← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρούλας Κλεάνθους, Υπόθ. αρ.: 11162/21, 25/4/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρούλας Κλεάνθους, Υπόθ. αρ.: 11162/21, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθ. αρ.: 11162/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Ανδρούλας Κλεάνθους Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 25 Απριλίου, 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Αρσιώτης Για την Κατηγορούμενη: κα Χ. Μιχαήλ Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας δίωξης, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης και ειδικότερα κατηγορείται ότι στις 22.4.21, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό [ . ], εξύβρισε τον Νικήτα Αριστείδου με τις λέξεις «Μαλάκα, μαλακισμένε, βρωμόπουστη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Η Κατηγορούμενη αρνείται ενοχή. Μαρτυρία Στο Δικαστήριο κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσαν οι Νικήτας Αριστείδου (ΜΚ1), Μαρία Κλεάνθους (ΜΚ2) και Αστ. 4083, Α. Ψαράς (ΜΚ3). Για την πλευρά της Κατηγορούμενης και αφού κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση της, προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες Υπεράσπισης. Μαρτυρία Νικήτα Αριστείδου (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 22.4.21 (Τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι εργάζεται ως Βοηθός Φαρμακοποιού σε Φαρμακείο που βρίσκεται στην οδό [.] Λεμεσού. Στις 22.4.21, περί τις 13:25, ενώ εργαζόταν, μπήκε στο Φαρμακείο η θεία του, δηλαδή η Κατηγορούμενη, η οποία είναι αδερφή της μητέρας του, και χωρίς λόγο, άρχισε να τού φωνάζει να μην ανακατεύεται με τις υποθέσεις - περιουσιακές διαφορές που έχει (εκείνη) με τη γιαγιά του. Ο ΜΚ1 με ευγενικό τρόπο της ζήτησε να περάσει έξω επειδή φώναζε στον χώρο εργασίας του. Τότε η Κατηγορούμενη ξεκίνησε να του φωνάζει να της δώσουν €30.000 για ανακαινίσεις που έκανε σε οικίες της γιαγιάς του. Όταν ο άλλος υπάλληλος του Φαρμακείου της ζήτησε να περάσει έξω, η Κατηγορούμενη βγήκε και άρχισε να βρίζει τον ΜΚ1 με τις λέξεις «Μαλάκα, μαλακισμένε, βρωμόπουστη» και έφυγε. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η πόρτα του Φαρμακείου ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια, ανοικτή. Μαρτυρία Μαρίας Κλεάνθους (ΜΚ2) Η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση της ημερ. 22.4.21 (Τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι στις 22.4.21, περί ώρα 13:20, μετέβη στο Φαρμακείο όπου εργάζεται ο γιος της, δηλαδή ο ΜΚ1, για να τον παραλάβει από τη δουλειά καθότι δεν είχε μεταφορικό μέσο. Όταν βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης έξω από το Φαρμακείο και ανέμενε τον γιο της, αντιλήφθηκε την αδερφή της, δηλαδή την Κατηγορούμενη, με την οποία δεν διατηρεί σχέσεις από το 2006, να μπαίνει στο Φαρμακείο φωνάζοντας και ανεμίζοντας τα χέρια της. Δεν άκουγε τι έλεγε η Κατηγορούμενη ενόσω βρισκόταν μέσα στο Φαρμακείο, αλλά όταν βγήκε την άκουσε να λέει «Θα σε περιμένω έξω, εννα δεις τι θα σου κάμω, μαλακισμένε, πούστη, πουστομαλακισμένε.». Ακολούθως η Κατηγορούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο της και έφυγε. Ανέφερε επίσης ότι από το σημείο στο οποίο ήταν σταθμευμένη, έβλεπε καθαρά το Φαρμακείο, και ότι η μηχανή του οχήματος της ήταν σβηστή και τα παράθυρα ανοιχτά. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν αντιλήφθηκε πως η Κατηγορούμενη μπήκε μέσα στο Φαρμακείο θυμωμένη, σκέφτηκε ότι κάτι θα γινόταν και πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία. Η ίδια δεν ήθελε να επέμβει ή να λάβει μέρος σε οποιοδήποτε περιστατικό, ούτε να εισέλθει σε ξένη περιουσία. Η Αστυνομία τη συμβούλευσε να πάει στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό, όπως και έπραξαν μόλις σχόλασε ο ΜΚ1. Ανέφερε επίσης ότι αν και δεν διατηρεί σχέσεις με την πατρική οικογένεια της από το 2006, γνώριζε ότι είχε δημιουργηθεί μία κατάσταση για περιουσιακά θέματα. Η ΜΚ2 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Μαρτυρία Αστ. 4083, Α. Ψαρά (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 3. Ανέφερε ότι στις 22.4.21 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 4) και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Η Κατηγορούμενη απάντησε «Δεν παραδέχομαι, ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» (κατέθεσε τη γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο 5). Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 6, Ημερολόγιο Ενεργείας που τήρησε, στο οποίο γίνεται αναφορά στις επικοινωνίες του με τον ιδιοκτήτη του Φαρμακείου στο οποίο εργαζόταν ο ΜΚ1 και τον υπάλληλο του Φαρμακείου. Ανέφερε ότι δεν έλαβε καταθέσεις από τα δύο εν λόγω πρόσωπα, καθότι κατά την επικοινωνία του μαζί τους ανέφεραν ότι δεν άκουσαν και ότι δεν γνωρίζουν κάτι σχετικά με το αδίκημα που καταγγέλθηκε. Ο ΜΚ3 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενης Η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι υιοθετεί την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 4. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα είχε πάει στο Φαρμακείο στο οποίο εργάζεται ο αδερφότεκνος της, ΜΚ1. Μπήκε μέσα στο Φαρμακείο και ζήτησε από τον ΜΚ1 να σταματήσει να ενοχλεί τον ενοικιαστή της και να «τραβολογά» τη γιαγιά του στην Αστυνομία. Μετά από αυτό, την πλησίασε ένας υπάλληλος του Φαρμακείου και της είπε να περάσει έξω και να περιμένει τον ΜΚ1 να σχολάσει για να λύσουν τις διαφορές τους εκτός δουλειάς. Τότε η Κατηγορούμενη έφυγε αμέσως, χωρίς να βρίσει τον ΜΚ1. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις τους έχουν μελετηθεί προσεκτικά και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω και στον βαθμό που χρειάζεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακρόαση είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων έχοντας κατά νου και καθοδηγούμενη από τις παγίως νομολογηθείσες αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλ., μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η εντύπωση που ο ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ καλή. Οι απαντήσεις του τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του ήταν ευθείς και αυθόρμητες και μου άφησε την εντύπωση ότι με ειλικρίνεια περιέγραψε τα όσα επισυνέβησαν την επίδικη ημέρα, όπως τα αντιλήφθηκε και θυμόταν. Περαιτέρω, η μαρτυρία του συνάδει στα ουσιαστικά σημεία της με τη μαρτυρία της μητέρας του, ΜΚ
  1. Ορισμένες μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες, τόσο στη δική του μαρτυρία, όσο και σε σύγκριση με τη μαρτυρία της ΜΚ2 ενδυναμώνουν παρά να αποδυναμώνουν τη μαρτυρία τους και δείχνουν την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Κατά την αντεξέταση του τού υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις αναφορικά με τις οικογενειακές διαφορές που ανέκυψαν με την Κατηγορούμενη και ο ΜΚ1 εξήγησε ότι ο ίδιος δεν διατηρεί σχέσεις με την Κατηγορούμενη από το 2006 και εντεύθεν και ότι διαφορές η Κατηγορούμενη είχε με τη γιαγιά του και όχι με τον ίδιο. Με αυτό το δεδομένο, εύλογα δεν μπορούσε να αναφέρει με ακρίβεια τον λόγο για τον οποίο η Κατηγορούμενη πήγε στο Φαρμακείο την επίδικη ημέρα, θέμα σε σχέση με το οποίο μόνο σε εικασίες μπόρεσε να προβεί, βάσει των λεχθέντων της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε περαιτέρω σε σχέση με τις λεπτομέρειες που περιέβαλλαν το επίδικο περιστατικό. Και επ' αυτών οι απαντήσεις του ΜΚ2 ήταν αυθόρμητες και κατά την κρίση μου ειλικρινείς. Δεν παραβλέπω εδώ πως ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν σταθμευμένη σε απόσταση 200 - 300 μέτρων ενώ η ΜΚ2 ανέφερε πως βρισκόταν σε απόσταση 15 μέτρων από την είσοδο του Φαρμακείου. Αυτή η διάσταση στον υπολογισμό της απόστασης αναμφίβολα είναι επουσιώδης και μη ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία οιουδήποτε εκ των δύο. Έκαστος εκ των δύο προέβη σε ένα υπολογισμό της απόστασης με τα δικά του κριτήρια και κατά τη δική του αντίληψη και αυτήν ανέφερε. Εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης, ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ήτο αντιφατική ως προς τον χώρο στον οποίο έλαβε χώρα η εξύβριση. Πράγματι, σημειώνω, κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς πόση απόσταση είχε από την Κατηγορούμενη όταν εκείνη τον εξύβρισε, απάντησε «ήταν απέναντι μου, ούτε καν τόσο μακριά, δηλαδή ούτε 10 μέτρα ήταν όπως είναι το ταμείο, παράδειγμα, μπροστά μου». Η απάντηση αυτή του μάρτυρα δεν είναι σαφής, ουδέποτε δε ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να ξεκαθαρίσει αν με αυτήν εννοούσε πως η εξύβριση έλαβε χώραν εντός του Φαρμακείου. Ακόμα δε και αν επρόκειτο για αντίφαση στην περιγραφή αυτού του ταχέως εξελιχθέντος σημείου του περιστατικού, δεν θα έκρινα ότι αυτή είναι ουσιώδης ή τέτοιου βαθμού που να κλονίζει το θεμέλιο της μαρτυρίας του ως προς το κατά πόσον η εξύβριση έλαβε χώραν. Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνω πως το γεγονός ότι η εξύβριση έλαβε χώραν με την έξοδο της Κατηγορούμενης από το Φαρμακείο (όπως δηλαδή ανέφερε ο ΜΚ1 στην κατάθεση του), επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Κατά τα λοιπά σημειώνω πως η μαρτυρία των δύο μαρτύρων (ΜΚ1 και ΜΚ2) συνάδει, όπως προαναφέρθηκε, ως προς όλα τα ουσιώδη για την παρούσα, με τη μαρτυρία αμφοτέρων να διακατέχεται από λογική και συνέπεια. Δεν μπορώ δε να συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η καταγγελία έγινε για εκδικητικά και αλλότρια κίνητρα λόγω διαφορών των ΜΚ1 και ΜΚ2 με την Κατηγορούμενη. Κανένα στοιχείο αποδεκτής μαρτυρίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα, βάσει της μαρτυρίας τόσο του ΜΚ1 όσο και της ΜΚ2, αυτοί ουδεμία σχέση διατηρούσαν με την Κατηγορούμενη από το 2006 και ουδεμία διαφορά είχαν οι ίδιοι με αυτήν. Ερωτήθηκε επίσης ο ΜΚ1 ποιοι ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό. Και πάλι με αμεσότητα απάντησε πως παρόντες ήταν ο έτερος υπάλληλος του Φαρμακείου και ο ιδιοκτήτης του Φαρμακείου ο οποίος ήταν πάνω στο γραφείο του. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε πως αμφότεροι άκουσαν το τι λέχθηκε. Σημειώνω εδώ, πως ο ΜΚ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο Ημερολόγιο Ενεργείας που ετοίμασε (το Τεκμήριο 6) κατόπιν συνομιλίας του με τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, σύμφωνα με το οποίο και οι δύο τού ανέφεραν πως δεν είχαν ακούσει την Κατηγορούμενη να βρίζει τον ΜΚ1, ότι δεν γνώριζαν κάτι σχετικά με το αδίκημα και ότι δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση. Το γεγονός ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα δήλωσαν στην Αστυνομία ότι δεν άκουσαν την Κατηγορούμενη να βρίζει τον ΜΚ1, δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με το ότι η εξύβριση δεν έλαβε χώραν. Ο ΜΚ1 προφανώς εκτίμησε ότι τα δύο εν λόγω πρόσωπα άκουσαν την εξύβριση εξ ου και αυτό ανέφερε στην Αστυνομία. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο ΜΚ1 τι πράγματι άκουσαν ο ιδιοκτήτης του Φαρμακείου (ο οποίος ήταν πάνω, στο γραφείο του) και ο συνάδελφος του. Το γεγονός, λοιπόν, ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα δήλωσαν στην Αστυνομία ότι δεν άκουσαν την εξύβριση, δεν καταρρίπτει, κατά την κρίση μου, την εκδοχή του ΜΚ1 η οποία παρέμεινε, όπως προαναφέρθηκε, σταθερή και κάθετη. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω τον ΜΚ1 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η εντύπωση που η ΜΚ2 άφησε στο Δικαστήριο επίσης ήταν πολύ καλή. Δεν παραβλέπω ότι πρόκειται για τη μητέρα του ΜΚ
  3. Έχοντας όμως παρακολουθήσει τη μάρτυρα με προσοχή, έχω πειστεί ότι αυτή προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα όσα πράγματι περιήλθαν στην αντίληψη της την επίδικη ημέρα και όχι για να ψευδομαρτυρήσει προς υποστήριξη της εκδοχής του γιου της. Κυρίως κατά την κυρίως εξέταση της αλλά και κατά την αντεξέταση της τής υποβλήθηκαν αρκετές ερωτήσεις στις οποίες η μάρτυρας απαντούσε συγκροτημένα, χωρίς ασάφειες, υπεκφυγές ή υπερβολές, εξήγησε δε με ευθύτητα τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμούσε να επέμβει στο επεισόδιο που διαδραματιζόταν, επιλέγοντας, όπως είπε, να καταφύγει «στον νόμο». Δεν συμφωνώ πως η μαρτυρία της ήταν αντιφατική ως προς την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του σημείου στο οποίο ήταν σταθμευμένη και του Φαρμακείου. Η ΜΚ2 δεν μέτρησε την απόσταση με μέτρο και δεν μπορεί παρά ν' αναφερόταν σε μία απλή εκτίμηση με το μάτι η οποία δεν θα μπορούσε, στην απουσία ειδικών γνώσεων, να είναι ακριβής. Ούτε υφίσταται αντίφαση ως προς το σημείο στο οποίο έλαβε χώρα η εξύβριση. Η ΜΚ2 ήταν σταθερή επί τω ότι η Κατηγορούμενη εκστόμισε τις επίμαχες λέξεις βγαίνοντας από το Φαρμακείο. Η αντεξέταση της ΜΚ2 ήταν σύντομη. Κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε πώς γνώριζε ότι είχε διαφορές η μητέρα της με την αδερφή της για τα περιουσιακά (με δεδομένη τη θέση της ότι διέκοψε τις σχέσεις της μαζί τους από το 2006) και η ΜΚ2 εξήγησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η μητέρα της είχε προσπαθήσει να αποκατασταθούν οι σχέσεις τους και η ίδια (η ΜΚ2) είχε πάει κάποιες (ελάχιστες) φορές να τη δει λόγω και του ότι ο μικρότερος γιος της επιθυμούσε να έχει σχέσεις με τη γιαγιά και τον παππού του, και μέσα σε αυτά τα πλαίσια είχε ενημερωθεί για τις περιουσιακές διαφορές. Παρατηρείται συναφώς πως η μάρτυρας χωρίς διστακτικότητα εξήγησε με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους γνώριζε για τις διαφορές της Κατηγορούμενης με τη μητέρα τους. Οι δε θέσεις της περί του ότι ήταν παρούσα και άκουσε τα όσα εκστόμισε η Κατηγορούμενη κατά την έξοδο της από το Φαρμακείο δεν κλονίστηκε καθόλου μέσω της αντεξέτασης της και χωρίς επιφύλαξη, γίνονται αποδεκτές. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω τη ΜΚ2 αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η εντύπωση που ο ΜΚ3 άφησε στο Δικαστήριο ήταν καλή. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη προς διερεύνηση της παρούσας και η σχετική μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Αυτό που του υποβλήθηκε είναι ότι δεν διερεύνησε επαρκώς το αδίκημα, με την αντεξέταση του να επικεντρώνεται στο ότι, αφενός, δεν έλεγξε το κατά πόσον υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο Φαρκαμείο και τα πλάνα που τυχόν αυτό κατέγραψε, και αφετέρου, στο ότι δεν έλαβε καταθέσεις από τον συνάδελφο του ΜΚ1 και τον ιδιοκτήτη του Φαρμακείου. Ως προς το πρώτο θέμα, ο μάρτυρας εξήγησε κατά την αντεξέταση του ότι ακόμα και αν υπήρχαν στο Φαρμακείο κάμερες ασφαλείας, αυτές δεν θα κατέγραφαν ήχο, και με δεδομένο το ότι ερευνούσε αδίκημα δημόσιας εξύβρισης η οποία μάλιστα έγινε έξω από το Φαρμακείο, δεν θεώρησε σκόπιμο να τις επιθεωρήσει. Ως προς το δεύτερο, εξήγησε πως τα δύο πρόσωπα με τα οποία συνομίλησε ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση επειδή δεν γνώριζαν οτιδήποτε για το αδίκημα. Θεωρώ πως οι απαντήσεις του ΜΚ3 ήταν ειλικρινείς. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν αναζήτησε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης οι οποίοι ήταν εύλογοι, ενώ δεν αμφισβητήθηκε πως κατέγραψε ορθώς και ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με ακρίβεια το περιεχόμενο των συνομιλιών του με τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, από το οποίο προέκυπτε πως δεν είχαν κάτι ουσιώδες να προσφέρουν στη διερεύνηση. Αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορούμενης Η Κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Σημειώνεται συναφώς πως κάθε κατηγορούμενος κληθείς σε απολογία, δικαιούται να προβεί σε δήλωση ανωμοτί και η επιλογή αυτή της Κατηγορούμενης στην προκειμένη περίπτωση σίγουρα δεν προσφέρεται για εξαγωγή οιουδήποτε συμπεράσματος και, ιδίως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή της (βλ. Archbold's Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 39th Ed., p.p. 353, 354, para 600, R. v. Pratt [1971] Crim. L.R. 234, R. v. Mutch [1973] 1 All ER 178, 181-182, Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200, και Onisiforou v. The Police,
(1987)2 C.L.R. 261, Ιωάννου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Βεβαίως πρέπει παράλληλα να σημειωθεί πως οι ανώμοτες δηλώσεις κατηγορουμένων δεν αποτελούν μαρτυρία (Κοφτερός ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 83), ούτε και μπορούν να εξομοιωθούν με κανονική ένορκη μαρτυρία η οποία έχει υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης, και η αξία τους είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354, Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505). Ως προς τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτων δηλώσεων κατηγορουμένων, παραπέμπω στην υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/14, ημερ. 22.6.16, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή ανάλυση του τρόπου προσέγγισης τέτοιων δηλώσεων υπό το φως των διαχρονικών αρχών της κυπριακής και αγγλικής (πριν την κατάργηση του αντίστοιχου δικαιώματος στην Αγγλία) νομολογίας και στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16 κ.α., ημερ. 28.11.17. Η ανώμοτη δήλωση στην παρούσα, συνίσταται ουσιαστικά στην υιοθέτηση της ανακριτικής κατάθεσης. Οι αρχές στη βάση των οποίων αξιολογείται κατάθεση κατηγορούμενου συνοψίστηκαν στην Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16 κ.α., ημερ. 28.11.17: «Αναφορικά με το ζήτημα των γραπτών καταθέσεων και της αξιολόγησής τους, είναι αποκρυσταλλωμένο ότι μία γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου γίνεται μεν αποδεκτή στο σύνολο του περιεχομένου της ως μαρτυρία, εν τούτοις, κάθε μέρος της κατάθεσης αξιολογείται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Είναι επίσης επιτρεπτό για το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190).» Ορισμένα μέρη της κατάθεσης της Κατηγορούμενης δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Έτσι γίνεται αποδεκτό ότι η Κατηγορούμενη είναι η θεία του ΜΚ
  1. Επίσης γίνεται αποδεκτό ότι η συζήτηση της με τον ΜΚ1 είχε να κάνει με τη μητέρα της, δηλαδή τη γιαγιά του ΜΚ1, και κάποιους ενοικιαστές. Περαιτέρω, γίνεται αποδεκτό ότι ενόσω βρισκόταν μέσα στο Φαρμακείο, ο συνάδελφος του ΜΚ1 τής ζήτησε να περάσει έξω, αφού αυτή ήταν και η θέση του ΜΚ
  2. Όμως, η θέση της ότι αναχώρησε χωρίς να βρίσει τον ΜΚ1 δεν είναι πειστική, και αντικρούεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 και της μητέρας του, ΜΚ2, οι οποίοι αμφότεροι άκουσαν την Κατηγορούμενη να βρίζει αναχωρώντας από το Φαρμακείο. Η δε ενέργεια του συναδέλφου του ΜΚ1 να της ζητήσει να αποχωρήσει από το Φαρμακείο συνάδει λογικά με τη δημιουργία μίας κάποιας έντασης που προηγήθηκε της εξόδου της Κατηγορούμενης από το Φαρμακείο και της εκστόμισης των επίμαχων λέξεων. Ευρήματα Ο ΜΚ1 εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως Βοηθός Φαρμακοποιού σε Φαρμακείο που βρίσκεται στην οδό [ . ], επαρχία Λεμεσού. Στις 22.4.21, περί τις 13:25, ενώ εργαζόταν, μπήκε στο Φαρμακείο η θεία του, δηλαδή η Κατηγορούμενη, και ξεκίνησε να τού φωνάζει να μην ανακατεύεται με τις υποθέσεις - περιουσιακές διαφορές που έχει αυτή με τη γιαγιά του. Ο ΜΚ1 με ευγενικό τρόπο της είπε να περάσει έξω επειδή φώναζε στον χώρο εργασίας του. Η Κατηγορούμενη συνέχισε να φωνάζει. Όταν ο έτερος υπάλληλος του Φαρμακείου τής ζήτησε να περάσει έξω, η Κατηγορούμενη βγήκε και φώναξε στον ΜΚ1 τις λέξεις «Μαλάκα, μαλακισμένε, βρωμόπουστη». Ακολούθως μπήκε στο αυτοκίνητο της και έφυγε. Η πόρτα του Φαρμακείου κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ανοιχτή. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4) και στη συνέχεια την κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, Η Κατηγορούμενη απάντησε «Δεν παραδέχομαι, ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» (Τεκμήριο 5). Νομική πτυχή Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmighton v. D.P.P. [1935] AC 462, Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το άρθρο 99 του Κεφ. 154 επί του οποίου η κατηγορία βασίζεται προνοεί τα εξής: «99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξύβριση άλλου. (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως ακολούθως: «''δημόσιος χώρος'' ή ''δημόσιο υποστατικό'' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». (Για την ερμηνεία του όρου βλ. Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 και Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 149/19, ημερ. 20.10.20) Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάσει του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει («An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it»). Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98, κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δεν θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Πρόσφατα στην υπόθεση Λαπηθίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/20, ημερ. 3.2.21, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν απαιτείτο η απόδειξη πραγματικής πρόκλησης σε επίθεση του ακροατή της εξύβρισης, είναι ορθή. Η απουσία μαρτυρίας περί πραγματικής πρόκλησης παρευρισκόμενου να επιτεθεί, είναι αδιάφορη. Είναι αρκετό, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, ήτοι κατά πόσο θα προκληθεί ο μέσος λογικός άνθρωπος. [..] Το ενδεχόμενο, ωστόσο, να προκληθεί παρευρισκόμενος σε επίθεση δεν πρέπει να εξετάζεται in abstracto, απομονωμένα από τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ερώτημα δε σε κάθε υπόθεση είναι κατά πόσο υφίστατο τέτοιο ενδεχόμενο, ακριβώς μετά την εκστόμιση των λέξεων, με αναφορά στα επικρατούντα κατά το χρόνο εκείνο γεγονότα και περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη δυνητική αντίδραση του μέσου λογικού ανθρώπου.» Στην προκειμένη περίπτωση οι λέξεις «μαλάκα, μαλακισμένε, βρωμόπουστη» στον τόπο, τον χρόνο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκαν, αναμφίβολα ήταν υβριστικές, προσβλητικές και μειωτικές για το πρόσωπο του παραπονούμενου, ΜΚ1. Επίσης αναμφίβολα οι λέξεις αυτές και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκστομίστηκαν, ήταν δυνατό να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση και το (αντικειμενικό) κριτήριο, του κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος ενδέχεται να προκληθεί, επίσης πληρούται. Τέλος, ως προς το εάν πληρούται το στοιχείο που προϋποθέτει ότι η εξύβριση πρέπει να έγινε σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, σημειώνω πως οι επίμαχες λέξεις εκστομίστηκαν από την Κατηγορούμενη σε δημόσιο δρόμο (στην οδό [ . ]) έξω από το Φαρμακείο στο οποίο εργαζόταν ο ΜΚ1, γεγονός που δεν αφήνει αμφιβολία ότι και αυτό το συστατικό στοιχείο πληρούται. Παρενθετικά δε σημειώνω ότι ακόμη και αν κατέληγα πως οι επίμαχες λέξεις εκστομίστηκαν εντός του Φαρμακείου, με δεδομένο το γεγονός ότι η πόρτα του Φαρμακείου ήταν ανοιχτή και με δεδομένο επιπλέον το ότι πράγματι άκουσε τις επίμαχες λέξεις η ΜΚ2 η οποία βρισκόταν στον δρόμο (δηλαδή σε δημόσιο χώρο), και πάλι θα κατέληγα σε καταδίκη της Κατηγορούμενης. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνεπώς η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία. (Υπ) .............................. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.