← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ξάνθος Μάριου, Αρ. Υπόθεσης:15713/17, 27/3/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ξάνθος Μάριου, Αρ. Υπόθεσης:15713/17, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15713/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ξάνθος Μάριου ----------------------------- Ημερομηνία:27.03.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Χ'' Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενος Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 (1η κατηγορία), της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.154 (2η κατηγορία), της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 (4η κατηγορία), της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91(Α) του Κεφ.154 (5η κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154, (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 02.06.2017 εισήλθε στο γραφείο της Ελένης Αριστείδου με σκοπό να ενοχλήσει (κατηγορία 1). Κατά το ίδιο χρόνο άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στην οδό Γρίβα Διγενή, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης (κατηγορία 2). Του αποδίδεται, επίσης, ότι επιτέθηκε στην Ελένη Αριστείδου προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 4) και ότι την απείλησε με τη φράση «Πρόσεχε είσαι μισή μερίδα και θα δεις τι θα σου κάνω», προκαλώντας σε αυτή τρόμο (κατηγορία 5). Επίσης, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στην οδό Γρίβα Διγενή, εξύβρισε τον Α. Αριστείδου με τη φράση «Κολόγερε», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση (κατηγορία 6). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, επίσης, την κατηγορία 3 στην οποία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 19.01.23 και την κατηγορία 7 στη οποία απαλλάχθηκε μετά τη διακοπή της από την Κατηγορούσα Αρχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες, την Αστυ. 3362 Κ. Μιχαήλ (Μ.Κ.1), τον Κ. Μαυρομουστάκη (Μ.Κ.2) τον Χ. Γεωργίου (Μ.Κ.3), την Ε. Αριστείδου (Μ.Κ.4), την Δρ. Μ. Κωνσταντή (Μ.Κ.5), και την Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.6). Επίσης, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του το Τεκμήριο 10, δηλαδή, ένας ψηφιακός δίσκος και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι «Το περιεχόμενό του cd, δηλαδή του Τεκμηρίου 10, είναι παραδεκτό και προβάλλονται σε αυτό γεγονότα από δύο κάμερες που καταγράφουν το περιστατικό, όπως εξελίχθηκε εξωτερικά των γραφείων και όχι εσωτερικά, στο πεζοδρόμιο και στον δρόμο επί της οδού Γρίβα Διγενή, κατά τον επίδικο χρόνο. Κατά τον επίδικο χρόνο παρουσιάζονται οι μάρτυρες, μαζί με τον κατηγορούμενο έξωθεν του γραφείου, οι μάρτυρες 2 και 3, έξω στο πεζοδρόμιο, όπως έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, οι ΜΚ2 και ΜΚ

  1. Επίσης παρουσιάζεται ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή να προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο. Ακολούθως, να μεταβαίνει εντός του αυτοκινήτου ταξί, ιδιοκτησίας της εταιρείας της παραπονούμενης, να προσπαθεί να το οδηγήσει, για να απομακρυνθεί από το μέρος. Προβάλλεται ο πατέρας της παραπονούμενης, που είναι M2 επί του κατηγορητηρίου να προσπαθεί να τον σταματήσει ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού, για κάποια στιγμή σταμάτησε και ενώ το κεφάλι του Μ2 επί του κατηγορητηρίου ήταν μέσα και στεκόταν έξω, μιλούσε με τον κατηγορούμενο, που βρισκόταν στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου. Ακολούθως, φαίνεται ο κατηγορούμενος ενώ ο M2 βρισκόταν ο μισός εντός και ο μισός εκτός, φαίνεται ο κατηγορουμένης να ξεκινά να θέτει εν κινήσει με χαμηλή ταχύτητα, μόλις που κυλούσε. Μετά φαίνεται οι ΜΚ2 και ΜΚ3 να απομακρύνουν από μέσα στο αυτοκίνητο τον M2 επί του κατηγορητηρίου και ο κατηγορούμενος να φεύγει με το αυτοκίνητο ταξί». Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ως Μ.Κ.1, κατέθεσε η ανακρίτρια της υπόθεσης η οποία στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1) αναφέρει, ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
  2. Αναφέρει, επίσης, ότι όταν κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται (Τεκμήριο 3). Επιπρόσθετα, η μάρτυρας κατάθεσε, ως Τεκμήριο 4, την κατάθεση του Α. Αριστείδου. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε, ότι κατά την ημερομηνία που φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα έλαβε κατάθεση και από τον κατηγορούμενο, σχετικά με το παράπονό που υπέβαλε εναντίον της παραπονούμενης, από την οποία επίσης έλαβε ανακριτική κατάθεση. Απ' ό,τι γνωρίζει, η παραπονούμενη δεν διώχθηκε ποινικά μετά την υποβολή του παραπόνου του κατηγορούμενου, για τον λόγο ότι από τις εξετάσεις που έγιναν δεν προέκυψε κάποιο αδίκημα εναντίον της. Ο Μ.Κ 2 ανέφερε ότι τώρα εργάζεται σε κάποιο ξενοδοχείο στην Πάφο και ότι κατά τον Ιούνιο του 2017 εργαζόταν στην εταιρεία της παραπονούμενης Pegas Cyprus η οποία στεγάζεται στον ίδιο χώρο με την εταιρεία της παραπονούμενης Ε.Α. Blue Sky Transfer ltd στην Λεμεσό. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο, γιατί εργαζόταν ως οδηγός στην εταιρεία Blue Sky Transfer και επισκεπτόταν τα γραφεία της εταιρείας. Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, αναφέρει ότι τα γραφεία της εταιρείας βρίσκονται σε ενιαίο χώρο και ότι υπάρχει πλήρης ορατότητα. Κατά τον επίδικο χρόνο είδε τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται στο γραφείο της λογίστριας και τον άκουσε να την ρωτά «με ποιο δικαίωμα μου τα έκοψε και τώρα να δεις τι θα γίνει». Όταν ο κατηγορούμενος έφυγε θυμωμένος από το γραφείο της λογίστριας κατευθύνθηκε στο γραφείο της παραπονούμενης. Η πόρτα του γραφείου της ήταν ανοικτή και την είδε να είναι όρθια πίσω από το γραφείο της και ο κατηγορούμενος μπροστά από αυτό. Σε κάποια στιγμή την άκουσε να του φωνάζει «έξω από το γραφείο μου δεν δέχομαι να με απειλούν μέσα στο γραφείο μου». O κατηγορούμενος προσπάθησε να σηκώσει το γραφείο, χωρίς να τα καταφέρει. Η παραπονούμενη πήγε μπροστά από το γραφείο της πλησίασε τον κατηγορούμενο και του είπε για δεύτερη φορά να βγει από το γραφείο της. Τότε αυτός της είπε «ποια νομίζεις είσαι; Μια παλιομαϊμούνα είσαι, 100 γραμμάρια γυναίκα είσαι αλλιώς θα σου έδειχνα». Ο ίδιος και άλλοι συνάδελφοι του πήγαν στο γραφείο της και μπήκαν ανάμεσά τους για να μην γίνουν «χειρότερα τα πράγματα». Δεν είδε πως έπεσαν τα γυαλιά του κατηγορούμενου, τα οποία ο τελευταίος πάτησε κατά λάθος. Δεν είδε κανέναν από τους δύο να κτυπά ή να σπρώχνει τον άλλο. Απλά λογομαχούσαν έντονα και η παραπονούμενη του ζήτησε να αφήσει τα κλειδιά του ταξί, λέγοντας του ότι απολύεται. Ανέφερε, επίσης, ότι μαζί μ' ένα συνάδελφό του έβγαλαν τον κατηγορούμενο έξω από το γραφείο και πήγαν στο πεζοδρόμιο για να ηρεμήσει. Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Στη συνέχεια, μπήκε στο ταξί και το οδήγησε, αλλά ο πατέρας της παραπονούμενης προσπάθησε να τον σταματήσει, ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού. Ενώ το κεφάλι του πατέρα της παραπονούμενης ήταν μέσα στο όχημα και στεκόταν έξω, του ζήτησε να αφήσει το όχημα, λέγοντας του ότι θα του έδινε τα χρήματά του. Ο κατηγορούμενος του είπε «φύγε κωλόγερε» και ξεκίνησε το όχημα με χαμηλή ταχύτητα. Ο συνάδελφος του, Χρίστος, τράβηξε τον πατέρα της παραπονούμενης για να τον απομακρύνει. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι είχε εργαστεί για περίοδο 1 ½ έτους στην παραπονούμενη. Περιέγραψε τον εσωτερικό χώρο του γραφείου, και ανέφερε πως η απόσταση του δικού του γραφείου από αυτό της παραπονούμενης ήταν 5 μέτρα. Η παραπονούμενη κτύπησε το χέρι της στο τραπέζι ζητώντας από τον κατηγορούμενο να φύγει από το γραφείο της. Μετά από 3 λεπτά από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο της παραπονούμενης, πήγαν εκεί περί τα 7‑8 άτομα. Τα γυαλιά του κατηγορούμενου έπεσαν την ώρα που βρίσκονταν όλοι στο γραφείο αλλά δεν είδε πώς αυτά έπεσαν. Ρωτηθείς εάν είδε την παραπονούμενη να σπρώχνει τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι είχε δει να σπρώχνει ο ένας τον άλλο αλλά δεν θυμάται ποιος έσπρωξε πρώτος. Ο λόγος που δεν το ανέφερε στην κατάθεσή του ήταν, γιατί δεν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό. Κάποιοι από τους συναδέλφους τράβηξαν τον κατηγορούμενο και κάποιοι άλλοι την παραπονούμενη, για να μην χειροτερέψει η κατάσταση. Όταν ο ίδιος εισήλθε στο γραφείο της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος φορούσε τα γυαλιά του αλλά μετά βρέθηκαν κάτω, χωρίς να δει πως έπεσαν. Ποτέ πριν το επίδικο συμβάν είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει οποιοδήποτε. Θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν από τους πλέον συμπαθητικούς υπαλλήλους. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε στον πατέρα της παραπονούμενης «κωλόγερε», αλλά «καλόγερε» απάντησε «εάν παράκουσα τι να σας πω». Στην επισήμανση του συνηγόρου, ότι στην κατάθεσή του είπε ότι είναι ο κατηγορούμενος που πάτησε τα γυαλιά ενώ στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι δεν είδε ποιος πάτησε τα γυαλιά, απάντησε ότι μπορεί να τα πάτησε και η παραπονούμενη, αλλά αυτά ήταν στα πόδια του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία της παραπονούμενης, ενώ τώρα εργάζεται ως διευθυντής μεταφορών στο καζίνο. Στην κατάθεσή του, (Τεκμήριο 6), αναφέρει πως κατά τη επίδικη ημέρα, ενώ καθόταν στο γραφείο του, ο κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο της παραπονούμενης και χωρίς να μπορεί να δει τι γινόταν άκουσε φωνές. Συγκεκριμένα, άκουσε την παραπονούμενη να λέει στον κατηγορούμενο «μες το γραφείο μου να μεν μου φωνάζεις τζιαί να μεν με απειλείς». Τότε βγήκε από το γραφείο η λογίστρια Γιόλα Κωνσταντίνου και άρχισε να φωνάζει «βοήθεια βουράτε τζιαί εν να πιαστούν τούτοι». Μέχρι να πάει ο ίδιος στο γραφείο της υπήρχαν και άλλα άτομα εκεί που προσπαθούσαν να ηρεμήσουν την κατάσταση. Άκουσε την παραπονούμενη να ζητά από τον κατηγορούμενο να παραδώσει τα κλειδιά του οχήματος και ότι θα διευθετούσε αυτή να τον μεταφέρουν στη Λάρνακα. Η παραπονούμενη του ζήτησε να πάρει τα κλειδιά από τον κατηγορούμενο και να της τα παραδώσει. Ο ίδιος, ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος βγήκαν έξω και όταν ζήτησε από τον τελευταίο, να του παραδώσει τα κλειδιά, αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι θα πήγαινε στην αστυνομία. Ο πατέρας της παραπονούμενης ζήτησε από τον κατηγορούμενο να ηρεμήσει και να βάλει το όχημα στη θέση του. Αυτός ανέφερε, πως ήθελε τα χρήματα που του αφαίρεσαν και άρχισε να βρίζει τον πατέρα της παραπονούμενης λέγοντας του «πουστόγερο και κωλόγερο». Όταν άρχισε να κυλά το όχημα έτρεξε και τράβηξε τον πατέρα της παραπονούμενης πίσω για να μην κτυπήσει. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έφυγε από εκεί. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε, ότι είχε δει τον κατηγορούμενο με τη λογίστρια να πηγαίνουν στο γραφείο της διευθύντριας και ότι η λογίστρια βγήκε έξω και ανέφερε «βουράτε γιατί εν να πιαστούν». Ο ίδιος βγήκε έξω και άκουσε την παραπονούμενη να λέει στον κατηγορούμενο «μην με απειλάς». Δεν είχε οπτική επαφή με το γραφείο της διευθύντριας και τις μόνες φράσεις που άκουσε ήταν οι πιο πάνω. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι οι αναφορές του ως προς το τι άκουσε κατά το επίδικο συμβάν αποσκοπούσαν στην ενοχοποίηση του κατηγορούμενου, λέγοντας ότι εάν ο σκοπός του ήταν αυτός και εάν πράγματι ήθελε να βοηθήσει την παραπονούμενη, θα μπορούσε να έλεγε π.χ. ότι είδε τον κατηγορούμενο να την κτυπά, κάτι που δεν έπραξε. Ανέφερε μόνο αυτά που είδε και άκουσε. Ένεκα της πολύ καλής σχέσης που είχε με τον κατηγορούμενο προσπάθησε να τον βοηθήσει λέγοντας του να παραδώσει τα κλειδιά του οχήματος, αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι ήθελε να πάει στην αστυνομία και δεν δέχθηκε να τον μεταφέρουν οι ίδιοι στην αστυνομία. Η Μ.Κ.4 στην κατάθεση της, τεκμήριο 7, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος από το 2007 ήταν υπάλληλος της εταιρείας της. Στις 02.06.2017 και περί τις 14:30 ενώ βρισκόταν στο γραφείο της μπήκε σε αυτό ο κατηγορούμενος, με την Μ.Κ.6, με απειλητικές διαθέσεις. Συγκεκριμένα, πρόβαλε το δάκτυλό του και της είπε «που πόθεν ως τα πόθεν να μου κόψεις €200». Του εξήγησε τον λόγο της αποκοπής και αυτός άρχισε να φωνάζει και να την απειλεί με την φράση «πρόσεχε και είσαι μισή μερίδα και θα δεις τι θα σου κάνω, εν να σου δείξω τι θα σου κάμω». Τότε, αυτή χτύπησε το χέρι της πάνω στο τραπέζι λέγοντας του ότι μέσα στο γραφείο της δεν του επιτρέπει να φωνάζει ή να την απειλεί και του ζήτησε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Αυτός όμως, συνέχισε χτυπώντας και αυτός το χέρι του στο τραπέζι, λέγοντάς της ότι θα της σηκώσει το γραφείο της πάνω, κάτι το οποίο έπραξε. Τότε τον πλησίασε και τον άγγιξε στον ώμο ζητώντας του να βγει έξω να ηρεμήσει. Αυτός τότε την έσπρωξε με δύναμη με αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά του τα οποία πάτησε. Η Μ.Κ.6, κάλεσε σε βοήθεια άλλους υπαλλήλους και πήγε εκεί όλο το προσωπικό όπου τον κράτησαν μακριά της ενώ αυτός συνέχισε να την βρίζει αλλά η ίδια του ανέφερε ότι σέβεται την ηλικία του και ότι δεν θα απαντούσε στις βρισιές του. Στη συνέχεια τον έβγαλαν έξω από το γραφείο της και ενώ αυτός βρισκόταν σε άλλο γραφείο, τον απέλυσε ζητώντας του να αφήσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια βγήκε στο δρόμο και η ίδια είχε δει από το γραφείο της ότι μαζεύτηκε κόσμος. Στο σημείο είδε ότι πήγε και ο πατέρας της ο οποίος, όπως της ανέφερε, είχε προσπαθήσει ο κατηγορούμενος να τον παρασύρει ενώ βρισκόταν καθισμένος στο όχημα και τα πόδια του ήταν έξω. Αναφέρει επίσης ότι κατά τη στιγμή που την έσπρωξε ο κατηγορούμενος την έγδαρε στο αριστερό μπράτσο. Στην προφορική της μαρτυρία, όταν ρωτήθηκε τι ένιωσε όταν την απείλησε με τις πιο πάνω φράσεις, απάντησε «θιγμένη» γιατί θα έπρεπε να είχε απολύσει από προηγουμένως τον κατηγορούμενο αλλά δεν το έπραξε γιατί τον λυπήθηκε. Η μάρτυρας, κατέθεσε ως τεκμήριο 8 την ιατρική έκθεση της ιατρού, λέγοντας ότι το τραύμα βρισκόταν στο αριστερό της χέρι. Όταν ο κατηγορούμενος χειροδίκησε εναντίον της και προσπάθησε η ίδια να προστατευτεί, έτρεξαν όλοι οι υπάλληλοι των εταιρειών περίπου 26 άτομα. Αυτοί, στάθηκαν μπροστά και ο κατηγορούμενος συνέχισε να την βρίζει. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε, ότι όταν ο κατηγορούμενος την απείλησε και την κτύπησε δεν υπήρχε κανένα άλλο άτομο στο γραφείο της. Ερωτηθείσα κατά πόσο εκείνη τη μέρα «γενικά» φοβήθηκε τον κατηγορούμενο, απάντησε θετικά γιατί ήταν η πρώτη φορά που είδε τόσο απειλητική διάθεση και πρώτη φορά πήγε να σηκώσει το γραφείο της πάνω και να της συμπεριφερθεί με τον τρόπο αυτό. Διαφώνησε με την θέση που της υποβλήθηκε, ότι δεν φοβήθηκε αφού αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα χτυπούσε το χέρι της στο γραφείο και να σηκωνόταν, λέγοντας ότι «ο θεατρινισμός που έκανε» ήταν για να τον αποτρέψει, αλλά και για να νιώσει ότι αυτή ήταν το αφεντικό. Παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος συνέχισε. Στην ερώτηση, γιατί κινήθηκε προς το μέρος του και του άγγιξε τον ώμο από την στιγμή που όπως αναφέρει είχε φοβηθεί, απάντησε ότι ήθελε να του δείξει ότι του μιλούσε ήρεμα και να του ζητήσει να βγει έξω. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την απείλησε με την φράση «εν να σου δείξω ήντα μπου εν να σου κάμω» και όταν μετά πήγαν οι υπάλληλοι στο σημείο, την έβρισε. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι όταν ο κατηγορούμενος, σήκωσε το τραπέζι είχε πέσει η οθόνη του computer της. Όταν πλησίασε τον κατηγορούμενο και τον άγγιξε στον ώμο, αυτός την έσπρωξε και την έγδαρε στο χέρι και μετά έτρεξαν μέσα οι υπάλληλοι. Αρνήθηκε τη θέση που της υποβλήθηκε ότι αυτή ήταν που χτύπησε πρώτα τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε επίσης ότι, του πήρε τα γυαλιά και τα έριξε στο έδαφος, λέγοντας ότι ποτέ δεν χειροδίκησε σε άνθρωπο και πόσο μάλλον σε έναν ηλικιωμένο και όταν μάλιστα του έστελνε χρήματα για την διαβίωσή του. Σε σχετική ερώτηση, απέκλεισε το ενδεχόμενο η εκδορά να προκλήθηκε από τους υπαλλήλους στην προσπάθειά τους να τους χωρίσουν, λέγοντας ότι οι υπάλληλοι μπήκαν μπροστά για να την προστατεύσουν και μετά από παρέλευση ώρας όταν άρχισε να πονάει, εντόπισε τι έγινε. Όταν της υποβλήθηκε η θέση, ότι δεν είναι βέβαιη ότι είναι ο κατηγορούμενος που της προκάλεσε την εκδορά τη στιγμή που την έπιασε, γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το αντιλαμβανόταν εκείνη τη στιγμή, απάντησε ότι είναι αυτός που της το προκάλεσε. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, ανέφερε ότι οι υπάλληλοι άγγιξαν και τον κατηγορούμενο, όμως αυτός δεν έχει τραύμα. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι ο λόγος που ισχυρίστηκε όλα τα πιο πάνω ήταν γιατί ήθελε να απολύσει τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι είχε άλλες ευκαιρίες αν ήθελε πράγματι να το πράξει στο παρελθόν. Η Μ.Κ.5, ανέφερε ότι είναι γιατρός και αναγνώρισε την ιατρική της Έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Όπως αναφέρεται σε αυτή, η παραπονούμενη (Μ.Κ.4), εξετάστηκε στο ΤΑΕΠ του Νοσοκομείου Λεμεσού στις 02.06.2017 και ώρα 16:
  4. Έφερε μικροεκδορές εκχυμώσεις, ερύθημα και άλγος άνω τριτημόριου αριστερού βραχίονα. Έγινε καθαρισμός του τραυματισμού και απελύθη. Η παραπονούμενη ανέφερε, ότι χτυπήθηκε από άλλο άτομο. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως αυτή εξέτασε την Μ.Κ.
  5. Εξήγησε, ότι το άλγος σημαίνει πόνος και ότι η Μ.Κ.4 της ανέφερε ότι πονούσε. Οι μικροεκδορές ήταν στο άνω τριτημόριο αριστερού βραχίονα και ήταν μικρής έκτασης. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε, ότι οι εκδορές είναι γδαρσίματα και ότι ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι αίμα αυτές πρέπει να καθαρίζονται με αντισηπτικό. Στην προκείμενη περίπτωση οι εκδορές καθαρίστηκαν με αντισηπτικό από τον νοσηλευτή στην παρουσία της. Ερωτηθείσα, κατά πόσο με βάση την πείρα της, οι εκδορές προκλήθηκαν από κτύπημα, απάντησε ότι η ειδικότητα δεν της επιτρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Η Μ.Κ.6, ανέφερε πως εργάζεται στο λογιστήριο των εταιρειών της Παραπονούμενης που βρίσκεται στη οδό Γρίβα Διγενή 106 στην Λεμεσό. Στη γραπτή της κατάθεση, Τεκμήριο 9, την οποία υιοθέτησε ανέφερε, ότι στις 02.06.17 και γύρω στις 14:30 πήγε στο γραφείο της ο κατηγορούμενος, αφού ήταν η ημέρα πληρωμής. Όταν τον ενημέρωσε, ότι κατόπιν εντολής της Παραπονούμενης του αποκόπηκε από τον μισθό του το ποσό των €200,00, αυτός θύμωσε και ήθελε να πάει στην Παραπονούμενη για να ζητήσει εξηγήσεις. Όταν πήγαν και οι δύο στο γραφείο της, ο κατηγορούμενος την ρωτούσε θυμωμένα, τον λόγο της αποκοπής του πιο πάνω ποσού. Η Παραπονούμενη του ζήτησε να μην φωνάζει και κτύπησε το χέρι της πάνω στο γραφείο, ζητώντας του ξανά να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Μετά κτύπησε και αυτός το χέρι του στο γραφείο της και το γραφείο μετακινήθηκε. Η ίδια σοκαρίστηκε και δεν θυμάται τίποτε άλλο μετά από τα πιο πάνω. Όπως περαιτέρω αναφέρει, βρέθηκε έξω από το γραφείο από το σοκ και φώναξε «βουράτε» για να πάνε άτομα για βοήθεια, ώστε να μην γίνει κάποιο κακό. Δεν θυμάται αν οποιοσδήποτε από τους δυο έβρισε τον άλλο, ούτε αν έσπρωξε ή κτύπησε ο ένας τον άλλο. Επίσης, δεν πρόσεξε αν έσπασαν τα γυαλιά του κατηγορούμενου με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην εταιρεία όπου υπεύθυνη είναι η παραπονούμενη και ότι η τελευταία δεν την ενημέρωσε κατά πόσο ήρθε στο Δικαστήριο. Θέση της ήταν, ότι από τότε που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό δεν ξανασυζήτησε μαζί της το θέμα. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι αυτή είπε στον κατηγορούμενο να πάνε στο γραφείο της παραπονούμενης, επαναλαμβάνοντας ότι αυτός ζητούσε τον λόγο για την αποκοπή του μισθού του και ότι αυτός ήθελε να πάει στο γραφείο της παραπονούμενης. Δεν θυμόταν ακριβώς τι ανέφερε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη, ώστε αυτή να του ζητήσει να μην φωνάζει. Όταν βγήκε από το γραφείο της παραπονούμενης, επέστρεψε στο δικό της γραφείο αλλά δεν ήταν σε θέση, λόγω του σοκ, να μιλήσει αλλά ούτε και θυμάται τι έγινε. Δεν επέστρεψε ξανά στο γραφείο της παραπονούμενης. Στην υποβληθείσα θέση ότι είδε την παραπονούμενη να επιτίθεται στον κατηγορούμενο και να του παίρνει τα γυαλιά και να τα ρίχνει κάτω, απάντησε ότι ήταν σοκαρισμένη και δεν θυμάται. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν μπορεί να περιγράψει τι ήταν αυτό που της προκάλεσε σοκ και ότι δεν θυμάται αν είδε σκηνές ή όχι και ότι μπλοκαρίστηκε το μυαλό της. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, ότι ο λόγος που πήγε στο γραφείο της παραπονούμενης ήταν για να πληρωθεί. Εργαζόταν στην εταιρεία της για 7 χρόνια χωρίς να υπάρχει καμία σοβαρή διαφωνία μεταξύ τους. Ερωτηθείς για ποιον λόγο τον κατήγγειλε η παραπονούμενη ανέφερε ότι είναι η «φύση της τέτοια», ότι «όλος ο κόσμος που δούλεψε εκεί το γνωρίζει» και ότι «ήθελε να υποβάλει καταγγελία εναντίον του για να πάρει χρήματα». Κατά την αντεξέταση του, διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι η αναφορά του ως προς τον λόγο που η παραπονούμενη υπέβαλε εναντίον του την καταγγελία αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του, για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του, λέγοντας ότι αυτό συνέβηκε και σε άλλους συναδέλφους από τους οποίους πήρε χρήματα με το «ζόρι». Όταν πήγε στο γραφείο της, δεν ήταν θυμωμένος απλά ήταν 2 του μηνός και πήγε για να πληρωθεί. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ανέφερε στη κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) ότι υπήρχε καθυστέρηση στην πληρωμή του, απάντησε ότι το εν λόγω Τεκμήριο δεν η κατάθεση που έδωσε. Αναγνώρισε στην 1η και 2η σελίδα της κατάθεσής του την υπογραφή του, όμως για την υπογραφή που φαίνεται στην 3η σελίδα, ανέφερε ότι δεν είναι δική του. Ο δικηγόρος του όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν του έδειξε την κατάθεσή του, ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο λόγος που δεν υιοθέτησε την κατάθεσή του, είναι γιατί σε αυτήν αναφέρονται άλλα γεγονότα από αυτά που αναφέρει στο Δικαστήριο, απάντησε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να το πράξει. Την αστυφύλακα Μ.Κ.1, δεν την γνωρίζει προσωπικά. Κατά την επίδικη ημέρα, είχε επισκεφτεί πρώτα το λογιστήριο της εταιρείας και είχε αναφέρει της Γιόλας, ότι πήγε για να πληρωθεί. Όταν η τελευταία του είπε ότι θα έπρεπε να πάνε μαζί στην παραπονούμενη, την ρώτησε για ποιο λόγο θα έπρεπε να πάνε στην παραπονούμενη, αφού θα έπρεπε να τον πληρώσει για ολόκληρο τον μήνα. Στην επισήμανση του κ. Χ'' Ιωάννου, ότι αυτά που αναφέρει στο Δικαστήριο διαφέρουν από τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του, απάντησε ότι δεν είχε τα γυαλιά του γιατί του τα «έσπασε η μαστόρισσα». Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι ο λόγος που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό ήταν η αποκοπή μέρος του μισθού του. Θέση του ήταν, ότι όταν πήγε στο γραφείο της παραπονούμενης με την Γιόλα και ρώτησε την παραπονούμενη για ποιον λόγο η λογίστρια δεν τον πληρώνει κανονικά, αυτή χτύπησε το χέρι της δυνατά στο γραφείο και του είπε ότι δεν δέχεται από κανέναν να της μιλά ή να της υψώνει την φωνή του. Τότε της είπε να αφήσει τις «μαϊμουνιές αλλού» και ότι ήθελε τον μισθό του. Εκείνη τη στιγμή, πλησίασε το μέρος μία υπάλληλος από τον «Πήγασο», που υπολογίζει ότι είναι πληροφοριοδότης της παραπονούμενης, και μέχρι να την ρωτήσει τον λόγο που μπήκε στο γραφείο, η παραπονούμενη πήγε κοντά του, του άρπαξε τα γυαλιά τα έσπασε και τα πέταξε στα πόδια των προσώπων που εκείνη τη στιγμή ήταν στην πόρτα του γραφείου και έβλεπαν και άκουγαν τα πάντα. Η Γιόλα καθ' όλη τη διάρκεια βρισκόταν δίπλα της παραπονούμενης. Όταν του πέταξε τα γυαλιά, η Γιόλα σοκαρίστηκε και έφυγε από το γραφείο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο προσπάθησε κάποιο πρόσωπο να τον ανακόψει όταν πήρε το αυτοκίνητο της εταιρείας της παραπονούμενης, απάντησε ότι πήγε στο σημείο ο πατέρας της παραπονούμενης και του έγνεψε με το χέρι του να σταματήσει. Οι σχέσεις του με τον πατέρα της ήταν πολύ καλές. Σε σχετική ερώτηση απάντησε, ότι ποτέ δεν είχε διαφορές με το υπόλοιπο προσωπικό της εταιρείας πέραν από την παραπονούμενη. Με τον υπάλληλο Χρίστο Γεωργίου υπήρξε κάποιο θέμα στο παρελθόν, ενώ με τον Κ. Μαυρομουστάκη δεν είχε ποτέ κανένα πρόβλημα. Μία υπάλληλος με το όνομα Palm, είχε δει την παραπονούμενη που πήγε στο αποχωρητήριο και του ανέφερε ότι πήγε και «σημαδεύτηκε» για να τον κατηγορήσει ότι αυτός της το έκανε. Ερωτηθείς, αν αυτόν τον ισχυρισμό τον είχε αναφέρει στην αστυνομία απάντησε, ότι άλλα έλεγε και άλλα έγραφαν και ότι δεν είχε τα γυαλιά του για να τα διαβάσει. Ερωτηθείς αν εξύβρισε τον Α. Αριστείδου με την λέξη «κωλόγερε», απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι αυτό που του ανέφερε είναι «καλόγερε». Αυτή η λέξη του «ήρθε εκείνη τη στιγμή», γιατί δεν είχε τίποτα ο ίδιος μαζί του. Δεν εννοούσε καλόγερος αλλά καλός γέρος. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους, μέσω των αγορεύσεων τους, στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Ξεκινώντας με την Μ.Κ.1, θεωρώ πως υπήρξε αμερόληπτη και αντικειμενική μάρτυρας και άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με αμερόληπτο τρόπο όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της Μ.Κ.4 ή από την άλλη δυσμενούς μεταχείρισης του κατηγορούμενου. Η αναφορά της, ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο την ανακριτική του κατάθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 ουδόλως αμφισβητήθηκε και δεν διαπιστώνω να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην γίνει αποδεκτή η θέση της αυτή. Η αντεξέτασή της περιορίστηκε βασικά στο παράπονο που ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον της Παραπονούμενης, θέμα για το οποίο η μάρτυρας αναφέρθηκε τόσο στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση του όσο και στον λόγο που αυτή δεν διώχθηκε ποινικά. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, μου δημιούργησαν την εντύπωση, ότι επρόκειτο για μάρτυρες που με ειλικρίνεια μετέφεραν στο Δικαστήριο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην παρουσία τους, όπως ο καθένας από αυτούς τα είδε και άκουσε. Απαντούσαν άμεσα και χωρίς υπεκφυγές και παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία τους κατά την αντεξέταση τους. Κάποιες μικραοαντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, ενόψει της γενικότερα θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας και γιατί αυτές δεν σχετίζονται με τους βασικούς ισχυρισμούς του για την υπόθεση. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί, ότι όσον αφορά την εξιστόρηση των γεγονότων του ίδιου περιστατικού από διαφορετικά άτομα που είναι παρόντα, είναι φυσικό ο καθένας να αντιλαμβάνεται τα όσα διαδραματίζονταν από την θέση που βρίσκεται και το δικό του οπτικό πεδίο όπως φυσικό είναι και να εντοπίζονται διαφορές όταν τα γεγονότα εξελίσσονται ταχέως, παράγοντες που δεν ανάγονται σε καίριο πλήγμα ισοδύναμο με αναξιόπιστη μαρτυρία. Βασικό είναι παρά την ύπαρξη διαφορών να αναδύεται χωρίς αμφιβολία ένας κοινός κορμός δεδομένων, με γεγονότα που συγκλίνουν ως προς την ουσιαστική υφή τους (βλ. Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397). Εξετάζοντας τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και αντιπαραβάλλοντας την μεταξύ τους αλλά και με τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν εντοπίζονται ουσιώδεις διαφορές ως προς την εξέλιξη των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την επίδικη ημέρα και ότι οι όποιες διαφορές υπάρχουν δικαιολογούνται στην βάση των πιο πάνω και δεν πλήττουν την αξιοπιστία τους. Έχω λάβει υπόψη μου το ενδεχόμενο η μαρτυρία τους να υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα και έδωσαν στην αστυνομία τις καταθέσεις τους, εργάζονταν στις εταιρείες της παραπονούμενης, πλην όμως δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια να ευνοήσουν με τη μαρτυρία τους την εκδοχή της παραπονούμενης. Όπως προανέφερα παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους, παρά το ότι και οι δύο δεν εργάζονται πλέον στις εταιρείες της παραπονούμενης. Ενδεικτικό στοιχείο της ειλικρίνειας τους αποτελεί το γεγονός πως, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο εργάζονταν στις εταιρείες της παραπονούμενης, σε κανένα σημείο στην κατάθεση τους αλλά και στην προφορική τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι άκουσαν τον κατηγορούμενο να απειλεί την παραπονούμενη με τη φράση που του αποδίδεται. Ούτε, επίσης, ισχυρίστηκαν ότι είδαν τον κατηγορούμενο να της προκαλεί οποιοδήποτε τραυματισμό. Επιπρόσθετα αναφέρω, πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην γίνει αυτό αποδεκτό. Ενδεικτικά αναφέρομαι στη θέση τους, ότι κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβαν χώρα τα επίδικα συμβάντα, βρίσκονταν τόσο εντός των γραφείων που στεγάζονταν οι εταιρείες της Παραπονούμενης όσο και εκτός των γραφείων όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν με τον πατέρα της Παραπονούμενης. Επιπρόσθετα σε ότι αφορά τον Μ.Κ.2, αναφέρω πως ουδόλως αμφισβητήθηκαν οι αναφορές του, ότι άκουσε δύο φορές την παραπονούμενη να ζητά από τον κατηγορούμενο να βγει έξω από το γραφείο της, ότι του ανέφερε ότι δεν δεχόταν να την απειλούν και ότι σε κάποια στιγμή, για να μην γίνουν χειρότερα τα πράγματα, κάποιοι υπάλληλοι τράβηξαν τον κατηγορούμενο και κάποιοι άλλοι την παραπονούμενη, για να τους απομακρύνουν. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, η μαρτυρία τους ότι σε κάποια στιγμή βγήκαν με τον κατηγορούμενο από το γραφείο της Παραπονούμενης και ότι παρά τις προτροπές τους ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του οχήματος για να φύγει από το μέρος. Αναντίλεκτη, επίσης, παρέμεινε η μαρτυρία τους, ότι όταν το όχημα άρχισε να κινείται, ο Μ.Κ.3 τράβηξε προς τα πίσω τον πατέρα της παραπονούμενης, ο οποίος εκείνη τη στιγμή ζητούσε από τον κατηγορούμενο να αφήσει το όχημα. Σε κανένα σημείο, επίσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.3 τέθηκε υπό αμφισβήτηση η αναφορά του, ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να αποκαλεί τον πατέρα της παραπονούμενης «πουστόγερο και κωλόγερο». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Ερχόμενη στην Μ.Κ.4, αυτό που θα πρέπει κατ' αρχή να λεχθεί είναι ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί κοινό έδαφος και/ή δεν έτυχε αμφισβήτησης, το οποίο δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην γίνει αποδεκτό. Ενδεικτικά αναφέρομαι στη μαρτυρία της ότι, όταν κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο της την απείλησε με τη φράση που του αποδίδεται με την 5η κατηγορία. Η αναφορά της αυτή, ουδόλως τέθηκε υπό αμφισβήτηση, όπως δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση και η αναφορά της ότι είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να βγει έξω από το γραφείο της, κάτι το οποίο δεν έπραξε άμεσα. Η τελευταία αναφορά της σημειώνεται πως υποστηρίζεται και από τη μη αμφισβητούμενη και αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, σύμφωνα με την οποία η μάρτυρας ζήτησε δύο φορές από τον κατηγορούμενο να βγει από το γραφείο της. Αποδεκτή, επίσης είναι η μαρτυρία της, ότι ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή την έσπρωξε. Σημειώνεται πως για το τελευταίο ζήτημα, αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε δεν ήταν αν πράγματι ο κατηγορούμενος έσπρωξε την παραπονούμενη, αλλά κατά πόσο αυτή τον έσπρωξε πρώτα. Δεν έτυχαν, επίσης, αμφισβήτησης οι ισχυρισμοί της ότι μετά το επίδικο συμβάν, εντός της ίδιας ημέρας, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο Λεμεσού, για τους τραυματισμούς που προκλήθηκαν στο χέρι της. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της, πέραν του ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης, σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.5, την οποία για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω γίνεται αποδεκτή, όσο και από το Τεκμήριο 4, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου δεν έτυχε αμφισβήτησης. Αυτό το οποίο, αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, είναι το κατά πόσο οι τραυματισμοί της, προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Αποδεκτή είναι, επίσης, η μαρτυρία της ότι σε κάποια στιγμή η Μ.Κ.6 βγήκε από το γραφείο της ζητώντας βοήθεια. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της συνάδει τόσο με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.3, όσο και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, την οποία για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω γίνεται αποδεκτή. Πέρα του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας της, το οποίο για τους πιο πάνω λόγους γίνεται αποδεκτό, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτό για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Ξεκινώντας με το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της ως προς τα προβλήματα που της δημιουργούσε ο κατηγορούμενος κατά την άσκηση των καθηκόντων του και τους λόγους που δεν τον απέλυσε ενωρίτερα, περιορίζομαι να αναφέρω πως το μέρος αυτό της μαρτυρίας της εκφεύγει των επίδικων θεμάτων και ως εκ τούτου δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και αξιολόγησης, αφού συνιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Αποτελεί γενικό κανόνα, ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη προς τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, στη σελ. 68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας»). Η αναφορά της, επίσης, ως προς το τι της ανέφερε ο πατέρας της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εν λόγω αναφορά της προέρχεται από εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ναι μεν δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9), αλλά η βαρύτητα που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας είναι το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση, η μάρτυρας περιορίστηκε απλά να αναφέρει, ότι ο πατέρας της δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, χωρίς ωστόσο να παρουσιαστεί από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει την αναφορά της αυτή. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως για τον πιο πάνω λόγο ουδεμία βαρύτητα δίνεται και στην κατάθεση του πατέρα της, Α. Αριστείδου, η οποία κατατέθηκε από την Μ.Κ.1 ως Τεκμήριο
  1. Συνεχίζοντας με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.4, αναφέρω πως δεν γίνεται, επίσης, αποδεκτή η θέση της ότι οι τραυματισμοί στο χέρι της, προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο, αφού όπως προέκυψε από την ενώπιον μου μαρτυρία η θέση της αυτή αποτελεί το συμπέρασμα στο οποίο η ίδια κατέληξε. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη και αποδεκτή μαρτυρία της, δεν είχε εντοπίσει τους επίδικους τραυματισμούς της κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος την τράβηξε, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο όταν, όπως ανέφερε, ένοιωσε πόνο. Η αναφορά της αυτή σε συνδυασμό με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, ότι κάποιοι υπάλληλοι τραβούσαν τον κατηγορούμενο και κάποιοι άλλοι την ίδια στην προσπάθεια τους να τους χωρίσουν, δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο οι τραυματισμοί της να προκλήθηκαν από τα πρόσωπα που επενέβηκαν. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τραυματισμούς από το τράβηγμα των υπαλλήλων δεν μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα που η ίδια κατέληξε, ότι δηλαδή, είναι ο κατηγορούμενος που της προκάλεσε τους τραυματισμούς. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ πως τυχόν αποδοχή του υπό εξέταση ισχυρισμού της θα οδηγούσε σε ακροσφαλές συμπέρασμα, ότι κατά τη στιγμή που ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, της προκάλεσε και τις επίδικες σωματικές βλάβες. Με εξαίρεση επομένως τα πιο πάνω αναφερόμενα μέρη της μαρτυρίας της, τα οποία για τους πιο πάνω λόγους δεν γίνονται αποδεκτά, χωρίς σε καμία περίπτωση να προκαλούν ρήγμα στην αξιοπιστία της, η λοιπή μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη και αποδεκτή. Ερχόμενη στην Μ.Κ.5, αναφέρω πως δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία της. Κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα και ουδόλως αμφισβητήθηκε η αμεροληψία της. Η Υπεράσπιση περιορίστηκε, ουσιαστικά, στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων, για τα ευρήματα της που καταγράφονται στο Τεκμήριο 8, τα οποία επεξήγησε με σαφήνεια, χωρίς σε κανένα σημείο να αμφισβητηθεί, από πλευράς Υπεράσπισης, η ορθότητα τους. Με ειλικρίνεια, επίσης, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση, λόγω της ειδικότητας της, να αναφέρει την αιτία πρόκλησης των επίδικων τραυμάτων. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.5 κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η Μ.Κ.6 μου έκανε θετική εντύπωση και δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι είπε την αλήθεια για τα γεγονότα εκείνα που είχε προσωπική γνώση, όπως η ίδια τα βίωσε κατά την επίδικη ημέρα. Επίσης, δεν έχω διαπιστώσει ότι η μάρτυρας επιθυμούσε την καταδίκη του κατηγορούμενου και ούτε της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Παρά το ότι κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και κατά τον χρόνο που προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, εργαζόταν στην εταιρεία της παραπονούμενης, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της προέβαλε ισχυρισμούς που να ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο σε ότι αφορά το αδίκημα της απειλής που του αποδίδεται. Συγκεκριμένα, σε κανένα σημείο της κατάθεσης της, αλλά και της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να απειλεί την παραπονούμενη με τη φράση που του αποδίδεται ή ότι ο κατηγορούμενος της προκάλεσε τραυματισμό. Αναφορικά με το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της, ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε πρώτα το γραφείο της και ότι στη συνέχεια πήγαν μαζί στο γραφείο της παραπονούμενης, όχι μόνο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση, αλλά το μέρος αυτό της μαρτυρίας της συνάδει με την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, η οποία για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κρίθηκε ως αξιόπιστη. Πέραν αυτού, η θέση της αυτή επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Αποδεκτή είναι επίσης, η μαρτυρία της, ότι ο κατηγορούμενος είχε θυμώσει όταν τον ενημέρωσε για την αποκοπή μέρους του μισθού του και ότι για τον λόγο αυτό ο κατηγορούμενος ήθελε να πάει στο γραφείο της παραπονούμενης. Η αναφορά της, επίσης, ότι σε κάποια στιγμή βγήκε από το γραφείο της παραπονούμενης, καλώντας βοήθεια, όχι μόνο δεν έτυχε αμφισβήτησης αλλά συνάδει και με τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και Μ.Κ.
  2. Το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια γεγονότα, πέραν από αυτά που ανέφερε, για τον λόγο που εξήγησε, δεν κλονίζει την αξιοπιστία της ενόψει της γενικότερης θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ερχόμενη στον κατηγορούμενο, αναφέρω πως μέσα από τη μελέτη της μαρτυρίας του και τον τρόπο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν με έχει πείσει για τη γνησιότητα της εκδοχής του. Η προσπάθεια του να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τη συμπεριφορά που του αποδίδεται θεωρώ, πως έπεσε στο κενό. Η μαρτυρία του παρουσιάζει αδυναμίες, αντιφάσεις, στερείται πειστικότητας και σε αρκετά σημεία της βρίσκεται σε διάσταση με την μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3, 4 και 6, η οποία για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Επιπρόσθετα, αναφέρω πως κάποιες από τις ουσιώδεις θέσεις του δεν υποβλήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να τους δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθούν, με αποτέλεσμα αυτές να αγνοηθούν (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, σελ. 590). Ξεκινώντας με τους ισχυρισμούς του, ως προς τον λόγο που η παραπονούμενη υπέβαλε εναντίον του την καταγγελία, αναφέρω πως αυτοί στερούνται κάθε πειστικότητας και λογικής και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του σε μία προσπάθεια του να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Πιο συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του, ότι όσοι εργάστηκαν στην παραπονούμενη γνωρίζουν για τη συμπεριφορά της, αναφέρω πως πέραν από τη γενικότητα και την αοριστία που τον χαρακτηρίζει, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι κανένας από τους Μ.Κ.2 και 3, που εργάστηκαν στο παρελθόν στις εταιρείες της παραπονούμενης και που πλέον δεν εργοδοτούνται σε αυτές, δεν υποστήριξαν τη θέση του αυτή. Στερούμενος κάθε πειστικότητας είναι και ο ισχυρισμός του, ότι με την καταγγελία της η παραπονούμενη αποσκοπούσε στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Πέραν του ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη, αξίωσε από τον ίδιο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, ο εν λόγω ισχυρισμός του σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού δεν τέθηκε στην παραπονούμενη, ώστε να της δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθεί (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του, ότι ο λόγος της επίσκεψης του στα γραφεία των εταιρειών της παραπονούμενης την επίδικη μέρα ήταν απλά για να πληρωθεί το μισθό του και ότι εκείνη την ημέρα πληροφορήθηκε από την Μ.Κ.6 για την αποκοπή του μισθού του, διαπιστώνω πως οι εν λόγω αναφορές του βρίσκονται σε διάσταση με τα όσα σχετικά ανέφερε στην κατάθεση του. Ότι, δηλαδή, είχε πληροφορηθεί από την προηγούμενη ημέρα ότι θα γίνονταν αποκοπές στον μισθό του. Στην προσπάθεια του μάλιστα να δικαιολογήσει τη διάσταση αυτή της μαρτυρίας του με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του, υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν υιοθέτησε την κατάθεση του, ήταν γιατί το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στα όσα ανέφερε όταν έδινε την κατάθεση του και ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Πέραν του ότι οι αναφορές του αυτές στερούνται κάθε πειστικότητας και θεωρώ πως αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού οι θέσεις του αυτές δεν τέθηκαν από την Υπεράσπιση στην Μ.Κ.1 που ήταν το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση του (Τεκμήριο 2), ώστε να της δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθεί (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Δεν γίνεται, επίσης, αποδεκτός ο ισχυρισμός του, ότι κάποια υπάλληλος του ανέφερε ότι είδε την παραπονούμενη να προκαλεί η ίδια τους τραυματισμούς της, αφού ούτε αυτός ο ουσιώδης ισχυρισμός του τέθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης στην παραπονούμενη, ώστε να της δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθεί. Επιπρόσθετα αναφέρω, πως η πιο πάνω αναφορά του προέρχεται από εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην αρχική δήλωση δεν προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και ουδεμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς Υπεράσπισης για τη μη προσέλευση της. Ουδεμία, επίσης, βαρύτητα δίνω στον ισχυρισμό του, ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε αποκαλέσει τον Α. Αριστείδου με τη λέξη «κωλόγερε». Η μαρτυρία του επί του εν λόγω επίδικου θέματος στερείτο κάθε πειστικότητας και λογικής και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε προς υποστήριξη της εκδοχής του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Επιπρόσθετα αναφέρω πως το μέρος αυτό της μαρτυρίας του καταρρίπτεται από την ενώπιον μου αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος τον είχε ακούσει να λέει στο πιο πάνω πρόσωπο την προαναφερόμενη λέξη. Για τους πιο πάνω λόγους, πέραν από το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που αποτελεί κοινό έδαφος ή δεν αμφισβητήθηκε, ουδεμία βαρύτητα δίνω στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, την οποία και απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και αυτή που αποτέλεσε κοινό έδαφος, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή, την 02.06.2017 εργοδοτείτο, ως οδηγός, στην εταιρεία E.A. BLUE SKY TRANSFER LTD, ιδιοκτησίας της παραπονούμενης, τα γραφεία της οποίας βρίσκονται στην οδό Γρίβα Διγενή 106 στη Λεμεσό. Στον ίδιο χώρο βρίσκονταν και τα γραφεία της εταιρείας PEGAS TOURIST, επίσης ιδιοκτησίας της παραπονούμενης. Κατά την πιο πάνω ημέρα, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας που εργαζόταν. Αρχικά εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.6, η οποία τον ενημέρωσε για την αποκοπή μέρους του μισθού του. Μετά την εν λόγω ενημέρωση ο κατηγορούμενος θύμωσε και πήγε με την Μ.Κ.6 στο γραφείο της παραπονούμενης όπου της διαμαρτυρήθηκε σε έντονο ύφος. Η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο δύο φορές να φύγει από το γραφείο της, αλλά αυτός δεν συμμορφώθηκε. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο γραφείο της παραπονούμενης, της ανέφερε τη φράση «Πρόσεχε είσαι μισή μερίδα και θα δεις τι θα σου κάνω», και σε κάποια στιγμή την έσπρωξε με τα χέρια του. Όταν στη συνέχεια η Μ.Κ.6 βγήκε από το γραφείο της παραπονούμενης ζητώντας βοήθεια, υπάλληλοι των εταιρειών της παραπονούμενης εισήλθαν στο γραφείο της και στην προσπάθεια τους να μη χειροτερέψει η κατάσταση, μπήκαν στη μέση και τράβηξαν τόσο τον κατηγορούμενο όσο και την παραπονούμενη με σκοπό να τους απομακρύνουν. Όταν ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή αποχώρησε από το γραφείο της παραπονούμενης, εισήλθε στο όχημα της εταιρείας με αρ. εγγραφής MNP 537, που βρισκόταν στην οδό Γρίβα Διγενή. Ο πατέρας της παραπονούμενης, Α. Αριστείδου, του ζήτησε να αφήσει το όχημα, κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος δεν έπραξε. Ενώ ο Μ.Κ.3, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της πιο πάνω οδού με τον Μ.Κ.2, άκουσε τον κατηγορούμενο, που βρισκόταν εντός του οχήματος, να αποκαλεί τον Α. Αριστείδου, με τη λέξη «κωλόγερε». Στη συνέχεια και ενώ το όχημα κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 έτρεξαν και απομάκρυναν τον Α. Αριστείδου από το όχημα και ο κατηγορούμενο έφυγε με το όχημα από το μέρος. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:34 η παραπονούμενη επισκέφθηκε το ΤΑΕΠ του Νοσοκομείου Λεμεσού. Όταν η Μ.Κ.5 εξέτασε την παραπονούμενη διαπίστωσε, ότι αυτή έφερε μικροεκδορές εκχυμώσεις, ερύθημα και άλγος στο άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονα. Έγινε καθαρισμός του τραυματισμού και απελύθη. Η Μ.Κ.5, λόγω της ειδικότητας της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την αιτιολογία πρόκλησης των πιο πάνω τραυμάτων. Η παραπονούμενη δεν είχε διαπιστώσει τα πιο πάνω τραύματα της κατά τον χρόνο που εξελισσόταν το επίδικο επεισόδιο και συγκεκριμένα όταν ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν ένοιωσε πόνο. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορά το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει, κατά παράβαση του άρθρου 280 του, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης, ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμό, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 λέχθηκε, ότι το πιο πάνω άρθρο δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Το αδίκημα διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στην συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο. Βοηθητικά για την κρίση του Δικαστηρίου αποτελούν τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθίας v. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 404, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση ή όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας, ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε μια τέτοια περιουσία, παραμένει σ' αυτή παρανόμως με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είναι ένοχος πλημμελήματος. Είναι αλήθεια ότι ο εφεσείων εισήλθε στο υποστατικό της παραπονούμενης με τη συγκατάθεσή της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί τα πράγματα οξύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο εφεσείων να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Δεν συμφωνούμε ότι χρειαζόταν τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος. Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο
  1. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση του εφεσείοντα ουδόλως έχει επηρεαστεί από τον τρόπο διατύπωσης των λεπτομερειών του αδικήματος. Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αφού από τη μια εισήλθε νομίμως στο υποστατικό, ενώ, από την άλλη, το εγκατέλειψε όταν του ζητήθηκε να το πράξει από παρευρισκόμενο. Δεν συμφωνούμε ούτε με αυτή την επιχειρηματολογία. Το όλο περιστατικό πρέπει να ιδωθεί ως ένα ενιαίο επεισόδιο. Παρ' όλον ότι ο εφεσείων είχε εισέλθει νόμιμα στο υποστατικό η συμπεριφορά του στη συνέχεια κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη, αφού άρχισε να εξυβρίζει, να σπάζει έπιπλα και να απειλεί την παραπονούμενη. Δεν ήταν απαραίτητο, βεβαίως, για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του, κάποιος να ζητήσει ρητά την αποχώρησή του από το υποστατικό. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του, ο εφεσείων παρέμενε πλέον στο υποστατικό παρανόμως. Η παραμονή του εκεί, με πρόθεση να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 280 του Κεφ. 154, καθιστά την παραμονή παράνομη (βλέπε και The Penal Law of India, 9η έκδοση, σελ. 3576-72)». Στην προκείμενη περίπτωση η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου όπως αυτή περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι κατά την επίδικη ημέρα εισήλθε στο γραφείο της Μ.Κ.4 με σκοπό να ενοχλήσει. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημέρα εισήλθε στα γραφεία της εταιρείας της παραπονούμενης που τον εργοδοτούσε και κατά συνέπεια προκύπτει, ότι είχε το δικαίωμα να εισέλθει στον επίδικο χώρο. Όπως, όμως, αναφέρθηκε πιο πάνω, και όπως προκύπτει από το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το εν λόγω αδίκημα συντελείται και από πρόσωπο που έχει εισέλθει νόμιμα σε κάποια περιουσία αλλά παραμένει σ' αυτήν παράνομα με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή όχληση του κατόχου της περιουσίας ή με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Η πρόθεση όχλησης και η πραγμάτωση της προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος, όπως προανέφερα, νόμιμα εισήλθε στο χώρο των γραφείων της παραπονούμενης, ως ένας από τους εργοδοτούμενους της εταιρείας της, όμως η συμπεριφορά που επέδειξε στη συνέχεια μέσα στο γραφείο της παραπονούμενης και συγκεκριμένα η άρνηση του να εγκαταλείψει το γραφείο της παρά το ότι του το ζήτησε δύο φορές, η επίθεση που διέπραξε σε βάρος της σπρώχνοντας την με τα χέρια του και η αναστάτωση που προκάλεσε στους παρευρισκόμενους υπαλλήλους, θεωρώ πως πράγματι δημιούργησε όχληση και ως εκ τούτου κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου σε ότι αφορά την 1η κατηγορία. Το αδίκημα της ανησυχίας, που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με τη 2η κατηγορία, βασίζεται στο άρθρο 95 του Κεφ.
  2. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (βλ. Pitsillos v. The Police
(1966)2 CLR 50):
  1. Ο κατηγορούμενος να προκαλεί θόρυβο ή ταραχή,
  2. σε δημόσιο χώρο,
  3. κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης,
  4. η πιο πάνω ενέργεια του κατηγορούμενου να γίνεται χωρίς εύλογη αιτία. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ.
  5. Περαιτέρω ο όρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του οχήματος το οποίο βρισκόταν στην οδό Γρίβα Διγενή, και προσπάθησε να το οδηγήσει για να απομακρυνθεί από το μέρος, ο πατέρας της Μ.Κ.4, Α. Αριστείδου, προσπάθησε σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, να τον σταματήσει ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού και ζητώντας του να αφήσει το όχημα στη θέση του. Ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε να το πράξει, τον αποκάλεσε «κωλόγερο» και στη συνέχεια άρχισε να οδηγεί το όχημα με χαμηλή ταχύτητα οπόταν, οι Μ.Κ.2 και 3, που βρίσκονταν στο μέρος εκείνο, επενέβηκαν και απομάκρυναν τον Α. Αριστείδου. Συνεπώς, έχει τεθεί επαρκής και αποδεκτή μαρτυρία, από την οποία προκύπτει ότι με τη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος προκάλεσε ανησυχία στον πιο πάνω χώρο, η οποία έγινε χωρίς εύλογη αιτία, και ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του, ήταν τέτοια, ώστε δημιουργήθηκε το ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Κατά συνέπεια η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου και σε ότι αφορά την 2η κατηγορία. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας αυτό, δηλαδή, της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, βασίζεται στο άρθρο 243 του Κεφ.154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ο ορισμός της σωματικής βλάβης δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154 ως ακολούθως: «"σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 243 του Κεφ.154 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι δύο και συγκεκριμένα η επίθεση και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Επίθεση είναι η επιβολή παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Αφ' ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Σημειώνεται ότι δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. Smith & Hogan's, Criminal Law, 13η έκδοση, σελίδα 646 - 647 και Archbold Pleading, Evidence & Practice in Criminal Cases, 37η έκδοση παρ. 2634). Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Στην προκείμενη περίπτωση η ενέργεια του κατηγορούμενου να σπρώξει με τα χέρια του την Μ.Κ.4 αναμφίβολα συνιστά επίθεση. Η όλη δε συμπεριφορά του τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της εν λόγω πράξης, οδηγεί κατά την κρίση μου περαιτέρω, αναμφίβολα στο συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος είχε και την αναγκαία πρόθεση να διαπράξει την προαναφερόμενη επίθεση εναντίον της Μ.Κ.4, η οποία δεν συγκατατέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτή. Απουσιάζει, ωστόσο, το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συγκεκριμένα η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, αφού για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της Μ.Κ.4, δεν τέθηκε ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ότι οι τραυματισμοί στο χέρι της διασυνδέθηκαν με την επίθεση του κατηγορούμενου. Παρά όμως το ότι δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση σωματικής βλάβης, εντούτοις η επίθεση που έχει αποδειχθεί ότι έγινε από τον κατηγορούμενο εναντίον της Μ.Κ.4, συνιστά αδίκημα δυνάμει του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και συνεπώς έχει αποδειχθεί μέρος του κατηγορίας 4 και άρα σύμφωνα με το άρθρο 85
(1)του Κεφ.155, δεν απαιτείται τροποποίηση της εν λόγω κατηγορίας. Ερχόμενη στην 5η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και που αφορά το αδίκημα της απειλής, το άρθρο 91Α του Κεφ.154, επί του οποίου εδράζεται η εν λόγω κατηγορία, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη και
  2. με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Συνεπώς, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω, ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Με βάση την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία της M.K.4 ο κατηγορούμενος, υπό τις συνθήκες που έχουν περιγραφεί πιο πάνω, της είχε αναφέρει τη φράση «Πρόσεχε είσαι μισή μερίδα και θα δεις τι θα σου κάνω». Η εν λόγω φράση του κατηγορούμενου αναμφίβολα ήταν απειλητική, αφού με αυτή υπονοούσε με ξεκάθαρο τρόπο, ότι θα της προκαλούσε βλάβη. Συνεπώς, αυτό το οποίο παραμένει προς εξέταση είναι, κατά πόσο με την προαναφερόμενη απειλή προκάλεσε στην Μ.Κ.4 τρόμο, όπως του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, και που αποτελεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος. Η αναφορά του συνηγόρου Υπεράσπισης στην αγόρευση του, ότι η Μ.Κ.4, ανέφερε πως ένοιωσε φόβο όταν απειλήθηκε, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Αυτό διότι, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ένοιωσε φόβο από την απειλή που δέχτηκε. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε, ευθέως, από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο της προκάλεσε φόβο η απειλή του κατηγορούμενου απάντησε, ότι ένοιωσε «θιγμένη», γιατί ενώ θα έπρεπε να τον είχε απολύσει από προηγουμένως δεν το έπραξε γιατί τον λυπήθηκε. Ούτε όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της κατά πόσο εκείνη τη μέρα «γενικά» φοβήθηκε τον κατηγορούμενο, προέβαλε με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τη θέση ότι η απειλή της προκάλεσε φόβο. Σε κάθε περίπτωση η όλη συμπεριφορά της μετά που δέχθηκε την απειλή δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να καταδείξει ότι της προκλήθηκε φόβος. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα πάντοτε με τη δική της μαρτυρία όταν ο κατηγορούμενος την απείλησε, κτύπησε το χέρι της στο τραπέζι, ζητώντας του να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το μέρος του και τον άγγιξε τον ώμο, γιατί ήθελε να του δείξει ότι του μιλούσε ήρεμα, και να του ζητήσει να βγει έξω. Επομένως, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η 5η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό. Για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (6η κατηγορία), αυτό το οποίο συνάγεται από τη διατύπωση του άρθρου 99 του Κεφ. 154 είναι ότι, τα συστατικά στοιχεία του είναι τα ακόλουθα:
  3. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  4. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  5. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ. 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98). Όσον αφορά στην έννοια του «δημόσιου χώρου» έχει γίνει ήδη σχετική αναφορά κατά την εξέταση της 2ης κατηγορίας και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη των όσων σχετικά αναφέρθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη λέξη ενώ βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του που δεν αποτελεί δημόσιο χώρο. Το αδίκημα συντελείται, όμως, ακόμα και όταν η εξύβριση γίνεται σε χώρο που δεν είναι δημόσιος αν γίνεται με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στην προκείμενη περίπτωση, το ενδεχόμενο η υβριστική λέξη να ακούγονταν από πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο ήταν υπαρκτό. Απόδειξη τούτου ήταν, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι ο Μ.Κ.3 που βρισκόταν στη οδό Γρίβα Διγενή, που είναι δημόσιος χώρος, άκουσε την επίδικη λέξη, η οποία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Συνεχίζοντας αναφέρω πως, η εκστόμιση της επίδικης λέξης, θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη, ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Καταληκτικά αναφέρω, πως η μη προσέλευση του Α. Αριστείδου ως μάρτυρα στο Δικαστήριο, δεν αποτελεί λόγο για την αθώωση του κατηγορούμενου, ως ήταν ουσιαστικά η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.3 είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να λέει την πιο πάνω λέξη στο πιο πάνω πρόσωπο και συνεπώς έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση κατηγορίας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και την κατηγορία 6, στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη μου ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και 6. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 6. Περαιτέρω όσον αφορά την κατηγορία 4, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 5. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.