Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιου Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11495/18, 21/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Α. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11495/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον 1. Γεώργιου Γεωργίου 2.Ανδρέα Κυριάκου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 21.4.23 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο : Ν. Σαβεριάδης Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες ως ακολούθως: Για το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 17 Αυγούστου του 2017 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού εισήλθε στην οικία της Α. Πιλλακούρη με σκοπό να ενοχλήσει. Για το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91(α) του Ποινικού Κώδικα(2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια πιο πάνω ημερομηνία προκάλεσε στον Σ. Πιλλακούρη τρόμο απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «έλα κάτω να σε σάσω». Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 244
(1)του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια πιο πάνω ημερομηνία εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας στην κλειδαριά του μεταλλικού κάγκελου του οικοπέδου, περιουσία της Α. Πιλλακούρη από τη Λεμεσό. Και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια πιο πάνω ημερομηνία σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό [.], εξύβρισε τον Σ. Πιλλακούρη με τη φράση «αμπάλατοι, καθυστερημένοι» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η 5η, 6η και 7η κατηγορία που αφορούσαν τον δεύτερο κατηγορούμενο διακόπηκαν σε προγενέστερο στάδιο λόγω μη επίδοση του Κατηγορητηρίου. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, οι δύο παραπονούμενοι Σ. Πιλλακούρης (ΜΚ1), η αδελφή του Α. Πιλλακούρη (ΜΚ2) και ο αστυφύλακας Δ. Ασσιώτης (ΜΚ3). Μετά τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως και δεν παρουσίασε μάρτυρες υπεράσπισης. Οι παραπονούμενοι (ΜΚ1 και ΜΚ2), υποστήριξαν ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται, και συγκεκριμένα ότι ενώ βρισκόταν στον χώρο του [.] σταδίου, το οποίο είναι απέναντι από το σπίτι όπου διαμένουν μαζί με την μητέρα τους, απείλησε τον ΜΚ1, ενώ ακολούθως μαζί και με άλλα πρόσωπα κατευθύνθηκε προς το σπίτι τους εισήλθε στην αυλή αυτού, εξύβρισε τον ΜΚ1 και προκάλεσε την πιο πάνω αναφερόμενη ζημιά. Αντίθετα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι επέδειξε τη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Κατά το επίδικο χρόνο ήταν ο διαχειριστής του κυλικείου του [.] σταδίου. Μέσα από την υπεράσπιση του υποστήριξε ότι η καταγγελία εναντίον του δεν ήταν γνήσια αλλά αποσκοπούσε στη δημιουργία εναντίον του ποινικής υπόθεσης, ενόψει του ότι οι παραπονούμενοι σε πολλές περιπτώσεις προέβησαν σε καταγγελίες και παράπονα στην αστυνομία για την πρόκληση οχληρίας από το κυλικείο του σταδίου. Αυτές ήταν σε γενικές γραμμές οι εκδοχές των εμπλεκομένων οι οποίες παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία στην οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω. Οι βασικοί μάρτυρες για την υπόθεση ήταν οι παραπονούμενοι, ΜΚ1 και ΜΚ2 αντίστοιχα μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας των οποίων προέκυψε ως αναντίλεκτο γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις είχαν προβεί σε καταγγελίες και παράπονα στην αστυνομία για την πρόκληση οχληρίας από το κυλικείο του σταδίου του οποίου διαχειριστής κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 είναι ο αστυφύλακας που μετέβηκε στην σκηνή αφού έλαβε τηλεφωνική κλήση από τον ΜΚ
- Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του τεκμ. 3, λίγα λεπτά μετά που έλαβε την κλήση, μετέβηκε στο μέρος με υπηρεσιακό όχημα όπου εκεί εντόπισε περί τα 5 πρόσωπα, εκ των οποίων η μια γυναίκα, που σημειώνεται ότι όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου, να βρίσκονται στην άκρη του δρόμου έξω από την οικία των παραπονούμενων και αρκετά μέτρα πιο πάνω από το στάδιο και στην απέναντι μεριά του δρόμου. Τα δύο από τα πρόσωπα αυτά επιβιβάστηκαν σε μοτοποδήλατο και αναχώρησαν. Μεταξύ άλλων έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμ. 4 και 5). Πέραν της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα αυτόν η μαρτυρία του ήταν αντικειμενική, παρέμεινε αναντίλεκτη και συνεπώς την αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτή αναφέρει ότι διαμένει με τη μητέρα του και την αδελφή του στην κατοικία, που βρίσκεται απέναντι από το [.] στάδιο σε απόσταση περίπου 100 με 200 μέτρα. Στις 17.08.17, περί ώρα 18:30, ενώ βρισκόταν στο σπίτι, άκουσε φωνές και αφού βγήκε στο μπαλκόνι, άκουσε κάποιον να του φωνάζει από τον χώρο του σταδίου και να του λέει «έλα κάτω, εν να σε σάσω, εν να σου δείξω αν πιάνεις τηλέφωνα». Αντιλήφθηκε ότι το πρόσωπο που φώναζε απευθυνόταν στον ίδιο και αναγνώρισε ότι ήταν ο διαχειριστής του κυλικείου του [.] Σταδίου, δηλαδή ο κατηγορούμενος. Ακολούθως δεν έδωσε σημασία, μπήκε στο σπίτι και κάλεσε την Αστυνομία των Πολεμιδιών όπου ανέφερε ότι κάποια άτομα τον απειλούσαν και τον έβριζαν. Εκείνη τη στιγμή που συνομιλούσε στο τηλέφωνο, είδε τον κατηγορούμενο μαζί με ακόμα ένα άτομο και μια μεγάλη μοτοσυκλέτα σκούτερ με άλλα δύο άτομα να κατευθύνονται προς το σπίτι του. Ανέφερε το γεγονός αυτό στην αστυνομία και τον διαβεβαίωσαν ότι θα μετέβαινε στο μέρος αμέσως. Ακολούθως ως αναφέρει στην γραπτή κατάθεση του βγήκε στην άλλη βεράντα και τότε είδε να βρίσκονται μέσα στην αυλή του σπιτιού του ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα τέσσερα άτομα, τα οποία δεν γνωρίζει, αλλά ήταν σε θέση να τα περιγράψει. Το ένα από τα πρόσωπα αυτά τον απείλησε με συγκεκριμένα λόγια τα οποία και αναφέρει στην κατάθεση του. Τα υπόλοιπα πρόσωπα μαζί και με τον κατηγορούμενο του φώναζαν « έλα κάτω ένα σε διαλύσομε εννά σε σπάσομε». Αυτό του το έλεγαν συνεχώς μέχρι που έφτασε στο μέρος το περιπολικό της αστυνομίας, οπόταν και βγήκαν έξω από το σπίτι και παρέμειναν σκορπισμένοι γύρω από το περιπολικό. Μετά την άφιξη της Αστυνομίας βγήκε και ο ίδιος έξω από το σπίτι και τότε αντιλήφθηκε την ύπαρξη της ζημιάς στην καγκελόπορτα. Ο ΜΚ1 στην γραπτή κατάθεση του περιγράφει επίσης τα υπόλοιπα πρόσωπα που ισχυρίστηκε ότι εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού του μαζί με τον κατηγορούμενο, καθώς και τις απειλές που ξεστόμισαν εναντίον του. Αναφέρει επίσης ότι την ώρα του συμβάντος βρισκόταν στο μέρος και η γυναίκα του κατηγορουμένου, χωρίς όμως να του εκστομίσει οποιαδήποτε απειλή. Όταν στη συνέχεια έφτασαν στο μέρος και άλλα περιπολικά της Αστυνομίας, όλα τα παρευρισκόμενα πρόσωπα έφυγαν από το μέρος εκτός από τον κατηγορούμενο και τη γυναίκα του. Ο ΜΚ1 δεν μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρά το ότι κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να πείσει πως ήταν βέβαιος ότι το πρόσωπο που άκουσε να τον απειλεί από τον χώρο του σταδίου με την πιο πάνω φράση ήταν ο κατηγορούμενος, εντούτοις, δεν έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του. Ξεκινώντας από την ίδια τη γραπτή κατάθεση του, εύλογα διερωτάται κάποιος γιατί όταν πήρε την αστυνομία τηλέφωνο δεν ανέφερε συγκεκριμένα ότι τον απείλησε ο κατηγορούμενος, τον οποίο όπως ανέφερε γνώριζε και αυτό ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν ο μόνος που τον είχε απειλήσει. Αντίθετα όπως διαπιστώνεται και από την γραπτή κατάθεση του ανέφερε στην αστυνομία γενικά ότι κάποια άτομα τον απειλούσαν και τον έβριζαν. Σημειώνω δε ότι ασαφής παρέμεινε η θέση του για το ζήτημα αυτό ακόμα και σε απάντηση που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση του, όταν ερωτήθηκε τι ακριβώς ανέφερε στην αστυνομία όταν πήρε τηλέφωνο, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι ανέφερε στον αστυνομικό για τις φωνές και το τι έβλεπε σε σχέση με το περιστατικό. Σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του στην οποία δεν αναφέρει ότι την ώρα που άκουσε τον κατηγορούμενο να τον απειλεί υπήρχαν στον χώρο του στάδιού και άλλα πρόσωπα, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα στο χώρο του σταδίου. Στην προσπάθεια του δε να πείσει για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι ήταν συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος που τον απείλησε από τον χώρο του σταδίου με τη φράση «έλα κάτω να σε σάσω» ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε άλλο σημείο του χώρου του σταδίου μακριά από τα υπόλοιπα πρόσωπα τα οποία, όπως ισχυρίσθηκε, ήταν μαζεμένα σε μπουλούκι. Στην ίδια αυτή προσπάθεια του μάλιστα και σε αντίφαση με την κυρίως εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι αναγνώρισε πως το πρόσωπο που τον απείλησε ήταν ο κατηγορούμενος διότι αυτός συνέχισε να τον απειλεί. Διαπιστώνεται ωστόσο ότι η απειλή που στην γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και τα άλλα πρόσωπα ενόσω αυτοί βρίσκονταν μέσα στην αυλή του σπιτιού του, είναι διαφορετική από την απειλή που ισχυρίσθηκε ότι του απηύθυνε ο κατηγορούμενος από τον χώρο του σταδίου και που πρόκειται για την απειλή που περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Σημειώνεται επίσης ότι ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε πως αρκετές φορές υπέβαλε παράπονο στην αστυνομία για οχληρία η οποία όπως ισχυρίσθηκε προκαλείτο από το κυλικείο που διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος. Η επίμονη θέση του, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος μαζί και με τα υπόλοιπα πρόσωπα που περιγράφει στην γραπτή κατάθεση του μπήκαν στην αυλή του σπιτιού του και αποχώρησαν από εκεί μόνο μετά από την άφιξη της αστυνομίας, ανατρέπεται από την μαρτυρία του ΜΚ3, η οποία όπως και πιο πάνω αναφέρεται έγινε αποδεκτή. Συγκεκριμένα ο ΜΚ3 ανέφερε πως όταν λίγα λεπτά μετά από το τηλεφώνημα που έλαβε, έφθασε στο μέρος με το περιπολικό της αστυνομία ο κατηγορούμενος και τα υπόλοιπα πρόσωπα βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου έξω από το σπίτι των παραπονούμενων. Ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του ανέφερε μάλιστα ότι κατευθυνόμενος προς το σπίτι των παραπονουμένων και πριν ακόμα φτάσει εκεί είχε οπτική επαφή από απόσταση περίπου 70 μέτρων. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο ΜΚ1 στην γραπτή κατάθεση του αλλά και σε κανένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε με τις λέξεις που αναφέρονται στην 4η κατηγορία. Αντιθέτως αναφορά για το ζήτημα αυτό γίνεται μόνο από την αδελφή του ΜΚ2 με τον τρόπο που βέβαια περιγράφεται στην συνέχεια κατά την εξέταση της δικής της μαρτυρίας. Σε ότι δε αφορά την 3η κατηγορία για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος προκάλεσε την ισχυριζόμενη ζημιά στην καγκελόπορτα. Για να καλύψει το κενό αυτό ισχυρίσθηκε ότι είδε όλα τα παρευρισκόμενα πρόσωπα να τραβούν μαζί την καγκελόπορτα. Αυτό βέβαια βρίσκεται σε αντίφαση με την γραπτή κατάθεση του όπου εκεί αναφέρει πως μετά που κάλεσε την αστυνομία, βγήκε στην βεράντα και τότε βρίσκονταν ήδη μέσα στην αυλή του σπιτιού του ο κατηγορούμενος και τα υπόλοιπα πρόσωπα. Στο σημείο αυτό προσθέτω και το ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ενόσω συνομιλούσε με την αστυνομία εκείνο που είδε ήταν τον κατηγορούμενο με τα υπόλοιπα πρόσωπα να κατευθύνονται προς το σπίτι του και πουθενά στην γραπτή κατάθεση του δεν αναφέρει ότι είδε τα πρόσωπα αυτά να τραβούν την καγκελόπορτα, Το ίδιο αντιφατική και ασαφής υπήρξε και η μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της. Σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ1 στην γραπτή κατάθεση της μεταξύ άλλων αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο άκουσε πολλά άτομα να φωνάζουν «Πέλεντρε». Δεν έδωσε σημασία και δεν βγήκε έξω από το σπίτι για να μην εμπλακεί. Κατάλαβε ότι ήταν άτομα που σχετίζονται με το υποστατικό [.]. Βγήκε ο αδελφός της έξω και τότε άκουσε περισσότερες φωνές και βασικά άκουσε τη λέξη «Πέλεντρε», «έλα κάτω να σε κανονίσουμε». Επίσης σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι ενώ συνομιλούσε με την αστυνομία στο τηλέφωνο είδε τον κατηγορούμενο μαζί με τα υπόλοιπα πρόσωπα να κατευθύνονται προς το σπίτι του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον κατηγορούμενο ως τον «ηγήτορα», η ΜΚ2 στην κατάθεση της αναφέρει ότι όταν βγήκε και η ίδια στην βεράντα είδε μια μοτοσυκλέτα με δύο άτομα πάνω να πλησιάζουν προς το σπίτι. Κατάλαβε ότι έψαχναν τον αδελφό της, τους ζήτησε να φύγουν αλλά, αντί αυτού, ακολούθως ήρθαν και άλλα άτομα. Τα άτομα ως αναφέρει στην κατάθεση της ήταν περίπου 6 στο σύνολο, εκ των οποίων και ο ιδιοκτήτης του κυλικείου του σταδίου, δηλαδή ο κατηγορούμενος καθώς και η σύζυγός του. Φώναζαν «κατέβα κάτω, εν να σε λιώσω, εν να σε σκοτώσω, γιατί πιάνεις την Αστυνομία» απευθυνόμενοι προς τον αδελφό της αλλά και προς την υπόλοιπη οικογένεια. Σε σχέση με την γενική αναφορά της σε πρόσωπα και όχι συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο, αλλά και για το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης απειλής, προς αποφυγή επανάληψης παραπέμπω στα όσα ήδη διαπιστώθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
- Η ΜΚ2 αναφέρει επίσης στην γραπτή κατάθεση της ότι τα πρόσωπα αυτά φώναζαν «καθυστερημένοι, αμπάλατοι» κάτι που όπως και πιο πάνω επισημαίνεται δεν αναφέρθηκε από τον ΜΚ1 και αυτό ενώ σύμφωνα με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι εξύβρισε τον ΜΚ1 με τις λέξεις αυτές. Επιπρόσθετα υπογραμμίζεται και η ασάφεια με την οποία θέτει η ΜΚ2 στην κατάθεση της τον ισχυρισμό αυτό, αφού, αναφέρεται γενικά σε πρόσωπα και όχι συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο. Γενικός και αόριστος υπήρξε επίσης, όπως και του αδελφού της, ο ισχυρισμός της ότι είδε τα άτομα αυτά να σπάζουν την καγκελόπορτα και να εισέρχονται στην αυλή του σπιτιού της. Σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση της, απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίσθηκε ότι είδε να σπάζουν την καγκελόπορτα τρία άτομα και ότι μεταξύ αυτών ήταν και ο κατηγορούμενος. Γεγονός που καταδεικνύει θεωρώ την έντονη προσπάθεια της να καταλογίσει στον κατηγορούμενο την πρόκληση της ισχυριζόμενης ζημιάς. Ισχυρίσθηκε και η ίδια ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τα υπόλοιπα πρόσωπα εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού της, θέση όμως που για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν πιο πάνω ανατρέπεται από την μαρτυρία του ΜΚ
- Σε αντίφαση δε με την γραπτή κατάθεση της όπου αναφέρει γενικά ότι ζήτησε από τα πρόσωπα αυτά να βγουν έξω από την αυλή του σπιτιού της, κατά την αντεξέταση της απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ισχυρίσθηκε ότι ζήτησε ειδικά από τον κατηγορούμενο να βγει έξω από το σπίτι της. Ακόμα και η θέση της ότι κάλεσε και η ίδια την Αστυνομία δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ1, σύμφωνα με την οποία, είναι ο ίδιος που κάλεσε την αστυνομία, αλλά ούτε και με την μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος ανέφερε ότι έλαβε μόνο μία κλήση. Τέλος σημειώνω πως ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συχνά προκαλούσε οχληρία από το κυλικείο που διαχειριζόταν και για τον λόγο αυτό η ίδια και ο ΜΚ1 προέβησαν σε πολλές καταγγελίες και παράπονα στην αστυνομία. Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις και ανακρίβειες που παρουσιάζει η μαρτυρία των παραπονούμενων ΜΚ1 και ΜΚ2, σε συνάρτηση και με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτούς, οι οποίοι σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης τους και ειδικότερα ο ΜΚ1 εμφανίζονταν νευρικοί και ανήσυχοι, στοιχεία βέβαια που δεν προκύπτουν από τα στυγνά πρακτικά, δεν μου επιτρέπουν να βασισθώ με ασφάλεια στη μαρτυρία τους για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Ως εκ τούτου η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία ότι, κατά τον επίδικο χρόνο κάποιοι θαμώνες του [.] σταδίου μαζί και με τον κατηγορούμενο κατευθύνθηκαν προς το σπίτι των παραπονούμενων και αφού ο ΜΚ1 κάλεσε την αστυνομία μετέβηκε στο μέρος ο ΜΚ3 όπου εκεί εντόπισε περί τα 5 πρόσωπα να βρίσκονται στην άκρη του δρόμου έξω από το σπίτι των παραπονούμενων. Είναι πάγια νομολογημένο και βασική αρχή του Ποινικού Δικαίου ότι το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει οτιδήποτε αφού το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στη κατηγορούσα αρχή. Να σημειωθεί όμως ότι ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεση του παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι δεν επέδειξε τη συμπεριφορά που του καταλογίζουν οι παραπονούμενοι. Σύμφωνα δε με την δική του εκδοχή κατά την επίδικη ημερομηνία και αφού είχε λειτουργήσει το κυλικείο που προηγουμένως ήταν κλειστό για τις καλοκαιρινές διακοπές, είδε στην βεράντα του σπιτιού των παραπονούμενων τρία άτομα δύο γυναίκες και ένα άντρα να φωνάζουν και να κάνουν χειρονομίες χωρίς όμως, ένεκα της απόστασης, να είναι σε θέση να ακούσει τι ακριβώς έλεγαν. Σημειώνω ότι η μία από τις δύο γυναίκες ήταν η μητέρα των παραπονούμενων οι οποίοι κατά την μαρτυρία τους την τοποθέτησαν στη σκηνή. Τότε ένας από τους θαμώνες που όπως φαίνεται πρόκειται για τον δεύτερο κατηγορούμενο κατευθύνθηκε προς το σπίτι των παραπονουμένων. Ο κατηγορούμενος όπως ισχυρίσθηκε ως ο υπεύθυνος του κυλικείου τον ακολούθησε για να μην γίνει κάποια παρεξήγηση. Τον ακολούθησε και η σύζυγος του και ακόμα ένας νεαρός. Ακολούθως έφθασαν εκεί και οι δύο νεαροί με το μοτοποδήλατο. Ζήτησε από τον ΜΚ1 να του αναφέρει ποιο πρόβλημα είχε και ο τελευταίος του δήλωσε ότι έρχεται η αστυνομία. Όπως ισχυρίσθηκε σε καμία περίπτωση δεν εισήλθαν στο σπίτι των κατηγορουμένων αλλά παρέμειναν στον δρόμο μέχρι που έφτασε στο μέρος η αστυνομία. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ' αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363).» Υπό το φως των πιο πάνω, τα κενά και οι αμφιβολίες που άφησε η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναπόφευκτα λειτουργούν προς όφελος του κατηγορουμένου ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Α. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο