← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.K. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2722/23, 30/3/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.K. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2722/23, 30/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:11 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2722/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. A.K.
  2. A.S. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30/3/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Μασούρα). Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Σαουρής. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού (κατηγορίες 1 και 2), περιαγωγής σε κατάσταση νάρκωσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 3), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ (κατηγορίες 5, 6 και 7), παράνομης χρήσης ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Α΄ (κατηγορίες 8 και 9) και προμήθειας ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ (κατηγορίες 12, 13 και 14). Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορία ότι, ενώ περιήλθε στην αντίληψη της ότι ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, εντούτοις παρέλειψε να το καταγγείλει στην Αστυνομία (κατηγορία 4) και ότι παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄ (κατηγορίες 10 και 11). Στις 28/3/2023, οι κατηγορούμενοι απάντησαν ενώπιον μας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22/6/
  3. Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας της κατηγορούμενης 2, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως αυτή αφεθεί ελεύθερη με συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους και ελλείψει ενστάσεως το Δικαστήριο διέταξε όπως αυτή αφεθεί ελεύθερη με τέτοιους όρους. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, η Κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως αυτός παραμείνει υπό κράτηση. Για να υποστηρίξει το αίτημα της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επικαλέστηκε τον κίνδυνο φυγοδικίας, με βάση τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (με βάση το μαρτυρικό υλικό στο οποίο παρέπεμψε) και τις προβλεπόμενες ποινές. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 έφερε ένσταση στο αίτημα και αγόρευσε σχετικά επί του θέματος, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα, ο κ. Σαουρής αποδέχθηκε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρά και ότι σε περίπτωση καταδίκης του, οι ποινές που θα του επιβληθούν ενδεχομένως να είναι πολυετείς. Αποδέχθηκε επίσης ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό, χωρίς όμως, ως η θέση του, να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία αθώωσης. Ως προς το τελευταίο, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι στην προκειμένη, υπάρχει μόνο η μαρτυρία της παραπονούμενης, χωρίς αυτή να υποστηρίζεται από άλλη επιστημονική μαρτυρία, ήτοι από γυναικολόγο, ιατροδικαστή ή εξετάσεις γενετικού υλικού. Αντιθέτως, ως η θέση του κ. Σαουρή, η κατηγορούμενη 2, η οποία ήταν μαζί με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και στα δύο ξενοδοχεία, στην κατάθεση της, δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Επιπρόσθετα, ως η θέση του κ. Σαουρή, η ίδια η κατάθεση της παραπονούμενης δημιουργεί ασάφειες και αοριστίες. Περαιτέρω, ο κ. Σαουρής, αντικρούοντας τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής για τον κίνδυνο φυγοδικίας του κατηγορουμένου 1, επικαλέστηκε τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις αυτού, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Μεταξύ άλλων, ο κ. Σαουρής ανέφερε σχετικά ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει δεσμούς με άλλη χώρα, γεννήθηκε και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο με τη σύζυγο και τα τρία ανήλικα παιδιά του, διατηρεί δική του εταιρεία - επιχείρηση, έχει επενδύσει σε αυτήν χρηματικό ποσό περίπου €100.000, έχει εξασφαλίσει σχετικές άδειες και έχει αγοράσει 4 οχήματα και καρότσες. Οι πιο πάνω περιστάσεις, είναι η θέση του κ. Σαουρή, ότι καθιστούν απομακρυσμένο το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 1 να διαφύγει στο εξωτερικό είτε μόνος του, είτε με την οικογένεια του. Περαιτέρω ο κ. Σαουρής ανέφερε ότι σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος 1 θα καταστραφεί επιχειρηματικά, αφού είναι ο μόνος διευθυντής, γραμματέας, μέτοχος και διαχειριστής της εταιρείας του. Ήταν δε η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι μπορούν να επιβληθούν στον κατηγορούμενο 1 συγκεκριμένοι όροι, που είναι ικανοί να διασφαλίσουν, την παρουσία του στη δίκη. Ως τέτοιους ο κ. Σαουρής πρότεινε, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος 1 να εμφανίζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό, να μην εξέρχεται της Επαρχίας Λεμεσού, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, το όνομα του να καταχωρηθεί στον κατάλογο τον προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα (Stop List), να δεσμευθούν περιουσιακά του στοιχεία (τα προαναφερόμενα οχήματα και οι καρότσες) και να υπογράψει εγγύηση με αξιόχρεο εγγυητή ύψους €20.
  4. Εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης, το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα, πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.ά.

(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο.
  2. Ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών αυτών παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην προκειμένη, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 είναι αναμφίβολα σοβαρά. Αυτό φαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ προνοείται ποινή φυλάκισης 12 και 8 χρόνων αντίστοιχα, ενώ για τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετωπίζει, προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου. Στην Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει την δίκη του (βλ. και Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες διάπραξης τους σε κάθε υπόθεση. Στην Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 αναφέρθηκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Ως χαρακτηριστικά λέχθηκε: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στην Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη, έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως αυτό φαίνεται στις καταθέσεις, χωρίς να προβαίνουμε σε αξιολόγηση του. Να υπενθυμίσουμε ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54 και Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Έχουμε εξετάσει με προσοχή όλο το μαρτυρικό υλικό και ιδιαίτερα τις καταθέσεις της παραπονούμενης ημερομηνίας 21/2/2023, της μητέρας και της αδελφής αυτής (ημερομηνίας 3/2/2023 και 5/2/2023 αντίστοιχα) καθώς και της κοινωνικής λειτουργού (ημερομηνίας 7/2/2023) και του παιδοψυχίατρου (ημερομηνίας 23/2/2023) που εξέτασε την παραπονούμενη την 1/2/2023. Η ανήλικη παραπονούμενη (περίπου 16 ½ ετών τότε) στην κατάθεση της περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό επίδικα αδικήματα εναντίον της. Συγκεκριμένα από τα όσα η παραπονούμενη αναφέρει προκύπτουν τα ακόλουθα: Αφού η παραπονούμενη συναντήθηκε τυχαία σε κάποιο σπίτι με τον κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος μετέφερε αυτή και άλλες δύο κοπέλες (την ανήλικη φίλη της παραπονούμενης και την κατηγορούμενη 2) σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Εκεί ο κατηγορούμενος 1 φρόντισε όπως η παραπονούμενη κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όταν αποχώρησαν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου οι άλλες δύο κοπέλες, ο κατηγορούμενος 1, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η παραπονούμενη βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στον κόλπο της. Αργότερα, ο κατηγορούμενος 1 μετέφερε την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 2 σε άλλο ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Εκεί, ο κατηγορούμενος 1 φρόντισε όπως η παραπονούμενη κάνει εκ νέου χρήση ναρκωτικών ουσιών και όταν έμεινε μόνος του με αυτήν, ήρθε σε συνουσία μαζί της, παρά το ότι του είπε να σταματήσει, ότι δεν θέλει και ότι πονεί και ενώ η ίδια ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε όταν η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει, για να μην τους ακούσουν. Αναφορικά δε με την κοκαΐνη που έκανε χρήση και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα πάντα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος 1 της έβαζε συνέχεια στο στόμα το καλαμάκι που χρησιμοποιούσε για να γίνει η χρήση της, ακόμη και όταν εκείνη δεν ήθελε. Αργότερα μετά που την παρέλαβε η μητέρα της, όταν η παραπονούμενη ήταν σε θέση να σκεφτεί πιο καθαρά τι έγινε, πήρε χάπια που λάμβανε η μητέρα της για την καρδιά της, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο, όπου της έκαναν πλύση. Στη συνέχεια η παραπονούμενη νοσηλεύθηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. (Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων). Στις καταθέσεις της μητέρας και της αδελφής της παραπονούμενης και της κοινωνικής λειτουργού, καταγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκαν τα συμβάντα και το τι έγινε στη συνέχεια καθώς και τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε σχετικά στην αδελφή της και στην κοινωνική λειτουργό. Επιπρόσθετα, με βάση την κατάθεση του παιδοψυχίατρου, η παραπονούμενη βρέθηκε θετική, μετά από εξετάσεις, σε κοκαΐνη και αμφεταμίνη. Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι στοιχειοθετείται πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 1, στην όψη του μαρτυρικού υλικού και μόνο, χωρίς φυσικά να αποκλείουμε κάθε λογική προσδοκία αθώωσης του. Ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω μπορούμε λοιπόν να πούμε, ότι με βάση τη φύση και τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο νομοθέτης, αλλά και η νομολογία τα εν λόγω αδικήματα, οι ποινές οι οποίες δυνατό να επιβληθούν στον κατηγορούμενο 1 σε περίπτωση καταδίκης του, ενδέχεται να είναι αυστηρές και μάλιστα μπορεί να είναι πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σε υποθέσεις δε όπως η παρούσα, των οποίων η σοβαρότητα προκύπτει από τη φύση των αδικημάτων και από τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης τους (όπως οι προαναφερόμενες) αλλά και από το ότι το θύμα είναι ανήλικο, το κίνητρο φυγοδικίας ενός κατηγορουμένου, για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του, είναι βέβαια αντικειμενικά μεγαλύτερο. Όπως όμως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν και στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Προς εξέταση αυτού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα σχετικά τέθηκαν στην προκειμένη και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος 1: · Είναι Κύπριος πολίτης που διέμενε πάντοτε και εξακολουθεί να διαμένει στο χωριό από το οποίο κατάγεται. · Είναι νυμφευμένος και πατέρας 3 παιδιών, ηλικίας 17, 14 και 10 ετών αντίστοιχα. Τα παιδιά του είναι μαθητές και το πρώτο του παιδί θα καταταγεί φέτος στην Εθνική Φρουρά. · Έχει 3 αδέλφια με τα οποία διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και τα οποία του συμπαραστέκονται ενώ η μητέρα του πάσχει από άνοια, τυγχάνει φροντίδας από οικιακή φροντίστρια και ο κατηγορούμενος 1 την επισκέπτεται καθημερινά. · Είναι ο μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος εταιρείας, η οποία ασκεί επιχείρηση και το μόνο πρόσωπο που διαχειρίζεται την εν λόγω επιχείρηση. Για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης απέκτησε συγκεκριμένες άδειες, επένδυσε ποσό σχεδόν €100.000 και αγόρασε 4 ειδικά οχήματα και καρότσες. · Διαμένει με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενο υποστατικό και πρόσφατα του παραχωρήθηκε κρατικό οικόπεδο στο χωριό του για να οικοδομήσει ιδιόκτητη κατοικία. Ως εκ των άνω λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη ότι οι δεσμοί του κατηγορούμενου 1 είναι με την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι δεν έχει δεσμούς με άλλη χώρα. Σε σχέση με το θέμα των δεσμών ενός κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία, δεν μας διαφεύγουν ωστόσο τα κάτωθι που αναφέρθηκαν στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υπόδικου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του με τη χώρα στην οποία διώκεται (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης. (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω -). Η στάθμιση όλων των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά». Η σημασία της ύπαρξης δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Επαναλαμβάνουμε ωστόσο ότι οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του (βλ. Καρυπίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/22, ημερ. 22/3/2022). Περαιτέρω οι δεσμοί ενός κατηγορούμενου με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (βλ. Memic κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 81/19 (σχ. με 82/19 και 83/19), ημερ. 16/7/2019). Στην προκειμένη, οι δεσμοί του κατηγορούμενου 1 με τη Δημοκρατία και μόνο είναι δεδομένοι και λαμβάνονται υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Δεν μας διαφεύγουν περαιτέρω και λαμβάνουμε υπόψη τις οικογενειακές του περιστάσεις αλλά και τις όποιες συνέπειες θα έχει στην οικογένεια του κατηγορούμενου 1 και ιδιαίτερα στα παιδιά του αλλά και στην επιχείρηση του η ενδεχόμενη έκδοση διαταγής κράτησης του. Ως προς τούτα θα πρέπει βέβαια να αναφέρουμε ότι, πέραν του ότι ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται πάντα στο πλευρό και συμπαρίσταται στα ανήλικα παιδιά του όπως είναι φυσικό να πράττει κάθε πατέρας, δεν τέθηκε οτιδήποτε άλλο σχετικό και ιδιαίτερο. Περαιτέρω όσον αφορά τη θέση του κ. Σαουρή ότι ενδεχόμενη κράτηση του κατηγορούμενου 1 θα οδηγήσει στο να καταστραφεί επιχειρηματικά, όντας ο μόνος διευθυντής, γραμματέας και διαχειριστής της εταιρείας του, τίποτα άλλο δεν έχει τεθεί σχετικά που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, με δεδομένο μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος 1 τελεί ήδη υπόδικος (με απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου) εδώ και περίπου ένα μήνα (από την 1/3/2023). Δεν παραγνωρίζουμε δε ότι η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής (βλ. Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 450). Ως επίσης έχει νομολογηθεί, κίνδυνος φυγοδικίας υπάρχει, σχεδόν πάντα, όταν ο κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος και είναι εδώ που υπεισέρχεται το κριτήριο της αναλογικότητας και της στάθμισης του ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία, έναντι του δημοσίου συμφέροντος στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ.131/21, ημερ.1/9/2021). Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα πιο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, ως αυτή προκύπτει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους που περιγράψαμε ανωτέρω, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι αμέσως προαναφερόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του στη δίκη (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Πρόκειται για παράγοντες που είναι εγγενείς και πιθανοί για κάθε Κύπριο, όπως ο κατηγορούμενος 1, που αντιμετωπίζει ποινική δίωξη και ενόψει της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να λειτουργήσουν ως ικανό αντιστάθμισμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης αυτού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου 1 στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιοδήποτε όρων. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την ημερομηνία που έχει ορισθεί η παρούσα για ακρόαση, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης. Με βάση τη Χατζηδημητρίου (ανωτέρω) το μήκος του χρόνου πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού της πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα κρίσης. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την ημερομηνία που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ημέρα ακρόασης δεν είναι μεγάλο. Ως προς τον παράγοντα του χρόνου λαμβάνουμε βέβαια υπόψη και συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 τελεί ήδη υπό κράτηση από την 1/3/2023, στοιχείο που δεν διαφοροποιεί όμως τα πράγματα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, διατάσσουμε την κράτηση του κατηγορουμένου 1 μέχρι τη δίκη του, ήτοι μέχρι τις 22/6/2023. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.