← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Θεοδώρου, Υπόθ. αρ.: 14568/18, 27/4/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέα Θεοδώρου, Υπόθ. αρ.: 14568/18, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθ. αρ.: 14568/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Ανδρέα Θεοδώρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 27 Απριλίου, 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Αρσιώτης Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας δίωξης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Ειδικότερα κατηγορείται ότι στις 21.5.18, στον Άγιο Αθανάσιο της Επαρχίας Λεμεσού: (α) Διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Μάριο Βακανά, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία). (β) Σε δημόσιο χώρο, δηλαδή παρά τη συμβολή των φώτων τροχαίας Σπύρου Κυπριανού και Αγίου Αθανασίου, εξύβρισε τον Μάριο Βακανά με τη φράση «ππουστοταξιτζήες», κατά τρόπο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). (γ) Άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή παρά τη συμβολή των φώτων τροχαίας Σπύρου Κυπριανού και Αγίου Αθανασίου, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία). Παραδεκτά γεγονότα Κατά την ακροαματική διαδικασία, εγκρίθηκαν ως παραδεκτά τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 του Ε.Δ. Λεμεσού είναι ο Παραπονούμενος στην παρούσα (δηλ. ο ΜΚ3) και ο «ΜΚ1» στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 είναι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα.
  3. Ο Κατηγορούμενος υπέστη πτώση και τραυματισμό του δεξιού του χεριού στις 15.4.
  4. Συγκεκριμένα υπέστη κάταγμα δεξιάς κερκίδας, ενδοαρθρικό με μετατόπιση. Έφερε πυχαιοκαρπικό νάρθηκα στο δεξί χέρι από τις 15.4.18 μέχρι και τις 30.5.
  5. Μαρτυρία Κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα, μαρτυρία έδωσαν οι Δρ. Μ. Αχιλλέως (ΜΚ1), Αστ. 4083, Α. Ψαράς (ΜΚ2), Μάριος Βακανάς (ΜΚ3) και Άννα Στυλιανού (ΜΚ4). Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, κατέθεσε ενόρκως (ΜΥ1) και κάλεσε ένα μάρτυρα Υπεράσπισης, τον Στέλιο Μιχαήλ (ΜΥ2). Κατατέθηκαν επίσης διάφορα έγγραφα και φωτογραφίες ως τεκμήρια. Μαρτυρία ΜΚ1 Ο ΜΚ1 είναι ιατρός, κατέχει την ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής, ασκεί το επάγγελμα τα τελευταία 12 - 13 χρόνια και εργάζεται στις Πρώτες Βοήθειες του Γ.Ν. Λεμεσού. Κατέθεσε την Ιατρική Έκθεση που ετοίμασε, ως Τεκμήριο
  6. Εξέτασε, όπως είπε, τον ΜΚ3 και κατά την εξέταση εντόπισε κεφαλαιμάτωμα περιοφθαλμικά δεξιά (δηλαδή τραύμα που κάλυπτε όλο τον περιοφθαλμικό κόγχο δεξιά) και ερυθρότητα δεξιάς παρειάς (δηλαδή στο δεξιό μάγουλο). Έγινε ακτινολογικός έλεγχος, χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν τα τραύματα που εντόπισε ήταν «παλιά» ή «φρέσκα» επειδή δεν είναι ιατροδικαστής. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Μαρτυρία ΜΚ2 Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 26.6.18 (Τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι στις 2.6.18 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 4). Ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (κατέθεσε τη γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο 5). Ανέφερε επίσης ότι έλαβε κατάθεση και από τον παραπονούμενο (ΜΚ3) την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την ημέρα που επεσυνέβη το συμβάν, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε και πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό και εκεί του είπαν ότι δεν τον χρειάζονται άλλο και πως μπορεί να αποχωρήσει. Ανέφερε επίσης ότι την ημέρα εκείνη, το δεξί χέρι του Κατηγορούμενου βρισκόταν μέσα σε γύψο και ήταν στηριγμένο - δεμένο από τον λαιμό του με ύφασμα. Είπε επίσης ότι μετά το συμβάν, ο ΜΚ3 υπέβαλε παράπονο εναντίον της Αστυνομίας. Ανέφερε, τέλος, ότι η προσωπική του άποψη είναι πως ο Κατηγορούμενος στην κατάσταση που βρισκόταν δεν ήταν σε θέση να κτυπήσει κάποιον. Ο ΜΚ2 επανεξετάστηκε από τον κ. Αρσιώτη και διευκρίνισε ότι η μοναδική φορά που είδε τον Κατηγορούμενο ήταν κατά τη διερεύνηση του επίδικου συμβάντος. Ανέφερε επίσης, ότι απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες μετά τη διερεύνηση των παραπόνων που ο ΜΚ3 υπέβαλε εναντίον του. Μαρτυρία ΜΚ3 Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο
  8. Ανέφερε ότι στις 21.5.18, περίπου στις 08:00, οδηγούσε το ταξί του. Στο ταξί δεν επέβαινε επιβάτης. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, λίγο πριν τα φώτα τροχαίας της συμβολής Σπύρου Κυπριανού με Αγίου Αθανασίου τον προσπέρασε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, αφού σταμάτησε μπροστά του, βγήκε από το αυτοκίνητο του φωνάζοντας «ππουστοταξιτζήες» και ενώ ο ΜΚ3 καθόταν στη θέση του οδηγού, ο Κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στο δεξί μάτι. Ο ΜΚ3 δεν αντέδρασε. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος αναχώρησε από το μέρος. Τότε ο ΜΚ3 τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ειδοποίησε ασθενοφόρο το οποίο τον παρέλαβε και τον μετέφερε στο Γ.Ν. Λεμεσού. Εκεί εξετάστηκε από ιατρό στις Πρώτες Βοήθειες και αναχώρησε. Δεν υπήρχε, είπε, κάποιο άλλο πρόσωπο στο σημείο που να είδε το συμβάν. Προφορικά ανέφερε ότι αφού ξεκίνησε, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τη δεξιά. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας, ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε, μπήκε μπροστά του, πάτησε τα φρένα, αναγκάστηκε και ο ίδιος να φρενάρει απότομα και ακολούθησε το επίδικο συμβάν. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και «έκαμε τα σιέρκα του σαν να έβριζε». Ο ΜΚ3 άκουγε φωνές και για να ακούσει τι γίνεται έβγαλε το πρόσωπο του έξω και επειδή ο ήλιος ήταν δυνατός έβαλε το χέρι του στο πρόσωπο του για να μπορεί να βλέπει. Ο Κατηγορούμενος έλεγε διάφορες βρισιές, πέραν αυτής που ανέφερε στην κατάθεση του («πουστοπεζέβεγκε, ταξιτζήες, γαμώ τις μανάες σας, άχρηστοι, πεζεβέγκηες»). Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος πήγε κοντά του, τού έδωσε δύο γρήγορες γροθιές στο δεξί μάτι, έτρεξε, μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Εκείνη την ώρα σκοτείνιασαν τα πάντα γύρω του, αλλά πρόλαβε και κατέγραψε τα νούμερα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ότι φεύγοντας από το Νοσοκομείο, έβγαλε φωτογραφίες με το κινητό του, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Στις 22.5.18 πήγε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Όταν πήγε στην Αστυνομία του είπαν «τον βρήκαμε και έχει ήδη δώσει κατάθεση» και όταν ρώτησε πότε θα δώσει και ο ίδιος κατάθεση τού είπαν «κοίταξε να δεις, να τον πάρουμε ένα τηλέφωνο να σου φέρει καμία 200 ευρώ και να κλείσει η υπόθεση;». Αυτός αρνήθηκε και τελικά του έλαβαν κατάθεση. Μετά από 40 περίπου μέρες, τον κάλεσαν στον Σταθμό και τού ανέφεραν πως προέκυψε μαρτυρία εναντίον του ότι μιλούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο κινητό τηλέφωνο. Αυτός το αρνήθηκε. Τελικά του προσήψαν κατηγορία και αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι τον κατηγόρησαν για το κινητό τον εκνεύρισε και αποτάθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης. Ο ΜΚ3 αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α' ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Φ. Σιμιλλίδη. Μαρτυρία ΜΚ4 Η ΜΚ4 είναι Πρωτοκολλητής, Υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος στο Ε.Δ. Λεμεσού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την απόφαση στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορούσε τροχαίο αδίκημα (χρήση κινητού κατά την οδήγηση). Η ΜΚ4 αντεξετάστηκε από τον Κατηγορούμενο. Μαρτυρία Κατηγορούμενου (ΜΥ1) Ο Κατηγορούμενος (ΜΥ1) ανέφερε ότι στις 21.5.18, οδηγούσε το αυτοκίνητο του με κατεύθυνση από τα φώτα τροχαίας της Κολωνακίου στην οδό Αγίου Αθανασίου προς τα φώτα τροχαίας, κρατώντας την εσωτερική λωρίδα. Στην αριστερή πλευρά της τρίτης λωρίδας ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο ταξί, το οποίο ξεκίνησε. Ο οδηγός του (δηλαδή ο ΜΚ3) κρατούσε κινητό τηλέφωνο και δύο - τρεις φορές μπήκε στη λωρίδα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει ο Κατηγορούμενος να εμπλακεί σε δυστύχημα. Όταν άναψε το κόκκινο φως, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν δεύτερο στα φώτα και το ταξί σταμάτησε πίσω του. Από το καθρεφτάκι του με το αριστερό του χέρι (αφού το δεξί του χέρι ήταν στον γύψο) έκανε νόημα στον ΜΚ3 ρωτώντας στην ουσία γιατί προσπάθησε να ανακόψει την πορεία του. Ο ΜΚ3 ανασήκωσε το μεσαίο δάκτυλο του χεριού του. Ο Κατηγορούμενος προς στιγμή θύμωσε, άνοιξε την πόρτα του οχήματος του, προχώρησε στην άκρη του αυτοκινήτου του (του δικού του αυτοκινήτου) και φωναχτά είπε στον ΜΚ3 ότι δεν είναι επαγγελματίας οδηγός και ότι κρατά το τηλέφωνο πρωί πρωί να τον σκοτώσει. Άναψε το πράσινο φανάρι και ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο αυτοκίνητο του και έφυγε, θεωρώντας ότι το θέμα έληξε. Περί τις 10:00 της ίδιας ημέρας έλαβε τηλεφώνημα από τον Αστ. Στ. Γερμασόγειας και ενημερώθηκε ότι έγινε παράπονο εναντίον του ότι χτύπησε και εξύβρισε κάποιον. Ο Κατηγορούμενος πήγε στον Σταθμό και όταν ο Αστυνομικός είδε ότι το χέρι του Κατηγορούμενου ήταν στον γύψο, τού είπε να αποχωρήσει και ότι αν χρειαζόταν θα τον ξανακαλούσε για κατάθεση. Ξανακλήθηκε πράγματι στον Σταθμό άλλη μέρα και έδωσε κατάθεση. Ανέφερε επίσης ότι ο ΜΚ3 του κίνησε αγωγή ζητώντας αποζημιώσεις. Τέλος ανέφερε ότι ενάμισι - δύο μήνες μετά το επίδικο συμβάν, τον επισκέφθηκε κάποιος πελάτης στο γκαράζ του (ο Κατηγορούμενος είναι μηχανικός αυτοκινήτων) και τον ρώτησε τι είχε γίνει ένα πρωί παρά τα φώτα κοντά στο Jumbo. Τον ενημέρωσε ο Κατηγορούμενος ότι κατηγορείται από την Αστυνομία ότι χτύπησε τον οδηγό του ταξί και ο πελάτης του συμφώνησε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο για να πει τι είδε την επίδικη ημέρα. Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι στο σημείο που οι δύο λωρίδες του δρόμου γίνονται τρεις, ο ίδιος οδηγούσε στη μεσαία λωρίδα (δηλαδή την αριστερή εκ των δύο λωρίδων που προχωρούν ευθεία στα φώτα) και το αυτοκίνητο του ΜΚ3 βρισκόταν (αρχικά) στα αριστερά του. Ανέφερε επίσης ότι το επίδικο συμβάν διήρκησε μερικά δευτερόλεπτα (20 - 30 δευτερόλεπτα). Μαρτυρία ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είχε δει το επίδικο συμβάν. Όπως είπε, ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα με πορεία προς τα φώτα Σπύρου Κυπριανού. Άναψε το κόκκινο φανάρι, έτσι σταμάτησε. Ήταν το τέταρτο ή πέμπτο αυτοκίνητο στη σειρά. Τότε είδε τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα (απ' ό,τι θυμάται ήταν το δεύτερο αυτοκίνητο) και πίσω του βρισκόταν ο ταξιτζής (προφανώς ο ΜΚ3), να έχει κατέβει από το αυτοκίνητο του και να μιλά με τον ταξιτζή. Ο ΜΥ2 δεν άκουγε τι λεγόταν μεταξύ Κατηγορούμενου και ΜΚ
  10. Μετά άναψε το πράσινο φανάρι και έφυγε. Απ' ότι είδε από το καθρεφτάκι του, ο ταξιτζής άργησε να εκκινήσει για να φύγει. Όταν ένα μήνα περίπου μετά από το επίδικο συμβάν επισκέφθηκε το γκαράζ αυτοκινήτων που διατηρεί ο Κατηγορούμενος, ρώτησε τον Κατηγορούμενο τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα. Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Αντεξετασθείς ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την επίμαχη ημέρα και ώρα στον δρόμο υπήρχε αρκετή κίνηση. Ανέφερε επίσης πως ο Κατηγορούμενος δεν προχώρησε πέραν του πίσω μέρους του οχήματος του. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις τους έχουν μελετηθεί προσεκτικά και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο σύνολο τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακρόαση είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων έχοντας κατά νου και καθοδηγούμενη από τις παγίως νομολογηθείσες αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλ., μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο ΜΚ1 είναι ιατρός. Τα προσόντα και η εν γένει εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ούτε το γεγονός ότι πράγματι εντόπισε κατά την εξέταση του ΜΚ3 τα όσα κατέγραψε στο Τεκμήριο 1 αμφισβητήθηκε. Ο Κατηγορούμενος τού υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις που σχετίζοντο με το κατά πόσον μπορούσε να διαπιστώσει τον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων που εντόπισε και ο μάρτυρας επανέλαβε αυτό που είπε στην κυρίως εξέταση του, ότι, δηλαδή, ο ίδιος καταγράφει ό,τι βλέπει και ότι δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το ποιος προκάλεσε το τραύμα και πότε. Ο ΜΚ2 είναι ο Αστυνομικός που διερεύνησε την παρούσα υπόθεση. Τα όσα ανέφερε ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του και γίνονται αποδεκτά. Κατά την αντεξέταση του, τού υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις που είχαν να κάνουν με τα όσα ο ίδιος παρατήρησε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό στις 21.5.18 και με τα όσα επισυνέβησαν στη συνέχεια και τις καταγγελίες που υπέβαλε εναντίον του ο ΜΚ
  1. Ο μάρτυρας απαντούσε με προθυμία σε όλες τις ερωτήσεις, η αλήθεια δε των όσων δήλωσε αντεξετασθείς δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνω βέβαια, πως η άποψη του μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να κτυπήσει τον ΜΚ3 λόγω του ότι το δεξί του χέρι ήταν σπασμένο, σε γύψο και δεμένο, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Με την τελευταία αυτή επιφύλαξη, κρίνω τον ΜΚ2 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η εντύπωση που ο ΜΚ3 άφησε στο Δικαστήριο δεν ήταν θετική και η εκδοχή που προώθησε δεν αντέχει, κατά την κρίση μου, στη βάσανο της λογικής. Προέβαλε ο ΜΚ3 πως ενώ ο ίδιος χρησιμοποιούσε κανονικά και ορθά τον δρόμο, ξαφνικά ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε, μπήκε μπροστά του, πάτησε τα φρένα του, αναγκάστηκε και ο ίδιος να φρενάρει απότομα και ακολούθησε το επίδικο συμβάν. Αυτό που καθιστά την εκδοχή του μη πειστική, είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με αυτήν, δεν υπήρχε τίποτα απολύτως που να μπορούσε δυνητικά να ωθήσει τον Κατηγορούμενο να ενεργήσει κατά τον τρόπο που του απέδωσε ο ΜΚ
  2. Η θέση πως ο Κατηγορούμενος, χωρίς λόγο και αφορμή, χωρίς να γνωρίζει τον ΜΚ3 ή να έχει οποιαδήποτε προηγούμενα μαζί του, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του στα φώτα, φώναζε στον ΜΚ3, τον εξύβρισε και τον κτύπησε, δεν είναι καθόλου λογική, ούτε μπορεί να γίνει πιστευτή. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε με το αριστερό του χέρι, ούτε και ανέφερε (στο σημείο όπου περιέγραφε τον Κατηγορούμενο) ότι το δεξί χέρι του Κατηγορούμενου ήταν στον γύψο, κάτι που δείχνει πως είτε δεν είχε προσέξει κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτό το γεγονός είτε δεν το θυμόταν. Προφανώς ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, έτσι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως μετά που το σκέφτηκε, δήθεν, και αφού είδε ότι το δεξί χέρι του Κατηγορούμενου ήταν στον γύψο, θα ήταν με το αριστερό χέρι που τον χτύπησε.[1] Είναι προφανές, κατά την κρίση μου, ότι ο ΜΚ3, αντιλαμβανόμενος πλέον την αδυναμία της εκδοχής του, αναδιαμόρφωσε αυτήν προκειμένου να την καταστήσει πιστευτή. Αν ο ΜΚ3 πράγματι είχε προσέξει κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι το δεξί χέρι του Κατηγορούμενου ήταν στον γύψο (και μάλιστα επειδή το πρόσεξε, όπως είπε, έβγαλε έξω το κεφάλι του χωρίς να ανησυχεί για επίθεση[2]), το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να είχε αναφέρει στην κατάθεση του αυτό το ουσιαστικό γεγονός (την οποία έδωσε την επομένη του ισχυριζόμενου συμβάντος, όταν είχε άπλετο χρόνο να σκεφτεί και να το ανακαλέσει στη μνήμη του) και όχι να πει ότι δεν θυμόταν με ποιο χέρι τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος. Επιπλέον, και ως προς την ισχυριζόμενη εξύβριση, ο ΜΚ3 ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο Κατηγορούμενος σταμάτησε μπροστά του, βγήκε από το αυτοκίνητο του, τον πλησίασε από τη δεξιά πλευρά φωνάζοντας «πουστοταξιτζήδες» και ακολούθησε η επίθεση. Στην προφορική του μαρτυρία όμως ανέφερε ότι, πέραν της πιο πάνω βρισιάς, ο Κατηγορούμενος φώναζε επίσης «πουστοπεζέβεγκε, ταξιτζήες, γαμώ τις μανάες σας, άχρηστοι, πεζεβέγκηες». Το γεγονός ότι προφορικά απέδωσε στον Κατηγορούμενο πολλές περισσότερες βρισιές απ' ότι στην κατάθεση του, επίσης πλήττει την αξιοπιστία της εκδοχής του. Επίσης, από ορισμένα στοιχεία της μαρτυρίας του αναδεικνύεται μία τάση υπερβολής ως προς τα αποτελέσματα της ισχυριζόμενης επίθεσης. Ανέφερε ότι μετά την ισχυριζόμενη επίθεση «σκοτείνιασαν τα πάντα γύρω του». Αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά υπερβολή αφού μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν την επίθεση (υπενθυμίζω πως κατά την εκδοχή του μετά την επίθεση ο Κατηγορούμενος έτρεξε, μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε), αυτός κατάφερε να πιάσει το σημειωματάριο και το στυλό που είχε στο αυτοκίνητο του και να σημειώσει τα νούμερα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Η ίδια τάση διαφαίνεται από το γεγονός ότι σ' ένα σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε πως τις μέρες που ακολούθησαν την ισχυριζόμενη επίθεση μαύρισε ολόκληρη η περιοχή του ματιού του και γι' αυτό έμεινε περιορισμένος στο σπίτι για αρκετό καιρό, ενώ σε άλλο σημείο παραδέχθηκε ότι «λίγες μέρες μετά έφυγαν τα τραύματα.». Πέραν δε όλων των ανωτέρω, η εκδοχή του καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα, του ΜΥ2, ο οποίος ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος δεν πλησίασε την πόρτα του αυτοκινήτου του ΜΚ
  3. Το γεγονός ότι κατά την εξέταση του από τον ιατρό ΜΚ1 διαπιστώθηκε ότι έφερε κεφαλαιμάτωμα περιοφθαλμικά δεξιά και ερυθρότητα δεξιάς παρειάς δεν μπορεί αφ' εαυτού να οδηγήσει σε αποδοχή της εκδοχής του, αφού ο ΜΚ1 ανέφερε παράλληλα ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το πότε προκλήθηκαν τα πιο πάνω τραύματα. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν έχει την ποιότητα εκείνη που θα μου επέτρεπε να βασιστώ με ασφάλεια σε αυτή για να καταλήξω σε ευρήματα ως προς τα επίδικα γεγονότα. Η μαρτυρία της ΜΚ4 ήταν τυπική. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την απόφαση στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 του Ε.Δ. Λεμεσού. Κατά την αντεξέταση της τής υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις που σχετίζονταν με τη μαρτυρία που δόθηκε σε εκείνη την υπόθεση και κυρίως τη μαρτυρία του ΜΚ3, στις οποίες όμως η ΜΚ4 δεν μπορούσε να απαντήσει καθότι τα πρακτικά της υπόθεσης ήταν στενογραφημένα. Δέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ
  4. Σημειώνω βέβαια ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την κρίση του άλλου Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των κοινών στις δύο υποθέσεις μαρτύρων. Η εντύπωση που ο Κατηγορούμενος άφησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ καλή. Η ειλικρίνειά του όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους του, είτε να αποκρύψει γεγονότα είτε να τα αλλοιώσει. Περιέγραψε παραστατικά και με λεπτομέρεια τα όσα κατά τη δική του εκδοχή έλαβαν χώρα την επίδικη ημερομηνία. Η εκδοχή που προέβαλε χαρακτηρίζεται από συνοχή και συνέπεια, κατά την αντεξέταση του δε, απαντούσε με αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, δίδοντας λογικές απαντήσεις σε αυτά που ερωτάτο, ενισχύοντας μέσω των απαντήσεων του τις θέσεις του, όπως εξαρχής τις προέβαλε στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του τού υποβλήθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με την πορεία του οχήματος του και την πορεία του οχήματος του ΜΚ3, πριν το επίδικο περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Δεν παραβλέπω εδώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε στον ΜΚ3 τις θέσεις του ως προς το τι προηγήθηκε του επίμαχου συμβάντος. Δεν παραβλέπω όμως επίσης ότι ο Κατηγορούμενος χειρίστηκε χωρίς δικηγόρο την υπόθεση του. Αντεξετάζοντας τον ΜΚ3, ασχολήθηκε κυρίως με τα όσα περιέβαλλαν το επίμαχο συμβάν και τα όσα ακολούθησαν αυτού. Τα όσα προηγήθηκαν του συμβάντος, δεν είναι άλλωστε άμεσα επίδικα. Απλά αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο στη δική του μαρτυρία για να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν τη δική του αντίδραση. Συνάδουν δε πλήρως με τα όσα είχε αναφέρει κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατάθεση του και δεν αποτελούν, συνεπώς, εκ των υστέρων σκέψεις. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι ο ΜΚ3 κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Δεν παραβλέπω και εδώ, πως ο ΜΚ3 αθωώθηκε στη σχετική με το αδίκημα τούτο ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του (βλ. Τεκμήριο 7) και το κατά πόσον κρατούσε πράγματι τηλέφωνο ο ΜΚ3 ή όχι κατά την οδήγηση, σίγουρα δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα. Δέχομαι όμως ότι αυτή ήταν η ειλικρινής εντύπωση και αντίληψη του εδώ Κατηγορούμενου, εξ ου και αυτό ανέφερε τόσο στην Αστυνομία όσο και στο παρόν Δικαστήριο, χωρίς να κλονιστεί καθόλου η επί τούτου μαρτυρία του. Ως προς το επίδικο συμβάν, παρέμεινε συνεπής και σταθερός στη θέση που εξαρχής προέβαλε. Υποστήριξε ότι όταν άναψε το κόκκινο φως, ο ίδιος ήταν δεύτερος στη σειρά πριν τα φώτα και το αυτοκίνητο του ΜΚ3, τρίτο. Σταματώντας στα φώτα, ο δρόμος γέμισε από αυτοκίνητα που σταμάτησαν, αφού επρόκειτο για ώρα αιχμής. Όταν σταμάτησαν, έκανε νόημα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του στον ΜΚ3 και ο ΜΚ3 ύψωσε το μεσαίο δάκτυλο του. Τότε κατέβηκε από το όχημα του, περπάτησε μέχρι την άκρη του αυτοκινήτου του για να μπορεί να βλέπει καλά τον ΜΚ3 (αφού το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν ψηλό), και του είπε πως είναι απαράδεκτο επαγγελματίας οδηγός να μιλά στο τηλέφωνο και να οδηγά με τον τρόπο που οδηγούσε. Όταν απευθυνόταν στον ΜΚ3, με ειλικρίνεια παραδέχτηκε πως ο τόνος του μπορεί να ήταν λίγο έντονος και μιλούσε φωναχτά. Όπως εξήγησε, επειδή δεν έχει καλή ακοή ούτως ή άλλως γενικά μιλά δυνατά. Όταν άναψε το πράσινο φως και εκκίνησε το προπορευόμενο όχημα, μπήκε και αυτός στο αυτοκίνητο του και έφυγε, θεωρώντας πως το θέμα έληξε εκεί. Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε επί των ανωτέρω θέσεων του. Όμως δεν κλονίστηκε ούτε στο ελάχιστο. Ούτε και υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Οι απαντήσεις του σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν άμεσες, επεξηγηματικές, χωρίς ασάφειες ή υπεκφυγές. Αρνήθηκε επανειλημμένως και με πειστικότητα ότι χτύπησε τον ΜΚ3 επιμένοντας πως ούτε πλησίασε το όχημα του ΜΚ3, ούτε και ήταν σε θέση να χτυπήσει αφού το δεξί του χέρι, το οποίο είναι «το καλό» του χέρι, ήταν σπασμένο και στον γύψο. Η δε μαρτυρία του ΜΥ2 επιβεβαιώνει την ούτως ή άλλως πειστική θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτός δεν πλησίασε καν την πόρτα του αυτοκινήτου του ΜΚ
  5. Προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18, ότι εξύβρισε τον ΜΚ3 με τη λέξη «πουστοπεζέβεγκοι» (βλ. Τεκμήριο 7, σελ. 2). Ο Κατηγορούμενος μετ' επιμονής αρνήθηκε ότι προέβη σε τέτοια παραδοχή. Αυτό που είχε πει στην άλλη διαδικασία, ως ανέφερε, είναι ότι αυτά είναι τα λόγια που του απέδιδε ο ΜΚ3, χωρίς όμως να αποδεχτεί ο ίδιος οποτεδήποτε ότι πράγματι τα είπε. Παρά την έντονη αμφισβήτηση αυτή, τα πρακτικά της άλλης διαδικασίας δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ούτε και συνάδουν οι λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας και η κατάθεση του ΜΚ3 (ο οποίος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εκστόμισε τη λέξη «πουστοταξιτζήες») με τη δήλωση που καταγράφεται στην απόφαση και αποδίδεται στον Κατηγορούμενο. Εξάλλου, το Δικαστήριο στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 δεν κατέληξε σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον ΜΚ
  6. Αναφέρθηκε μόνο σε μία αντίφαση, όπως την εντόπισε το ίδιο, την οποία έκρινε ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει. Με αυτά τα δεδομένα, και με δεδομένη επιπλέον τη σταθερή και πειστική θέση του Κατηγορούμενου ότι ουδέποτε εξύβρισε τον ΜΚ3, αλλά και τη γενικότερα πολύ καλή εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο, δέχομαι πως ο Κατηγορούμενος δεν έβρισε τον ΜΚ
  7. Αντεξετάστηκε επίσης ο Κατηγορούμενος, σε σχέση με το πώς προέκυψε η παρουσίαση του ΜΥ2 ως μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος με αμεσότητα εξήγησε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γνώριζε ότι ο ΜΥ2 είδε το επίμαχο συμβάν, γεγονός που εξηγεί και το γιατί δεν ανέφερε κάτι σχετικό στην Αστυνομία. Εξήγησε επίσης ότι ενάμισι περίπου μήνα μετά το συμβάν, τον επισκέφθηκε ο ΜΥ2 στο γκαράζ αυτοκινήτων που διατηρεί και τον ρώτησε τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να έρθει στο Δικαστήριο για να πει αυτά που είδε και όχι κάτι περισσότερο. Δέχομαι τη συνεπή μαρτυρία του Κατηγορούμενου ως προς τα ανωτέρω, η οποία συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως προς το πότε και πώς αποκαλύφθηκε ότι ο τελευταίος ήταν μάρτυρας του συμβάντος. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω τον Κατηγορούμενο αξιόπιστο και μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του προς εξαγωγή ευρημάτων. Η εντύπωση που ο ΜΥ2 άφησε στο Δικαστήριο ήταν πάρα πολύ καλή. Πρόκειται για πρόσωπο που δεν έχει κανένα συμφέρον στην έκβαση της παρούσας. Είχε δει το επίμαχο συμβάν (γεγονός που ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε μέχρι και ένα και πλέον μήνα μετά το συμβάν), και έχω πειστεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει με ειλικρίνεια τα όσα είδε και αντιλήφθηκε την επίδικη ημέρα, χωρίς διάθεση ή πρόθεση να ψευδομαρτυρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής πλην όμως η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε. Αντίθετα, απαντούσε με αυθορμητισμό και ευθύτητα, καταθέτοντας στο Δικαστήριο τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψη του. Αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΥ2 ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλησίασε την πόρτα του αυτοκινήτου του ΜΚ3 (αλλά έμεινε κοντά στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου), πλην όμως ο μάρτυρας ουδόλως απέστη της αρχικής του θέσης. Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του μάρτυρα ότι το όχημα του ΜΚ3 ξεκίνησε και συνέχισε την ευθεία πορεία του μετά το συμβάν. Ο ΜΥ2 όμως και πάλι επέμεινε ότι είδε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του ότι ο ΜΚ3 πέρασε τα φώτα και κατευθύνθηκε προς τα φώτα του Jumbo, προσθέτοντας με ειλικρίνεια ότι στη συνέχεια ο ίδιος έστριψε δεξιά στα φώτα του Jumbo και δεν είδε τι ακολούθησε. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω τον ΜΥ2 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Σημειώνω δε ότι από αυτή επιβεβαιώνονται δύο ουσιαστικές θέσεις του Κατηγορούμενου και καταρρίπτονται δύο αντίθετες θέσεις του ΜΚ3 και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλησίασε το όχημα του ΜΚ3 και ότι την επίδικη μέρα και ώρα στον δρόμο υπήρχε αρκετή κίνηση. Ευρήματα Στις 21.5.18, o Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με βόρεια κατεύθυνση στην οδό Αγίου Αθανασίου προς τα φώτα τροχαίας Σπύρου Κυπριανού, κρατώντας την αριστερή λωρίδα εκ των δύο με ευθεία κατεύθυνση (δηλαδή τη μεσαία εκ των τριών λωρίδων), με πρόθεση να προχωρήσει ευθεία στα φώτα. Επρόκειτο για ώρα αιχμής και στον δρόμο είχε κίνηση. Στην αριστερή πλευρά της τρίτης λωρίδας ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο ταξί, το οποίο ξεκίνησε. Ο οδηγός του ήταν ο ΜΚ
  8. Ο Κατηγορούμενος σχημάτισε την εντύπωση ότι ο ΜΚ3 κατά την οδήγηση χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δύο - τρεις φορές το όχημα του ΜΚ3 κινήθηκε προς τη λωρίδα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος. Όταν άναψε το κόκκινο φως, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν δεύτερο στα φώτα και το όχημα - ταξί που οδηγούσε ο ΜΚ3 σταμάτησε πίσω του. Ο Κατηγορούμενος από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του με το αριστερό το χέρι (αφού το δεξί του χέρι ήταν στον γύψο, βλ. παραδεκτό γεγονός αρ. 2) έκανε νόημα στον ΜΚ3 ρωτώντας στην ουσία γιατί προσπάθησε να ανακόψει την πορεία του. Ο ΜΚ3 προέβη σε μία χειρονομία. Ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του οχήματος του, εξήλθε αυτού και προχώρησε στην άκρη του αυτοκινήτου του (του δικού του αυτοκινήτου). Μιλώντας σε λίγο έντονο τόνο και φωναχτά (ο Κατηγορούμενος έχει πρόβλημα με την ακοή του και γενικά μιλά δυνατά) είπε στον ΜΚ3 πως είναι απαράδεκτο επαγγελματίας οδηγός να μιλά στο τηλέφωνο και να οδηγά με τον τρόπο που οδηγούσε. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, άναψε ο πράσινος σηματοδότης και ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο όχημα του και αναχώρησε, θεωρώντας ότι το θέμα έληξε. Το συμβάν διήρκησε 20 - 30 δευτερόλεπτα. Ο ΜΥ2 βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του ίδιου δρόμου με την ίδια κατεύθυνση με αυτή που ακολουθούσαν οι ΜΚ3 και Κατηγορούμενος. Ήταν το τέταρτο ή πέμπτο αυτοκίνητο στη σειρά πριν τα φώτα. Ο ΜΥ2 είδε το συμβάν, αλλά δεν άκουγε τι έλεγε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου. Στις 21.5.18 ο ΜΚ3 εξετάστηκε από τον ΜΚ1 ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ΜΚ3 είχε κεφαλαιμάτωμα περιοφθαλμικά δεξιά και ερυθρότητα δεξιάς παρειάς. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος, χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος. Την ίδια μέρα κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας ο Κατηγορούμενος, και του είπαν να αποχωρήσει χωρίς να του ληφθεί κατάθεση. Ο ΜΚ2 έλαβε στις 22.5.18 κατάθεση από τον ΜΚ3 (Τεκμήριο 3). Στις 2.6.18 ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Στις 7.11.19 εκδόθηκε απόφαση στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 19751/18 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε στο αδίκημα της οδήγησης οχήματος χωρίς ελεύθερα χέρια, δηλαδή κρατώντας κινητό. Στην εν λόγω υπόθεση, κατηγορούμενος ήταν ο ΜΚ3 και ο «ΜΚ1» ήταν ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. Το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη αθώωσε τον ΜΚ3 στην κατηγορία που αντιμετώπισε. Νομική πτυχή Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmighton v. D.P.P. [1935] AC 462, Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Κεφ. 154 προβλέπει τα εξής: «
  1. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα ακόλουθα: (α) Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο. (β) Πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το άρθρο 99 του Κεφ. 154 επί του οποίου η κατηγορία βασίζεται, προνοεί τα εξής: «
  2. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξύβριση άλλου. (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων, η εκδοχή που ο ΜΚ3 προέβαλε περί του ότι ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε κτυπώντας τον στο πρόσωπο και τον εξύβρισε δεν έγινε αποδεκτή. Αντίθετα, αποδεκτή έγινε η εκδοχή του Κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 διαπίστωσε πως ο ΜΚ3 έφερε κεφαλαιμάτωμα περιοφθαλμικά δεξιά και ερυθρότητα δεξιάς παρειάς δεν μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, από μόνο του να οδηγήσει σε απόδειξη της πρώτης κατηγορίας στον βαθμό που απαιτείται, με δεδομένη, αφενός και κυρίως, την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ3 ως προς τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων, και αφετέρου, την αδυναμία του ΜΚ1 να αναφερθεί στον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων. Το άρθρο 95 του Κεφ. 154 στο οποίο βασίζεται η τρίτη κατηγορία προνοεί τα εξής: «
  3. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι τα εξής: (α) Η χωρίς εύλογη αιτία. (β) Πρόκληση θορύβου ή ταραχής. (γ) Σε δημόσιο χώρο. (δ) Με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, προβλέπονται τα εξής: «''δημόσιος χώρος'' ή ''δημόσιο υποστατικό'' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Ως προς την ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος», βλ. Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 και Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 149/19, ημερ. 20.10. Δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η πράγματι πρόκληση της ανησυχίας, αλλά μόνο το ενδεχόμενο πρόκλησης αυτής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373). Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει η στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος στον βαθμό που απαιτείται. Προκύπτει πράγματι ότι Κατηγορούμενος και ΜΚ3 ευρίσκοντο σε δημόσιο χώρο (στη συμβολή των φώτων τροχαίας Σπύρου Κυπριανού και Αγίου Αθανασίου). Προκύπτει επίσης ότι ένεκα των όσων προηγήθηκαν του επίμαχου συμβάντος, υπήρξε μία παρατήρηση σε έντονο και δυνατό τόνο από μέρους του Κατηγορούμενου προς τον ΜΚ3 ως προς τον τρόπο που ο τελευταίος οδηγούσε. Το συμβάν διήρκησε μόνο κάποια δευτερόλεπτα και όταν άναψε ο πράσινος σηματοδότης, ο Κατηγορούμενος μπήκε στο όχημα του και έφυγε. Το περιστατικό δεν ήταν, κατά την κρίση μου τέτοιο που να μπορούσε αντικειμενικώς να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Και πράγματι δεν προκάλεσε τέτοιο αποτέλεσμα σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος, ευρισκόμενος λίγα μέτρα μακριά από τους ΜΚ3 και Κατηγορούμενο, δεν άκουγε τι έλεγε ο Κατηγορούμενος. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγοριών 1, 2 και 3. (Υπ) .............................. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αποστενοτυπημένα πρακτικά ημερ. 13.1.23, σελ. 24: «E. [.] Εγώ θέλω να ανατρέξετε λίγο πίσω και να μου πείτε εάν θυμάστε με ποιο χέρι είχατε κτυπηθεί; A. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή όχι γιατί μου ήρθε ουρανοκατέβατη που λέμε, δεν σκέφτηκα με ποιο χέρι με κτύπησε, αλλά μετά που το σκέφτηκα, αφού είδα το δεξί του χέρι στον γύψο, θα ήταν με το αριστερό. Δεν με κτύπησε με τον γύψο, εν με το χέρι του που με κτύπησε.» [2] Αποστενοτυπημένα πρακτικά ημερ. 13.1.23, σελ. 17 και 30: «Α. Εγώ ήμουν εντελώς ανυποψίαστος για επίθεση, γι' αυτό έβγαλα και το πρόσωπό μου έξω, δεν περίμενα τζιαί όταν είδα ότι το δεξί του χέρι ήταν στον γύψο δεν είχα κανένα λόγο να ανησυχώ για επίθεση. [.] . αλλά λόγω του ότι ήταν και σπασμένο το χέρι του δεν υπολόγισα καθόλου το τι μπορεί να συμβεί, δηλαδή να μου επιτεθεί. .» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.