του κατηγορούμενου και όχι της εταιρείας, και αυτό, εντέλει, διαφάνηκε ότι εξ' αρχής ενεγράφη επ' ονόματι της εταιρείας. Επίσης, με αναφορά στους ισχυρισμούς του παραπονούμενου ότι δεν εξεδίδοντο κανονικές αποδείξεις για σκοπούς Φ.Π.Α. αρκούμαι μόνο να παραπέμψω στο Τεκμήριο 14 και συγκεκριμένα στο Κυανούν 31 στη βάση του οποίου εμφαίνεται ότι πέραν του payment voucher, Τεκμήριο 7, εκδόθηκε από την εταιρεία και κανονική απόδειξη για την αγορά στην οποία προέβη το φιλικό προς τον παραπονούμενο πρόσωπο. Από τα πιο πάνω δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς στοιχειοθετείται η απαιτούμενη για τους σκοπούς του άρθρου 298 ψευδής παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος ή η εξ' αρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που έδωσε κατά τον χρόνο που τις έδωσε αφού αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο ότι η επιχείρηση για την οποία εξαρχής δόθησαν τα χρήματα όχι μόνο δραστηριοποιήθηκε, μετά μάλιστα από παραδοχή του παραπονούμενου ότι τα αρχικά χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς ανακαίνισης του καταστήματος που ενοικιάστηκε, αλλά και στη βάση των ισχυρισμών του Μ.Κ.6 η εταιρεία προχώρησε για την περίοδο από 01/12/2016 - 31/10/2018 σε πωλήσεις συνολικού ύψους €101.048. Επιπλέον, μέσω του Τεκμηρίου 6, ήτοι των καταστάσεων τραπεζιτικών λογαριασμών της εταιρείας (βλ. κατάσταση λογαριασμού που τελειώνει σε -01), προκύπτει ότι ο παραπονούμενος, πέραν των εμβασμάτων στα οποία προέβη, προέβη και στην ανάληψη / λήψη διάφορων άλλων ποσών συμποσούμενων σε €10.950 (βλ. πληρωμή ημερομηνίας 20/01/2017 με την αιτιολογία «μέρος μισθού» [«partial salary»], πληρωμή ημερομηνίας 28/02/2017, πληρωμή ημερομηνίας 06/03/2017 και πληρωμή ημερομηνίας 06/03/2018) κάτι που δεικνύει ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ο ίδιος έλαβε από την εταιρεία το εν λόγω ποσό γεγονός που ποσώς, αντικειμενικά πάντοτε ιδώμενο, καταδεικνύει οιαδήποτε πρόθεση του κατηγορούμενου να χρησιμοποιήσει την εταιρεία ως μέσο καταδολίευσής του με εξαρχής πρόθεσή του να τον καταδολιεύσει και να μην επιστρέψει σε αυτόν οιαδήποτε χρήματα. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος εξαρχής διαβεβαίωσε τον παραπονούμενο ότι η επιχείρηση θα ήτο επιτυχής ενώ μεταγενέστερα φάνηκε ότι αυτός «έπεσε έξω» στις προβλέψεις του δεν μπορεί αντικειμενικά να προσδώσει σε αυτόν εξαρχής πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου. Το ότι ο κατηγορούμενος έλαβε τα χρήματα του παραπονούμενου είναι δεδομένο. Το αν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος προέβη στη διάθεση των χρημάτων που δόθησαν από τον παραπονούμενο σε λάθος αγορές π.χ. με την αγορά αυτοκινήτων που ενδεχόμενα ήτο αχρείαστα είτε για την ενοικίαση άλλου καταστήματος για πώληση των εκτός εποχής ενδυμάτων είτε με την έναρξη, παράλληλα, νέας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ποσώς συνεπάγεται αυτόματα και εξ' υπαρχής πρόθεσή του για καταδολίευση. Σημειώνεται, δε ότι ως κατέστη εμφανές από την αντεξέταση του παραπονούμενου, όταν του υποδείχθηκαν έγγραφα που δείκνυαν ότι η εταιρεία ήτο εγγεγραμμένη στο Φ.Π.Α. και στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθώς και ότι αυτή ήτο η ιδιοκτήτρια του οχήματος που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ενεγράφη στο όνομα του κατηγορούμενου περιορίστηκε να αναφέρει ότι αυτά θα μπορούσαν να υποδειχθούν στους ελεγκτές που ο ίδιος διόρισε ενώ όσον αφορά το αυτοκίνητο αυτό «θεωρείται ως ένα ενεργητικό» της εταιρείας. Επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι το παράπονό του περιοριζόταν στο ότι το εν λόγω όχημα ενεγράφηκε στο όνομα του κατηγορούμενου και όχι ότι η εν λόγω αγορά αποτελούσε «κακή επένδυση». Περαιτέρω, ακόμα και αν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να επιστρέψει το εν λόγω ποσό τούτο από μόνο του δεν δεικνύει οιαδήποτε πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου. Υπενθυμίζεται ότι για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του άρθρου 298 η εν λόγω πρόθεση είτε υπήρχε από την αρχή, κατά την παράσταση γεγονότος, είτε όχι. Εξάλλου ο ίδιος ο παραπονούμενος ενώ διαφαίνεται να γνώριζε για πλείστες εκ των ενεργειών του κατηγορούμενου, που ειρήσθω εν παρόδω σήμερα μέμφεται, συνέχιζε να αποστέλλει και/ή δίδει χρήματα τόσο στον ίδιο όσο και στην εταιρεία. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, αντικειμενικά πάντοτε ιδωμένης, δεν αποδείχθηκαν συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε ψευδής παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονότος ή εξαρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί κατά την κρίση μου εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία και αυτός θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί από την εν λόγω κατηγορία από αυτό το στάδιο. · 2η Κατηγορία - Απάτη βάσει του άρθρου 300 του Κεφ. 154 Το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας παραπέμπω στην υπόθεση C P COLLECTION D' ART LTD κ.α. ν. BARZYK κ.α., Αρ. Υπόθεσης 8690/15, Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ημερομηνίας 3/11/2016, όπου ο αδελφός Δικαστής, Λ. Πασχαλίδης είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί εκτεταμένα. Παραθέτω, αυτούσιο, το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφασή του, το οποίο με βρίσκει πλήρως σύμφωνη και το υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας: «Για να γίνει όμως αντιληπτό το πεδίο εμβέλειας του αδικήματος τούτου καθώς και η διαφορά του από τα άλλα αδικήματα του Μέρους VI του Κεφ.154 τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο νομοθετικό ιστορικό του αδικήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στο «actus reus» του αδικήματος ήτοι στην ύπαρξη «δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος» - «fraudulent trick or device». Όπως παρατηρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας δια «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες, ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία. (βλ. επίσης Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful) ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, με βάση το κοινοδίκαιο, το πλημμέλημα της απάτης (βλ. Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό, διότι, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W. Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται στα εξής: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty.» Και σε ελεύθερη μετάφραση «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας.» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins). Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλ. Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενό» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 LA 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα αρ. 297,298,299,301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του αρ. 300 Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημμέλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω παρεμφερώς ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα, η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη, ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Στην Αγγλία πλέον, από το 1968, με τη θέσπιση του Theft Act 1968, τα αδικήματα της απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις του S.32 LA 1916 και της απάτης όπως αυτό ήταν στο κοινοδίκαιο, καταργήθηκαν σχεδόν εξ' ολοκλήρου (βλ. S.32 T.A. 1968). Στη θέση τους θεσπίστηκε ένα νέο και ενιαίο αδίκημα, αυτό του «obtaining by deception» - απόκτηση δι' εξαπάτησης (βλ. S.15,15A,15B και 16). Ο όρος «deception» δε, έχει λάβει ένα ευρύ ορισμό που καλύπτει κάθε μορφής «εξαπάτηση», όπως αυτή και αν έγινε ή οποιαδήποτε μορφή και αν έλαβε. Εφόσον ο σκοπός της εξαπάτησης ήταν η μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας άλλου, δεν έχει καμία σημασία αν αυτή έγινε σκόπιμα ή απερίσκεπτα. (βλ. Αrchbold 2007 ed., par.21-172 και 21-
  2. Παρόμοια νομοθετική ρύθμιση, δυστυχώς δεν έγινε στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα, τα δύο αδικήματα, χωριστά μεταξύ τους και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ιδιαίτερα ως προς τα συστατικά τους στοιχεία. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής. Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422).» Επιπρόσθετα των ανωτέρω, είναι πιστεύω αυτονόητο ότι το ποινικό αδίκημα της απάτης πόρρω απέχει από το ομώνυμο αστικό αδίκημα του αρ.36 Κεφ.148, τόσο ως προς τη φύση όσο και ως προς την ουσία του. Μια εκ των ειδοποιών διαφορών των δύο μάλιστα είναι ότι το αστικό αδίκημα, αντίθετα με το ποινικό, συνίσταται αποκλειστικά σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, στοιχείο όμως που ουδόλως ικανοποιεί το αρ.300 Κεφ.154.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν γίνεται αντιληπτό ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος του άρθρου 300 του Κεφ. 154 απαιτείται η απόδειξη χρήσης απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών. Από την προσφερθείσα όμως μαρτυρία, αντικειμενικά πάντοτε κρινόμενης, τίποτα σχετικό επί τούτου καταδείχθηκε. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος γίνεται αναφορά σε «δόλιο τέχνασμα και επινόημα» τα οποία όμως, ως εξειδικεύονται στις λεπτομέρειες αδικήματος, αλλά και μέσα από την όλη εκδοχή του παραπονούμενου αυτά αφορούν τα κατ' ισχυρισμό «ψεύδη» του κατηγορούμενου και τίποτε άλλο. Ως όμως έχει προαναφερθεί ανωτέρω, τα ψέματα από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα του άρθρου 300. Επί τούτου, σημειώνεται ότι δεν αρκεί η απλή επίκληση και/ή καταγραφή στις λεπτομέρειες αδικήματος των συστατικών στοιχείων που το αντίστοιχο άρθρο του Ποινικού Κώδικα προνοεί αφού το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να προσφέρει μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει αυτά. Έπεται συνεπώς ότι ούτε η 2η κατηγορία δεν έχει στοιχειοθετηθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κατηγορούμενος επομένως θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί και από την εν λόγω κατηγορία από αυτό το στάδιο. · 3η Κατηγορία - Απειλή βάσει του άρθρου 91 Α του Κεφ. 154 Σύμφωνα με το άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. I v. DPP; M v. DPP; H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL). Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v The Police
(1969)2 CLR 210, 212). Η πρόθεση εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, ώστε ο απειλούμενος να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. Βοσκού ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, 514). Κατά τρόπο ανάλογο, για το αδίκημα του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εκφοβισμού από πλευράς κατηγορούμενου προς τον απειλούμενο. Σχετικά τα όσα αναφέρθησαν στην Ιωσήφ Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 41/2021, ημερομηνίας 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύθηκε το αδίκημα της απειλής του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154: «Το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Ν. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 είναι σχετικό: «Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986,που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence» όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.» Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148: «Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C.
  1. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea."» Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης (ή παράλειψης) εναντίον του και ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση εκφοβισμού του, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει την πράξη βίας ή την παράνομη πράξη. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία. Των πιο πάνω λεχθέντων εξετάζοντας τη μαρτυρία εξ όψεως και μόνο και με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 ως αυτό μεταφράστηκε στην Ελληνική γλώσσα τόσο από τον παραπονούμενο όσο και από τη Μ.Κ.2 καμία απειλή βιαιοπραγίας προκύπτει να υπήρξε από μέρους του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του παραπονούμενου. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος όταν του ζητήθηκε να υποδείξει με βάση το Τεκμήριο 10, που ο ίδιος κατέθεσε για σκοπούς στοιχειοθέτησης του υπό κρίση αδικήματος, από πού προκύπτει η απειλή άσκησης βίας περιορίστηκε να αναφέρει ότι το περιεχόμενο του πρώτου μηνύματος σε συνδυασμό με τις προφορικές απειλές που εκτοξεύθηκαν προς το πρόσωπό του από τον κατηγορούμενο ήτο αρκετές για να εκλάβει ο ίδιος την πρόθεση άσκησης βίας προς το πρόσωπό του. Πέραν όμως του ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των ισχυριζόμενων προφορικών απειλών στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να εξετάσει αυτές και το κατά πόσο όντως συνιστούν απειλές βιαιοπραγίας, από μόνο το περιεχόμενο του πρώτου μηνύματος, ως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, καμία τέτοια απειλή προκύπτει. Επιπλέον των πιο πάνω δέον να σημειωθεί και η διαφορά στο περιεχόμενο του πρώτου μηνύματος, στη βάση των όσων ο παραπονούμενος μετάφρασε, σε συσχέτιση με τα όσα η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι αυτό περιέχει. Ο δε παραπονούμενος ανέφερε ότι με αυτό ο κατηγορούμενος τον απειλεί ότι «θα κλάψει μπροστά σε ανθρώπους» σε αντιδιαστολή με τα όσα η Μ.Κ.2 ανέφερε και που σύμφωνα με τη δική της μετάφραση το μήνυμα διαβάζει ως εξής «θα κλάψεις όταν θα γίνεις ρεζίλι στον κόσμο.». Η ύπαρξη λοιπόν της εν λόγω διαφοράς στη μαρτυρία, προερχόμενη από τους κύριους μάρτυρες κατηγορίας, είναι τέτοια ώστε το Δικαστήριο, με όποιον τρόπο και να αξιολογήσει αυτήν στο τέλος της υπόθεσης, δεν θα μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς το ποιο ήταν το περιεχόμενο της «απειλής». Σημειώνεται ότι η προαναφερόμενη διαφορά στο τί ακριβώς αναφέρει το πρώτο μήνυμα, δεν πρόκειται για μια απλή διαφορά ως προς τις λεπτομέρειες των γεγονότων της υπόθεσης αλλά διαφορά που άπτεται ουσιώδους θέματος και δη της απόδειξης συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος εφόσον το περιεχόμενο της απειλής και η σημασία της για τον παραπονούμενο συνδέεται άρρηκτα με τον λόγο που αυτή του προκάλεσε τρόμο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο. Τώρα όσον αφορά εν γένει το περιεχόμενο των μηνυμάτων και των όσων ο κατηγορούμενος καταγράφει σε αυτά περί δημοσίευσης σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και στον περίγυρο του παραπονούμενου βίντεο με συγκεκριμένο περιεχόμενο, κάτι το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου, συνιστά «απειλή δυσφήμισης» αρκούμαι μόνο να αναφέρω ότι μια τέτοια πράξη ποσώς, κατά την κρίση μου, μπορεί να θεωρηθεί «παράνομη πράξη» εν τη εννοία του άρθρου 91Α. Εν πάση δε περιπτώσει έχοντας πάντοτε υπόψη και τις δηλώσεις του παραπονούμενου ότι τέτοιο βίντεο είναι ανύπαρκτο και ότι τα όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει στο Τεκμήριο 10 αποτελούν ψεύδη η απειλή εκ των πραγμάτων καθίσταται «κενή περιεχομένου». Ουδέποτε δε ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος, παρά την ανυπαρξία τέτοιου βίντεο, είναι σε θέση να προβεί σε κατασκευή τέτοιου ώστε αντικειμενικά να εκληφθεί ότι τα εν λόγω μηνύματα στοιχειοθετούν πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου (βλ. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Έπεται συνεπώς ότι η 3η κατηγορία δεν έχει στοιχειοθετηθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κατηγορούμενος επομένως θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχτεί της 3ης κατηγορίας από αυτό το στάδιο. · 4η Κατηγορία - Εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και δόλο βάσει του άρθρου 301(α) του Κεφ. 154 Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι παρά το ότι στην έκθεση αδικήματος της ως άνω κατηγορίας γίνεται αναφορά στο άρθρο 301 καθ' ολοκληρίαν είναι προφανές πως εκ του άρθρου το αδίκημα που εδώ απασχολεί το Δικαστήριο είναι αυτό που εδράζεται στο εδάφιο (α) αυτού. Το δε άρθρο 301(α) του Κεφ. 154 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  2. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) ... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Συνάγεται λοιπόν, από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η σύναψη χρέους ή ανάληψη υποχρέωσης,
(2)Με εξασφάλιση πίστωσης,
(3)Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το υπό κρίση αδίκημα έχει κοινά γνωρίσματα με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ήτοι του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154. Τα δε εν λόγω κοινά γνωρίσματα συνίστανται στα ακόλουθα: α) Στις ψευδείς παραστάσεις, β) Στην πρόθεση καταδολίευσης και γ) Στο θύμα να πεισθεί/παρακινηθεί (inducement) Όσον λοιπόν αφορά τα πιο πάνω κοινά γνωρίσματα, για τα οποία έγινε εκτενής αναφορά κατά την ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 298 του Κεφ. 154 παραπέμπω στα όσα σχετικά αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την 1η κατηγορία, τα οποία και υιοθετούνται για τους σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση αδικήματος. Όσον αφορά την ειδοποιό διαφορά του υπό κρίση αδικήματος με το αδίκημα του άρθρου 298 παραπέμπω στη σχετική ανάλυση στην οποία προέβη ο αδελφός Δικαστής, Λ. Πασχαλίδης, στην υπόθεση Κώστας Θεμιστοκλέους ν. Ανδρέα Καρυκίδη, Αρ. Υπόθεσης 1647/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 23/12/2016, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για κατηγορούσα αρχή, με την οποία συμφωνώ και υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας: «Η ειδοποιός διαφορά των δύο αδικημάτων έγκειται στο actus reus τους αφού για το μεν αδίκημα του αρ.298 απαιτείται να αποδειχθεί η «απόκτηση/απόσπαση» των αγαθών ή των χρημάτων (βλ.The Attorney-General of The Republic v Kyriacos Christodoulou Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, και την παραπομπή που γίνεται στην αγγλική αυθεντία R. v. Lurie [1951] 2 All E.R. 704 καθώς και την παρ. 1936 του Αrchbold),ενώ για το αδίκημα του αρ.301(α) δε, απαιτείται η απόδειξη «εξασφάλισης πίστωσης από τον ίδιο τον κατηγορούμενο», με τη δημιουργία «χρέους» προς το θύμα. (βλ. Αrchbold παρ.3606 ανωτέρω και παρ. 3694 - «...it must be proved that he obtained such credit for himself: R. v. Hamer [1954] Crim. L.R. 209, Stable J.» Προχωρούν οι έγκριτοι συγγραφείς του Αrchbold και παραθέτουν διάφορες περιπτώσεις όπου ενδεχομένως να «υπερτερεί» το ένα αδίκημα έναντι του άλλου και καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: «Obtaining credit connotes the obtaining of credit in respect of the payment or repayment of money and has no wider meaning. obtaining a sum of money by way of loan amounts to the obtaining of credit: R v Pryce
(1949)34 Cr. App.R.
  1. See also R. v. Laker, 34 Cr.App.R. 36.» (Παρ. 3684) «...Obtaining a loan is obtaining credit within this section: R v Mayor of London and Salomon, Q.B.D. 28 L.J.Newsp. 879; R v Carpenter, 22 Cox 618; 76 J.P.
  2. » (Παρ. 3694).» Για τους σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση αδικήματος και κατά πόσο η προσκομισθείσα μαρτυρία στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία αυτού αρκούμαι να παραπέμψω στα όσα εκτενώς αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154, τα οποία και υιοθετούνται προς αποφυγή αχρείαστης επανάληψης. Είναι ξεκάθαρο, ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, ότι δεν διαφάνηκε οιαδήποτε ψευδής παράσταση υφιστάμενου ή παρελθοντικού γεγονός ή η εξ' αρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο, οδηγεί στην απόρριψη και αυτής της κατηγορίας από αυτό το στάδιο. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την εν λόγω κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Aναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα άρθρα 167-169 του Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), διατάσσω όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.