ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. MOHAMMAD AMIN DANESH κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17548/20, 31/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2023:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17548/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Ε.Π
- MOHAMMAD AMIN DANESH
- S.S Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31/3/2023 Για τη Δημοκρατία: κ. A. Aριστείδης. Για τον Kατηγορούμενο 1: κα Μ. Παστελλά. Για τον Kατηγορούμενο 2: κ. Ν. Κληρίδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Κ. Ουστά). Για τον Kατηγορούμενο 3: κ. Μ. Αρμεύτης. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα, ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής «ο κατηγορούμενος») βρέθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε κατηγορίες κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' (κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα) και συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 4). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και την κατηγορία 1, από την οποία απαλλάχθηκε κατόπιν καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης. Ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2-4, είναι ότι: · Στις 6/12/2020, στη Λεμεσό, κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 989 γραμμαρίων (κατηγορία 2). · Στις 6/12/2020 κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 989 γραμμαρίων (κατηγορία 3). · Στις 5/12/2020, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο όπως διαπράξει το κακούργημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 4). Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 5/12/2020, στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο πρόσωπο όπως διαπράξει το κακούργημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος ανέλαβε να μεταφέρει ποσότητα ναρκωτικών από ένα σημείο της Λεμεσού σε άλλο, έναντι ανταλλάγματος. Στις 6/12/2020 και περί ώρα 12:35 ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το όχημα του, μετέβη στην περιοχή της κοινότητας Τραχωνίου στη Λεμεσό, όπου παρέλαβε μια νάιλον συσκευασία περιέχουσα ξηρή φυτική ύλη. Ακολούθως και περί ώρα 12:37 το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ενώ κινείτο επί της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ, ανακόπηκε από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Αρχηγείου. Σε έρευνα που διενεργήθηκε εντός του οχήματος εντοπίστηκε στο πάτωμα, μπροστά από τη θέση του συνοδηγού, η προαναφερθείσα νάιλον συσκευασία. Ο Αστ.3807 I. Ιωάννου υπέδειξε στον κατηγορούμενο τη εν λόγω συσκευασία με το περιεχόμενο της και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι παρέλαβε τα ναρκωτικά για να τα μεταφέρει σε συγκεκριμένο σημείο έναντι του ποσού των €
- Η νάιλον συσκευασία με το περιεχόμενό της μεταφέρθηκε για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων στο Γενικό Χημείο του Κράτους, όπου διαπιστώθηκε ότι η ξηρή φυτική ύλη που περιείχε, ήταν κάνναβη συνολικού βάρους 989 γραμμαρίων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε κατ' αρχάς στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Συγκεκριμένα ο κ. Κληρίδης ανέφερε ότι ο πελάτης του, όντας χρήστης ναρκωτικών, θυματοποιήθηκε από τον έμπορο που τον προμήθευε ναρκωτικά, ο οποίος του ζήτησε να μεταφέρει την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών από την περιοχή Τραχωνίου στην περιοχή Αγίου Αθανασίου, έναντι του χρηματικού ποσού των €100, το οποίο τελικώς δεν εισέπραξε. Σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο έμπορος παρέδωσε στον κατηγορούμενο το σακούλι με την κάνναβη και ο τελευταίος ξεκίνησε με το αυτοκίνητο του τη διαδρομή για να παραδώσει τα ναρκωτικά, πλην όμως ανακόπηκε από την Αστυνομία και συνελήφθη, ενώ ο έμπορος, που ήταν και ο ιθύνων νους, διέφυγε. Αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο κ. Κληρίδης υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της παρούσας. Επιπρόσθετα, επικαλέστηκε το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, την παραδοχή, την απολογία και την έμπρακτη μεταμέλεια του καθώς και τις προσπάθειες που κατέβαλε για να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και να συνεχίσει τη ζωή του μακριά από αυτά, ολοκληρώνοντας το εσπερινό σχολείο και φοιτώντας στη συνέχεια σε κολλέγιο. Κατέθεσε δε ως προς επιβεβαίωση των θέσεων του τα Τεκμήρια I-VII. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε και στη συνεργασία του κατηγορούμενου με την Αστυνομία και συγκεκριμένα στο ότι σε κατάθεση του κατονόμασε τον έμπορο των ναρκωτικών, με κίνδυνο της ζωής του, αφού αυτός τον απείλησε. Περαιτέρω ο κ. Κληρίδης αναφέρθηκε στη προθυμία του κατηγορούμενου να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση και να κατονομάσει τον έμπορο των ναρκωτικών. Σύμφωνα πάντα με το συνήγορο υπεράσπισης, παρά το ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων, αυτό δεν κατέστη δυνατό, για λόγους που μόνο η Αστυνομία γνωρίζει. Τέλος, ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε όπως, ενόψει όλων όσων ανέφερε, σε περίπτωση που επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης, αυτή ανασταλεί, ώστε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να συνεχίσει απρόσκοπτα τη ζωή του. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αδιαμφισβήτητα πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών, για το αδίκημα της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης, ενώ για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με τη διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές (βλ. Ναζίπ ν. Αστυνομίας
(2014)2(Β) Α.Α.Δ. 808). Εδώ φυσικά πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Esper v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία
(1992)2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα μπορεί να αποτυπωθεί ως απαύγασμα της νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, λόγω ακριβώς των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/17, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται από το ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 557). Αποτελεί επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2016)2(Β) Α.Α.Δ 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, απεναντίας παρουσιάζουν έξαρση. Σε σχέση με το ύψος των ποινών, ως λέχθηκε στην Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της και ανάλογα με αυτές διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Στην προκειμένη η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Συγκεκριμένα από τα γεγονότα αυτά προκύπτει κατ' αρχάς ότι ο κατηγορούμενος στις 5/12/2020 συνωμότησε με άλλο πρόσωπο όπως προμηθεύσουν σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄. Την ίδια δε ημέρα ανέλαβε να μεταφέρει ποσότητα ναρκωτικών έναντι ανταλλάγματος και την αμέσως επόμενη ημέρα παρέλαβε σημαντική ποσότητα ναρκωτικών και δη 989 γραμμάρια κάνναβης, με σκοπό να τα μεταφέρει από ένα σημείο της Λεμεσού σε άλλο. Με άλλα λόγια ανέλαβε και επιχείρησε να διακινήσει την εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών, η διακίνηση και διάδοση της οποίας αποφεύχθηκε μόνο λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και ότι εκτελούσε χρέη μεταφορέα των ναρκωτικών. Ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όντας χρήστης ναρκωτικών, ανέλαβε, όταν το πρόσωπο που τον προμήθευε ναρκωτικά του το ζήτησε, να μεταφέρει τα επίδικα ναρκωτικά, μας διαφεύγει. Από την άλλη όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος έδρασε για ίδιον όφελος εφόσον ανέλαβε να πράξει αυτό με χρηματικό αντάλλαγμα. Το γεγονός δε ότι θα χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο ποσό για την αγορά ναρκωτικών για προσωπική χρήση, όπως και το ότι το εν λόγω ποσό (€100) ήταν μικρό και τελικά δεν το εισέπραξε, δεν μεταβάλλουν τα πράγματα. Ο ρόλος που ανέλαβε, επ' αμοιβή, ως μεταφορέας των ναρκωτικών δεν ήταν επουσιώδης, αλλά ουσιώδης εφόσον αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Ως έχει νομολογηθεί, ο ρόλος των μεταφορέων στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών είναι εξίσου σημαντικός με αυτό των εμπόρων, αφού χωρίς τους μεταφορείς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21/2/2017). Στην πρόσφατη απόφαση Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021 ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές με παράλληλη, όμως, επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δεν διαφέρει αφού κοινός είναι ο σκοπός και το αντικείμενο ήτοι η μόλυνση της κοινωνίας και το κέρδος (έγινε παραπομπή στις Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και στην Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη ίδια υπόθεση: «Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του». Θα πρέπει επίσης να λεχθεί, ως έχει σημειωθεί και από τη σχετική νομολογία, ότι η πείρα καταδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως συνεργάτες άτομα ευάλωτα, με ειδικά προβλήματα, που έχουν κάποια ανάγκη, όπως ο κατηγορούμενος στην προκειμένη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί όμως να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. Marius v. Δημοκρατίας
(2015)2(Α) Α.Α.Δ. 397). Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω, χωρίς φυσικά να μας διαφεύγει το είδος των επίδικων ναρκωτικών και δη ότι επρόκειτο για κάνναβη, η οποία δεν εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνουμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Ιδιαίτερα λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση. Με την παραδοχή του δε αυτή εξοικονομείται ταυτόχρονα και πολύτιμος δικαστικός χρόνος (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε δε πάντα υπόψην μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορούμενου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66). Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Στην παραδοχή ενός κατηγορουμένου δίδεται λοιπόν η δέουσα βαρύτητα, αλλά υπό περιστάσεις όπως της παρούσας, όπου ο κατηγορούμενος ουσιαστικά συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω να διαπράττει τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, η παραδοχή είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι ένας πολύ σημαντικός μετριαστικός παράγοντας, που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου εφόσον του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Εδώ να λεχθεί ότι σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικά το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, ναι μεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, αλλά ειδικά σε αυτό τον τομέα οι νεαροί θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι τα ναρκωτικά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους (βλ. Marius ανωτέρω). Στην προκειμένη λαμβάνουμε λοιπόν υπόψη ότι, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ήταν 20 ετών. Η ηλικία του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(i) του Νόμου 29/77, είναι ένας από τους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Το πιο πάνω λαμβάνεται φυσικά υπόψη χωρίς να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της όλης κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου ως την έχουμε περιγράψει ανωτέρω. Επιπλέον αναγνωρίζουμε και λαμβάνουμε δεόντως υπόψην προς όφελος του κατηγορουμένου το γεγονός ότι σε γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία αποκάλυψε το πρόσωπο που του παρέδωσε τα επίδικα ναρκωτικά, οδηγώντας έτσι στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Περαιτέρω και συναφώς λαμβάνουμε υπόψη μας και την εκδήλωση της πρόθεσης του, παρά τον κίνδυνο που ενέχει αυτό - με δεδομένο ότι απειλήθηκε ήδη από το εν λόγω πρόσωπο - να χρησιμοποιηθεί στο Δικαστήριο, ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον αυτού (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 746). Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η συνεργασία με τις διωκτικές αρχές, ιδίως σε σχέση με αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά, συνιστά σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα, ο οποίος και θα πρέπει να προσμετράται ανάλογα (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 229/2016, ημερ. 14/3/2018). Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Β) Α.Α.Δ. 833: «Η πλήρης διαλεύκανση εγκληματικών δραστηριοτήτων οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ιδίως η προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά, είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αναγκαία η αναζήτηση μαρτυρίας από πρόσωπα που εμπλέκονται στις έκνομες αυτές δραστηριότητες. Πρόσωπα που συνήθως είναι απρόθυμα να συνδράμουν τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών. Ο φόβος τόσο για τη δική τους ασφάλεια όσο και γι' αυτή του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν ως αποτέλεσμα της απόφασής τους να συνεργαστούν με την Αστυνομία, σε συνάρτηση με το βαθμό συνεργασίας και την έκταση και φύση των πληροφοριών που παρέχουν, θα πρέπει να συνεκτιμούνται από τα Δικαστήρια κατά το στάδιο της επιβολής ποινής στα πρόσωπα αυτά. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται.» Βλέπε επίσης Gani κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 242 και Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/17, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110. Περαιτέρω η προαναφερόμενη συνεργασία του κατηγορούμενου, η οποία καταμαρτυρεί και τη μεταμέλεια του, αναγνωρίζεται από το νομοθέτη, με βάση το άρθρο 30
(4)(v) του Νόμου 29/77, ως ένας από τους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Όσον αφορά τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των επίδικων των αδικημάτων, μέχρι σήμερα που καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, δεν μας διαφεύγουν τα νομολογηθέντα και δη ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα εφόσον η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στα πλαίσια αυτά εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψην, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει ασφαλώς προς μετριασμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κρίνουμε ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος της καθυστέρησης, ο χρόνος θα πρέπει να υπολογισθεί με εναρκτήριο γεγονός τη σύλληψη του κατηγορουμένου, η οποία έγινε στις 6/12/2020 (βλ. Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Από το φάκελο της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 3/2/2021 και ζήτησε χρόνο για απάντηση καθότι δεν είχε λάβει όλο το μαρτυρικό υλικό και η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 3/3/
- Στις 3/3/2021 ζητήθηκε αναβολή από τον κατηγορούμενο για τον ίδιο λόγο και για να εξεταστεί η αίτηση Νομικής Αρωγής, καθότι δεν είχε ετοιμαστεί η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απάντηση στις 26/3/
- Στις 26/3/2021 η αίτηση Νομικής Αρωγής εγκρίθηκε και ο κατηγορούμενος απάντησε στις κατηγορίες 1, 2 και
- Από τότε και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι στις 10/11/2022, η υπόθεση αναβλήθηκε 9 φορές για λόγους που δεν αφορούσαν το πρόσωπο του κατηγορουμένου και μια φορά μετά από κοινό αίτημα όλων των πλευρών. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι στις 23/11/2022 ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ζήτησε και έλαβε άδεια όπως αποσυρθεί και η υπόθεση ορίστηκε στις 8/12/2022 για συνέχιση και για να εξεύρει νέο δικηγόρο ο κατηγορούμενος. Στις 8/12/2022 ο νέος δικηγόρος του κατηγορούμενου ζήτησε αναβολή για να μελετήσει την υπόθεση και η υπόθεση ορίστηκε στις 19/12/
- Έκτοτε η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε μέχρι τις 15/3/2023 και οι οποιεσδήποτε αναβολές δόθηκαν δεν οφείλονταν στον κατηγορούμενο. Στις 15/3/2023 ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε άδεια όπως αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή και στην κατηγορία 1 που αντιμετώπιζε, οπόταν η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής σε όλες τις κατηγορίες στις 23/3/
- Στις 23/3/2023 η κατηγορία 1 ανεστάλη και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτήν και προστέθηκε η κατηγορία 4, την οποία παραδέχθηκε αμέσως. Από τα πιο πάνω, προκύπτει λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος, μικρή και μόνο ευθύνη φέρει για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί αντικειμενικό γεγονός το οποίο λαμβάνεται δεόντως υπόψη ότι καλούμαστε να του επιβάλουμε ποινή σήμερα δηλαδή 2 χρόνια και 4 περίπου μήνες μετά τη σύλληψη του για την υπόθεση. Άλλοι παράγοντες, τους οποίους λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου είναι οι προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές του περιστάσεις, ως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και από τα όσα έθεσε ο συνήγορος του και ιδιαίτερα ότι: · Είναι σήμερα ηλικίας 23 ετών. · Προέρχεται από οικογένεια που κατάγεται από το Ιράν. Οι γονείς του και οι αδελφές του βρίσκονται στην Κύπρο από το 1999 δηλαδή πριν από τη γέννηση του κατηγορούμενου. · Ο πατέρας του εργάζεται ενώ η μητέρα του είναι οικοκυρά και πάσχει από χρόνια κατάθλιψη. · Από ηλικία 17 ετών μέχρι και τα 22 του έτη ήταν χρήστης κάνναβης. · Αποφοίτησε από το Εσπερινό Γυμνάσιο - Λύκειο Λεμεσού το 2022 (βλ. Τεκμήριο IV). · Είναι φοιτητής στο πρώτο έτος σπουδών στον Κλάδο Τεχνικών Αυτοκινήτων και ο κύκλος σπουδών του είναι διετής (βλ. Τεκμήριο V). · Παράλληλα με τις σπουδές του εργάζεται για να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένεια του. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, σε αυτού του είδους των υποθέσεων, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (Αρ.1)
(2016)2(Α) Α.Α.Δ. 423). Λαμβάνουμε βέβαια δεόντως υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από τις 2/3/2021 είναι ενταγμένος στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ» στο οποίο συμμετέχει μέχρι στιγμής με επιτυχία αφού απέχει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, ως καταδεικνύουν οι αναλύσεις που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια ΙΙ και ΙΙΙ (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας
(2016)2(Α) Α.Α.Δ. 364). Η υπόθεση Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 αποτελεί αυθεντία για τη σημασία που δίδεται στο γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος, με δική του θέληση, ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης και μάλιστα με επιτυχία. Εκεί ο εφεσείων, ο οποίος κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος (επρόκειτο για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄) ήταν 18 ετών, μαθητής της τρίτης Λυκείου, είχε δύσκολη οικογενειακή ανατροφή ως αποτέλεσμα της διάλυσης του γάμου των γονιών του, παρασύρθηκε από κακές παρέες και ενεπλάκη στη χρήση των ναρκωτικών, είχε αποβάλει πλήρως την κακή έξη χρήσης ναρκωτικών και ήταν έτοιμος να σπουδάσει σε πανεπιστήμιο, όπου εξασφάλισε και εγγραφή. Κρίθηκε δε ενόψει των ανωτέρω ότι ανατροπή αυτής της πορείας θα ισοδυναμούσε με άκρως υπερβολική τιμωρία του, για το αδίκημα που είχε παραδεχτεί. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, αφού λήφθηκαν υπόψην το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του (25 ετών), οι προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες αλλά και το ότι κατέβαλλε έντονες και γνήσιες προσπάθειες αποτοξίνωσης με επιτυχία, το ότι προέκυπτε από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ότι έκανε δεύτερες και σοβαρές σκέψεις για το μέλλον του και είχε ειλικρινά μετανοήσει για τα αδικήματα που διέπραξε, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με τριετή αναστολή. Εδώ να σημειωθεί δε ότι η προθυμία του κατηγορούμενου να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση, σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β)(v) του Νόμου 29/77, είναι από τους παράγοντες που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε λιγότερο σοβαρά. Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψην όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και της ανάγκης για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοιες επιβάλλονται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98) και ειδικά ότι για νεαρά άτομα δεν πρέπει να επιβάλλονται τέτοιες ποινές εκτός αν όλα τα άλλα είδη ποινής θεωρούνται ότι είναι ακατάλληλα. Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 2 οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στην κατηγορία 2 δεν επιβάλλεται ποινή, διότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 3 στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Με δεδομένο ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενόψει της εισήγησης του συνηγόρου του, κατά πόσο οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου 2 ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τέθηκαν σε σωρεία νομολογίας, από την οποία προκύπτει ότι η εν λόγω άσκηση δεν περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη σε αυτούς που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα, ο οποίος μπορεί να έχει σημασία και να επηρεάσει την απόφαση για αναστολή. Ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται ενδεικτικά, η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει ανάγκη αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας του, τα ειδικότερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, οι προσωπικές και σε ορισμένες περιπτώσεις οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο καθώς και το κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως έχει νομολογηθεί η εξέταση του θέματος συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση τόσο του αδικήματος όσο και των περιστάσεων του δράστη και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» στους παράγοντες - επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς. Για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449 και Δημοκρατία ν. Γ.Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 197/2016, ημερ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:B24. Έχουμε εξετάσει με προσοχή και λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής εκτέλεσης όχι μόνο τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 2, αλλά και κάθε άλλο σχετικό με το θέμα παράγοντα που έχει τεθεί ενώπιον μας. Κατ' αρχάς να αναφέρουμε ότι δεν μας διαφεύγει ούτε υποβαθμίζουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος 2 και είναι δεδομένη. Παρά ταύτα, αφού λάβαμε υπόψη όλα όσα τέθηκαν σχετικά και ιδιαίτερα: · Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου 2 εφόσον κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 20 ετών και σήμερα είναι 23 ετών, · Το λευκό του ποινικό μητρώο, · Τις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και το κίνητρο του που ήταν η εξασφάλιση ενός μικρού ποσού, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για την αγορά ναρκωτικών, όντας χρήστης τότε τέτοιων ουσιών, · Τη μετέπειτα διαγωγή και συμπεριφορά του και ιδιαίτερα την έμπρακτη μεταμέλεια του, ως αυτή προκύπτει τόσο μέσα από την άμεση παραδοχή και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από τη συνεργασία του με την Αστυνομία, όπου σε γραπτή του κατάθεση αποκάλυψε το όνομα του προσώπου που του παρέδωσε τα ναρκωτικά οδηγώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης αλλά και την προθυμία του να καταθέσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του εν λόγω προσώπου, · Τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, · Σε συνδυασμό με το ότι έκτοτε όχι μόνο δεν φαίνεται να διέπραξε οποιαδήποτε αδικήματα αλλά κατέδειξε εμπράκτως την πρόθεση του να αλλάξει τρόπο ζωής, μέσω της αυτόβουλης προσπάθειας του για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά (ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο ακολουθεί με επιτυχία) αλλά και της ολοκλήρωσης της δευτεροβάθμιας του εκπαίδευσης και της φοίτησης του πλέον σε κολλέγιο, κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ορθό να ανατραπεί αυτή η πορεία του και ότι η διακριτική μας ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διαταγής για τριετή αναστολή εκτέλεσης των ποινών που του επιβλήθηκαν, ώστε να του δοθεί μια πρώτη αλλά και τελευταία ευκαιρία, την οποία ευελπιστούμε ότι θα εκμεταλλευθεί. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο 2 η έννοια της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) .............. Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Φυλακτού Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο