Εφόρου Φορολογίας ν. C. C.C. LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9922/2022, 18/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης:9922/2022 Εφόρου Φορολογίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον
- C. C.C. LTD
- Χ. Χ.
- Λ. Κ. Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζηγιάννη Για Κατηγορούμενο 3: κα Ε. Κουδουνάρη Κατηγορούμενος 3: παρών Ενδιάμεση Απόφαση Στη βάση του παρόντος κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει, από κοινού με τους κατηγορούμενους 1 και 2, δύο συνολικά κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί, και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Ειδικότερα, στη βάση της 3ης κατηγορίας αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €65.974,57 που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο από 01/12/20018 μέχρι 28/02/2019 και στη βάση της 21ης κατηγορίας το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση για την προαναφερόμενη φορολογική περίοδο συνολικού ύψους €10.426,
- Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται δέον να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν επιπλέον των πιο πάνω κατηγοριών άλλες 19 κατηγορίες για παρόμοιας φύσης αδικήματα, με τον κατηγορούμενο 3 όμως να μην εγκαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου για αυτά. Προτού ο κατηγορούμενος 3 απαντήσει στο κατηγορητήριο ήγειρε, μέσω της συνηγόρου του, αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι η εναντίον του κατηγορούμενου 3 προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον έχει παραβιαστεί το συνταγματικό του δικαίωμα για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Περαιτέρω, πέραν και ανεξάρτητα της προαναφερόμενης εισήγησης, ήτο η θέση της συνηγόρου ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει στη βάση του παρόντος κατηγορητηρίου έχουν εν πάση περιπτώσει παραγραφεί εφόσον εμπίπτουν στην εμβέλεια εφαρμογής του άρθρου 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Στη βάση των πιο πάνω κινήθηκαν οι αγορεύσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων των μερών οι οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους γραπτώς μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών των που εφοδίασαν το Δικαστήριο (Έγγραφο Α και Έγγραφο Β). Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο των αγορεύσεων αφού τούτο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία και έχουν τύχει μελέτης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω συνοπτικά ότι ως προς το πρώτο ζήτημα που ηγέρθη και άπτεται αυτού της δίκαιης δίκης και του δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου 3 ένεκα της καθυστέρησης προώθησης της παρούσας η συνήγορος υπεράσπισης, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να ανακόψει από το στάδιο αυτό τη δίωξη ένεκα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η εν λόγω δε εισήγησή της περιστράφηκε κύρια στο ότι ενώ από το κατηγορητήριο και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 3 προκύπτει ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται αφορά την περίοδο από 01/12/2018 - 28/02/2019 η υπόθεση ήχθει στο Δικαστήριο μόλις στις 28/06/2022, ήτοι 3,5 χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξή του, χωρίς να προκύπτει ότι υπήρχε κάτι ιδιαίτερο ή πολύπλοκο στην υπόθεση που να δικαιολογεί την εν λόγω καθυστέρηση. Από την παρατηρηθείσα δε καθυστέρηση, που αντικειμενικά φαίνεται ότι υπάρχει, σύμφωνα με τη συνήγορο, το Δικαστήριο δύναται από το στάδιο αυτό να συμπεράνει ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου 3 υπέρ του οποίου δημιουργείται τεκμήριο επηρεασμού της υπεράσπισης του, τεκμήριο που η κατηγορούσα αρχή οφείλει να ανατρέψει. Ως προς τη δεύτερη εισήγηση περί παραγραφής των επίδικων αδικημάτων η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι, με δεδομένο ότι η εκ των προβλεπόμενων από το άρθρο 46
(9)του Ν.95(Ι)/2000 ποινή φυλάκισης σε σχέση με την κατηγορία 3, δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες τότε υπό το φως των προνοιών του άρθρου 88 του Κεφ. 155 η υπό κρίση υπόθεση θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί εντός 12 μηνών από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος. Η αποτυχία δε της κατηγορούσας αρχής να πράξει τούτο εντός της ως άνω καθορισμένης προθεσμίας καθιστά την υπόθεση έκθετη σε απόρριψη αφού το αδίκημα έχει παραγραφεί ανεξαρτήτως μάλιστα του ότι στη βάση του άρθρου 46
(9)του Ν.95(Ι)/2000 η χρηματική ποινή που δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει υπερβαίνει τα €1.708. Αντίθετη ήτο η εισήγηση της κας Χατζηγιάννη η οποία, όσον αφορά το πρώτο ζήτημα που ηγέρθει και σχετίζεται με την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης ένεκα καθυστέρησης, με αναφορά και σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι το στάδιο στο οποίο η εν λόγω εισήγηση εγέρθηκε είναι καθόλα πρώιμο καθότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει ότι επηρεάστηκε αρνητικά η υπεράσπισή του από την εν λόγω καθυστέρηση, βάρος το οποίο σαφώς δεν έχει αποσείσει. Ούτε και μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσο η δίκη είναι δίκαιη γενικά και αφηρημένα αφού απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Όσον αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης περί παραγραφής των επίδικων αδικημάτων η συνήγορος αρκέστηκε να παραπέμψει στην απόφαση της έντιμης κας Ψαράς - Μιλτιάδους στη Μονομερή Αίτηση εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας, Ποινική αίτηση αρ.9/19, 26/3/2019 στη βάση της οποίας κατόπιν εξέτασης του ίδιου ζητήματος αποφασίστηκε ότι με δεδομένο ότι το άρθρο 46
(9)του Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει, πέραν της δυνατότητας επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι 12 μήνες, και τη δυνατότητα επιβολής ποινής προστίμου μέχρι €8.543 τότε σαφώς το αδίκημα εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου 88 του Κεφ. 155 κατά τρόπο που δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής. Ήτο δε περαιτέρω θέση της συνηγόρου ότι τα επίδικα αδικήματα συνιστούν εκ της φύσεώς των συνεχιζόμενα αδικήματα κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στη μη εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 88 του Κεφ. 155. Νομική Πτυχή / Εξέταση εισηγήσεων υπεράσπισης · Κατάχρηση της διαδικασίας / Καθυστέρηση στην καταχώριση και προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις 348/2018 και 349/2018, ημερομηνίας 31/05/2019 έχει επιβεβαιωθεί η διαχρονική βασική αρχή της νομολογίας ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:B291 και άλλες.» Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020 λέχθηκε επίσης ότι: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B207). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant...» Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529: «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» Στη Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, 11/11/2015, πέραν των πιο πάνω αναφορών, έγινε επιπρόσθετα αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C., όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Σημειώνεται περαιτέρω ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R. 116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πουμπουρής Ανδρέας ν. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αποτελεί διαχρονικά θέση της νομολογίας αλλά και βασική αρχή, η οποία αποκρυσταλλώθηκε, ότι το ζήτημα της καθυστέρησης, εφόσον άπτεται της δίκαιης δίκης, είναι κάτι το οποίο εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της δίκης και όχι ενωρίτερα. Το δε βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού βρίσκεται επί τους ώμους της υπεράσπισης η οποία και τον επικαλείται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Πουμπουρής, (ανωτέρω), Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232). Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς (βλ. Πουμπουρής (ανωτέρω) και Χατζηγεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B527, Π.Ε. 72/2014, 27/11/2016). Όταν το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται καθυστέρηση, ως προς τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου, σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται η διακοπή της διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη διάφορα κριτήρια και παράγοντες, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω της νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Μελάς Λίνος και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376 και Θεοχάρους Κρίνος ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Αυτά είναι εν συντομία (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η σημασία για τον κατηγορούμενο, (γ) η στάση των αρχών και (δ) η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου. Έχοντας αναφέρει τις αρχές που έθεσε η νομολογία σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, προχωρώ σε καταγραφή της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα διακοπής της διαδικασίας πριν τη δίκη, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι λόγω της καθυστέρησης ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Ακριβώς επί του υπό εξέταση σημείου, απασχολήθηκε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία v. Φάντη (βλ. ανωτέρω). Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απάντησε αρνητικά όταν κλήθηκε να απαντήσει στο νομικό ερώτημα, το οποίο επιφυλάχθηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το άρθρο 148 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προτού αναγνωσθεί το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους, να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. Η πιο πάνω αρχή, επαναλήφθηκε, στην υπόθεση ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D484, Αίτηση αρ. 82/15, 7/7/2015 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με αυτή, οι αποφάσεις στην Αστυνομία ν. Φάντη και Άλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 δεν υποστηρίζουν την αρχή ότι ισχυρισμοί για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εξετάζονται, ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλειά τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ήθελε κρίνει πρόσφορο το εκδικάζον την ποινική υπόθεση δικαστήριο. Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή της.» Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών είμαι της γνώμης ότι το ζήτημα που εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 3 εμπίπτει στα πλαίσια ελέγχου της δίκαιης δίκης το οποίο και θα εξεταστεί στο τέλος της διαδικασίας. Ακόμα όμως και εάν θεωρηθεί ότι είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί στο παρόν στάδιο, τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρέχουν τέτοιο ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων, στο οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί προκειμένου να αποφανθεί περί διακοπής της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο. Σημειώνεται, ότι το μόνο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο προκύπτει κάποια καθυστέρηση πηγάζει από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, από τις οποίες, σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης, προκύπτει ότι το επίδικο αδίκημα ανατρέχει σε απομακρυσμένο χρόνο με το κατηγορητήριο να έχει καταχωριστεί μετά πάροδο 3.5 ετών από την κατ' ισχυρισμό διάπραξή του. Το κατά πόσο η παρούσα υπόθεση ήτο πολύπλοκη ή το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή μπορούσε να καταχωρίσει άμεσα την παρούσα, ως προκρίνεται μέσω των αγορεύσεων της συνηγόρου, είναι ζητήματα που ποσώς μπορούν να αποτελέσουν ευρήματα του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο εν τη απουσία σχετικής μαρτυρίας και ανάλογων ευρημάτων του ίδιου του Δικαστηρίου. Ποσώς δε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Επαναλαμβάνεται, ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί τους ώμους του κατηγορούμενου 3 και θεωρώ ότι, με τα όσα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστήριο, δεν το έχει αποσείσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει τη θέση του κατηγορούμενου, περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, πέραν από την καθυστέρηση η οποία συνάγεται από την ημέρα καταχώρισης του κατηγορητηρίου σε σχέση με τη φορολογική περίοδο για την οποία κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα. Η εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος, έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα ήταν αποτέλεσμα εικασίας. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι αναφέρομαι πάντοτε στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Κρίνω δε σκόπιμο να παραπέμψω στο σημείο αυτό στην Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 185 όπου λέχθηκαν τα εξής σημαντικά σε σχέση με το ζήτημα της δίκαιης δίκης : «Η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματός της. Καθοριστική για τα δικαιώματα του διαδίκου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζονται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, μπορεί να είναι μόνο τελική απόφαση του δικαστηρίου, προσδιοριστική της ποινικής του ευθύνης.» Η πιο πάνω θέση επαναλήφθηκε και στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία v Ford (βλ. ανωτέρω) όπου τονίστηκε ότι η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης κρίνεται υπό το πρίσμα της δίκης και όχι έξω από αυτή. Όπως δε περιπλέον αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης (βλ. Ρωτή v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 246). Ποιο είναι το πλαίσιο της δίκης απαντάται σύμφωνα με το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη στην σελ. 55 από τις υποθέσεις Κουμαντάρης v Αθανασίου
(2004)2 Α.Α.Δ 26 και Κυριάκος Γ. Κυριακίδη Λτδ v Lumian Ltd και άλλου
(2000)2 Α.Α.Δ 343 και περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας και χωρίς σίγουρα να εξαντλείται στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ακόμα και αν η απόφαση είναι αθωωτική. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι, δεν καταδεικνύεται, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι η κατηγορούσα αρχή με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ενήργησε κακόπιστα ή δόλια ή με άλλο μεμπτό τρόπο. Δεν διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η διεξαγωγή της δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου ή ότι θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και θα την οδηγήσει στην ανυποληψία. Ως εκ των ανωτέρω παρά την εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, δεν διαβλέπω κάποιον αποχρώντα λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης τώρα και διακοπή της διαδικασίας από το στάδιο αυτό. · Παραγραφή Το άρθρο 46
(9)και (10 Α) του Ν.95(I)/2000 προβλέπει τις ποινές που το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει εν σχέση με τα επίδικα αδικήματα. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «46.—..
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. .... (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Το άρθρο 88 του Κεφ. 155, που εισήχθη με τον τροποποιητικό Νόμο 129(Ι)/2019 σε αντικατάσταση του προγενέστερου άρθρου 88 προνοεί τα ακόλουθα: «Παραγραφή κατηγοριών σε συνοπτικές δίκες σε ορισμένες περιπτώσεις 88. Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου με τις οποίες καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου δύναται να προσαφθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα, καμιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβληθεί - (α) Ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ (€854) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος, (β) ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο δώδεκα
(12)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.» Υπό το φως των πιο πάνω και με αναφορά στο αδίκημα της 3ης κατηγορίας που ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει για το οποίο οι ποινές που δύνανται να επιβληθούν καθορίζονται στο άρθρο 46
(9)του Ν.95(I)/2000 καθίσταται σαφές ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής του εν λόγω αδικήματος. Τούτο διότι η προβλεπόμενη εκ του εν λόγω άρθρου χρηματική ποινή που δύναται να επιβληθεί εναλλακτικά ή σωρευτικά με την προβλεπόμενη από το άρθρο ποινή φυλάκισης είναι πέραν του ποσού των €1.708 που προβλέπει το άρθρο 88 (β) του Κεφ.
- Προς επίρρωση της θέση του Δικαστηρίου αρκούμαι να παραπέμψω στο κάτωθι απόσπασμα της απόφασης της έντιμης κας Ψαρά - Μιλτιάδους στη Μονομερή Αίτηση εκ μέρους του Εφόρου Φορολογίας, Ποινική αίτηση αρ.9/19, 26/3/2019, στην οποία παρέπεμψε και η ευπαίδευτη συνήγορος για κατηγορούσα αρχή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Για να μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρχε παραγραφή στην κρινόμενη περίπτωση θα έπρεπε η προνοούμενη ποινή ως προς το χρηματικό της μέρος να ήταν €1,708 και όχι €8.
- Το γεγονός ότι η ποινή φυλάκισης (12 μήνες) συμπίπτει με το ανώτατο όριο που αφορά τα αδικήματα παραγραφής δεν μπορεί να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δύναται να αγνοήσει το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής που είναι ανώτερο της ποινής που προνοείται για την παραγραφή. Ούτε φυσικά μπορεί να ισχύσει - κατ΄αντίθεση της βούλησης του νομοθέτη - η διαγραφή της χρηματικής ποινής της φράσης «ή/και οι δύο αυτές ποινές» που περιλαμβάνει η νομοθεσία. Είναι φανερό πως ο ευπαίδευτος Δικαστής εν τινί τρόπω απάλειψε από τις σχετικές πρόνοιες τόσο το μέρος που αφορά τη χρηματική ποινή όσο και τη διακριτική δυνατότητα που δίδεται εκ του ιδίου του νομοθετήματος να επιβληθούν και οι δύο ποινές. Άσχετο με το εάν τελικά στην πράξη το Δικαστήριο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής δεν θα επέβαλλε συνδυασμένη ποινή. Αυτό δεν ανατρέπει τη νομοθετική πρόνοια για την παραγραφή. Η εφαρμογή αρχών που αφορούν την επιμέτρηση της ποινής, όπως ορθά ετέθη από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους του αιτητή, δεν μπορεί να καθορίζει το ζήτημα της παραγραφής. Η απομόνωση από τις σχετικές πρόνοιες «της 12μηνης ποινής φυλάκισης» ως το ανώτατο όριο ποινής (και ως εκ τούτου η θεώρηση για παραγεγραμμένο αδίκημα) είναι στην ουσία εναντίον της σαφούς βούλησης του νομοθέτη αλλά και δημιουργεί ερωτηματικά πρακτικής φύσεως αφού π.χ. σε μια εταιρεία που μόνο χρηματικό πρόστιμο μπορεί να επιβληθεί εκ της πρόνοιας, το ανώτατο όριο ποινής είναι €8,543 και όχι βεβαίως €1,708, ως το Δικαστήριο ερμήνευσε το νόμο για να καταλήξει ότι υπήρχε παραγραφή, στηριζόμενο μόνο στο ανώτατο όριο της ποινής φυλάκισης. Με όλο το σεβασμό, ούτε ασάφεια ούτε κενό υπάρχει στις σχετικές πρόνοιες, ώστε να έπρεπε να ακολουθηθεί ερμηνεία υπέρ των κατηγορουμένων.» Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω η σχετική εισήγηση περί παραγραφής του αδικήματος της 3ης κατηγορίας στερείται νομικού ερείσματος. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ αφού στη βάση του υπό κρίση κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει, βάσει της 21ης κατηγορίας, και το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €10.426,
- Για το εν λόγω αδίκημα και στη βάση των προνοιών του άρθρου 46 (10Α) του Ν.95(I)/2000 το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού ήτοι χρηματική ποινή μέχρι €1.042,64, όσον αφορά πάντοτε την παρούσα υπόθεση, ποινή καταφανώς μικρότερη του ποσού των € 1.708 που προβλέπει το άρθρο 88 (β) του Κεφ.
- Ως εκ τούτου καθίσταται προφανές ότι το εν λόγω αδίκημα εντάσσεται στις περιπτώσεις που διέπονται από χρονικούς περιορισμούς για πρόσαψη κατηγοριών, με τον εν λόγω χρονικό περιορισμό, στη βάση του άρθρου 88(β) του Κεφ. 155, να είναι αυτός των 12 μηνών από την ημέρα διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Δέον να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω βέβαια δεν θα ίσχυαν εάν τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 88 του Κεφ. 155, προ της τροποποίησής του, έχοντας υπόψη ότι η ποινή που το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιβάλει στην υπό κρίση περίπτωση βάσει των προνοιών του άρθρου 46 (10Α) του Νόμου υπερβαίνει το ποσό των 125 λιρών Κύπρου που προέβλεπε το άρθρο 88 του Κεφ.
- Με δεδομένο όμως ότι η υπό κρίση υπόθεση καταχωρίστηκε την 28/06/2022, ήτοι μετά την τροποποίηση του άρθρου 88 του Κεφ. 155, κρίνω ότι το επίδικο ζήτημα θα πρέπει να κριθεί στη βάση της υφιστάμενης παραγραφής αφού οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αντίκειτο προς σαφή διάταξη του Νόμου, η οποία προσδιορίζει με σαφήνεια ότι, παρελθούσης της προθεσμίας που προβλέπεται «καμία κατηγορία δεν δύναται να προσαχθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα» (βλ. Μονομερής Αίτηση εκ μέρους του Δήμου Λάρνακας, Ποινική Αίτηση Αρ. 28/2019, 20/11/2019). Έχοντας λοιπόν κρίνει ότι το αδίκημα της 21ης κατηγορίας εντάσσεται στις περιπτώσεις αδικημάτων που παραγράφονται το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο το υπό εξέταση αδίκημα αλλά και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας συνιστούν συνεχιζόμενα αδικήματα, ως η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για κατηγορούσα αρχή, ή όχι. Σημειώνεται ότι τυχόν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι όντως τα εν λόγω αδικήματα είναι συνεχιζόμενα αδικήματα τότε σαφώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής χρονικών ορίων για πρόσαψη κατηγοριών δεδομένου του ότι τα οφειλόμενα στη βάση των επίδικων κατηγοριών ποσά συνεχίζουν να οφείλονται μέχρι και σήμερα και δεν έχουν καταβληθεί. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2016 στη σελίδα 1904, παρ. D21.20 όπου αναφέρονται τα εξής διαφωτιστικά σε σχέση με την εφαρμογή χρονικών ορίων για πρόσαψη κατηγοριών: «The time-limit under the MCA
- s. 127 begins to run from the date of the commission of the offence. Where a statute creates a continuing summary offence, a prosecution can be brought at any time until six months have elapsed from the date when the offence ceased to be committed» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου - βλ. επίσης κατ' αναλογία British Telecommunications plc v. Nottinghamshire County Council [1998] All ER (D) 478, Thames Water Utilities Ltd v. London Borough of Bromley [2002] All ER (D) 459 και Hertfordshire County Council v. National Grid Gas plc [2008] 1 All ER 1137). Σημειώνεται, ότι το κατά πόσο ένα αδίκημα θεωρείται συνεχιζόμενο ή όχι αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης πληθώρας Αγγλικών αποφάσεων. Στην British Telecommunications plc v. Nottinghamshire County Council [1998] EWHC Admin 989 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Bingham LCJ: «Whether a statutory provision creates a continuing obligation such that failure to comply with it creates a continuing offence necessarily depends on the language of the provision in question and on its correct construction. For that reason it seems to me that caution is called for when applying the observations in one case with reference to one statute, to different provision of a different statute in another case.» Στη δε R. v. Wimbledon Justices ex parte Derwent [1953] 1 QB 380 o Croom-Johnson, J ανέφερε «As a general rule, the court is not, I think, eager to find continuing offences created by a statute, and certainly not without express words which make clear that that was the intention of the legislature when the statute was passed. That seems to me to be consistent with the general approach in these matters that conduct is not to be criminalized unless Parliament has made plain its intention that it should.» Στη Hodgetts v. Chiltern District Council [1983] 2 AC 120 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως obiter dicta: «It is not an essential characteristic of a criminal offence that any prohibited act or omission, in order to constitute a single offence, should take place once and for all on a single day. It may take place, whether continuously or intermittently, over a period of time. The initial offence created by [s.89
(1)] in the case of non-compliance with a 'do notice', is complete once and for all when the period for compliance with the notice expires; but it is plainly contemplated that the further offence of non-compliance with a 'do notice' created by [s.89
(4)], though it too is a single offence, may take place over a period of time, since the penalty for it is made dependent upon the number of days on which it takes place. Similarly, as respects non-compliance with a 'desist notice', it is in my view clear that the initial offence (as well as the further offence) though it too may take place over a period, whether continuously or intermittently (eg, holding a Sunday market), is a single offence and not a series of separate offences committed each day that the non-compliance prior to the first conviction for non-compliance continues. If it were otherwise it would have the bizarre consequence that upon summary conviction a fine of £400 per diem could be imposed for each such separate offence committed before the offender received his first conviction, whereas for any further offence committed after the offender against a 'desist' notice had been convicted, a daily fine of only £50 could be inflicted. Uniquely a previous conviction would be a positive advantage to the offender. This can hardly have been Parliament's intention.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Σημειώνεται, ότι τα πιο πάνω λεχθέντα της Hodgetts τείνουν να θεωρούνται πλέον ως αυθεντία και να χρησιμοποιούνται από τα Δικαστήρια για σκοπούς ερμηνείας σε περιπτώσεις που δεν προκύπτει ξεκάθαρα από ένα νομοθέτημα κατά πόσο ο νομοθέτης επιθυμούσε να καταστήσει μια συμπεριφορά ή παράληψη ως συνεχιζόμενο αδίκημα. Επομένως, όταν η φύση του αδικήματος δεν προκύπτει ξεκάθαρα από το εκάστοτε νομοθέτημα τότε συνήθως τα Δικαστήρια, έχοντας ως οδηγό τη Hodgetts, προχωρούν σε εφαρμογή του άτυπου κανόνα που η εν λόγω απόφαση έθεσε, υπό την έννοια ότι σε περιπτώσεις που προκύπτει ότι η παράληψη συμμόρφωσης ήτο προς «do notice» τότε η εν λόγω παράληψη ερμηνεύεται ότι συνιστά ένα και μόνο αδίκημα («once and for all» offence) ενώ σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με «desist notice» η εν λόγω παράληψη συνιστά συνεχιζόμενο αδίκημα. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ορθότερο, για σκοπούς απάντησης του υπό κρίση ερωτήματος ήτοι του κατά πόσο τα επίδικα αδικήματα συνιστούν συνεχιζόμενα αδικήματα, να καθοδηγηθώ από τις νομοθετικές πρόνοιες που προβλέπουν την επιβολή φόρου και πρόσθετου φόρου και το λεκτικό που χρησιμοποιείται από τον νομοθέτη σε συνδυασμό με το τι είδους υποχρέωση οι εν λόγω πρόνοιες επιβάλλουν (βλ. επίσης ηλεκτρονική έκδοση Blackstone's Criminal Practice 2023, Part D Procedure, Section D11, The Indictment / General Form of an Indictment / Continuous Offences [i]). Σύμφωνα λοιπόν με τον Κανονισμό 17
(1)της Κ.Δ.Π. 314/2001, που διέπει την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, υποχρέωση που ως θα γίνει αντιληπτό κατωτέρω είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την υποχρέωση καταβολής Φ.Π.Α.,: «17
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται....». Με την υποβολή δε των σχετικών φορολογικών δηλώσεων, βάσει του προαναφερόμενου Κανονισμού, σύμφωνα με τον Κανονισμό 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/2001 το υπόχρεο πρόσωπο «.οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση», ήτοι τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί την περίοδο με την οποία η σχετική φορολογική δήλωση σχετίζεται. Σε περίπτωση λοιπόν παράλειψης τήρησης των προβλεπόμενων στον Κανονισμό 29
(2)ανωτέρω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45
(3)(α) του Ν. 95(Ι) 2000: « Αν (α) Κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση αλλά δεν έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του Φ.Π.Α. που εμφαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο˙ ή ... τότε το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε πρόσθετο φόρο ίσο προς δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου Φ.Π.Α:» Υπό το φως των πιο πάνω προνοιών είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ποσώς είτε το αδίκημα της 3ης κατηγορίας είτε το αδίκημα της 23ης κατηγορίας δύνανται να θεωρηθούν συνεχιζόμενα αδικήματα, υπό την έννοια ότι κάθε ημέρα παράλειψης καταβολής του εκάστοτε οφειλόμενου Φ.Π.Α. ή της εκάστοτε επιβαλλόμενης επιβάρυνσης συνιστά ένα νέο αδίκημα μέχρι τη συμμόρφωση του φορολογούμενου με τις υποχρεώσεις του. Θεωρώ ότι από το λεκτικό που χρησιμοποιείται από τον νομοθέτη είναι σαφές ότι το αδίκημα της 3ης κατηγορίας συντελείται την ημέρα που λήγει η προθεσμία που θέτουν οι σχετικοί Κανονισμοί για την καταβολή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. εξ' ου και επιβάλλεται ως διοικητική κύρωση η επιβάρυνση του 10% υπό μορφή πρόσθετου τόκου η οποία μάλιστα είναι άμεσα καταβλητέα ελλείψει ταχθείσας από τον σχετικό Νόμο ή τους Κανονισμούς προθεσμίας καταβολής. Επομένως, κρίνω ότι οι πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών επιβάλλουν υποχρέωση εν τρόπω τινά συμμόρφωσης με «do notice» κατά τρόπο που η παράληψη συμμόρφωσης του οφειλέτη με αυτές να συνιστά ένα και μόνο αδίκημα («once and for al» offence). Ούτε και θεωρώ λογικό η εν λόγω επιβάρυνση, η οποία κατ' ουσία επιβάλλεται υπό μορφή διοικητικής κύρωσης λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του Φ.Π.Α., να μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στις κατηγορίες αδικημάτων που ως εκ της φύσης τους θεωρούνται συνεχιζόμενα από τη στιγμή που το βασικό αδίκημα, επί του οποίου επιβάλλεται, δεν είναι συνεχιζόμενο. Ας μη λησμονείται ότι ο σκοπός της ποινικής διαδικασίας δεν είναι ο εξαναγκασμός του εκάστοτε οφειλέτη να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά αλλά η τιμωρία αυτού ένεκα της παράλειψής του να καταβάλει αυτά ή να καταβάλει αυτά εμπρόθεσμα. Εξ' ου και η οφειλή θεωρείται, σύμφωνα με το εδάφιο
(13)του άρθρου 46 του Ν.95(Ι) 2000 ουσιαστικά ως αστικό χρέος για το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα είσπραξής του δυνάμει διατάγματος που εκδίδεται εναντίον του εκάστοτε οφειλέτη και το οποίο διάταγμα θεωρείται απόφαση πολιτικού δικαστηρίου το οποίο μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση που εξεδόθη σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (βλ. Ασσιώτης κ.α. v. Έφορου Φορολογίας, Ποινική Έφεση Αρ. 143/2020, 12/4/2021). Επομένως, καθίσταται κατά την κρίση μου προφανές ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράττονται άπαξ ο οφειλέτης δεν καταβάλει τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά, είτε αυτά αφορούν φόρο που πρέπει να αποδοθεί είτε επιβαρύνσεις και πρόσθετο φόρο. Για να το θέσω ξεκάθαρα δεν κρίνω ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 κρινόταν ένοχος στις υπό κρίση κατηγορίες ή έστω αθωωνόταν και απαλλασσόταν από αυτές και το οφειλόμενο προς τον Έφορο Φορολογίας ποσό συνέχιζε να παραμένει απλήρωτο ο τελευταίος θα είχε τη δυνατότητα να καταχωρίσει εκ νέου υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για τα ίδια αδικήματα και για την ίδια φορολογική περίοδο χωρίς αυτή του η πράξη να προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου [autre fois convict / acquit (ne bis in idem)]. Παρά όμως την πιο πάνω κατάληξή μου ότι εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται ότι το αδίκημα της 23ης κατηγορίας υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς κρίνω ότι στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει οιοδήποτε πλαίσιο γεγονότων στο οποίο να μπορώ να βασιστώ ώστε να προβώ σε ασφαλές εύρημα για το πότε χρονικά επιβλήθηκε ο πρόσθετος φόρος και τόκος, αντικείμενο της υπό κρίση κατηγορίας, ώστε ακολούθως να μπορέσω να εξετάσω κατά πόσο το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε εντός της περιόδου των 12 μηνών που προβλέπει το άρθρο 88 του Κεφ.
- Τούτο διότι, στο παρόν στάδιο, είναι άγνωστο κατά πόσο ο οφειλόμενος φόρος, αντικείμενο της 3ης κατηγορίας, προέκυψε κατόπιν εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο 01/12//2018 - 28/02/2019 ή όχι και κατ' επέκταση παραμένει άγνωστο το κατά πόσο ο πρόσθετος φόρος και τόκος επιβληθήκαν τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολούθησε την περίοδο με την οποία η σχετική φορολογική δήλωση σχετίζεται ή μεταγενέστερα. Η εξαγωγή οποιουδήποτε σχετικού συμπεράσματος, έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα ήταν αποτέλεσμα εικασίας με δεδομένο ότι τίποτα σχετικό περί τούτου εμφαίνεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η προδικαστική ένσταση τoυ κατηγορούμενου 3 περί παραγραφής του αδικήματος τη 21ης κατηγορίας κρίνεται ότι εγέρθηκε σε πρώιμο στάδιο με το ζήτημα όμως να παραμένει ανοιχτό προς εξέταση, εάν και εφόσον τούτο εγερθεί, στο κατάλληλο στάδιο που δεν μπορεί να είναι άλλο από το στάδιο της δίκης οπόταν και το Δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει το κατά πόσο, υπό το φως των γεγονότων που θα τεθούν ενώπιόν του, το υπό κρίση αδίκημα έχει παραγραφεί. Ως εκ των ανωτέρω αμφότερες οι προδικαστικές ενστάσεις που εγέρθηκαν από τον κατηγορούμενο 3 απορρίπτονται. Προτού εγκαταλείψω την απόφασή μου κρίνω τέλος σκόπιμο να σχολιάσω και τα εξής. Ως εύστοχα τέθηκε από τον έντιμο κ Ναθανήλ στην υπόθεση Μονομερής Αίτηση εκ μέρους του Δήμου Λάρνακας ανωτέρω σκοπός του νομοθέτη θεσπίζοντας το άρθρο 88 του Κεφ. 155 ήταν να θέσει χρονικούς φραγμούς για τη δίωξη ήσσονος σημασίας αδικημάτων, ερμηνεία που βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Τούτο όμως δεν μεταφράζεται και αυτόματα ότι το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί, ενόψει και της κατάληξής του ότι το αδίκημα της 21ης κατηγορίας εντάσσεται στις κατηγορίες που υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς για σκοπούς καταχώρισης κατηγορητηρίου, ότι κατατάσσει τα εν λόγω αδικήματα στην κατηγορία αδικημάτων ήσσονος σημασίας. Με δεδομένο όμως ότι ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, δεν προέβη σε οιεσδήποτε ενέργειες προς την κατεύθυνση εξαίρεσης των επίδικων αδικημάτων από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 88 του Κεφ. 155 αναπόδραστα οδηγεί και στην πιο πάνω κατάληξη και τούτο παρά το γεγονός ότι επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η σοβαρότητα αδικημάτων φορολογικής φύσης δεν αντανακλάται στις επαπειλούμενες ποινές, ως αυτές προνοούνται από το άρθρο 46 του Ν.95(Ι)
- Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. (Υπ.)...................................... Φ. Χριστοδουλίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] D11.34 ".. (b) Determining whether an offence is properly to be treated as continuous will require a detailed analysis of the offence - creating provision. In the absence of specific authority, the drafter of an indictment may have no means of knowing with certainty whether the offence for which the drafter is indicting the accused is continuous not." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο