ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Π.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4677/23, 5/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:14 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4677/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Α.Π.
- Π.Γ. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5/5/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Νικολάου με κα Ν. Παναγιώτου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη των κακουργημάτων της κλοπής υπό υπαλλήλου και της κλοπής (κατηγορίες 1 και 3 αντίστοιχα), κλοπής υπό υπαλλήλου και κλοπής (κατηγορίες 2 και 4 αντίστοιχα) και κακόβουλης ζημιάς (κατηγορία 5). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει ξεχωριστά, κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορία 6). Στις 3/5/2023, κατά την πρώτη εμφάνιση τους ενώπιον μας, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν αναβολή για να απαντήσουν στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 16/5/
- Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου 1, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος 1 συμφώνησε, το Δικαστήριο διέταξε όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με τέτοιους όρους. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως παραμείνει υπό κράτηση. Το αίτημα στηρίχθηκε σε δύο λόγους. Εν πρώτοις στον κίνδυνο φυγοδικίας του κατηγορούμενου 2, ως αυτός προκύπτει με βάση τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (με βάση το μαρτυρικό υλικό) και τις ποινές που ενδεχομένως θα επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης. Κατά δεύτερο το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, ως αυτός προκύπτει, πάντα σύμφωνα με την κα Σίγαρ, στο ότι ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με 3 προηγούμενες καταδίκες και στο ότι εκκρεμούν εναντίον του άλλες 9 υποθέσεις προς εκδίκαση. Η συνήγορος του κατηγορουμένου 2 έφερε ένσταση στο αίτημα και αγόρευσε σχετικά επί του θέματος, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας, η κα Νικολάου δεν αμφισβήτησε τους αντικειμενικούς παράγοντες ήτοι τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και την πιθανότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης του πελάτη της. Επικεντρώθηκε όμως στους υποκειμενικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψην, δίδοντας έμφαση στα προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει και στις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις. Ανέφερε επίσης η κα Νικολάου ότι στο παρελθόν, ο κατηγορούμενος 2, δεν έδειξε σημάδια που να καταδεικνύουν πιθανότητα μη προσέλευσης του, αντιθέτως, υπήρξε τυπικός σε όλες τις υποδείξεις της Αστυνομίας και του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε ότι είναι αναγκαία η ελεύθερη μετακίνηση του κατηγορουμένου 2 για να προετοιμαστεί κατάλληλα η υπεράσπιση του. Ήταν εν τέλει η εισήγηση της συνηγόρου όπως ο κατηγορούμενος 2 αφεθεί ελεύθερος με συγκεκριμένους όρους και δη όπως παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, υπογράφει τρεις φορές την εβδομάδα σε Αστυνομικό Σταθμό και καταθέσει χρηματική εγγύηση (το ύψος της οποίας δεν προσδιορίστηκε). Σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, η κα Νικολάου ανέφερε ότι η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης δεν συνιστά από μόνη της επιβεβαίωση του ενδεχομένου να διαπράξει ο πελάτης της άλλα αδικήματα καθώς και ότι η εκκρεμότητα άλλων υποθέσεων αποτελεί παράγοντα που όπως και οι προηγούμενες καταδίκες μπορεί να συσταθμιστεί. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
- Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
- Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών προβλέπεται ποινή φυλάκισης 15 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών, για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της κλοπής προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών και για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Στην Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Ως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στην Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη, έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Από προσεκτική μελέτη λοιπόν του μαρτυρικού υλικού προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος 1 στις δύο καταθέσεις του (ημερ. 27/3/2023 και ημερ. 31/3/2023) εξηγεί λεπτομερώς το σχέδιο για το οποίο συνομώτησαν οι δύο κατηγορούμενοι μεταξύ τους και εκτέλεσαν ώστε να κλέψουν το ποσό των €30.000 από την εργοδότρια εταιρεία του κατηγορούμενου 1, σκηνοθετώντας μια ψεύτικη ληστεία. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η γραπτή κατάθεση συγκατηγορουμένου δεν επενεργεί ως μαρτυρία εναντίον ενός κατηγορουμένου σε ποινικές υποθέσεις, αλλά όπως έχει υποδειχθεί στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, τέτοια ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση εναντίον συγκατηγορουμένου, λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις εξέτασης αιτήματος κράτησης αυτού μέχρι τη δίκη του. Πιθανότητα καταδίκης προκύπτει και από το λοιπό μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης συναθροιζόμενο. Συγκεκριμένα: · Στην κατάθεση του Χ.Χ. ημερ. 27/3/2023, αναφέρεται τι έλαβε χώρα στις 27/3/2023 σε σχέση με το ποσό των €30.000 που έδωσε στον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να το καταθέσει στην τράπεζα. · Στα ημερολόγια ενεργείας της Αστυνομίας (Κυανούν 8Β, 9Β και 10Γ) περιγράφονται οι καταγραφές των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης όπου φαίνονται οι κινήσεις των κατηγορούμενων και των οχημάτων τους. · Στην κατάθεση του Μ.Π. ημερ. 1/4/2023, αναφέρεται ότι το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, του οποίου οι δύο κατηγορούμενοι έκλεψαν το κλειδί και στο οποίο προκάλεσαν ζημιές, ανήκει στην εταιρεία του. · Στην κατάθεση του Α/Αστ. 1521 Στέλιου Ιωάννου ημερ. 31/3/2023, αναφέρεται ότι σε σχετική έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου 2 εντόπισε τις εκρηκτικές ύλες που αφορούν στην κατηγορία
- Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι στοιχειοθετείται πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 2, στην όψη του μαρτυρικού υλικού και μόνο, χωρίς φυσικά να αποκλείουμε κάθε λογική προσδοκία αθώωσης του. Σε κάθε περίπτωση να επαναλάβουμε ότι, η πλευρά της Υπεράσπισης στην αγόρευση της δεν αμφισβήτησε την στοιχειοθέτηση της πιθανότητας καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό. Η σοβαρότητα της υπόθεσης είναι εμφανής και από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από τις καταθέσεις του κατηγορουμένου 1, ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο εμπνευστής του όλου σχεδίου δράσης τους. Ήταν αυτός που πρότεινε στον κατηγορούμενο 1 να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής του χρηματικού ποσού από την εργοδότρια εταιρεία του κατηγορουμένου 1, σκηνοθετώντας ένοπλη ληστεία. Στα πλαίσια αυτά οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε επιθεώρηση του χώρου όπου θα γινόταν η υποτιθέμενη ένοπλη ληστεία. Με βάση δε το σχέδιο που επινοήθηκε, ο κατηγορούμενος 2 θα εκτελούσε τον ρόλο του υποτιθέμενου ληστή και ο κατηγορούμενος 1 του υποτιθέμενου θύματος της ένοπλης ληστείας. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν δε αυτός που έσπασε το τζάμι του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, έτσι ώστε να φανεί ως βίαιη ένοπλη ληστεία και ήταν αυτός που πήρε το χρηματικό ποσό των €30.000, περιουσία της εργοδότριας εταιρείας του κατηγορουμένου
- Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 πήρε και το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου 1, ώστε να πείσουν και πάλι ότι επρόκειτο για ένοπλη ληστεία. Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε λοιπόν να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης, αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο 2 σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σε υποθέσεις δε όπως η παρούσα, των οποίων η σοβαρότητα προκύπτει από τη φύση των αδικημάτων και από τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης τους, καθώς και από το ύψος του ποσού που φέρεται να έχει κλαπεί, το κίνητρο φυγοδικίας ενός κατηγορουμένου, για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του, είναι βέβαια αντικειμενικά μεγαλύτερο. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 στο παρελθόν, ενώ ανέμενε την εκδίκαση των υποθέσεων του, υπήρξε τυπικός και συνεπής στις εμφανίσεις του, δεν αλλάζει τα δεδομένα ως προς το θέμα του κινδύνου φυγοδικίας που εγείρεται στη παρούσα υπόθεση υπό τις περιστάσεις αυτής. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Προς εξέταση αυτού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα σχετικά τέθηκαν στην προκειμένη για τον κατηγορούμενο 2, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα ότι: Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 55 ετών, πατέρας 3 ενήλικων παιδιών και δύο ανηλίκων ηλικίας 10 και 12 ετών τα οποία μεγαλώνει εδώ και 4 χρόνια που διαμένει με την συμβία του και είναι άνεργος. Είναι δε αυτός που μεταφέρει την υπερήλικη μητέρα του στο Νοσοκομείο για θεραπείες τις οποίες επιβάλλεται να λαμβάνει συστηματικά. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τα διάφορα και σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- Ως έχει αναφερθεί, το 2010 δέχθηκε πυροβολισμό, συνεπεία του οποίου νοσηλεύτηκε για ένα σχεδόν χρόνο στη ΜΕΘ του νοσοκομείου. Λόγω του ως άνω αναφερόμενου τραυματισμού του ο κατηγορούμενος 2 φέρει τελική κολοστομία με εντερικό συρίγγιο στο τελικό τμήμα της ληκύθου του ορθού, κάτι που του δημιουργεί προβλήματα στις κενώσεις και χρειάζεται συστηματικά να επισκέπτεται την τουαλέτα κάνοντας συχνούς καθαρισμούς για να αποφεύγονται μολύνσεις αλλά και κακοσμία. Επιπλέον του έγινε συρραφή της ουροδόχου κύστης, η οποία παρουσιάζεται με μειωμένη χωρητικότητα κατά το ήμισυ από ένα μέσο ενήλικα, πράγμα που του προκαλεί πολύ συχνή ενούρηση. Τα δύο αυτά προβλήματα τον αναγκάζουν να επισκέπτεται την τουαλέτα περίπου ανά μισή ώρα και επιβάλλουν συγκεκριμένο διατροφικό πλάνο σύμφωνα με τους θεράποντες ιατρούς του. Τα πιο πάνω του δημιουργούν δε σοβαρά προβλήματα στις Κεντρικές Φυλακές όπου τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας, εφόσον αρκετές φορές μέχρι να έρθουν οι φύλακες και να του ανοίξουν το κελί για να μεταβεί στις τουαλέτες ουρεί στα ρούχα του ή κενώνει στο ειδικό σακουλάκι που φέρει, πράγμα το οποίο θίγει τον ίδιο και τον φέρνει σε δύσκολη και δυσάρεστη θέση. Παράλληλα, κατά τις νυκτερινές ώρες που τα κελιά κλειδώνουν κτυπά το κουδούνι χωρίς όμως καμία ανταπόκριση, ενοχλώντας παράλληλα και τους άλλους κρατούμενους, οι οποίοι τον βρίζουν και του συστήνουν την προσοχή να πάψει να είναι ενοχλητικός. Έτσι ο κατηγορούμενος 2 έρχεται σε πολύ δύσκολη θέση εφόσον σε αυτή την ηλικία εξευτελίζεται μπροστά σε άλλα άτομα και παρακαλεί τους φύλακες να τον εξυπηρετήσουν. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 έχει αιματολογικό πρόβλημα λόγω θρομβώσεων και χρόνιας ανεπάρκειας μετά από θρόμβωση αριστερής μηριαίας αρτηρίας. Κατά την προσωποκράτησή του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου υποβλήθηκε σε καθετηριασμό αρτηριών για τρίτη φορά στα τελευταία 10 χρόνια. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν τον κατηγορούμενο 2 ως άτομο με σοβαρή αναπηρία. Εξ ου και το 2021 κρίθηκε, με ποσοστό 75% και άνω, ως ανάπηρος από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Επιπλέον, πάσχει από σοβαρά ψυχικά νοσήματα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση ολοκληρωμένου πορίσματος αξιολόγησης αναπηρίας (βλ. Τεκμήριο Ψ). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία, δεν μας διαφεύγουν ωστόσο τα κάτωθι που αναφέρθηκαν στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του με τη χώρα στην οποία διώκεται (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω -). Η στάθμιση όλων των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά». Η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Επαναλαμβάνουμε ωστόσο ότι οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (βλ. Καρυπίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/22, ημερ. 22/3/2022). Περαιτέρω οι δεσμοί ενός κατηγορούμενου με την Κύπρο, καθώς επίσης η οικονομική δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (βλ. Memic κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 81/19 (σχ. με 82/19 και 83/19), ημερ. 16/7/2019). Στην προκειμένη, οι δεσμοί του κατηγορούμενου 2 με τη Δημοκρατία και μόνο είναι δεδομένοι και λαμβάνονται υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Δεν μας διαφεύγουν περαιτέρω και λαμβάνουμε υπόψη τις οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις αλλά και τις όποιες συνέπειες θα έχει ενδεχόμενη διαταγή κράτησης, τόσο στον ίδιο, όσο και στα μέλη της οικογένειας του. Ως προς τούτα θα πρέπει βέβαια να αναφέρουμε ότι, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται πάντα στο πλευρό και συμπαρίσταται στα δύο ανήλικα παιδιά του, όπως είναι φυσικό να πράττει κάθε πατέρας, δεν τέθηκε οτιδήποτε άλλο σχετικό και ιδιαίτερο. Ως προς τη βοήθεια που παρέχει στην υπερήλικη μητέρα του, η οποία πρέπει να λαμβάνει συστηματική θεραπεία, επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε σχετικό που να καταδεικνύει ότι η μητέρα του, από τις 4/4/2023, οπόταν ο κατηγορούμενος 2 τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας, δεν έχει τύχει της δέουσας ιατροφαρμακευτικής φροντίδας. Αναμένουμε βεβαίως ότι, σε περίπτωση έκδοσης διαταγής κράτησης, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους, στα πλαίσια των εν του νόμου υποχρεώσεων και καθηκόντων τους, θα πράξουν τα δέοντα εφόσον παραστεί ανάγκη, για να βοηθήσουν οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του κατηγορουμένου 2. Δεν παραγνωρίζουμε δε ότι η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί, οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής (βλ. Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 450). Ως επίσης έχει νομολογηθεί, κίνδυνος φυγοδικίας υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/21, ημερ.1/9/2021). Ως προς τα προβλήματα υγείας που επικαλέστηκε η συνήγορος του κατηγορουμένου 2, θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα αντικρύζουμε με τον προσήκοντα σεβασμό και κατανόηση. Αναμφίβολα, τα προβλήματα αυτά είναι σοβαρά και χρήζουν της δέουσας προσοχής και φροντίδας. Δεν προκύπτει όμως από τα όσα έθεσε ενώπιον μας η συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ότι όσον αφορά τα προβλήματα υγείας αυτού δεν του παρέχεται η αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ούτε και ότι τίθεται σε οποιοδήποτε κίνδυνο η υγεία ή η ζωή του. Ως έχει άλλωστε επισημανθεί και από τη σχετική νομολογία, στις Κεντρικές Φυλακές παρέχεται - είναι άλλωστε αναμενόμενο - κάθε μορφή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και θεραπείας (βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Celik κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 391). Αναφέρουμε βέβαια αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες και τα όσα αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 κατά την κράτηση του, συνεπεία αυτών των προβλημάτων. Συγκεκριμένα αναφερόμαστε στα προβλήματα που αντιμετωπίζει εκ της ανάγκης του, λόγω της κατάστασης του, να μεταβαίνει συχνά στην τουαλέτα και το ότι η μη έγκαιρη ανταπόκριση των φυλάκων έχει ως αποτέλεσμα να θίγεται ο ίδιος και να έρχεται σε δύσκολη θέση. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι αποτελεί ασφαλώς ευθύνη των Κεντρικών Φυλακών, ως είναι άλλωστε υποχρέωση κάθε αρμόδιας αρχής του Κράτους, να παρέχουν στον κατηγορούμενο 2, όπως και σε κάθε κρατούμενο, τις απαραίτητες διευκολύνσεις για να αποφεύγονται τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις. Δεν έχει τεθεί δε οτιδήποτε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, ούτως ώστε ο παράγοντας αυτός να μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερος και καταλυτικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα. Παρομοίως δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι από πλευράς Τμήματος Κεντρικών Φυλακών, συστηματικά και σκόπιμα παραμελούνται ή δεν λαμβάνονται υπόψη, οι εν λόγω ανάγκες και δυσκολίες του κατηγορούμενου 2. Να επαναλάβουμε ότι αναμένουμε φυσικά, όπως σε περίπτωση έκδοσης διαταγής κράτησης του, το Τμήμα Κεντρικών Φυλακών, θα ενσκήψει με τη δέουσα προσοχή και θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξαλειφθεί η ως άνω δυσάρεστη κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο κατηγορούμενος 2. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αυτός αντιμετωπίζει είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρές υποθέσεις, όπως η παρούσα (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736, Καλαθάς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2002)2 Α.Α.Δ. 38 και Τσιάκκας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του στη δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Πρόκειται για παράγοντες που ενόψει της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να λειτουργήσουν ως ικανό αντιστάθμισμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης αυτού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Αποτελεί περαιτέρω θέση της Υπεράσπισης, στα πλαίσια της ένστασης της επί του υπό εξέταση αιτήματος, ότι είναι αναγκαία η ελευθερία κινήσεων του κατηγορουμένου 2 για να προετοιμαστεί κατάλληλα η γραμμή υπεράσπισης του. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 στερήθηκε, ενώ τελεί υπό κράτηση, αυτής της δυνατότητας. Απεναντίας, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, τόσο κατά το στάδιο της παραπομπής της υπόθεσης την 4/4/2023, όσο και ενώπιον μας, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Η ευπαίδευτη συνήγορος αυτού, φαίνεται ότι είχε τον χρόνο να προετοιμαστεί κατάλληλα και να συντάξει γραπτώς την αγόρευση της με την οποία υποστήριξε την ένσταση της στο υπό κρίση αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και εφοδίασε το Δικαστήριο με σχετικά υποστηρικτικά έγγραφα, κάτι που δείχνει ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2, που να πηγάζει εκ του γεγονότος ότι τελεί υπό κράτηση. Θα πρέπει βέβαια να αναφέρουμε ότι αναμένουμε ότι θα συνεχισθεί η παροχή στην Υπεράσπιση, των αναγκαίων διευκολύνσεων για σκοπούς προετοιμασίας της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2. Καταληκτικά, για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου 2 στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Εξετάζοντας στη συνέχεια τον έτερο, αυτοτελή λόγο στον οποίο στηρίζεται το υπό εξέταση αίτημα κράτησης, δέον όπως εισαγωγικά λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, στην Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, λέχθηκε ότι η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση κατηγορουμένου, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης ή διάπραξης άλλου αδικήματος, εντοπίζεται στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος. Η νομολογία μας είναι εναρμονισμένη, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Clooth v. Belgium A225, para 40 [1991] και Matznetter v. Austria, A10, p. 33 [1969]). Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της ατομικής του ελευθερίας. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή στη Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, λέχθηκε ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Αρκεί εάν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Λέχθηκε περαιτέρω ότι πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του, περιλαμβανομένου του ιστορικού του κατηγορουμένου ή άλλων περιστάσεων (βλ. επίσης και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503). Η πρόβλεψη λοιπόν για την ύπαρξη και αποτίμηση κινδύνων, οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση θέματος κράτησης, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τέτοια στοιχεία είναι η συμπεριφορά του υποδίκου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή οι προηγούμενες καταδίκες του και μάλιστα όχι κατ' ανάγκη για παρόμοια αδικήματα, η πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων αλλά και τάσεις που επιδεικνύει και ανάγονται στο μέλλον και για τις οποίες μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Χατζηδημητρίου ανωτέρω και Αργύρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2020, ημερ. 23/12/2020). Στην Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2006)2 Α.Α.Δ. 255 λέχθηκε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αλλά μπορεί να συσταθμιστούν και άλλοι παράγοντες όπως η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων (βλ. και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567). Σχετική με το θέμα είναι και η ύπαρξη υποθέσεων υπό διερεύνηση (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 432). Στην προκειμένη λαμβάνουμε σχετικά υπόψη τα ακόλουθα μη αμφισβητούμενα δεδομένα: Ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με τις εξής τρεις προηγούμενες καταδίκες (βλ. Τεκμήριο Χ):
- Στην ποινική υπόθεση με αρ. 35759/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με ημερομηνία καταδίκης την 27/2/1998, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων και 3 μηνών αντίστοιχα, για τα αδικήματα της καλλιέργειας φυτών κάνναβης και καπνίσματος ρητίνης κάνναβης (τα οποία διαπράχθηκαν την 1/5/1997). Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση με αρ. 24980/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που αφορούσε τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου (δεν προσδιορίζεται στο Τεκμήριο Χ ποιας Τάξης), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και της καλλιέργειας φυτών κάνναβης (τα οποία διαπράχθηκαν την 1/2/1997).
- Στην ποινική υπόθεση με αρ. 4597/2017 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, με ημερομηνία καταδίκης την 7/5/2018, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 1, 2, 5 και 6 χρόνων αντίστοιχα για τα αδικήματα της κλοπής, της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α΄ και της κατοχής πυρομαχικών κατηγορίας Α΄ (τα οποία διαπράχθηκαν την 26/1/2017).
- Στην ποινική υπόθεση με αρ. 2721/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με ημερομηνία καταδίκης την 22/9/2021, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με τριετή αναστολή, για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (το οποίο διαπράχθηκε την 6/4/2021). Επιπρόσθετα, εκκρεμούν εναντίον του κατηγορουμένου 2 οι ακόλουθες 9 υποθέσεις:
- Ποινική υπόθεση αρ. 2080/20 για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία (ορισμένη την 30/5/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 4843/22 για το αδίκημα της παράνομης κατοχής επιθετικών οργάνων (ορισμένη την 7/11/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 18484/22 για το αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο (ορισμένη την 8/6/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 9418/21 για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας (ορισμένη την 14/9/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 5237/22 για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της διάρρηξη και κλοπής (ορισμένη την 12/9/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 14394/21 για τα αδικήματα της συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και της κλοπής (ορισμένη την 12/9/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 14553/21 για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής (ορισμένη την 14/9/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 641/22 για τα αδικήματα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της νύχτας και μαχαιροφορίας (ορισμένη την 30/5/2023).
- Ποινική υπόθεση αρ. 22851/22 για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α΄ (ορισμένη την 4/5/2023). Εδώ να λεχθεί ότι πράγματι η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης ή εκκρεμούσας ποινικής υπόθεσης δεν αποτελούν δίχως άλλο και σε κάθε περίπτωση στοιχεία που καταδεικνύουν κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην προκειμένη όμως από την ύπαρξη των 3 προηγούμενων καταδικών, για σοβαρά αδικήματα (μάλιστα κάποιες εξ αυτών αφορούν αδικήματα ίδιας φύσης με αυτά της παρούσας), οι οποίες έλαβαν χώραν το 1998, το 2018 και το 2021 αλλά και των 9 προαναφερόμενων υποθέσεων, οι οποίες καταχωρήθηκαν τα έτη 2020 - 2022, εκκρεμούν εναντίον του κατά τον παρόντα χρόνο και επίσης αφορούν σοβαρά αδικήματα (κάποιες εξ αυτών αφορούν και πάλι αδικήματα ίδιας φύσης με αυτά της παρούσας), είναι κατά την κρίση μας κατάδηλη η ροπή του κατηγορούμενου 2 στη διάπραξη αδικημάτων και κατ' επέκταση είναι ορατός ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για απάντηση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για απάντηση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο δεν είναι μεγάλο. Ως προς τον παράγοντα του χρόνου λαμβάνουμε βέβαια υπόψη και συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 τελεί ήδη υπό κράτηση από την 4/4/2023, στοιχείο που δεν διαφοροποιεί όμως τα πράγματα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου 2 μέχρι την ημέρα που αυτός θα κληθεί να απαντήσει στις κατηγορίες, ήτοι την 16/5/
- (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο