Χριστόφορου Κουλέρμου ν. K & A I. C. LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15896/2021, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15896/2021 Χριστόφορου Κουλέρμου Παραπονούμενου εναντίον
- K & A I. C. LTD
- K. L.
- A. S. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ Χρ. Φλώρου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ Στ. Στυλιανού Κατηγορούμενος 2: παρών Ενδιάμεση Απόφαση Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (εν τοις εφεξής καλούμενοι από κοινού ως «οι κατηγορούμενοι»), στη βάση του υφιστάμενου κατηγορητήριου που καταχωρίστηκε στις 02/12/2021, αντιμετωπίζουν από κοινού 4 κατηγορίες, ως αυτουργοί, που αφορούν στο αδίκημα της μη καταβολής μισθού για τους μήνες Ιούλιο - Οκτώβριο του 2021 κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 200(Ι)/2012 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι η υπόθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 αποσύρθηκε στις 19/05/2022 ένεκα αδυναμία επίδοσης του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα αυτός να απαλλαχθεί. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος για κατηγορούσα αρχή ζήτησε όπως του δοθεί άδεια να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, το αίτημά του είναι διττό με το πρώτο σκέλος να αφορά στην τροποποίηση των λεπτομερειών αδικήματος της 1ης κατηγορίας ούτως ώστε το ποσό του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου προς τον παραπονούμενο μισθού για τον μήνα Ιούλιο 2021 διορθωθεί, δια της απάλειψης του αναγραφόμενου ποσού των €1367,50 και αντικατάστασής του με το ποσό των €1488, και το δεύτερο σκέλος να αφορά στην προσθήκη 4 νέων κατηγοριών. Οι νέες δε κατηγορίες οι οποίες επιζητείται να προστεθούν αφορούν όλες τον κατηγορούμενο 2 δια των οποίων αυτός κατηγορείται ότι, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, παρακίνησε αυτή έτσι ώστε να μην καταβληθούν στον παραπονούμενο οι μηνιαίοι οφειλόμενοι μισθοί, που είναι αντικείμενο των υφιστάμενων κατηγοριών 1 -
- Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εντοπίζονται στον φάκελο και σημειώθηκαν ως «Έγγραφο Α» για σκοπούς αναφοράς. Το ως άνω αίτημα του συνηγόρου για κατηγορούσα αρχή, καθ' ον μέρος αφορά την προσθήκη νέων κατηγοριών, αντιμετώπισε την ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων, με αποτέλεσμα την ίδια ημέρα αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών να αγορεύσουν για σκοπούς προώθησης των θέσεών τους. Διευκρινίζεται, ότι όσον αφορά την τροποποίηση των λεπτομερειών αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε τη συγκατάθεσή του. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο των αγορεύσεών των συνηγόρων αφού τούτο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία έχουν τύχει μελέτης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω συνοπτικά ότι σύμφωνα τον συνήγορο για κατηγορούσα αρχή, ο οποίος παρέπεμψε σε σχετική επί του θέματος νομολογία, η ανάγκη υποβολής της αιτούμενης τροποποίησης προέκυψε μετά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς ετοιμασίας της για ακρόαση με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η τροποποίηση ούτως ώστε τα γεγονότα που επιχειρούνται να περιληφθούν στο κατηγορητήριο να συνάδουν με την προτιθέμενη να προσκομιστεί μαρτυρία. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, σύμφωνα πάντοτε με τον συνήγορο, θα διασαφηνιστεί πλέον η ιδιότητα υπό την οποία διώκεται ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος με τις προτιθέμενες για προσθήκη κατηγορίες θα καταστεί ξεκάθαρο ότι διώκεται υπό την ιδιότητά του ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Ως προς τη δυνατότητα ενός διευθυντή να διώκεται ως συνεργός εργοδότριας εταιρείας παρέπεμψε το Δικαστήριο στη Στυλιανίδης ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση 200/2019, ημερομηνίας 12/04/2021 όπου αποφασίστηκε ότι «διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας εάν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.». Ενόψει των πιο πάνω αλλά και έχοντας υπόψη ότι κατ' ουσία δεν προκύπτει μια νέα κατηγορία, ασύνδετη με τις υφιστάμενες, ούτως ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης και των δικαιωμάτων των κατηγορούμενων, κάλεσε το Δικαστήριο όπως αποδεχτεί το αίτημά του και επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Στην αντίπερα όχθη ο συνήγορος των κατηγορούμενων εισηγήθηκε ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί καθότι εάν επιτραπεί να προστεθούν οι νέες κατηγορίες σαφώς θα επηρεαστεί δυσμενώς ο κατηγορούμενος 2 καθότι αυτός θα κληθεί να αντιμετωπίσει αδικήματα που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο καταχώρισης του υφιστάμενου κατηγορητήριου αλλά ούτε και κατά τον χρόνο της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των. Ειδικότερα, με παραπομπή στον τροποποιητικό Νόμο, Ν.221(Ι)/2022, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 20 του Ν.35(Ι)/2007 δια της προσθήκης του εδαφίου (1 Α) το οποίο ποινικοποιεί τη συγκατάθεση και/ή συνενοχή διευθυντή νομικού προσώπου, επιχειρηματολόγησε, με αναφορά και σε σχετική νομολογία, ότι, δεδομένου ότι δεν δόθηκε οιαδήποτε αναδρομική ισχύς στον εν λόγω τροποποιητικό νόμο, θα ήτο ανεπίτρεπτο να επιτραπεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση. Τέλος, ο συνήγορος υποστήριξε ότι η αιτούμενη τροποποίηση, σε περίπτωση που επιτύχει, θα προκαλέσει αχρείαστη κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και ο κατηγορούμενος 2 θα περιέλθει σαφώς σε δυσμενή θέση. Τα άρθρα 83, 84 και 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 δίδουν ευρείες εξουσίες στο Δικαστήριο να μεταβάλλει κατηγορητήρια, δηλαδή είτε να τροποποιεί τις λεπτομέρειες τους ή να αντικαθιστά ή να προσθέτει νέες κατηγορίες όπου τούτο είναι αναγκαίο. Για ότι εδώ ενδιαφέρει σχετικό είναι το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «83.-
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, 109) να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους είτε ακόμα και αυτεπάγγελτα (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης (βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107). Στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, 68 - 69, λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ.155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορεί να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Για την ενεργοποίηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, είναι επάναγκες να προηγηθεί διαπίστωση ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou, ανωτέρω, Κυριάκου, ανωτέρω, και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Στη δε υπόθεση Άκη Φάντη, ανωτέρω, λέχθηκε πως το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο (charge ή information) είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριό της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Έτσι η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους, όπως (
- i)προς θεραπεία σύγκρουσης μεταξύ των λεπτομερειών κατηγορίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας, (
- ii)προς παροχή περαιτέρω ή ακριβέστερων λεπτομερειών για την παροχή ευχέρειας στον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπισή του με βεβαιότητα, ή (iii) προς προσθήκη κατηγορίας αποκαλυφθείσας από τη μαρτυρία (βλ. σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 125 και επ.). Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, στις παρ. 1-253 και επ. ως προς την ευρύτητα των εξουσιών τροποποίησης στην Αγγλία με βάση το αντίστοιχο του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, άρθρο 5
(1)του Αγγλικού Indictments Act, 1915. Ως προς το πότε κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό, στην παράγραφο 1-257 του προαναφερόμενου συγγράμματος αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
(1)An indictment may be defective ("defect" in this context connoting "lack of" or "want": R. v. Palmer [2002] Crim.L.R. 973, CA) not only when it is bad on its face (e.g. because of duplicity, ante, §§ 1-235 et seq.), but also, for example: (
- a)when it does not accord with the relevant evidence, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein: R. v. Martin [1962] 1 Q.B. 221, 45 Cr.App.R. 199, CCA; (
- b)when for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 2 Q.B. 787, 52 Cr.App.R. 528, CA; R. v. Johal and Ram, ante; (
- c)when the evidence led in support of the indictment discloses more than one offence: R. v. Jones (J.) (see ante, § 1-229); and R. v. Stanley, The Independent, November 27, 1998, CA (allegation of fraudulent evasion of VAT based on allegations of provision of two distinct and separate pieces of false information; desirable that issue of whether defendant guilty, if at all, of one or both of distinct allegations should be resolved by a jury rather than judge—cf. the situation discussed post, § 21-22);» Επιπλέον των πιο πάνω δέον να σημειωθεί ότι προϋπόθεση για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, σελ. 126, η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου μπορεί να επηρεασθεί, αν μια εντελώς νέα κατηγορία αναφύεται εναντίον του, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει. Σε σχέση δε με αιτήματα για προσθήκη κατηγοριών σημειώνεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα στη σελ. 128 πως «οι κατηγορίες οι οποίες ανακύπτουν - παρόλο που είναι διαφορετικές από την αρχική ή τις αρχικές - πρέπει να είναι συναφείς προς το υπόβαθρο γεγονότων της υπόθεσης.». Ένας άλλος σχετικός παράγοντας, είναι το κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (βλ. Makki v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 76, 79). Στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μακράς εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης. Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Στη δε υπόθεση R. v. O' Connor [1997] Crim. L.R. 516, C.A. αποφασίστηκε πως ήταν εσφαλμένη η έγκριση αιτήματος για προσθήκη κατηγορίας που έθετε την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε διαφορετική βάση, μετά την υποβολή εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αφού ο κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του όπως θα την προωθούσε σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή διαμόρφωνε εξαρχής την υπόθεση της ως εν τέλει τη διαμόρφωσε (βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, παρ. 1-260). Στην πρακτική, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης, νοουμένου ότι το αντικείμενο της τροποποίησης, σχετίζεται με τις κατηγορίες που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο. Η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου καθίσταται μεγαλύτερη, όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, αλλά, ακόμα και τότε μπορεί να εγκριθεί η τροποποίηση, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν παραβλάπτεται. Τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί, στην κατάλληλη περίπτωση, ακόμα και στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές υπό το πρίσμα και των όσων έχουν υποστηριχθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές ευθύς εξαρχής σημειώνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαφοροποιεί ουσιωδώς ή στη ρίζα τους τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2. Από την έκθεση αδικήματος τόσο των υφιστάμενων κατηγοριών όσο και των προτιθέμενων να προστεθούν νέων κατηγοριών είναι σαφές ότι σε αυτή όχι μόνο περιλαμβάνονται τα ίδια νομοθετήματα αλλά και τα ίδια ακριβώς άρθρα. Η μόνη διαφοροποίηση που διαφαίνεται, με αναφορά στις νέες κατηγορίες, είναι η ιδιότητα που προσδίδεται στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος πλέον δεν διώκεται ως συναυτουργός από κοινού μαζί με την κατηγορούμενη 1 αλλά ως συνεργός, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, το οποίο όμως και αυτό περιλαμβάνετο εξ αρχής στην έκθεση αδικημάτων των υφιστάμενων κατηγοριών. Ως εκ τούτου δεν διαβλέπω οιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης ή αναγκαιότητα εκ βάθρου επανασχεδιασμού της έτσι ώστε ο επηρεασμός, κύρια του κατηγορούμενου 2, αφού αυτός είναι που επηρεάζεται ουσιαστικά από την αιτούμενη προσθήκη, να είναι τέτοιος που εάν επιτρέπετο η τροποποίηση θα δημιουργείτο αδικία εις βάρος του. Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από την υπεράσπιση ότι το παρόν αίτημα αποτελεί ένα συγκεκαλυμένο τρόπο να προστεθούν στο κατηγορητήριο αδικήματα στη βάση άρθρων που προστέθηκαν στον σχετικό Νόμο μεταγενέστερα του ουσιώδους για την παρούσα χρόνου με κάθε σεβασμό κρίνω ότι τα όσα επί του προκειμένου λέχθησαν δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας. Τούτου λεχθέντος σημειώνεται ότι τα όσα επιμελώς αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο ότι δεν προσδόθηκε αναδρομική ισχύς στο εδάφιο (1 Α) του άρθρου 20 του Νόμου, ως προστέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 221(Ι)/2022, με αποτέλεσμα να μην μπορεί τούτο να εφαρμοστεί σε αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη όμως στην υπό κρίση περίπτωση δεν είναι τούτο που επιδιώκεται. Δέον δε να σημειωθεί, ότι στην έκθεση αδικήματος των προτιθέμενων νέων κατηγοριών όχι μόνο ελλείπει οιαδήποτε αναφορά στο εν λόγω εδάφιο του άρθρου 20 αλλά μάλιστα ρητά περιορίζεται η έκταση εφαρμογής του σχετικού Νόμου μέχρι και την τροποποίηση που επήλθε με τον τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012 που ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα χρόνο. Επιπλέον, η όλη επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από την κατηγορούσα αρχή καθώς και οι παραπομπές σε σχετική νομολογία κατέστησαν σαφές ότι οι νέες κατηγορίες θα προωθηθούν στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, το οποίο δίδει και τη δυνατότητα δίωξης διευθυντή νομικού προσώπου, ως στην υπό κρίση περίπτωση, ως συνεργού. Η δυνατότητα δε αυτή επιβεβαιώθηκε και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Στυλιανίδης ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ανωτέρω στην οποία και παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος για κατηγορούσα αρχή στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην υπόθεση Terezian επιβεβαιώνεται η δυνατότητα ποινικής ευθύνης διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας ως συνεργού. Ορθά επίσης εντοπίζεται από την ευπαίδευτη πρωτόδικο Δικαστή, με αναφορά σε πάγια νομολογιακή γραμμή (Αστυνομία ν. Toorac Fashion
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ajini κ.a. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Επίσημος Παραλήπτης v. Kalavas & Assoc. Ltd. κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd. κ.ά. (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Ιωάννου ν. Νανάιμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555), ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας, εάν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Μας βρίσκει σύμφωνους η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έχουμε την άποψη ότι το Εφετείο στην Peppis δεν διατύπωσε κανόνα πέραν του πλαισίου που κάλυπταν τα δεδομένα της υπόθεσης. Ούτε και θα μπορούσε, στην απουσία ρητής ή εξυπακουόμενης έστω προς τούτο εξαίρεσης από τον ίδιο το Νόμο, να αποκλεισθεί, νομολογιακά, η δυνατότητα ποινικού καταλογισμού σε αξιωματούχους εταιρείας, στη βάση ενεργοποίησης του άρθρου 20, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις συνέργειάς τους στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος.» Έπεται, λοιπόν ότι στη βάση των ανωτέρω η σχετική επί του θέματος επιχειρηματολογία της υπεράσπισης κρίνεται ανεδαφική και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, επιθυμεί να διορθώσει το υφιστάμενο κατηγορητήριο παρουσιάζοντας ένα, του οποίου οι λεπτομέρειες να συνάδουν με τη μαρτυρία που πρόκειται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός είναι ο σκοπός της τροποποίησης. Το εάν η αναγκαιότητα της τροποποίησης του κατηγορητηρίου ήταν ή μπορούσε να ήταν προγενέστερα γνωστή στην κατηγορούσα αρχή δεν είναι αυτόματα και από μόνος του αποτρεπτικός παράγοντας κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος. Καταλυτικό ρόλο στην έγκριση ή όχι ενός τέτοιου αιτήματος διαδραματίζει το κατά πόσο προκαλείται αδικία στον κατηγορούμενο υπό τη μορφή δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων του ή πρόκλησης βλάβης στην υπεράσπιση του. Στην προκειμένη περίπτωση τίποτα χειροπιαστό ή συγκεκριμένο λέχθηκε από μέρους των κατηγορουμένων που να οδηγεί σε συμπέρασμα πρόκλησης αδικίας εις βάρος τους. Αντίθετα, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής υπεβλήθηκε σχετικά νωρίς και εν πάση περιπτώσει προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της παρούσας, πράγμα που δίδει την ευκαιρία σε αμφότερους τους κατηγορουμένους να χαράξουν την υπερασπιστική πορεία τους ενόψει των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η δε συνάφεια των προτιθέμενων να προστεθούν κατηγοριών με τις υφιστάμενες κατηγορίες είναι δεδομένη αφού έχουν θεματική συνάφεια με τη μόνη διαφορά ότι πλέον εξειδικεύεται ο ρόλος που διαδραμάτισε ο κατηγορούμενος 2 στην ισχυριζόμενη διάπραξη αυτών. Ως εκ τούτου απορρέουν ουσιαστικά από τα ίδια γεγονότα παρουσιάζοντας την απαραίτητη θεματική και χρονική συνάφεια. Σημειώνεται επιπλέον ότι η παρουσίαση ενός σαφέστερου κατηγορητηρίου κρίνω ότι θα εξυπηρετήσει και τα συμφέροντα των κατηγορουμένων αφού με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται ένα συγκεκριμένο κατηγορητήριο μέσω του οποίου τίθεται καλύτερα το πλαίσιο της δίκης αφού με αυτό οι κατηγορούμενοι θα είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων με σαφήνεια τι πρόκειται να προωθηθεί και σαφώς θα είναι σε καλύτερη θέση να προετοιμάσουν την υπεράσπισή των. Επομένως, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων είτε θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων είτε θα προκαλέσει ζημιά στην υπεράσπιση τους, προκαλώντας έτσι αδικία εις βάρος τους. Όσον αφορά δε το έτερο σκέλος του αιτήματος τροποποίησης για διόρθωση των λεπτομερειών αδικήματος της 1ης κατηγορίας, αίτημα στο οποίο, ως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης, περιορίζομαι μόνο να αναφέρω ότι με την εν λόγω τροποποίηση επιδιώκεται να τροποποιηθεί κάτι τεχνικό που δεν ακουμπά τις νομικές πτυχές ή τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και ως εκ τούτου κρίνεται καθόλα αποδεκτή αφού ούτε από την εν λόγω τροποποίηση επηρεάζονται τα δικαιώματα των κατηγορούμενων. Δεν διέφυγε βέβαια της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με την προσθήκη των νέων κατηγοριών ο κατηγορούμενος 2 θα βρεθεί να αντιμετωπίζει τα υπό κρίση αδικήματα υπό δύο ιδιότητες, ήτοι αυτή του συναυτουργού στη βάση των κατηγοριών 1 - 4 και αυτή του συνεργού βάση των νέων κατηγοριών 5 - 8. Αυτό όμως είναι ζήτημα που αφορά την κατηγορούσα αρχή και το βάρος που φέρει να αποδείξει την υπόθεσή της. Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 έχει δικαίωμα να ζητήσει λεπτομέρειες. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω ασκώ τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει το άρθρο 83
(1)του Κεφ.155 για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου ως ακολούθως: (Α) Δια της τροποποίησης των λεπτομερειών αδικήματος της 1ης κατηγορίας δια της απάλειψης του αναγραφόμενου ποσού των €1367,50 και αντικατάστασής του με το ποσό των €1488. (Β) Με την προσθήκη 4 νέων κατηγοριών ως κατηγορίες 5 - 8 ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πέμπτη Κατηγορία Παρακίνηση για μη πληρωμή και/ή αποκοπή μισθού μηνιαίως σε μηνιαίως αμοιβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1),10 και 20 του Νόμου που προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007) ως ετροποποιήθη με τον περί προστασία των μισθών (τροποποιητικό) Νόμο του 2012 (Ν.200(Ι)/2012) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος αρ. 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Κατηγορούμενης αρ. 1, κατά τον ίδιο χρόνο ως η πρώτη κατηγορία, κατόπιν συγκατάθεσης και/ή συνοχής του, παρακίνησε την Κατηγορούμενη αρ. 1 ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της, κ. Χριστόφορο Κουλέρμο, τον μισθό για την περίοδο 01/07/2021 - 31/07/2021 ως όφειλε να πράξει και/ή να αποκόψει μέρος αυτού, συνολικού ύψους €1488. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Έκτη Κατηγορία Παρακίνηση για μη πληρωμή και/ή αποκοπή μισθού μηνιαίως σε μηνιαίως αμοιβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1),10 και 20 του Νόμου που προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007) ως ετροποποιήθη με τον περί προστασία των μισθών (τροποποιητικό) Νόμο του 2012 (Ν.200(Ι)/2012) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος αρ. 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Κατηγορούμενης αρ. 1, κατά τον ίδιο χρόνο ως η δεύτερη κατηγορία, κατόπιν συγκατάθεσης και/ή συνοχής του, παρακίνησε την Κατηγορούμενη αρ. 1 ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της, κ. Χριστόφορο Κουλέρμο, τον μισθό για την περίοδο 01/08/2021 - 31/08/2021, συνολικού ύψους €2.245, ως όφειλε να πράξει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Έβδομη Κατηγορία Παρακίνηση για μη πληρωμή και/ή αποκοπή μισθού μηνιαίως σε μηνιαίως αμοιβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1),10 και 20 του Νόμου που προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007) ως ετροποποιήθη με τον περί προστασία των μισθών (τροποποιητικό) Νόμο του 2012 (Ν.200(Ι)/2012) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος αρ. 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Κατηγορούμενης αρ. 1, κατά τον ίδιο χρόνο ως η τρίτη κατηγορία, κατόπιν συγκατάθεσης και/ή συνοχής του, παρακίνησε την Κατηγορούμενη αρ. 1 ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της, κ. Χριστόφορο Κουλέρμο, τον μισθό για την περίοδο 01/09/2021 - 30/09/2021, συνολικού ύψους €2.245, ως όφειλε να πράξει. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Όγδοη Κατηγορία Παρακίνηση για μη πληρωμή και/ή αποκοπή μισθού μηνιαίως σε μηνιαίως αμοιβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1),10 και 20 του Νόμου που προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 (Ν.35
(1)/2007) ως ετροποποιήθη με τον περί προστασία των μισθών (τροποποιητικό) Νόμο του 2012 (Ν.200(Ι)/2012) και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος αρ. 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Κατηγορούμενης αρ. 1, κατά τον ίδιο χρόνο ως η τέταρτη κατηγορία, κατόπιν συγκατάθεσης και/ή συνοχής του, παρακίνησε την Κατηγορούμενη αρ. 1 ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της, κ. Χριστόφορο Κουλέρμο, τον μισθό για την περίοδο 01/10/2021 - 31/10/2021, συνολικού ύψους €2.245, ως όφειλε να πράξει. (Υπογρ.)............. Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο