← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φανούλας Θεοφάνους Χαραλάμπους, Αρ Υπόθεσης: 8470/18, 28/4/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φανούλας Θεοφάνους Χαραλάμπους, Αρ Υπόθεσης: 8470/18, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ Υπόθεσης: 8470/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Φανούλας Θεοφάνους Χαραλάμπους Κατηγορούμενη Ημερομηνία:28.04.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Ιωαννίδου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη στις 11.01.2018 στην Λεμεσό, προκάλεσε τρόμο στον Λεύκιο Μιλτιάδους απειλώντας τον με τη φράση «Εσύ είσαι το παλλικάρι του σκοπευτηρίου, αν με ξαναπιάσεις στο στόμα σου, θα σου φκάλουν τα δόντια σου με την ζοντάκρα ένα ένα, όι εγώ άλλοι». Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Την Αστ. 4699 Σ. Παπουή (M.Κ.1) και τον Παραπονούμενο, Λεύκιο Μιλτιάδους (M.Κ.2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Η Μ.Κ.1 στην κατάθεση της (Τεκμήριο 1), αναφέρει ότι στις 11.01.2018 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη σχετικά με το επίδικο αδίκημα. Αφού την κατηγόρησε γραπτώς, αυτή απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 2 και 3, την κατάθεση της κατηγορούμενης και την γραπτή κατηγορία. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι το κατ' ισχυρισμό αδίκημα φέρεται να διαπράχθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Δεν γνωρίζει τον λόγο που η κατηγορούμενη βρισκόταν εκείνη την ημέρα στην αστυνομία. Όταν έλαβε το παράπονο του Μ.Κ.2, τον οποίο όπως ανέφερε δεν γνωρίζει, κάλεσε την κατηγορούμενη για κατάθεση. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι η συμπεριφορά της προς την κατηγορούμενη ήταν επιθετική. Δεν θυμόταν κατά πόσο έλεγξε το μητρώο του παραπονούμενου από το μηχανογραφικό σύστημα της αστυνομίας. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι είχε αντιληφθεί ότι η καταγγελία του παραπονούμενου ήταν σκόπιμη και εκδικητική. Ο Μ.Κ.2 (Παραπονούμενος) στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4), αναφέρει ότι στις 11.01.2018 και περί τις 11:00 μετέβηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου συναντήθηκε με τον υπεύθυνο του ΤΑΕ κ. Σωτηριάδη, ο οποίος τον κάλεσε σχετικά με κάποιο περιστατικό. Ενώ μετά την πιο πάνω συνάντηση, ο ίδιος και ο πρόεδρος του σκοπευτηρίου Λεμεσού Γ. Έλληνας, κατέβαιναν τις σκάλες της αστυνομικής διεύθυνσης για να αποχωρήσουν, είδε την κατηγορούμενη που στεκόταν στα σκαλιά να τον πλησιάζει και στην παρουσία του πιο πάνω προσώπου, να του λέει την επίδικη φράση. Όταν τη ρώτησε κατά πόσο τον είχε απειλήσει, αυτή του απάντησε καταφατικά. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε, πως όταν η κατηγορούμενη τον πλησίασε και του ανέφερε την επίδικη φράση, του κουνούσε προκλητικά το δάκτυλό του χεριού της προς το πρόσωπό του. Εκείνη την περίοδο όπως περαιτέρω ανέφερε, υπήρχαν αντιπαραθέσεις σχετικά με το σκοπευτήριο, στο οποίο εμπλεκόμενοι ήταν η κατηγορούμενη και ο Α. Νικολαΐδης. Ο ίδιος δεχόταν κλήσεις στο τηλέφωνο του με απόκρυψη αριθμού και ανησυχούσε μήπως του κάνουν κακό. Με την κατηγορούμενη δεν είχε καμία αντιδικία πριν από τις 11.01.
  2. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι την κατηγορούμενη την γνωρίζει από το 2018 και ότι ουδεμία σχέση είχε μαζί της πέραν από μία φορά που συναντήθηκαν στο σκοπευτήριο χωρίς να ειπωθεί οτιδήποτε μεταξύ τους. Ουδεμία άλλη διαφορά είχε μαζί της και ούτε υπήρξε μεταξύ τους οποιοσδήποτε διαπληκτισμός. Ερωτηθείς κατά πόσο προέβηκε σε οποιαδήποτε δημοσίευση δυσφημιστικού περιεχομένου για την οποία η κατηγορούμενη τον κατήγγειλε εκείνη την μέρα, απάντησε ότι καμία τέτοια καταγγελία δεν έχει εναντίον του. Ούτε γνωρίζει κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του εκείνη την ημέρα, επειδή ο ίδιος έλειπε στο εξωτερικό τις προηγούμενες ημέρες. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι ο λόγος που κλήθηκε εκείνη την ημέρα στην αστυνομία ήταν, γιατί η κατηγορούμενη τον είχε καταγγείλει, λέγοντας ότι ουδέποτε του ασκήθηκε δίωξη. Όπως ανέφερε, ο λόγος που κλήθηκε την επίδικη μέρα από τον κ. Σωτηριάδη, δεν αφορούσε την κατηγορούμενη. Όταν δέχθηκε την απειλή από την κατηγορούμενη και επισκέφθηκε το γραφείο του κ. Σωτηριάδη αναφέροντας του ότι επιθυμούσε να υποβάλει καταγγελία, τον παρέπεμψε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι μετά που η κατηγορούμενη του είπε, «καλώς τον μάγκα του σκοπευτηρίου», αυτός της απάντησε «εγώ είμαι μάγκας, εγώ θα διαλύσω το σκοπευτήριο και θα κάνω ότι θέλω». Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης από την αστυνομία λέγοντας, ότι δεν γνωρίζει κανέναν πρόσωπο από την αστυνομία. Στην υποβληθείσα θέση, ότι η ποινική δίωξη εναντίον της κατηγορούμενης ασκήθηκε εκδικητικά και για αλλότριους λόγους, επανέλαβε τη θέση του ότι δεν γνώριζε την κατηγορούμενη. Αρνήθηκε, ότι είχε οποιοδήποτε διαπληκτισμό ή παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης και ότι για λόγους που άπτονται των προσωπικών του συμφερόντων, υπέβαλε εναντίον της την καταγγελία. Διαφώνησε, επίσης, με τις θέσεις που του υποβλήθηκαν ότι, δηλαδή, δεν απειλήθηκε και ότι ένοιωσε φόβο, λέγοντας ότι όταν η κατηγορούμενη τον απείλησε με την επίδικη φράση, κουνούσε το δάκτυλο της πολύ προκλητικά κοντά στο στόμα του. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης, αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Τ. Σαββίδη (Μ.Υ.1) και τον Α.Νικολαΐδη (Μ.Υ.2) Η κατηγορούμενη, στην προφορική της μαρτυρία, ανέφερε ότι στις 11.01.2018 πήγε στην αστυνομία για να καταγγείλει τον Μ.Κ.2 σχετικά με τις ψευδείς αναρτήσεις που έκανε στο διαδίκτυο που αφορούσαν την ίδια. Εκεί συνάντησε τον κ. Σωτηριάδη, ο οποίος έδωσε οδηγίες σε κάποιο αστυνομικό για να της πάρει κατάθεση για την υπόθεση που αφορούσε το σκοπευτήριο. Όταν ανέφερε τα γεγονότα στον αστυνομικό, αυτός δεν της ζήτησε να υπογράψει την κατάθεσή της, αλλά της ανέφερε ότι θα έπρεπε να φύγει για να μη συναντηθεί με τον Μ.Κ.2, ο οποίος θα πήγαινε στην αστυνομία για να του γίνει παρατήρηση. Όπως περαιτέρω ανέφερε, ο λόγος που δεν συναντήθηκε με τον Μ.Κ.2, ήταν προφανώς, γιατί αυτός ήδη βρισκόταν στο γραφείο του κ. Σωτηριάδη και του έκανε παρατήρηση. Σε κάποια στιγμή όταν είδε μπροστά της τον Μ.Κ.2 με τον κ. Έλληνα, θύμωσε και είπε στον Μ.Κ.2 «καλώς τον μάγκα του σκοπευτηρίου». Αυτός της απάντησε «ναι είμαι μάγκας, θα κάνω ότι θέλω, θα το κλείσω το σκοπευτήριο τζιαι να το δεις». Αυτή τότε του ανέφερε ότι δεν την ενδιέφερε για το τι θα κάνει, αλλά εάν είχε πρόβλημα μαζί της θα έπρεπε να της το έλεγε και όχι να κρυβόταν πίσω από ένα κομπιούτερ βάζοντας στο διαδίκτυο φωτογραφία της και να την κατηγορεί. Όταν της απάντησε ότι αυτό κάνει και θα συνεχίσει να το κάνει, αυτή του ανέφερε πως δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Τότε αυτός την ρώτησε εάν τον απειλεί και αυτή του απάντησε «δεν σε απειλώ εγώ που άλλους ας πούμε». Μετά από αυτή τη συζήτηση, ο Μ.Κ.2 πήγε στον κ. Σωτηριάδη και αυτή έφυγε με τον κ. Έλληνα, ο οποίος της είπε ότι δεν θα μαρτυρούσε εναντίον της ψευδή γεγονότα. Είναι η θέση της, ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν μαζί με τον Έλληνα και ότι ο τελευταίος πήγε μετά που του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2, για να τον υπερασπιστεί γιατί είχε την εύνοια της αστυνομίας. Δέκα λεπτά μετά το επίδικο συμβάν ειδοποιήθηκε από την αστυνομία για να την επισκεφθεί. Όπως περαιτέρω ανέφερε, είχε δεχθεί «επίθεση» από την Μ.Κ.1, αφού της ζητούσε να παραδεχθεί κάτι το οποίο αρνήθηκε. Επίσης, μία άλλη αστυνομικός που ήταν παρούσα, της ανέφερε ότι επρόκειτο για ποινικό αδίκημα για το οποίο θα πήγαινε στο Δικαστήριο. Ανέφερε επίσης ότι, είχε αναφέρει στην αστυνομικό τη φράση «μα ο άνθρωπος τούτος τρόμαξε; Τωρά σοβαρομιλάτε;». Της ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.2 βαρύνεται με καταδίκες και ότι αποτελεί τακτική του να καταχωρεί αγωγές για να πετύχει κάτι. Όταν μάλιστα ζήτησε από την αστυνομικό να ελέγξει το ποινικό του μητρώο, κάτι το οποίο έπραξε, η αστυνομικός της ανέφερε «ά τον κύριο Λεύκιο, εντάξει». Αμέσως μετά από την επίθεση που δέχθηκε από την Μ.Κ.1, η τελευταία άλλαξε τη στάση της. Αρνήθηκε, ότι είπε στον Μ.Κ.2 την επίδικη φράση, λέγοντας ότι θα ήταν χαζομάρα της να έλεγε κάτι τέτοιο ενώ βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό, όπου υπήρχε δυνατότητα να την ακούσουν αστυνομικοί που ήταν δίπλα. Ερωτηθείσα κατά πόσο κουνούσε τον δάκτυλο του χεριού της όταν μιλούσε στον Μ.Κ.2, απάντησε ότι πιθανόν να το έπραξε αποδίδοντας την κίνηση αυτή στην εκφραστικότητα που έχει όταν μιλά. Ποτέ πριν το επίδικο επεισόδιο δεν είχε μιλήσει με τον παραπονούμενο με τον οποίο δεν είχε καμία διαφορά. Ο λόγος που την κατάγγειλε ο Μ.Κ.2 ήταν προφανής και αποσκοπούσε στην αποχώρηση της από το σκοπευτήριο, κάτι το οποίο πέτυχε. Πέραν από την επίδικη καταγγελία ακολούθησαν, προσωπικές επιθέσεις του Μ.Κ.2 εναντίον της, μέσω του Έλληνα, ότι θα έκαιγαν το σκοπευτήριο εάν δεν έφευγε. Κατά την αντεξέτασή της, όταν της επισημάνθηκε από τον κ. Αργυρού ότι στην κατάθεση της δεν ανέφερε ότι ο Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι θα κάνει ότι θέλει, απάντησε ότι η αστυνομικός μπορεί να μην τα έγραψε όλα. Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με την αντίδραση της Μ.Κ.1 όταν είδε στην οθόνη του κομπιούτερ της το μητρώο του Μ.Κ.2, απάντησε ότι αυτό το οποίο αντιλήφθηκε ήταν ότι θα είχε πρόβλημα ο Μ.Κ.
  1. Ο λόγος που επισκέφθηκε την αστυνομία, ήταν για τις αναρτήσεις που έκανε ο παραπονούμενος στο διαδίκτυο. Θέση της ήταν, ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.2 πήγε στην αστυνομία ήταν για να του κάνουν παρατήρηση για τη δική της υπόθεση και γι' αυτό βρέθηκαν και οι δύο τους εκεί. Ο αστυνομικός της ζήτησε να φύγει για να μην βρεθεί με τον Μ.Κ.
  2. Της ανέφερε, επίσης, ότι η αστυνομία πήγε να φέρει τον Μ.Κ.
  3. Πριν πάει η ίδια στην αστυνομία, ο παραπονούμενος είχε και άλλη καταγγελία εναντίον του και τον φώναξαν για να του κάνουν παρατήρηση. Σχετικά με την απειλή ότι θα έκαιγαν το σκοπευτήριο δεν έκανε καμία καταγγελία στην αστυνομία γιατί δεν την αφορούσε. Ούτε και για τις απειλές που δέχτηκε έκανε καταγγελίες, γιατί θεωρούσε ότι τέτοιοι άνθρωποι όπως τον Μ.Κ.2 δεν θα είχαν συνέπειες λόγω των γνωριμιών τους. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ανέφερε στον Μ.Κ.2 την επίδικη φράση και ότι αυτός ένιωσε φόβο. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι διετέλεσε πρόεδρος της σκοπευτικής ομοσπονδίας από το 2019-2022 και ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη από τη σκοποβολή. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι δεν θυμάται που βρισκόταν κατά την επίδικη ημέρα. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη τον ενημέρωσε για τη συνάντησή της με τον Μ.Κ.2 στην αστυνομία, τη μεταξύ τους συζήτηση και ότι στη συνέχεια κατηγορήθηκε για μία απειλή. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, Βεβαίωση Καταγγελίας Θύματος ημερομηνίας ημερ. 05.04.23, σύμφωνα με την οποία στις 11.01.2018 και ώρα 9:30 αυτός και η κατηγορούμενη υπέβαλαν καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού για υπόθεση απειλών. Η καταγγελία του, όπως ανέφερε, αφορούσε υβριστικά δημοσιεύματα στο Facebook που έγιναν από τον Μ.Κ.
  4. Δεν γνωρίζει αν μετά τη καταγγελία του, ο Μ.Κ.2 κλήθηκε στην αστυνομία, αλλά τα δημοσιεύματα συνεχίστηκαν. Αντεξεταζόμενος σχετικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ανέφερε πως ποτέ δεν είχε πει ότι την επίδικη ημέρα πήγε με την κατηγορούμενη στην αστυνομία. Όπως ανέφερε είχε πάει μόνος του και όταν έφυγε ενημέρωσε την κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε ότι θα πήγαινε και η ίδια στην αστυνομία. Δεν μπορεί να θυμηθεί την ώρα που έφυγε από την αστυνομία. Ο λόγος που κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας από την κατηγορούμενη, ήταν για να βεβαιώσει ότι πήγε να καταγγείλει τον Μ.Κ.2 για τα δημοσιεύματα στο Facebook. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας τόσο η κα Ιωαννίδου εκ μέρους της κατηγορούμενης όσο και ο κ. Αργυρού εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις οποίες αναφορά θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω σκόπιμο αναφερθώ στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας που αποτελεί κοινό έδαφος ή δεν αμφισβητήθηκε και για την οποία δεν θεωρώ, ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μη γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα αναφέρομαι στο ότι στις 11.01.2018 ο Μ.Κ.2, η κατηγορούμενη και ο Γ. Έλληνας συναντήθηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ότι ο Μ.Κ.2 ρώτησε την κατηγορούμενη εάν τον απείλησε και ότι ποτέ πριν την επίδικη ημέρα υπήρξε οποιοσδήποτε διαπληκτισμός μεταξύ του Μ.Κ.2 και της Κατηγορούμενης. Έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία. Θετική είναι η εντύπωση που αποκόμισα από την Μ.Κ.
  1. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της, η όλη της εμπλοκή βασικά συνίστατο στη λήψη των καταθέσεων από τον Μ.Κ.2 και τη κατηγορούμενη, την οποία στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήρια 2, 3 και 4, αντίστοιχα). Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με αμερόληπτο τρόπο όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης του Μ.Κ.2 ή από την άλλη δυσμενούς μεταχείρισης της κατηγορούμενης. Απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές και κατά την αντεξέτασή της δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, ικανή να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία της. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω την Μ.Κ.1 ως ειλικρινή και αξιόπιστη μάρτυρα, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν ο παραπονούμενος και ο βασικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Οι απαντήσεις του ήταν αυθόρμητες, πειστικές και σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να αλλοιώσει ή να αποκρύψει την πραγματικότητα. Επίσης, η μαρτυρία του δεν είχε οποιαδήποτε δόση υπερβολής αλλά τουναντίον αυτή περιορίσθηκε σε αυτά που ο ίδιος βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψε το τι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ήταν καθόλα πειστικός και κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του, όπως αυτή αναφέρεται στην κατάθεση του, Τεκμήριο
  2. Η αναφορά του, επίσης, ως προς τον λόγο που κλήθηκε στη αστυνομία την επίδικη ημέρα αποτελεί στοιχείο ενδεικτικό της ειλικρίνειας του. Σχετικά με την αναφορά του, ότι η κατηγορούμενη κουνούσε το δάχτυλο του χεριού της πολύ κοντά στο πρόσωπο του, όταν του ανέφερε την επίδικη φράση, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούμενη αλλά σε κάποιο σημείο κατά την αντεξέταση της επιβεβαίωσε τον μάρτυρα για την χειρονομία της αυτή. Αποδεκτή, επίσης, είναι και η αναφορά του ότι, για τους λόγους που εξήγησε, ένοιωσε φόβο όταν η κατηγορούμενη του ανέφερε την επίδικη φράση. Έχω περαιτέρω λάβει υπόψη μου το ενδεχόμενο η καταγγελία του να υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, ως ήταν και εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης και η θέση της κατηγορούμενης, ένεκα των διαφορών τους στο σκοπευτήριο, πλην όμως δεν έχω διαπιστώσει κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία του. Επισημαίνω πως σύμφωνα με τη αποδεκτή μαρτυρία του, ο λόγος της παρουσίας του στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού την επίδικη ημέρα ουδεμία σχέση είχε με την κατηγορούμενη και την καταγγελία που κατά τους ισχυρισμούς της προέβη. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και από την ίδια την κατηγορούμενη, η οποία στην κατάθεση της (Τεκμήριο 2) αναφέρει πως επισκέφθηκε την αστυνομία περί τις 11:30, ενώ ο ίδιος όπως αναφέρει στη κατάθεση του την επισκέφθηκε περί τις 11:00 (Τεκμήριο 4). Σε ότι αφορά το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που αφορούσε τις εκλογές για το Δ.Σ. του σκοπευτηρίου που έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από το επίδικο συμβάν, τον διορισμό του σε αυτό καθώς και τα μέτρα που η κατηγορούμενη και άλλα πρόσωπα έλαβαν για την αμφισβήτηση της νομιμότητας του διορισμού του, αναφέρω πως η μαρτυρία του επί των εν λόγω ζητημάτων δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ως τέτοια δεν λαμβάνεται υπόψη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνεται ως αξιόπιστη και αποδεκτή, με εξαίρεση όμως το πιο πάνω αναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο για τον λόγο που ανέφερα δεν γίνεται αποδεκτό. Έχει κριθεί νομολογιακά, ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ερχόμενη τώρα στην κατηγορούμενη, αναφέρω πως μέσα από τη μελέτη της μαρτυρίας της και τον τρόπο που αυτή κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν με έχει πείσει για τη γνησιότητα της εκδοχής της. Η προσπάθεια της να αποσυνδέσει τον εαυτό της από τη συμπεριφορά που της αποδίδεται και να πείσει, ότι ουδέποτε ανέφερε στον Μ.Κ.2 την επίδικη φράση θεωρώ, πως έπεσε στο κενό. Οι αναφορές της προς υποστήριξη τη προαναφερόμενης εκδοχής της στερούνται πειστικότητας και σε κάθε περίπτωση βρίσκονται σε διάσταση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη. Επιπρόσθετα, αναφέρω πως κάποιες από τις προβαλλόμενες θέσεις της δεν υποβλήθηκαν στην Μ.Κ.1 ώστε να της δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθεί, με αποτέλεσμα αυτές να αγνοηθούν (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, σελ. 590). Στην προσπάθεια της, επίσης, να πείσει για την εκδοχή της δεν απέφυγε να υποπέσει σε αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο κάτω: Στην προσπάθεια της πείσει, για την εκδοχή της ότι δεν έτυχε της σωστής αντιμετώπισης από την Μ.Κ.1, η οποία όπως ισχυρίστηκε είχε αρχικά επιθετική στάση απέναντι της, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Μ.Κ.1 της ζητούσε να παραδεχθεί, κάτι το οποίο δεν δέχθηκε. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ακόμη μία αστυνομικός η οποία βρισκόταν εκεί την προέτρεψε, ουσιαστικά, να παραδεχθεί. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της, ωστόσο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού δεν τέθηκαν στην Μ.Κ.1, ώστε να της δινόταν η δυνατότητα να τοποθετηθεί (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Για το ίδιο λόγο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και οι ισχυρισμοί της ως προς το τι κατά τους ισχυρισμούς της, η Μ.Κ.1 της ανέφερε, όταν έλεγξε το μητρώο του Μ.Κ.2, αφού ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί της τέθηκαν από την Υπεράσπιση στην Μ.Κ.
  1. Πέραν αυτού, δεν διαφεύγει της προσοχής μου και η διαφοροποίηση των ισχυρισμών της ως προς το τι της ανέφερε η Μ.Κ.1, όταν έλεγξε το μητρώο του Μ.Κ.
  2. Ενώ, δηλαδή, αρχικά ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.1 της ανέφερε, «Α τον κ. Λεύκιο, εντάξει» κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι της ανέφερε, «Α τον κ Λεύκιο, τώρα που να πάει Δικαστήριο». Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της, ότι μετά τον προαναφερόμενο έλεγχο που διενήργησε η Μ.Κ.1 της άφησε να νοηθεί ότι ο Μ.Κ.2 θα ήταν αυτός που θα είχε συνέπειες, αναφέρω πως ο εν λόγω ισχυρισμός της στερείται κάθε πειστικότητας και δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια εκ των υστέρων σκέψη της στην προσπάθεια της να πείσει για την εκδοχή της, αφού όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, αμέσως μετά τη λήψη της κατάθεσης της κατηγορήθηκε γραπτώς από την Μ.Κ.1 για τη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Δεν δίστασε, επίσης, να αποδώσει στην Μ.Κ.1 την ευθύνη για το ότι στη κατάθεση της (Τεκμήριο 2) δεν καταγράφηκε η θέση που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση της. Ότι, δηλαδή, ο Μ.Κ.2 της ανέφερε τη φράση «.θα κάνω ότι θέλω, θα το κλείσω το σκοπευτήριο τζιαι να το δείς». Πιο συγκεκριμένα, όταν κατά την αντεξέταση της o κ. Αργυρού της επισήμανε την απουσία από την κατάθεση της του πιο πάνω ισχυρισμού της, έδωσε ως δικαιολογία ότι μπορεί η αστυνομικός να μην τα έγραψε όλα. Όταν όμως στη συνέχεια της υποδείχθηκε ότι θα μπορούσε μετά που διάβασε την κατάθεση της να προσθέσει ότι ο Μ.Κ.2 της ανέφερε την πιο πάνω φράση, διαφοροποίησε τη θέση της, λέγοντας τα εξής: «Κύριε να σας πως ότι δεν είμαι Δικαστής, ούτε Δικηγόρος για να ξέρω ότι τζείνο το κομμάτι ήταν να το πιάνατε. Θεώρησα ότι είναι καθαρό το «ναι, είμαι μάγκας». Δεν διαφεύγει, επίσης της προσοχής μου ότι, ενώ αρχικά απέφευγε να απαντήσει με θετικό τρόπο κατά πόσο κουνούσε το δάκτυλο του χεριού της, όταν έλεγε την επίδικη φράση στον Μ.Κ.2, προβάλλοντας τη θέση ότι «πιθανόν» να το έπραξε, σε άλλο σημείο της μαρτυρία της, όταν της υποβλήθηκε από τον κ. Αργυρού η θέση ότι κουνούσε το δάκτυλο της, διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση της λέγοντας «Εντάξει, εν είναι κάτι κακό. Τόσο τρόμαξε, δηλαδή, με το δάκτυλο μου;» Η θέση της επίσης, ότι ποτέ δεν απείλησε τον Μ.Κ.2 με την επίδικη φράση δεν συνάδει με την αναφορά της, η οποία σημειώνεται πως αποτελεί κοινό έδαφος, ότι κατά τη συζήτηση που είχε με τον Μ.Κ.2 αυτός την ρώτησε κατά πόσο τον απειλεί. Στην προσπάθεια της, επίσης, να πείσει για την εκδοχή της ότι η καταγγελία του ΜΚ.2 έγινε για αλλότριους λόγους και συγκεκριμένα ένεκα της δικής της καταγγελίας της, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.2 κλήθηκε στην αστυνομία ήταν για να του γίνει παρατήρηση σχετικά με την καταγγελία της. Η θέση της, ωστόσο, αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης της (Τεκμήριο 2), από την οποία προκύπτει ότι η ίδια επισκέφθηκε την αστυνομία για να υποβάλει την καταγγελία της σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτό που ο Μ.Κ.2 πήγε στην αστυνομία. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην κατάθεση της, επισκέφθηκε την αστυνομία γύρω στις 11:30, ενώ σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη και αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2 αυτός πήγε ενωρίτερα και συγκεκριμένα περί τις 11:
  3. Επιπρόσθετα επισημαίνω, πως η θέση της ότι ο Μ.Κ.2 κλήθηκε στην αστυνομία για να του γίνει παρατήρηση μετά τη δική της καταγγελία, βρίσκεται και σε διάσταση με τη θέση που προέβαλε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.2 κλήθηκε στην αστυνομία για να του γίνει παρατήρηση σχετικά με μία άλλη καταγγελία που υποβλήθηκε εναντίον του και προηγήθηκε της δικής της. Επί του εν λόγω ζητήματος, δεν διαφεύγει της προσοχής μου και το εξής. Ότι ενώ από μια ισχυρίστηκε ότι την ώρα που αυτή βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό και υπέβαλλε το παράπονο της, ο Μ.Κ.2 βρισκόταν στο γραφείο του κ. Σωτηριάδη και του γινόταν παρατήρηση, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αστυνομικός που λάμβανε την καταγγελία της, την ενημέρωσε ότι η αστυνομία θα πήγαινε να φέρει τον παραπονούμενο για να του κάνουν παρατήρηση. Σχετικά τώρα με τον ισχυρισμό της, ότι αμέσως μετά το επίδικο συμβάν ο Γ. Έλληνας, που ήταν παρών στη συνάντηση της με τον Μ.Κ.2, της ανέφερε ενώ αποχωρούσε μαζί της από την αστυνομία ότι δεν θα μαρτυρούσε εναντίον της ψευδή γεγονότα σημειώνω πως η εν λόγω αναφορά της προέρχεται από εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ναι μεν δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9), αλλά η βαρύτητα που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας είναι το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε από την Υπεράσπιση για την μη κλήτευση του πιο πάνω προσώπου ως μάρτυρα στο Δικαστήριο, ουδεμία βαρύτητα δίνω στον ισχυρισμό της αυτό, ο οποίος δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προβλήθηκε σε μια προσπάθεια της να πείσει ότι ποτέ δεν ανέφερε στον Μ.Κ.2 την επίδικη φράση. Επιπρόσθετα κρίνω σκόπιμο να επισημάνω και το εξής. Ότι, ενώ από τη μια παρουσιάζει το πιο πάνω πρόσωπο ως ένα έντιμο άνθρωπο που δεν θα μαρτυρούσε ψευδώς εναντίον της, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ισχυρίστηκε ότι όταν του ζητήθηκε από τον Μ.Κ.2 να πάει στην αστυνομία για να τον υπερασπιστεί, το έπραξε. Σε ότι αφορά το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της αναφορικά με τους λόγους αποχώρησης της από το σκοπευτήριο, τις απειλές που κατά τους ισχυρισμούς της δεχόταν μετά το επίδικο συμβάν και τις φερόμενες παράνομες δραστηριότητες του Έλληνα, ουδεμία βαρύτητα δίνω αφού πρόκειται για μαρτυρία που είναι άσχετη με το επίδικο συμβάν. Για τους πιο πάνω λόγους πέραν από τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της και αυτή που αποτελεί κοινό έδαφος, ουδεμία βαρύτητα δίνω στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας την οποία και απορρίπτω ως μη αξιόπιστη. Η μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2, δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του κατά πόσο, δηλαδή, η κατηγορούμενη ανέφερε στον Μ.Κ.2 την επίδικη φράση. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία τους δεν ήταν παρόντες κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Συνακόλουθα, ουδεμία βαρύτητα δίνεται στη μαρτυρία τους. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και αυτή που αποτέλεσε κοινό έδαφος ή δεν αμφισβητήθηκε, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 11.01.2018 και περί τις 11:00 ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου συναντήθηκε με τον υπεύθυνο του ΤΑΕ κ. Σωτηριάδη. Μετά το πέρας της συνάντησης τους και ενώ αποχωρούσε με τον Γ. Έλληνα από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού συνάντησαν την κατηγορούμενη. Αυτή τους πλησίασε και απευθυνόμενη στον Μ.Κ.2 του ανέφερε τη φράση, «Εσύ είσαι το παλλικάρι του σκοπευτηρίου, αν με ξαναπιάσεις στο στόμα σου, θα σου φκάλουν τα δόντια σου με την ζοντάκρα ένα ένα, όι εγώ άλλοι». Ενόσω η κατηγορούμενη του ανέφερε την εν λόγω φράση, κουνούσε το δάκτυλο της σε κοντινή απόσταση από το πρόσωπο του. Όταν ο Μ.Κ.2 ρώτησε την κατηγορούμενη κατά πόσο τον απείλησε, αυτή του απάντησε καταφατικά. Στον Μ.Κ.2 προκλήθηκε φόβος και αμέσως κατευθύνθηκε στο γραφείο του κ. Σωτηριάδη αναφέροντας του, ότι επιθυμούσε να υποβάλει παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης. Αυτός τον παρέπεμψε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, όπου και υπέβαλε το παράπονο του εναντίον της κατηγορούμενης. Μετά τη λήψη της κατάθεσης του από την Μ.Κ.1, κλήθηκε στην αστυνομία η κατηγορούμενη όπου της λήφθηκε, επίσης, από την Μ.Κ.1 ανακριτική κατάθεση. Στη συνέχεια, όταν την κατηγόρησε γραπτώς για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, αυτή αρνήθηκε την κατηγορία. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη και
  2. Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή ανησυχία. Συνεπώς, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω, ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Από τα ευρήματα των πραγματικών γεγονότων, με βάση την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία η κατηγορούμενη, υπό τις συνθήκες που έχουν περιγραφεί πιο πάνω, είχε αναφέρει στον Μ.Κ.2 την φράση «..αν με ξαναπιάσεις στο στόμα σου, θα σου φκάλουν τα δόντια σου με την ζοντάκρα ένα ένα, όι εγώ άλλοι», η οποία αναμφίβολα ήταν απειλητική, αφού με αυτή υπονοούσε με ξεκάθαρο τρόπο, ότι θα προκαλείτο σε αυτόν βλάβη. Συνεπώς, αυτό το οποίο παραμένει προς εξέταση είναι, κατά πόσο με την προαναφερόμενη απειλή προκλήθηκε στον Μ.Κ.2 τρόμος ή ανησυχία, που αποτελεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος. Όπως διαπιστώνεται από την ενώπιον μου μαρτυρία, η επίδικη απειλή σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, του προκάλεσε φόβο, ο οποίος τον οδήγησε στην άμεση υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία, ενέργεια που σε κάθε περίπτωση αντικειμενικά ιδωμένη καταδεικνύει, ότι του προκλήθηκε φόβος. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη μου ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.