Α. Χ. ν. Δ. Α., Αρ. Υπόθεσης:16585/2022, 3/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16585/2022 Α. Χ. Παραπονούμενης εναντίον Δ. Α. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 03 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα Α. Προδρόμου Για τον Κατηγορούμενο: κ Α. Κληρίδης Κατηγορούμενος: παρών Ενδιάμεση Απόφαση Δια της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πληθώρα κατηγοριών, στο σύνολό των εννέα, για κατ' ισχυρισμό αδικήματα που διέπραξε εις βάρος της παραπονούμενης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος στη βάση του υπό κρίση κατηγορητηρίου, αντιμετωπίζει το αδίκημα της βίαιης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 87 του Κεφ.154 (1η κατηγορία), το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(α), (β) και (γ) του Κεφ. 154 (2η, 3η και 4η κατηγορία), το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154, (5η κατηγορία), το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (6η κατηγορία), το αδίκημα της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154 (7η κατηγορία), το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.154 (8η κατηγορία) και το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ. 154 (9η κατηγορία). Προτού απαντήσει στις κατηγορίες, ο κατηγορούμενος προέβαλε, μέσω του συνηγόρου του, αριθμό προδικαστικών ενστάσεων, στη βάση των οποίων εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην απόρριψη της υπόθεσης από το στάδιο αυτό. Ειδικότερα, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, κατά πρώτο, ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός του κατηγορούμενου και μια έκδηλη αδικία εις βάρος του σε βαθμό που να μην μπορεί να τύχει μιας δίκαιης δίκης ένεκα της παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του άρθρου 7Α του Κεφ. 155, κατά δεύτερο, ότι η παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται να προωθεί το υπό κρίση κατηγορητήριο, αφού όλα ανεξαιρέτως τα αδικήματα τα οποία καταλογίζει στον κατηγορούμενο, άπτονται ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος και κατά τρίτο ότι υπάρχει καταφανής κατάχρηση της διαδικασίας. Στη βάση των πιο πάνω κινήθηκαν οι αγορεύσεις και εισηγήσεις τόσο από πλευράς κατηγορούμενου, ο συνήγορος του οποίου παρέδωσε γραπτό κείμενο με τις θέσεις του (Έγγραφο Α) τις οποίες ανέπτυξε επιγραμματικά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο των αγορεύσεών των συνηγόρων αφού τούτο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία έχουν τύχει μελέτης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω συνοπτικά ότι ως προς το πρώτο ζήτημα που ηγέρθη και άπτεται αυτού της δίκαιης δίκης και του δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου, ο συνήγορος υπεράσπισης, στήριξε την εισήγησή του στο ότι κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 7 Α του Κεφ.155, το οποίο εισήχθη προσφάτως στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, με τον τροποποιητικό νόμο Ν.68(I)/2021, η κατηγορούσα αρχή, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος, παρέλειψε να εφοδιάσει τον κατηγορούμενο με αντίγραφο της υπογεγραμμένης γραπτής δήλωσης της παραπονούμενης καθώς επίσης και καταλόγου μαρτύρων με σύνοψη μαρτυρίας ενός εκάστου εξ αυτών με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα συνταγματικά του δικαιώματα. Αποτέλεσμα δε της παράλειψης αυτής, σύμφωνα με τον κ Κληρίδη, είναι ο κατηγορούμενος «να βρίσκεται σε μια ποινική υπόθεση η οποία δεν βασίστηκε σε υπαρκτή μαρτυρία όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 7Α και καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε μια ποινική υπόθεση χωρίς να υπάρχει μαρτυρία εναντίον του.». Επί του προκειμένου σημειώνεται ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι, παρά την ύπαρξη αιτήματος από τον κατηγορούμενο, μέσω του συνηγόρου του, να εφοδιαστεί με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, πέραν κάποιων εγγράφων που αποστάλησαν (τα οποία δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου) δεν αποστάληκε αντίγραφο της υπογεγραμμένης γραπτής δήλωσης της παραπονούμενης αλλά ούτε και κατάλογος μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας αυτών. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι η συνήγορος για κατηγορούσα αρχή στα πλαίσια των αγορεύσεών της, διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει από μέρους της άρνηση να εφοδιάσει με τα πιο πάνω έγγραφα τον συνήγορο υπεράσπισης, όταν και εφόσον τέτοια περιέλθουν στην κατοχή της και/ή συνταχθούν, ενώ διαφάνηκε από τις δηλώσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη να εφοδιάσει εξ αρχής με τα εν λόγω έγγραφα τον κ Κληρίδη οφείλεται εξ' ολοκλήρου σε άγνοια των προνοιών του άρθρου 7 Α του Κεφ. 155. Διευκρίνισε δε ότι έχει ήδη προβεί σε διαβήματα προς τις αστυνομικές αρχές για να της παραδώσουν αντίγραφο της κατάθεσης που η παραπονούμενη έδωσε στα πλαίσια καταγγελίας που υπέβαλε εναντίον του εδώ κατηγορούμενου με την παράδοση της οποίας και θα προβεί σε συμμόρφωση. Κρίνω σκόπιμο να συμπληρώσω στο σημείο αυτό ότι ήτο, στη βάση της πιο πάνω δήλωσης της κας Προδρόμου, που ο κ Κληρίδης έθεσε και το τρίτο ζήτημα περί κατάχρησης της διαδικασίας αφού σύμφωνα με τον ίδιο ενόψει των δηλώσεων περί ύπαρξης καταγγελίας από το 2021 στις αρμόδιες αρχές, ήτοι στην αστυνομία, με τη διερεύνηση να βρίσκεται σε άγνωστο σημείο (αφού αμφότερα τα μέρη εξεδήλωσαν άγνοια για το κατά πόσο η διερεύνηση ολοκληρώθηκε ή όχι) τότε η έγερση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί παρά να είναι καταχρηστική. Νομική Πτυχή/ Εξέταση εισηγήσεων υπεράσπισης · Δικαίωμα καταχώρισης ιδιωτικής ποινικής δίωξης / Νομιμοποίηση παραπονούμενης Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα το εν λόγω ζήτημα αφού πιθανή αποδοχή της θέσης του κ Κληρίδη θα οδηγήσει αυτόματα και στον τερματισμό της παρούσας χωρίς να είναι ανάγκη το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση των λοιπών πτυχών των ενώπιόν του εισηγήσεων. Το δικαίωμα καταχώρισης ποινικής δίωξης από ιδιώτη, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363. Ο δικαστικός λόγος της υπόθεσης Ttofinis ανωτέρω υιοθετήθηκε και αναλύθηκε στη Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ουσία του παραπόνου του (του εφεσείοντα) είναι ότι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων δεν είχε «έννομο συμφέρον» να εγείρει την επίδικη ιδιωτική ποινική υπόθεση, είναι εσφαλμένη. Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, ξεκαθάρισε στην Ttofinis v. Theocharides κ.α., ανωτέρω, ότι πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη. Στην απόφαση υιοθετούνται τα όσα ανέφερε ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All ER 70, 97 (HL), ότι η ποινική δίωξη αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες». Στην υπόθεση Ttofinis το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 369 της απόφασης, τα πιο κάτω σε σχέση με το Κεφ. 96, στο οποίο αφορούσε η υπόθεση:- «By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to prosecute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» (H έμφαση είναι δική μας) Το δικαίωμα του πολίτη, όπως διατυπώθηκε στη Gouriet και στην Ttofinis, ανωτέρω, να προβεί σε ποινική δίωξη, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από την πλειοψηφία στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, η οποία εκδικάστηκε από διευρυμένη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και δεν χωρεί παρερμηνεία. Όπως νομολογήθηκε, το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Όπως εξηγήθηκε με αναφορά στη Ttofinis, «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους.». Η χρήση των λέξεων «directly affected», η οποία έγινε σε σχέση με περιοίκους και το Κεφ. 96, φαίνεται να δημιούργησε στη συνέχεια κάποια σύγχυση. Τα νομολογηθέντα στην Ttofinis v. Theocharides, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκαν στην Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd, ανωτέρω. Αυτή τη φορά επαναλήφθηκε, χωρίς αναφορά στους περιοίκους και στο Κεφ. 96, ότι το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής υπόθεσης ενυπάρχει μόνο όταν τα δικαιώματα του θύματος επηρεάζονται «άμεσα» από την παράνομη πράξη. Το δικαστήριο δεν επεξηγεί τι εννοεί με τη λέξη «άμεσα», προφανώς, όμως, η αντίληψή του, συναρτά τον όρο προς το «directly affected». Όμως η χρήση της λέξης, φαίνεται ότι συνέτεινε στη συνέχιση της ασάφειας, ιδιαίτερα σε πρωτόδικες αποφάσεις, όπως η υπό έφεση, όπου η αναφορά μετετράπη σε «άμεσο συμφέρον».» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Στη δε Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ.194/2013, 2/12/2014 αποκρυσταλλώθηκε η έννοια «άμεσος επηρεασμός» αφού λέχθηκε ότι: «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Σημειώνεται ότι οι αρχές της Ttofinis έτυχαν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις Hogg ν. Παπαδοπούλου,
(1992)2 Α.Α.Δ. 36, Xαραλαμπίδης Mιχάλης ν. Nικόλαου Kωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, KALIA ν. LAMBROU,
(1985)2 Α.Α.Δ. 217, Aίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd και Άλλων,
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, Αίτηση από τον Ανδρέα Τρύφωνος, Αίτηση Αρ. 15/2015, 18/04/2016 και Αναφορικά με τη μονομερή αίτηση του X.A. για έκδοση διατάγματος καταχώρισης Κατηγορητηρίου, Ποινική Αίτηση Αρ. 17/2021, 07/09/2021. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει και μια άλλη πιο ευρεία διάσταση του θέματος ήτοι το κατά πόσο είναι δυνατό όλα τα αδικήματα να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης απλά και μόνο επειδή κάποιο προσωπικό δικαίωμα του πολίτη-παραπονούμενου φαίνεται να έχει επηρεασθεί. Χρήσιμη ανάλυση περί τούτου γίνεται από τον ευπαίδευτο συνάδελφό μου Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ., στην υπόθεση Άριστος Αριστείδου ν. Αντώνης Ιωάννου, Υπόθεση Αρ. 8735/14, ημερομηνίας 01/07/2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τόσο η προσέγγιση όσο και το σκεπτικό του επί του συζητούμενου, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη. Η παράθεση σχετικών αποσπασμάτων της εν λόγω απόφασης, τα οποίο υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας, κρίνεται χρήσιμη. «Στην Ttofinis, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ήταν τότε, Μ. Τριανταφυλλίδης, με αναφορά στην υπόθεση London Borough of Southwark v. Williams, [1971] 2 All E.R. 175, 179, επεσήμανε ότι, οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Νομοθεσία, μπορούν, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται (enforced), μόνο στα πλαίσια διαδικασιών που εγείρουν οι «αρμόδιες αρχές» και όχι στα πλαίσια ιδιωτικών ποινικών διώξεων. Είναι σε εξαιρετικές περιπτώσεις (exceptionally), που ιδιώτης κατήγορος μπορεί να καταφύγει στην ποινική διαδικασία. Κατ' αρχή σημειώνω ότι η απόφαση Gouriet, από την οποία το κυπριακό Εφετείο άντλησε καθοδήγηση στην υπόθεση Ttofinis, αφορούσε αστικής φύσεως υπόθεση και συγκεκριμένα αίτηση για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Συντεχνία των Ταχυδρομικών Υπαλλήλων από του διαπράξουν ποινικό αδίκημα ήτοι να μποϋκοτάρουν την αλληλογραφία με τη Νότιο Αφρική, ως οι τελευταίοι ανακοίνωσαν στον Τύπο, ότι θα πράξουν. Ο αιτητής αποτάθηκε αρχικά στον Γενικό Εισαγγελέα ζητώντας συγκατάθεση για καταχώρηση της λεγόμενης «relator action for an injunction», διαδικασία η οποία εγείρεται στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα «on the relation of individuals» με σκοπό την διεκδίκηση ενός δημόσιου δικαιώματος/συμφέροντος. Η συγκατάθεση ζητήθηκε γιατί τέτοιου είδους διαδικασίες εγείρονται αποκλειστικά από τον Γενικό Εισαγγελέα. ..... Τα υπό στοιχεία Β και Γ ανωτέρω σημεία που απέμειναν για εξέταση από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, περιστράφηκαν γύρω από τον τρόπο με τον οποίο δύναται να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό συμφέρον. Το κρίσιμο ερώτημα στην Gouriet ήταν επομένως κατά πόσο ένας ιδιώτης μπορεί να εγείρει διαδικασίες που αποσκοπούν στην προώθηση ή προστασία ενός δημόσιου συμφέροντος, εξουσία που κατά κανόνα ανήκει στον Γενικό Εισαγγελέα. Είναι στα πλαίσια του συγκεκριμένου ζητήματος που λέχθηκαν από τον Λόρδο Diplock τα όσα αναφέρθηκαν με επιδοκιμασία στην Ttofinis, και αυτά ως πρόλογος στην απόφασης του, για να καταλήξει ότι: «... there is no authority that the court has jurisdiction at the suit of a private individual as plaintiff to make declarations of public rights as distinct from rights in private law to which the plaintiff claims to be entitled. The court has jurisdiction to declare public rights but only at the suit of the Attorney-General ex officio or ex relatione, since as my noble and learned friends Lord Wilberforce and Viscount Dilhorne have demonstrated he is the only person who is recognised by public law as entitled to represent the public in a court of justice.» ............ Ο Λόρδος Wilberforce, στην δική του απόφαση, με την οποία ο Λόρδος Diplock συμφώνησε, θέτει το θέμα ακόμη πιο ξεκάθαρα. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση: «It can properly be said to be a fundamental principle of English law that private rights can be asserted by individuals, but that public rights can only be asserted by the Attorney-General as representing the public. In terms of constitutional law, the rights of the public are vested in the Crown, and the Attorney-General enforces them as an officer of the Crown. And just as the Attorney-General has in general no power to interfere with the assertion of private rights, so in general no private person has the right of representing the public in the assertion of public rights. If he tries to do so his action can be struck out. An appeal was made to the Year Books to controvert this universally accepted proposition. Examples can be found of cases, in early times, where subjects were allowed to assert in the courts rights of the Crown. They were not cases of individuals asserting rights belonging to the public. No instance of this could be brought forward, whether in ancient or modern times .. I will cite one of many in which the contrary has been affirmed. In the Stockport District Waterworks Co. v. The Mayor, etc., of Manchester
(1863)9 Jurist N.S. 266 Lord Westbury L.C. said this: "... those are a few of the reasons which might be assigned, showing how desirable it is not to allow any private individual to usurp the right of representing the public interest. The only arguments which I am disposed accept from those which I have heard today, are arguments founded upon the public interest, and the general advantage of restraining an incorporated company within its proper sphere of action. But, in the present case, the transgression of those limits inflicts no private wrong upon these plaintiffs; and although the plaintiffs, in common with the rest of the Public, might be interested in the larger view of the question, yet the "constitution" of the country has wisely intrusted the privilege with a public " officer, and has not allowed it to be usurped by a private individual". That it is the exclusive right of the Attorney-General to represent the public interest—even where individuals might be interested in a larger view of the matter—is not technical, not procedural, not fictional. It is constitutional. I agree with Lord Westbury that it is also wise. ... More than in any other field of public rights, the decision to be taken before embarking on a claim for injunctive relief, involving as it does the interests of the public over a broad horizon, is a decision which the Attorney-General alone is suited to make (see Attorney-General v. Bastow U.S.). ... The decisions to be made as to the public interest are not such as courts are fitted or equipped to make. . Judges are equipped to find legal rights and administer, on well-known principles, discretionary remedies. These matters are widely outside those areas» Από τα πιο πάνω, προκύπτει με σαφήνεια, η αρχή που διατυπώθηκε στην Gouriet ήτοι ότι το δικαίωμα ενός ιδιώτη να προχωρεί με ιδιωτικές διώξεις, αστικής αλλά ειδικότερα ποινικής φύσης, εξαρτάται πρωτίστως από το δικαίωμα στο οποίο αφορά η διαδικασία. Αν το δικαίωμα είναι ιδιωτικής φύσεως και αφορά στην διεκδίκηση ιδιωτικών (προσωπικών) δικαιωμάτων τότε ο ιδιώτης μπορεί να ζητήσει από μόνος του τη βοήθεια των Δικαστηρίων. Αν όμως το δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα των δικαιωμάτων του κοινού γενικά, τότε, έστω και αν το θέμα ενδιαφέρει και τον παραπονούμενο, ως ένα μέλος του δημοσίου (although the plaintiffs, in common with the rest of the Public, might be interested in the larger view of the question), η εξουσία διεκδίκησης του δικαιώματος ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα, ως το πρόσωπο που το Σύνταγμα, σοφά, εμπιστεύτηκε για το καθήκον τούτο. Όπως δεν επιτρέπεται στον Γενικό Εισαγγελέα να επέμβει στις ιδιωτικές αστικές διαφορές έτσι και οι ιδιώτες δεν μπορούν να επέμβουν στην αποκλειστική εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον. Στη βάση των ανωτέρω, οι εφέσεις του κ. Gouriet απορρίφθηκαν, αφού αυτό που επιχειρούσε να πράξει ο τελευταίος, ήταν ακριβώς η διεκδίκηση ενός δημόσιου συμφέροντος υπό την πρόφαση ότι αυτός, εμπίπτει εντός των προσώπων που επηρεάζονται από την ισχυριζόμενη παραβίαση του Νόμου κάτι που προφανώς, δεν νομιμοποιείτο να πράξει. Οι δε εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα και της Συντεχνίας επιτράπηκαν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Wilberforce: «The individual, in such situations, who wishes to see the law enforced has a remedy of his own: he can bring a private prosecution. This historical right which goes right back to the earliest days of our legal system, though rarely exercised in relation to indictable offences, and though ultimately liable to be controlled by the Attorney-General (by taking over the prosecution and, if he thinks fit, entering a nolle prosequi) remains a valuable constitutional safeguard against inertia or partiality on the part of authority. This is the true enforcement process and it must be clear that an assertion of a right to invoke it is of no help to Mr. Gouriet here. His case is not based on the committal of offence plus a refusal to prosecute, it is based on a right to take preventive action in a civil court which could have been taken but was not taken by the Attorney-General in relator proceedings» ............ Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, μπορούν, κατά τη γνώμη μου να συνοψισθούν ως ακολούθως: Α) Πρέπει να καταδειχθεί ότι το επηρεαζόμενο δικαίωμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου συμφέροντος. Παρεμβάλλω εδώ τα αδικήματα για τα οποία η «αρμόδια αρχή» έχει σιωπηρά συγκατατεθεί στην ιδιωτική δίωξη τους. (βλ. σχ. αδικήματα στη βάση του Κεφ.96 ή του αρ.305Α Κεφ.154 - σημειώνω εδώ ότι το αδίκημα του αρ.305Α εισήχθηκε στο Κεφ.154 το 1997, μετά δηλαδή την Ttofinis και την νομολογία που ακολούθησε). Β) Πρέπει να υπάρχει τέτοιος άμεσος επηρεασμός του δικαιώματος ώστε με τη συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, να εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω σε συσχετισμό πάντοτε και με τη φύση των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στα πλαίσια της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, ως καθορίζονται και αποκρυσταλλώνονται από τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι οποίες αναγράφονται στο κατηγορητήριο (βλ. Rbeiz
(1989)1 A.A.Δ. (E) 776) και χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζεται ότι πλειονότητα των εντάσσεται στην κατηγορία αδικημάτων εναντίον της δημόσιας τάξης (βλ. κατηγορίες 1 - 5 και 9), κρίνω ότι θα ήτο καθόλα πρώιμο στο παρόν στάδιο, να θεωρήσω ότι εξ ορισμού και μόνο τα εν λόγω αδικήματα θα πρέπει να αποκλειστούν από αντικείμενο ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Ας μη λησμονείται ότι η έννοια της νομιμοποίησης προς έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης πηγάζει «από τον δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του ιδιώτη», ως εκρίθη νομολογιακά από το Ανώτατο Δικαστήριο στη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία. Η δε έλλειψη νομιμοποίηση συναρτώμενη με τον δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της παραπονούμενης, στην προκείμενη περίπτωση, σαφώς θα συντελεσθεί κατά το στάδιο της δίκης, που είναι και το κατάλληλο στάδιο εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος, ώστε να συσχετισθεί με τα γεγονότα τα οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 1/23, 23/1/2023, ECLI:CY:AD:2023:D32). Ούτε όμως και θεωρώ ότι τα λεχθέντα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Σάιμον Ζένιου από Λάρνακα για έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική αίτηση 127/22, 7/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:D346, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ Κληρίδης, υποστηρίζουν τις θέσεις του. Στην εν λόγω απόφαση η έντιμη κα Ψαρά - Μιλτιάδους ποσώς προέβη σε επιβεβαίωση της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση ένεκα κατάχρησης της διαδικασίας, ως η εισήγηση του κ Κληρίδη. Αντιθέτως, η αίτηση απορρίφθηκε στη βάση του ότι δεν καταδείχθηκε συζητήσιμη υπόθεση υπό την έννοια ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαφάνηκε να ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας χωρίς η έντιμη κα Ψαρά - Μιλτιάδους να ενδιατρίψει περί της ορθότητας της κρίσης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Παρενθετικά όμως κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στο ακόλουθο απόσπασμα το οποίο αποτελεί obiter dicta και κατ' επέκταση δεν είναι δεσμευτικό, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο αναμφισβήτητα είχε εξουσία να κρίνει εάν υφίστατο ή όχι κατάχρηση. Τίθεται περαιτέρω το ερώτημα εάν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αρχές δικαίου, όπως αναδύονται από τη νομολογία, σε σχέση ειδικά με την έγερση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και το σκοπό της δίωξης. Χωρίς να παραγνωρίζεται βεβαίως η αρχή πως το θύμα του εγκλήματος έχει το δικαίωμα να προβεί στη δίωξη του δράστη, η νομολογία αναγνώρισε τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει ποινική διαδικασία, εάν κρίνει πως γίνεται για άλλους σκοπούς από εκείνους για τους οποίους προορίζεται (βλ. Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο ενεργώντας με βάση αναγνωρισμένη δικαιοδοσία, ενδεχομένως να έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή αρχών, όμως δεν ενήργησε άνευ εξουσίας. Ούτε επίσης είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι παραβίασε την πρόσβαση των διαδίκων στο Δικαστήριο, αφού πριν εκδόσει την απόφαση του, άκουσε επιχειρήματα και θέσεις και των δύο πλευρών.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Επομένως, στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η εισήγηση για έλλειψη νομιμοποίησης της παραπονούμενης προβάλλεται σε πρώιμο στάδιο με το ζήτημα να παραμένει ανοιχτό προς εξέταση, εάν και εφόσον τούτο εγερθεί, στο κατάλληλο στάδιο που δεν μπορεί να είναι άλλο από το στάδιο της δίκης οπόταν και το Δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει το κατά πόσο, υπό το φως των γεγονότων που θα τεθούν ενώπιόν του, υπάρχει τέτοιος επηρεασμός και επέμβαση στα δικαιώματα της παραπονούμενης κατά τρόπο που αυτή να νομιμοποιείται στην έγερση της υπό κρίση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. · Κατάχρηση Διαδικασίας Ανασκόπηση Κυπριακής και Αγγλικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας δύναται να λάβει διάφορες μορφές και το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των εκάστοτε γεγονότων της συγκεκριμένης υπό εξέτασης περίπτωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξετάσει σε αρκετές περιπτώσεις τις αρχές που διέπουν γενικά την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σύμφυτη (inherent) δικαιοδοσία που ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §4-54, η εξουσία για αναστολή διαδικασίας έχει χαρακτηριστεί ως μια δεινή προστασία που έχει αναπτυχθεί από το κοινοδίκαιο («... as a formidable safeguard, developed by the common law ..»). Βάσει αυτών ακριβώς των αρχών του Kοινοδικαίου είναι που και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Αποτελεί δε καλώς καθιερωμένη αρχή ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της και εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Όπως έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές ενώ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Beogradska
(1996)1(Β) A.A.Δ. 911 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 από την οποία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Προτού γίνει εκτενέστερη αναφορά στις σχετικές νομολογιακές αρχές κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι η σύμφυτη αυτή δραστική εξουσία για αναστολή της δίκης ή για απόρριψη υπόθεσης ένεκα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ασκείται φειδωλά και μόνο εφόσον το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Όπως τονίστηκε σχετικά στην Αγγλική υπόθεση Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219: «It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases.» Θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εγείρεται όταν αυτή χρησιμοποιείται για σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο προορίζεται, ήτοι για αλλότριο σκοπό. Όπως έχει τονισθεί σε σχετική Αγγλική νομολογία γίνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν εκτρέπεται από την αληθινή πορεία της για να εξυπηρετήσει εκβιασμό ή καταπίεση ή την άσκηση πίεσης για να πετύχει ανάρμοστο σκοπό. Έχει δε λεχθεί πως το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία όταν με το να επιτρέψει τη συνέχισή της θα οδηγήσει το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης σε ανυποληψία από τους ορθώς σκεπτόμενους ανθρώπους και ότι αυτό θα συνέβαινε εάν το Δικαστήριο άφηνε τη διαδικασία του να χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης, αδικίας ή μεροληψίας. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις 348/2018 και 349/2018, ημερομηνίας 31/05/2019 έχει επιβεβαιωθεί η διαχρονική βασική αρχή της νομολογίας ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:B291 και άλλες.» Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020 λέχθηκε επίσης ότι: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B207). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant...» Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529: «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» Στη Σπύρου ν. Ξενή, Ποιν. Εφ. 223/2014, 11/11/2015, πέραν των πιο πάνω έγινε επιπρόσθετα αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C., όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding."» Στη Maxwell [2011] WLR 1837 o Lord Dyson συνόψισε τις δύο κατηγορίες υποθέσεων στις οποίες ένα Δικαστήριο έχει την εξουσία να ανακόψει τη διαδικασία ένεκα κατάχρησης διαδικασίας. Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (
- i)where it will be impossible to give the accused a fari trial, and (
- ii)where it offends the court's sense of justice and propriety to the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v. Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute.» Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R. 116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Για να αποφασιστεί κατά πόσο κινδυνεύει το κύρος της δικαιοσύνης το Δικαστήριο ζυγίζει και εξισορροπεί αντικρουόμενα συμφέροντα λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, όπως για παράδειγμα η σοβαρότητα της κακής συμπεριφοράς των διωκτικών αρχών, η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, η φύση και η σοβαρότητα των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, οι εν γένει συνθήκες που περιβάλλουν το ισχυριζόμενο αδίκημα, το ελατήριο των διωκτικών αρχών και κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή ενήργησε με κακή πίστη ή δόλο ή εκ λάθους. Από τη μια είναι το δημόσιο συμφέρον ότι οι ποινικές διαδικασίες πρέπει κατά κανόνα να ολοκληρώνονται και τα πρόσωπα που κατηγορούντα για σοβαρά εγκλήματα να προσάγονται σε δίκη, ενώ από την άλλη να μη δίδεται η εντύπωση ότι κάθε μέσο και μεθόδευση από την κατηγορούσα αρχή ή την αστυνομία θα επιτρέπονται και ότι τα δικαστήριο ενδιαφέρονται μόνο για την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου και για τίποτα άλλο (βλ. R. v Latiff [1996] 1 W.L.R. 104, Warren v A-G for Jersey [2012] 1 A.C. 22 και νομικό σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου, «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», έκδοση 2021, σελ. 125-138). Στην D.P.P. v. Ηussain The Times, June 1 1994 επαναλήφθηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διακοπής ποινικής διαδικασίας από τα Δικαστήρια στη βάση κατάχρησης διαδικασίας. Τονίσθηκε ότι τέτοια διαταγή δεν θα πρέπει ποτέ να δίδεται όταν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι διασφάλισης του δικαίου της δίκης και ακόμη περισσότερο όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις για δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Archbold 2009, §4-56: «In DPP v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Στην παρούσα περίπτωση οι εισηγήσεις περί κατάχρησης προεβλήθησαν αφενός υπό την έννοια ότι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, ως αυτό εξειδικεύεται στο άρθρο 7Α του Κεφ. 155, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματά του για ισότητα των όπλων και δίκαιη δίκη, ως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα από τα άρθρα 12
(5), 28 και 30, και αφετέρου υπό την έννοια ότι ταυτόχρονα με την έγερση της παρούσας υποβλήθηκε και καταγγελία στην αστυνομία. Στρεφόμενη στην εισήγηση του κ Κληρίδη αναφορικά με τη μη πλήρη αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού από την κατηγορούσα αρχή κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, για ευκολία αναφοράς, τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 7Α του Κεφ. 155: «7Α - 1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 7, ο κατηγορούμενος σε ιδιωτική ποινική διαδικασία ή ο δικηγόρος αυτού δικαιούται, με γραπτό αίτημά του προς τον κατήγορο, εντός είκοσι μίας
(21)ημερών από την ημερομηνία που υποβάλλεται το εν λόγω αίτημα, να έχει δωρεάν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και/ή μαρτυρικό υλικό που διατηρεί στην κατοχή του ο κατήγορος, περιλαμβανομένου ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων κατηγορίας και υπογραμμένης γραπτής δήλωσης εκάστου παραπονούμενου προσώπου, στην οποία καταγράφεται η μαρτυρία του επί όλων των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και σύνοψη της μαρτυρίας οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα κατηγορίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, παρ' όλο που ο αναφερόμενος πιο πάνω κατάλογος μαρτύρων είναι ονομαστικός, εάν υπάρχουν λόγοι πρακτικής δυσχέρειας ο κατήγορος δύναται να προσδιορίσει την ιδιότητα του μάρτυρα χωρίς να αναφέρεται στο όνομα αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, εφόσον περιέλθουν στην κατοχή του κατήγορου νέα έγγραφα και/ή μαρτυρικό υλικό, το οποίο αυτός προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο ή στο δικηγόρο του περαιτέρω δωρεάν πρόσβαση στο υλικό αυτό και σε περίπτωση που προτίθεται να καλέσει επιπρόσθετο μάρτυρα κατηγορίας υποβάλλει στον κατηγορούμενο ή στο δικηγόρο του σύνοψη της μαρτυρίας αυτού.
(2)Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου
(1), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των εγγράφων, του μαρτυρικού υλικού, των γραπτών δηλώσεων και/ή οποιασδήποτε σύνοψης μαρτυρίας που διατηρεί στην κατοχή του ο κατήγορος σε περίπτωση που- ..
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο κατήγορος δεν παρέχει στον κατηγορούμενο ή στο δικηγόρο του πρόσβαση σε τμήμα των εγγράφων, του μαρτυρικού υλικού, των γραπτών δηλώσεων και/ή οποιασδήποτε σύνοψης μαρτυρίας που διατηρεί στην κατοχή του, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να ζητήσουν από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και, αφού ακούσει και τις δυο πλευρές, να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «πρόσβαση» σημαίνει τη λήψη αντίγραφων και/ή φωτοαντίγραφων των εγγράφων, του μαρτυρικού υλικού, των γραπτών δηλώσεων και των συνόψεων μαρτυρίας που έχει στην κατοχή του ο κατήγορος.» Από το ενώπιον μου παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων προκύπτει ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν παραδόθηκε στον κατηγορούμενο μέρος του μαρτυρικού υλικού που ως προσδιορίστηκε συνίσταται σε αντίγραφο της υπογεγραμμένης γραπτής δήλωσης της παραπονούμενης καθώς και αντίγραφο καταλόγου των προτιθέμενων να κληθούν μαρτύρων κατηγορίας μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας των. Εν πρώτοις σημειώνεται ότι η επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία τέθηκε ακροθιγώς στην αγόρευσή του ότι εν τη απουσία του προαναφερόμενου μαρτυρικού υλικού, προ της καταχώρισης της ιδιωτικής ποινικής δίωξης, αυτή καθίσταται αυτόματα καταχρηστική υπό την έννοια ότι το λεκτικό του άρθρου 7Α καθιστά «υποχρεωτικό» πλέον να διενεργείται από την κατηγορούσα αρχή «ανακριτικό έργο» πριν την έγερση μιας ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να επιβάλει μια τέτοια υποχρέωση στους ιδιώτες κατήγορους θα καθιστούσε αυτό σαφές. Αντιθέτως, από απλή ανάγνωση του άρθρου 7Α ο νομοθέτης επέλεξε όχι μόνο να διευκρινίσει ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο θα παραδίδεται είτε στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορο αυτού είναι αυτό το οποίο «διατηρεί στην κατοχή του» κατά τον χρόνο που υποβάλλεται το σχετικό αίτημα, ως προνοείται εις το προαναφερόμενο άρθρο, αλλά έκρινε σκόπιμο να καθορίσει χρονικό περιθώριο 21 ημερών από την υποβολή τέτοιου αιτήματος ούτως ώστε η κατηγορούσα αρχή να συμμορφωθεί, προφανώς θέλοντας να δώσει ένα εύλογο περιθώριο σε αυτήν για να ετοιμάσει είτε τις ανάλογες γραπτές δηλώσεις είτε τον κατάλογο μαρτύρων με τη σύνοψη μαρτυρίας. Επομένως, η θέση ότι εν τη απουσία γραπτής δήλωσης και καταλόγου μαρτύρων, ο κατηγορούμενος κατ' ουσία «καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε μια ποινική υπόθεση χωρίς να υπάρχει μαρτυρία εναντίον του» ποσώς μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το ότι, ως εντίμως παραδέχτηκε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δεν είναι διαθέσιμα στο παρόν στάδιο είτε γραπτή δήλωση της παραπονούμενης είτε κατάλογος μαρτύρων επειδή τα εν λόγω έγγραφα δεν έχουν ετοιμαστεί δεν οδηγεί αυτόματα και στο αποτέλεσμα που εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης ανωτέρω. Είναι ζήτημα κοινής λογικής ότι οι ιδιώτες κατήγοροι σαφώς δεν έχουν τις εξουσίες που έχουν οι ανακριτικές αρχές ενός κράτους για σκοπούς διερεύνησης ποινικών αδικημάτων και επομένως καθίσταται σαφές ότι σε αντιδιαστολή με τη διαδικασία που ακολουθείται σε ποινικές υποθέσεις όπου το μαρτυρικό υλικό, περιλαμβανομένων καταθέσεων, συλλέγεται κατά κανόνα στην πλειονότητά του πριν την καταχώριση μιας τέτοιας υπόθεσης, με αποτέλεσμα αυτό να είναι άμεσα διαθέσιμο στην υπεράσπιση, να μην αποτελεί και τον κανόνα σε περιπτώσεις ιδιωτικών υποθέσεων χωρίς τούτο όμως να σημαίνει απαρέγκλιτα ότι δεν υπάρχει η αναγκαία μαρτυρία για σκοπούς στοιχειοθέτησης ενός αδικήματος που επιλέγεται να προωθείται μέσω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Ως δε υποδείχθηκε στη R (Holloway) v Bhui [2019] EWHC 1731 (Admin) το καθήκον των κατηγόρων, περιλαμβανομένων και των ιδιωτών, περιορίζεται στο να προβαίνουν σε μια ανεξάρτητη και αντικειμενική ανάλυση της διαθέσιμης μαρτυρίας ούτως ώστε να διαπιστώνουν κατά πόσο υπάρχει ρεαλιστική προοπτική καταδίκης. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή στην υπό κρίση περίπτωση έπραξε το πιο πάνω καθήκον της σαφώς δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί στο πρώιμο αυτό στάδιο της υπόθεσης και σαφώς δεν μπορεί εκ προοιμίου να κριθεί ότι παρέβη το εν λόγω καθήκον ένεκα της απουσίας, σε γραπτή μορφή, της διαθέσιμης και προτιθέμενης να προσκομιστεί μαρτυρίας. Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνεται ότι το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη είναι δεδομένο και κατοχυρωμένο τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρα 12 και 30) όσο και από την ΕΣΑΔ (Άρθρο 6). Το δε Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια των δικών του εξουσιών, οφείλει να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των δικαιωμάτων που το Άρθρο 12 κατοχυρώνει (βλ. Άρθρο 35 του Συντάγματος). Παρά ταύτα όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι το κατά πόσο υπάρχει παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού είναι μέσα σε αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στην υπόθεση Αστυνομία v. Φάντη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 160 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απάντησε αρνητικά όταν κλήθηκε να απαντήσει στο νομικό ερώτημα, το οποίο επιφυλάχθηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το Άρθρο 148 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προτού αναγνωσθεί το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. Η πιο πάνω αρχή, επαναλήφθηκε, στην υπόθεση ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D484, Αίτηση αρ. 82/15, 7/7/2015 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με αυτή, οι αποφάσεις στην Αστυνομία ν. Φάντη και Αλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 δεν υποστηρίζουν την αρχή ότι ισχυρισμοί για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εξετάζονται, ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλειά τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ήθελε κρίνει πρόσφορο το εκδικάζον την ποινική υπόθεση δικαστήριο. Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή της.» Στην δε Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 185 λέχθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με το ζήτημα της δίκαιης δίκης : «Η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματός της. Καθοριστική για τα δικαιώματα του διαδίκου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζονται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, μπορεί να είναι μόνο τελική απόφαση του δικαστηρίου, προσδιοριστική της ποινικής του ευθύνης.» Η πιο πάνω θέση διατυπώθηκε και στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232 όπου τονίστηκε ότι η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης κρίνεται υπό το πρίσμα της δίκης και όχι έξω από αυτή. Όπως δε περιπλέον αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης (βλ. Ρωτή v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 246). Ποιο είναι το πλαίσιο της δίκης απαντάται σύμφωνα με το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη στην σελ. 55 από τις υποθέσεις Κουμαντάρης v Αθανασίου
(2004)2 Α.Α.Δ 26 και Κυριάκος Γ. Κυριακίδη Λτδ v Lumian Ltd και άλλου
(2000)2 Α.Α.Δ 343 και περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας και χωρίς σίγουρα να εξαντλείται στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ακόμα και αν η απόφαση είναι αθωωτική. Συνεπώς, το εγειρόμενο από τον κ Κληρίδη ζήτημα, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξετασθεί προκαταρκτικά σε αυτό το στάδιο αλλά θέμα που θα εξετασθεί στο τέλος της δίκης, εάν και εφόσον εγερθεί, και μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολό της. Τότε είναι που θα μπορεί να διαφανεί αν το μη αποκαλυφθέν υλικό ήτο απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορούμενου και αν η μη αποκάλυψη επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματά του σε βαθμό που η δίκη του δεν ήταν δίκαιη. Και τούτο μόνο εάν και εφόσον από τα όσα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστωθεί ότι η κατηγορούσα αρχή δεν συμμορφώθηκε μέχρι τότε πλήρως με τις υποχρεώσεις της ως αυτές προδιαγράφονται στο άρθρο 7Α του Κεφ. 155. Ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι και στη βάση των προνοούμενων στο εδάφιο
(1)του προαναφερόμενου άρθρου το καθήκον της κατηγορούσας αρχής για έγκαιρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων είναι συνεχές ενώ επιπλέον, σε αντίθεση με την περίπτωση που υπάρχει άρνηση της κατηγορούσας αρχής να συμμορφωθεί με την αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού για τους λόγους που καταγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 7Α, ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, δεν προέβλεψε δυνατότητα του Δικαστηρίου να παρέμβει για διασφάλιση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δια της έκδοσης οιουδήποτε διατάγματος σε περίπτωση απλής παράληψης συμμόρφωσης. Όσον δε αφορά το χρονικό σημείο στο οποίο πρέπει να γίνεται η αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στο προαναφερόμενο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 620 όπου αναφέρεται ότι «η αποκάλυψη μαρτυρίας που έχει στην κατοχή της η Αστυνομία ή η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να λαμβάνει χώραν πριν από την έναρξη της δίκης.». Πέραν όμως τούτου σημειώνεται ότι το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου ανέφερε τα πιο κάτω, τα οποία και υιοθετώ, στην απόφασή του ημερομηνίας 03/03/2010 στην υπόθεση με αριθμό 1109/09 Δημοκρατία ν. Θεωρή, τα οποία κατ' αναλογία κρίνω ότι έχουν εφαρμογή και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις: «το καθήκον της κατηγορούσας αρχής για έγκαιρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων, έστω και αν η υπεράσπιση δεν έχει ζητήσει την αποκάλυψη τους και ανεξαρτήτως αν αυτά μπορούν να ενισχύσουν ή να αποδυναμώσουν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ή να βοηθήσουν την υπεράσπισης, είναι συνεχές. Δεν περιορίζεται στη χρονική περίοδο πριν την ακρόαση, αλλά επεκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Έστω και αν η σημασία κάποιας πτυχής της μαρτυρίας έχει παραβλεφθεί πριν την ακρόαση, όταν η σπουδαιότητα της διαφανεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τότε πρέπει να αποκαλυφθεί αμέσως στην υπεράσπιση.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Τονίζεται δε ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο θα έχει την εξουσία να τον απαλλάξει. Άμεσα σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα αποφασίστηκαν από την πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718 (σελ. 1749, 1753 και 1755 - 1756): «Εφόσον ισχυρισμός για παρέκκλιση από τα επίδικα θέσμια της δίκαιης δίκης δεν μπορεί να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια αίτησης για απόρριψη της υπόθεσης, αλλά μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, είναι αυτονόητο πως το ζήτημα της διασφάλισης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δεν μπορεί-χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση-να εξετάζεται προκαταρκτικά ή προληπτικά πριν από την έναρξη της δίκης αλλά στο μέρος της δίκης μέσα στα πλαίσια του συνόλου της δίκης. Με βάση απαρασάλευτη θέση της νομολογίας το ζήτημα της δίκαιης δίκης μπορεί ευχερώς και αποτελεσματικώς να εξεταστεί από το Κακουργιοδικείο στο τέλος της δίκης και μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολο της και όχι προληπτικά και μάλιστα χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση. ... Συμπέρασμα: Η διαδικασία μιας ποινικής δίκης οριοθετείται από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου πρέπει να επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια που προδιαγράφονται από τις διατάξεις του Κεφ. 155 και όχι έξω από αυτά. Η έκταση του βαθμού της προδικαστικής αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου με τις επιταγές του οποίου η Κατηγορούσα Αρχή, καθώς ισχυρίζεται, έχει συμμορφωθεί. Τα άρθρα 12.5(β), 30.2 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6
(1)και
(3)(β) της Σύμβασης και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν παρέχουν έρεισμα για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση όλο το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers πιο πάνω) και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudise) (Bl. Law of the European Convention on Human Rights (πιο πάνω) σελ. 255). Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην απαλλαγή του.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Σημειώνεται ενδεικτικά ότι στη Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 62/2012, ημερομηνίας 13/02/2014 που αφορούσε σε καταδίκη για αμελή οδήγηση, η εφεσείουσα παραπονέθηκε στην έφεση ότι η πρωτόδικη κατάληξη περί μη δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισής της λόγω παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να την εφοδιάσει με το μαρτυρικό υλικό (έκθεση πραγματογνώμονα μάρτυρα κατηγορίας και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος) ήταν εσφαλμένη. Διαφάνηκε όμως ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα είχε δοθεί στην υπεράσπιση την ημέρα της ακρόασης, με αποτέλεσμα η εφεσείουσα να δικαιούται σε αναβολή για να μελετήσει την έκθεση πριν προχωρήσει σε αντεξέταση κάτι όμως που δεν έπραξε παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι θα ήτο διαθετημένο να χορηγήσει την αναβολή. Σε σχέση με το συμμετρικό σχέδιο φάνηκε ότι δεν είχε δοθεί στην υπεράσπιση από την αρχή της δίκης. Το Εφετείο κατέληξε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να δείξει επηρεασμό της υπεράσπισης από τις δήθεν παραλείψεις απορρίπτοντας την έφεση (βλ. επίσης Εστιατόριο Χρύσανθος Παφίτης Λτδ κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 184/2013, ημερομηνίας 24/05/20216, Λοιζίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 145/2013, ημερομηνίας 19/12/2014, Φιντάκης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 98/2013, ημερομηνίας 30/09/2014). Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω νομολογιακών αρχών είμαι της γνώμης ότι το ζήτημα που εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εμπίπτει στα πλαίσια ελέγχου της δίκαιης δίκης το οποίο και θα εξεταστεί στο τέλος της διαδικασίας. Ακόμα όμως και εάν θεωρηθεί ότι είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί στο παρόν στάδιο, τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, δεν παρέχουν τέτοιο ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων, στο οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί προκειμένου να αποφανθεί περί διακοπής της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί τους ώμους του κατηγορούμενου και θεωρώ ότι, με τα όσα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστήριο, δεν το έχει αποσείσει. Τούτο ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ποσώς υποστήριξε ότι εν τη απουσία του μαρτυρικού υλικού, στο στάδιο αυτό, δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τί είναι αυτό που του καταλογίζεται και κατ' επέκταση του είναι αδύνατο να απαντήσει στις κατηγορίες αλλά αντιθέτως γενικά και αόριστα επικαλείται καταχρηστική προώθηση της παρούσας αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, εν τη απουσία γραπτής μαρτυρίας και κατάλογου μαρτύρων τούτο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρούσα εγέρθηκε χωρίς να υπάρχει η αναγκαία μαρτυρία που θα στοιχειοθετήσει τα επίδικα αδικήματα. Τούτο όμως προφανώς δεν είναι κάτι που το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει σε αυτό το στάδιο αφού τέτοια διεργασία θα επιτευχθεί μεταγενέστερα κατά την ακρόαση που είναι και το κατάλληλο στάδιο να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα. Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει τη θέση του κατηγορούμενου, περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, πέραν από την παράλειψη να εφοδιαστεί με μέρος του μαρτυρικού υλικού, παράλειψη η οποία σημειωτέον στη βάση των δηλώσεων της συνηγόρου για κατηγορούσα αρχή αναμένεται να θεραπευτεί άμεσα. Η δε εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος, έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα ήταν αποτέλεσμα εικασίας. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι αναφέρομαι πάντοτε στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Ως εκ των ανωτέρω δεν διαβλέπω κάποιον αποχρώντα λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης τώρα και διακοπή της διαδικασίας από το στάδιο αυτό. Τώρα όσον αφορά την πτυχή της εισήγησης της υπεράσπισης ότι η καταχώριση της παρούσας συνιστά κατάχρηση ένεκα της ταυτόχρονης κατ' ισχυρισμό εκκρεμότητας διερεύνησης σχετικής καταγγελίας που υποβλήθηκε από την εδώ παραπονούμενη στην αστυνομία σημειώνεται ότι ποσώς τέθηκε ενώπιόν μου οιοδήποτε παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων στη βάση των οποίων δύναμαι να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα περί του εγειρόμενου ζητήματος. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω εισήγηση εγέρθηκε ευκαιριακά ένεκα της δήλωσης της συνηγόρου για κατηγορούσα αρχή ότι η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία της υπόθεσης και στην αστυνομία περί το έτος 2021 χωρίς όμως μέχρι σήμερα να γνωρίζει την κατάληξή της και κατά πόσο αυτή αρχειοθετήθηκε ή η διερεύνηση της εκκρεμεί. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι στη βάση και μόνο του γεγονότος ότι υποβλήθηκε καταγγελία στην αστυνομία ποσώς μπορεί το Δικαστήριο με ασφάλεια να εξετάσει και κατ' επέκταση να καταλήξει κατά πόσο υφίσταται οιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας. Παρενθετικά όμως σημειώνεται ότι από μόνο του το γεγονός ότι έγινε καταγγελία στην αστυνομία δεν οδηγεί αυτόματα και σε εύρημα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών αφού ως αποφασίστηκε στη Sidorov ν. N. Khovrin κ.α., Ποινική Έφεση 26/2019, 9/3/2020: «Η διεξαγωγή έρευνας από την Αστυνομία και η απόφαση της να μην προχωρήσει σε ποινική δίωξη των εφεσιβλήτων δεν συνιστούσε ποινική διαδικασία. Όπως δεν συνιστούσε ποινική διαδικασία ή παράλληλη διαδικασία και η εν τέλει μη καταχώριση του πρώτου κατηγορητηρίου. Κατά συνέπεια δεν εγείρεται θέμα κατάχρησης διαδικασίας σύμφωνα με τη νομολογία εφόσον ποτέ δεν άρχισε ποινική δίωξη των εφεσιβλήτων για τα αδικήματα που περιέχονται στο επίδικο κατηγορητήριο (βλ. άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155).» Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ, επιπλέον, ότι, δεν καταδεικνύεται, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι η κατηγορούσα αρχή με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ενήργησε κακόπιστα ή δόλια ή με άλλο μεμπτό τρόπο. Δεν διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η διεξαγωγή της δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου ή ότι θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και θα την οδηγήσει στην ανυποληψία. Για τους πιο πάνω λόγους οι σχετικές εισηγήσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται αφού στο παρόν στάδιο δεν διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας αλλά ούτε και έλλειψη νομιμοποίησης της παραπονούμενης να εγείρει την παρούσα. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει στο κατηγορητήριο. (Υπ.)...................................... Φ. Χριστοδουλίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο