ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MOHAMED ALI κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18449/22, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18449/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- MOHAMED ALI
- AHMAD ALI
- SAID AL SHAMALI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21/3/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ. Για τον Kατηγορούμενο 1: κ. Σ. Σωφρονίου. Για τους Kατηγορούμενους 2 και 3: κ. Α. Σωφρονίου. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα οι κατηγορούμενοι 1-3 έχουν βρεθεί ένοχοι, μετά από παραδοχή τους, σε κατηγορίες απόπειρας απαγωγής (κατηγορία 2), διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας (κατηγορία 4) και ότι είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με προσωπίδα (κουκούλα) με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής (κατηγορία 5). Επιπρόσθετα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν βρεθεί ένοχοι, μετά από παραδοχή τους, σε κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 7 και 9). Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε άλλη μια κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 8). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, μεταξύ της 9ης και 10ης Οκτωβρίου 2022, στη Λεμεσό: · Οι κατηγορούμενοι 1-3, διέρρηξαν και εισήλθαν στην οικία του Μ.1 (επί του κατηγορητηρίου) με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής (κατηγορία 4), είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με κουκούλα με σκοπό τη διάπραξη του ίδιου κακουργήματος (κατηγορία 5) και αποπειράθηκαν με βία να απαγάγουν τη Μ.4 (κατηγορία 2). · Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επιτέθηκαν στους Μ.1 και 2 και τους προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 7 και 9 αντίστοιχα). · Ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στη Μ.3 και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 8). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 8/10/2022 ο κατηγορούμενος 1 μίλησε με τους κατηγορούμενους 2 και 3, με τους οποίους συμφώνησε ότι την επόμενη ημέρα αργά το βράδυ, ήτοι μεταξύ 9/10/2022-10/10/2022, θα πήγαιναν να διαρρήξουν την οικία του Μ.1 για να απαγάγουν τη θυγατέρα του, ήτοι τη Μ.4, με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό της. Ο κατηγορούμενος 1 μετέβη σε πολυκατάστημα, από το οποίο αγόρασε 5-6 κουκούλες με σκοπό να καλύψουν τα πρόσωπά τους για να μην τους αναγνωρίσει κανένας κατά τη διάπραξη του αδικήματος της απαγωγής. Ο κατηγορούμενος 1 συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 2 και 3 καθώς και με 2 άλλα άγνωστα πρόσωπα, τα μεσάνυχτα μεταξύ της 9/10/2022-10/10/2022, φόρεσαν όλοι τις κουκούλες που τους προμήθευσε και κατευθύνθηκαν στην οικία του Μ.
- Όταν έφτασαν στην εν λόγω οικία, περίμεναν περίπου για 10 λεπτά έτσι ώστε να βρουν την ευκαιρία να εισέλθουν στην οικία. Την 10/10/2022 και περί ώρα 00:05, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία του Μ.1 και συγκεκριμένα παραβίασαν την πόρτα της κουζίνας που βρίσκεται ανατολικά της κατοικίας, κλωτσώντας τη βίαια, με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής (κατηγορία 4). Κατά την είσοδο τους στην εν λόγω κατοικία, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην αραβική γλώσσα «Φέρε την D», εννοώντας τη Μ.4, θυγατέρα των Μ.1 και 2, η οποία απουσίαζε κατά τον επίδικο χρόνο από την οικία, κάτι το οποίο δεν γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορούμενοι αποπειράθηκαν με βία να απαγάγουν, ήτοι να αρπάξουν τη Μ.4, με σκοπό να προκαλέσουν τον κρυφό και άδικο περιορισμό της, ωστόσο παρά την πρόθεση και βούληση τους, η απαγωγή δεν κατέστη δυνατόν να πραγματωθεί, καθότι ήταν εξ αντικειμένου αδύνατη, λόγω της απουσίας της Μ.4, γεγονός που δεν ήταν γνωστό στους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο (κατηγορία 2). O Μ.1 αντιλήφθηκε τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 να σπάζουν την πόρτα της κουζίνας και να εισέρχονται στην οικία του και στην προσπάθεια του να τους εμποδίσει και να τους βγάλει έξω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 του επιτέθηκαν προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 7). Την ίδια μέρα μετά το περιστατικό, ο Μ.1 επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου και κατόπιν εξετάσεων από τον επί καθήκοντι ιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε ερυθρότητα αριστερού αντιβραχίονα και δεξιού καρπού. Στο πιο πάνω συμβάν επενέβη η Μ.2, με σκοπό να βοηθήσει τον σύζυγό της Μ.1 να βγάλει έξω από την οικία τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 και τότε οι κατηγορούμενοι 1 και 2 της επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 9). Την ίδια μέρα μετά το περιστατικό, η Μ.2 επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου και κατόπιν εξετάσεων από τον επί καθήκοντι ιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρό μώλωπα κάτω χείλους και πολλαπλές αμυχές στα χέρια. Ακολούθως και κατά τη διάρκεια που εκτυλίσσονταν τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στη Μ.3, ανήλικη θυγατέρα των Μ.1 και 2 και συγκεκριμένα την τραβούσε από τα χέρια για να την πάρει μαζί του, αφού δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της αδελφής της, ήτοι της Μ.4, την οποία σκοπό είχαν να απαγάγουν, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 8). Την ίδια μέρα μετά το περιστατικό, η Μ.3 επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου και κατόπιν εξετάσεων από τον επί καθήκοντι ιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές στη μεσότητα μετώπου, στον αυχένα, στην αριστερή τραχηλική χώρα λαιμού, στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα και ερυθρότητα στη δεξιά πλευρά του θώρακα. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένο στην οικία, διαφάνηκε ότι στις 10/10/2022 και ώρα 00:05 οι κατηγορούμενοι κατά την είσοδο τους στην εν λόγω οικία είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με προσωπίδες, ήτοι με κουκούλες, με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής (κατηγορία 5). Περαιτέρω, την ίδια μέρα ο Μ.5 παρέλαβε από την επίδικη σκηνή τεκμήρια, ένα εκ των οποίων ήταν μια μάλλινη κουκούλα προσώπου, χρώματος μαύρου, την οποία φορούσε ο κατηγορούμενος
- Την 12/10/2022 και ώρα 19:30, η Μ.7 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος και με τη βοήθεια διερμηνέα του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο, με τον κατηγορούμενο 1 να απαντά «Η κοπέλα μου τηλεφώνησε και μου είπε έλα πάρε με». Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 20:50 - 22:10, ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι είχε μεταβεί με τους κατηγορουμένους 2 και 3 στην εν λόγω οικία με σκοπό να πάρει τη Μ.4 και να φύγουν για να ζήσουν μαζί, όπως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η ίδια του ζήτησε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις 9/10/
- Ωστόσο, στην κατάθεση της η Μ.4 αναφέρει ότι τον τελευταίο ενάμιση μήνα δεν είχε καμία επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 1 και ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στη Λευκωσία. Την ίδια μέρα και ώρα 19:40, η Μ.7 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος και με τη βοήθεια διερμηνέα του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 2 απάντησε «Δεν έκαμα έγκλημα». Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο κάποιος του αφαίρεσε την κουκούλα προσώπου, την οποία άφησε στην εν λόγω οικία. Την ίδια μέρα και ώρα 22:20, ο Μ.8 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 δυνάμει δικαστικού εντάλματος και με τη βοήθεια διερμηνέα του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή στον Νόμο και ο κατηγορούμενος 3 απάντησε ότι πήγε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 1 να πιάσει την γυναίκα του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ευγενικό, ως το χαρακτήρισε, κίνητρο του κατηγορουμένου 1 να διαπράξει τα αδικήματα της παρούσας, ήτοι η αγάπη του για τη Μ.4 και στην άρνηση του πατέρα της (Μ.1) να αποδεχθεί τη σχέση που διατηρούσε ο κατηγορούμενος 1 μαζί της. Σύμφωνα με το συνήγορο, ο κατηγορούμενος 1 είχε σε προηγούμενο στάδιο, πέραν του ενάμιση μήνα πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων, επικοινωνία με τη Μ.4, η οποία του έλεγε να συναντηθούν για να δουν τι θα κάνουν στο μέλλον. Δέχθηκε ωστόσο ότι τον τελευταίο ενάμιση μήνα πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 1 και η Μ.4 δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους, ούτε συνεννόηση όπως ο κατηγορούμενος 1 πάει στο σπίτι της Μ.4 για να φύγουν και να ζήσουν μαζί. Ο κ. Σ. Σωφρονίου αναφέρθηκε επίσης στην πεποίηθηση που είχε ο κατηγορούμενος 1 ότι ο γάμος που τέλεσε με τη Μ.4 τον Αύγουστο του 2022 ήταν έγκυρος. Διευκρινίσθηκε όμως ότι εν λόγω γάμος τελέστηκε με ηλεκτρονικά μέσα και δεν είναι έγκυρος. Περαιτέρω ο συνήγορος υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία αναγράφονται οι προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του πελάτη του. Τέλος, ο κ. Σ. Σωφρονίου αναφέρθηκε στη συνεργασία του κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία, στην υποδειγματική του συμπεριφορά στις φυλακές και στο ότι νιώθει προσβεβλημένος από το γεγονός της προφυλάκισης του. Ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, αυτή να ανασταλεί, για να μην στερηθεί η οικογένεια του κατηγορούμενου 1, την οικονομική βοήθεια που της απέστελλε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και 3 στην αγόρευση του, σε σχέση με τις συνθήκες και τους λόγους διάπραξης των αδικημάτων, ανέφερε ότι οι πελάτες του ήταν «θύματα» των αισθημάτων που ο κατηγορούμενος 1 έτρεφε προς τη Μ.4 και ότι αρχικά δεν ήθελαν να διαπράξουν τα αδικήματα της παρούσας, όμως στο τέλος αποδέχθηκαν να τα διαπράξουν. Ο κ. Α. Σωφρονίου αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων 2 και 3, στη συνεργασία τους με την Αστυνομία και με το προσωπικό των φυλακών, όντας υπόδικοι και υιοθέτησε τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας όσον αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις. Περαιτέρω ο συνήγορος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιλήφθηκαν το λάθος τους, απολογούνται και μετανιώνουν για τις πράξεις τους. Ειδικότερα για τον κατηγορούμενο 2, ανέφερε ότι αυτός, λανθασμένα ακολούθησε τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος είναι αδερφός του, στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Ο ίδιος, είχε σκοπό να νυμφευθεί φέτος, πλην όμως λόγω της διάπραξης των αδικημάτων και της κράτησης του αυτό δεν κατέστη εφικτό. Τέλος, ο κ. Α. Σωφρονίου εισηγήθηκε όπως δοθεί στους κατηγορούμενους 2 και 3 μια δεύτερη ευκαιρία, δια της αναστολής οποιασδήποτε ποινής φυλάκισης τους επιβληθεί, ώστε να συνεχίσουν να βοηθούν τις οικογένειες τους. Αναμφίβολα, τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους, αντικατοπτρίζεται κατ' αρχάς μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Να σημειωθεί ως προς τούτο ότι για το αδίκημα της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 ετών, για το αδίκημα της χρήσης προσωπίδας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 ετών, για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών και για το αδίκημα της απόπειρας απαγωγής προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 ετών ή χρηματική ποινή €2.562 ή και οι δύο ποινές. Αρχίζοντας από το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, που είναι και το σοβαρότερο στην προκειμένη, τονίζουμε ότι πρόκειται για σοβαρό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, στοιχείο που καθιστά επιτακτική την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών προς αναχαίτιση και αποτροπή τέτοιας φύσεως παράνομης συμπεριφοράς. Ως λέχθηκε στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων επιβάλλεται λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται και για προστασία της κοινωνίας. Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 λέχθηκε ότι οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης αλλά αντίθετα σημειώνεται έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Στην Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν με ασφάλεια. Την άνεση π.χ να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος να δράσουν τα δικαστήρια μας προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίζουν την νομιμότητα». Στην Ilie κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, αφού ουσιαστικά επαναλήφθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην Παναγίδης ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της εν λόγω απόφασης (15 έτη) το έγκλημα παρουσίασε έντονη αυξητική τάση με αποτέλεσμα να υπάρχει και ανάλογη αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών και σημειώθηκε ξανά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι, ειδικότερα, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, αφήνει στα θύματα του σοβαρό αίσθημα ανασφάλειας και φόβου, αφού παραβιάζεται ο πιο προσωπικός του χώρος, το άσυλο του. Επιπρόσθετα, πέραν των επιπτώσεων στα ίδια τα θύματα, οι επιπτώσεις είναι ευρύτερες, αφού το αίσθημα ανασφάλειας και φόβου αντανακλά και στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας προκαλώντας ουσιαστικό ρήγμα στην έννομη τάξη (βλ. και Yenier v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 256/2017, ημερ. 22/4/2019). Όσον αφορά το αδίκημα της χρήσης προσωπίδας (κουκούλας) με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, πρέπει να λεχθεί ότι η σοβαρότητα που του αποδίδεται από το νομοθέτη, ως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή (που το εντάσσει στα κακουργήματα) προφανώς έγκειται στην ίδια τη φύση του. Αυτό καθότι, η χρήση προσωπίδας από κάποιο πρόσωπο με σκοπό να διαπράξει κακούργημα, καταδεικνύει προσχεδιασμό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημοσθένους κ.ά
(1993)2 Α.Α.Δ 88) ενώ αποσκοπεί και στο να καλύψει το πρόσωπο του δράστη ώστε να καταστεί δυσχερής έως αδύνατη η αναγνώριση του και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό τον παράνομο σκοπό του εξαλείφοντας το ρίσκο εντοπισμού του. Πέραν τούτου η χρήση προσωπίδας κατά τη διάπραξη μιας παράνομης πράξης δημιουργεί στο θύμα μεγαλύτερο φόβο και ανασφάλεια. Σοβαρό ασφαλώς είναι και το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, ως αδίκημα που ενέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας εναντίον άλλων προσώπων. Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης ή τιμωρίας δεν έχει θέση στην ανθρώπινη κοινωνία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς (βλ. και Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189). Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Τέλος σοβαρό ως εκ της φύσεως του είναι αναμφίβολα και το αδίκημα της απόπειρας απαγωγής, όταν μάλιστα στα πλαίσια διάπραξης του γίνεται χρήση βίας. Φυσικά θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ότι ανάλογα με αυτά υπάρχει διαβάθμιση στη σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην ποινή. Στην προκειμένη η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων προβάλλει και μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι έδρασαν μεθοδευμένα, στοχευμένα και προμελετημένα με σκοπό να διαπράξουν τα αδικήματα της διάρρηξης και της απαγωγής της Μ.4. Προς τον σκοπό αυτό, χωρίς ίχνος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του άσυλου της οικίας των παραπονουμένων, αργά το βράδυ (λίγο μετά τα μεσάνυκτα), φορώντας κουκούλες ώστε να μη γίνει αντιληπτή η ταυτότητα τους, εισήλθαν ξαφνικά, με βίαιο τρόπο στην οικία (πέτυχαν διάρρηξη και είσοδο σε αυτή κλωτσώντας την πόρτα της κουζίνας) των παραπονουμένων (δηλαδή των γονέων και της ανήλικης αδερφής της Μ.4), γνωρίζοντας προφανώς ότι αυτοί βρίσκονταν εκεί. Υπήρξε λοιπόν, με βάση τα γεγονότα ως έχουν τεθεί ενώπιον μας, προσχεδιασμός. Ως έχει νομολογηθεί, η ύπαρξη προσχεδιασμού στη διάπραξη ενός αδικήματος αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Χριστοφή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Εμπνευστής του όλου εγκληματικού σχεδίου ήταν ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος ήταν και το άτομο που προμήθευσε τους συγκατηγορούμενους του με κουκούλες. Αυτός ήταν και που αμέσως, με την είσοδο στην οικία, έδωσε και την εντολή να φέρουν τη Μ.4. Δεν μας διαφεύγουν τα κίνητρα του κατηγορούμενου 1 και δη ότι απώτερος σκοπός του ήταν να ικανοποιηθεί η αγάπη του για τη Μ.4 - με την οποία είχε την πεποίηθηση ότι ήταν νυμφευμένος - ενόψει της στάσης του πατέρα αυτής να μην αποδεχθεί τη σχέση του κατηγορούμενου 1 με την κόρη του. Από την άλλη όμως προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα ότι ο τρόπος που επέλεξε ο κατηγορούμενος 1 να επιτύχει αυτό δεν ήταν απλώς λανθασμένος αλλά έλαβε τον χαρακτήρα της προαναφερόμενης σοβαρής εγκληματικής δράσης εναντίον των παραπονουμένων. Έδρασε δε με τον τρόπο αυτό παρά το ότι ο γάμος που τέλεσε με την Μ.4 δεν ήταν έγκυρος και ενώ η Μ.4 όχι μόνο ουδέποτε συγκατατέθηκε σε κάτι τέτοιο αλλά δεν είχε καν επικοινωνία μαζί του για ενάμιση μήνα προηγουμένως. Αποτέλεσε ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι η Μ.4 απουσίαζε από την εν λόγω οικία, που ήταν και ο μόνος λόγος που οι κατηγορούμενοι δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν τον εγκληματικό σκοπό τους ήτοι την απαγωγή της. Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι πέραν του εύλογα αναμενόμενου φόβου, της αναστάτωσης και της ανησυχίας που προκάλεσε η ξαφνική και βίαιη εισβολή των κουκουλοφόρων κατηγορουμένων στο άσυλο της οικίας των παραπονουμένων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν δίστασαν να επιτεθούν, να κτυπήσουν και να προκαλέσουν σωματικές βλάβες στους Μ.1 και 2 (γονείς της Μ.4), οι οποίοι προσπάθησαν να τους απομακρύνουν από την οικία και ότι πέραν αυτού ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε και στην ανήλικη θυγατέρα των Μ.1 και 2 και αδερφή της Μ.4 (τη Μ.3), προκαλώντας της μάλιστα εκτεταμένες σωματικές βλάβες. Άλλο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψην είναι και ο ρόλος ενός εκάστου των κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι παγίως νομολογημένο ότι, στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής, λαμβάνεται υπόψην ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος ενός εκάστου των κατηγορουμένων στην τέλεση των αδικημάτων, που οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής (βλ. Hassan ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 195). Στην προκειμένη, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι ο ρόλος των κατηγορουμένων δεν ήταν ο ίδιος, όσον αφορά τα σοβαρότερα από άποψη γεγονότων αδικήματα που από κοινού διέπραξαν ήτοι αυτά της διάρρηξης, της απόπειρας απαγωγής και της χρήσης κουκούλας κατά την εν λόγω απόπειρα (κατηγορίες 2, 4 και 5). Η όλη εμπλοκή και δράση του κατηγορούμενου 1 σε σχέση με τις υπό αναφορά κατηγορίες σαφώς διαφέρει από αυτήν των κατηγορουμένων 2 και
- Συγκεκριμένα από τα γεγονότα προκύπτει ο πρωταγωνιστικός ρόλος του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, εφόσον αυτός ήταν ο εμπνευστής και διοργανωτής του όλου εγκληματικού σχεδίου και έλαβε μέρος στην εκτέλεση του δίδοντας τις εντολές προς επίτευξη των παράνομων αυτών σκοπών. Αναφέρουμε δε τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίοι παρά τις αρχικές τους αναστολές τελικά αποδέχθηκαν να συνδράμουν τον κατηγορούμενο 1 και έλαβαν μέρος στην εκτέλεση του όλου εγκληματικού σχεδίου, με τη συμμετοχή τους να μην είναι απλά υποστηρικτική αλλά ουσιώδης. Τα πιο πάνω λαμβάνονται λοιπόν υπόψη και για σκοπούς της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης των κατηγορουμένων, με βάση τον ρόλο και τη συμμετοχή έκαστου στη διάπραξη των αδικήματων των κατηγοριών 2, 4 και
- Πάρα τα πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Προς όφελος όλων των κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας με τη βαρύτητα της να είναι ανάλογη με την περίπτωση (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Στην προκειμένη, με δεδομένο τον αριθμό των κατηγορουμένων, των κατηγοριών και των μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, λαμβάνουμε υπόψη ότι με την παραδοχή των κατηγορουμένων εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Δεν μας διαφεύγει δε ότι η παραδοχή θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας ενός κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66). Εδώ να λεχθεί ότι αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν και ζήτησαν να ληφθεί υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι έχουν συνεργαστεί με την Αστυνομία. Αυτό όμως δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας. Λαμβάνουμε από την άλλη υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων είναι ένας ακόμα μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνουμε ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51). Ποινή φυλάκισης θα πρέπει να επιβάλλεται, όταν κρίνεται ως η μόνη ορθή εναλλακτική. Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Στην προκειμένη λαμβάνουμε λοιπόν υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 ήταν, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ηλικίας 24, 19 και 24 ετών αντίστοιχα. Αυτό λαμβάνεται υπόψην χωρίς όμως να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της κολάσιμης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, ως την έχουμε περιγράψει ανωτέρω. Λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός ότι, κατά την παραμονή τους στις φυλακές, οι κατηγορούμενοι δεν έχουν υποπέσει σε οποιοδήποτε παράπτωμα και ότι επιδεικνύουν καλή συμπεριφορά και ευγένεια (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 277). Τέλος, λαμβάνουμε υπόψην τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ως αυτές τίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα συμπληρωματικά ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους και ιδιαίτερα ότι: Ο κατηγορούμενος 1: Είναι απόφοιτος Λυκείου και βρίσκεται στη Κύπρο από το 2016 ως αναγνωρισμένος πολιτικός πρόσφυγας, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του, ήτοι στη Συρία. Μέχρι την προφυλάκιση του συνείσφερε οικονομικά στην οικογένεια του από τα εισοδήματα που αποκόμιζε από την εργασία του ως βαφέας κτιρίων. Μετά την αποφυλάκιση του θα επιδιώξει να συνεχίσει το ίδιο επάγγελμα. Η μητέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και η λήψη φαρμάκων προς αντιμετώπιση τους είναι πολυδάπανη. Ο κατηγορούμενος 2: Ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο, είναι αναλφάβητος και βρίσκεται στη Κύπρο από το 2020. Μέχρι την προφυλάκιση του συνείσφερε οικονομικά στην οικογένεια του από τα εισοδήματα που αποκόμιζε από την εργασία του ως βαφέας κτιρίων. Είχε σκοπό να νυμφευθεί φέτος, όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της κράτησης του στα πλαίσια της παρούσας. Η μητέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και η λήψη φαρμάκων προς αντιμετώπιση τους είναι πολυδάπανη. Ο κατηγορούμενος 3: Διέκοψε τη φοίτηση του στο Δημοτικό και είναι αναλφάβητος. Από μικρή ηλικία άρχισε να εργάζεται σε υπεραγορά για να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του. Είναι νυμφευμένος και πατέρας 3 ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 7, 6 και 3 ετών αντίστοιχα, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους στη Συρία. Λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα του, ήτοι στη Συρία, το 2018 ήρθε στη Κύπρο με σκοπό να εργασθεί για να συντηρήσει την οικογένεια του και διαμένει εδώ ως αναγνωρισμένος πολιτικός πρόσφυγας. Μέχρι την προφυλάκιση του συνείσφερε οικονομικά στην οικογένεια του από τα εισοδήματα που αποκόμιζε από την εργασία του ως σιδεράς σε οικοδομές. Μετά την αποφυλάκιση του θα επιδιώξει να συνεχίσει το ίδιο επάγγελμα. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε υπόψην τις επιπτώσεις που θα έχει στις οικογένειες των κατηγορουμένων η ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης σ' αυτούς. Από την άλλη, ως έχει νομολογηθεί, τέτοιες επιπτώσεις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 146/2020, ημερ. 22/12/2021). Περαιτέρω έχουμε κατά νου ότι είναι καλά νομολογημένο ότι όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (βλ. Xiaojin κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (βλ. Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Χρυσοστόμου "Κανάρη" ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει όμως να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές συνθήκες των κατηγορουμένων 1, 2 και 3. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψην τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοιες επιβάλλονται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98) και ειδικά ότι για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλονται τέτοιες ποινές εκτός αν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ακατάλληλα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές. Στον κατηγορούμενο 1: Στη κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στη κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στη κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στη κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στον κατηγορούμενο 2: Στη κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στη κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στη κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στη κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στον κατηγορούμενο 3: Στη κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στη κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στη κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 να συντρέχουν. Με δεδομένο ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 2 και 3 δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενόψει της εισήγησης του συνηγόρου αυτών, κατά πόσο οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση των κατηγορούμενων 2 και 3 ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τέθηκαν σε σωρεία νομολογίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω άσκηση δεν περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη σε αυτούς που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει σημασία και να επηρεάσει τη απόφαση για αναστολή. Ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται ενδεικτικά, η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας του, τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, οι προσωπικές και σε ορισμένες περιπτώσεις οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο καθώς και το κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως έχει νομολογηθεί η εξέταση του θέματος συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση τόσο του αδικήματος όσο και των περιστάσεων του δράστη και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» στους παράγοντες - επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς. Για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B
- Έχουμε εξετάσει με προσοχή και λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής εκτέλεσης όχι μόνο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 2 και 3 αλλά και κάθε άλλο σχετικό με το θέμα παράγοντα που έχει τεθεί ενώπιον μας. Ως έχει προαναφερθεί, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, παρά τις αρχικές τους αναστολές τελικά αποδέχθηκαν να συνδράμουν τον κατηγορούμενο 1 και έλαβαν μέρος στην εκτέλεση του όλου εγκληματικού σχεδίου εναντίον των παραπονουμένων, με τη συμμετοχή τους να είναι ουσιώδης στη διάπραξη των σοβαρών αδικημάτων των κατηγοριών 2, 4 και
- Κατ' επέκταση κρίνεται ότι προέχει το στοιχείο της αποτροπής όχι μόνο για άλλους επίδοξους παραβάτες, αλλά πρωτίστως για τους ίδιους τους κατηγορούμενους 2 και
- Όλοι δε οι παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον μας, λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί, προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος των ποινών και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Δεν δικαιολογείται λοιπόν η έκδοση διαταγής αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 2 και
- Η περίοδος έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε εν έκαστο των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 μειώνεται κατά τον χρόνο που αυτοί τελούν σε προφυλάκιση στα πλαίσια της παρούσας, ήτοι από τις 12/10/
- Τα τεκμήρια 1-7 επί του Τεκμηρίου Α, διατάσσεται να κατασχεθούν και να καταστραφούν, ενώ το τεκμήριο 8 να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο